Βικιθήκη elwikisource https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 MediaWiki 1.47.0-wmf.8 first-letter Μέσο Ειδικό Συζήτηση Χρήστης Συζήτηση χρήστη Βικιθήκη Συζήτηση Βικιθήκη Αρχείο Συζήτηση αρχείου MediaWiki Συζήτηση MediaWiki Πρότυπο Συζήτηση προτύπου Βοήθεια Συζήτηση βοήθειας Κατηγορία Συζήτηση κατηγορίας Σελίδα Συζήτηση σελίδας Μεταγραφή Συζήτηση μεταγραφής Συγγραφέας Συζήτηση συγγραφέα Πύλη Συζήτηση πύλης TimedText TimedText talk Module Module talk Event Event talk Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/ε 0 15738 166706 93716 2026-06-25T19:28:35Z Nikos1nikos1 15046 166706 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία ε | επόμενο = [[../ζ|Ραψωδία ζ]] | προηγούμενο= [[../δ|Ραψωδία δ]] | σημειώσεις = }} <poem> Ἀπ' τοῦ πανώριου Τιθωνοῦ τὴν ἀγκαλιὰ ἡ Αὐγούλα σηκώθη, κι ἔφερε τὸ φῶς σὲ ἀθάνατους κι ἀνθρώπους. Καὶ συγκαθίζαν οἱ θεοί, καὶ μὲς σ' αὐτοὺς κι ὁ Δίας ὁ ἁψηλοβρόντης, ποὺ τρανὴ στὰ οὐράνια ἡ δύναμή του. Κι ἡ Ἀθηνᾶ, θυμήθηκε τὰ πάθια τοῦ Ὀδυσσέα, {{r|5}} πονώντας τον ποὺ ἡ Καλυψὼ τὸν κράταε, καὶ τοὺς εἶπε “Πατέρα Δία, καὶ θεοὶ μακαριστοὶ κι αἰώνιοι, κανένας βασιλιὰς γλυκός, καλόβουλος καὶ δίκιος   πιὰ ἂς μὴ φανῆ, παρὰ σκληρὸς καὶ κακοπράχτης νά 'ναι, {{r|10}} ἀφοῦ κανένας τὸ θεϊκὸ Ὀδυσσέα δὲ θυμᾶται μὲς στὸ λαὸ ποὺ σὰ γονιὸς μὲ ἀγάπη κυβερνοῦσε. Πὰς σὲ νησὶ αὐτὸς κοίτεται καὶ δέρνεται ἀπὸ πόνους, στῆς θέαινας τῆς Καλυψῶς, ποὺ μὲ τὸ ζόρι ἐκεῖθε κρατάει τον, καὶ δὲ δύνεται νὰ δῆ γλυκειὰ πατρίδα· {{r|15}} τὶ μήτε πλοῖα μὲ τὰ κουπιὰ μήτε συντρόφους ἔχει, νὰ τόνε ταξιδέψουνε στῆς θάλασσας τὰ πλάτια. Καὶ τώρα θὲν τὸ γιόκα του στὸ γυρισμὸ νὰ κόψουν, ποὺ νὰ γυρέψη μίσεψε μαντάτα τοῦ γονιοῦ του, στὴ θεία τὴ Λακεδαίμονα καὶ στὴν καλὴ τὴν Πύλο.” {{r|20}} Κι ὁ Δίας γυρνάει καὶ κρένει της, ὁ συννεφομαζώχτης· “Τί λόγο ἀπὸ τὰ χείλη σου ξεστόμισες, παιδί μου ; δὲν εἶσαι ἐσὺ ποὺ τό' βαλες στὸ νοῦ σου νά 'ρθη πίσω ὁ Ὀδυσσέας, καὶ γδικιωμὸ σ' ὁλους αὐτοὺς νὰ φέρη; Μὲ τρόπο τὸν Τηλέμαχο, σὰν ποὺ ἐσὺ ξέρεις, στεῖλ' τον, {{r|25}} νὰ φτάση στὴν πατρίδα του χωρὶς κακὸ νὰ τοῦ 'ρθη, καὶ νὰ γυρίσουν ἀδειανοὶ οἱ μνηστῆρες μὲ τὸ πλοῖο.” Κι αὐτὰ σὰν εἶπε, γύρισε πρὸς τὸν Ἑρμῆ τὸ γιό του, καὶ λέει· “Ἑρμῆ, ποὺ σὲ ὅλα ἐσὺ μαντάτορας μᾶς εἶσαι, πὲς τῆς ὡριόμαλλης θεᾶς τὴν ἄσφαλτη βουλή μας, {{r|30}} πὼς θέμε ὁ καρτερόψυχος Δυσσέας στὰ χώματά του, χωρὶς ἀνθρώπου ἢ καὶ θεοῦ συνέργεια νὰ γυρίση· σὲ σάλι αὐτὸς γερόδετο πολλὰ σὰν κακοπάθη, σὲ εἴκοσι μέρες τῆς Σκεριᾶς τὴν πλούσια γῆς θὰ φτάση, ποὺ κατοικοῦνε οἱ Φαίακες οἱ θεογεννημένοι· {{r|35}} αὐτοὶ μὲ πρόθυμη καρδιὰ σὰ θεὸ θὰ τὸν τιμήσουν, καὶ στὴ γλυκειὰ πατρίδα του μὲ πλοῖο θὰ τόνε στείλουν, χαλκό, χρυσάφι, φορεσὲς περίσσιες δίνοντάς του, ποὺ μήτε ἀπ' τὴν Τρωάδα αὐτὸς δὲ θά 'φερνε μαζί του, ἂν πίσω ἐρχόταν ἄβλαβος μὲ δίκιο μερτικό του. {{r|40}} Τὶ εἶναι γραφτὸ νὰ ξαναδῆ δικοὺς κι ἀγαπημένους, καὶ ν' ἀξιωθῆ τὸν τόπο του καὶ τ' ἁψηλά του σπίτια.”  Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ Ἀργοφονιὰς ἀκούει τήν προσταγή του. Κι ἀμέσως σάνταλα ἔδεσε στὰ πόδια του πανώρια, ἀχάλαστα κι ὁλόχρυσα, ποὺ πεταχτὰ τὸν πᾶνε {{r|45}} ἀπὸ στεριὲς καὶ θάλασσες σὰ φύσημα τοῦ ἀνέμου. Πῆρε τὸ μαγικὸ ραβδί, ποὺ ὅποιο θνητὸ θελήση τὰ μάτια ἀποκοιμίζει του ἢ τὸν ξυπνᾶ ἂν κοιμᾶται· καὶ πέταξε κρατώντας το ὁ Ἀργοφονιὰς ἀπάνω στὴν Πιερία, κι ἀπ' ἐκεῖ περνάει ἀπ' τοὺς αἰθέρες, {{r|50}} καὶ πέφτοντας στὴ θάλασσα κολύμπαγε σὰ γλάρος, ποὺ μέσα στοὺς ἀχνοὺς βυθούς τοῦ ἀτρύγητου πελάγου ψάρια ζητάει, καὶ τὰ φτερὰ συχνοβουτάει στὴν ἅρμη· ὅμοιος μ' αὐτὸν τ' ἀρίθμητα τὰ κύματα περνοῦσε. Καὶ στὸ νησὶ τ' ἀπόμακρο σὰν ἦρθε, ἀπ' τὴ γαλάζια {{r|55}} προβάλλει θάλασσα στὴ γῆς, πρὸς τὴ σπηλιὰ ποὺ ἡ νύφη λημέριαζε ἡ ὡριόμαλλη, καὶ μέσα τήνε βρίσκει.     Ξύλα περίσσια στὴ γωνιά, κέδροι καὶ θυὲς σκισμένες, {{r|60}} ποὺ μοσκοβόλαε τὸ νησι παντοῦ ἀπ' τὴ μυρουδιά τους. Στὸν ἀργαλειό της ὀμπροστὰ γλυκοτραγούδαε ἐκείνη, καὶ τὸ πανί της ἔφαινε μὲ τὴ χρυσὴ σαγίτα, Τριγύρω δάσια φουντωτὰ μὲ σκλῆθρες καὶ μὲ λεῦκες, καὶ μυρωδάτα ἀνάμεσα στεκόνταν κυπαρίσσια. {{r|65}} Λογῆς πυκνόφτερα πουλιὰ κουρνιάζανε στὰ δέντρα, γκιώνηδες, καὶ γεράκια, καὶ φωναχτερὲς κουροῦνες τῆς θάλασσας, ποὺ χαίρουνται νὰ ζοῦνε στὰ νερά της. Καὶ γύρω στὶς βαθειὲς σπηλιὲς τῆς νύφης ἁπλωνόταν ἥμερο κλῆμα θαλερὸ σταφύλια φορτωμένο· ἀράδα βρύσες τέσσερες ἄσπρο νεράκι χύναν, {{r|70}} κοντὰ κοντὰ, μὰ καθεμιὰ κι ἀλλοῦ κατρακυλοῦσε. Πλάγι λιβάδια μαλακὰ μὲ σέλινα καὶ βιόλες, ποὺ ἀθάνατος κι ἂν ἤρχουνταν σὲ τέτοιες πρασινάδες, μὲ θαμασμὸ θὰ κοίταζε καὶ θ' ἄνοιγε ἡ καρδιά του. Στάθηκ' ἐκεῖ καὶ θάμαζε ὁ Ἀργοφονιὰς ὁ μέγας. {{r|75}} Κι ἀφοῦ ὅλα τὰ καμάρωσε μὲ τὴν καρδιά του, μπῆκε μὲς στὴν ἁπλόχωρη σπηλιά· τὸν κοίταξε ἀντικρύ της ἡ νύφη, καὶ δὲν ἄργησε νὰ τόνε δῆ ποιός ἦταν· τὶ ἀγνώριστοι δὲ μνήσκουνε οἱ θεοὶ ἀναμεταξύ τους, κι ἂς κατοικάη κανένας τους ἀλάργα ἀπὸ τοὺς ἄλλους. {{r|80}} Μέσα τὸ μεγαλόψυχο δὲ βρῆκεν Ὀδυσσέα, τὶ αὐτὸς καθόταν κι ἔκλαιγε στῆς θάλασσας τὴν ἄκρη, ψυχοπονώντας σὰν προτοῦ μὲ στεναγμοὺς καὶ θρήνους, καὶ βλέποντας τὴ θάλασσα μὲ μάτια δακρυσμένα. Καὶ τὸν Ἑρμῆ τότες ρωτάει ἡ Καλυψὼ ἡ θεούλα, {{r|85}} καθίζοντάς τον σὲ θρονὶ λαμπρὸ καὶ γυαλισμένο·      “Τί ἦρθες ἐδῶ, χρυσόραβδε, καλὲ κι ἀγαπημένε Ἑρμῆ μου ; Δὲν τὸ συνηθᾶς νὰ μοῦ 'ρχεσαι δὰ τόσο. Λέγε τὸ τί ἔχεις στὴν καρδιά, κι ἐγὼ θὰ σοῦ τὸ κάμω, ἂν πρᾶμα εἶναι ποὺ γίνεται, κι ἂ μοῦ περνᾶ ἀπ' τὸ χέρι. {{r|90}} Μὰ τώρα νά 'ρθης παραμπρὸς νὰ σὲ φιλέψω πρῶτα.”      Αὐτὰ τοῦ μίλησε ἡ θεά, καὶ τοῦ 'στρωσε τραπέζι· θέτει ἀμβροσία καὶ σμίγει του κοκκινωπὸ νεχτάρι. Ἔτρωγε τότες κι ἔπινε ὁ Ἀργοφονιας ὁ μέγας, κι ἀφοῦ καλὰ ψυχόπιασε μὲ τὴ θροφὴ τοῦ δείπνου, {{r|95}} κουβέντα τότες ἄνοιξε, καὶ μίλησέ της κι εἶπε·      “Ἐμένα τὸ θεὸ ρωτᾶς ἐσὺ ἡ θεὰ γιατὶ ἦρθα· ἀλάθευτα θὰ σοῦ τὸ πῶ καθὼς κι ἀποθυμεῖς το. Ὁ Δίας ἐδῶ μὲ πρόσταξε νὰ ρθῶ χωρὶς νὰ θέλω· καὶ ποιός θὰ πέρναε θέλοντας τέτοια ἁρμυρὰ πελάγη {{r|100}} ἀπέραντα ; πού μήτε μιὰ χώρα θνητῶ δὲ βρίσκεις θυσίες κι ἑκατοβοδιὲς λαμπρὲς τῶν θεῶν νὰ κάνουν. Μὰ θεὸς δὲν μπόρεσε ποτὲς τὴ γνώμη νὰ ξεφύγη τοῦ Δία τοῦ αἰγιδόσκεπου, καὶ μάταιη νὰ τὴ βγάλη. Λέει πὼς κοντά σου βρίσκεται ὁ πιὸ ἄμοιρος ἀπ' ὅλους· {{r|105}} τοὺς ἄντρες ποὺ πολέμησαν τὰ κάστρα τοῦ Πριάμου· χρόνους ἐννιὰ πολέμησαν, στοὺς δέκα τοὺς τὰ πῆραν· καὶ πίσω καθὼς γύριζαν τὴν Ἀθηνᾶ θυμῶσαν, κι αὐτὴ τοὺς σήκωσε κακοὺς ἀνέμους καὶ φουρτοῦνες. Ὅλ' οἱ λαμπροὶ συντρόφοι του ξολοθρευτῆκαν τότες, {{r|110}} κι ἐκειὸν ἐδὼ τὸν ἔρριξαν τὰ κύματα κι οἱ ἀνέμοι. Αὐτόνε τώρα σοῦ μηνάει νὰ στείλης πίσω ἀμέσως, τὶ δὲν εἶναι τῆς μοίρας του ν' ἀφανιστῆ στὰ ξένα, τοῦ 'ναι γραφτὸ νὰ ξαναδῆ δικοὺς κι ἀγαπημένους καὶ ν' ἀξιωθῆ τὸν τόπο του καὶ τ' ἁψηλά του σπίτια.” {{r|115}}      Τ' ἄκουσ' αὐτὰ καὶ πάγωσε ἡ τρισόμορφη ἡ θεούλα, καὶ φώναξε τον κι εἶπε του μὲ λόγια φτερωμένα·      “Σκληροί, ζουλιάρηδες θεοί, ποὺ δὲ σᾶς ἔφτασε ἄλλος· ποὺ μὲ θνητὸ δὲ στέργετε θεὰ νὰ συγκοιμᾶται στὸ φανερό, κι ἂς εἶναι της ἀγαπημένο ταίρι. {{r|120}} Ἔτσι τὴ ροδοδάχτυλη ζουλέψτε ἐσεῖς Αὐγούλα, σὰν πὴρε τὸν Ὠρίωνα, γλυκόζωοι θεοί μου, ὥσπου ἡ χρυσόθρονη Ἄρτεμη, ἡ ἁγνή, στὴν Ὀρτυγία μὲ τὶς ψιλές της σαϊτιὲς τοῦ πῆρε τὴ ζωή του. Ἔτσι κι ἡ ὥρια ἡ Δήμητρα, σὰν ἔτρεξε ἡ καρδιά της {{r|125}} στὸν Ἰάσιο, καὶ πῆρε την αὐτὸς στὴν ἀγκαλιά του μὲς στὸ χωράφι τ' ὀργωτό, μόλις τ' ἀκούει ὁ Δίας, κι ἀστράφτει, καὶ θανατερὸ τοῦ ρίχτει ἀστροπελέκι. Μ' ἐμένα τώρα τά 'χετε ποὺ ζῆ θνητὸς μαζί μου, ποὺ ἀτὴ μου τόνε γλύτωσα σὰν ἦρθε καθισμένος {{r|130}} πὰς στὴν καρίνα μοναχός, τότες ποὺ ὁ Δίας τὸ πλοῖο μ' ἀστροπελέκι τοῦ 'σκισε στὰ μελανὰ πελάγη. Ὅλ' οἱ λαμπροὶ συντρόφοι του ξολοθρευτῆκαν τότες, κι αὐτὸν τὸν ἔρριξαν ἐδῶ τὰ κύματα κι οἱ ἀνέμοι. Μὲ ἀγάπη τόνε φίλευα καὶ γλυκομελετοῦσα {{r|135}} ἀθάνατο κι ἀγέραστο γιὰ πάντα νὰ τὸν κάνω. Μὰ ἀφοῦ θεὸς δὲν μπόρεσε τὴ γνώμη νὰ ξεφύγη τοῦ Δία τοῦ αἰγιδόσκεπου καὶ μάταιη νὰ τὴ βγάλη, ἂς σύρη, μιᾶς τὸ πρόσταξε καὶ τὸ γυρεύει ἐκεῖνος, στ' ἀτρύγητα τὰ πέλαγα. Δὲ θὰ σταλθῆ ἀπὸ μένα, {{r|140}} τὶ μήτε πλοῖα μὲ τὰ κουπιά, μήτε συντρόφους ἔχω, ποὺ νὰ τὸν ταξιδέψουνε στῆς θάλασσας τὰ πλάτια, Ὅμως μὲ γνώμη πρόθυμη θὰ τὸν καθοδηγέψω, πῶς νὰ κατέβη ἀπείραγος στὴν πατρική του χώρα.”      Κι ὁ μηνυτὴς ὁ Ἀργοφονιὰς γυρίζει καὶ τῆς κρένει· {{r|145}} “Στεῖλ' τονε τώρα, σὰν ποὺ λές, καὶ πρόσεχε τοῦ Δία τὴ μάνητα, κανὲ κακὸ νὰ μὴ σοῦ ἐρθῆ κατόπι.”      Αὐτὰ της εἶπε, κι ἔφυγε ὁ Ἀργοφονιὰς ὁ μέγας· καὶ πρὸς τὸ μεγαλόκαρδο Ὀδυσσέα κινάει ἡ νύφη, σὰν ἄκουσε τὶς προσταγὲς τοῦ Δία τοῦ Ὀλυμπήσου. {{r|150}} Τὸν εἶδε καὶ καθότανε μονάχος στ' ἀκρογιάλι· δὲ στέγνωναν τὰ μάτια του ποτὲς ἀπὸ τὰ δάκρυα, μόν' ἔλυωναν οἱ μέρες του οἱ χρυσὲς ἀπὸ τὸν πόνο τῆς ξενιτειᾶς, κι ἡ θέαινα δὲν τοῦ 'δινε πιὰ γλύκα. Μόνε τὶς νύχτες στὴ σπηλιὰ μὲ τὸ στανιὸ κοιμόταν δίχως λαχτάρα στὴν καρδιά, κι ἂς λαχταροῦσε ἐκείνη. {{r|155}} Καὶ στ' ἀκροβράχια τοῦ γιαλοῦ καθόταν καθεμέρα, ψυχοπονώντας ἄπαυα μὲ στεναγμοὺς καὶ θρήνους, καὶ βλέποντας τὶς θάλασσες μὲ μάτια δακρυσμένα. Σιμά του στάθηκε ἡ θεὰ ἡ χαριτωμένη κι εἶπε· “Καημένε, μὴ μοῦ κλαίγεσαι πιὰ ἐδῶ, καὶ τὴ ζωή σου {{r|160}} τοῦ κάκου λυώνεις· πρόθυμα ἐγὼ τώρα θὰ σὲ στείλω. Μόν' ἔλα, καὶ μακρόξυλα μὲ τὸ πελέκι κόψε, καὶ σάλι ἁπλόχωρο μ' αὐτὰ καλὰ σὰ συνεδέσης, κάσαρα σκάρωσε ἁψηλὰ ἀποπάνωθε, καὶ τότες σέρνεις καὶ φεύγεις μέσα του πρὸς τ' ἀχνερὰ πελάγη. {{r|165}} Ψωμί, νερὸ καὶ κόκκινο κρασί ἐγὼ θὰ σοῦ βάλω, νὰ μὴν πεινᾶς καὶ φορεσὲς θὰ δώσω νὰ φορέσης, καὶ πρύμο ἀγέρα νὰ φυσάη κατόπι σου θὰ στείλω, ποὺ νὰ γυρίσης ἄβλαβος στὴν πατρική σου χώρα, ἂν θέλημα εἶναι τῶν θεῶν ποὺ ὁρίζουνε τὰ οὐράνια, πού 'ναι ἀπὸ μένα ἀξιώτεροι νὰ κρίνουν καὶ νὰ πράξουν.”  {{r|170}}      Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ πολύπαθος Δυσσέας ἀνετριχιάζει, καὶ φώναξέ την, κι εἶπε της μὲ λόγια φτερωμένα· “Ἄλλα στὸ νοῦ σου ἔχεις, θεά, κι ὄχι τὸ μισεμό μου, ποὺ λὲς μὲ σάλι νὰ διαβῶ τῆς θάλασσας τὰ πλάτια τὰ φοβερά, ποὺ οὔτε γοργὰ καράβια δὲν περνᾶνε, {{r|175}} χαρούμενα ἀρμενίζοντας στὸ φύσημα τοῦ Δία. Μὰ ἐγὼ χωρὶς τὴ γνώμη σου δὲ θά 'μπαινα στὸ σάλι, ἂν ὅρκο δὲ δεχόσουνα μεγάλο νὰ μοῦ κάνης, πὼς ἄλλο ἐσὺ δὲ μελετᾶς κακὸ στὸ νοῦ σου μέσα.”      Αὐτὰ εἶπε, κι ἡ μυριόχαρη θεὰ χαμογελώντας {{r|180}} μὲ νάζι τόνε χάδεψε, κι ὀνόμασε τον κι εἶπε·      “Μαριόλος εἶσαι μὰ τὸ ναί, καὶ κούφιο νοῦ δὲν ἔχεις, ποὺ τέτοιο συλλογίστηκες νὰ ξεστομίσης λόγο. Μαρτύροι ἡ γῆς κι ὁ οὐρανὸς ὁ ἀμέτρητος ἀπάνω, καὶ τὰ νερὰ ποὺ χύνουνται στὸν Ἄδη ἀπὸ τὴ Στύγα, {{r|185}} — τῶν θεῶν βαρὺς καὶ φοβερὸς αὐτὸς εἶν' ὅρκος πάντα, — πὼς ἄλλο ἐγὼ δὲ μελετῶ κακὸ στὸ νοῦ μου μέσα. Μόνε γιὰ σένα νοιάζουμαι, καὶ σοῦ μιλάω τὸ ἴδιο ὅπως γιὰ μένα θά 'κανα σὰν τύχαινέ μου ἀνάγκη· γιατ' ἔχω καλοθελησιά, καὶ μὲς στὰ σωθικά μου {{r|190}} εἶν' ἡ καρδιά μου μαλακιά, δὲν εἶναι σιδερένια.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ ξεκίνησε ἡ μυριόχαρη ἡ θεούλα μὲ βιάση, καὶ στὰ ἀχνάρια της ἀκολουθοῦσε ἐκεῖνος. Καὶ φτάσανε στὸ θολωτὸ τὸ σπήλιο ἀντάμα οἱ δυό τους· κάθισ' ἐκεῖνος στὸ θρονὶ ποὺ ὁ Ἑρμῆς προτοῦ καθόταν, {{r|195}} κι ἡ νύφη τοῦ παράθεσε λογῆς θροφὲς ἀπ' ὅσες νὰ τρῶνε καὶ νὰ πίνουνε οἱ ἀνθρῶποι συνηθᾶνε· ἀτή της κάθισε ἀντικρὺ τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα, κι οἱ παρακόρες φέρανε ἀμβροσία καὶ νεχτάρι. Καὶ τότες στὰ ἔτοιμα φαγιὰ τὰ χέρια τους ἁπλῶσαν. {{r|200}} Κι ἀπὸ φαγὶ κι ἀπὸ πιοτὸ καλὰ σάνε φρανθῆκαν, ἡ Καλυψώ, ἡ μυριόχαρη θεά, νὰ λέη ἀρχίζει·      “Γιὲ τοῦ Λαέρτη διόθρεφτε, πολύσοφε Ὀδυσσέα, λοιπὸν ἐσὺ στὸ σπίτι σου καὶ στὴ γλυκειὰ πατρίδα νὰ σύρης τώρα λαχταρεῖς; Ἐτσι ἂς γενῆ, καὶ χαίρου. {{r|205}} Ὅμως ὁ νοῦς σου ἂν τό 'βαζε τὸ πόσα κακοπάθια σένα φυλάει ἡ μοῖρα σου, στὸν τόπο σου ὡς νὰ φτάσης, σ' αὐτὸ τὸ σπήλιο θά 'μνησκες ἀθάνατος νὰ γίνης, κι ἂς εἶχες τὸ βαρὺ καημὸ τῆς ὥριας σου γυναίκας, ποὺ μέρα νύχτα νὰ τὴ δῆς τό 'χεις πολλὴ λαχτάρα. {{r|210}} Παινιέμαι δὰ πὼς ἀπ' αὐτὴ χειρότερη δὲν εἶμαι στὴν ὅψη μήτε στὸ κορμί, καὶ δὲν ταιριάζει κιόλας θνητὲς μ' ἀθάνατες ποτὲς στὰ κάλλη νὰ μετριοῦνται.”      Τότ' ὁ πολύβουλος Δυσσέας ἀπολογήθη κι εἶπε· “Χαριτωμένη μου θεά, μὴ μοῦ ὀργιστῆς γιὰ δαῦτο· {{r|215}} νιώθω κι ἐγὼ πὼς ταπεινὴ στ' ἀνάστημα ἢ στὰ κάλλη ἡ Πηνελόπη ἡ γνωστικιὰ θὰ φαίνουνταν ὀμπρός σου· αὐτὴ θνητή, καὶ πάντα ἐσὺ καὶ ἀπέθαντη καὶ νέα. Ὅμως περίσσια λαχταρῶ, καὶ τὸ ζητῶ ὁλοένα, νὰ πάω στὸν τόπο, νὰ χαρῶ τοῦ γυρισμοῦ τὴ μέρα. {{r|220}} Κι ἂ μὲ χτυπήση ὀργὴ θεοῦ στὰ μελανὰ πελάγη, ἔχω καρδιὰ βασταχτερὴ, κι ἀπομονὴ θὰ κάνω· ἔπαθα ποὺ ἔπαθα πολλὰ καὶ 'πόφερα ἄλλα τόσα στὶς μάχες καὶ στὶς θάλασσες· ἂς μοῦ γενῆ καὶ τοῦτο.”      Αὐτὰ εἶπε· κι ὁ ἥλιος βούτηξε, κι ἁπλώθηκε σκοτάδι· {{r|225}} καὶ μπήκανε στ' ἀπόβαθα τοῦ θολωτοῦ τοῦ σπήλιου· κι ἐκεῖ πλαγιάσανε μαζὶ καὶ κρυφαγκαλιαστῆκαν.      Σὰ φάνη ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, πῆρε ὁ Δυσσέας καὶ φόρεσε χιτώνα καὶ χλαμύδα, κι ἔβαλε φόρεμα ἡ θεὰ περίλαμπρο, μεγάλο, {{r|230}} ψιλόφαντο καὶ λιμπιστό· κατόπι ὡριὸ ζωνάρι ὁλόχρυσο στὴ μέση της, καὶ σκέπη στὸ κεφάλι· καὶ τότες τοῦ τρανοῦ Ὀδυσσέα νοιαζόταν τὸ ταξίδι. Πρῶτα πελέκι τοῦ 'δωσε, καλὸ στὶς ἀπαλάμες, τρανό, χαλκένιο, δίκοπο, ποὺ μέσα του στειλιάρι {{r|235}} ὥριο, ἐλατένιο τοῦ 'χανε βασταγερὰ μπηγμένο· κατόπι τοῦ προμήθεψε σκεπάρνι ἀκονισμένο, καὶ πρὸς τὴν ἄκρη πῆρε τον πού 'χε ἁψηλὰ τὰ δέντρα, κλῆθρες καὶ λεῦκες· κι ἔλατα ποὺ ἀγγίζανε τὰ οὐράνια, ἀπὸ καιρὸ κατάξερα, νά 'ναι ἀλαφρὰ στὸ κῦμα. {{r|240}} Κι ἀφοῦ τὸν τόπο τοῦ 'δειξε ποὺ βρίσκουνταν τὰ δέντρα, γύρισε πίσω ἡ Καλυψώ ἡ μυριόχαρη στὸ σπήλιο, καὶ ξύλα ἐκεῖνος ἔκοβε, καὶ πρόκοβε ἡ δουλειά του. Ὡς εἴκοσι ἔρριξε δεντρά, τὰ πελεκάει μ' ἀξίνα, τὰ ροκανίζει τεχνικά, τὰ σιάζει με τὴ στάφνη· {{r|245}} καὶ μὲ τρυπάνια ποὺ ἡ θεὰ ἀπὸ τὴ σπηλιὰ τοῦ φέρνει, τὰ τρυπανίζει, καὶ μαζὶ τ' ἁρμολογάει ἀράδα, χτυπώντας μέσα τους γεροὺς ἁρμοὺς καὶ ξυλοκάρφια. Κι ὅσο φαρδιὰ τὴν πατωσιὰ σὲ φορτηγὸ καράβι πιδέξιος κάνει μαραγκός, τόσο φαρδὺ τὸ σάλι {{r|250}} κι ὁ Ὀδυσσέας τὸ σκάρωσε. Ὀρθόστησε πουντέλια ἀπάνω σὲ πυκνόβαλτα μαντάλια ταιριασμένα· καὶ τέλος τὰ συνέδεσε μὲ μακρουλὰ μαδέρια, Κατάρτι μέσα στύλωσε, τὸ ἀρμάτωσε μὲ ἀντένα, καὶ τὸ τιμόνι ταίριαξε, νὰ κυβερνάη τὸ σάλι, {{r|255}} ποὺ μὲ πλεμάτια ἀπὸ ἰτιὲς τό 'φραξε πέρα ὡς πέρα, νὰ μὴν περνοῦν τὰ κύματα· καὶ σώριασε ἀπὸ μέσα κλαριὰ πολλά. Καὶ τοῦ ἔφερε σκουτιὰ ἡ θεὰ φασμένα γιὰ τὰ πανιά, καὶ τά 'φτιαξε κι αὐτὰ ὁ Δυσσέας μὲ τέχνη. Κατόπι σκότες ἔδεσε, καὶ ξάρτια καὶ μαντάρια, {{r|260}} καὶ μὲ λοστοὺς στὴ θάλασσα κατέβασε τὸ σάλι.      Ὅλα σὲ μέρες τέσσερις τά 'χε ἀποτελειωμένα. Τὴν πέμπτη μέρα ἀπ' τὸ νησὶ ἡ θεὰ τὸν προβοδοῦσε· τὸν ἔλουσε, τὸν ἔντυσε μὲ ροῦχα μυρισμένα, τοῦ 'βαλε ἀσκὶ μαῦρο κρασί, νερὸ σὲ ἀσκὶ μεγάλο, {{r|265}} τοῦ γέμισε σακκὶ θροφὲς καὶ διαλεχτὰ προσφάγια, καὶ πρύμο τοῦ 'στειλε ἁπαλὸ κι ἀπείραγο, ποὺ ὁ μέγας Δυσσέας ἀναγαλλιάζοντας ἁπλώνει τὰ πανιά του.   Μὲ τὸ τιμόνι τεχνικὰ κυβέρναε καθισμένος, {{r|270}} κι ὁ ὕπνος δὲν κατέβαινε στὰ μάτια του ὅσο 'κοίτα τὴν Πούλια, τὸ Βοδοζευγὰ ποὺ ἀργεῖ νὰ βασιλέψη, καῖ τὴν Ἀρκοὐδα, -- κι Ἅμαξα τὴ λέν, -- ποὺ αὐτοῦ γυρίζει καὶ τὸν Ὠρίωνα τηράει, καὶ μόνη αὐτὴ ποτές της στὰ πέλαγα δὲ λούζεται ἐκείνη τοῦ 'πε ἡ νύφη, {{r|275}} νὰ τὴ φυλάη ἀπ' τὴ ζερβὴ μεριὰ σὰν ἀρμενίζη. Ἀρμένιζε ἔτσι δεκαφτὰ μερόνυχτα ὁ Δυσσέας, στὰ δεκοχτὼ φανήκανε τὰ ὄρη τὰ ἰσκιωμένα,   τῶ Φαιάκων, πού κοντύτερα στὸ δρόμο του βρισκόνταν, {{r|280}} καὶ σὰν ἀσπίδα μὲς στ' ἀχνὰ φαντάζανε πελάγη.      Ὡς τόσο ἀπ' τοὺς Αἰθίοπες κινάει ὁ Κοσμοσείστης. καὶ μακρινὰ ξανοίγει τον ἀπ' τῶ Σολύμων τὰ ὄρη, καὶ στ' ἀνοιχτὰ κοιτώντας τον, θυμὸς πολὺς τὸν πιάνει· βαριοκουνάει τὴν κεφαλὴ καὶ λέει στὸ νοῦ του μέσα· {{r|285}}      “Γιὰ δὲς ποὺ οἱ θεοὶ βουλεύτηκαν ν' ἀποφασίσουν ἄλλα γιὰ τὸ Δυσσέα, σὰν ἔλειπα στῆς Αἰθιοπίας τὰ μέρη, καὶ νά τος ἄξαφνα τὴ γῆς ζυγώνει τῶ Φαιάκων, καῖ νᾶ ξεφύγη εἶναι γραφτὸ τὸ μαῦρο τέλος τώρα τῆς συφορᾶς ποὺ τοῦ 'πεσε. Μὰ κι ἄλλα ἀκόμα πάθια θαρρῶ θὰ τοῦ κατέβουνε, γιὰ νὰ καλοχορτάση.”  {{r|290}}      Λέει, καὶ μαζώνει σύγνεφα καὶ θάλασσες ταράζει, κρατώντας τὸ τρικράνι του, καὶ κάθε ἀνέμου φούρια σηκώνει· γῆς καὶ πέλαγα μὲ σύγνεφα σκεπάζει, καὶ νύχτα περιχύνεται ἀποπάνω ἀπ' τὰ οὐράνια. Πέφτει ὁ Σορόκος κι ὁ Νοτιὰς κι ὁ δυνατὸς Πονέντης {{r|295}} κι ὁ αἰθερογέννητος Βοριὰς ποὺ κύματα ἄγρια φέρνει, Κοπήκανε τὰ γόνατα κι ἡ ἀνάσα τοῦ Ὀδυσσέα, καὶ πικραμένος ἔλεγε μὲς στὴν τρανὴ ψυχή του· “Ἀλλοίς μου, τὸ φτωχό· καὶ τί θὰ μοῦ συβοῦνε ἀκόμα ; Φοβᾶμαι πὼς ἀλάθευτα ἡ θεὰ μοῦ τά 'λεγε ὅλα, {{r|300}} σὰ μοῦ 'πε πὼς στὰ πέλαγα, πρὶ φτάσω στήν πατρίδα, βάσανα θά 'χω περισσά, καὶ νά, ποὺ βγαίνουν ὅλα· ὁ Δίας μὲ τὰ σύγνεφα τὰ οὐράνια στεφανώνει, καὶ τάραξε τὶς θάλασσες, κι οἱ ἀνέμοι ἀποπαντοῦθε φυσομανοῦνε· τώρα πιὰ σωστὴ ἡ καταστροφή μου. {{r|305}} Μακαρισμένοι οἱ Δαναοί, καὶ τρὶς μακαρισμένοι, ποὺ τότες σκοτωθήκανε στὴν διάπλατη Τρωάδα, γιὰ χάρη τῶν Ἀτρεόπουλων. Μακάρι τέτοιο τέλος νὰ ἐρχότανέ μου τὸν καιρὸ ποὺ χάλκινα κοντάρια οἱ Τρῶες μοῦ 'ριχταν κοντὰ στοῦ Ἀχιλλέα τὸ σῶμα, {{r|310}} Θὰ μ' ἔθαφταν οἱ Ἀχαιοὶ καὶ δόξα θὰ μοῦ βγάζαν· μὰ τώρα θάνατο φριχτὸ νὰ πάθω εἶναι γραμμένο.”      Εἶπε, κι ἀπάνω του ξεσπάει θεόρατο ἕνα κῦμα, μὲ τέτοια φόρα, ποὺ γυρνάει τὸ σάλι καὶ τραντάζει. Πέφτει ὁ Δυσσέας ἄξαφνα κι αὐτὸς πέρ' ἀπ' τὸ σάλι, {{r|315}} καὶ τὸ τιμόνι ξεγλιστράει ἀπὸ τὰ δυό του χέρια· ἀπὸ τὴ μέση τσάκισε κι ἔπεσε τὸ κατάρτι, κι ὁ σίφουνας ὁ φοβερὸς ποὺ φύσα ἀποπαντοῦθε τοῦ 'ριξε ἀντένα καὶ πανὶ μακριὰ μὲς στὰ πελάγη. Πολληώρα τόνε κράταγε τὸ μέγα κῦμα κάτου, {{r|320}} τὶ τοῦ βαραίναν τὰ σκουτιά, τῆς Καλυψῶς τὰ δῶρα. Καὶ σὰν ἀνέβηκε, πικρὴ τὸ στόμα του ἔφτυνε ἅρμη, ποὺ γύρω του περέχυνε τὴν κεφαλὴ σὰ βρύση. Ὅμως τὸ σάλι δὲν ξεχνάει κι ἂν τόσο τυραννιόταν, μόνε ἀπ' τὸ κῦμα χούμιξε καὶ πιάστηκε ἀπὸ δαῦτο, {{r|325}} καὶ κάθισε στὴ μέση του, τὸ χάρο νὰ ξεφύγη. Κι αὐτὸ κυλιόταν ἀπ' ἐδῶ κι ἐκεῖ στὸ κῦμα ἀπάνω. Πῶς τὸ χινόπὼρο ὁ Βοριᾶς τ' ἀγκάθια μὲς στοὺς κάμπους μαζώνει, κι ὅλα δένουνται σωρὸς τό 'να μὲ τ' ἄλλο, ὅμοια τὸ συνεπαίρνανε στὰ πέλαγα οἱ ἀνέμοι· {{r|330}} πότε ὁ Νοτιᾶς τὸ πέταγε ὁ Βοριὰς γιὰ νὰ τ' ἁρπάξη, πότε ὁ Σορόκος τὸ πετάει παιχνίδι τοῦ Πονέντη.      Κι ἡ κόρη ἡ λευκαστράγαλη τοῦ Κάδμου Ἰνὼ τὸν εἶδε, ἡ Λευκοθέα, ποὺ θνητῆς λαλιᾶ μιλοῦσε πρῶτα, μὰ τώρα θεᾶς στὰ πέλαγα τιμὲς ἀπολαβαίνει· {{r|335}} καὶ τὸ Δυσσέα σπλαχνίστηκε ποὺ τυραννοπλανιόταν, καὶ μ' ὅφιας πεταχτῆς μορφὴ κινάει ἀπὸ τὰ βάθια· στὸ σάλι τὸ καλόδετο καθίζει καὶ τοῦ κρένει·      “Τί τόσο μῖσος σοῦ κρατάει μεγάλο ὁ Κοσμοσείστης, κακόμοιρε, καὶ βάσανα περίσσια ὅλο σοῦ σπέρνει; {{r|340}} Μὰ ὅσο κι ἂ χολιάζη αὐτός, δὲ σ' ἀφανίζει ἐσένα. Μόν' ἔλα, κάμε ὅ,τι σοῦ πῶ, γιατὶ χαζὸς δὲ δείχνεις· βγάλ' τὰ σκουτιά σου, κι ἄφησε τὸ σάλι στοὺς ἀνέμους, καὶ μὲ τὰ χέρια πλέοντας, πολέμησε νὰ φτάσης στοὺς Φαίακες, ποὺ 'ναι γραφτὸ νὰ βρῆς τὸ γλυτωμό σου. {{r|345}} Ζῶσε τὰ στήθια σου μ' αὐτὸ τ' ἀθάνατο μαγνάδι, καὶ τότες φόβο ἀπὸ κακὸ κι ἀπὸ χαμὸ δὲν ἔχεις. Ὅμως ἀπάνω στὴ στεριὰ τὰ χέρια σου ἅμ' ἀγγίξης, ξεζώσου το καὶ πέτα το στὰ μελανὰ πελάγη, ἀλάργα ἀπὸ τὴ γῆς πολύ, τὴν ὄψη ἀλλοῦ γυρνώντας.”  {{r|350}}      Αὐτὰ τοῦ μίλησε ἡ θεά, καὶ τοῦ 'δωσε μαγνάδι, καὶ πάλε ξαναβούτηξε στὰ κύματα σὰν ὄφια, καὶ τ' ἀφρισμένα τὰ νερὰ τὴ σκέπασαν ἀμέσως. Ὡς τόσο ὁ πολυβάσανος Δυσσέας συλλογιέται, καὶ λέει μὲ στεναγμὸ βαθὺ μὲς στὸν τρανὸ τὸ νοῦ του· {{r|355}}      “Ἀλλοῖς, κι ἀνίσως πάλε θεὸς παγίδα μοῦ σκαρώνει, καὶ νὰ μὲ πείση πολεμάει τὸ σάλι μου ν' ἀφήσω· μὰ δὲ θὰ τὸν ἀκοὐσω ἐγώ· τὶ μὲ τὰ μάτια μου εἶδα μακριὰ τὴ γῆς ποὺ μοῦ 'λεγε πὼς θά 'βρω καταφύγιο. Αὐτὸ θὰ κάμω, ποὺ θαρρῶ καλύτερό 'ναι ἀπ' ὅλα. {{r|360}} Ὅσο τὰ ξύλα αὐτὰ μαζὶ δεμένα συγκρατιοῦνται, θὰ μείνω ἐδῶ καὶ θὰ βαστῶ μ' ἁπομονὴ στὰ πάθια· μὰ τ' ἄγρια ἂν πέσουν κύματα καὶ τὸ σκαρὶ μοῦ σπάσουν, τότες κολύμπι, κι ἄλλο πιὰ καλύτερο δὲ βρίσκω.”      Αὐτὰ καθὼς ἀνάδευε στὸ νοῦ καὶ στὴν ψυχή του, {{r|365}} μεγάλο κῦμα σήκωσεν ὁ σείστης ὁ Ποσειδώνας, φριχτὸ κι ἁψηλοθόλωτο, ποὺ ἀπάνω του ξεσπάνει. Καὶ καθὼς σίφουνας σωρὸ ξεράχερα τινάζει καὶ τὰ σκορπάει ἐδῶ κι ἐκεῖ, παρόμοια σκορπιστῆκαν καὶ τὰ δοκάρια τοῦ σκαριοῦ· καὶ τότες ὁ Ὀδυσσέας {{r|370}} σὲ ξύλο καβαλλίκεψε σὰν ποὺ ἄλογο ἀνεβαίνουν, καὶ τὰ σκουτιὰ ξεγδύθηκε, τῆς Καλυψῶς τὰ δῶρα. Εὐτὺς γύρω στὰ στήθη του ζώνεται τὸ μαγνάδι, καὶ μπρουμυτώντας στὰ νερὰ τὰ χέρια του τεντώνει νὰ κολυμπήση· κι ὁ τρανὸς τὸν εἶδε ὁ Κοσμοσείστης, {{r|375}} καὶ σείνοντας τὴν κεφαλὴ στὸ νοῦ του μέσα κρένει·      “Τώρα ποὺ τόσα τράβηξες, ἄμε στὰ πέλαα γύρνα, ὥσπου μ' ἀνθρώπους διόθρεφτους νὰ σμίξης. Μὰ δὲ θά 'χης θαρρῶ παράπονο πιὰ ἐσὺ πὼς συφορὲς δὲ σοῦ 'ρθαν.”      Καὶ τὰ λαμπρότριχ' ἄλογα μαστίγωσε, καὶ φτάνει {{r|380}} ὡς τὶς Αἰγές, ποὺ τ' ὥριο του βρισκότανε παλάτι.      Καὶ τότες ἄλλο ἡ Ἀθηνᾶ, τοῦ Δία ἡ κόρη, βρῆκε. Φράζει ἄξαφνα καὶ σταματάει κάθε ἄλλου ἀνέμου δρόμο, καὶ τοὺς προστάζει νὰ σταθοῦν καὶ νὰ συχάσουν ὅλοι. Καὶ σήκωσε γοργὸ Βοριὰ νὰ σπάση ὀμπρὸς τὸ κῦμα, {{r|385}} ὥσπου νὰ ρθῆ στοὺς Φαίακες, ποὺ τὸ κουπὶ ἀγαπᾶνε, ξεφεύγοντας τὸ θάνατο ὁ θεόμορφος Δυσσέας.      Ἐκεῖ θαλασσοπάλευε δυὸ νύχτες καὶ δυὸ μέρες, κι ἀνέπαυα καταστροφὴ προμάντευε ἡ ψυχή του. Μὰ ἡ ὥρια Αὐγὴ σὰν ἔφερε τὸ φῶς τῆς τρίτης μέρας, {{r|390}} ἔπεσε τότες ὁ Βοριᾶς κι ἁπλώθηκε γαλήνη· καὶ ρίχνοντας καλὴ ματιὰ βλέπει τὴ γῆς κοντά του, καθὼς τὸν ἀνασήκωνε θεόρατο ἕνα κῦμα. Κι ὅπως στὰ τέκνα φαίνεται γλυκειὰ ἡ ζωὴ γονιοῦ τους, ποὺ ἀρρώστια μακρινὴ τὸν τρώει πολὺν καιρὸ στὴν κλίνη, {{r|395}} καὶ ποὺ σκληρὰ τὸν τυραννεῖ μὲ πόνους κακὴ μοῖρα, μὰ οἱ θεοὶ ἀπ' τὰ βάσανα τὸν ἀκριβό τους σώνουν, ἔτσι γλυκειὰ φαινότανε τῆς γῆς ἡ πρασινάδα στὸν Ὀδυσσέα· καὶ πάσκιζε ὁλοένα κολυμπώντας νὰ στήση πόδι ἀπὰς στὴ γῆς. Καὶ πιὸ κοντὰ σὰν ἦταν, {{r|400}} ὅσο νὰ φτάση φωνητό, τότε ἄκουγε τὸ χτύπο τῆς θάλασσας ποὺ δέρνουνταν στὰ βράχια καταπάνω· γιατὶ βογκοῦσε στὶς στεριὲς τὸ γιγαντένιο κῦμα, ξεσπάνοντας τρομαχτικὰ κι ἀφροὺς παντοῦ σκορπώντας τὶ μήτε ἀράγματα εἶχε ἐκεῖ, μήτε λιμιῶνες εἶχε, {{r|405}} μόνε ἀκρωτήρια δοντωτά, καὶ βράχους καὶ λιθάρια. Καῖ τοῦ Ὀδυσσέα κόπηκαν τὰ γόνατα κι ἡ ἀνάσα, καὶ πικραμένος ἔλεγε μὲς στὸν ἀντρίκιο νοῦ του·      “Ἀλλοίς μου, τώρα ποὺ τὴ γῆς νὰ δῶ βουλήθη ὁ Δίας ἀνόλπιστα, καὶ ποὺ ἔφτασα νὰ σκίσω τόσα βάθια, νὰ μὴν τυχαίνη πέρασμα ἀπ' τὴ θάλασσα γιὰ νά 'βγω, {{r|410}} μόνε ὅλο βράχια κοφτερά, καὶ γύρω τους τὸ κῦμα βροντάει, καὶ πέτρα γλιστερὴ ἀποπάνωθε ὀρθοστέκει· βαθιὰ καὶ τὰ νερὰ κοντά, καὶ πάτημα δὲ βρίσκω, γιᾶ νᾶ σταθῶ κι ἀπὸ κακὴ νὰ ξεγλυτώσω μοῖρα. Κι ἂν κάνω νά 'βγω, φοβερὸ μπορεῖ νὰ μοῦ 'ρθη κῦμα, {{r|415}} καὶ νὰ μὲ ρίξη σύγκορμο στὰ κοφτερὰ λιθάρια, καὶ πάει τοῦ κάκου ὁ ἀγώνας μου. Μὰ ἂν πάλε κολυμπήσω παρέκει τὸ γιαλὸ γιαλὸ, τάχα νὰ βρῶ κρυμμένες ἀπόμερες ἀκρογιαλιὲς καὶ θαλασσένιους κόρφους, ποιός ξέρει ἂ δὲ μ' ἅρπάξουνε καὶ πάλε ἀνεμοζάλες, καὶ στὰ ψαράτα πέλαγα μὲ σύρουν, κι ἂς στενάζω. {{r|420}} Ἢ ἂ δὲ μοῦ στείλη φοβερὴ θεριὸ θεὸς κανένας, ἀπ' ὅσα θρέφει στὰ βαθιὰ ἡ ξακουστὴ Ἀμφιτρίτη· τὶ ξέρω πὼς μ' ἀντιπαθάει τῆς γῆς ὁ μέγας σείστης.”      Αὐτὰ καθὼς ἀνάδευε στὸ νοῦ καὶ στὴν ψυχή του, κῦμα τρανὸ τὸν πέταξε στὸ πετρωτὸ ἀκρογιάλι, {{r|425}} καὶ θὰ γδερνόταν, κι ὅλα του τὰ κόκκαλα θὰ σπάναν, ἂ δὲν τοῦ φώτιζε τὸ νοῦ ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα. Μὲ τὰ δυὸ χέρια ἀδράχνοντας τὴν πέτρα, ἐκεῖ κρατιόταν, καὶ βόγκαε ὥσπου πέρασε τὸ φοβερὸ τὸ κῦμα, Ἔτσι τὸ ξέφυγε, μὰ αὐτὸ κυλώντας ξαναπίσω, {{r|430}} τόνε χτυπάει, καὶ πιὸ μακριὰ στὰ πέλαα τὸν τινάζει, Πῶς μέσ' ἀπ' τὸ θαλάμι του χταπόδι σὰν τραβιέται, πολλὰ πετράδια στὰ βυζιὰ τῶν πλοκαμιῶν κολνᾶνε, ἔτσι ἔμειναν τὰ γδάρματα στὶς πέτρες κολλημένα ἀπὸ τ' ἀντρίκια χέρια του· καὶ τόνε σκέπασε ὅλο {{r|435}} τὸ μέγα κῦμα. Κι ἐκειδά, πρὶ νά 'ρθη τὸ γραφτό του, θ' ἀφανιζότανε μεμιὰς ὁ δόλιος Ὀδυσσέας, ἂ δὲν τὸν καθοδήγευε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα. Μέσ' ἀπὸ κῦμα ποὺ μὲ βουὴ πρὸς τὴ στεριὰ κυλιοῦνταν προβάλλοντας, κολύμπαε μπρός, τὴ γῆς κοιτώντας, ἴσως καὶ βρῆ ἀκρογιάλι ἀπόμερο καὶ κόρφο θαλασσένιο. {{r|440}} Μὰ σὲ ὥριου στόμα ποταμοῦ σὰν ἦρθε κολυμπώντας, λαμπρὸς ἐκεῖ τοῦ φάνηκε κι ἀπάνεμος ὁ τόπος, μὲ δίχως πέτρες. Τό ' νιωσε τὸ ρέμα ποὺ κυλοῦσε, κι ἀμέσως προσευκήθηκε μὲς στὴν ψυχὴ του κι εἶπε·      “Ἄκου με, βασιλιὰ καλὲ, καὶ παρακαλεστέ μου, {{r|445}} ὅποιος κι ἂν εἶσαι· σοῦ ἔρχουμαι καὶ σοῦ προσπέφτω ἐσένα ἀπ' τὶς φοβέρες φεύγοντας τοῦ Ποσειδώνα πέρα. Ὡς κι οἱ ἀθάνατοι οἱ θεοὶ μὲ σεβασμὸ τιμοῦνε τὸν ἄντρα ποὺ πλανήθηκε καὶ πού 'ρχεται ὀμπροστά τους· ἔτσι κι ἐγὼ στὸ γόνα σου προσπέφτω ἀποσταμένος. Σπλαχνίσου με, καὶ ἰκέτης σου παινιέμαι, βασιλιά μου.”  {{r|450}}      Κι αὐτὸς τὸ ρέμα κόβει εὐτὺς, καὶ σταματάει τὸ κῦμα, κι ἁπλώνει ὀμπρός του σιγαλιά, καὶ τόνε σώζει στὸ ἔβγα τοῦ ποταμοῦ· καὶ λύγισε ὁ Δυσσέας τὰ γόνατά του, καὶ τ' ἀντρειωμένα χέρια του, κομμένος ἀπ' τὸ κῦμα. Εἶχε πρησμένο τὸ κορμί, κι ἀνάβρυζαν οἱ ἅρμες {{r|455}} στὸ στόμα, στὰ ρουθούνια του· χωρὶς μιλιὰ κι ἀνάσα καὶ ναρκωμένος κοίτουνταν ἀπ' τὸν πολὺ τὸν κόπο. Μὰ πάλε σὰν ξανάσανε καὶ συμμαζώχτη ὁ νοῦς του, ξέλυσε ἀμέσως τῆς θεᾶς τὸ μαγικὸ μαγνάδι, καὶ μέσα στ' ἁρμυρὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ τ' ἀφῆκε. {{r|460}} Κῦμα μεγάλο τό 'συρε στῆς θάλασσας τὸ ρέμα, κι ἡ θεὰ Ἰνὼ τὸ δέχτηκε γοργὰ στὰ δυό της χέρια· τότες αὐτὸς ἀφήνει πιὰ τὸν ποταμό, καὶ πέφτει πάνω στὰ βοῦρλα, καὶ ,φιλάει τὴ γῆς τὴν καρποδότρα, καὶ μὲ βαρειά 'λεγε ψυχὴ μὲς στὸν ἀντρίκιο νοῦ του·      “Ἀλλοίς μου, τί θὰ πάθω ἐδῶ, καὶ ποῦ θὰ καταντήσω ; {{r|465}} Τὴ νύχτα τὴν ἀνήσυχη στὸν ποταμὸ ἂν περάσω, ἡ κακὴ πάχνη κι ἡ ψιλὴ δροσιὰ μπορεῖ νὰ σβήσουν ὁλότελα τὸ πνέμα μου τ' ἀχνὸ καὶ θολωμένο, τὶ ἀγέρι τὴν αὐγὴ ψυχρὸ φυσάει ἀπ' τὸ ποτάμι. Στὴ ράχη πάλε ἂν ἀνεβῶ, καὶ στοῦ δασιοῦ τοὺς ἴσκιους, {{r|470}} καῖ μέσα στὰ πυκνὰ δεντριὰ ἂν πλαγιάσω, νὰ ξεκάμω τὸ σύγκρυο καὶ τὴν κούραση, κι ὕπνος γλυκὸς μὲ πάρη, θεριὰ φοβᾶμαι μὴ μὲ βροῦν καὶ θῦμα τους μὲ κάμουν.”      Καὶ αὐτὸ νὰ κάνη φάνηκε στὸ νοῦ του πιὸ συφέρο· σὲ δάσο γυροθώρητο ποὺ ηὖρε σιμὰ στὸ ρέμα, {{r|475}} μπῆκε καὶ χώθηκε σὲ δυὸ χαμόδεντρ' ἀποκάτω, ποὺ ἀπὸ μιὰ ρίζα βγαίνανε· ἐλιά 'τανε κι ἀγρίλι. Μήτ' οἱ ἀνέμοι οἱ σύνυγροι ἐκεῖ πέρα ἀγριοφυσοῦσαν, μήτε τοῦ ἥλιου οἱ φωτερὲς ἀχτίδες κατεβαῖναν, μήτε βροχὴ τὰ πέρναγε· τόσο πυκνὰ πλεγμένα {{r|480}} τό 'να μὲ τ' ἄλλο βρίσκουνταν· ἐκεῖ ὁ Δυσσέας τραβήχτη, καὶ μὲ τὰ χέρια στοίβαξε μεμιὰς μεγάλη στρώση· γιατ' εἶχε φύλλα περισσὰ τριγύρω σκορπισμένα, ποὺ σώνανε καὶ δυὸ καὶ τρεῖς νομάτους νὰ σκεπάσουν, μὰ καὶ χειμώνας νά 'τανε μὲ κρύο σὰ φαρμάκι. {{r|485}} Τὰ εἶδε ὁ ἄντρας ὁ πολύπαθος, καὶ χάρηκε ἡ ψυχή του, καὶ πλάγιασε στὴ μέση τους, κι ἔρριξε φύλλα πλῆθος ἀπάνω του. Σὰν ποὺ δαυλὸ στὴ μαύρη στάχτη κρύβεις, μὲς σ' ἐξοχὴ παράμερη, ποὺ λείπουνε γειτόνοι, καὶ σώζεις σπόρο τῆς φωτιᾶς, μὴν ἀπ' ἀλλοῦθε ἀνάψης, {{r|490}} ἔτσι ὁ Δυσσέας σκεπάστηκε μὲ φύλλα· κι ἡ Παλλάδα ὕπνο στὰ μάτια τοῦ 'σταξε γιὰ νὰ τὸν ἀλαφρώση ἀπ' τὴ βαρειὰ τὴν κούραση, τὰ βλέφαρα του κλειώντας. </poem> 51n9r03s0gm5bzsryjzit9ur82e95au Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/ζ 0 15739 166707 93717 2026-06-25T19:39:56Z Nikos1nikos1 15046 166707 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία ζ | επόμενο = [[../η|Ραψωδία η]] | προηγούμενο= [[../ε|Ραψωδία ε]] | σημειώσεις = }} <poem> Ἐκεῖ ὁ πολυβασάνιστος, ὁ μέγας Ὀδυσσέας κοιμόταν ἀπὸ κούραση κι ἀγρύπνια ἀφανισμένος. Κι ἡ Ἀθηνᾶ ξεκίνησε στὴ χώρα τῶ Φαιάκων, ποὺ πρῶτα στὴν ἁπλόχωρη Ὑπέρεια κατοικοῦσαν, παράδιπλα στοὺς Κύκλωπες, ἀνθρώπους ἀλαζόνες, {{r|5}} ποὺ ὅντας περίσσια δυνατοὶ πολλὰ κακὰ τοὺς φτιάναν. Κι ὁ θεόμορφος Ναυσίθοος τοὺς πῆρε στὴ Σκερία, κι ἀπὸ ἄντρες σιταρόθρεφτους μακριὰ συμμάζωξέ τους, σὲ πόλη τοὺς τοιχόκλεισε, τοὺς ἔχτισ' ἐκεῖ σπίτια, τοὺς ἔστησε ναοὺς θεῶν, καὶ μοίρασε τὴ γῆς τους. {{r|10}} Καὶ σὰν τὸν πῆρε ὁ θάνατος στὸν Ἄδη, τότ' ὁ Ἀλκίνος βασίλεψε, ποὺ ἡ γνώμη του θεοκατέβαστη ἦταν. Σ' ἐκείνου ἦρθε τὰ μέγαρα ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα, τὸ γυρισμὸ τοῦ ἀντρόψυχου Ὀδυσσέα μελετώντας. Καὶ μπῆκε μὲς στὸ θάλαμο τὸ λαμπροδουλεμένο, {{r|15}} ποὺ κόρη μὲ ὅψη κι ὀμορφιὰ θεόμοιαστη κοιμόταν, ἡ Ναυσικᾶ, τοῦ ἀντρόψυχου τοῦ Ἀλκίνου ἡ θυγατέρα. Σιμά 'τανε δυὸ κοπελιὲς χαριτοστολισμένες, στὰ πλάγια θύρας σφανταχτῆς μὲ τὰ κλεισμένα φύλλα. Σὰν ἀγεράκι χύθηκε στὴν κλίνη τῆς παρθένας, {{r|20}} καὶ στάθηκε ἀποπάνω της καὶ μίλησέ της κι εἶπε, τῆς θυγατέρας μοιάζοντας τοῦ θαλασσακουσμένου τοῦ Δύμαντα, ποὺ ὁμήλικη τὴν εἶχε κι ἀκριβή της. Μ' αὐτῆς τήν ὄψη μίλησε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα·      “Ὀκνὴ μαθές, ὦ Ναυσικᾶ, σὲ γέννησε ἡ μανούλα, {{r|25}} καὶ κάθουνται ἀσυγύριστα τὰ λαμπερά σου ροῦχα. Μὰ ἀγγίζει ὁ γάμος, ποὺ ὄμορφα κι ἐσὺ νὰ βάλης πρέπει, νὰ δώσης γιὰ νὰ βάλουνε κι ἐκεῖνοι ποὺ σὲ πάρουν. Αὐτὰ δὰ φέρνουν ὄνομα καλὸ στὸν κόσμο μέσα, ποὺ κι ὁ γονιὸς τὰ χαίρεται κι ἡ βλογημένη ἡ μάνα. {{r|30}} Μόν' πᾶμε πιὰ νὰ πλύνουμε ἡ αὐγὴ καθὼς χαράξη. Θά 'ρθω κι ἐγὼ νὰ δώσω σου βοήθεια, νὰ προφτάξης νὰ τοιμαστῆς, γιατὶ πολὺ δὲ μνήσκεις πιὰ παρθένα, παρ' ἀπὸ τώρα οἱ διαλεχτοὶ τῆς χώρας τῶ Φαιάκων γυρεύουνέ σε, ποὺ κι ἐσὺ μ' αὐτοὺς μαζὶ μετριέσαι. {{r|35}} Μόνε ἔλα, βάλ' τὸ δοξαστὸ γονιό σου τὴν αὐγούλα, τὰ ζὰ νὰ παραγγείλη αὐτός, κι ἁμάξι ποὺ νὰ πάρη τὶς ζῶνες, τὰ φορέματα καὶ τὰ λαμπρὰ τὰ χράμια. Κάλλιο κι ἐσὺ μ' αὐτὰ νὰ πὰς, παρὰ νὰ περπατήξης, τὶ βρίσκουνται τὰ πλυσταριὰ πολὺ μακριὰ ἀπ' τὴ χώρα.” {{r|40}}      Αὐτὰ σὰν εἶπε, μίσεψε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα στὸν Ὄλυμπο, ποὺ τῶν θεῶν εἶναι καθέδρα στέρια, τὶ μήτε ἄνεμοι τὴ φυσοῦν, μήτε βροχὴ τὴ δέρνει, καὶ μήτε χιόνι ἀγγίζει την, παρὰ καθάριο ἀγέρι ἁπλώνεται ἀσυννέφιαστο, καὶ φῶς λευκὸ τὴ λούζει· {{r|45}} κεῖ μέσα αἰώνια χαίρουνται οἱ ἀθάνατοι. Ἐκεῖ πῆγε τῆς κόρης σάνε μίλησε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα.      Κι ἦρθε ἡ Αὐγὴ ἡ καλόθρονη καὶ σήκωσ' ἀπ' τὴν κλίνη τὴ λαμπροφόρα Ναυσικᾶ, ποὺ τ' ὄνειρο θυμόταν, καὶ θάμαζε. Καὶ κίνησε μὲς στὰ παλάτια ἀμέσως νὰ τὸ μηνύση τοῦ ἀκριβοῦ γονιοῦ της καὶ τῆς μάνας, {{r|50}} Βρῆκε τὴ μάνα στὴ γωνιὰ σιμὰ στὶς παρακόρες, κι ἔκλωθε νῆμα πορφυρί· τὸν κύρη εἶδε παρόξω, στοὺς βασιλέους σὰν πήγαινε τοὺς δοξαστούς, ποὺ κάναν βουλή, καὶ τὸν καλούσανε οἱ Φαίακες οἱ λεβέντες.   {{r|55}} Καὶ στάθηκε στὸν ἀκριβὸ γονιὸ κοντὰ καὶ τοῦ 'πε·      “Καλέ μου κύρη, ἕν' ἁψηλὸ δὲ θὰ μοῦ βρῆς ἁμάξι μ' ὄμορφες ρόδες, τὰ λαμπρὰ φορέματα νὰ πάρω, ποὺ λερωμένα κοίτουνται, στὸ ρέμα νὰ τὰ πλύνω; Ἐσένα τοῦ ἴδιου πρέπει σου, σὰν πρῶτος τῶν μεγάλων, {{r|60}} μὲς στὶς βουλὲς νὰ κάθεσαι μὲ ροῦχα ὁλοκαθάρια. Ἔχεις καὶ πέντε καλογιοὺς μαζί σου στὸ παλάτι, δυὸ παντρεμένους, κι ἄλλους τρεῖς, τῆς ὤρας παλληκάρια, ποὺ πάντα θένε νιόπλυτα γιὰ τοὺς χοροὺς ποὺ πᾶνε· ἐγὼ ὅλα αὐτὰ τὰ νοιάζουμαι καὶ τὰ γυρνῶ στὸ νοῦ μου.” {{r|65}}      Εἶπε τοῦ κύρη· ντράπηκε νὰ ξεστομίση λόγο γιὰ γλυκὸ γάμο· ὅμως αὐτὸς τὴ νιώθει καὶ τῆς κρένει·      “Καὶ τὰ μουλάρια μου ἔπαρε, κι ὅ,τι ἄλλο θές, παιδί μου, καὶ σύρε· ἁμάξι οἱ παραγιοὶ θὰ σοῦ ἀρματώσουν τώρα, μ' ὄμορφες ρόδες, ἁψηλό, καὶ μὲ κασόνι ἀπάνω.” {{r|70}}      Αὐτὰ σὰν εἶπε, πρόσταξε τοὺς παραγιούς, ποὺ ἀκοῦσαν, κι ἁμάξι τοῦ ἀρματώσανε μὲ τὶς καλὲς τὶς ρόδες, καὶ τὰ μουλάρια στὸ ζυγὸ τὰ βάλανε καὶ ζέψαν. Φέρνει ἀπομέσα ἡ κορασιὰ τ' ἀστραφτερὰ τὰ ροῦχα, κι ἀπὰς στὸ καλοτόρνευτο τ' ἁμάξι τὰ φορτώνει· {{r|75}} τῆς βάζει ἡ μάνα λιμπιστὸ φαγὶ μὲς σὲ κανίστρι, λογῆς λιγούδια, καὶ κρασὶ μέσα σ' ἀσκὶ τραγῆσο, Τότες ἡ κόρη ἀνέβηκε στ' ἁμάξι, κι ἡ μανούλα ὡς καὶ ροῒ τῆς ἔδωσε χρυσό, γεμάτο λάδι, μὲ τὶς κοπέλες της μαζὶ ν' ἀλείψη τὸ κορμί της, {{r|80}} Καὶ παίρνει τὸ μαστίγι αὐτὴ καὶ τὰ λουριὰ τὰ ὡραῖα, δίνει βιτσιὰ τῶν μουλαριῶν καὶ ξεκινοῦν μὲ κρότο, κι ὅλο τραβᾶνε φέρνοντας τὰ ροῦχα καὶ τὴν κόρη, ὄχι μονάχη· οἱ κοπελιὲς περπάταγαν κατόπι.      Καὶ φτάσανε στοῦ ποταμιοῦ τὸ ρέμα τὸ πανώριο, {{r|85}} βρῆκαν ἀστείρευτα νερὰ γιὰ πλύση, ποὺ ἀναβρύζαν λαμπρὰ, καὶ ποὺ τὰ πιὸ λερὰ σκουτιὰ θὰ καθαρίζαν· καὶ τὰ μουλάρια ξέζεψαν καὶ ξέλυσαν ἐκεῖνες σιμὰ στὸ χόχλιο ποταμό, νὰ βόσκουν καὶ νὰ τρῶνε τὴν ἀγριάδα τὴ γλυκειά. Σηκῶσαν ἀπ' τ' ἁμάξι {{r|90}} τὰ ροῦχα, καὶ βουτώντας τα μὲς στὰ νερὰ τὰ σκοῦρα, γοργὰ καὶ μὲ συνερισιὰ στοὺς λάκκους τὰ πατοῦσαν, Καὶ σὰν τὰ πλῦναν κι ἔβγαλαν κάθε λερὸ σημάδι, πῆγαν ἀράδα τ' ἄπλωσαν ἀπάνω στ' ἀκρογιάλι, κεῖ ποὺ τὶς πέτρες λεύκαινε πὰς στὴ στεριὰ τὸ κῦμα, {{r|95}} Καὶ σάνε λούστηκαν κι αὐτὲς κι ἀλείφτηκαν μὲ λάδι, καθίσανε καὶ γεύτηκαν στοῦ ποταμοῦ τοὺς ὄχτους, μὲς στὴ λιακάδα ἀφήνοντας τὰ ροῦχα νὰ στεγνώσουν. Καὶ σὰ χαρήκανε θροφή, κι αὐτὴ κι οἱ παρακόρες, βγάλαν τὶς μπόλιες κι ἔπαιξαν τὴ σφαῖρα ἀνάμεσό τους. {{r|100}} Κι ἡ ἀσπροχέρα ἡ Ναυσικᾶ τοὺς γλυκοτραγουδοῦσε. Πῶς ἡ σαϊτεύτρα ἡ Ἄρτεμη, στὶς ράχες ροβολώντας τοῦ θεόρατου Ταΰγετου, ἢ στοῦ Ἐρύμανθου τὰ ὄρη, βρίσκει χαρὰ σ' ἀγριόχοιρους καὶ στὰ γοργὰ τὰ λάφια, κι οἱ νύφες τῶν δεντρότοπων, τοῦ Δία οἱ θυγατέρες, {{r|105}} μαζί της παίζουν, κι ἡ Λητὼ τηράει κι ἀναγαλλιάζει, ὡς τόσο ἐκείνη πιὸ ἁψηλὰ κρατάει τὴν ὅψη ἀπ' ὅλες, ποὺ γλήγορα ξανοίγεις την, ἂν κι ὅλες ὥριες εἶναι· ἔτσι καὶ τώρα σφάνταζε ἡ παρθένα μὲς στὶς ἄλλες.      Τὴν ὥρα ὅμως ποὺ θέλοντας στὸ σπίτι νὰ γυρίση, {{r|110}} ξανάζεψε, καὶ δίπλωσε τὰ λαμπερὰ σκουτιά της, ἄλλο στὸ νοῦ της ἔβαλε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα, πῶς ὁ Ὀδυσσέας νὰ σηκωθῆ, νὰ δῆ τὴν ὥρια κόρη, καὶ νὰ τὸν προβοδώση αὐτὴ στὴ χώρα τῶ Φαιάκων. Σφαῖρα σὲ μιά της κοπελιὰ πετάει ἡ βασιλοπούλα, {{r|115}} μὰ ἀστόχησε, καὶ στὸ βαθὺ τὴν ἔρριξε ποτάμι. Φωνὴ τότε ὅλες σέρνουνε, ξυπνάει ὁ Ὀδυσσέας, μισοσηκώνεται, κι αὐτὰ στὸ νοῦ του διαλογιέται·      “Ἀλλοίς μου, καὶ σὲ τί λογῆς ἀνθρώπων νὰ ἦρθα χώρα; νά 'ναι ἆραγες ἀσύστατοι κι ἀδικοπράχτες κι ἄγριοι, {{r|120}} ἢ νά 'χουνε φιλοξενιὰ καὶ θεοφοβιὰ στὸ νοῦ τους; Σὰν κοριτσιῶν ψιλὴ φωνὴ στ' αὐτιά μου νὰ βουΐζη, σὰ νύφες, ποὺ ἔχουν κατοικιὰ ψηλὰ στὰ κορφοβούνια, καὶ στὶς πηγὲς τῶν ποταμῶν καὶ στὰ χλωρὰ λιβάδια. Ἢ νά 'μαι μέσα σὲ θνητούς ποὺ ἀνθρώπινα λαλοῦνε; {{r|125}} Ἂς πάω μονάχος μου νὰ δῶ καὶ νὰ καλοξετάσω.”      Καὶ βγῆκε ἀπ' τὰ χαμόδεντρα ὁ μέγας ὁ Ὀδυσσέας, κι ἀπὸ τὸ δάσο τὸ πηχτὸ μὲ τὴ βαρειά του χέρα κόβει πολύφυλλο κλωνὶ τὴ γύμνια του νὰ κρύψη. Καὶ σὰ λιοντάρι χούμιξε βουνόθρεφτο, ποὺ ξέρει {{r|130}} τὴ δύναμη του, ποὺ βροχὴ κι ἀνέμους δὲ φοβᾶται, μόνο μὲ μάτια φλογερὰ βόδια κι ἀρνιὰ ζυγώνει, ἢ τ' ἀγριολάφια κυνηγάει· γιά καὶ σὲ στέρια μάντρα ἡ πεῖνα του θὰ τό 'σπρωχνε τὰ πρόβατα ν' ἀρπάξη· ἔτσι στὶς ὡριοπλέξουδες κοπέλες ὁ Ὀδυσσέας {{r|135}} ἐρχόταν, ἂν κι ὁλόγυμνος, τὶ ἀνάγκη τὸν τραβοῦσε. Σκιάζονται αὐτὲς στὴν ὄψη του τὴ θαλασσοδαρμένη, καὶ λαφιασμένες στοῦ γιαλοῦ σκορπιένται τὶς ἀκροῦλες· μονάχα ἡ κόρη ἀπόμεινε τοῦ Ἀλκίνου, τὶ στὰ στήθια θάρρος τῆς ἔβαλ' ἡ θεά, καὶ πῆρε της τὸ φόβο. {{r|140}} Ἀγνάντια στάθη ἀσάλευτη· κι ἐκεῖνος διαλογιόταν, ν' ἀγγίξη της τὰ γόνατα τῆς νέας καὶ νὰ προσπέση, γιά ἀπὸ μακρόθε μὲ γλυκὰ νὰ τὴ ρωτήξη λόγια ποῦ πέφτει ἡ χώρα, καὶ σκουτιὰ συνάμα νὰ γυρέψη. Καὶ συφερώτερο ἔκρινε νὰ τὴν παρακαλέση {{r|145}} ἀπομακρόθε στέκοντας μὲ τὰ γλυκὰ τὰ λόγια, μὴν πειραχτῆ ἂν τῆς ἄγγιζε τὰ γόνατα ὁ Δυσσέας, Κι ἀμέσως στοχαζούμενα γλυκομιλώντας κρένει·      “Προσπέφτω σου, ὦ βασίλισσα, θνητὴ γιά ἀθάνατη εἶσαι· ἂν εἶσαι ἀπ' τὶς ἀθάνατες ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια, {{r|150}} παρόμοια μὲ τὴν Ἄρτεμη, τοῦ μέγα Δία τὴν κόρη, στὴν ὄψη καὶ στ' ἀνάστημα καὶ στὴ μορφὴ σὲ κρίνω· ἂν εἶσαι πάλε ἁπλὴ θνητή, τοῦ κόσμου κατοικήτρα, καλότυχοι, κι ὁ κύρης σου κι ἡ βλογημένη ἡ μάνα, καλότυχα τ' ἀδέρφια σου, ποὺ πάντα στὴν ψυχή τους {{r|155}} περίσσιας γίνεσαι ἀφορμὴ χαρᾶς,καὶ καμαρώνουν τέτοιο βλαστάρι σὰ θωροῦν μὲς στοὺς χοροὺς νὰ μπαίνη. Μὰ ἀκόμα πιὸ καλότυχος ἀπ' ὅλους εἶν' ἐκεῖνος, ποὺ βγῆ στὰ δῶρα νικητής, καὶ ταίρι του σὲ πάρη. Τὶ σὰν κι ἐσένα ἄλλο θνητὸ τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν, {{r|160}} ἄντρα ἢ γυναίκα· θαμασμὸς μὲ πιάνει σὰν θωρῶ σε. Τέτοια στὴ Δῆλο, στὸ βωμὸ τοῦ Ἀπόλλωνα τὸ πλάγι, νιοβλάσταρη εἶδα φοινικιὰ κάποτε νὰ φουντώνη· τὶ κι ἀποκεῖθε πέρασα μὲ λαὸ πολὺ μαζί μου, παίρνοντας δρόμο ποὺ ἤτανε γραφτὸ νὰ μὲ παθιάση. {{r|165}} Καὶ καθὼς τότες σάστισα τὴ φοινικιὰ σὰν εἶδα, τὶ τέτοιο ἀπὸ τὴ γῆς δεντρὶ ποτὲς δὲ βλάστησε ἄλλο, τώρα μ' ἐσένα, ὦ κορασιά, θαμάζω καὶ σαστίζω, κι ὅσο ἂν πονῶ, τὰ γόνατα φοβᾶμαι νὰ σοῦ ἀγγίξω. Εἴκοσι μέρες ὡς τὰ χτὲς στὰ μαῦρα ἤμουν πελάγη, {{r|170}} ποὺ ἀνέμοι καὶ ἄγρια κύματα μὲ σέρναν ὁλοένα ἀπ' τὸ νησὶ τῆς Ὠγυγίας· κι ἐδῶ μὲ ρίχνει ἡ μοῖρα νὰ πάθω κι ἄλλα· τὶ θαρρῶ δὲν ἔπαψαν ἀκόμα, μόνε οἱ θεοὶ κι ἄλλες πολλὲς φουρτοῦνες μοῦ τοιμάζουν. Σπλαχνίσου με, ὦ βασίλισσα, ποὺ ἐσένα πρώτη βλέπω, {{r|175}} κατόπι μύρια βάσανα, κι ἄλλο ἄνθρωπο κανένα ἀπ' ὅσους κατοικοῦν αὐτὸν τὸν τόπο δὲ γνωρίζω. Τὴ χώρα δεῖξε μου, καὶ δὸς κουρέλι νὰ φορέσω, ἂν ἔχης ρουχοτύλιγμα μαζί σου ἐδῶ φερμένο. Κι ἐσένα οἱ θεοὶ νὰ δώσουνε ὅ,τι ζητάει ἡ ψυχή σου, {{r|180}} ἄντρα καὶ σπίτι καὶ καλὴ καρδιὰ ἁναμεταξύ σας, ποὺ ἄλλο στὴ γῆς καλύτερο καὶ πιὸ λαμπρὸ δὲν εἶναι, παρὰ μιὰ γνώμη νά 'χουνε γυναίκα κι ἄντρας πάντα στὸ σπίτι, νὰ λυποῦνται ὀχτροί, νὰ καμαρώνουν φίλοι, καὶ τὸ καλό τους τ' ὄνομα νὰ συχνακοῦνε ἐκεῖνοι.” {{r|185}}      Κι ἡ ἀσπροχέρα ἡ Ναυσικᾶ τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· “Ξένε, ποὺ μήτε ἀσύστατος μήτε κακὸς δὲ δείχνεις, — στὸν κόσμο τὴν καλοτυχιὰ μοιράζει την ὁ Δίας καὶ σὲ καλοὺς καὶ σὲ κακούς, τοῦ καθενοῦ ὅπως θέλει· κι ἐσένα αὐτὰ ποὺ σοῦ 'δωσε χρωστᾶς νᾶ τᾶ ποφέρνης. {{r|190}} Ὡς τόσο μιὰ καὶ πάτησες σ' ἐτούτη μας τὴ χώρα, δὲ θὰ σοῦ λείψη φορεσὰ μήτ' ἄλλο ποὺ ταιριάζει σὲ παθιασμένον ποὺ ἔρχεται μὲ θερμοπαρακάλα. Τὴν πόλη θὰ σοῦ δείξω ἐγώ, καὶ ποιοὶ ἐδῶ ζοῦν θὰ μάθης. Αὐτὴ τὴν πολιτεία καὶ γῆς οἱ Φαίακες τὴν ἔχουν, {{r|195}} κι ἐγὼ εἶμαι τοῦ τρανόψυχου τοῦ Ἀλκίνου θυγατέρα, ποὺ ἀπ' αὐτόνε ἡ δύναμη κρεμιέται τῶ Φαιάκων.”      Εἶπε, καὶ τὶς ὡριόμαλλες φωνάζει παρακόρες· “Σταθῆτε, ὦ κοπελιές· γιατὶ σὲ ὄψη ἀντροῦ σκορπιέστε; ἢ τάχα φοβηθήκατε πὼς εἶναι ὀχτρὸς ἐτοῦτος; {{r|200}} Δὲ ζῆ στὸν κόσμο ὁ ἄνθρωπος, κι οὔτε ποτὲς θὰ ὑπάρξη ποὺ θά 'ρθη ἐδῶ τὸν πόλεμο στοὺς Φαίακες νὰ φέρη· γιατὶ ἐμᾶς οἱ ἀθάνατοι πολὺ μᾶς ἀγαπᾶνε, Ἀπόμακρα στοῦ πέλαγου τὴν ἄκρη κατοικᾶμε, καὶ μὲ τὰ μᾶς ἄλλοι θνητοὶ δὲ σμίγουν ἐδῶ πέρα. {{r|205}} Ἂν ἦρθε αὐτὸς ὁ δύστηνος μὲς στὰ πλανέματά του, νὰ τὸν δεχτοῦμε πρέπει μας, γιατὶ ὁ Δίας μᾶς στέλνει φτωχοὺς καὶ ξένους· λιγοστό, μὰ ἀγαπητό 'ναι δῶρο. Μόν' δόστε του, κοπέλες μου, φαῒ πιοτὸ τοῦ ξένου, καὶ στὸ ποτάμι λοῦστε τον, σὲ ἀπάνεμο ἕναν τόπο.” {{r|210}}      Εἶπε, καὶ στάθηκαν αὐτές, φώναξε ἡ μιὰ τήν ἄλλη, καὶ τὸ Δυσσέα σὲ γωνιὰ συμμαζεμένη πῆραν, σὰν ποὺ εἶπε τοῦ τρανόψυχου τοῦ Ἀλκίνου ἡ θυγατέρα· βάλαν σιμά του φορεσιά, χιτώνα καὶ χλαμύδα, τοῦ δῶσαν λάδι σταλαχτὸ σὲ ροῒ μαλαματένιο, {{r|215}} καὶ τὸν καλέσανε νὰ μπῆ καὶ νὰ λουστῆ στὸ ρέμα. Κι ὁ μέγας Ὀδυσσέας ἐκεῖ στὶς παρακόρες κρένει·      “Μακριὰ σταθῆτε, ὦ κοπελιές, μονάχος μου νὰ πλύνω τὴν ἅρμη ἀπὸ τοὐς ὤμους μου, καὶ ν' ἀλειφτῶ μὲ λάδι, ποὺ λάδωμα πολὺν καιρὸ δὲν εἶδε τὸ κορμί μου. {{r|220}} Μπρός σας ἐγὼ δὲ λούζουμαι, γιατὶ ντροπῆς μου θά 'ναι σιμὰ σὲ ὀμορφοπλέξουδες νὰ γυμνωθῶ κοπέλες.”      Κι αὐτὲς ἀποτραβήχτηκαν, καὶ τὸ εἶπαν τῆς παρθένας. Καὶ στὸ ποτάμι πλένονταν ὁ μέγας Ὀδυσσέας, ξαρμίζοντας τὴ ράχη του καὶ τοὺς πλατιοὺς τοὺς ὤμους, {{r|225}} κι ἀπ' τὸ κεφάλι τρίβοντας τῆς θάλασσας τὴν ἄχνη. Καὶ σάνε λούστηκε καλὰ κι ἀλείφτηκε μὲ λάδι, καὶ τὰ σκουτιὰ ποὺ τοῦ 'δωσε ἡ παρθένα σάνε 'ντύθη, τοῦ Δία ἡ γέννα, ἡ Ἀθηνᾶ τὸν ἔκαμε νὰ δείχνη σὰν πιὸ μεγάλος καὶ παχύς, κι ἀπὸ τὴν κεφαλή του {{r|230}} ὥρια κρεμιόντανε σγουρά, ποὺ μοιάζανε ζουμπούλια, Καὶ σὰν ποὺ χύνει μάλαμα στὸ ἀσήμι ἄντρας τεχνίτης, ποὺ ὁ Ἤφαιστος τὸν ἔμαθε κι ἡ Ἀθηνᾶ ἀπὸ τέχνη, καὶ δίνει χάρη στὰ ἔργα του, παρόμοια τοῦ περέχα τοὺς ὤμους καὶ τὴν κεφαλὴ μὲ περισσὴ μιὰ χάρη. {{r|235}} Πῆγε ἔπειτα καὶ κάθισε στῆς θάλασσας τὴν ἄκρη, στράφτοντας χάρες κι ὀμορφιές· τὸν θάμασε ἡ παρθένα, καὶ πρὸς τὶς ὡριοπλέξουδες κόρες γυρνάει καὶ κρένει·      “Ἀκοῦστε με, ὦ ἀσπρόχερες κοπέλες, τί σᾶς κρένω· στοὺς Φαίακες τοὺς θεόμοιαστους δὲν ἦρθε αὐτὸς ὁ ἄντρας {{r|240}} χωρὶς νὰ τὸ θελήσουνε οἱ ἀθάνατοι τοῦ Ὀλύμπου· σὰν τὸν πρωτόειδα φάνηκε φτωχὸς καὶ τιποτένιος, μὰ τώρα μοιάζει τῶν θεῶν ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια. Μακάρι τέτοιος νά 'βγαινε κι ὁ ἄντρας ὁ δικός μου, καὶ νά 'στεργε στὸν τόπο αὐτὸ μ' ἐμᾶς νὰ λημεριάζη. {{r|245}} Μὰ δῶστε του, κοπέλες μου, φαῒ πιοτὸ τοῦ ξένου.”      Κι αὐτες ἀκοῦν τὰ λόγια της καὶ κάνουν καθὼς εἶπε, κι ἀμέσως παραθέτουνε φαῒ πιοτὸ σιμά του. Κι ἔτρωγε κι ἔπινε ἁρπαχτὰ ὁ πολύπαθος Δυσσέας, τὶ εἶχε πολὺν καιρὸ θροφὴ στὸ στόμα του νὰ βάλη. {{r|250}}      Καὶ τότες ἄλλο ἡ Ναυσικᾶ ἡ ἀσπρόχερη σοφίστη· διπλώνει, βάζει μὲς στ' ὡριὸ τ' ἁμάξι τὰ σκουτιά της, ζεύει τὰ δυνατόνυχα μουλάρια, κι ἀνεβαίνει, παρακινώντας τὸν τρανὸ Ὀδυσσέα μ' αὐτὰ τὰ λόγια·      “Σήκω, νὰ πᾶμε τώρα ἐμεῖς στὴ χώρα, νὰ σὲ φέρω {{r|255}} στοῦ κύρη μου τοῦ φρόνιμου τ' ἀρχοντικό, τοὺς πρώτους ἀπὸ τοὺς Φαίακες ἐκεῖ νὰ δῆς καὶ νὰ γνωρίσης. Μὰ κάμε ὅ,τι σοῦ λέω ἐγώ· θαρρῶ πὼς κόφτει ὁ νοῦς σου· ὅσο χωράφια ἢ χτήματα περνοῦμε τῶν ἀνθρώπων, ἐσὺ νὰ γοργοπερπατᾶς πίσω ἀπὸ ζὰ κι ἁμάξι, {{r|260}} μὲ τὶς κοπέλες· τότε ἐγὼ τὸ δρόμο θὰ σᾶς δείχνω, στὴ χώρα ὡς νὰ ζυγώσουμε, ποὺ ἔχει τειχιὰ πυργάτα τριγύρω της, καὶ δυὸ καλὰ λιμάνια ἀπὸ τὰ πλάγια, καὶ ποὺ ἔχει τὴ μπασιὰ στενή, κι ἀπὸ τὶς δυὸ προβάλλουν τὰ πλοῖα, ποὺ καθένα τους ἔχει σκεπὴ δική του. {{r|265}} Κεῖ πέρα, γύρω τοῦ λαμπροῦ τοῦ Ποσειδειοῦ, θὰ δοῦμε τὴν ἀγορὰ, μὲ γωνιακὲς βαθιὰ χωσμένες πέτρες στρωμένη· τ' ἄρμενα αὐτουδὰ τῶν καραβιῶνε φτιάνουν, τὶς γούμενες καὶ τὰ πανιά, καὶ ξύνουν τὰ κουπιά τους· τὶ οἱ Φαίακες δὲν ἀγαποῦν σαγίτες καὶ δοξάρια, {{r|270}} μόνε κατάρτια καὶ κουπιὰ καὶ πλοῖα καλοφτιασμένα, ποὺ χαίρουνταί τα, τοὺς ἀφροὺς τῆς θάλασσας περνώντας. Τρέμω τὴ γλῶσσα τους, κανεὶς ἂν τύχη καὶ μὲ κρίνη, τὶ ἔχουν περίσσια ἀδιαντροπιὰ πολλοί τους μὲς στὴ χώρα, κι ἕνας τους πρόστυχος μπορεῖ νὰ πὴ ἀγναντεύοντάς μας· {{r|275}} “Ποιός εἶν' αὐτὸς ποὺ ἀκολουθάει τὴ Ναυσικᾶ ὁ ξένος, ὁ ὥριος κι ὁ τρανός; καὶ ποῦ τὸν βρῆκε; δίχως ἄλλο τὸν παίρνει· ἢ πρέπει νά 'πεσε μὲ πλοῖο, ἢ ξωμερίτης καὶ τόνε δέχτηκε, τὶ αὐτὸς τῆς γειτονιᾶς δὲν εἶναι· ἴσως καὶ παρακάλεσε θεό, καὶ τῆς κατέβη {{r|280}} ἀπ' τὰ οὐράνια, σύγκλινη γιὰ πάντα νὰ τὴν ἔχη. Κάλλιο ποὺ πῆγε κάπου ἀλλοῦ γαμπρό της νὰ διαλέξη, γιατὶ ἀψηφάει τοὺς Φαίακες ἐδῶ τοὺς συντοπῖτες, ποὺ μύριοι τήνε γύρεψαν κι ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους.” Αὐτὰ θὰ ποῦνε, καὶ ντροπῆς ἐγὼ θὰ τά 'χω ἀλήθεια. {{r|285}} Μὰ κι ἄλλη τέτοια νά 'κανε, θὰ τὴν κατηγοροῦσα, ποὺ ἔρχεται δίχως φιλικὴ καὶ τῶ γονιῶν της γνώμη, κι ἄντρες ζητάει πρὶ νὰ γενῆ φανερωμένος γάμος. Ἄκου με, ὦ ξένε, κι ἔρχου ἐσὺ, ἂν θὲς ἀπὸ τὸν κύρη στὸν τόπο σου προβόδημα, καὶ γλήγορο ταξίδι. {{r|290}} Στὸ δρόμο θά 'βρης τὸ λαμπρὸ τῆς Ἀθηνᾶς τὸ δάσο, λεῦκες μ' ἀνάβρυσμα νεροῦ, κι ὁλόγυρα λιβάδι· ἐκεῖ 'ναι τοῦ γονιοῦ μου ἡ γῆς καὶ τ' ἀνθοπεριβόλια· ἀπὸ τὴ χώρα ὡς ἐκειδὰ μπορεῖς βουητὸ ν' ἀκούσης, Κάθισ' ἐκεῖ καὶ πρόσμενε νὰ φτάσουμε στὴ χώρα, {{r|295}} καὶ μέσα νὰ κατέβουμε στὰ γονικά μου σπίτια. Καὶ πιὰ σὰν πῆς πὼς εἴμαστε φτασμένοι ἐμεῖς στὰ σπίτια, τότες ξεκίνα κατακεῖ καὶ ρώτα τοὺς διαβάτες, ποῦ 'ναι τοῦ μεγαλόκαρδου τοῦ Ἀλκίνου τὰ παλάτια, Εὔκολα βρίσκουνται· παιδὶ μπορεῖ νὰ σοῦ τὰ δείξη· {{r|300}} τὶ τ' ἄλλα δὲ χτιστήκανε τὰ σπίτια τῶν Φαιάκων, σὰν ποὺ χτιστῆκαν τοῦ ἥρωα τοῦ Ἀλκίνου τὰ παλάτια. Καὶ σὰ βρεθῆς στὸ πρόσπιτο καὶ στὴν αὐλή, προχώρα μὲς στὰ παλάτια γλήγορα, τὴ μάνα ν' ἀντικρύσης ποὺ κάθεται πρὸς τὴ γωνιά, μὲς στῆς φωτιᾶς τὸ φέγγος, {{r|305}} καὶ κλώθει πορφυρὶ μαλλί, ποὺ νὰ τὸ δῆς θαμάζεις, στὸ στῦλο ἀκουμπισμένη αὐτή, κι οἱ δοῦλες πίσωθέ της. Ἐκεῖ στημένος βρίσκεται καὶ τοῦ γονιοῦ μου ὁ θρόνος, ποὺ πίνοντας θὰ κάθεται μὲ ἀθάνατο παρόμοιος. Πέρασ' τον, καὶ στὰ γόνατα τῆς μάνας βάλε χέρια, {{r|310}} ἂν θὲς νὰ σοῦ 'ρθη γλήγορα τοῦ γυρισμοῦ σου ἡ μέρα, καὶ νὰ σοῦ ἀνοίξη τὴν καρδιά, κι ἂς εἶναι ἡ γῆς σου ἀλάργα, Τὶ μιὰς κι ἡ μάνα μέσα της σὲ συμπονέση, ξέρε πὼς τοὺς δικούς σου θένα δῆς, καὶ γλήγορα θὰ φτάσης στὸ σπίτι τὸ καλόχτιστο καὶ στὴ γλυκειὰ πατρίδα.” {{r|315}}      Εἶπε, καὶ χτύπησε τὰ ζὰ μὲ τὸ λαμπρὸ μαστίγι· κι αὐτὰ μεμιὰς ἀφήσανε τοῦ ποταμοῦ τὸ ρέμα, καὶ πῆραν δρόμο ταχτικά, καὶ τρέχανε μὲ τάξη. Κι αὐτὴ κυβέρνα ταχτικά, σαλεύοντας ἀγάλια τοῦ μαστιγιοῦ της τὸ λουρὶ, γιὰ νὰ προφταίνουν πίσω {{r|320}} οἱ δοῦλες κι ὁ Ὀδυσσέας πεζοί· καὶ βασιλεύει ὁ ἥλιος, καὶ φτάνουνε στῆς Ἀθηνᾶς τὸ δοξασμένο δάσος. Ὁ θεϊκὸς Δυσσέας ἐκεῖ κάθισε. Καὶ σὲ λίγο στὴν κόρη προσευκήθηκε τοῦ τρισμεγάλου Δία      “Τοῦ Δία τοῦ αἰγιδόσκεπου ἀδάμαστη ἐσὺ κόρη, συνάκουσε με τώρα, ἐσὺ ποὺ ἄλλοτες ἀρνιόσουν {{r|325}} ν' ἀκούσης με, σὰ δέρνομουν ἀπὸ τὸν Κοσμοσείστη· καὶ κάνε οἱ Φαίακες σπλαχνιὰ κι ἀγάπη νὰ μοῦ δείξουν,”      Τὴν προσευκὴ συνάκουσε ἡ Ἀθηνᾶ ἡ Παλλάδα, μὰ δὲν τοῦ φανερώνουνταν ὀμπρός του, τὶ φοβόταν τὸ γονικό της ἀδερφό· βαριὰ ἦταν χολωμένος {{r|330}} μὲ τὸ θεϊκὸ Ὀδυσσέα αὐτός, στὸν τόπο του ὡς νὰ φτάση. </poem> idt5fj3b7gwsn955n6wr8u0tk0o27u5 Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/η 0 15740 166708 93718 2026-06-25T19:55:08Z Nikos1nikos1 15046 166708 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία η | επόμενο = [[../θ|Ραψωδία θ]] | προηγούμενο= [[../ζ|Ραψωδία ζ]] | σημειώσεις = }} <poem> Ἔτσι ὁ τρανός, πολύπαθος Δυσσέας προσευκόταν, καθὼς τὴν κόρη φέρνανε στὴ χώρα τὰ μουλάρια. Καὶ ὡς ἔφτασε στὰ ξακουστὰ παλάτια τοῦ γονιοῦ της, στὰ ξώθυρα σταμάτησε, κι οἱ θεόμοιαστοι ἀδερφοί της, ζυγώσανε καὶ στάθηκαν καὶ ξέζεψαν τὰ ζῶα, {{r|5}} καὶ τὰ καθάρια φέρανε φορέματα στὸν πύργο. Πέρασε τότε ἡ Ναυσικᾶ στὸ θάλαμο της ἴσια, ὅπου ἡ γριὰ Εὐρυμέδουσα καλὴ φωτιὰ ἄναβέ της, ἡ συγυρίστρα ποὺ ἄλλοτε ἀπ' τὴν Ἀπείρη πλοῖα, τὴ φέρανε γοργόλαμνα καὶ δῶρο τήνε δῶσαν {{r|10}} τοῦ Ἀλκίνου, πρῶτος βασιλιᾶς σὰν ποὺ ἤταν τῶ Φαιάκων, καὶ σὰ θεὸ τὸν ἄκουγαν· τὴν κόρη εἶχε ἀναθρέψει, αὐτὴ, καὶ τὴ φωτιὰ ἄναβε καὶ τοίμαζε τὸ δεῖπνο.      Τότε ὁ Δυσσέας σηκώθηκε στὴ χώρα νὰ κινήση, κι ἡ Ἀθηνᾶ καλόθελα τοῦ σκόρπισε κατάχνια, {{r|15}} μὴν τὸν ξανοίξη Φαίακας τρανόψυχος, κι ἀρχίση λόγια νὰ βγάζη ἀγγιχτικά, καὶ νὰ ρωτάη ποιός εἶναι. Κι ὅ,τι ἔκανε στὴν πρόσχαρη τὴ χώρα νὰ πατήση τὸν ἀνταμώνει ἡ Ἀθηνᾶ, ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα, ἀθῶο κορίτσι μοιάζοντας ποὺ στάμνα κουβαλοῦσε. {{r|20}} Ὀμπρός του στάθη, κι ὁ τρανὸς τήνε ρωτᾶ Ὀδυσσέας·      “Παιδί μου, μπορεῖς νὰ μὲ πᾶς στοῦ Ἀλκίνου τὰ παλάτια, τοῦ ἄντρα, ποὺ εἶναι ὁ βασιλιᾶς ἐτούτων τῶν ἀνθρώπων; Τυραννισμένος ἔρχουμαι καὶ ξένος ἐδῶ πέρα, ἀπὸ λημέρια ἀπόμακρα, κι ἀπ' ,ὅσους κατοικᾶνε {{r|25}} τὴ χώρα καὶ τὴ γῆς αὐτὴ κανένα δὲ γνωρίζω.”      Κι ἡ γαλανόματη ἡ θεὰ γυρίζει καὶ τοῦ κρένει· “Θὰ σοῦ τὰ δείξω, ξένε μου πατέρα, ἐγὼ τὰ σπίτια ποὺ μοῦ ζητᾶς, τ' εἶναι σιμὰ στοῦ ἄξιου τοῦ γονιοῦ μου. Ἔρχου σωπαίνοντας ἐσύ, κι ἐγὼ μπροστὰ πηγαίνω· {{r|30}} κανέναν ἄλλον μὴν κοιτᾶς, καὶ μὴ ρωτᾶς κανέναν, γιατὶ τοὺς ξένους τοῦτοι ἐδῶ δὲν τοὺς πολυχωνεύουν, κι ἂν κάποιος ἀπ' ἀλλοῦθε ἐρθῆ, φιλίες δὲν τοῦ ἀνοίγουν, ἔχοντας θάρρος στὰ γοργὰ καράβια τους, ποὺ σκίζουν τὰ πέλαα μὲ τὴ συνεργιὰ τοῦ θεοῦ τοῦ κοσμοσείστη, {{r|35}} ποὺ σὰν πουλιὰ γοργοπετοῦν ἢ σὰν τοῦ νοῦ τὴ σκέψη.”      Εἶπε, κι ὀμπρὸς ἡ Ἀθηνᾶ ξεκίνησε μὲ βιάση, καὶ πίσωθε στ' ἀχνάρια της ἀκολουθοῦσε ἐκεῖνος. Κι οἱ Φαίακες δὲν τὸν ἔνιωσαν οἱ θαλασσακουσμένοι, ὀμπρός τους καθὼς διάβαινε περνώντας ἀπ' τὴ χώρα, {{r|40}} τὶ ἡ ὄμορφη καὶ φοβερὴ θεὰ Ἀθηνᾶ τὸν εἶχε ὁλόσκεπο ἀπὸ καταχνιά, ποθώντας τὸ καλό του. Καὶ τὸ λιμάνι θάμαζε μὲ τὰ καράβια ἐκεῖνος, τὶς ἀγορὲς ποὺ κάθουνταν οἱ ἡρῶοι, καὶ τὰ μεγάλα τὰ ξυλοσκέπαστα τειχιά, ποὺ θάμα ἦταν μονάχο. {{r|45}} Καὶ στὰ παλάτια τὰ λαμπρὰ τοῦ βασιλιᾶ σὰ φτάσαν, τότες τοῦ κρένει ἡ Ἀθηνᾶ, ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα·      “Νά τα τὰ σπίτια ποὺ ζητᾶς, ὦ ξένε μου πατέρα· θὰ βρῆς ἐκεῖ τοὺς διόθρεφτους ἀφέντες στὸ τραπέζι· ὡς τόσο κίνα μέσα ἐσὺ, κι ἂς μὴ σὲ πιάνη φόβος· {{r|50}} ἄντρας μὲ θαρρετὴ καρδιὰ σὲ κάθε καμωμά του πιὸ ἄξιος πάντα θὰ φανῆ, κι ἂς ἔρχεται ἀπ' ἀλλοῦθε. Καὶ πρῶτα τὴ βασίλισσα θὰ βρῆς μὲς στὰ παλάτια· τὴ λὲν Ἀρήτη, κι ἔρχεται κι ἐκείνη ἀπὸ τοὺς ἴδιους προγόνους ποὺ γεννήθηκε ὁ βασιλέας Ἀλκίνος. {{r|55}} Πρῶτα ὁ Ναυσίθος ἦρθε, ὁ γιὸς τοῦ σείστη Ποσειδώνα καὶ τῆς Περίβοιας, ποὺ ἤτανε περίσσια ἡ ὀμορφιά της. Κόρη τοῦ μεγαλόκαρδου Εὐρυμέδοντα στερνή 'ταν ἐκείνη, τῶν περήφανων Γιγάντων βασιλέα. Τοὺς ἔχασε τοὺς ἄμυαλους, καὶ χάθηκε κι ἐκεῖνος. {{r|60}} Μὲ τὴν Περίβοια πλάγιασε τότες ὁ κοσμοσείστης, καὶ τὸ Ναυσίθο γέννησε, τὸ ρήγα τῶν Φαιάκων. Δυὸ γιοὺς ἐτοῦτος γέννησε, Ρηξήνορα καὶ Ἀλκίνο. Καὶ νιόπαντρος καὶ δίχως γιὸ ὁ Ρηξήνορας σὰν ἦταν, τὸν ἔκρουσε ὁ Ἀπόλλωνας ὁ ἀργυροδοξαράτος, {{r|65}} καὶ μόνη σπίτι του ἄφησε μιὰ κόρη, τὴν Ἀρήτη· αὐτὴν ὁ Ἀλκίνος ἔκαμε κατόπι σύγκλινή του, καὶ τὴν τιμοῦσε ὅσο καμιὰ στὸν κόσμο δὲν τιμιέται, ἀπ' ὅσες ζοῦν σὲ χέρια ἀντρὸς στὰ σπιτικά τους τώρα. Θερμὰ τήνε λατρεύουνε, καὶ τ' ἀκριβὰ παιδιά της, {{r|70}} κι ἴδιος ὁ Ἀλκίνος, κι ὁ λαός, ποὺ σὰ θεὰ τὴ βλέπει καὶ γκαρδιακὰ τὴ δέχεται στὴ χώρα σὰ διαβαίνη. Καὶ μήτε λείπει στοχασιὰ ποτὲς ἀπὸ τὸ νοῦ της, μόν' τῶν ἀντρῶν ποὺ συμπονεῖ τὶς διαφορὲς τελειώνει. Καὶ σένα ἂ συμπονέση αὐτή, πάλε θὰ δῆς μιὰ μέρα {{r|75}} τοὺς φίλους σου καὶ τοὺς δικούς, καὶ θὰ ξανάρθης πάλε στὸ σπίτι τ' ἁψηλόσκεπο τῆς γονικῆς σου χώρας.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ τραβᾶ ἡ θεὰ στ' ἀτρύγητα πελάγη, κι ἀπ' τὴ Σκερία τὴν ὄμορφη φτάνει στὸ Μαραθώνα, κατόπι στὴν πλατύδρομη τὴ χώρα της Ἀθήνας, {{r|80}} καὶ μπαίνει στὸ στεριόχτιστο ναὸ τοῦ Ἐρεχτέα. Ἦρθε στοῦ Ἀλκίνου τ' ἀκουστὰ παλάτια κι ὁ Ὀδυσσέας, κι ὁ νοῦς του σάστιζε πρὶν πάη στὰ χαλκωτὰ κατώφλια· τὶ σὰ φῶς ἥλιου ἢ φεγγαριοῦ στὰ μάτια του φαινόταν τοῦ Ἀλκίνου τοῦ τρανόκαρδου τὸ θεόρατο παλάτι. {{r|85}} Χαλκένιοι τοῖχοι στέκονταν ἀπ' τὸ κατώφλι ὡς μέσα στὰ βάθια, καὶ ζωνόντανε μὲ λαζουρὶ στεφάνι· θύρες χρυσὲς σφαλνούσανε τὸ στεριωμένο χτίριο, μὲ παραστάτες ἀργυροὺς στὸ χαλκωτὸ κατώφλι, μὲ ἀνώφλι, ὁλάργυρο κι αὐτό, καὶ μὲ χρυσὴ κρικέλα. {{r|90}} Εἶχε καὶ δυὸ ἀργυρόχρυσους ἀπ' τὰ δυὸ πλάγια σκύλους, ποὺ ὁ Ἤφαιστος τοὺς ἔφτιαξε μὲ τὴ σοφή του τέχνη, τὸν πύργο νὰ φυλάγουνε τοῦ Ἀλκίνου τοῦ μεγάλου, ἀθάνατοι κι ἀγέραστοι γιὰ πάντα καὶ γιὰ πάντα. Θρονιὰ στὸν τοῖχο ἀραδιαστὰ κι ἀπὸ τὰ δυὸ τὰ πλάγια, {{r|95}} ἀπ' τὸ κατώφλι ὡς τὰ βαθιά, μὲ ντύματα ἀποπάνω, ἔργα ψιλὰ καλόγνεστα τῶν γυναικῶν, βαλμένα. Σ' ἐκεῖνα ἀπάνω οἱ προεστοὶ καθόνταν τῶ Φαιάκων, καὶ τρώγανε καὶ πίνανε, τὶ εἶχαν πολλὰ ὀμπροστά τους. Σὲ στυλοβάτες δουλευτοὺς χρυσὰ ἀγοράκια στέκαν, {{r|100}} καὶ κράταγαν στὰ χέρια τους λαμπάδες ἀναμμένες, ποὺ φέγγανε τῶ σύδειπνων τὴ νύχτα στὰ παλάτια. Πενήντα μὲς στοὺς πύργους του γυναῖκες εἶχε ἐργάτρες· ἄλλες τους στὸ χερόμυλο ξανθὸ σιτάρι ἀλέθουν, ἄλλες τους φαίνουνε πανὶ καὶ κλώθουν καθισμένες, {{r|105}} σὰ φύλλα λεύκας ἁψηλῆς σαλεύοντας· καὶ τόσο κρουστόφαντα εἶναι τὰ λινὰ ποὺ τρέχει ὁγρὸ τὸ λάδι. Τὶ ὅσο περνοῦν οἱ Φαίακες στὸν κόσμο ὅλους τοὺς ἄλλους σὲ καραβιοῦ κυβέρνημα, τόσο πιδέξες εἶναι στὸ φάδι κι οἱ γυναῖκες τους, ποὺ ἡ Ἀθηνᾶ νὰ φτιάνουν {{r|110}} ὥρια δουλειὰ τὶς ἔμαθε, καὶ νοῦ λαμπρὸ ἔδωσέ τους. Παρόξω ἀπ' τὴν αὐλὴ, σιμὰ στὴ θύρα, ἔχει περβόλι, τεσσάρω ζευγαριῶν παντοῦ καλοφραγμένο γύρω, ποὺ δέντρα πλῆθος φαίνουνται ἁψηλὰ καὶ φουντωμένα· ἐκεῖ ἀπιδιές, ροδιές, μηλιές μὲ τὰ λαμπρὰ τὰ μῆλα, {{r|115}} συκιὲς γλυκόκαρπες κι ἐλιὲς γερὲς καὶ φουντωμένες. Δὲ λείπει ὁλοχρονὶς καρπός, χειμώνα καλοκαίρι· τὶ ἄλλα τ' ἀγέρι τὸ γλυκὸ γεννάει κι ἄλλα ὡριμάζει.   Μεστώνει ἀπίδι, κι ἄλλο ἀνθεῖ, καὶ μῆλο πὰς στὸ μῆλο, {{r|120}} πὰς στὸ σταφύλι ἄλλο τσαμπί, καὶ σῦκο πὰς στὸ σῦκο, Βρίσκεται φυτεμένο ἐκεῖ καὶ πλούσιο ἀμπελοκήπι, μὲ ἁλώνι μέσα λιακωτὸ σὲ γῆς καλοστρωμένη, ποὺ ἀπὸ τὸν ἥλιο δέρνεται· σταφύλια ἀλλοῦ τρυγιοῦνται, ἀλλοῦ πατιοῦνται· παραμπρὸς κρεμιένται οἱ ἀγουρίδες {{r|125}} στὸ ξάνθισμά τους· παρακεῖ νὰ βάφουν ἀρχινᾶνε. Ἔχει κι ὡριόπλουμες βραγιὲς στοῦ περβολιοῦ τὶς ἄκρες, κάθε λογῆς, ποὺ ὁλοχρονὶς σφαντάζουνε στὸ μάτι· καὶ βρύσες δυό· σκορπιέται ἡ μιὰ μὲς σ' ὅλο τὸ περβόλι, κι ἡ ἄλλη κάτω ἀπ' τῆς αὐλῆς διαβαίνει τὸ κατώφλι, {{r|130}} πρὸς τὸ παλάτι, κι ἔπαιρναν κεῖθε νερὸ οἱ πολῖτες. Τέτοια οἱ θεοὶ χαρίζανε λαμπρὰ τοῦ Ἀλκίνου δῶρα,      Στάθηκ' ἐκεῖ ὁ πολύπαθος, ὁ μέγας Ὀδυσσέας κοιτώντας. Καὶ σὰ θάμασε τὸ καθετὶς στὸ νοῦ του, ἀπ' τὸ κατώφλι πέρασε καὶ μπῆκε στὸ παλάτι. {{r|135}} Καὶ βρῆκε αὐτοῦ τοὺς προεστοὺς κι ἀρχόντους τῶν Φαιάκων, ποὺ μὲ ποτήρια στάζανε τοῦ Ἑρμῆ τοῦ ἀγρυπνομάτη, τὶ ἐκείνου χῦναν τὶς στερνὲς σταλιὲς πριχοῦ πλαγιάσουν. Περνάει ὀμπρός τους ὁ τρανός, πολύπαθος Δυσσέας, σὲ ἀνιὰ ποὺ τοῦ περέχυνε ἡ θεὰ Ἀθηνᾶ κρυμμένος, {{r|140}} ὥσπου ἦρθε στὴν Ἀρήτη ὀμπρὸς καὶ στὸν ἀφέντη Ἀλκίνο. Ἀγγίζει τῆς βασίλισσας τὰ γόνατα ὁ Δυσσέας, κι ἡ καταχνιὰ ἡ θεόσταλτη σκορπιέται πίσωθέ του. Ἄνθρωπο βλέπουν τότε αὐτοί, καὶ σὰ βουβοὶ ἀπομνήσκουν, μὲ θαυμασμὸ κοιτώντας τον· κι αὐτὸς παρακαλεῖ τους· {{r|145}}      “Ἀρήτη, τοῦ Ρηξήνορα τοῦ ἰσόθεου θυγατέρα, στὸν ἄντρα σου ὁ πολύπαθος προσπέφτω καὶ σ' ἐσένα, κι αὐτοὺς ἐδῶ τοὺς σύνδειπνους, ποὺ οἱ θεοὶ νὰ τοὺς χαρίζουν χρυσὴ ζωή, καὶ στὰ παιδιὰ ν' ἀφήσουνε τὰ πλούτια τῶν πύργων τους, κι ὅ,τι τιμὲς τοὺς ἔχει δώσει ὁ κόσμος. {{r|150}} Στεῖλτε καὶ μένα γλήγορα νὰ φτάσω στὴν πατρίδα, ποὺ τόσους χρόνους δέρνουμαι μακριὰ ἀπὸ τοὺς δικούς μου.”      Εἶπε, καὶ χάμου κάθισε, πὰς στῆς γωνιᾶς τὴ στάχτη πρὸς τὴ φωτιά· καὶ σύχαζαν οἱ ἄλλοι σωπασμένοι. Τέλος ἀργὰ τοὺς μίλησε ὁ Ἐχένηος ὁ γέρος {{r|155}} ἥρωας, ποὺ στοὺς Φαίακες στὰ χρόνια ἦταν ὁ πρῶτος, ἄξιος στὰ λόγια, καὶ ἤξερε πολλὰ καὶ περασμένα· αὐτὸς μὲ νοῦ καλόγνωμο ξαγόρεψέ τους κι εἶπε·      “Ἀλκίνο, δὲν τὸ κρίνω αὐτὸ καλό, καὶ δὲν ταιριάζει πὰς στῆς γωνιᾶς νὰ κάθεται τὴ στάχτη χάμου ὁ ξένος. {{r|160}} Ἐσένα αὐτοὶ προσμένουνε ν' ἀκούσουν, καὶ βαστιένται. Μόν' πάρ' τον, σὲ ἀργυρόδετη καθέδρα κάθισέ τον, καὶ πρόσταξε τοὺς κήρυκες κρασὶ ν' ἀνεκατέψουν, σταλιὲς καὶ τοῦ βροντόχαρου νὰ στάξουμε τοῦ Δία, ποὺ ὅποιον σεμνὰ παρακαλεῖ, τὸν προβοδάει ἐκεῖνος. {{r|165}} Ἂς δώση κι ἡ κελάρισσα δεῖπνο τοῦ ξένου ὅ,τι ἔχει.”      Τ' ἀκούγει αὐτὰ καὶ παίρνει εὐτὺς ἀπὸ τὸ χέρι ὁ Ἀλκίνος τὸ βαθιοστόχαστο Ὀδυσσέα τὸν πολυσοφισμένο, κι ἀπ' τὴ γωνιὰ πὰς σὲ θρονὶ λαμπρὸ τόνε καθίζει, ἀφοῦ τὸ γιό του σήκωσε, τὸν ἀκριβὸ Λαοδάμα, {{r|170}} ποὺ ὅντας του μυριαγάπητος καθότανε σιμά του. Καὶ μπρίκι γιὰ τὸ νίψιμο τοῦ φέρνει τότε ἡ βάγια, ὥριο, χρυσό, καὶ χύνει του στὴν ἀργυρή λεγένη, καὶ τότες στρώνει ἀντίκρυ του γυαλιστερὸ τραπέζι. Σεμνὴ κελάρισσα ἔφερε ψωμὶ καὶ παραθέτει, {{r|175}} κι ἀπὸ τὰ καλοφάγια της τοῦ φίλεψε περίσσια. Κι ὁ θεῖος, ὁ πολύπαθος τρωγόπινε Ὀδυσσέας. Τότες τοῦ κήρυκα μιλάει καὶ λέει ὁ ἀντρεῖος Ἀλκίνος·      “Ἔλα, Ποντόνε, τὸ κρασὶ μὲς στὸ κροντήρι σμίξε, καὶ σ' ὅλους μοίρασέ το ἐδῶ, νὰ στάξουμε τοῦ Δία, {{r|180}} ποὺ ὅποιον σεμνὰ παρακαλεῖ τὸν προβοδάει ἐκεῖνος.”      Εἶπε καὶ τὸ γλυκὸ κρασὶ καλόσμιξε ὁ Ποντόνος, καὶ γύρω μοίρασε ἀπαρχὴ μὲ τὰ ποτήρια σὲ ὅλους. Καὶ σάνε στάξαν κι ἤπιανε ὅσο ἤθελε ἡ καρδιά τους, ὁ Ἀλκίνος τότε ὁ βασιλιὰς ξαγόρεψέ τους κι εἶπε· {{r|185}}      “Ἀκοῦτε με, τῶ Φαιάκωνε ὦ προεστοὶ κι ἀρχόντοι, τὰ ὅσα μέσα μου ἀγρικῶ νὰ σᾶς τὰ φανερώσω, Τώρα ποὺ φάγατε ἤπιατε, σύρτε νὰ κοιμηθῆτε, καὶ τὸ ταχὺ περσότερους γερόντους προσκαλοῦμε, τὸν ξένο νὰ φιλέψουμε, καὶ στοὺς θεοὺς θυσίες {{r|190}} καλὲς ἀφοῦ προσφέρουμε, τὸν πηγαιμὸ νὰ δοῦμε τοῦ ξένου· νὰ τὸν στείλουμε μὲ συνοδειὰ δική μας, ἀκόπιαστα κι ἀνέπονα στὸν τόπο του νὰ φτάση, καὶ νά 'βρη γλήγορη χαρὰ ὅσο μακριὰ κι ἂν εἶναι· μηδὲ νὰ πάθη βλάψιμο ἢ κακὸ μὲς στὸ ταξίδι, {{r|195}} μπριχοῦ νὰ μπῆ στὴ χώρα του· ποὺ ἐκεῖ κατόπι θά 'χη ὅσα στὸν κόσμο ἡ Μοῖρα του κι οἱ σοβαρὲς οἱ Κλῶστρες μὲ τὴν κλωστὴ τοῦ γνέσανε σὰν τόνε 'γέννα ἡ μάνα. Ὅμως ἂν εἶναι ἀθάνατος ποὺ ἦρθε ἀπ' τὰ οὐράνια, τότες κάτι ἄλλο μελετοῦν οἱ θεοὶ νὰ μᾶς σκαρώσουν. {{r|200}} Τὶ ὡς τὰ τώρα ἀσκέπαστοι φανερωθῆκαν πάντα σ' ἐμᾶς, λαμπρὲς σὰ σφάζουμε ἑκατοβοδιὲς σ' ἐκείνους, μαζί μας τρωγοπίνοντας, κοντά μας καθισμένοι. Κι ἂν κάποιος πὰς στὸ δρόμο του ποτὲς τοὺς ἀνταμώση, δὲν κρύβονται γιατὶ μ' αὐτοὺς γενιά 'μαστε, σὰν πού 'ναι {{r|205}} καὶ οἱ Κύκλωπες καὶ τ' ἄγρια τὰ γένη τῶ Γιγάντων.”      Καὶ γύρισε ὁ τετράξυπνος Δυσσέας κι ἀπολογήθη· “Ὁ νοῦς σου ἄλλα ἂς νοιάζεται, ὦ Ἀλκίνο· δὲν τοὺς μοιάζω καθόλου τοὺς ἀθάνατους ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια, μήτε κορμὶ μήτε μορφή· θνητὸς μονάχος εἶμαι. {{r|210}} Κι ὅσους ἐσεῖς γνωρίζετε βαριὰ δυστυχισμένους, μ' αὐτοὺς ἐγὼ στὶς συφορὲς νὰ παραβγῶ μποροῦσα. Κι εἶχα 'γώ κι ἄλλα μου δεινὰ νὰ σᾶς στορήσω ἀκόμα, ὅσα ἀπὸ θέλημα θεῶν σωρὸς μοῦ μαζωχτῆκαν· μὰ ἀφῆστε με, ὅσο κι ἂν πονῶ, θροφὴ νὰ πιάσω τώρα· {{r|215}} πιὸ ἀδιάντροπο ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τὴ μαύρη ἄλλο δὲν ἔχει, ποὺ τὴ δική της ὄρεξη νὰ βλέπης σ' ἀναγκάζει, κι ἂς ἔχης μύρια βάσανα καὶ λύπες στὴν ψυχή σου. Λύπες κι ἐγὼ ἔχω στὴν ψυχή, κι ὡς τόσο αὐτὴ ὁλοένα, φαῒ γυρεύει καὶ πιοτό ὅσα ἔπαθα, τὰ σβήνει {{r|220}} ἀπὸ τὸ νοῦ μου ὁλότελα, καὶ νὰ γεμίση θέλει. Ὡς τόσο τοιμαστῆτε ἐσεῖς στὸ χάραμα τῆς μέρας νὰ φέρτε ἐμένα τὸ φτωχὸ στὸ χῶμα τῶ γονιῶ μου, κατόπι τόσα ποὺ ἔπαθα· νὰ δῶ, κι ἂς ἀπεθάνω, τὰ χτήματα, τοὺς δούλους μου καὶ τ' ἁψηλὸ παλάτι.” {{r|225}}      Αὐτὰ εἶπε, κι ὅλοι δέχτηκαν κι ἀνάμεσο τους εἶπαν ὁ ξένος νὰ προβοδωθῆ, γιατὶ σωστὰ λαλοῦσε. Καὶ σάνε στάξαν, κι ἤπιανε ὅσο ἤθελε ἡ καρδιά τους, σῦραν οἱ ἄλλοι σπίτι του καθένας, νὰ πλαγιάσουν· μὰ στὸ παλάτι ἀπόμεινε ὁ θεῖος ὁ Ὀδυσσέας, {{r|230}} καὶ πλάγια του καθίσανε ἡ Ἀρήτη κι ὁ Ἀλκίνος ὁ θεόμοιαστος· καὶ σήκωσαν οἱ δοῦλες τὰ τραπέζια. Καὶ τότες πρώτη τοῦ μιλάει ἡ Ἀρήτη ἡ ἀσπροχέρα, τηρώντας τὰ ὥρια του σκουτιά, χιτώνα καὶ χλαμύδα, ποὺ ἀτή της τά ' φτιασε μαζὶ μὲ τὶς σπιτογυναῖκες· {{r|235}} καὶ λάλησέ του κι εἶπε του μὲ φτερωμένα λόγια·      “Αὐτὸ ἐγὼ θέλω, ξένε μου, νὰ σὲ ρωτήξω πρῶτα· ποιός εἶσαι, κι ἀπὸ ποῦ, καὶ ποιός σοῦ 'δωσ' αὐτὰ τὰ ροῦχα; Δὲν εἶπες πὼς οἱ θάλασσες ἐδῶ ριγμένο σ' ἔχουν;”      Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος γυρίζει καὶ τῆς κρένει· {{r|240}} “Εἶναι βαρὺ, ὦ βασίλισσα, νὰ διηγηθῶ ἕνα ἕνα τὰ πάθια μου, τ' οἱ θεοὶ πολλὰ μοῦ δῶκαν οἱ ἐπουράνιοι αὐτὰ μονάχα θὰ σοῦ πῶ, ποὺ ρώτηξες νὰ μάθης. Εἶναι μακριὰ στὰ πέλαγα κάποιο νησί, Ὠγυγία, ποὺ ἡ μαριόλα ἡ Καλυψώ, τοῦ Ἄτλαντα ἡ θυγατέρα, {{r|245}} πανώρια, μὰ καὶ φοβερὴ θεὰ τό 'χει λημέρι· μήτε θεοὶ μήτε θνητοὶ μ' αὐτὴ δὲ συντροφιάζουν. Μὰ ἐμένα μ' ἔφερε ὁ θεὸς τὸ δύστυχο σιμά της, τότες ποὺ ὁ Δίας τὸ γοργὸ καράβι μοῦ 'χε σπάσει μ' ἀστροπελέκι ἀστραφτερὸ στὰ μαῦρα πέλαα μέσα. {{r|250}} Ὅλοι μου τότες οἱ καλοὶ χαθήκανε συντρόφοι· κι ἐγὼ τοῦ πλοίου ἀγκαλιαστὰ κρατώντας τὴν καρίνα, μέρες ἐννιὰ κυλιόμουνα· δέκατη μαύρη νύχτα, καὶ στὸ νησὶ οἱ ἀθάνατοι τῆς Ὠγυγίας μὲ ρίξαν, τῆς Καλυψῶς τῆς φοβερῆς κι ὡριόμαλλης λημέρι. {{r|255}} Μὲ πῆρε αὐτή, μὲ φίλευε καὶ μ' ἔθρεφε μὲ πόνο, καὶ νὰ μὲ κάνη ἀθάνατο κι ἀγέραστο μελέτα· ὡς τόσο ἐμένα στῆς καρδιᾶς δὲ μ' ἔπειθε τὰ βάθια. θρόνους ἑφτὰ κρατιόμουνα, καὶ τὰ σκουτιὰ ποὺ ἐκείνη μοῦ χάριζε τ' ἀχάλαστα, τὰ πότιζα μὲ δάκρυα· {{r|260}} μὰ σὰ γυρίσαν κι ἤρθανε τὰ ὀχτὼ τὰ χρόνια, τότες μὲ παρακίναε κι ἔλεγε στὴ γῆς μου νὰ μισέψω· γιά ὁ Δίας τῆς τὸ πρόσταξε, γιά γνώμη ἦταν δική της. Μὲ βάζει σὲ καλόδετο σάλι, πολλὲς μοῦ δίνει θροφές, ψωμί, γλυκὸ κρασί, λαμπρὰ σκουτιὰ μὲ ντύνει, {{r|265}} καὶ ἀγέρι πρύμο καὶ ἁπαλὸ κατόπι μοῦ φυσάει. Μέρες στὰ πέλαα δεκαφτὰ ἀρμενίζοντας πλανιόμουν, στὶς δεκοχτὼ φανήκανε ὀμπροστά μου τὰ ἰσκιωμένα βουνὰ τῆς γῆς σας· πήδηξε ἀπὸ χαρὰ ἡ καρδιά μου, τοῦ δύστυχου· τὶ συφορὲς εἶχα νὰ πάθω κι ἄλλες {{r|270}} πολλές, ποὺ μοῦ τὶς τοίμαζε ὁ θεὸς ὁ κοσμοσείστης. Αὐτὸς ἀνέμους σήκωσε καὶ μοῦ 'κλεισε τὸ δρόμο, κι ἀγρίεψε τὶς θάλασσες, ποὺ νὰ βαστῶ τὸ σάλι δὲ μ' ἄφηναν, μόνε συχνὰ ἀνεστέναζα στὸ κῦμα. Σκορπάει τὸ σάλι ἡ τρικυμιά, κι ἐγὼ μὲ τὸ κολύμπι {{r|275}} τότ' ἔσκιζα τὰ τρίσβαθα νερά, ὥσπου ἐδῶ στὴ γῆς σας μὲ σπρώξανε καὶ μ' ἔφεραν οἱ θαλασσιὲς κι οἱ ἀνέμοι. Ἂν τότες ἔκανα στεριά, θὰ μ' ἔδερνε τὸ κῦμα σὲ πέτρες σπώντας μὲ χοντρὲς καὶ σ' ἄχαρα λημέρια· μὰ πίσω ἀποτραβήχτηκα, καὶ κολυμπώντας ἦρθα {{r|280}} στὸν ποταμό, ποὺ πιὸ ἥμερος μοῦ φάνη ἐκεῖ ὁ τόπος, γυμνὸς ἀπὸ χοντρόπετρες, κρυμμένος ἀπὸ ἀνέμους. Ἔπεσα ἐκεῖ, συνέφερα, καὶ φάνη ἡ θεία ἡ νύχτα· καὶ πέρ' ἀπ' τὸ οὐρανόθρεφτο ποτάμι ξεκινώντας, μὲς στὰ χαμόδεντρα ἔγειρα, μὲ σωριασμένα φύλλα {{r|285}} ἀπάνω μου, καὶ μοῦ 'χυσε ὁ θεὸς ἀτέλειωτο ὕπνο. Ἐκεῖ, στὰ φύλλα ἀνάμεσα, μὲ στήθια ταραγμένα, ὁλονυχτὶς κοιμόμουνα ὡς αὐγὴ καὶ μεσημέρι. Μ' ἀφήνει ὁ ὕπνος ὁ γλυκὸς στὸ γέρμα τοῦ ἥλιου ἀπάνω, καὶ νιώθω τὶς συντρόφισσες τῆς κόρης σου, ποὺ παῖζαν {{r|290}} στὸν ἄμμο· ἐκείνη σὰ θεὰ σφαντοῦσε ἀνάμεσά τους. Τῆς πρόσπεσα, κι αὐτὴ ἔδειξε περίσσια φρονιμάδα, ὅση δὲν ὄλπιζα ποτὲς ἀπὸ μικρὴ νὰ τύχω· τὶ οἱ νέοι πάντα ἀστοχασιὲς νὰ κάνουν συνηθᾶνε. Μοῦ 'δωσε γέμα καὶ λαμπρὸ κρασί, καὶ στὸ ποτάμι {{r|295}} σὰ λούστηκα, μὲ τὰ σκουτιὰ μὲ φόρεσε ποὺ βλέπεις. Σοῦ τά 'πα ὅλα ἀληθινά, ὅσὸ ἂν πονῆ ἡ ψυχή μου.”      Κι ὁ Ἀλκίνος τότες γύρισε καὶ λάλησέ του κι εἶπε· “Δὲν τὸ στοχάστη ἡ κόρη μου σωστά, ὦ ξένε, ἐτοῦτο, ποὺ ἴσια σ' ἐμᾶς δὲ σ' ἔφερε μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες, {{r|300}} ἂν κι ἐσὺ πρῶτα πρόσπεσες καὶ τὴν παρακαλοῦσες.”      Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος γυρίζει καὶ τοῦ κρένει· “Μὴν τὴ μαλώσης, ὦ ἥρωα, τὴν ἄφταιγή σου κόρη· μοῦ 'λεγε αὐτὴ κατόπι της νὰ ρθῶ μὲ τὶς γυναῖκες, μὰ ἐγὼ ἀπὸ φόβο καὶ ντροπὴ δὲν ἤθελα νὰ σμίξω, {{r|305}} νὰ μῆ μᾶς δῆς, κι ἀπὸ θυμὸ ἄξαφνα ὁ νοῦς σου ἀνάψη· γιατὶ εὔκολα ὀργιζόμαστε στὴ γῆς έμεῖς οἱ ἀνθρώποι.” Κι ὁ Ἀλκίνος πάλε γύρισε καὶ λάλησέ του κι εἶπε· “Ἐμένα, ὦ ξένε, ἀνώφελα ἡ ψυχή μου δὲ χολώνει στὰ στήθια μου· κάλλιο ὅλα μας μὲ μέτρο νά 'ναι πάντα. {{r|310}} Μακάρι ὁ Δίας κι ἡ Ἀθηνᾶ κι ὁ Ἀπόλλωνας νὰ δώσουν σὰν τέτοιος πού 'σαι στή μορφή, κι ὁμόγνωμος μ' ἐμένα, νὰ πάρής καὶ τὴν κόρη μου καὶ νὰ λεχτῆς γαμπρός μου κι ἐδῶ νὰ ζῆς· θὰ σοῦ 'δινα καὶ χρήματα καὶ σπίτι, ἂν ἔμνησκες αὐτόθελα· μὰ ἂν ὄχι, δὲ σὲ βιάζει {{r|315}} κανένας ἀπ' τοὺς Φαίακες· νὰ μὴν τὸ δώση ὁ Δίας. Ξέρε πὼς αὔριο συνοδειὰ θὰ βάλω νὰ σὲ πάρουν· θὰ κοίτεσαι πηγαίνοντας καὶ θὰ γλυκοκοιμᾶσαι, κι αὐτοὶ τ' ἀτάραγα νερὰ θὰ σκίζουν ὡς νὰ φτάσης στὴ γῆς σου καὶ στὰ σπίτια σου, κι ὅπου ἀγαπᾶς, μὰ ἂς εἶναι {{r|320}} ἀκόμα πιὸ μακρύτερα τὸ μέρος κι ἀπ' τὴν Εὔβοια, ποὺ λὲν στὴν ἄκρη βρίσκεται τοῦ κόσμου ὅσοι τὴν εἶδαν ἀπ' τοὺς δικούς μας, τὸν ξανθὸ Ραδάμανθη σὰν πῆραν, νὰ πάη νὰ δῆ τὸν Τιτυὸ ποὺ γιὸς εἶναι τῆς Γαίας. Ἐκεῖ τότε ἦρθαν ὅλοι τους, καὶ δίχως κόπο φτάσαν {{r|325}} μονημερίς, καὶ γύρισαν πίσω στὴ γῆς τους πάλε. Καὶ θένα δῆς τί πλοῖα λαμπρὰ καὶ τί λεβέντες ἔχω, ποὺ ἀνατινάζουν τοὺς ἀφροὺς μὲ τοῦ κουπιοῦ τὴν πλάτη.”      Σ' αὐτὰ τὰ λόγια χάρηκε ὁ πολύπαθος Δυσσέας, καὶ τότες προσευκήθηκε κι εἶπε· “Πατέρα Δία, {{r|330}} μακάρι καθετὶς νὰ βγῆ ποὺ λάλησε ὁ Ἀλκίνος· ἔτσι, στήν τροφοδότρα γῆς ἄσβηστη δόξα νά 'χη, κι ἐγὼ νὰ τύχω γυρισμὸ στὴν πατρική μου χώρα.”      Τέτοια μιλοῦσαν κι ἔλεγαν ἐκεῖνοι ἀνάμεσό τους· καὶ πρόσταξε τὶς δοῦλες της ἡ Ἀρήτη ἡ ἀσπροχέρα {{r|335}} στρωσίδια νὰ τοιμάσουνε, νὰ βάλουνε τὰ χράμια τὰ κερμεζὰ καὶ τὰ ὄμορφα, κι ἀπάνω τους τὰ πεύκια, καὶ τὶς φλοκάτες τὶς κρουστὲς γιὰ ντύσιμο ἀποπάνω. Κι οἱ δοῦλες βγήκανε μὲ φῶς στὰ χέρια νὰ τοῦ στρώσουν· καὶ τὸ κλινάρι τὸ στεριὸ σὰν ἔστρωσαν καὶ φτιάξαν, {{r|340}} πήγανε στάθηκαν κοντὰ στὸν Ὀδυσσέα καὶ τοῦ εἶπαν· “Σήκου, νὰ πᾶς νὰ κοιμηθῆς, ὦ ξένε, εἶναι στρωμένα.” Εἶπαν, κι ἐκείνου ποθητὸ τοῦ φάνη τὸ κλινάρι.      Τότε ὁ πολυβασάνιστος, ὁ θεῖος Ὀδυσσέας κοιμήθηκε στὸ τορνευτὸ τῆς αἴθουσας κρεβάτι· {{r|345}} στοῦ παλατιοῦ τ' ἀπόβαθα πλαγιάζει κι ὁ Ἀλκίνος, καὶ δίπλα του ἡ βασίλισσα τοῦ σιάζει τὰ στρωσίδια. </poem> m6kachihs71d8ewb5hdowsianh6srfo Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/θ 0 15741 166709 93719 2026-06-25T20:48:06Z Sarri.greek 10495 κάθε 5 στίχους {{r|5}} 166709 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία θ | επόμενο = [[../ι|Ραψωδία ι]] | προηγούμενο= [[../η|Ραψωδία η]] | σημειώσεις = }} <poem> Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, κι ὁ Ἀλκίνος ὁ τρανόψυχος σηκώθη ἀπὸ τὸν ὕπνο· σηκώθη κι ὁ διογέννητος, ὁ κουρσευτὴς Δυσσέας· κι ὁ Ἀλκίνος ὁ τρανόψυχος τὸν πῆρε στῶ Φαιάκων τὴν ἀγορά, ποὺ βρίσκονταν παράδιπλα τῶν πλοίων. {{r|5}} Ἦρθαν καὶ κάθισαν ἐκεῖ στὰ σκαλιστὰ λιθάρια ἀντάμα οἱ δυό· κι ἡ Ἀθηνᾶ τριγύριζε στὴ χώρα, μοιασμένη μὲ τὸν κήρυκα τοῦ γνωστικοῦ τοῦ Ἀλκίνου, κι ἀπὸ ἄντρα σὲ ἄντρα πήγαινε, καὶ καθενοῦ λαλοῦσε, τοῦ Ὀδυσσέα τὸ γυρισμὸ στὸ νοῦ της μελετώντας·  {{r|10}}      “Ὀμπρὸς, ἀμέτε, ὦ ἀρχηγοὶ καὶ προεστοὶ τῶ Φαιάκων, στὴν ἀγορά, ν' ἀκούσετε τὸν ξένο ποὺ ὅτι ἦρθε στὸν πύργο του περίξυπνου τοῦ Ἀλκίνου, ἀπὸ πελάγη ριγμένος· σὰν ἀθάνατος τ' ἀνάστημά του μοιάζει.      Αὐτὰ εἶπε, καθενὸς καρδιὰ καὶ νοῦ παρακινώντας. {{r|15}} Κι εὐτὺς γεμίζει ἡ ἀγορὰ καὶ τὰ θρονιὰ ἀπὸ κόσμο· καὶ θάμαζαν πολλοὶ τὸ γιὸ τηρώντας τοῦ Λαέρτη, τὸν Ὀδυσσέα τὸ γνωστικό, ποὺ ἡ Ἀθηνᾶ μὲ χάρη θεόσταλτη περέχα του τὴν κεφαλή, τοὺς ὤμους, καὶ μέγας κι ἁψηλόκορμος τὸν ἔκανε νὰ δείχνη, {{r|20}} ὥστε σ' ὅλους τοὺς Φαίακες νὰ γίνη ἀγαπημένος, καὶ φοβερὸς καὶ σεβαστός, καὶ στοὺς πολλοὺς ἀγῶνες ἄξιος νὰ βγῆ, ποὺ οἱ Φαίακες τοῦ στῆσανε κατόπι. Καὶ σὰ μαζώχτηκαν ἐκεῖ καὶ κάθισαν ἀντάμα, ὁ Ἀλκίνος τότε ὁ γνωστικὸς ξαγόρεψέ τους κι εἶπε· {{r|25}}      “Ἀκοῦστε με, ἐσεῖς ἀρχηγοὶ καὶ πρῶτοι τῶ Φαιάκων, τὰ ὅσα μέσα μου ἀγρικῶ νὰ σᾶς τὰ φανερώσω. Μοῦ ἦρθε ὁ ἀγνώριστος αὐτὸς καὶ πλανεμένος ξένος, ἂν ἀπὸ δύση φάνηκε γιά ἀνατολὴ δὲν ξέρω, καὶ μᾶς ζητάει προβόδωση ποὺ βέβαιο νά 'χη τέλος. {{r|30}} Κι ἐμεῖς ἂς τόνε στείλουμε σὰν τόσους ἄλλους πρὶν του, γιατὶ κανένας ποὺ ἔρχεται στοὺς πύργους μου δὲ μνήσκει πολὺν καιρὸ ἀπροβόδωτος καὶ παραπονεμένος. Μόν' πᾶμε, καὶ στὴ θάλασσα ἂς τραβήξουμε καράβι καλὸ καὶ πρωτοτάξιδο, κι ἂς διαλεχτοῦν λεβέντες {{r|35}} ἀπ' τὸ λαὸ πενηνταδυό, ποὺ νά 'ναι οἱ πρῶτοι ἀπ' ὅλους. Σὰν καλοδέστε τὰ κουπιὰ στοὺς πάγκους ξαναβγῆτε, κι ἐλᾶτε στὰ παλάτια μου νὰ βρῆτε φαγοπότι, ποὺ ἐγὼ θὰ τό 'χω γιὰ ὅλους σας μὲ βιάση ἑτοιμασμένο. Αὐτὰ στοὺς νέους λεβέντηδες προστάζω· οἰ ἄλλοι πάλε, {{r|40}} οἱ βασιλέοι, στὰ ὄμορφα παλάτια μου νὰ ἐρθῆτε, τὸν ξένο νὰ φιλέψουμε· μὴν πῆ κανένας ὄχι· καὶ τὸ λαμπρὸ τραγουδιστὴ Δημόδοκο καλέστε, ποὺ τοῦ 'χει δὰ χαρίσει ὁ θεὸς τοῦ τραγουδιοῦ τὸ δῶρο, νὰ μᾶς γλεντάη μ' ὅσα γλυκὰ τραγούδια βγάζει ὁ νοῦς του.” {{r|45}}      Αὐτὰ εἶπε, καὶ σηκώθηκε, κι οἱ βασιλέοι κατόπι· καὶ πῆγε τὸν τραγουδιστὴ τὸ θεῖο ὁ κράχτης νά 'βρη, καὶ παλληκάρια διάλεξαν πενηνταδυό, ποὺ πῆγαν, σὰν ποὺ εἶπε, στῆς ἀτρύγητης τῆς θάλασσας τὴν ἄκρη. Καὶ στὸ γιαλὸ σὰν κίνησαν, πρὸς τὸ γοργὸ καράβι, {{r|50}} τὸ τράβηξαν καὶ τό 'ριξαν στῆς θάλασσας τὰ βάθια, καὶ τὸ κατάρτι στήσανε μὲ τὰ πανιά του ἀπάνω, καὶ τὰ κουπιά τους στοὺς σκαρμοὺς μὲ τὰ λουριὰ τροπῶσαν, ὅλα σωστά· τὰ ὁλόασπρα πανιὰ κατόπι ἀνοῖξαν, κι ἀράξαν τὸ πλεούμενο πρὸς τὸ γιαλό· καὶ τότες {{r|55}} κινήσανε στ' ἀρχοντικὸ τοῦ γνωστικοῦ τοῦ Ἀλκίνου. Γέμισαν ὅλες οἰ αἴθουσες, οἱ αὐλὲς καὶ τὰ χαγιάτια ἀπὸ ἄντρες ποὺ μαζώχτηκαν, γέροι καὶ νιοὶ περίσσοι. Δώδεκ' ἀρνιὰ τοὺς ἔσφαξε ὁ Ἀλκίνος, ὀχτὼ χοίρους ἀσπρόδοντους καὶ βόδια δυὸ λοξόποδα τοὺς κόβει, {{r|60}} ποὺ τά 'γδαραν καὶ τά 'σφαξαν καὶ στρώσανε τραπέζια.      Φέρνει κι ὁ κράχτης τὸν καλὸ τραγουδιστή μαζί του, ποὺ ἡ Μοῦσα τὸν ἀγάπησε, καὶ τοῦ 'δωσε σμιγμένο καλὸ μαζὶ μὲ τὸ κακό. Τὸ φῶς του αὐτὴ τοῦ πῆρε, μὰ τοῦ 'φερε γλυκειὰ φωνή. Θρονὶ ἀργυροδεμένο {{r|65}} στοὺς καλεστοὺς ἀνάμεσα τοῦ στήνει ὁ κράχτης, δίπλα στύλου ἁψηλοῦ, καὶ σὲ καρφὶ τὴ λύρα του κρεμώντας ποπάνωθέ του, τοῦ 'δειξε πρὸς ποῦ ν' ἁπλοχερίση. Καὶ τοῦ 'βαλε τραπέζι ὀμπρὸς μ' ἀπάνω του πανέρι, καὶ τάσι μὲ καλὸ κρασί, νὰ πιῆ σὰν τοῦ δοκήση. {{r|70}} Τὰ χέρια τότε ὅλοι ἅπλωναν στὰ καλοφάγια ὀμπρός τους. Κι ἀπὸ πιοτὸ κι ἀπὸ φαῒ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους, τὸν ψάλτη ἡ Μοῦσα κίνησε νὰ ψάλη ἀντρῶνε δόξες, ἀπὸ τραγούδι ποὺ ἔφτανε ἡ φήμη του στὰ οὐράνια, τοῦ Ὀδυσσέα τὸ μάλωμα καὶ τοῦ Ἀχιλλέα, σὰν πιάσαν {{r|75}} μεγάλο λογομαχητὸ πὰς σὲ ἱερὴ θυσία καὶ μέσα του ὁ Ἀγαμέμνονας χαιρότανε ὁ μεγάλος ποὺ λογοφέρνανε μαζὶ τῶν Ἀχαιῶν οἱ πρῶτοι. Τὶ τέτοια τοῦ προφήτευε ὁ Ἀπόλλωνας ὁ Φοῖβος, τὸ πέτρινο σὰν πέρασε κατώφλι τῆς Πυθώνας, {{r|80}} νὰ μάθη τὰ μελλούμενα· κι ἀρχίσανε οἱ φουρτοῦνες Τρωαδιτῶν καὶ Δαναῶν, κατὰ τοῦ Δία τὸ θέλει.      Αὐτὰ τραγούδαε ὁ ξακουστὸς ὁ ψάλτης· κι ὁ Ὀδυσσέας τὸ πορφυρένιο φόρεμα μὲ τὰ δυὸ χέρια σέρνει στὴν κεφαλή, καὶ τ' ὥριο του τὸ πρόσωπο σκεπάζει· {{r|85}} τὶ ντράπηκε τὰ δάκρυα οἱ Φαίακες νὰ τοῦ βλέπουν. Κι ὅταν ὁ ψάλτης ὁ θεϊκὸς σταμάταγε, ὁ Δυσσέας τὰ δάκρυα του σφουγγίζοντας ξεσκέπαζε τὴν ὄψη, κι ἀπὸ διπλόχερο ἔσταζε καυκὶ στοὺς Ὀλυμπήσους. Μὰ πάλε σὰν ξανάρχιζε, καὶ τὸν παρακινοῦσαν {{r|90}} οἱ ἀρχόντοι, ποὺ ἀγαπούσανε τοῦ τραγουδιοῦ τὴ γλύκα, τὴν κεφαλὴ σκεπάζοντας ξαναθρηνοῦσε ἐκεῖνος. Σ' ὅλους τοὺς ἄλλους ἄφαντα τὰ δάκρυα του κυλοῦσαν, καὶ μόνε ὁ Ἀλκινος τά 'νιωσε καὶ τὰ εἶδε, ποὺ σιμά του καθόταν, καὶ τὸν ἄκουγε νὰ βαριαναστενάζη. {{r|95}} Κι εὐτὺς στοὺς Φαίακες γυρνάει τοὺς ναυτικοὺς καὶ κρένει·      “Ἀκοῦτε, τῶ Φαιάκωνε ὦ προεστοὶ κι ἀρχόντοι· τώρα ποὺ ἐδῶ χαρήκαμε τὸ μοιραστὸ τραπέζι, καὶ τὴ γλυκειὰ συντρόφισσα τῶν τραπεζιῶν, τὴ λύρα, ἂς βγοῦμε γιὰ νὰ παίξουμε, καὶ σ' ὅλους, τοὺς ἀγῶνες, {{r|100}} ποὺ νὰ δηγέται ὁ ξένος μας στοὺς φίλους καὶ δικούς του, σὰν πάη στὴ γῆς του, πόσο ἐμεῖς τοὺς ἄλλους ξεπερνοῦμε στὸ πόλεμο καὶ στὴ γροθιά, στὸ πήδημα, στὰ πόδια.”      Αὐτὰ σὰν εἶπε, κίνησε, κι οἱ ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν. Κι ὁ κράχτης ξανακρέμασε τὴ βροντερὴ τὴ λύρα, {{r|105}} καὶ τὸ Δημόδοκο ἔβγαλε, κρατώντας του τὸ χέρι, ὄξω ποὺ οἱ ἄλλοι διάβαιναν, οἱ πρῶτοι τῶ Φαιάκων, νὰ δοῦνε τ' ἀγωνίσματα καὶ νὰ τὰ σεριανίσουν. Καὶ πήγανε στὴ ἀγορὰ μὲ πλῆθος λαὸ κατόπι· ἐκεῖ πολλοὶ σηκώθηκαν καὶ διαλεχτοὶ λεβέντες· {{r|110}} πετάχτηκαν Ἀκρόνεος, Ὠκύαλος, Ἐλατρέας· Ναυτέας, Πρυμέας ὕστερα κι Ἀχίαλος κι Ἐρετμέας, Ποντέας κι Ἀναβησίνεος, Θόωνας καὶ Πλωρέας κι ὁ Ἀμφίαλος τοῦ Πολύνεου τοῦ Τεχτονίδη ὁ γόνος· σηκώθηκε κι ὁ Εὐρύαλος σὰν ἀντροφόνος Ἄρης, {{r|115}} κι ὁ Ναυβολίδης στὸ κορμὶ καὶ στὴ μορφιὰ περνώντας ὅλους τοὺς Φαίακες, ἐξὸν τὸν ὥριο Λαοδάμα. Σηκώθηκαν κι οἱ τρεῖς οἱ γιοὶ τοῦ παινεμένου Ἀλκίνου, ὁ ἰσόθεος Κλυτόνεος, ὁ Ἅλιος κι ὁ Λαοδάμας. Καὶ πρῶτα βουληθήκανε στὸ τρέξιμο νὰ βγοῦνε. {{r|120}} Ἀπὸ τὴ στήλη χούμηξαν ὅλοι μαζὶ μὲ φούρια, καὶ σκόνη σήκωναν καθὼς πετούσανε στὸ σιάδι. Κι ὁ ἄξιος ὁ Κλυτόνεος στὸ τρέξιμο ἦρθε πρῶτος· κι ὅσο μουλάρια ὀργώνουνε σ' ἄσπαρτους τόπους μάκρος, τόσο στὸ πλῆθος ζύγωσε, κι ἐκείνους πίσω ἀφῆκε. {{r|125}} Κατόπι παραβγήκανε καὶ στὴ βαρειὰ παλαίστρα, καὶ πρῶτος φάνη ὁ Εὐρύαλος ἀπ' ὅλους τοὺς λεβέντες. Στὸ πήδημα ὁ Ἀμφίαλος ξεπέρασε τοὺς ἄλλους, στὴν πέτρα ἀπ' ὅλους κρίθηκε παράξιος ὁ Ἐλατρέας, κι ὁ Λαοδάμας, ὁ καλὸς τοῦ Ἀλκίνου ὁ γιός, στὸ γρόθο· {{r|130}} καὶ σάνε καλογλέντησαν μὲ τοὺς ἀγῶνες ὅλοι, τοῦ Ἀλκίνου ὁ γιὸς τὰ λόγια αὐτὰ τοὺς εἶπε, ὁ Λαοδάμας·      “Ἀδέρφια, ἂς τὸν ρωτήξουμε τὸν ξένο ἐδῶ ἂν κατέχη κανένα ἀγώνα, τὶ κακὸ κορμὶ θαρρῶ δὲν ἔχει· τὰ χέρια, οἱ ἄντζες, τὰ μεριά, κι ὁ σβέρκος ὁ γερός του {{r|135}} δείχνουν περίσσια δύναμη· μηδὲ του λείπει ἡ νιότη, μόνε ποὺ πάθια ἀρίθμητα τὸν ἔχουν τσακισμένο. Τὶ σὰν τὴν πικροθάλασσα κακὸ δὲν ἔχει κι ἄλλο νὰ καταλῆ τὸν ἄνθρωπο, κι ἂς εἶναι σιδερένιος.”      Καὶ τότ' ὁ Εὐρύαλος γυρνᾶ κι αὐτὰ τοῦ ἀπολογιέται· {{r|140}} “Λαοδάμα, αὐτὸ πολὺ σωστὰ μᾶς τό 'πες. Ἄμε τώρα, κι ὁ ἴδιος σου μιλώντας του σὲ ἀγώνα κάλεσέ τον.”      Αὐτὸ σὰν ἄκουσε ὁ καλὸς ὁ γιόκας τοῦ Ἀλκίνου, στὴ μέση πῆγε στάθηκε, καὶ μίλαε τοῦ Δυσσέα·      “Ἔλα, πατέρα ξενικέ, νὰ βγῆς κι ἐσὺ σὲ ἀγώνα, {{r|145}} ἂν ξέρης, καὶ μοῦ φαίνεσαι πὼς ξέρεις ἀπὸ ἀγῶνες· τὶ δόξα μεγαλύτερη στὴ ζωὴ δὲν ἔχει ὁ ἄντρας, ἀπ' ὅση τὰ ἔργα τῶ χεριῶν καὶ τῶν ποδιῶν τοῦ φέρνουν. Ἔλα, ἀγωνίσου, σκόρπισε τὶς ἔννοιες ἀπ' τὸ νου σου, τὶ δὲ θ' ἀργήση ἐσένα πιὰ πολὺ τὸ γυρισμά σου· {{r|150}} καὶ τὸ καράβι σου ἕτοιμο, κι οἱ διαλεχτοὶ συντρόφοι.”      Τότε γυρνᾶ ὁ πολύβουλος Δυσσέας κι ἀπολογιέται· “Τί μὲ πειράζετε μ' αὐτὰ ποὺ λέτε, ὦ Λαοδάμα; Ἔννοιες περίσσιες ἔχω ἐγὼ στὸ νοῦ μου, κι ὄχι ἀγῶνες, ποὺ πάμπολλα εἶδα κι ἔπαθα, κι έδῶ στὴ σύναξή σας {{r|155}} ποὺ ἔφτασα τώρα κάθουμαι, τὸ βασιλιά σας κι ὅλους παρακαλώντας γυρισμὸ πατρίδας νὰ μοῦ δώσουν.”      Καὶ τότες τὸν ἀντίσκοψε ὁ Εὐρύαλος καὶ τοῦ εἶπε· “Πολύξερος ἀλήθεια ἐσὺ δὲ μοῦ σφαντᾶς, ὦ ξένε, στὰ τόσα τ' ἀγωνίσματα ποὺ συνηθίζει ὁ κόσμος. {{r|160}} Μόνε σὰν κάποιος φαίνεσαι ποὺ μὲ καράβι βγαίνει, κι ὁρίζει ναῦτες ποὺ καλοὶ περνοῦν πραματευτάδες, κι ὁ νοῦς του πάντα στὸ φορτιό, τὸ μάτι στὴν πραμάτεια, κέρδη ζητώντας ἁρπαχτά· ὄχι, ἀθλητὴς δὲ μοιάζεις.”      Τότες λοξὰ κοιτώντας τον τοῦ κάνει ὁ Ὀδυσσέας· {{r|165}} “Ἄσκημα τά 'πες, φίλε, αὐτά, καὶ φαφλατὰς μοῦ μοιάζεις. Σ' ὅλους τοὺς ἄντρες οἱ θεοὶ κάθε καλὸ δὲ δίνουν, οὔτε ὄψη κι οὔτε καύκαλα, κι οὔτε μιλιὰ καὶ γλῶσσα. Μόνε ἄλλος ἄντρας στὴ μορφιὰ ἀδικήθηκε, κι ὡς τόσο ὁ θεὸς μὲ λόγια τὴ μορφὴ στολίζει τέτοιου ἀνθρώπου, {{r|170}} καὶ τὸν θωροῦν καὶ χαίρουνται ποὺ εὐκολοσυντυχαίνει γλυκὰ καὶ συσταζούμενα, καὶ λάμπει μὲς στοὺς ἄλλους, καὶ τὸν τηρᾶνε σὰ θεὸ ἀπ' τὴ χώρα σὰ διαβαίνη. Κι ἀλλονοῦ πάλε τὸ κορμὶ μὲ ἀθάνατου λὲς μοιάζει, ὅμως τὰ λόγια του αὐτουνοῦ δὲν τὰ στολίζει ἡ χάρη. {{r|175}} Ἔτσι κι ἐσὺ λαμπρὸ κορμὶ μᾶς δείχνεις, ποὺ δὲν μπόρειε θεὸς νὰ πλάση ἀνώτερο, κι ὅμως ὁ νοῦς σου κλούβιος. Μοῦ τάραξες τὰ μέσα μου μὲ τ' ἄπρεπά σου λόγια, τὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀνήξερος ἀπὸ καλοὺς ἀγῶνες, σὰν ποὺ μᾶς εἶπες τώρα δά, μόν' ἤμουν ἀπ' τοὺς πρώτους, {{r|180}} στὴ νιότη καὶ στὰ χέρια μου σὰν εἶχα μπιστοσύνη. Τώρα ὅμως πόνοι μὲ κρατοῦν σκληροί, γιατὶ ἔχω πάθει μύρια δεινὰ στὶς θάλασσες καὶ στοὺς φριχτοὺς πολέμους. Μὰ πάλε, ὅσα κι ἂν ἔπαθα, θὰ μπῶ μὲς στὸν ἀγώνα, τὶ ὁ λόγος σου ὁ πειραχτικὸς μοῦ κέντησε τὰ σπλάχνα.” {{r|185}}      Εἶπε, χωρὶς νὰ γυμνωθῆ πετιέται, ἁρπάει λιθάρι τρανό, χοντρό, βαρύτερο πολὺ ἀπὸ τὰ λιθάρια ποὺ ρίχτανε σὰν παίζανε οἱ Φαίακες συνατοί τους. Τὸ στρίβει, καὶ τὸ σφεντονάει μὲ τὴ βαρειά του χέρα. Βούϊξ' αὐτό, κι οἱ Φαίακες στὴ γῆς ἀπ' τὴν ὁρμή του {{r|190}} σκύψανε, οἱ μακρόλαμνοι καὶ θαλασσακουσμένοι· Πέταξ', ἡ πέτρα ἀπάνωθε ἀπ' τῶν ἄλλων τὰ σημάδια, γοργογυρνώντας· ἡ Ἀθηνᾶ σημάδεψε τὴν ἄκρη, μὲ ἄντρα στὴν ὄψη μοιάζοντας, καὶ φώναξέ τον κι εἶπε·      “Τέτοιο σημάδι καὶ τυφλὸς ψάχνοντας θά 'βρη, ὦ ξένε· {{r|195}} μὲ τ' ἄλλα αὐτὸ δὲ σμίχτηκε, μόν' εἶναι πρῶτο πρῶτο, καὶ μὴ φοβᾶσαι· Φαίακας κανένας δὲν τὸ φτάνει.”        Ἔτσ' εἶπε· καὶ ὁ πολύπαθος τὸ χάρηκε Ὀδυσσέας, ποὺ βρῆκε μὲς στὴ σύναξη καλόβουλο ἕνα φίλο, {{r|200}} καὶ μ' ἀλαφρότερη καρδιὰ τότε εἶπε τῶ Φαιάκων·      “Φτάστε με τώρα αὐτοῦ, παιδιά, κι ὕστερα ρίχτω κι ἄλλο σὲ τόσο μάκρος ἀπ' ἐδῶ, ἢ καὶ ,παρέκει ἀκόμα. Κι ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὅποιονα βαστάει τώρα ἡ καρδιά του, ἂς βγῆ μαζί μου, τὶ ἡ χολὴ μοῦ ἀνέβηκε στ' ἀλήθεια, {{r|205}} σὲ γρόθο, ἢ καὶ στὸ πάλαιμα, στὸ τρέξιμο, ὅ,τι θέλει· ὅλοι ἂς ἐρθοῦν οἱ Φαίακες μὰ ὄχι ὁ Λαοδάμας, τὶ αὐτὸς μὲ φιλοξένησε· μὲ φίλο ποιός τὰ βαζει; Κλούβιος ἀλήθεια ὁ ἄνθρωπος καὶ τιποτένιος εἶναι ποὺ μ' ἕναν ποὺ τὸν φίλεψε παλέματα γυρεύει {{r|210}} σὲ ξένον τόπο, καὶ ζαβὰ τοῦ βγαίνουν ὅλα ἐτούτου. Τοὺς ἄλλους δὲν ἀρνιοῦμαι τους μηδ' ἀψηφῶ κανέναν, μόν' νὰ τοὺς μάθω λαχταρῶ καὶ νὰ τοὺς δοκιμάσω. Μὲ ἀνθρώπους ποὺ ἀγωνίζουνται κακὸς ἐγὼ δὲν εἶμαι. Ξέρω νὰ πιάνω τεχνικὰ καλόφτιαστο δοξάρι, {{r|215}} καὶ πρῶτος ρίχνοντας χτυπῶ μέσα σ' ὀχτρῶν ἀσκέρι ὅποιον ματιάσω, δίπλα μου κι ἂς στέκουνται ὅσοι θένε συντρόφοι, καταπάνω τους σαΐτες νὰ τραβᾶνε. Ὁ Φιλοχτήτης μοναχὰ μὲ πέρναε στὸ δοξάρι, σὰν παραβγαίναμ' οἱ Ἀχαιοὶ στὴ χώρα τῆς Τρωάδας. {{r|220}} Κι ἀπὸ τοὺς ἄλλους λέω ἐγὼ ἀνώτερος πὼς εἶμαι, ὅσοι στὸν κόσμο ζοῦν θνητοὶ σιταροφάγοι τώρα. Ὅμως δὲν ἤθελα νὰ βγῶ μὲ τοὺς παλιοὺς ἐκείνους, τὸν Ἡρακλῆ ἢ τὸν Εὔρυτο, τῆς Οίχαλίας τὸ ρήγα, ποὺ δύνονταν καὶ μὲ θεούς νὰ βγοῦνε στὸ δοξάρι. {{r|225}} Γι' αὐτὸ νωρὶς ἀπέθανε κι ὁ Εὔρυτος ὁ μέγας, καὶ γερατειὰ δὲν ἔφτασε· ὁ Ἀπόλλωνας τοῦ ὀργίστη, καὶ τόνε σκότωσε, ποὺ αὐτὸς στὴ σαΐτα τὸν καλοῦσε. Καὶ ρίχνω τὸ κοντάρι ἐγὼ ὅσο ἄλλος μηδὲ σαΐτα. Μόνε στὰ πόδια Φαίακας θὰ μὲ ξεπέρναγε ἴσως, {{r|230}} τὶ μ' ἔχουν ἄσκημα πολὺ τὰ πέλαα δαμασμένο· περνώντας δίχως νοιάσιμο χαυνώθηκα στὰ πλοῖα.”        Μιλοῦσε αὐτά, καὶ σύχαζαν οἱ ἄλλοι σωπασμένοι. Μονάχα ὁ Ἀλκίνος γύρισε καὶ λάλησέ του κι εἶπε· {{r|235}}      “Ἐμᾶς αὐτὰ δὲ μᾶς λυποῦν ποὺ συντυχαίνεις, ξένε· μόνε νὰ δείξης σὲ ὅλους μας ζητᾶς τὴν λεβεντιά σου, ἀπὸ θυμό, ποὺ αὐτὸς ἐδῶ σὲ πρόσβαλε ὀμπροστά μας, ποὺ ἄλλοτες νὰ μὴν μπορῆ θνητὸς νὰ ψεγαδιάση τὴ λεβεντιά σου, ἂν ἔχη νοῦ σωστα νὰ συλλογιέται. {{r|240}} Ἄκου με τώρα τί θὰ πῶ, γιὰ νὰ τὰ λὲς καὶ σ' ἄλλους ἡρώους στὰ παλάτια σου σὰν εἶστε σὲ τραπέζι μὲ σύγκοιτη καὶ μὲ παιδιὰ τριγύρω, καὶ θυμᾶσαι τὴ λεβεντιά μας, κι ὅσα ἐμᾶς ἔχει ὁρισμένα ὁ Δίας ἔργα νὰ κάνουμε ἀπ' ἀρχῆς, ἀπ' τὰ προγονικά μας. {{r|245}} Ἐμεῖς καλοὶ ἂ δὲν εἴμαστε στὸ γρόθο ἢ στὴν παλαίστρα, στὸ τρέξιμο ὅμως πεταχτοί, καὶ στὰ καράβια πρῶτοι· καὶ μᾶς ἀρέσουνε χοροί, κιθάρες, φαγοπότια, ἀπανωτὲς ρουχαλλεξιές, ζεστὰ λουτρά, κλινάρια. Καὶ τώρα ἐλᾶτε, οἱ Φαίακες οἱ πιὸ ἄξιοι χορευτάδες, {{r|250}} χορέψτε, ὁ ξένος γιὰ νὰ λέη στοὺς φίλους καὶ δικούς του, πίσω σὰν πάη, ὡς πόσο ἐμεῖς τοὺς ἄλλους ξεπερνᾶμε στ' ἀρμένισμα καὶ στὸ χορό, στὰ πόδια, στὸ τραγούδι. Κι ἀμέσως τὴ γλυκόχορδη τὴ λύρα ἂς τρέξη κάποιος νὰ φέρη τοῦ Δημόδοκου, 'πομέσα ἀπ' τὸ παλάτι.” {{r|255}}      Ἔτσι μιλάει ὁ θεόμοιαστος ὁ Ἀλκίνος, καὶ πετιέται ὁ κήρυκας τὴ βαθουλὴ τὴ λύρα ἐκεῖ νὰ φέρη. Κατόπι ἐννιὰ σηκώθηκαν κριτάδες διαλεγμένοι ἀπ' τὸ λαὸ νὰ κυβερνοῦν μὲ τάξη τοὺς ἀγῶνες· τὸ χοροστάσι ἰσιώσανε, κι ἀνοίξανε τὸ γῦρο, {{r|260}} Φέρνει τοῦ ψάλτη ὁ κήρυκας τὴ βροντερὴ τὴ λύρα, καὶ πῆγε αὐτὸς καταμεσίς, κι ὁλόγυρά του νέοι στεκόντανε ἱδρομούστακοι, τεχνῖτες χορευτάδες, κι ἀρχίσαν θεϊκὸ χορό· καὶ κοίταγε ὁ Ὀδυσσέας τὰ πόδια τ' ἀστραφτόγοργα, καὶ θάμαζε ἡ ψυχή του. {{r|265}}      Καὶ μὲ τή λύρα του ἄρχισε γλυκὰ τραγούδια ἐκεῖνος, τῆς Ἀφροδίτης τῆς λαμπρῆς καὶ τοῦ Ἄρη τὶς ἀγάπες, κρυφὰ σὰν πρωτοσμίξανε στοῦ Ἡφαίστου τὰ παλάτια, καὶ δῶρα ὁ Ἄρης δίνοντας ἀτίμασε τὸ στρῶμα τοῦ Ἡφαίστου· καὶ μηνύτορας ὁ Ἥλιος τοῦ ἦρθε τότες, {{r|270}} τὶ αὐτὸς τοὺς δυό τους μάτιασε ποὺ ἀγκαλιαστὰ φιλιόνται, Κι ὁ Ἥφαιστος σὰν τ' ἄκουσε βαριὰ τοῦ κακοφάνη· πηγαίνει στ' ἀργαστήρι του μὲ πονηριὰ στὸ νοῦ του, μεγάλο ἀμόνι στύλωσε, καὶ βάρεσε καὶ κόβει δεσμὰ ἄσπαστα κι ἀξέλυτα, γιὰ νὰ πιαστοῦνε μέσα. {{r|275}} Καὶ τὰ δεσμὰ σὰν ἔφτιαξε ὀργισμένος μὲ τὸν Ἄρη, πῆγε ἴσια ἐκεῖ ποὺ βρίσκονταν τοῦ γάμου του τὸ στρῶμα, καὶ τά 'ριξε ὁλοτρόγυρα στοῦ κρεβατιοῦ τὰ πόδια· ἔρριξε κι ἄλλα ἀπ' τὴ σκεπὴ ἀποπάνωθε περίσσια, ψιλὰ σὰν ἀραχνόκλωστες, ποὺ ὡς καὶ θεὸς δὲν μπόρειε {{r|280}} νὰ τὰ ξανοίξη, τεχνικὰ φτιασμένα σὰν ποὺ τά 'χε. Καὶ σὰν τὰ καλοτύλιξε τριγύρω στὸ κλινάρι, στῆς Λῆμνος ἔκανε πὼς πάει τὴν ὄμορφη τὴ χώρα, ποὺ αὐτὴν ἀπ' ὅλες πιότερο τὶς χῶρες ἀγαποῦσε. Κι ὁ Ἄρης δὲν κοίταγε ἄδικα ὁ χρυσοχαλινάρης, {{r|285}} μόνε εἶδε τὸν πολύτεχνο τὸν Ἥφαιστο νὰ φεύγη· καὶ στὸ παλάτι κίνησε τοῦ δοξασμένου Ἡφαίστου, τῆς Ἀφροδίτης τῆς λαμπρῆς τὴν ἀγκαλιὰ ποθώντας. Κι ἐκείνη, ὅτ' ἦρθε ἀπ' τοῦ τρανοῦ γονιοῦ της τὰ παλάτια, καθότανε· καὶ μπῆκε αὐτός, χερόπιασέ την, κι εἶπε·  {{r|290}}      “Ἔλα, ἀκριβή, νὰ πέσουμε νὰ γλυκοκοιμηθοῦμε, τὶ ὁ Ἥφαιστος δὲν εἶν' ἐδῶ, παρὰ φτασμένος θά 'ναι στὴ Λῆμνο, ποὺ οἱ ἀγριόφωνοι οἱ Σινταῖοι λημεριάζουν.”      Εἶπε, κι ἐκείνης ἀρεστὸ τῆς φάνη νὰ πλαγιάσουν. Κι ἅμα ἔπεσαν, τοὺς κράταγαν ἀπὸ παντοῦ στὸ στρῶμα {{r|295}} τὰ ψιλοκάμωτα δεσμὰ τοῦ ἑφτάξυπνου τοῦ Ἡφαίστου, καὶ μήτε νὰ σαλέψουνε, καὶ μήτε νὰ σηκώσουν μέρος κορμιοῦ δὲ δύνονταν. Καὶ τό 'νιωσαν πιὰ τότες πὼς τρόπο νὰ ξεφύγουνε τὸ δέσιμο δὲν εἶχε. Κι ἦρθε σιμά τους ἄξαφνα ὁ θεὸς ὁ κουτσοπόδης, ποὺ πίσω ξαναγύρισε, στὴ Λῆμνο πρὶ νὰ φτάση, {{r|300}} τὶ ὁ Ἥλιος παραφύλαγε, καὶ μήνυμα τοῦ πῆγε. Κινάει πρὸς τὸ παλάτι του μὲ τὴν καρδιὰ θλιμμένη. Στὰ πρόθυρα σὰ στάθηκε, βαρὺς καημὸς τὸν πῆρε, καὶ σέρνει φοβερὴ φωνή, καὶ στοὺς θεοὺς χουγιάζει·      “Πατέρα Δία, καὶ θεοὶ μακαριστοὶ κι αἰώνιοι, {{r|305}} νὰ δῆτε ἐλᾶτε, πράματα γιὰ γέλια, ν' ἀπορῆστε, τοῦ Δία πῶς μὲ ντρόπιασε ἡ κόρη ἡ Ἀφροδίτη, ἐμένα τὸν κουτσό, καὶ πάει μὲ τὸ φονιὰ τὸν Ἄρη, τ' εἶν' ὥριος καὶ γερόποδος αὐτός, κι ἐγὼ σακάτης ἀπὸ γεννήσιο μου· καὶ ποιός τὸ φταίει παρὰ οἱ γονιοί μου, {{r|310}} ποὺ κάλλιο νὰ μὴ μ' ἔσπερναν. Ἀμέτε τώρα, δῆτε, ἀπάνω στὸ κρεβάτι μου πῶς κοίτουνται κι οἱ δυό τους· λυσσάζω ἐγὼ τηρώντας τους. Δὲν τὸ πιστεύω ὡς τόσο νὰ τὸ γυρέψουν ἄλλοτες παρόμοιο γλέντι ἐκεῖνοι, κι ἂς ἀγαπιοῦνται τρυφερά, μήτε γιὰ λίγην ὥρα· {{r|315}} μὰ τώρα ἀπ' τὰ κρυφὰ δεσμά, τοῦ κάκου δὲν τοὺς βγάζω πρὶν πάρω ἀπ' τὸν πατέρα της ὅλα τὰ δῶρα πίσω ποὺ γιὰ μιὰ τέτοια ἀδιάντροπη τοῦ εἶχα παραδομένα· ἂν ὄμορφη εἶναι ἡ κόρη του, ὅμως μυαλὸ τῆς λείπει.”       Εἶπε, καὶ στὸ χαλκόπυργο οἱ θεοὶ μαζεύουνται ὅλοι· {{r|320}} ἦρθ' ὁ καλόβουλος Ἑρμῆς, ὁ σείστης Ποσειδώνας, μαζί τους κι ὁ δοξαριστὴς ὁ Ἀπόλλωνας ὁ ρήγας. Ὅμως οἱ θεὲς ντραπήκανε, καὶ μείνανε στὰ σπίτια. Στὰ ξώθυρα σταθήκανε οἱ θεοὶ οὶ μεγαλοδότες, κι ἄσβηστα γέλια ἀρχίσανε οἱ ἀθάνατοι τηρώντας {{r|325}} τὴν τέχνη ποὺ σοφίστη ὁ νοῦς τοῦ ἑφτάξυπνου τοῦ Ἡφαίστου. Κι ἕνας τους τότες γύρισε καὶ λέει τοῦ πλαγινοῦ του·      “Δὲν ἔχει ὁ δόλος προκοπή, κι ὁ σιγανὸς προφταίνει τὸ γλήγορο· δὲς τὸν ἀργὸ τὸν Ἥφαιστο πῶς πιάνει τὸν Ἄρη, ποὺ πιὸ σερπετὸς ἐδῶ δὲ βρίσκεται ἄλλος, {{r|330}} μὲ τέχνες καὶ μὲ μαριολιές, καὶ τώρα θὰ πλερώνη.”      Τέτοια λαλοῦσαν κι ἔκρεναν οἱ θεοὶ ἀναμεταξύ τους· καὶ λέει τοῦ Ἑρμῆ ὁ Ἀπόλλωνας, τοῦ Δία ὁ γιός, ὁ ρήγας.      “Ὦ γιὲ τοῦ Δία, μηνυτὴ καὶ πλουτοδότη Ἑρμῆ μου, σὲ τέτοια δίχτυα δυνατὰ δὲ θά 'στεργες νὰ πέσης, {{r|335}} ἂν εἶχες τὴν ὡριόχρυση Ἀφροδίτη στὸ πλευρό σου;”      Κι ὁ μηνυτὴς ὁ Ἀργοφονιὰς, ἀπολογήθη κι εἶπε· “Δοξαριστή μου Ἀπὀλλωνα, μακάρι νὰ γινόταν. Τρεῖς φορὲς τόσα ἂς μοῦ 'ριχταν δεσμὰ γύρω τριγύρω, κι ἂς μὲ κοιτάζατε οἱ θεοὶ κι οἱ θεὲς μαζί σας ὅλες, {{r|340}} σώνει μὲ τὴν πανώρια ἐγὼ νὰ πλάγιαζα Ἀφροδίτη.”      Εἶπε, κι οἱ ἀθάνατοι θεοὶ ξεσπάσανε στὰ γέλια. Μὰ παρακάλειε ἀγέλαστος ὁ Ποσειδώνας πάντα τὸν τεχνοξάκουστο Ἥφαιστο τὸν Ἄρη νὰ ξελύση, καὶ τοῦ λαλοῦσε κι ἔλεγε μὲ φτερωμένα λόγια· {{r|345}}      “Λῦσε τον, καὶ σοῦ τάζω ἐγώ, πὼς σὰν πού ἐσὺ γυρεύεις, αὐτὸς μπρὸς στοὺς ἀθάνατους τὸ δίκιο θὰ πλερώση.”      Κι ὁ ζαβοπόδης ὁ Ἥφαιστος τοῦ ἀπάντησε καὶ τοῦ εἶπε· “Αὐτὸ μὴν τὸ γυρεύης μου, γαιοκράτη Ποσειδώνα· κακή 'ναι ἡ τέτοια ἐγγύηση γιὰ τὸν κακὸ νὰ γίνη. {{r|350}} Πῶς στοὺς ἀθάνατους ὀμπρὸς θὰ σὲ κρατῶ δεμένο, ἂν ὁ Ἄρης φύγη σὰ λυθῆ, χωρὶς νὰ μὲ πλερώση;”      Καὶ τότε ἔτσι τοῦ μίλησε ὁ σείστης Ποσειδώνας· “Κι ἂν τύχη ὁ Ἄρης, Ἥφαιστε, καὶ φύγη κι ἀστοχήση τὸ χρέος, ξέρε πὼς ἐγὼ θένα 'μαι ὁ πλερωτής σου.” {{r|355}}      Κι ὁ ζαβοπόδης ὁ Ἥφαιστος ἀπολογήθη κι εἶπε· “Στὸ λόγο σου δὲ γίνεται νὰ πῶ ὄχι, μηδὲ πρέπει.”      Εἶπε, καὶ τὰ δεσμὰ ὁ τρανὸς ὁ Ἥφαιστος ξελύνει. Κι αὐτοὶ σὰ λευτερώθηκαν ἀπ' τῶ δεσμῶν τὸ βάρος, πετάξανε, καὶ κίνησε κατὰ τὴ Θράκη ὁ Ἄρης, {{r|360}} κι ἡ φιλογέλαστη θεὰ στῆς Κύπρος πῆε τὴν Πάφο, ποὺ ἔχει ναό της καὶ βωμὸ μοσκολιβανισμένο. Οἱ Χάρες τήνε λούσανε, μὲ λάδι τὴν ἀλεῖψαν ἀθάνατο, ποὺ γιὰ θεῶν κορμιὰ μονάχα τό 'χουν, καὶ μὲ σκουτιὰ τὴν ἔντυσαν, ποὺ θάμαζες νὰ βλέπης. {{r|365}}      Αὐτὰ ὁ καλὸς τραγουδιστὴς τραγούδαε· κι ὁ Δυσσέας φραινότανε ἀγρικώντας τα· φραινόντουσαν κι οἱ ἄλλοι οἱ Φαίακες οἱ μακρόλαμνοι κι οἱ θαλασσακουσμένοι.      Κι ο Ἀλκίνος σήκωσε τοὺς δυό, Ἅλιο καὶ Λαοδάμα, χορὸ νὰ στήσουν μόνοι τους, τὶ δὲν τοὺς ἔφτανε ἄλλος. {{r|370}} Κι ἐκεῖνοι, σφαῖρα παίρνοντας στὰ χέρια πορφυρένια καὶ λαμπερή, ποὺ ὁ Πόλυβος τὴν ἔφτιαξε ὁ τεχνίτης, ὁ ἕνας τὴν ἔρριχτε ἁψηλὰ πρὸς τὰ ἰσκιερὰ τὰ νέφια, γέρνοντας πίσω· ἀπὸ τὴ γῆς πετιόταν τότε ὁ ἄλλος, κι ἀνάερα τὴν ἅρπαζε τὸ χῶμα πρὶν ἀγγίξη. {{r|375}} Κι ἀφοῦ πηδώντας ἔπαιξαν ἐκεῖνοι μὲ τὴ σφαῖρα χορὸ τότες ἀρχίσανε στὴ γὴ τὴν πολυθρόφα, συχνὰ ξαλλάζοντας· πολλὰ τὰ χέρια κουρταλώντας, ἀγόρια ἐκεῖ παράστεκαν, κι ἦταν ὁ ἀχὸς μεγάλος. Τότε ὁ Ὀδυσσέας γύρισε καὶ λάλησε τοῦ Ἀλκίνου· {{r|380}}      “Ἀλκίνο, πρῶτε βασιλιὰ καὶ τῶ λαῶν καμάρι, καὶ τὸ καυκιόσουν πὼς αὐτοὶ λαμπροί 'ναι χορευτάδες, κι ἀληθινὰ τὸ δείξανε· τοὺς βλέπω καὶ σαστίζω.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ τὰ χάρηκε ὁ ἥρωας ὁ Ἀλκίνος, καὶ στοὺς καλοὺς θαλασσινοὺς τοὺς Φαίακες τότε κρένει· {{r|385}}      “Ἀκοῦστε με ὅλοι, ὦ προεστοὶ κι ἀρχόντοι τῶ Φαιάκων, ἀλήθεια γνώση περισσὴ μᾶς δείχνει αὐτὸς ὁ ξένος, καὶ δῶρα ἂς τὸν φιλέψουμε ποὺ πρέπουνε σὲ ξένους. Δώδεκα ἐδῶ τὴ χώρα μας ὁρίζουν βασιλιάδες, κι ἐγὼ ἄλλος ἕνας, δεκατρεῖς· καθένας ἂς τοῦ φέρη {{r|390}} καθάρια καὶ καλόπλυτη χλαμύδα μὲ χιτώνα, κι ἀπό 'να τάλαντο σωστὸ βαριότιμο χρυσάφι· κι ὅλ' ἂς τὰ βάλουμε μαζὶ γιὰ νὰ τὰ πάρη ὁ ξένος στὰ χέρια του, καὶ μὲ χαρὰ στὸ δεῖπνο νὰ καθίση. Ἂς ἔρθη κι ὁ Εὐρύαλος μὲ λόγια καὶ μὲ δῶρο {{r|395}} νὰ τὸν γλυκάνη, τὶ ἄπρεπα τοῦ 'χε μιλήσει πρῶτα.”      Αὐτὰ εἶπε, κι ὅλοι πρόθυμα συφώνησαν, καὶ στεῖλαν καθένας ἕναν κήρυκα τὰ δῶρα νὰ τοὺς φέρη. Κι ὁ Εὐρύαλος σηκώθηκε καὶ λάλησέ του κι εἶπε·      “Ἀλκίνο, πρῶτε βασιλιά, καὶ τῶν λαῶν καμάρι, {{r|400}} τὸν ξένο θὰ φιλιώσω ἐγὼ καθὼς μοῦ παραγγέλνεις. Αὐτὸ τ' ὁλόχαλκο σπαθὶ μὲ τ' ἀσημένιο χέρι, ποὺ ἔχει καὶ νιοπριόνιστο φηκάρι φιλντισένιο, θὰ τοῦ τὸ δώσω, δῶρο του νὰ τό 'χη τιμημένο.”      Εἶπε, καὶ τ' ἀργυρόδετο σπαθὶ τοῦ παραδίνει, {{r|405}} καὶ λάλησέ του κι εἶπε του μὲ φτερωμένα λόγια·      “Γειά σου, πατέρα ξενικέ, βαρὺ κι ἂ σοῦ 'πα λόγο, οἱ ἀνέμοι νὰ τὸν πάρουνε, κι οἱ ἀθάνατοι νὰ δώσουν νὰ ξαναδῆς τὴ σύγκοιτη, στὸν τόπο σου νὰ φτάσης, ποὺ τώρα βασανίζεσαι μακριὰ ἀπὸ τοὺς δικούς σου.” {{r|410}}      Κι ὁ Ὀδυσσέας ὁ γνωστικὸς γυρίζει καὶ τοῦ κρένει· “Γειά σου, παιδάκι μου, κι ἐσύ, κι οἱ θεοὶ νὰ σοῦ χαρίζουν κάθε καλό· καὶ τὸ σπαθὶ ποτὲς νὰ μὴν ποθήσης ἐτοῦτο ποὺ μοῦ χάρισες, μιλώντας μου μὲ γλύκα.”      Εἶπε, καὶ τ' ἀργυρόκομπο σπαθὶ κρεμάει στὸν ὦμο, {{r|415}} Ὡς τόσο ὁ ἥλιος ἔγειρε, κι ἦρθαν τὰ ὡραῖα δῶρα, ποὺ τά 'φερναν οἱ κήρυκες στοῦ Ἀλκίνου τὸ παλάτι. Οἱ γιοὶ τὰ παραλάβανε τοῦ δοξασμένου Ἀλκίνου, καὶ στὸ πλευρὸ τῆς σεβαστῆς μητέρας τ' ἀπιθῶσαν. Τότες πρὸς τ' ἁψηλὰ θρονιὰ ὁ ἥρωας ὁ Ἀλκίνος {{r|420}} κίνησε πρῶτος, κι ἤρθανε κι οἱ ἄλλοι καὶ καθίσαν. Κι ὁ Ἀλκίνος τότε ὁ ἥρωας λάλησε τῆς Ἀρήτης·      “Φέρε τὸ πιὸ ξεχωριστὸ σεντούκι μας γυναίκα, καὶ βάλε μέσα νιόπλυτη χλαμύδα καὶ χιτώνα. Κατόπι βάλε χάλκωμα μὲ τὸ νερὸ νὰ βράση, {{r|425}} γιὰ νὰ λουστῆ, καὶ σὰν τὰ δῆ μὲ τάξη ὅλα τὰ δῶρα, ποὺ οἱ Φαίακες οἱ διαλεχτοὶ τοῦ φέραν ἐδῶ πέρα, νὰ κάμη κέφι τρώγοντας, κι ἀκούγοντας τραγούδι. Κι ἐγὼ θὰ τοῦ χαρίσω αὐτὸ τ' ὥριο χρυσὸ ποτήρι, νὰ μὲ θυμᾶται ὁλοζωῆς στ' ἀρχοντικό του μέσα, {{r|430}} στὸ Δία καὶ στοὺς ἀλλονοὺς ἀθάνατους σὰ στάζη.”      Εἶπε, καὶ στὶς κοπέλες της παράγγειλε ἡ Ἀρήτη, μέσα τριπόδι ὁλόταχα πὰς στὴ φωτιὰ νὰ στήσουν. Κι αὐτὲς τὸ χάλκωμα ἔστησαν τὸ λουτρικὸ στὴ φλόγα, καὶ μέσα χύσανε νερὸ, καὶ κάτου καῖγαν ξύλα. {{r|435}} Ζώνουν οἱ φλόγες τὴν κοιλιά, καὶ βράζει τὸ λεβέτι. Κι ἡ Ἀρήτη λαμπροκάμωτο σεντούκι γιὰ τὸν ξένο φέρνει ἀπομέσα κι ἔστρωσε τὰ ὡριόπλουμα τὰ δῶρα, φορέματα καὶ μάλαμα, ποὺ οἱ Φαίακες τοῦ δῶκαν· ἔβαλε καὶ χλαμύδα αὐτὴ καὶ διαλεχτὸ χιτώνα, {{r|440}} καὶ τότες λόγια φτερωτὰ τοῦ λάλησε καὶ τοῦ εἶπε·      “Ἀτός σου δὲς τὸ σκέπασμα, δέσε γερὰ τὸν κόμπο, νὰ μὴ σοῦ τὰ πειράξη αὐτὰ κανένας στὸ ταξίδι, στὸ πλοῖο τὸ μαυρόπλευρο ποὺ θὰ γλυκοκοιμᾶσαι.”      Κι αὐτὰ σὰν ἄκουσε ὁ τρανός, πολύπαθος Δυσσέας, {{r|445}} ταιριάζοντας τὸ σκέπασμα γερόδεσε τὸν κόμπο, μὲ τέχνη, ὅπως τὸν ἔμαθε ἡ δοξασμένη ἡ Κίρκη. Τότες σεμνὴ κελάρισσα τὸν κάλεσε νὰ σύρη πρὸς τὸ λουτρό, κι αὐτὸς ζεστὸ νερὸ σὰν εἶδε μέσα, τὸ χάρηκε, τὶ νοιάσιμο δὲν εἶχε τὸ κορμί του {{r|450}} ἀπ' τὸν καιρὸ ποὺ τῆς λαμπρῆς θεᾶς τὸ σπήλιο ἀφῆκε, πού 'χε κάθε λογῆς καλά, καὶ σὰ θεὸς περνοῦσε. Κι οἱ κόρες σὰν τὸν ἔλουσαν καὶ λάδι τὸν ἀλεῖψαν, τοῦ φόρεσαν ὡριόπλουμη χλαμύδα καὶ χιτώνα· καὶ βγαίνοντας ἀπ' τὸ λουτρὸ ξεκίναε στοὺς λεβέντες {{r|455}} ποὺ πίνανε. Κι ἡ Ναυσικᾶ μὲ κάλλη θεοσταλμένα, κοντὰ στῆς καλοκάμωτης σκεπῆς τὸ στῦλο στάθη, καὶ θάμαζε κατάματα τὸν Ὀδυσσέα τηρώντας, καὶ μὲ δυὸ λόγια φτερωτὰ τοῦ λάλησε καὶ τοῦ εἶπε·       “Γειά σου, χαρά σου, ξένε μου, καὶ σὰ βρεθῆς στὴ γῆς σου {{r|460}} νὰ μὲ θυμᾶσαι, ποὺ τὴ ζωὴ χρωστᾶς σ' ἐμένα πρώτη.”      Καὶ γύρισε ὁ τετράξυπνος Δυσσέας καὶ τῆς εἶπε· “Ὦ Ναυσικᾶ, τοῦ ἀντρόψυχου τοῦ Ἀλκίνου θυγατέρα, νὰ δώση ὁ Δίας ὁ βροντηχτής, ὁ σύγκλινος τῆς Ἥρας, στὴ γῆς μου νά 'ρθω, νὰ χαρῶ τοῦ γυρισμοῦ τὴ μέρα, {{r|465}} καὶ τότε ὁλοχρονὶς ἐγὼ σὰ θεὰ θὰ σὲ δοξάζω, ποὺ ἀλήθεια ἐσὺ, παρθένα μου, τὴ ζωὴ μοῦ 'χεις σωσμένη.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ θρονιάστηκε σιμὰ στὸ ρήγα Ἀλκίνο. Καὶ τὸ φαῒ ἐκεῖ μοίραζαν, καὶ τὸ κρασί τους σμίγαν. Ἔφερε τότε ὁ κήρυκας καὶ τὸν τραγουδιστή τους, {{r|470}} τὸ λατρευτὸ Δημόδοκο, τὸν πολυτιμημένο, καταμεσὶς τὸν κάθισε τῶν ἄλλων, καὶ σὲ στῦλο ἀκούμπησέ τον ἁψηλό. Κι ὁ θεόξυπνος Δυσσέας στὸν κήρυκα γυρίζοντας τοῦ μίλησε καὶ τοῦ 'πε, ἀφοῦ ἀπὸ ράχη ἀσπρόδοντου ἀγριόχοιρου κομμάτι γεμάτο πάχος τοῦ 'κοψε, κι ἔμνησκε κι ἄλλο ἀκόμα· {{r|475}}      “Νὰ, κράχτη, τοῦ Δημόδοκου νὰ δώσης γιὰ προσφάγι, ποὺ γκαρδιακὰ τὸν χαιρετῶ, κι ἂς εἶμαι καὶ θλιμμένος. Σ' ὅλον τὸν κόσμο τοὺς τιμοῦν τοὺς ψάλτες οἱ ἀνθρῶποι, τὶ ἡ θεία ἡ Μοῦσα τὰ γλυκὰ τοὺς δίδαξε τραγούδια, ἀγάπη πάντα δείχνοντας ξεχωριστὴ σ' ἐτούτους.” {{r|480}}      Εἶπε, καὶ στοῦ Δημόδοκου τὰ χέρια τὸ ἀπιθώνει ὁ κράχτης, καὶ τὸ δέχτηκε χαρούμενος ἐκεῖνος. Τὰ χέρια τότε ὅλοι ἅπλωναν στὰ καλοφάγια ὀμπρός τους. Κι ἀπὸ πιοτὸ κι ἀπὸ φαῒ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους, τότε εἶπε τοῦ Δημόδοκου ὁ πολύξυπνος Δυσσέας· {{r|485}}      “Ἐσένα ἀπ' ὅλους τοὺς θνητούς, Δημόδοκε, δοξάζω. Γιά ἡ κόρη τοῦ Δία σ' ἔμαθε ἡ Μοῦσα, γιά κι ὁ Φοῖβος, καὶ τὰ δεινὰ τῶν Ἀχαιῶν μὲ τόση τέχνη ψέλνεις, τὰ ὅσα πράξαν κι ἔπαθαν καὶ τράβηξαν ἐκεῖνοι· κἂν ὁ ἴδιος ἐκεῖ βρέθηκες, κἂν τ' ἄκουσες ἀπ' ἄλλους. {{r|490}} Τώρα ἔλα, σὲ ἄλλο πέρασε, καὶ τ' ἄλογο δηγήσου τὸ ξύλινο ποὺ ὁ Ἐπειὸς κι ἡ Ἀθηνᾶ σκαρῶσαν, καὶ ποὺ μὲ δόλο τό 'φερε στὸ κάστρο ὁ Ὀδυσσέας, ἄντρες γεμάτο, καὶ μ' αὐτὸ κουρσέψαν τὴν Τρωάδα. Ἂ μᾶς τὰ δηγηθῆς κι αὐτὰ σωστὰ μὲ τὴ σειρά τους, {{r|495}} σ' ὅλο τὸν κόσμο τότε ἐγὼ γιὰ πάντα θὰ τὸ κρένω, πὼς ὁ θεὸς σοῦ χάρισε τοῦ τραγουδιοῦ τὸ μάγιο.” Εἶπε, κι αὐτὸς μὲ τὸ θεὸ ἀρχινώντας, τραγουδοῦσε τὴν ἱστορία πιάνοντας ἐκεῖ ποὺ τὶς σκηνές τους κάψαν, καὶ μπῆκαν, φύγανε οἱ Ἀργῖτες μὲ τὰ πλοῖα, {{r|500}} μ' ἄλλοι τους μείνανε μαζὶ μὲ τὸν τρανὸ Ὀδυσσέα, στὴ χώρα τῶν Τρωαδιτῶν μὲς στ' ἄλογο κρυμμένοι, τὶ οἱ Τρωαδῖτες ἴδιοι τους τὸ τράβηξαν στὸ κάστρο. Τ' ἄλογο στέκονταν ἐκεῖ, κι αὐτοὶ πολλὰ λαλοῦσαν τριγύρω του· κι ἤτανε τρεῖς οἱ γνῶμες μεταξύ τους· {{r|505}} τὸ κούφιο ξύλο ἢ μὲ γερὸ νὰ σκίσουνε πελέκι, ἢ νὰ τὸ σύρουν κάτακρα νὰ πέση ἀπὰς στὰ βράχια, ἢ νὰ τ' ἀφήσουνε ἱερὸ γιὰ τοὺς θεοὺς μνημεῖο· κι αὐτὸ στὸ τέλος ἔγινε· γιατ' ἤτανε τῆς μοίρας, ἡ χώρα νὰ ξολοθρευτῆ, σὰν παραλάβη μέσα {{r|510}} μεγάλο ξύλινο ἄλογο ποὺ ὅλους τοὺς πρώτους κλειοῦσε Ἀργῖτες, πὄφερναν κακὸ καὶ φόνο στοὺς Τρωαδῖτες. Κι ἔψελνε πῶς τὴ ρήμαξαν οἱ Ἀχαιοὶ τὴ χώρα, ἀπὸ τὰ μέσα τὰ βαθιὰ χουμίζουντας τοῦ ἀλόγου. Κι ἔψελνε πῶς διαγούμιζαν ἄλλος ἀλλοῦ τὴ χώρα, {{r|515}} πῶς ὁ Ὀδυσσέας ξεκίνησε στὸν πύργο τοῦ Δῃφόβου μαζὶ μὲ τὸν ἰσόθεο Μενέλαο σὰν Ἄρης, κι ἐκεῖ, λέει, ἔπιασε βαρειὰ καὶ λυσσασμένη ἀμάχη, κι ἡ μεγαλόκαρδη Ἀθηνᾶ τοῦ χάρισε τὴ νίκη.      Αὐτὰ τραγούδαε ὁ ξακουστὸς ὁ ψάλτης· κι ὁ Ὀδυσσέας {{r|520}} ἔλυωνε, καὶ τὰ δάκρυα στὰ μάγουλά του τρέχαν. Κι ὅπως γυναίκα κλαίγοντας ἀπάνω ἀπ' τὸν καλό της, ποὺ ὀμπρὸς σὲ χώρα καὶ στρατὸ λαβώθηκε καὶ πέφτει, νὰ σώση πόλη καὶ στρατὸ ἀπὸ τὴ μαύρη μέρα, θωρώντας τον νὰ σπαρταράη στὸ ψυχομαχητό του, {{r|525}} τὸν ἀγκαλιάζει, καὶ πικρὰ μοιρολογάει, κι οἱ ἄλλοι τὴ ράχη καὶ τοὺς ὤμους της χτυπώντας μὲ κοντάρια, τὴ σέρνουν ὅπου βάσανα σκλαβιᾶς τὴν περιμένουν, κι αὐτῆς πικρὸς ψυχόπονος τὴν ὄψη της μαραίνει· ἔτσι πικρὰ κατέβαιναν τὰ δάκρυα τοῦ Ὀδυσσέα. {{r|530}} Στοὺς ἄλλους κι ἂ δὲ φαίνουνταν, μὰ τά 'νιωθε ὁ Ἀλκίνος, ποὺ ἦταν σιμά του, κι ἄκουγε τὸ βαριοστέναγμα του. Καὶ στοὺς καλοὺς θαλασσινοὺς τοὺς Φαίακες τότε εἶπε·      “Ἀκοῦστε με ὅλοι, ὦ προεστοὶ κι ἀρχόντοι τῶ Φαιάκων ἂς πάψη πιὰ ὁ Δημόδοκος τὴ βροντερὴ τὴ λύρα, {{r|535}} τὶ αὐτὰ ποὺ μᾶς τραγούδησε δὲν τὰ χαρῆκαν ὅλοι. Ἀφότου ἐδῶ καθίσαμε κι ἄρχισ' ὁ θεῖος ὁ ψάλτης,   δὲν παύει μὲ παράπονο πικρὸ νὰ κλαίγη ὁ ξένος· πόνος μεγάλος τὴν ψυχὴ τοῦ θλίβει δίχως ἄλλο. {{r|540}} Λοιπὸν νὰ πάψη ὁ ψάλτης μας γιὰ νὰ χαιρώμαστε ὅλοι, κι ἐμεῖς ποὺ τὸν φιλεύουμε, κι ὁ ξένος, εἶναι κάλλιο· τὶ ὅλα γιὰ χάρη γένηκαν τοῦ σεβαστοῦ μας ξένου, ποὺ δῶρα τοῦ χαρίσαμε, καὶ ποὺ τὸν προβοδοῦμε. Εἶναι σὰν ἴδιος ἀδερφὸς ὁ ξένος πού προσπέφτει {{r|545}} στὸν ἄντρα ποὺ σταλαματιὰ τοῦ μνήσκει νοῦς ἀκόμα, Ὅμως κι ἐσὺ μὴμ πολεμᾶς μὲ τέχνες νὰ μᾶς κρύβης ὅσα ρωτήξω· φανερὰ καλύτερ' ἂς τὰ λέμε. Πὲς τ' ὄνομα ποὺ σ' ἔκραζαν ἐκεῖ κάτω οἱ γονιοί σου, κι οἱ ἄλλοι μὲς στὸν τόπο σας, κι ἡ γειτονιὰ τριγύρω. {{r|550}} Τὶ δίχως ὄνομα μαθὲς κανένας δὲν ὑπάρχει· μιὰ καὶ στὸν κόσμο γεννηθοῦν, κακοί, καλοί, τοὺς βγάζουν καὶ τ' ὄνομά τους οἱ γονιοί. Καὶ τὴν πατρίδα πές μας, τὴ χώρα σου, τὸ δῆμο σου, νὰ νιώσουν τὰ καράβια, νὰ βάλουν πλώρη κατακεῖ, ταξίδι σὰ σὲ πάρουν. {{r|555}} Γιατὶ δὲν ταξιδεύουνε οἱ Φαίακες μὲ ποδότες, μηδ' ἔχουν τὰ καράβια τους τιμόνια, καθὼς τ' ἄλλα, παρὰ μονάχα τους τὸ νοῦ μαντεύουνε τοῦ ἀνθρώπου, κι ὅλων τὶς χῶρες ξέρουνε καὶ τὰ παχιὰ χωράφια· κι ὁλόταχα περνοῦν καὶ πᾶν στῆς θάλασσας τὰ πλάτια, {{r|560}} σὲ ἀντάρα καὶ σὲ σύννεφα κρυμμένα· καὶ δὲν ἔχουν κανένα φόβο ἢ νὰ χαθοῦν ἢ νὰ βλαφτοῦν ποτές τους. Αὐτὸ ἐγὼ κάποτε ἄκουσα καὶ ξέρω ἀπ' τὸ γονιό μου Ναυσίθο. πὼς περίσσια ἐμᾶς ζουλεύει ὁ Ποσειδώνας, ποὺ ὅλους ἐμεῖς ἀπείραχτοι στὴ γῆ τους προβοδᾶμε. {{r|565}} Κι εἶπε πὼς κάποιο Φαιακινὸ καλόφτιαστο καράβι, ποὺ θά 'ρθη ἀπὸ προβόδημα στὰ θαμπερὰ πελάγη, θὰ σπάση, καὶ στὴ χώρα μας βουνὸ θὰ ρίξη γύρω. Αὐτά 'πε ὁ γέρος κι ὁ θεὸς ἢ θὰ μᾶς τὰ τελέση, ἢ ἀτέλεστα θὰ μείνουνε, καθὼς αὐτὸς βουλιέται. {{r|570}} Μὰ πές μου τώρα ξάστερα, καὶ ξήγησέ μου κι ἄλλο, τοὺς τόπους ποὺ πλανήθηκες, τὶς ξενιτειες ποὺ πῆγες, τὶς χῶρες τὶς καλόχτιστες, καὶ ποιοί 'ναι οἱ κάτοικοί τους, καὶ ποιοί τους ἦταν δύσκολοι κι ἄγριοι κι ἀδικοπράχτες, καὶ ποιοί ἤτανε φιλόξενοι, μὲ θεοφοβιὰ στὸ νοῦ τους. {{r|575}} Πὲς καὶ γιατὶ θρηνολογᾶς καὶ κλαῖς μὲς στὴν ψυχή σου, τῶν Ἀργιτῶν σὰν ἀκοῦς τὰ πάθια καὶ τοῦ Ἴλιου. Αὐτὰ οἱ θεοὶ τὰ κάμανε, καὶ κλῶσαν τῶν ἀνθρώπων ξολοθρεμό, νὰ τά 'χουνε οἱ κατοπινοὶ τραγούδι. Ἢ τάχα στοῦ Ἵλιου νά 'πεσε τὰ τείχη συγγενής σου, {{r|580}} γαμπρὸς ἢ πεθερός; — ποὺ αὐτοὶ πιὸ κοντινοὶ περνοῦνε ἀπ' τὸ δικό μας ὕστερα τὸ αἶμα καὶ τὴ φύτρα· ἢ κάποιος βλάμης γκαρδιακὸς καὶ μὲ περίσσια γνώση; γιατὶ πιὸ λίγο ἀπ' ἀδερφὸς αὐτὸς θαρρῶ δὲν εἶναι.” </poem> a8pir4jq6faxhoos6y3os0qb07rstpb Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/σ 0 15751 166715 93729 2026-06-26T03:17:11Z Nikos1nikos1 15046 κάθε 5 στίχους {{r|5}} 166715 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία σ | επόμενο = [[../τ|Ραψωδία τ]] | προηγούμενο= [[../ρ|Ραψωδία ρ]] | σημειώσεις = }} <poem> Κι ἦρθε ἕνας ζήτουλας κοινός, ποὺ στοῦ Θιακιοῦ τὴ χώρα γύρνα ζητώντας, ξακουστὸς γιὰ τὴν ἀχορτασιά του· ἔτρωγε κι ἔπινε ἄπαυα, μὰ δύναμη δὲν εἶχε μήτ' ἀντρειοσύνη, ὅσο τρανὸς στὴν ὄψη κι ἂ φαινόταν. Ἡ μάνα του τὸν ἔβγαλε σάνε γεννήθη Ἀρναῖο, {{r|5}} μὰ ὅλοι οἱ νέοι τὸν φώναζαν Ἶρο, τὶ τόνε στέλναν κι ἔτρεχε σὰν τὴν Ἴριδα μηνύματα νὰ φέρη. Ἀπ' τὸ παλάτι του ἦρθ' αὐτὸς τὸν Ὀδυσσέα νὰ διώξη, καὶ τὸν κακόβριζε μ' αὐτὰ τὰ φτερωμένα λόγια.      “Φεύγα ἀπ' τὴν πόρτα, γέρο μου, νὰ μὴ σὲ ποδοσύρουν. {{r|10}} Δὲ βλέπεις πὼς μοῦ γνέφουνε αὐτοὶ ὅλοι μὲ τὸ μάτι νὰ σὲ πετάξω; ὅμως ἐγὼ ντροπῆς μου σὰ νὰ τό 'χω. Μὰ σῦρε ἂ δὲν ἀποθυμῆς στὰ χέρια νὰ πιαστοῦμε.”      Καὶ λέει ἀγριοκοιτώντας τον ὁ τρίξυπνος Δυσσέας· “Ἐγώ, μωρέ, ποτὲς κακὸ δὲ σοῦ 'πραξα μήτε εἶπα, {{r|15}} μὰ μήτε καὶ σοῦ ζήλεψα ποὺ παίρνεις τόσα δῶρα. Κι οἱ δυό μας θὰ χωρέσουμε σ' ἐκεῖνο τὸ κατώφλι· ἂν κι ἄλλος ξένα μερικὰ ζητήση, τί ζουλεύεις; Θαρρῶ ζητεύεις δὰ κ' ἐσύ, κι οἱ θεοὶ θὰ μᾶς πορέψουν. Μὴ θὲς μαζί μου νὰ πιαστῆς, μὴν τύχη καὶ θυμώσω, {{r|20}} καὶ μ' ὅλα μου τὰ γερατειὰ σοῦ περιχύσω μ' αἷμα τὰ χείλη καὶ τὰ στήθια σου· καὶ θά 'μουν συχασμένος τὴν ταχινή, γιατὶ ὄρεξη δὲ θὰ σοῦ 'ρχόταν πάλε νὰ ξαναμπῆς στ' ἀρχοντικὸ τοῦ γόνου τοῦ Λαέρτη.”      Κι ὁ Ἶρος τότε ὁ ζήτουλας φωνάζει χολιασμένος· {{r|25}} “Ὠχοῦ, καὶ πῶς μωρολογάει τρεχάτα ὁ ψωμοχάφτης, σὰ χουχουλόγρια· θά 'θελα νὰ τόνε πιάσω ἀλήθεια, καὶ μὲ τὰ δυὸ βαρώντας του, τὰ δόντια ἀπ' τὰ σαγόνια σὰν τῆς γουρούνας νὰ πετῶ τῆς σπαρτοκαταλύτρας. Ἔλα, καὶ ζώσου νὰ μᾶς δοῦν κι αὐτοὶ ὅλοι στὴν παλαίστρα· {{r|30}} καὶ πῶς στὴ μάχη ἀποκοτᾶς νὰ βγῆς μὲ νεώτερό σου;”      Ἔτσι ὀμπροστὰ στὶς ἁψηλὲς τὶς θύρες λογοφέρναν, ἀπάνω στὸ πελεκητὸ στεκάμενοι κατώφλι. Τοὺς ἄκουσε ἀπομέσαθε ὁ ἀντρόψυχος Ἀντίνος, κι ἀπ' τὴν καρδιά του γέλασε, καὶ στοὺς μνηστῆρες εἶπε· {{r|35}} “ Δὲ μᾶς συνέβηκε ἄλλοτες, ἀδέρφια, τέτοιο πρᾶμα, μὲς στὰ παλάτια αὐτὰ ὁ θεὸς νὰ στέλνη τέτοιο γλέντι. Στὰ χέρια πᾶνε νὰ πιαστοῦν ὁ ξένος μὲ τὸν Ἶρο· μὰ ἐλᾶτε νὰ τοὺς σπρώξουμε νὰ φαγωθοῦν οἱ δυό τους. ”      Εἶπε, καὶ τρέξαν ὅλοι τους γελώντας, καὶ τριγύρω {{r|40}} στοὺς φτωχοφορεμένους δυὸ ζητιάνους μαζωχτῆκαν καὶ τότ' ἔτσι τοὺς μίλησε τοῦ Εὐπείθη ὁ γιὸς ὁ Ἀντίνος·      “Ἀκοῦστε αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ, λεβέντηδες μνηστῆρες. Ἐχουμ' ἐδῶ γιδοκοιλιὲς πὰς στὴ φωτιὰ βαλμένες, ποὺ μ' αἷμα τὶς γεμίσαμε καὶ ξύγγι γιὰ τὸ δεῖπνο· {{r|45}} ὅποιος νικήση ἀπὸ τοὺς δυό, καὶ βγῆ πιὸ παλληκάρι, ἂς σηκωθῆ, κι ἀπ' τὶς κοιλιὲς ὅποια τοῦ ἀρέση ἂς πάρη· κι ὕστερ' ἂς τρώη αὐτὸς μ' ἐμᾶς γιὰ πάντα, καὶ κανέναν νά 'ρχεται μέσα νὰ ζητάη δὲ θέν' ἀφήνουμε ἄλλον.”      Αὐτά 'πε ὁ Ἀντίνος, κι ἄρεσαν τὰ λόγια του στοὺς ἄλλους. {{r|50}} Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος μὲ πονηριὰ τοὺς κρένει·      “ Παιδιά, σὲ ἀγώνα δὲν μπορεῖ νὰ βγῆ μὲ νεώτερό του γέρος σὰ μένανε ἄνθρωπος καὶ κακοπαθιασμένος· κι ὅμως ἡ ἄπιστη ἡ κοιλιὰ νὰ χτυπηθῶ μὲ βιάζει. Ὡς τόσο ἐσεῖς ἀμῶστε μου μ' ὅρκο φριχτό, καὶ πῆτε {{r|55}} πὼς ἄνομα κανένας σας δὲ θὰ βοηθήση ἐτοῦτον βαρώντας με, ἀποκάτω του πιὸ εὔκολα νὰ πέσω.”      Αὐτά εἰπε, κι ὅλοι ὁρκίστηκαν καθὼς αὐτὸς ζητοῦσε. Καὶ στοὺς θεοὺς σὰν ἄμωσαν, καὶ πῆρε ὁ ὅρκος τέλος, ξαναρχινάει ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τὸ λόγο·  {{r|60}}      “Ἂν θέλη ἡ ἀντρειωμένη σου ψυχὴ νὰ τὸν ξεκάνης, ὦ ξένε, ἐτοῦτον, ἄλλονα μὴ φοβηθῆς κανένα, τὶ θὰ παλαίψη μὲ πολλοὺς ἐσένα ὅποιος χτυπήση. Ξένο μου σ' ἔχω, κι εἶναι δυὸ μαζί μας βασιλιάδες· ὁ Ἀντίνος κι ὁ Εὐρύμαχος, ἄντρες κι οἱ δυὸ μὲ γνώση. ” {{r|65}}      Αὐτά 'λεγε ὁ Τηλέμαχος, καὶ συμφωνοῦσαν ὅλοι· κι ὁ Ὀδυσσέας τὴ γύμνια του μὲ τὰ κουρέλια δένει, καὶ δείχνει τότες τὰ ὄμορφα καὶ τὰ παχιὰ μεριά του, καὶ φάνηκαν τὰ διάπλατα τὰ στήθια του κι οἱ ὦμοι, καὶ τὰ βραχιόνια τὰ γερά· ζυγώνει κι ἡ Παλλάδα σιμά καὶ τὸ βασιλικὸ κορμί του μεγαλώνει.  {{r|70}} Θαμάσανε κι ἀπόμειναν τότε οἱ μνηστῆρες ὅλοι, καὶ γύριζε ἕνας κι ἔλεγε τὸν πλαγινὸ κοιτώντας·      “ Καὶ τί κακὸ ποὺ γύρεψε νὰ πάθη ὁ καψο-Ἶρος. Γιὰ δὲς μερὶ ποὺ κρύβανε τοῦ γέρου τὰ κουρέλια. ”      Αὐτὰ εἶπαν, καὶ ταράχτηκε μέσα ἡ καρδιά τοῦ Ἴρου, {{r|75}} Ὅμως ἀφοῦ τὸν ἔζωσαν, τὸν φέραν τὰ κοπέλια μὲ τὸ στανιό, τὶ σύγκορμος τρεμούλιαζε ἀπ' τὸ φόβο. Κι ὁ Ἀντίνος τόνε μάλωσε κι ὀνόμασέ τον κι εἶπε·      “ Καὶ νὰ μὴν εἶχες γεννηθῆ βουβάλι φουσκωμένο, ποὺ αὐτὸν ἐσὺ τὸν ἄνθρωπο φοβᾶσαι καὶ τρομάζεις, {{r|80}} τὸ γέρο, κι ἂς τὸν ἔφαγαν τὰ βάσανα ποὺ τοῦ 'ρθαν. Μὰ ἐγὼ ἕνα λόγο θὰ σοῦ πῶ, κι αὐτὸ ποὺ πῶ θὰ γίνη, Ἂ σὲ καταπονέση αὐτός, καὶ βγῆ πιὸ παλληκάρι, θένα σὲ στείλω στὴ στεριὰ μὲ μελανὸ καράβι, στὸ βασιλέα τὸν Ἔχετο, τοῦ κόσμου ἀδικοπράχτη, {{r|85}} μύτη κι αὐτιὰ νὰ κόψη σου μ' ἀλύπητο μαχαίρι, καὶ βγάζοντάς σου τὰ κρυφὰ τὰ ρίξη ὠμὰ στοὺς σκύλους. ” Εἶπε, κι ἐκεῖνον πιότερη τὸν ἔπιασε τρομάρα, στὴ μέση σὰν τὸν ἔφερναν. Τότες οἱ δυὸ τὰ χέρια σηκώσανε, κι ἀνάδευε στὸ νοῦ του ὁ Ὀδυσσέας, {{r|90}} νὰ τὸν χτυπήση, ποὺ νεκρὸς στὸν τόπο ἐκεῖ νὰ μείνη, ἢ μ' ἕνα βάρεμα ἀλαφρὸ νὰ τόνε στρώση χάμου. Καὶ συλλογιώντας ἔκρινε πιὸ φρόνιμο πὼς ἦταν νὰ δώση βάρεμα ἀλαφρό, μὴν τόνε νιώσουν οἱ ἄλλοι. Σηκώνουν χέρι, καὶ χτυπάει στὸν δεξιὸν ὦμο ὁ Ἶρος. {{r|95}} Στὸ ζνίχι κι ὁ Δυσσέας χτυπάει, κατὰ τ' αὐτὶ ἀποκάτου, καὶ μέσα σπάει τὰ κόκαλα· καὶ κόκκινο αἷμα τρέχει ἀπὸ τὸ στόμα. Βόγγησε κι ἔπεσε χάμου ὁ Ἶρος, τὰ δόντια τρίζοντας καθὼς τὰ χώματα κλωτσοῦσε. Σηκώσανε τὰ χέρια τους οἱ ξέλαμπροι μνηστῆρες, {{r|100}} κι ἀπὸ τὰ γέλια ἀπέθαναν. Τὸν παίρνει ἀπὸ τὸ πόδι, καὶ μέσ' ἀπὸ τὸ πρόθυρο καταόξω σέρνοντάς τον, ὁ Ὀδυσσέας τὸν ἔφερε στῶν παλατιῶν τὶς θύρες· καὶ γέρνοντάς τον στῆς αὐλῆς τὸν τοῖχο, κάθισέ τον, ραβδὶ στὸ χέρι τοῦ 'βαλε, καὶ φώναξε τον κι εἶπε·      “Κάθου αὐτοῦ τώρα, τὰ σκυλιὰ νὰ διώχνης καὶ τοὺς χοίρους, {{r|105}} καὶ μὴ μοῦ βγαίνης φύλακας τῶν ξένων καὶ ζητιάνων, χαμένε, πιὸ χειρότερα γιὰ νὰ μή σοῦ 'ρθουν πάθια.”      Αὐτά εἶπε, καὶ παλιὸν τορβὰ γεμάτο τρύπες ρίχτει στοὺς ὤμους του, μὲ πρόστυχο σκοινί, γιὰ κρεμαστήρι,  καὶ στὸ κατώφλι γύρισε καὶ κάθισε. Κι οἱ ἄλλοι {{r|110}} μὲ γέλια μπήκανε πολλὰ καὶ τόνε προσμιλοῦσαν·      “Ὁ Δίας κι οἱ ἀθάνατοι νὰ σοῦ χαρίζουν, ξένε, ὅ,τι ἐσὺ πιότερο ποθεῖς, κι ὅ,τι ζητάει ἡ καρδιά σου, ποὺ ἐτοῦτον τὸν ἀχόρταγο νὰ τρέχη δὲν ἀφῆκες στὴ χώρα μέσα· στὴ στεριὰ θένα σταλθῆ μὲ πλοῖο, {{r|115}} στὸ βασιλέα τὸν Ἔχετο, τοῦ κόσμου ἀδικοπράχτη ”.      Εἶπαν καὶ χάρηκε ὁ λαμπρὸς Δυσσέας στὰ λόγια ἐκεῖνα. Κι ὁ Ἀντίνος ἔβαλε τρανὴ μπρός του κοιλιὰ γεμάτη αἷμα καὶ ξύγγι· δυὸ ψωμιὰ κι ὁ Ἀμφίνομος τοῦ φέρνει  ἀπ' τὸ πανέρι, μὲ χρυσὸ τὸν χαιρετάει ποτήρι, {{r|120}} καὶ λέει του· “ Γειά σου, ὦ ξένε μας πατέρα, καὶ νὰ σοῦ 'ρθουν καλὰ στερνά· γιατ' εἶν' πολλὰ τὰ βάσανά σου τώρα ”.        Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας κι ἀπάντησέ του·      “Ἀμφίνομε, ἄνθρωπος ἐσὺ μοῦ φαίνεσαι μὲ γνώση· {{r|125}} τέτοιο ὄνομα ἄκουγα λαμπρὸ πὼς εἶχε κι ὁ γονιός σου, ὁ πλούσιος κι ὁ καλόκαρδος ὁ Δουλιχιώτης Νῖσος· ἐκείνου λέγεσαι παιδί, καὶ σὰ λεβέντης μοιάζεις. Καὶ τώρα λόγο θὰ σοῦ πῶ, ποὺ ἐσὺ καλάκουσέ τον. Ἀπ' ὅσα ζοῦν καὶ σέρνουνται πάνω στὴ γῆς, κανένα {{r|130}} ἀπ' τὸ θνητὸ πιὸ ἀδύναμο δὲ βρίσκεται ἄλλο πλάσμα. Ὅσο βαστιέται κι οἱ θεοὶ καλοτυχιὰ τοῦ δίνουν, θαρρεῖ πὼς δὲν μπορεῖ κακὸ στὸν κόσμο πιὰ νὰ πάθη· ἂν ὅμως οἱ μακαριστοὶ θεοὶ τοῦ φέρουν λύπες, τότες κι ἀθέλητα μπορεῖ καὶ τὶς βαστάει ἡ καρδιά του. {{r|135}} Τὶ ἀλλάζει τῶν θνητῶν ὁ νοῦς κι αὐτὸς κατὰ τὴ μέρα, ποὺ τοὺς χαρίζει τῶν θεῶν κι ἀνθρώπων ὁ πατέρας. Θά 'χα κι ἐγὼ καλοτυχιὲς καὶ πλούτια μὲς στὸν κόσμο, μὰ μύριες ἔπραξα ἀνομιὲς μὲ τῆς ἀντρειᾶς τὴν τόλμη, κι ἀπὸ τὴν πίστη τὴν πολλὴ σὲ ἀδέρφια καὶ πατέρα. {{r|140}} Λοιπὸν ποτές του τὸ ἄδικο νὰ μὴ ζητάη κανένας, μόν' ἂς τὰ χαίρεται ἥσυχα ὅσα οἱ θεοὶ τοῦ δίνουν. Καὶ τώρα βλέπω τί ἀνομιὲς σοφίζουνται οἱ μνηστῆρες, ποὺ καταλοῦν τὰ χτήματα, καὶ βρίζουν τὴ γυναίκα ἐκείνου, ποὺ θαρρῶ μακριὰ ἀπὸ φίλους καὶ πατρίδα {{r|145}} δὲ βρίσκεται· καὶ μάλιστα κοντά 'ναι· ἐσένα τότες θεὸς ἂς φέρη σπίτι σου, νὰ μὴν τὸν ἀντικρύσης τὴν ὥρα ποὺ στὴν ποθητὴ πατρίδα του γυρίση· τὶ στὸ παλάτι του ἅμα αὐτὸς πατήση, δίχως αἷμα σοῦ λέω πὼς δὲ θὰ χωριστοῦν ἐκεῖνος κι οἱ μνηστῆρες ”.  {{r|150}}      Αὐτὰ εἶπε, καὶ σὰν ἔσταξε κι ἤπιε κρασὶ καὶ φράνθη, ξανάθεσε στοῦ βασιλιᾶ τὰ χέρια τὸ ποτήρι. Τότες αὐτὸς βαριόκαρδος περπάταε μὲς στὸν πύργο, σκυμμένο τὸ κεφάλι του, γιατὶ κακὸ φοβόταν. Μὰ κι ἔτσι δὲν τὸν ξέφυγε τὸ χάρο· τὶ ἡ Παλλάδα {{r|155}} μὲ τ' ὅπλο τοῦ Τηλέμαχου τὸν ἔκαμε νὰ πέση· καὶ πῆγε ξανακάθισε στὸ θρόνο ποὺ εἶχε ἀφήσει.      Τότες τῆς ἔβαλε στὸ νοῦ ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα, τῆς φρόνιμης βασίλισσας καὶ κόρης τοῦ Ἰκαρίου, μπρὸς στοὺς μνηστῆρες νὰ φανῆ, κι ἐλπίδα στὴν ψυχή τους {{r|160}} νὰ φέρη μεγαλύτερη, καὶ λατρευτὴ νὰ γίνη στὸ γιό της καὶ στὸν ἄντρα της περσότερο ἀπὸ πρῶτα. Καὶ λαφρογέλασε ἄκαρδα, καὶ στὴν κελάρισσα εἶπε·      “ Θέλει, Εὐρυνόμη, ὅσο ἄλλοτες δὲν ἤθελε ἡ καρδιά μου, μπρὸς στοὺς μνηστῆρες νὰ φανῶ, κι ἂς εἶν' καὶ μισητοί μου, {{r|165}} καὶ στὸ παιδάκι μου νὰ πῶ δυὸ λόγια γιὰ καλό του, νὰ μὴν πολυξανοίγεται μὲ τοὺς κακούς μνηστῆρες, ποὺ πάντα τοῦ γλυκομιλοῦν, μὰ κρύβει μαῦρα ὁ νοῦς τους.”      Καὶ τότες ἡ κελάρισσα της εἶπε ἡ Εὐρυνόμη· “ Καλὰ καὶ συσταζούμενα τὰ λὲς αὐτά, παιδί μου, {{r|170}} κι ἄμε τοῦ γιοῦ σου νὰ τὰ πῆς, κρυφὰ μὴν τὰ φυλάγης· μὰ νίψου πρῶτα, κι ἄλειψε τὴν ὄψη σου μὲ λάδι, μὴν ἔρχεσαι μὲ πρόσωπο θαμπὸ καὶ δακρυσμένο, τ' εἶναι κακὸ νὰ φαίνεσαι πάντα γιομάτη πίκρα, τώρα δὰ ποὺ ἄντρας γένηκε, στοὺς θεοὺς καθὼς τὸ εὐκόσουν, {{r|175}} μιὰ μέρα νὰ τὸν ἀξιωθῆς μὲ γένια φυτρωμένα.”      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη γύρισε τότες κι εἶπε· “Ἀν καὶ πονῆς με, ὅμως αὐτὰ μὴ μοῦ τὰ λές, καλή μου, ἐγὼ μαθὲς νὰ νίβουμαι, τὴν ὄψη μου ν' ἀλείβω· τὶ ἐμένα οἱ θεοὶ οἱ ἀθάνατοι τὰ κάλλη μου ἀφανίσαν, {{r|180}} ἀφότου ἐκεῖνος ἔφυγε μὲ τὰ βαθιὰ καράβια. Μόνε τῆς Ἱπποδάμειας πὲς καὶ τῆς Αυτονόης, νά 'ρθουν νὰ μὲ παρασταθοῦν μὲς στὸ παλάτι οἱ δυό τους τὶ ντρέπουμαι μονάχη μου νὰ πάω στοὺς ἄντρες μέσα.”      Εἶπε, καὶ διάβηκε ἡ γριὰ πομέσα ἀπ' τὸ παλάτι, {{r|185}} νὰ πάη νὰ δώση μήνυμα τῶ γυναικῶνε νά 'ρθουν.      Τότε ἄλλο συλλογίστηκε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα· μὲ ὕπνο γλυκὸ περέχυσε τοῦ Ἰκάριου τὴν κόρη, καὶ πλάγιασε, κοιμήθηκε, καὶ λύθηκαν οἱ ἁρμοί της καθὼς κοιτότανε· κι ἡ θεὰ μὲ δῶρα τὴ στολίζει {{r|190}} ἀθάνατα, ποὺ οἱ Ἀχαιοὶ θωρώντας, νὰ θαμάζουν. Καὶ πρῶτα ἀμάραντη ὀμορφιὰ στὴν ὄψη της ἁπλώνει, σὰν τῆς ὡριοστεφάνωτης τὴν ὀμορφιά Κυθέρειας, στὸν ἐρωτιάρικο χορὸ σὰν μπαίνη τῶ Χαρίτων· τὴν ἔκαμε καὶ πιὸ ἁψηλή, καὶ πιὸ τρανὴ στὴν ὄψη, {{r|195}} κι ἀπ' τὸ κοφτὸ τὸ φίλντισὶ πιὸ λαμπερὴ καὶ πιὸ ἄσπρη. Αὐτὰ σὰν ἔκαμε, ἔφυγε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα· κι ἀπ' τὸ παλάτι φτάσανε οἱ ἀσπροχεροῦσες βάγιες, κι ἀπ' τὸν κατάγλυκο ὕπνο της τὴν ξύπνησε ἡ φωνή τους. Τὴν ὄψη μὲ τὰ χέρια της ἔτριψε τότες, κι εἶπε·  {{r|200}}      “Ὑπνος ποὺ μ' ηὖρε μαλακὸς τὴν κακοπαθιασμένη. Μακάρι τέτοιο θάνατο νὰ μοῦ 'δινε ἡ παρθένα ἡ Ἄρτεμη, ποὺ ὁλοζῲς στὰ δάκρυα νὰ μή λυώνω, τὶς χάρες τὶς ἀρίθμητες ποθώντας τοῦ ἀκριβοῦ μου τοῦ ἀντρός, ποὺ ἀπ' ὅλους ἤτανε τοὺς Ἀχαιοὺς ὁ πρῶτος.” {{r|205}}      Αὐτὰ σὰν εἶπε, ἀπ' τὰ λαμπρὰ κατέβηκε τ' ἀνώγια, μόνη της ὄχι· ἀντάμα της δυὸ βάγιες κατεβῆκαν. Κι ἡ ζουλεμένη ἀρχόντισσα σὰν πῆγε στοὺς μνηστῆρες, σιμὰ στὸ στύλο στάθηκε τῆς δουλεμένης στέγης, σηκώνοντας στὸ πρόσωπο τὸ λαμπερὸ φακιόλι, {{r|210}} μὲ τὶς παραστεκάμενες ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρές της. Κι ἐκεῖνοι, γλυκοτρέμοντας ἀπ' τὴν πολλὴ λαχτάρα, εὐκόταν τὴν ἀγάπη της μιὰ μέρα νὰ χαροῦνε. Καὶ τότες αὐτὴ μίλησε τοῦ ἀκριβογιοῦ της, κι εἶπε·      “ Σοῦ 'φυγε ὁ νοῦς, Τηλέμαχε, καὶ λογισμὸ δὲν ἔχεις. {{r|215}} Παιδὶ σὰν ἤσουν, πιότερα σοφίζουνταν ὁ νοῦς σου· καὶ τώρα ποὺ μεγάλωσες, καὶ παλληκάρι γίνης, κι ὅποιος τηράει τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν κορμοστασιά σου θὰ πῆ πὼς εἶσαι ἀρχόντου γιός, ὅμως δὲν ἔχεις τώρα τὰ φρένα σου σὰν ἄλλοτες, καὶ λείπει ὁ λογισμός σου. {{r|220}} Δές, πῶς αὐτὸ τὸ κάμωμα μὲς στὸ παλάτι ἀφῆκες νὰ γίνη· ξένος ἄξαφνα νὰ κακοπάθη ὀμπρός σου. Μὰ ἂν πάθαινε μαθὲς κι αὐτὸς ποὺ κάθεται ἐκεῖ τώρα, παρόμοιο μεταχείρισμα σκληρὸ μὲς στὸ παλάτι, πόση ἀτιμιά, καὶ τί ντροπὴ σ' ὅλον τὸν κόσμο θά 'χες. ” {{r|225}}      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τῆς κρένει· “ Δὲν τὸ παραξενεύουμαι, μανοὺλα, ποὺ χολώνεις· μὰ ὅλα στὸ νοῦ μου τά 'χω ἐγώ, κι ὅλα τὰ ξεδιαλύνω, καὶ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, τὶ πιὰ μωρὸ δὲν εἶμαι. Ὅμως σωστὰ τὸ καθετις δὲ δύνομαι νὰ κρίνω, {{r|230}} τὶ ἄλλος ἐδῶ κι ἄλλος ἐκεῖ τὰ φρένα μου σαστίζουν, αὐτοὶ ἐδῶ οἱ κακόβουλοι, κι ἐγὼ βοηθοὺς δὲν ἔχω. Ὡς τόσο σὰν ποὺ θέλανε δὲν τέλειωσε τοῦ ξένου καὶ τοῦ Ἴρου ἡ μάχη· πιὸ γερὸς καὶ δυνατὸς ὁ ξένος. Ἄχ, Δία πατέρα, κι Ἀθηνᾶ, κι Ἀπόλλωνα, ἂς μποροῦσα {{r|235}} νὰ δῶ μὲς στὰ παλάτια μας ἐτούτους τοὺς μνηστῆρες νὰ γέρνουν τὰ κεφάλια τους πεσμένοι ἄλλοι ἐδῶ μέσα, ἄλλοι παρόξω στὴν αὐλή, κορμιὰ παραλυμένα, καθὼς κι ὁ Ἶρος κάθεται κεῖ στῆς αὐλῆς τὴ θύρα, καὶ γέρνει τὸ κεφάλι του σὰ νά 'ταν μεθυσμένος, {{r|240}} κι ὄρθιος στὰ πόδια νὰ σταθῆ δὲ δύνεται, καὶ μήτε νὰ σύρη πίσω σπίτι του, κορμὶ παραλυμένο.”      Αὐτὰ λαλοῦσαν κι ἔλεγαν ἐκεῖνοι ἀνάμεσο τους· καὶ μίλησε ὁ Εὐρύμαχος τῆς Πηνελόπης κι εἶπε·      “Ὦ Πηνελόπη φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου θυγατέρα, {{r|245}} ἂν ὅλοι τοῦ Ἄργους οἱ Ἀχαιοὶ σὲ βλέπανε δωπέρα, πιότεροι θὰ τρωγόπιναν μνηστῆρες στὰ παλάτια τ' ἀπόταχο, γιατ' εἶσαι ἐσὺ τῶ γυναικῶν ἡ πρώτη, στὸ κάλλος καὶ στ' ἀνάστημα, καὶ στὰ σωστά σου φρένα. ”      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη τοῦ ἀπάντησε καὶ τοῦ εἶπε· {{r|250}} “ Εὐρύμαχε, τὶς χάρες μου, τὰ κάλλη, τὸ κορμί μου, τ' ἀφάνισαν οἱ ἀθάνατοι, στὴν Τρωάδα σὰν κινῆσαν οἱ Ἀργῖτες, καὶ μ' αὐτοὺς μαζὶ κι ὁ ἄντρας μου ὁ Δυσσέας. Ἐκεῖνος ἂν ἐρχότανε τὴ ζωή μου νὰ φροντίζη, πιὸ δοξασμένο καὶ λαμπρὸ θένα' ταν τ' ὄνομά μου. {{r|255}} Τώρα ἔχω λύπες, τὶ πολλὰ δεινὰ μοῦ φέρνει ἡ μοῖρα. Ἄχ, τότες ποὺ ἀπ' τὴν ποθητὴ πατρίδα ξεκινοῦσε, θυμᾶμαι πὼς ἀπ' τὸ δεξὶ μ' ἔπιασε χέρι, κι εἶπε· “ Γυναίκα, δὲ στοχάζουμαι πὼς οἱ φτερόποδοι ὅλοι Ἀχαιοὶ θένα γυρίσουνε γεροὶ ἀπὸ τήν Τρωάδα· {{r|260}} τὶ λὲν πὼς πολεμόχαροι κι οἱ Τρωαδῖτες ὄντας, κι ἀπὸ κοντάρι ξέρουνε, κι ἀπὸ δοξάρι νιώθουν καὶ σὲ γοργόποδα ἄλογα ἀνεβαίνουν, καὶ τὸν ὅμοιο ἀποφασίζουν μονομιὰς ἀγώνα τοῦ πολέμου. Ἔτσι, δὲν ξέρω ἂν ὁ θεὸς θ' ἀφήση νὰ γυρίσω, {{r|265}} ἢ ἐκεῖ στὴν Τροία ἂν θὰ χαθῶ· κι ἐδῶ σὺ νοιάζου τα ὅλα, τὴ μάνα καὶ τὸν κύρη μου σὰν τώρα φρόντιζέ τους, ἢ καὶ καλύτερα, ὅσο 'γὼ βρίσκουμ' ἐκεῖ στὰ ξένα· καὶ τοῦ παιδιοῦ μας ἅμα δῆς τὰ γένια νὰ φυτρώνουν τότε ἄφησε τὸ σπίτι σου, πάρε ὅποιον θέλεις ἄντρα.” {{r|270}} Ἐκεῖνος τέτοια μοῦ 'λεγε, κι ὅλα τελιοῦνται τώρα, κι ἡ νύχτα δὲ θ' ἀργήση πιὰ τοῦ μαύρου γάμου ἐμένα, τῆς ἔρμης, ποὺ μοῦ τό 'σβησε τὸ ριζικό μου ὁ Δίας. Μὰ κι ἄλλος πόνος φοβερὸς ἀγγίζει τὴν καρδιά μου· τέτοιες δὲν εἶχαν ἄλλοτες συνήθειες οἱ μνηστῆρες· {{r|275}} ἀρχοντοκόρη ἂν θέλανε νὰ πάρουν ζουλεμένη, κι ἀνάμεσό τους μάχονταν ποιὸς νὰ τὴν κάμη νύφη, βόδια μαζί τους φέρνανε κι ἀρνιὰ καλοθρεμμένα, γιὰ τοὺς δικοὺς τῆς κορασιᾶς, κι ὥρια τῆς δίναν δῶρα, μὰ ξένα πλούτια χάρισμα δὲν τρώγανε ποτές τους.”  {{r|280}}      Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ πολύπαθος χαιρότανε Ὀδυσσέας, ποὺ πάσκιζε τὰ δῶρα τους νὰ πάρη, καὶ μὲ λόγια γλυκὰ γλυκὰ τοὺς μάγευε, μὰ ὁ νοῦς της ἄλλα ζήτα.      Κι ὁ Ἀντίνος τοῦ Εὐπείθη ὁ γιὸς ἀπάντησέ της κι εἶπε· “Ὦ Πηνελόπη φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου θυγατέρα, {{r|285}} ὅποιος ἐδῶ ἀπ' τοὺς Ἀχαιοὺς θέλει νὰ φέρνη δῶρα, δέχου τα· δὲν εἶναι καλὸ χαρίσματα ν' ἀρνιέσαι· μὰ ἐμεῖς, μήτε στὰ χτήματα, μήτε κι ἀλλοῦ δὲν πᾶμε, πρὶ νὰ διαλέξης ἄντρα σου τῶν Ἀχαιῶν τὸν πρῶτο. ”      Αὐτά 'πε ὁ Ἀντίνος, κι ἄρεσαν τὰ λόγια του στοὺς ἄλλους, {{r|290}} κι ἔστειλαν ὅλοι κήρυκα τὰ δῶρα νὰ τοὺς φέρη. Τοῦ Ἀντίνου πέπλο φέρανε πανώριο καὶ μεγάλο, καὶ πλουμιστό, μὲ δώδεκα μαλαματένιες κόπτσες ποὺ στὰ θηλύκια ταίριαζαν τὰ ὀμορφολυγισμένα. Τοῦ Εὐρύμαχου περίτεχνη τοῦ φέραν ἁλυσίδα, {{r|295}} κεχριμπαρένια καὶ χρυσή, ποὺ ἔφεγγε σὰν τὸν ἥλιο. Οἱ δοῦλοι τοῦ Εὐρυδάμαντα δυὸ σκουλαρίκια φέραν, μὲ τρία σὰ μοῦρα, ὁλόλαμπρα, πετράδια τὸ καθένα. Κι ὁ βασιλέας ὁ Πείσαντρος, ὁ γιὸς τοῦ Πολυχτόρου, δῶρο ἔστειλε πανόμορφο σφανταχτερὸ γιορντάνι. {{r|300}} Ὅμοια κι οἱ ἄλλοι οἱ Ἀχαιοὶ προσφέρνανε στολίδια.      Κατόπι ἡ θεία ἡ δέσποινα στ' ἀνώγια της ἀνέβη, κι οἱ βάγιες ἀκολούθησαν μὲ τὰ πανώρια δῶρα. Ἐκεῖνοι πάλε μὲ χορούς καὶ μὲ γλυκὰ τραγούδια γλεντίζανε, προσμένοντας ὡσποὺ νὰ ρθῆ τὸ βράδυ· {{r|305}} καὶ καθὼς γλέντιζαν τ' ἀχνὸ κατέβηκε τὸ βράδυ, Στήσανε τότες δυὸ φανοὺς νὰ φέγγουνε, καὶ βάλαν ξύλα στεγνὰ κι ὁλόξερα καὶ νιοσκισμένα γύρω, ποὺ σμίγοντάς τα μὲ δαδιὰ τὰ κράτααν ἀναμμένα οἱ δοῦλες τοῦ ἀντρειόψυχου Δυσσέα μὲ τὴν ἀράδα. {{r|310}} Σ' αὐτὲς τότε ὁ πολύβουλος κι ὁ θεϊκὸς Δυσσέας μίλησε· “Δοῦλες τοῦ τρανοῦ τοῦ Ὀδυσσέα, ποὺ λείπει στὰ ξένα χρόνους καὶ καιρούς, ἀμέτε ἐκεῖ ποὺ μνήσκει ἡ σεβαστὴ ἡ βασίλισσα, καὶ πιάστε ἐκεῖ τὴ ρόκα, ἢ γνέθετε γιὰ γλέντι της, σιμά της καθισμένες, {{r|315}} καὶ σ' ὅλους τούτους πού 'ναι ἐδῶ μπορῶ καὶ φέγγω ἀτός μου, Μὰ ἀκόμα κι ἂν προσμένουνε τὴν ὥρια Αὐγούλα νά 'ρθη, δὲ μὲ τρομάζουνε· τὶ ἐγὼ βαστῶ σὲ κάθε κόπο.”        Εἶπε, κι ἐκεῖνες γέλασαν, κι εἶδαν ἡ μιὰ τὴν ἄλλη. {{r|320}} Μὰ ἡ Μελανθὼ τότε ἄσκημα τοῦ μίλησε ἡ ὀμορφούλα, ποὺ τοῦ Δολίου ἦταν παιδί, μὰ καλανάθρεψέ την ἡ Πηνελόπη, καὶ λαμπρὰ τῆς χάριζε παιχνίδια· ὅμως τὴν Πηνελόπη αὐτὴ δὲ συμπονοῦσε τώρα, παρὰ μὲ τὸν Εὐρύμαχο κρυφὲς ἀγάπες εἶχε. {{r|325}} Αὐτὴ τοῦ κακομίλησε μὲ πεῖσμα τοῦ Ὀδυσσέα·      “ Καημένε ξένε, ποὺ θαρρῶ ξεκουτιασμένος εἶσαι, δὲν πᾶς μὲς σὲ χαλκιάδικο νὰ κοιμηθῆς, ἢ χάνι, μόνε ἦρθες καὶ μωρολογᾶς ἐδῶ μὲ τόσο θάρρος, [ σ' αὐτοὺς τοὺς ἄντρες ὀμπροστὰ χωρὶς νὰ νιώθης φόβο ; {{r|330}} Γιὰ τὸ κρασὶ σὲ ζάλισε, γιὰ τέτοια πάντα θά 'ναι τὰ φρένα σου, καὶ κάθεσαι καὶ μᾶς λαλεῖς τοῦ βρόντου ]. Ή καμαρώνεις ποὺ ἔρριξες τὸν Ἶρο τὸ ζητιάνο ·, Κοίτα μὴν ἄλλος ἄξαφνα καλυτερός του σοῦ 'ρθη, καὶ μὲ τ' ἀντρίκια χέρια του τὰ καύκαλα σοῦ σπάση, {{r|335}} καὶ βουτημένο στὰ αἵματα σὲ διώξη ἀπ' τὸ παλάτι. ”      Καὶ λέει ἀγριοκοιτώντας την ὁ ρήγας ὁ Ὀδυσσέας· “Θὰ τρέξω, τοῦ Τηλέμαχου νὰ τὰ μηνύσω, ὦ σκύλα, αὐτὰ ποὺ λές, νὰ ρθῆ μεμιὰς κομμάτια νὰ σὲ κόψη.”      Μ' αὐτὰ τὰ λόγια δείλιασαν ἀμέσως οἱ γυναῖκες· {{r|340}} τοὺς κόπησαν τὰ ἥπατα, καὶ σκόρπισαν καὶ φύγαν περίτρομες, τὶ πίστευαν πὼς εἶπε τὴν ἀλήθεια. Στοὺς ἀναμμένους τοὺς φανοὺς στάθηκε τότε ἐκεῖνος νὰ φέγγη, καὶ στὸ πρόσωπο θωροῦσε τὸν καθέναν, μὰ ἄλλα στὸ νοῦ του γύριζε, ποὺ ἀτέλεστα δὲ μεῖναν. {{r|345}}      Κι ἡ Ἀθηνᾶ δὲν ἄφηνε τοὺς θεότολμους μνηστῆρες νὰ παύουν τὴν κακογλωσσιά, γιὰ νὰ κατέβη ὁ πόνος ἀκόμα πιὸ βαθύτερα στοῦ Ὀδυσσέα τὰ σπλάχνα. Καὶ πρῶτος ὁ Εὐρύμαχος, ὁ γόνος τοῦ Πολύβου, τὸν Ὀδυσσέα πείραζε, γιὰ νὰ γελοῦν οἱ φίλοι·  {{r|350}}      “Ἀκοῦτε με, ὦ τῆς δοξαστῆς βασίλισσας μνηστῆρες, τὰ ὅσα μέσα μου ἀγρικῶ νὰ σᾶς τᾶ φανερώσω. Δὲν ἦρθε αὐτὸς χωρὶς βουλὴ θεοῦ μὲς στὸ παλάτι τοῦ Ὀδυσσέα· σὰν τὰ δαδιὰ κι ἡ κεφαλή του φέγγει, τὶ ἀπάνω της δὲν ἔμεινε μικρὴ ἢ μεγάλη τρίχα.” {{r|355}}      Καὶ τοῦ Ὀδυσσέα κουβέντιασε, τοῦ καστροπολεμίτη· “Θὰ 'ρχόσουν τάχα ἀργάτης μου, ἂ σὲ ζητοῦσα, ὦ ξένε, σὲ κάποιαν ἄκρη χωραφιῶν, μὲ πλερωμή, νὰ φέρνης λιθάρια γιὰ τοὺς φράχτες μου, καὶ δέντρα νὰ φυτεύης; Ἐκεῖ θροφὴ θὰ σοῦ 'δινα, καὶ μὲ τὸ παραπάνω, {{r|360}} καὶ θά 'χες καὶ φορέματα, καὶ τὰ ποδήματά σου. Μὰ τώρα ποὺ κακόμαθες, δουλειὰ δὲ θὲς νὰ πιάσης μόνε σ' ἀρέσει σὲ χωριὰ νὰ σέρνεσαι καὶ χῶρες, νὰ θρέφης μὲ τὴ διακονιὰ τὴ λαίμαργη, κοιλιά σου”.      Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας κι ἀπολογήθη· {{r|365}} “Ἤθελ' ἀλήθεια στὴ δουλειὰ νὰ παραβγοῦμε οἱ δυό μας τὴν ἄνοιξη, ὦ Εὐρύμαχε, ποὺ μεγαλώνει ἡ μέρα, πὰς στὸ γρασίδι· νὰ κρατῶ καλόγερτο δρεπάνι, παρόμοιο νὰ κρατᾶς κι ἐσὺ, καὶ νὰ δοκιμαστοῦμε, ὡς τὸ σκοτάδι νηστικοί, καὶ νά 'χη ἐκεῖ χορτάρι. {{r|370}} Ἢ καὶ δυὸ βόδια ἂν εβρισκα λαμπρὰ νὰ κυβερνήσω, μεγάλα καὶ βασταγερά, γρασίδι χορτασμένα, ὁμήλικα, συνταιριαστά, μὲ δύναμη περίσσια, ποὺ ὁ κάθε σβῶλος τῆς σποριᾶς νὰ πέφτη ὀμπρὸς στ' ἀλέτρι, θὰ μ' ἔβλεπες πὼς θ' ἄνοιγα τ' αὐλάκι πέρα ὡς πέρα. {{r|375}} Κι ἂν ἀπὸ κάπου πόλεμο σήκωνε ὁ γιὸς τοῦ Κρόνου σήμερα, κι εἶχα ἀσπίδα ἐγώ, καὶ δυὸ μαζὶ κοντάρια, κι ὁλόχαλκο περίκρανο στὴν κεφαλὴ ἁρμοσμένο, μὲς στοὺς προμάχους θά 'βλεπες ἐμένα πρῶτο πρῶτο, καὶ δὲ θὰ κατηγόρειες με ποτὲς γιὰ τὴν κοιλιά μου. {{r|380}} Μὰ εἶσαι κακόβουλος ἐσὺ, κι εἶναι σκληρὴ ἡ καρδιά σου· κι ὅμως μεγάλος καὶ πολὺς φαντάζεσαι πὼς εἶσαι, ἂν καὶ μὲ λίγους σμίγεσαι, καὶ τούτους ὄχι ἀντρείους. Ἀνίσως στὴν πατρίδα του γυρίση ὁ Ὀδυσσέας, οἱ θύρες οἱ τετράπλατες ὀμπρός σου θὰ στενέψουν, {{r|385}} θὰ φεύγης ἀπ' τὰ πρόθυρα νὰ τιναχτῆς στοὺς δρόμους.”      Αὺτἀ εἶπε, καὶ βαρύτερα ὁ Εὐρύμαχος χολιάζει, κι ἀγριοκοιτώντας τον λαλεῖ μὲ φτερωμένα λόγια.      “ Κακὰ θὰ πάθης μὰ τὸ ναί, παλιάνθρωπε, ἀπὸ μένα, ποὺ ὀμπρὸς σ' αὐτοὺς μωρολογᾶς χωρὶς νὰ νιώθης φόβο· {{r|390}} γιὰ τὸ κρασὶ σὲ ζάλισε, γιὰ τέτοια πάντα θά 'ναι τὰ φρένα σου, καὶ κάθεσαι καὶ μοῦ λαλεῖς τοῦ βρόντου. Ἤ καμαρώνεις ποὺ ἔρριξες τὸν Ἶρο τὸ ζητιάνο ; ”      Αὐτὰ εἶπε, κι ἄδραξε σκαμνί· καὶ τότες ὁ Ὀδυσσέας φοβήθηκε καὶ κάθισε στοῦ Ἀμφίνομου τὸ γόνα· {{r|395}} καὶ χτύπησε ὁ Εὐρύμαχος πὰς στὸ δεξὶ τὸ χέρι τὸν κεραστή· καὶ μὲ βουητό κυλίστηκε ὁ προχύτης, κι αὐτὸς ἀνάμεσα ἔπεσε στὰ χώματα βογγώντας. Κι οἱ ἄλλοι στὰ βαθιόσκιωτα παλάτια ὀχλαλοοῦσαν· κι ἀπ' αὐτοὺς κάποιος ἔλεγε τηρώντας πλαγινό του·  {{r|400}}      “ Νά 'χε χαθῆ στὴν ἐρημιὰ πρὶν ἔρθη αὐτὸς ὁ ξένος, δὲ θένα σήκωνε μαθὲς τέτοια βουὴ ἐδωπέρα. Καὶ τώρα λογοφέρνουνε γιὰ ζήτουλους, καὶ γλύκα δὲν ἔχουν τὰ τραπέζια μας, μόν' τό κακό πρωτεύει. ”      Καὶ τότες ὁ Τηλέμαχος τοὺς ἔλεγε ὁ λεβέντης· {{r|405}} “ Κακότυχοι, φρενιάζετε, καὶ δὲν μπορεῖ πιὰ ὁ νοῦς σας μηδὲ πιοτὸ μηδὲ φαῒ νὰ κρύψη· θεὸς σᾶς σπρώχνει. Τώρα ποὺ καλοφάγατε, στὸ σπίτι σας καθένας ἀμέτε καὶ συχάζετε· δὲ διώχνω ἐγὼ κανέναν.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ δαγκάνοντας τὰ χείλη τους ἐκεῖνοι, {{r|410}} θαμάζαν τὸν Τηλέμαχο, πόσο ἀνοιχτὰ μιλοῦσε. Καὶ τότες ὁ Ἀμφίνομος ξαγόρεψέ τους κι εἶπε, ὁ δοξαστὸς τοῦ Νίσου γιὸς καὶ τοῦ Ἀρήτου ἀγγόνι·      “ Παιδιά, σὰ μᾶς μιλοῦν σωστά, δὲν πρέπει ἐμεῖς ἀγνάντια λαλὼντας νὰ θυμώνουμε καὶ νὰ λογομαχοῦμε. {{r|415}} Τὸν ξένο μὴν τὸν βρίζετε, μήτε κανέναν ἄλλον ἀπὸ τοὺς δούλους τοῦ θεϊκοῦ Δυσσέα στὰ παλάτια· Μόν' ἂς ἀρχίση ὁ κεραστής, καὶ στάξιμο σὰ γίνη, πηγαίνουμε στὰ σπίτια μας νὰ πέσουμε στὸν ὕπνο· τὸν ξένο τὸν ἀφήνουμε στὸν πύργο τοῦ Ὀδυσσέα· {{r|420}} ἱκέτη του ὁ Τηλέμαχος τὸν ἔχει, κι ἂς νοιαστῆ τον. ”      Εἶπε, καὶ σ' ὅλους εὔλογα τὰ λόγια του φανῆκαν. Κι ὁ ἥρωας Μούλιος, κήρυκας, τοῦ Ἀμφίνομου κοπέλι, μὲς στὸ κροντήρι τὸ κρασὶ καλόσμιξε, καὶ σὲ ὅλους γύρω τὸ μοίρασε. Κι αὐτοὶ στοὺς ἀθανάτους στάξαν, {{r|425}} κι ἤπιαν μελόγλυκο κρασί. Καὶ σάνε στάξαν ὅλοι, κι ἤπιαν κρασὶ ὅσο ἤθελε ἡ καρδιά τους, ξεκινῆσαν καθένας πρὸς τὸ σπίτι του, νὰ πέσουνε στὸν ὕπνο. </poem> pajykxa5gc9kxz4jxr5o1anbatv38js Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/τ 0 15752 166714 93730 2026-06-26T01:47:14Z Sarri.greek 10495 κάθε 5 στίχους {{r|5}} 166714 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία τ | επόμενο = [[../υ|Ραψωδία υ]] | προηγούμενο= [[../σ|Ραψωδία σ]] | σημειώσεις = }} <poem> Μὰ στὸ παλάτι ὁ θεϊκὸς ἀπόμεινε Ὀδυσσέας, μὲ τὴ θεὰ ἀναδεύοντας τὸ φόνο τῶ μνηστήρων, κι αὐτὰ τοῦ γιοῦ του μίλησε τὰ φτερωμένα λόγια·      “Ἀνάγκη μέσα τ' ἄρματα, ὦ Τηλέμαχε, νὰ θέσης κι ὅταν ἐκεῖνοι θέλοντας νὰ ξέρουν, σὲ ρωτᾶνε, {{r|5}} ἐσὺ μὲ λόγια μαλακὰ γλυκαποκοίμιζέ τους, καὶ λέγε τους: —Ἀπ' τὸν καπνὸ τὰ πῆρα τὶ δὲν εἶναι σὰν ποὺ ὁ Δυσσέας τ' ἄφησε μισεύοντας στὴν Τροία, μόνε ἡ ἀχνίλα τῆς φωτιᾶς τὰ θόλωσε ἀπὸ τότες. Μὰ κι ἄλλο μεγαλύτερο βάζει στὸ νοῦ μου ὁ Δίας, {{r|10}} μὴν τύχη καὶ σὲ μάλωμα σᾶς ρίξη τὸ μεθύσι, καὶ χτυπηθῆτε, κι ἀτιμιὰ στὴν προξενειά σας φέρτε, γιατὶ μονάχο του τραβάει τὸ σίδερο τὸν ἄντρα.”      Τὸν ἄκουσε ὁ Τηλέμαχος τὸν ἀκριβὸ γονιό του, καὶ τὴ βυζάστρα Εὐρύκλεια φωνάζει, καὶ τῆς κρένει· {{r|15}}      “Μὲς στὸ παλάτι κράτα μου τὶς κοπελιές, ὦ μάνα, ὥσπου τοῦ κύρη τ' ἄρματα στὸ θάλαμο νὰ θέσω, τὰ ὥρια, ποὺ τὰ τρώει πολλὴ στὸ σπίτι μας καπνίλα, ἀπὸ τὰ τότες ποὺ ἔφυγε, κι ἤμουν ἐγὼ παιδάκι. Θὰ τὰ φυλάξω τώρα ἐκεῖ ποὺ ἄχνη φωτιᾶς δὲ φτάνει.”  {{r|20}}      Καὶ τότες ἡ πανάκριβη τοῦ κρένει παραμάνα· “Μακάρι, ὦ γιέ μου, ν' ἄρχιζες μὲ πονεσιὰ καὶ γνώση τὸ σπίτι αὐτὸ νὰ νοιάζεσαι καὶ νὰ φυλάης ἀλήθεια. Μὰ πές μου ὡς τόσο, ποιά τὸ φῶς τώρα θὰ ρθῆ νὰ φέρη, ποὺ δὲν ἀφήνεις νά 'βγουνε τὶς δοῦλες νὰ σοῦ φέγγουν;” {{r|25}}      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπάντησέ της κι εἶπε· “Τοῦτος ὁ ξένος, γιατὶ ἀργὸς δὲν τὸ σχωρνῶ νὰ μείνη ὅποιος μοῦ ἀγγίζει τὸ ψωμί, κι ἂς ἦρθε κι ἀπ' τὰ ξένα.”      Αὐτὰ εἶπε, κι ἔμεινε ἄφτερος στὰ χείλη της ὁ λόγος καὶ τοῦ καλόχτιστου ἔκλεισε τοῦ παλατιοῦ τὶς θύρες. {{r|30}} Τότε ὁ Δυσσέας ξεκίνησε μὲ τὸ λεβέντη γιό του, καὶ μέσα κράνη φέρανε, κι ἀφαλωτὲς ἀσπίδες, καὶ σουβλερὰ κοντάρια. Ὀμπρὸς ἡ Ἀθηνᾶ ἡ Παλλάδα χρυσὸ λυχνάρι κράταγε, ποὺ ἔχυνε φῶς πανώριο. Κι ἀμέσως ὁ Τηλέμαχος φωνάζει τοῦ γονιοῦ του· {{r|35}}      “Θάμα 'ναι αὐτό, πατέρα μου, ποὺ βλέπω ἐδῶ ὀμπροστά μου· τριγύρω οἱ τοῖχοι τοῦ σπιτιοῦ, τὰ μεσοδόκια τὰ ὥρια, καὶ τὰ ἐλατένια τὰ δοκιὰ κι οἱ ἁψηλωμένοι οἱ στύλοι, ὅλα ἀναλάμπουν καὶ χτυποῦν στὰ μάτια μου σὰ φλόγες, Κάποιος Θεὸς κατέβηκε δῶ μέσα ἀπ' τὰ οὐράνια.”  {{r|40}}      Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τοῦ κρένει· “Σώπα, τὸ νοῦ σου βάσταξε, καὶ μὴ ρωτᾶς τοῦ κάκου· τέτοια ἡ συνήθεια τῶν θεῶν ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια. Μόνε ἄμε ἐσὺ ν' ἀνεπαυτῆς, κι ἐγὼ ἐδῶ πέρα μνήσκω, τὶς δοῦλες καὶ τὴ μάνα σου νὰ κάμω νὰ μιλήσουν. {{r|45}} Τὶ καθετὶς μὲ κλάματα θὰ μὲ ρωτήξη ἐκείνη.” Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ Τηλέμαχος ἀπ' τὰ παλάτια βγῆκε, καὶ μὲ τὴ λάμψη τῶ φανῶν περνάει στὸ θάλαμο του, ποὺ αὐτοῦ κοιμότανε, γλυκὸς σὰν τοῦ κατέβαινε ὕπνος· πλάγιασ' ἐκεῖ, καὶ πρόσμενε τῆς χαραυγῆς τὴν ὥρα. {{r|50}} Μὰ στὸ παλάτι ὁ θεϊκὸς ἀπόμεινε Ὀδυσσέας, μὲ τὴ θεὰ γυρεύοντας τὸ φόνο τῶ μνηστήρων.      Τότες ἀπὸ τὸ θάλαμο κι ἡ Πηνελόπη φάνη, παρόμοια μὲ τὴν Ἄρτεμη καὶ τὴ χρυσὴ Ἀφροδίτη. Φέρανε πλάγι τῆς φωτιᾶς καὶ θέσαν τὸ θρονί της, {{r|55}} ποὺ τορνευτὸ μὲ φίλντισι κι ἀσήμι τό 'χε φτιάξει ὁ μάστορης ὁ Ἰκμάλιος, μαζὶ μ' ἀκουμποπόδι συνταιριαστό, καὶ μὲ προβιὰ μεγάλη σκεπασμένο· σ' ἐκεῖνο ἀπάνω ἡ φρόνιμη καθόταν Πηνελόπη. Ἀπ' τὰ παλάτια πρόβαλαν καὶ δοῦλες ἀσπροχέρες, {{r|60}} ποὺ σήκωσαν τὰ φαγητὰ καὶ τὰ λαμπρὰ τραπέζια, καὶ τὰ ποτήρια ποὺ ἔπιναν οἱ ἀγέρωχοι μνηστῆρες. Κι ἔρριξαν χάμου τὶς φωτιὲς ἀπ' τοὺς φανοὺς, καὶ βάλαν ἄλλα περίσσια ἀπάνω τους ξύλα γιὰ φῶς καὶ ζέστα. Τότες ἀρχίζει ἡ Μελανθὼ ξανὰ μὲ τὸ Δυσσέα· {{r|65}}      “Ἀκόμα θὰ μᾶς τυραννῆς, ὦ ξένε, ἐδῶ τὴ νύχτα, στὸ σπίτι τριγυρίζοντας, κοπέλες νὰ ματιάζης; Σοῦ σώνουν, κακορίζικε, τὰ πὄφαγες, καὶ φεύγα, Ἢ τάχα θὲς μὲ τὶς δουλειὲς νὰ πεταχτῆς στὸ δρόμο;”      Καὶ λέει ἀγριοκοιτώντας την ὁ μέγας Ὀδυσσέας· {{r|70}} “Γιατί μὲ τόσο, ἀθεόφοβη, μὲ κατατρέχεις ἄχτι; Τάχα πού 'μαι ἔτσι δὰ λερὸς καὶ φτωχικὰ ντυμένος, καὶ βγαίνω καὶ ψωμοζητῶ στῆς πείνας τὴν ἀνάγκη; Τέτοιοι 'ναι κεῖνοι ποὺ στὴ γῆς γυρίζουν καὶ ζητᾶνε. Κι ἐγὼ εἶχα σπίτια μιὰ φορὰ στὸν κόσμο, κι ἤμουν πλούσιος, {{r|75}} κι εὐτυχισμένος, κι ἔδινα σ' ἐκείνους ποὺ γυρνοῦσαν, καὶ γύρευαν, ὅποιοι ἤτανε, κι ἀπ' ὅ,τι εἶχαν ἀνάγκη· καὶ δούλους εἶχα ἀρίθμητους κι ἄλλα καλὰ περίσσια, ποὺ ἔχουν αὐτοὶ ποὺ καλοζοῦν καὶ ποὺ τοὺς λένε ἀρχόντους. Μὰ ὁ Δίας ἄλλα θέλησε, καὶ μοῦ τὰ ρήμαξ' ὅλα· {{r|80}} Κι ἐσύ, ὦ γυναίκα, κοίταξε μὴ χάσης τὴ λαμπράδα ποὺ σὲ στολίζει ἀνάμεσα σὲ τόσες ἄλλες δοῦλες, μαζί σου ἂν τύχη κι ἄξαφνα χολιάση ἡ δέσποινά σου, ἢ ἂν ἔρθη, σὰν ποὺ ἐλπίζουνε, στὸ Θιάκι ὁ Ὀδυσσέας. Κι ἂν πάλε ἐκεῖνος χάθηκε καὶ γυρισμὸ δὲν ἔχει, {{r|85}} νά, ὁ γιόκας του ὁ Τηλέμαχος, μεγάλος μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἀπόλλωνα· δὲ δύνεται νὰ πράξη ἐδῶ γυναίκα κακό, χωρὶς νὰ ξέρη αὐτός, τὶ πιὰ παιδὶ δὲν εἶναι.”      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ γνωστικιὰ τὸν ἄκουσε, κι ἀμέσως τὴν παρακόρη μάλωσε, καὶ φώναξέ της κι εἶπε·  {{r|90}}      “Ἀδιάντροπη κι ἀθεόφοβη, τὴ βλέπω σου τὴν κάκια, ποὺ ἀπάνω στὸ κεφάλι σου θὰ πέση αὐτὴ κατόπι. Σὰ νὰ μὴ γνώριζες μαθές, μιὰς κι ἄκουγές με τότες πὼς μέσα, στὸ παλάτι μου ποθοῦσα νὰ ρωτήξω τὸν ξένο γιὰ τὸν ἄντρα μου, γιατὶ βαρειά 'χω λύπη.” {{r|95}}      Κατόπι τῆς κελάρισσας τῆς Εὐρυνόμης κρένει· “Φέρε, Εὐρυνόμη, ἐδῶ θρονὶ μὲ τὴν προβιὰ ἀποπάνω, ὁ ξένος νὰ καθίση ἐκεῖ, νὰ λέη καὶ νὰ μ' ἀκούγη σὰν τοῦ μιλῶ, τί λαχταρῶ νὰ τὸν καλοξετάσω.”      Εἶπε, κι ἐκείνη πρόθυμα φέρνει σιμὰ καὶ στήνει {{r|100}} σκαμνὶ καλοπελέκητο, μὲ τὴν προβειὰ ἀποπάνω. Κάθισ' ἐκεῖ ὁ πολύπαθος κι ὁ θεῖος Ὀδυσσέας, κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη μ' αὐτὰ τὰ λόγια ἀρχίζει· “Ξένε, ἐγὼ πρῶτα πρῶτα αὐτὸ νὰ σὲ ρωτήξω θέλω· ποιός εἶσαι ἐσύ, καὶ πούθενε; ποιὰ ἡ χώρα σου, οἱ γονιοί σου;” {{r|105}}      Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τῆς εἶπε· “Γυναίκα, ἐσένα δὲν μπορεῖ μήτε στῆς γῆς τὴν ἄκρη ψεγάδι νὰ σοῦ βρῆ θνητός. Ὡς τὰ οὐράνια ἐσένα πηγαίνει ἡ φήμη σου· ὁ καλὸς παρόμοια βασιλέας φημίζεται σὰν κυβερνάη λαὸ πολὺ κι ἀντρεῖο, {{r|110}} μὲ δίκιο καὶ θεοφοβιά. Ἡ γῆς του βγάζει στάρι, τὰ δέντρα φέρνουνε καρπούς, τὰ πρόβατα πληθαίνουν, χαρίζει ψάρια ἡ θάλασσα, κι ὅλος ὁ κόσμος ἔχει καὶ πλούτια καὶ καλοτυχιὰ μὲ τὴν καλοδηγιά του. Τώρα κι ἐμένα ρώταγε στὸ σπίτι σου ὅ,τι ἄλλο, {{r|115}} ὅμως πατρίδα καὶ γενιὰ νὰ πῶ μὴ μοῦ γυρεύης, παλιὲς μὴν ἔρθουν θύμησες καὶ μὲ γεμίσουν πόνους, γιατ' εἶμαι πολυστέναχτος. Καὶ μὲς σὲ ξένο σπίτι δὲν πρέπει νὰ μοιρολογῶ καὶ στεναγμοὺς νὰ βγάζω, τὶ φρόνιμο τ' ἀνέπαυο παράπονο δὲν εἶναι, {{r|120}} μὴν κάποια δούλα σου, ἢ κι ἐσὺ, χολῶστε καὶ θαρρέψτε πὼς τὸ μεθύσι μ' ἔπιασε, καὶ πλημμυρῶ στὰ δάκρυα.”      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη τοῦ ἀπάντησε καὶ τοῦ εἶπε· “Ὦ ξένε, ὅλες τὶς χάρες μου, τὴν ὀμορφιά, τὸ σῶμα, οἱ ἀθάνατοι μοῦ ἀφάνισαν ἀφότου στὴν Τρωάδα {{r|125}} μὲ τοὺς Ἀχαιοὺς ξεκίνησε ὁ ἄντρας μου ὁ Δυσσέας. Ἄν τὴ ζωή μου ἐρχότανε νὰ διαφεντέψη ἐκεῖνος, κι ἡ δόξα μου θὰ πλήθαινε, κι ὅλα καλὰ θὰ βγαῖναν· τώρα ἔχω πίκρες· τὶ πολλὰ δεινὰ μοῦ φέρνει ἡ μοῖρα. [ Γιατί ὅσοι γύρω στὰ νησιὰ πρωτοστατοῦν ἀρχόντοι, {{r|130}} Δουλίχι, Σάμη, Ζάκυνθο μὲ τὰ δασὰ τὰ δέντρα, κι ὅσοι σ' αὐτὸ τὸ λιόλουστο νησί μας λημεριάζουν, θέλω δὲ θέλω μὲ ζητοῦν, κι ὅλο χαλνᾶν τὸ βιός μου. ] Γιὰ δαῦτο, μήτε ξένο έγώ, καὶ μήτε ἱκέτη ἀκούγω, μήτε κανένα κήρυκα, τοῦ κόσμου δουλευτάρη, {{r|135}} μόνε μοῦ τρώει τὰ σπλάχνα μου τοῦ Ὀδυσσέα ὁ πόθος. Αὐτοὶ γιὰ γάμο βιάζουνται, κι ἐγὼ τοὺς πλέχνω δόλους. Καὶ πρῶτα θεὸς μὲ βοήθησε νὰ σοφιστῶ νὰ στήσω θεόμακρο στὸν πύργο μου πανί, καὶ νὰ τὸ φάνω, ψιλόκλωστο κι ἀμέτρητο. Καὶ λέω τους: —Παλληκάρια, {{r|140}} μνηστῆρες μου, τώρα ὁ λαμπρὸς ποὺ ἀπέθανε Ὀδυσσέας. μὴ βιάζετε τὸ γάμο μου, γιὰ ν' ἀποσώσω πρῶτα τὸ πανικό, νὰ μὴ χαθοῦν τὰ νήματα τοῦ κάκου, ποὺ τό 'χω γιὰ τὸ σάβανο τοῦ ἥρωα τοῦ Λαέρτη, σὰν ἔρθη ὁ κορμοτεντωτής ὁ χάρος καὶ τὸν πάρη, {{r|145}} μπὰς καὶ καμιὰ τῶν Ἀχαιῶν κερὰ μὲ ψεγαδιάση, σὰν κοίτεται ἀσαβάνωτος, πού 'ταν καὶ τόσο πλούσιος. Αὐτὰ εἶπα, κι οἱ λεβέντικες τὰ δέχτηκαν ψυχές τους. Λοιπόν, τὶς μέρες ἔφαινα τὸ θεόμακρο πανί μου, τὴ νύχτα ὅμως τὸ ξέφαινα σὰν ἔφερναν τὰ φῶτα. {{r|150}} Τρεῖς χρόνους τοὺς κρυφόπαιζα, κι ἔτσι τοὺς ἔπειθα ὅλους· μὰ οἱ ἐποχὲς σὰν ἔφεραν τὸν τέταρτο τὸ χρόνο, καὶ τὰ φεγγάρια χάνονταν, καὶ πλήθαιναν οἱ μέρες, οἱ δοῦλες, σκύλες ἄπονες, μὲ πρόδωσαν, κι ἐκεῖνοι ἦρθαν καὶ μ' ἔπιασαν ἐδῶ, καὶ μοῦ βαριομιλῆσαν, {{r|155}} Καὶ τότες πιὰ μὲ τὸ στανιὸ τὸ τέλειωσα ἀπ' ἀνάγκη. Μήτ' ἀπὸ γάμο γλυτωμὸ δὲ βλέπω τώρα, μήτε ἄλλον πιὰ τρόπο· στὴν παντρειὰ μὲ σπρώχνουν οἱ γονιοί μου κι ὁ γιός μου, βλέποντας τὸ βιὸς ποὺ τρῶν αὐτοί, σκυλιάζει, τὶ τώρα ποὺ ἄντρας ἔγινε καὶ νιώθει, θὰ φροντίζη {{r|160}} τὸ σπίτι του σὰν ἄνθρωπος ποὺ τὸν τιμάει ὁ Δίας. Ὡς τόσο λέγε μου κι ἐσὺ τὴ φύτρα, τὴ γενιά σου· δὲ θά 'σαι ἀπ' τοῦ παραμυθιοῦ τὸ δρὺ καὶ τὸ λιθάρι.”      Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τῆς εἶπε· “Γυναίκα πολυσέβαστη τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα, {{r|165}} ὡς πότε ἐσὺ θένα ζητᾶς νὰ μάθης τὴ γενιά μου; Μὰ θὰ στὴν πῶ, καὶ πιότερος ἂς γίνεται ὁ καημός μου· αὐτή 'ναι ἡ τύχη τοῦ θνητοῦ ποὺ λείπει ἀπ' τὴν πατρίδα τόσον καιρό, ὅσο βρίσκουμαι κι ἐγὼ ξενιτεμένος, καὶ τυραννιέται σὲ πολλὲς γυρνώντας πολιτεῖες. {{r|170}} Ὅμως καὶ πάλε θὰ σ' τὸ πῶ τὸ ποὺ ρωτᾶς νὰ μάθης. Εἶναι μιὰ γῆς κατάμεσα τοῦ μελανοῦ πελάγου, ἡ Κρήτη, ἡ ὥρια κι ἡ παχειὰ κι ἡ τριγυρολουσμένη. Κατοίκους ἔχει ἀρίθμητους, καὶ χῶρες ἐνενήντα. Κάθε λαὸς κι ἡ γλῶσσα του. Ζοῦν Ἀχαιοὶ στὸν τόπο, {{r|175}} ζοῦνε νησιῶτες Κρητικοί, παλληκαριᾶς ξεφτέρια, καὶ Κύδωνες, καὶ Δωρικοί, καὶ Πελασγοὶ λεβέντες. Κι εἶν' ἡ Κνωσό, χώρα τρανή, ποὺ ὁ Μίνωας τοῦ μεγάλου τοῦ Δία σύντροφος ἐννιά, κι ἐννιά κυβέρναε χρόνους, τοῦ Δευκαλίωνα ὁ γονιός, τοῦ ἀντρόψυχου γονιοῦ μου, {{r|180}} ποὺ ἐξὸν ἐμένα, γέννησε τὸ ρήγα Ἰδομενέα. Στὸ Ἴλιο αὐτὸς ἀκλούθησε τοὺς δυὸ τοῦ Ἀτρέα γόνους μὲ τὰ καράβια του. Αἴθωνας ἐμένα τ' ὄνομά μου, κι ἐγὼ ὁ νεώτερος, αὐτὸς καλύτερος καὶ πρῶτος. Ἐκεῖ εἶδα τὸ Δυσσέα ἐγώ, καὶ ξενοφίλεψά τον, {{r|185}} τὶ τοῦ ἀνέμου ἡ μάνητα τὸν πέταξε στὴν Κρήτη, στὴν Τροία καθὼς ἀρμένιζε, λοξὰ ἀπὸ τὸ Μαλέα, κι ἦρθε στὴν Ἀμνισό, κοντὰ στῆς Εἰλειθυίας τὸ σπήλιο, μέσα στὰ κακολίμανα, καὶ σώθη ἀπ' τὰ δρολάπια, Στὴ χώρα εὐτὺς ἀνέβηκε γιὰ τὸν Ἰδομενέα, {{r|190}} ποὺ σεβαστὸ τὸν ἔλεγε κι ἀγαπητό του φίλο. Ἦταν ὡς τόσο δέκα αὐγές, κἂν ἕνδεκα, ποὺ ἐκεῖνος γιὰ τὸ Ἴλιο μὲ τ' ἀνάφρυδα καράβια εἶχε κινήσει. Τὸν πῆρα ἐγὼ στὸν πύργο μου καὶ καλοδέχτηκά τον, κι ἀπ' τὰ πολλὰ ποὺ βρίσκονταν τὸν φίλεψα γενναῖα· {{r|195}} κι ἔδωκα ἀλεύρια ἀπ' τὸ κοινό, κρασὶ φλογάτο, βόδια, γιὰ τὶς θυσίες ἐκείνου καὶ τῶν συντρόφων ὅλων, ποὺ τόνε συνοδεύανε, νὰ τὰ χαρῆ ἡ ψυχή τους. Δώδεκα μέρες οἱ Ἀχαιοὶ προσμένουν τότε οἱ θεῖοι· κακὸς τοὺς ἔκλεισε Βοριάς, κι οὐδὲ στὴ γῆς νὰ μείνουν {{r|200}} δὲν ἄφηνε· κάποιος θεὸς τοὺς ἔστελνε ὀργισμένος. Στὶς δεκατρεῖς κατάπεσε, καὶ τότες ξεκινῆσαν.”      Ἤξερε ψέματα πολλὰ νὰ λέη μ' ἀλήθειες ὅμοια· τ' ἄκουγ' ἐκείνη, κι ἔκλαιγε ὡσποὺ ἔλυωνε ἡ θωριά της. Κι ὅπως ἀπάνω στὰ ψηλὰ βουνὰ τὸ χιόνι λυώνει, {{r|205}} ποὺ ὁ Ζέφυρος τὸ στοίβαξε καὶ τό 'λυωσε ὁ Σιρόκος, κι ὅσο αὐτὸ λυώνει, οἱ ποταμοὶ φουσκώνουν κι ὅλο τρέχουν, ἔτσι στὰ δάκρυα λυώνανε τὰ ὡραῖα μάγουλά της, σὰν ἔκλαιγε τὸν ἄντρα της ποὺ πλάγι της καθόταν. Κι αὐτός, ὅσο κι ἂν ἔνιωθε τοῦ θρήνου της τὸν πόνο {{r|210}} κράταε τὰ μάτια ἀσάλευτα σὰν κέρατο ἢ ἀτσάλι, τὰ δάκρυα καθὼς ἔκρυβε στὰ βλέφαρα μὲ τέχνη. Κι ἐκείνη σάνε χόρτασε τὰ δάκρυα καὶ τὸ κλάμα, πάλε τοῦ ξαναμίλησε κι ἀπάντησέ του κι εἶπε·      “Θαρρῶ πώς, ξένε, τώρα ἐγὼ θὰ δοκιμάσω ἐσένα, {{r|215}} νὰ δῶ ἂν ἀλήθεια φίλεψες στ' ἀρχοντικό σου μέσα τὸν ἄντρα μου καὶ τοὺς καλοὺς συντρόφους του ὅπως εἶπες. Σὰν τί λογῆς φορέματα φοροῦσε στὸ κορμί του καὶ ποιὰ σὰ νά 'ταν ἡ ὄψη τους, κι αὐτοῦ καὶ τῶ συντρόφων;”      Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας, καὶ τῆς εἶπε· {{r|220}} “Γυναίκα, δύσκολο νὰ πῶ, τόσον καιρὸ πιὰ τώρα· εἴκοσι χρόνοι 'ναι ποὺ αὐτὸς τὸν τόπο μου ἔχει ἀφήσει· ὅμως θὰ παραστήσω τον καθὼς ἀνιστορῶ τον. Διπλὴ φλοκάτα μαλλωτὴ καὶ πορφυρένια φόρειε ὁ θεῖος Δυσσέας καὶ μὲ χρυσὴ κόπτσα ποὺ εἶχε θηλύκι {{r|225}} διπλότρυπο, κι ἀπὸ μπροστὰ λαμπρῆς δουλειᾶς στολίδι· σκύλος ζαρκάδι παρδαλὸ στὰ μπροστινά του κράτα, καὶ κοίτα το ποὺ σπάραζε· κι αὐτὸ θαμάζαν ὅλοι, πώς, ὄντας ἀπὸ μάλαμα, κοιτάει καὶ πνίγει ὁ σκύλος  τὸ ζῶ, ποὺ μὲ πόδια του σπαράζει νὰ ξεφύγη. {{r|230}} Θυμᾶμαι καὶ σφανταχτερὸ χιτώνα στὸ κορμί του, ποὺ σὰν τὴ φλούδα γυάλιζε ποὺ ἔχει ξερὸ κρομμύδι· τόσο ἤτανε ψιλόφτιαστος καὶ λιόλαμπρος συνάμα,   Πολλὲς σὰν τόνε βλέπανε γυναῖκες τὸ ν θαμάζαν. {{r|235}} Κι ἄλλο ἕνα λόγο θὰ σοῦ πῶ, κι ἂς μείνη μὲς στὸ νοῦ σου· δὲν ξέρω ἐκεῖνα τὰ σκουτιὰ ἂν τὰ φόρειε ἀπὸ τὸ σπίτι, ἢ ἂν σύντροφος τοῦ τά 'δωκε σὰν ἔμπαινε στὸ πλοῖο, ἢ κάποιος φίλος τὶ πολλοὺς τοὺς εἶχε ὁ Ὀδυσσέας. Μὲς στοὺς λαοὺς τῶν Ἀχαιῶν λίγοι ἤτανε παρόμοιοι. {{r|240}} Κι ἐγὼ σπαθὶ χαλκόφτιαστο, καὶ πορφυρή χλαμύδα, διπλὴ κι ὡραία τοῦ ἔδωκα, κι ὁλόμακρο χιτώνα, καὶ μὲ τιμὴ τὸν ἔστειλα στὸ γλήγορο καράβι. Μαζί του ἦταν καὶ κήρυκας τρανότερός του λίγο στὰ χρόνια, ποὺ κι ἐκείνονε θὰ σοῦ στορήσω τώρα· {{r|245}} καμπούρης, μελαψός, σγουρός, κι εἶχε ὄνομα Εὐρυβάτης· κι ἀπ' ὅλους τοὺς συντρόφους του τιμοῦσε ὁ Ὀδυσσέας ξέχωρα αὐτόν, τὶ ταίριαζαν οἱ γνῶμες τῶ δυονῶν τους.”      Εἶπε, καὶ πιότερη ὄρεξη τῆς φέρανε γιὰ κλάμα ἐκεῖνα τὰ ὁλοφάνερα τοῦ Ὀδυσσέα σημάδια. {{r|250}} Καὶ σάνε καλοχόρτασε τὰ δάκρυα καὶ τὸ κλάμα, τότες τοῦ ξαναμίλησε κι ἀπάντησέ του κι εἶπε·      “Καὶ πρῶτα σὲ συμπόνεσα, μὰ ἀπὸ τὰ τώρα, ὦ ξένε, μὲς στὸ παλάτι ἀγαπητὸς καὶ σεβαστὸς θὰ μοῦ εἶσαι. Ἐγὼ τὰ ροῦχα τοῦ 'δωκα ποὺ τώρα μοῦ ἱστοροῦσες· {{r|255}} τὰ δίπλωσα καὶ τὰ 'βγαλα ἀπ' τὸ θάλαμο, κι ἀπάνω θηλυκωτήρι λαμπερὸ τοῦ κάρφωσα στολίδι. Μὰ αὐτὸς δὲ μοῦ γυρίζει πιὰ νὰ τὸν δεχτῶ στὸ σπίτι· μοῖρα κακὴ τὸν ἔστειλε στὸ βαθουλὸ καράβι, τὸ μαῦρο Ἴλιο γιὰ νὰ δῆ, τ' ἀναθεματισμένο.”  {{r|260}}      Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τῆς εἶπε· “Γυναίκα πολυσέβαστη τοῦ τέκνου τοῦ Λαέρτη, τὴν ὀμορφιά σου μὴ χαλνᾶς, μὴ λυώνης τὴν καρδιά σου, θρηνώντας γιὰ τὸν ἄντρα σου. Κι ὄχι κακὸ πὼς τό 'χω, τ' εἶναι πολλὲς ποὺ χάσανε καὶ κλαῖν τὸ σύγκοιτό τους, {{r|265}} ποὺ τὸ φιλί του χάρηκαν, καὶ τέκνα τοῦ γεννῆσαν, κι ἂς ἦταν ἄλλος, κι ὄχι αὐτὸς, ποὺ λὲν σὰ θεὸς φαινόταν. Μὰ πάψε πιὰ τὰ κλάματα, τὸ τὶ θὰ πῶ ν' ἀκούσης· τὶ θὰ μιλήσω ἀληθινά, καὶ δὲ θὰ σοῦ τὸ κρύψω, πὼς ἄκουσα τὸ γυρισμὸ τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα, {{r|270}} ποὺ ζῆ κοντὰ στῶν Θεσπρωτῶν τὴ γῆς τὴν καρποφόρα, καὶ φέρνει θησαυρὸ πολὺ ποὺ σύναξε ἀπ' τὸν τόπο. Ὅμως τοὺς φίλους ἔχασε συντρόφους μὲ τὸ πλοῖο μέσα στ' ἀχνὸ τὸ πέλαγος, ἀπὸ τῆς Θρινακίας σὰν ξεκινοῦσε τὸ νησί· τὶ Ἥλιος μαζὶ καὶ Δίας {{r|275}} χολώσανε, σὰν ἔμαθαν πὼς ὅλοι του οἱ συντρόφοι τοῦ Ἥλιου τὰ βόδια σκότωσαν. Χαθῆκαν τότες ὅλοι στῆς ἀγριεμένης θάλασσας τὰ κύματα· μὰ ἐκεῖνον, πὰς στὴν καρίνα ποὺ ἔμεινε, τὸν πέταξε τὸ κῦμα ὄξω στὴ γῆς τῶ Φαιάκωνε, τῶν θεογεννημένων,  ποὺ σὰν θεὸ τὸν τίμησαν, καὶ δῶρα τοῦ χαρίσαν, {{r|280}} καὶ νὰ τὸν στείλουν ἤθελαν ἀπείραγο στὸ Θιάκι. Κι ὁ Ὀδυσσέας ἀπὸ καιρὸ θά 'ταν ἐδῶ φτασμένος, μὰ πιὸ συφέρο θάρρεψε καὶ σ' ἄλλες νὰ γυρίση χῶρες πολλές, καὶ θησαυρὸ μεγάλο νὰ μαζέψη· τόσες γνωρίζει πονηριὲς καὶ τρόπους νὰ κερδίζη, {{r|285}} κι ἄλλος θνητὸς δὲ δύνεται νὰ παραβγῆ μαζί του. Αὐτὰ μοῦ τά 'πε ὁ Φείδωνας τῶν Θεσπρωτῶν ὁ ρήγας καὶ μὲς στὸ σπίτι στάζοντας μοῦ ὁρκίστη πὼς τὸ πλοῖο ἦταν ριγμένο κι ἕτοιμοι στεκόνταν οἱ συντρόφοι στὴ γῆς νὰ τόνε φέρουνε τῆς ποθητῆς πατρίδας. {{r|290}} Ἐμένα ὅμως πρωτόστειλε, γιατ' ἔτυχε καράβι θεσπρωτικὸ νὰ ξεκινάη στὸ καρπερὸ Δουλίχι. Καὶ μοῦ 'δειξε ὅσους θησαυροὺς εἶχε ὁ Δυσσέας συνάξει, ποὺ σῶναν καὶ τὴ δέκατη νὰ θρέψουνε γενιά του· τόσα τοῦ μένανε καλὰ στοῦ βασιλέα τὰ σπίτια. {{r|295}} Καὶ στὴ Δωδώνη μοῦ 'λεγε πὼς εἶχε αὐτὸς περάσει, ἀπ' τ' ἁψηλόκορφο τὸ δρὺ τὸ θέλημα τοῦ Δία ν' ἀκούση, πῶς θὰ ξαναρθῆ στὸ πλούσιο τὸ νησί του, κρυφὰ μαθὲς ἢ φανερὰ, τόσον καιρὸ ποὺ λείπει. Καὶ νά, λοιπόν, ποὺ εἶναι καλά, καὶ θά 'ρθη ὅπου κι ἂν εἶναι, {{r|300}} καὶ δὲν ἀργεῖ τοὺς φίλους του νὰ δῆ καὶ τὴν πατρίδα. Ὅρκο μεγάλο τώρα ἐδῶ σοῦ κάνω κι ἄκουσέ τον. Ὁ Δίας νά 'ναι μάρτυρας, τῶν θεῶν ὁ πρωτοστάτης, κι ἐτούτη ἡ στιὰ τοῦ θεόλαμπρου Ὀδυσσέα, ποὺ ἦρθα τώρα, πὼς ὅλ' αὐτὰ θὰ τελεστοῦν καθὼς ἐγὼ τὰ λέγω. {{r|305}} Μέσα στὸ χρόνο αὐτὸν ἐδῶ θὰ φτάση ὁ Ὀδυσσέας, τοῦτος ὁ μήνας ἅμα βγῆ, κι ἅμα πατήση ὁ ἄλλος.”      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη τοῦ ἀπάντησε καὶ τοῦ εἶπε· “Μακάρι, ὦ ξένε, ὁ λόγος σου τέλος νὰ βρῆ· καὶ τότες θένα 'χης τὴν ἀγάπη μου, καὶ τόσα πλούσια δῶρα, {{r|310}} ποὺ θὰ σὲ μακαρίζουνε ὅσοι θνητοὶ σὲ βλέπουν. Μὰ ἄλλα ἡ ψυχή μου προμηνᾶ, κι αὐτά, θαρρῶ, θὰ βγοῦνε. Μήτ' ὁ Δυσσέας δὲν ἔρχεται καὶ μήτ' ἐσὺ δὲ θά 'βρης προβόδωμα· δὲν ἔχει πιὰ τὸ σπίτι νοικοκύρη, σὰν τὸ Δυσσέα ποὺ στάθηκε στοὺς τιμημένους ξένους, {{r|315}} πάντα καλὸς νὰ προβοδᾶ καὶ νὰ καλωσορίζη. Νίψτε τον τώρα, κοπελιές, καὶ στρῶστε του κλινάρι μὲ μαλακὰ παπλώματα καὶ χράμια καὶ φλοκάτες, ποὺ ὡς τὴ χρυσόθρονην Αὐγὴ νὰ χαίρετ' ἀπὸ ζέστα. Καὶ λοῦστε τον κι ἀλεῖψτε τον, ἅμα γλυκοχαράξη, {{r|320}} νὰ πάη μὲ τὸν Τηλέμαχο στὸ γέμα νὰ καθίση μὲς στὸ παλάτι. Θὰ τὸ βροῦν πικρὸ οἱ κακοὶ μνηστῆρες, ποὺ νὰ κακοκαρδίζουνε τὸν ξένο πάντα θέλουν, μὰ αὐτοὶ πιὰ δὲ θὰ δύνουνται νὰ κάμουν τὰ δικά τους, ὅσο ἂν θυμώνουνε. Καὶ πῶς, ὦ ξένε, ἐσὺ θὰ μάθης, ἐγὼ ἂν τὶς ἄλλες ξεπερνῶ στὰ φρένα καὶ στὴ γνώση, {{r|325}} στὰ δεῖπνα μας ἂν κάθεσαι λερός, κακοντυμένος, μὲς στὸ παλάτι; τῶν θνητῶν οἱ μέρες εἶναι λίγες· ὅποιος μᾶς φαίνεται ἄσπλαχνος κι ἔχει ἄσπλαχνη τὴ γνώμη, ὅλοι οἱ ἀνθρῶποι καὶ σὰ ζῆ τὸν καταριοῦνται ἐτοῦτον,  καὶ σὰν πεθάνη, τὸν γελοῦν καὶ τὸν καταφρονοῦνε. {{r|330}} Πάλε, ὅποιος φαίνεται γλυκός, κι ἔχει γλυκειὰ τὴ γνώμη, ἡ δόξα του ὡς τὰ πέρατα σκορπιέται ἀπὸ τοὺς ξένους, κι ὅλος ὁ κόσμος ἐκεινοῦ καλὸ ὄνομα τοῦ δίνει.”        Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τῆς εἶπε· {{r|335}} “Γυναίκα πολυσέβαστη τοῦ τέκνου τοῦ Λαέρτη, σιχάθηκα τὶς μαλακὲς φλοκάτες καὶ τὰ χράμια, ὅταν τῆς Κρήτης τὰ βουνὰ τὰ χιονισμένα ἀφῆκα, καὶ βγῆκα μὲ μακρόκουπο καράβι στὰ πελάγη. Κάλλιο ἂς πλαγιάσω σὰν καὶ πρὶν, ποὺ ὁλόνυχτα ἀγρυπνοῦσα· {{r|340}} πόσες νυχτιὲς δὲν πέρασα στὸ φτωχικὸ κλινάρι, τὴ χρυσοθρόνιαστην Αὐγὴ προσμένοντας νὰ φέξη. Κι οὐδὲ τὸ ποδοπλύσιμο δὲν τὸ ζητάει ἡ καρδιά μου, οὐδὲ καμιὰ τὸ πόδι μου γυναίκα δὲ θ' ἀγγίξη, ἀπ' ὅσες μὲς τοὺς πύργους σου βρίσκουντ' ἐδῶ δουλεῦτρες, {{r|345}} ἐξὸν κάποια γερόντισσα καλὴ καὶ τιμημένη, ἂ βρίσκεται, ποὺ νά 'παθεν ὅσα κι ἐγὼ ἡ καρδιά της. Ἐκείνη θὰ τὴν ἄφηνα τὰ πόδια μου ν' ἀγγίξη.”      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη τοῦ λέει· “Ὦ φίλε ξένε, τὶ ξένος ἀπ' τὰ μακρινὰ σ' αὐτὸ ἐδῶ τὸ παλάτι {{r|350}} τόσο σοφὸς κι ἀγαπητὸς ἄλλος ποτὲς δὲν ἦρθε, μὲ τόση γλύκα ἐσὺ τὰ λὲς καὶ τ' ἁρμηνεύεις ὅλα. Τώρα ἔχω ἐγὼ γερόντισσα μὲ νοῦ γεμάτο γνώση, αὐτὴ ποὺ γλυκανάθρεψε τὸ δύστυχο μου ρήγα, κι ἀπὸ τῆς μάνας τὴν κοιλιὰ τὰ χέρια της τὸν πῆραν. {{r|355}} Ἐκείνη, ἂν κι εἶναι ἀλλοίμονη, τὰ πόδια θὰ σοῦ πλύνη. Σήκου καλή μου Εὐρύκλεια, τοῦ ἀφέντη σου νὰ νίψης τὸ συνομίληκο. Ποὺ πιὰ κι ἐκεῖνος τώρα θά 'ναι μὲ τοῦτον καὶ στὰ χέρια του παρόμοιος καὶ στὰ πόδια. Γιατ' οἱ ἀνθρῶποι γλήγορα γεράζουνε στὰ πάθια.”  {{r|360}}      Σκέπασε τότες ἡ γριὰ τὴν ὄψη μὲ τὰ χέρια, καὶ δάκρυα χύνοντας θερμὰ παραπονέθη κι εἶπε·      “Ὠχοῦ, παιδάκι μου, ἐγὼ πιὰ ἀπελπίστηκα γιὰ σένα· περίσσια ὁ Δίας σ' ὀργίστηκε μ' ὅλη τὴ θεοφοβιά σου. Γιατὶ ἄλλος τοῦ βροντόχαρου τοῦ Δία θνητὸς κανένας {{r|365}} δὲν ἔκαψε παχιὰ μεριὰ μηδ' ἑκατόβοδα ὥρια, παρ' ὅσα ἐσύ τοῦ πρόσφερνες, μὲ προσευκὲς ζητώντας ἀναπαμένα γερατειά, καὶ τοῦ παιδιοῦ σου χρόνια. Καὶ τώρα ἐσένα μοναχὰ τὸ γυρισμό σου ἀρνήθη. Ἔτσι μ' ἐκεῖνον θά 'παιζαν στὴν ξενιτειὰ οἱ γυναῖκες, {{r|370}} σὰν ἔμπαινε στὰ λαμπερὰ παλάτια τῶν ἀρχόντων, σὰν ποὺ μὲ σένα ἐδῶ γελοῦν οἱ σκύλες τώρα ἐδαῦτες. Μὴ θέλοντας ἐσὺ κακὲς ν' ἀκοῦς βρισιές, ἀρνιέσαι τὸ πλύσιμο, κι ἐμένανε προστάζει, τὴν πιστή της, ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη τοῦ Ἰκάριου ἡ θυγατέρα. {{r|375}} Τὰ πόδια θὰ σοῦ πλύνω ἐγὼ γιὰ κείνη καὶ γιὰ σένα, τὶ ξάφνω μὲς τὰ στήθια μου πολλοὶ καημοὶ ξυπνῆσαν. Καὶ τώρα πρόσεξέ μου αὐτὸ ποὺ νὰ σοῦ πῶ ἐγὼ θέλω. Ξένοι πολλοὶ πλανήθηκαν κι ἦρθαν ἐδῶ, μὰ ἀκόμα κανένα δὲν ἀντάμωσα νὰ μοιάζη τοῦ Ὀδυσσέα, {{r|380}} ὅσο στὸ σῶμα, στὴ φωνὴ, στὰ πόδια ἐσὺ τοῦ μοιάζεις.”      Τότε γυρνᾶ ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τῆς κρένει· “Αὐτό, ὦ γριά, μᾶς εἴπανε κι ὅσοι τοὺς δυό μας εἶδαν, πὼς ἕνας μὲ τὸν ἄλλονε πολὺ 'χαμε μοιασίδι, καθὼς δὰ τό 'νιωσες κι ἐσὺ, καὶ φανερὰ μοῦ τό 'πες.” {{r|385}}      Εἶπε, καὶ πῆρε ὁλόλαμπρο τότ' ἡ γριὰ λεβέτι, καλὸ γιὰ ποδοπλύσιμο, κι ἔβαλε πολὺ κρύο νερό, κατόπι καὶ ζεστό. Καὶ κάθισε ὁ Δυσσέας λίγο παράμερα τῆς στιᾶς, γερτὸς πρὸς τὸ σκοτάδι, τὶ τοῦ 'ρθε φόβος ἄξαφνα μὴν τύχη καὶ γνωρίση {{r|390}} τὸ λάβωμα του ψάχνοντας, καὶ ὅλα τὰ φανερώση. Σιμώνει τότες ἡ γριὰ τὸ ρήγα της νὰ πλύνη, καὶ πλένοντάς τον ἔνιωσε τό λάβωμα ποὺ κάπρος μὲ τ' ἄσπρο δόντι μιὰ φορὰ στὸ πόδι τοῦ 'χε ἀνοίξει, σὰν ἦρθε νέος στὸν Παρνασσό, τῆς μάνας του τὸν κύρη, {{r|395}} τὸ δοξασμένο Αὐτόλυκο νὰ δῆ μὲ τὰ παιδιά του, πού 'τανε πρῶτος τῶν θνητῶν σὲ πονηριὲς καὶ σ' ὄρκους, τοῦ θεοῦ τοῦ Ἑρμῆ χαρίσματα τὶ εἶχε πολλὰ ἀπ' ἐκεῖνον καλὰ γιδιῶν κι ἀρνιῶν μεριὰ ὁ θεὸς Ἑρμῆς, καὶ πάντα μὲ ἀγάπη τὸν συνόδευε καὶ προθυμιὰ μεγάλη. Στὸ καρπερὸ ὁ Αὐτόλυκος σὰν πέρασε τὸ Θιάκι, καὶ βρῆκε μὲ νιογέννητο τὴν κόρη του ἀγοράκι, {{r|400}} ἡ Εὐρύκλεια τοῦ τ' ἀπόθεσε στὰ γόνατα, κατόπι ἀπὸ τὸ δεῖπνο, κι ἄξαφνα τοῦ φώναξε καὶ τοῦ 'πε·      “Αὐτόλυκε, βρὲς τ' ὄνομα ποὺ τώρα ἐσὺ θὰ βάλης στῆς θυγατέρας σου τὸ γιὸ τὸν πολυαγαπημένο.”      Κι ὁ Αὐτόλυκος ἀπάντησε· “Γαμπρὲ καὶ θυγατέρα, {{r|405}} νά, τ' ὄνομα θὰ σᾶς πῶ νὰ βάλτε τοῦ ἀγοριοῦ σας. Περίσσιους δυσαρέστησα ἐγὼ ποὺ ἐδῶ σᾶς ἦρθα, γυναῖκες κι ἄντρες, πὰς σ' αὐτὴ τὴ γῆς τὴν τροφοδότρα· γι' αὐτὸ Δυσσέας νὰ λεχτῆ τ' ἀγόρι· καὶ σὰν ἔρθη μεγάλος στῆς μητέρας του τὸ δοξαστὸ παλάτι, {{r|410}} στὸν Παρνασσό, ποὺ βρίσκεται τὸ βιός μου, θὰ τοῦ δώσω μερίδιο, καὶ χαρούμενο θὰ τόν ξεπροβοδώσω.”      Αὐτὰ ὁ Δυσσέας τὰ λαμπρὰ τὰ δῶρα ἦρθε νὰ πάρη, καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Αὐτόλυκου, κι ὁ Αὐτόλυκος ἀτός του, μὲ ἀγάπη τὸν χερόσφιξαν καὶ τοῦ γλυκομιλῆσαν. {{r|415}} Κι ἡ Ἀμφιθέα ἡ μάμμη του στὴν ἀγκαλιὰ τὸν πῆρε, φιλώντας του τὴν κεφαλὴ καὶ τὰ ὄμορφά του μάτια. Καὶ τοὺς λεβέντηδές του γιοὺς τραπέζι νὰ τοιμάσουν παράγγειλε ὁ Αὐτόλυκος, κι ἐκεῖνοι τὸν ἀκοῦσαν, κι ἀμέσως πῆραν φέρανε πέντε χρονῶνε βόδι· {{r|420}} τὸ γδάραν, τὸ συγύρισαν, τὸ κόψανε κομμάτια, μὲ τέχνη τὸ λιανίσανε, σὲ σοῦβλες τὸ περάσαν, κι ἀφοῦ τ' ὀμορφοψήσανε, χωρίσαν τὶς μερίδες. Ὁλημερὶς τρωγόπιναν ὡσποὺ κατέβη ὁ ἥλιος, καὶ δὲ στερήθη κανενὸς καρδιὰ σωστὸ μερίδιο. {{r|425}}      Κι ὁ ἥλιος σὰ βασίλεψε καὶ πῆρε τὸ σκοτάδι, πλαγιάσανε νὰ κοιμηθοῦν καὶ νὰ χαροῦν τὸν ὕπνο.      Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Αὐτόλυκου μὲ τὰ σκυλια κινῆσαν γιὰ τὸ κυνήγι, κι ὁ λαμπρὸς μαζί τους Ὀδυσσέας. {{r|430}} Περνώντας τοῦ ἁψηλόκορφου τοῦ Παρνασσοῦ τὰ δάσια, γλήγορα φτάσαν σὲ λακκιὲς ἀνεμοσαρωμένες. Κι ὁ ἥλιος ὅτι πρόβαλε καὶ τὶς στεριὲς χτυποῦσε, ἀπ' τοῦ βαθιοῦ τοῦ Ὠκεανοῦ τὸ σιγανὸ τὸ ρέμα, στὸ δάσο μπῆκαν οἱ ὁδηγοί, τ' ἀχνάρια ὀμπρὸς οἱ σκύλοι {{r|435}} νὰ βροῦνε τρέχανε, κι οἱ γιοι τοῦ Αὐτόλυκου ἀκλουθοῦσαν μὲ τὸ Δυσσέα τὸ θεϊκό, ποὺ πιὸ σιμὰ στοὺς σκύλους τραβοῦσε ὀμπρὸς σαλεύοντας μακροΐσκιωτο κοντάρι. Μέσα σὲ λόγγο σύδενδρο μέγα καπρἰ κοιτόταν. Μήτ' ἄνεμοι ἐκεῖ σύνυγροι δὲν ἀγριοφυσοῦσαν, {{r|440}} μήτε τοῦ ἥλιου οἱ φωτερὲς ἀχτίδες δὲ χτυποῦσαν, μήτε βροχὴ δὲν πέρναγε, τόσο πυκνὸς ὁ λόγγος, καὶ φύλλα ἀρίθμητα στὴ γῆς τριγύρω σκορπισμένα. Κι ἀκούγοντας ποδοβολὴ σκυλιῶν κι ἀντρῶν ὁ κάπρος, ποὺ ἐρχόντουσαν ἀπάνω του, πετιέται ἀπὸ τὸ λόγγο, {{r|445}} κι ἀντίκρυ τους ὀρθότριχος, μὲ μάτια φλόγες, στάθη. Πρῶτα ὁ Δυσσέας τοῦ χύθηκε, καὶ τὸ μακρὺ κοντάρι ἡ χέρα του ἀνασήκωσε, τὸ ζῶ γιὰ νὰ βαρέση. Ὅμως ὁ κάπρος πρόλαβε, κι ἀπάνω ἀπὸ τὸ γόνα κρέας πολὺ τοῦ ξέσκισε περνώντας, κι ἀπ' τὸ πλάγι {{r|450}} τὸ δόντι μπήγοντας, χωρὶς τὸ κόκκαλο ν' ἀγγίξη. Πάνω στὸν ὦμο τὸ δεξὶ βαρᾶ ὁ Δυσσέας τὸν κάπρο, καὶ βγῆκε ἡ μύτη ἡ σουβλερὴ τοῦ κονταριοῦ ἀπ' ἀντίκρυ· καὶ πέφτοντας μὲ μουγγρητὸ ξεψύχησε τ' ἀγρίμι. Τότες οἱ γιοὶ τοῦ Αὐτόλυκου νοιαστῆκαν τὸ Δυσσέα, {{r|455}} τὸ θεῖο κι ἀψεγάδιαστο, τοῦ δέσανε μὲ τέχνη τὸ λάβωμα, σταμάτησαν μὲ γήτεμα τὸ μαῦρο τὸ αἷμα, καὶ τὸν φέρανε στὸ γονικὸ παλάτι. Καὶ τέλος πιὰ ὁ Αὐτόλυκος μὲ τὰ παιδιά του ἀντάμα, ἀφοῦ καλὰ τὸν ἔγιαναν, καὶ δῶρα τοῦ πορέψαν, {{r|460}} χαρούμενοι τὸν ἔστειλαν χαρούμενο στὸ Θιάκι. Ὁ κύρης του ἀναγάλλιασε κι ἡ σεβαστή του μάνα ποὺ γύρισε, καὶ ρώταγαν νὰ μάθουνε πῶς τοῦ 'ρθε τὸ λάβωμα· καὶ τότε αὐτὸς δηγήθηκέ τους ὅλα, πὼς στὸ κυνήγι ἀσπρόδοντο καπρὶ τὸν εἶχε σκίσει {{r|465}} στὸν Παρνασσό, μὲ τὰ παιδιὰ τοῦ Αὐτόλυκου σὰν πῆγε.      Αὐτὸ τὸ λάβωμα ἄγγιξε καὶ γνώρισε ἡ γριούλα, κι ἀφῆκε εὐτὺς τὸ πόδι του νὰ πέση, καὶ τὸ πόδι μὲς στὸ λεβέτι γλίστρησε, καὶ βρόντηξε ὁ χαλκός του, κι ἀπὸ τὴν ἄλλην ἔγειρε, καὶ τὰ νερὰ χυθῆκαν. {{r|470}} Χαρὰ συνάμα καὶ καημὸς τὸ νοῦ της συνεπῆρε, τὰ μάτια της δακρύσανε, καὶ κόπηκε ἡ φωνή της. Καὶ τὸ πηγούνι πιάνοντας τοῦ Ὀδυσσέα, τοῦ εἶπε·      “Εἶσαι ὁ Δυσσέας, παιδάκι μου, καὶ δὲ σ' εἶχα γνωρίσει, παρὰ καλὰ σὰν ἔψαξα τοῦ ἀφέντη μου τὸ σῶμα.” {{r|475}}      Εἶπε, καὶ γύρισε ματιὰ κατὰ τὴν Πηνελόπη, νὰ φανερώση θέλοντας πὼς μέσα 'ναι ὁ καλός της. Μὰ αὐτὴ νὰ δῆ δὲ δύνονταν ἀντίκρυ καὶ νὰ νιώση, τὶ ἡ Ἀθηνᾶ τῆς γύριζεν ἀλλοῦ τὸ λογισμό της. Τότε ὁ Δυσσέας ἀπ' τὸ λαιμὸ μὲ τὸ δεξὶ τὴν πιάνει, {{r|480}} καὶ πλάγι του τραβώντας την μὲ τ' ἄλλο, αὐτὰ τῆς λέει·      “Νὰ μ' ἀφανίσης καὶ καλὰ ζητᾶς ἐσὺ, μανούλα; Τάχα σ' αὐτό σου τὸ βυζὶ δὲ μ' ἔθρεψες; καὶ τώρα τόσα σὰν ἔπαθα, γυρνῶ στὰ εἴκοσι τὰ χρόνια στὸν τόπο μου. Ἀφοῦ μ' ἔνιωσες μὲ κάποιου θεοῦ βοήθεια, {{r|485}} σώπα, μὴν τύχη κι ἀκουστῆ κι ἀπ' ἄλλον ἐδῶ μέσα. Γιατὶ ἄκουσε τί θὰ σοῦ πῶ, κι ὅ,τι ἐγὼ πῶ τελειέται· ἂν ὁ θεὸς τοὺς ξέλαμπρους μνηστῆρες μοῦ δαμάση, κι ἐσένα δὲ θὰ λυπηθῶ, βυζάστρα μου κι ἂν εἶσαι, τὴν ὥρα ποὺ τὶς ἄλλες μου τὶς δοῦλες θὰ σκοτώνω.”  {{r|490}}      Κι ἡ Εὐρύκλεια τότε ἡ γνωστικιὰ τοῦ ἀπάντησε καὶ τοῦ εἶπε· “Τί λόγο ἀπὸ τ' ἀχείλι σου ξεστόμισες, παιδί μου; Ξέρεις πὼς εἶναι ἀσάλευτη κι ἀλύγιστη ἡ ψυχή μου, καὶ θά 'ναι σὰν τὸ σίδερο καὶ τὸ στεριὸ λιθάρι, Κι ἄλλο ἕν' ἀκόμα θᾶ σοῦ πῶ, καὶ βάλ' το μὲς στὸ νοῦ σου· {{r|495}} ἂν ὁ θεὸς τοὺς ξέλαμπρους μνηστῆρες σου δαμάση, κάθε γυναίκα τοῦ σπιτιοῦ θὰ σοῦ τὴν ἱστορήσω, ποιὲς ἄτιμα σοῦ φέρνουνται καὶ ποιὲς δὲν ἔχουν κρῖμα.”      Καὶ τότες ὁ πολύβουλος Δυσσέας ἀπολογήθη· “Τί θὰ μοῦ πῆς, μανούλα, ἐσὺ γι' αὐτές; δὲν εἶναι ἀνάγκη· {{r|500}} μονάχος μου τὴν καθεμιὰ θὰ νιώσω καὶ θὰ μάθω. Μον' σώπαινε, καὶ στοὺς θεοὺς ν' ἀφήσης τὴ φροντίδα.”      Κι ἀπ' τὰ παλάτια διάβηκε ἡ γριὰ γιὰ νὰ τοῦ φέρη νερὸ γιὰ ποδοπλύσιμο, ποὺ χύθηκε ὅλο τ' ἄλλο. Κι ἀφοῦ καλὰ τὸν ἔπλυνε καὶ τοῦ ἄλειψε τὸ λάδι, {{r|505}} πρὸς τὴ φωτιὰ τότε ἔσυρε ὁ Δυσσέας τὸ κάθισμά του, καὶ μὲ κουρέλια σκέπασε τὸ λαβωμένο πόδι. Κι ἀρχίνησεν ἡ γνωστικιὰ νὰ κρένη Πηνελόπη·      “Ξένε, κάτι ἄλλο θέλω ἐγὼ νὰ σὲ ρωτήξω ἀκόμα, τὶ φτάνει τώρα τῆς γλυκειᾶς ἀνάπαψης ἡ ὤρα, {{r|510}} γιὰ κείνους ποὺ ὕπνο χαίρουνται, πολὺ καημὸ κι ἂν ἔχουν. Μὰ ἐμένα λύπη ἀμέτρητη μοῦ ἔχει δοσμένη ἡ μοῖρα. Ὅσο 'ναι μέρα τὴν περνῶ, μὲ σπαραγμοὺς καὶ κλάψες, στὸ σπίτι μέσα τὰ ἔργα μου κοιτώντας καὶ τὶς δοῦλες· μὰ ἡ νύχτα μιὰς καὶ κατεβῆ, κι ὅλους τοὺς πάρη ὁ ὕπνος, {{r|515}} μὲς στὸ κλινάρι κοίτουμαι, καὶ τὴν πικρὴ καρδιά μου ἔννοιες τὴν πνίγουνε σκληρές, ποὺ νὰ θρηνῶ μὲ κάνουν. Κι ὅπως ἡ Ἀηδόνα ἡ λυγερὴ καὶ κόρη τοῦ Παντάρου, γλυκολαλεῖ, τῆς ἄνοιξης ἅμα ὁ καιρὸς γυρίση, στῶ δέντρων καθὼς κάθεται τὰ πυκνωμένα φύλλα {{r|520}} καὶ μὲ συχνὰ γυρίσματα μύριους σκοποὺς ἀλλάζει. τὸν Ἴτυλο, τὸ τέκνο της, θρηνώντας, ποὺ τὸν εἶχε σκοτώσει ἀνήξερα, τὸ γιὸ τοῦ βασιλέα τοῦ Ζήθου, κι ἐμένα ὁ νοῦς μου μιὰ ἀπ' ἐδῶ καὶ μιὰ ἀπ' ἐκεῖ γυρίζει, ἢ νὰ σταθῶ μὲ τὸ παιδί, καὶ νὰ φυλάω δωπέρα, {{r|525}} τὸ ἔχει μου, τὶς δοῦλες μου, καὶ τ' ἁψηλά παλάτια, μὲ σεβασμὸ στὸ ταίρι μου καὶ στὴ φωνή του κόσμου, ἢ τὸν καλύτερο Ἀχαιὸ μνηστήρα ν' ἀκλουθήσω, ποὺ στὸ παλάτι βρίσκεται, καὶ δίνει πλέρια δῶρα. Κι ὅσο ἤτανε μικρὸ παιδὶ δὲ δέχονταν ὁ γιός μου {{r|530}} ἄντρα νὰ πάρω καὶ νὰ βγῶ ἀπ' τοῦ Δυσσέα τοὺς πύργους· μὰ τώρα ποὺ ἔγινε κι αὐτὸς μεγάλο παλληκάρι, λυπᾶται τὸ πολὺ τὸ βιὸς ποὺ οἱ Ἀχαιοὶ τοῦ τρῶνε, καὶ τοὺς θεοὺς παρακαλεῖ νὰ φύγω ἀπ' τὰ παλάτια. Μ' ἄκουσε τώρα τ' ὄνειρο ποὺ εἶδα, καὶ ξήγησέ το. {{r|535}} Εἴκοσι χῆνες θρέφω ἐδῶ μὲ τὸ βρεχτὸ σιτάρι, ποὺ χαίρουμαι νὰ τῖς θωρὼ καὶ νὰ τὶς καμαρώνω. Μέγας ἀϊτὸς ἀπ' τὸ βουνὸ κατέβη ἀγκιστρομύτης, καὶ τὰ λαιμά τους ἔσπασε· νεκρὲς στρωθῆκαν ὅλες μὲς στὰ παλάτια κι ὁ ἀϊτὸς ἀνέβη στοὺς αἰθέρες. {{r|540}} Κι ἐγὼ θρηνοῦσα κι ἔσκουζα μὲς στ' ὄνειρό μου τότες, καὶ γύρω οἱ ὡριοπλέξουδες Ἀχαιΐδες συναχτῆκαν, ἀπ' τὶς φωνές μου, ποὺ ὁ ἀϊτὸς μοῦ σκότωσε τὶς χῆνες. Κι ἐκεῖνος ἦρθε κάθισε στὸ ξώστεγο ἀποπάνω· κι ἀνθρώπινα λαλώντας μου μὲ μπόδιζε νὰ κλαίγω· {{r|545}} “Θάρρος, τοῦ κοσμοξάκουστου τοῦ Ἰκάριου ὦ θυγατέρα· ἀλήθεια 'ναι, κι ὄχι ὄνειρο, καὶ ξάστερο θὰ σοῦ 'βγη. Οἱ χῆνες τοὺς μνηστῆρες σου σημαίνουν, κι ἐγὼ ποὺ ἤμουν ὡς τώρα αϊτός, ὁ αντρας σου τώρα εἶμαι καἰ γυρίζω, νἀ δώσω τέλος φοβερὸ σὲ κάθε σου μνηστήρα.” {{r|550}} Εἶπε, κι ἐμένα μ' ἄφησε τοῦ ὕπνου ἡ γλύκα τότες, καὶ κοίταξα, κι ἀγνάντεψα τὶς χῆνες στὴν αὐλή μου, ποὺ ἔτρωγαν στάρι σὰν προτοῦ στὴ γούρνα τους τριγύρω.”      Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας κι ἀπάντησέ της· “Ἀλλιώτικα αὐτὸ τ' ὄνειρο, γυναίκα, δὲν ξηγιέται, {{r|555}} γιατὶ ὁ Δυσσέας ὁ ἴδιος πῶς θὰ τὸ τελέση σοῦ εἶπε, καὶ φαίνεται ὁλοκάθαρο τὸ τέλος τῶν μνηστήρων· μήτ' ἕνας ἀπ' τὴ μαύρη του δὲ θὰ γλυτώση μοῖρα.”      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη γυρίζει καὶ τοῦ κρένει· “Ἔχουμε, ὦ ξένε, ὀνείρατα ζαβά, μὲ κούφια λόγια, {{r|560}} κι ἀπ' ὅσα ὀνειρευόμαστε, σωστὰ δὲ βγαίνουν ὅλα. Δυὸ θύρες τ' άλαφροΐσκιωτα τὰ ὄνειρα ἔχουν πάντα· μὲ κέρατο φτιαστὴ τὴ μιά, μὲ φιλντισὶ τὴν ἄλλη· Ὅσα ὄνειρ' ἀπὸ τὸ φιλντισὶ τὸ πριονιστὸ διαβαίνουν, χαμένα εἶναι κι ἀνώφελα, καὶ τοὺς θνητοὺς γελᾶνε· {{r|565}} πάλε ὅσα ἀπ' τὰ καλόξεστα τὰ κέρατα περάσουν, ἀληθινὰ τοῦ βγαίνουνε τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὰ βλέπει. Μὰ ἐμένα τὸ ἔρμο μου ὄνειρο δὲν πρόβαλε ἀποκεῖθε· πόση χαρὰ θὰ τό 'χαμε, κι ἐγὼ καὶ τὸ παιδί μου. Κι ἄλλο ἐγὼ κάτι θὰ σοῦ πῶ, καὶ κράτα το στὸ νοῦ σου· {{r|570}} ζυγώνει ἡ τρισκατάρατη ἡ Αὐγὴ ποὺ θὰ μὲ πάρη ἀπ' τοῦ Ὀδυσσέα τὸ σπιτικὸ· θὰ βγάλω τώρα ἀγώνα τ' ἀξίνια ποὺ ἔστηνε σειρὰ μὲς στὰ παλάτια ἐκεῖνος, σὰν καραβιοῦ στραβόξυλα, δώδεκ' ἀξίνια καὶ ὅλα μὲ μιὰ σαϊτιὰ ποὺ ἔρριχνε μακρόθε τὰ περνοῦσε, {{r|575}} τέτοιον ἀγώνα τώρα ἐγὼ θὰ βάλω τῶ μνηστήρων· κι ἐκεῖνον ποὺ εὐκολώτερα τεντώση τὸ δοξάρι, κι ἀξίνια δώδεκα μὲ μιὰ σαΐτα του περάση, θ' ἀκολουθήσω, ἀφήνοντας τὸν πύργο αὐτόνε, ποὺ ἦρθα νιόπαντρη ἐγώ, καὶ βρῆκα τον ὥριο καὶ βιὸς γεμάτο, {{r|580}} ποὺ πάντα θὰ θυμᾶμαι τον καὶ μέσα στ' ὄνειρό μου.”      Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τῆς εἶπε· “Γυναίκα σεβαστὴ τοῦ γιοῦ τοῦ Λαέρτη, τοῦ Ὀδυσσέα, τέτοιον ἀγώνα μὴν ἀργῆς στοὺς πύργους σου νὰ βάλης· γιατὶ θά 'ναι ὁ πολύβουλος Δυσσέας ἐδῶ φτασμένος, {{r|585}} πρὶν τὸ δοξάρι πιάνοντας αὐτοὶ τ' ὡριοφτιασμένο, τεντώσουνε τὴν κόρδα του, καὶ ρίξουν μὲς στ' ἀξίνια”.      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη τοῦ ἀπάντησε καὶ τοῦ εἶπε· “Ἂν ἤθελες, ὦ ξένε, ἐδῶ γιὰ μένα νὰ καθίσης· ὕπνος δὲ θὰ χυνότανε, πὰς στὰ ματόφυλλα μου. {{r|590}} Ὅμως δὲ γίνεται οἱ θνητοὶ παντοτινὰ νὰ μνήσκουν ἀκοίμητοι· γιατ' οἱ θεοὶ καιρὸ τοὺς ἔχουν βάλει γιὰ κάθε πρᾶμα ξέχωρα στὴ γῆς τὴν τροφοδότρα. Καὶ τώρα ἐγὼ στ' ἀνώγι μου θ' ἀνέβω νὰ πλαγιάσω, σὲ κλίνη πολυστέναχτη καὶ πολυδακρυσμένη, {{r|595}} ἀπ' τὸν καιρὸ ποὺ μίσεψε ἀπ' τὸ Θιάκι ὁ Ὀδυσσέας, τὸ μαῦρο Ἴλιο γιὰ νὰ δῆ, τ' ἀναθεματισμένο. Ἐκεῖ πηγαίνω ἐγώ· κι ἐσὺ, στὸ σπίτι αὐτὸ κοιμήσου, κι ἢ χάμου στρώνεις, ἢ τοὺς λὲς κρεβάτι νὰ σοῦ βάλουν”.      Αὐτὰ εἶπε καὶ στὰ θεόλαμπρα τ' ἀνώγια της ἀνέβη, {{r|600}} ὄχι μονάχη· οἱ βάγιες της μαζὶ κι αὐτὲς πηγαῖναν. Κι ἀπάνω σὰν ἀνέβηκε στ' ἀνώγια μὲ τὶς βάγιες, τὸν ἀκριβό της ἔκλαιγε Δυσσέα ὡσότου ὕπνο ἡ Ἀθηνᾶ τῆς στάλαξε γλυκὸ στὰ βλέφαρά της.</poem> cq607jk5qbwzwy54u4mqhito4et9y77 Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/υ 0 15753 166713 93731 2026-06-26T00:16:17Z Sarri.greek 10495 κάθε 5 στίχους {{r|5}} 166713 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία υ | επόμενο = [[../φ|Ραψωδία φ]] | προηγούμενο= [[../τ|Ραψωδία τ]] | σημειώσεις = }} <poem> Κι ὁ Ὀδυσσέας ὁ θεϊκὸς στὸ πρόσπιτο πλαγιάζει, σὲ ἀδούλευτο βοδόπετσο, μὲ ἀπάνω του στρωμένες προβιὲς περίσσιες τῶν ἀρνιῶν ποὺ σφάζαν οἱ μνηστῆρες. Σκέπασμα τότες τοῦ 'ριξε φλοκάτα ἡ Εὐρυνόμη. Ἐκεῖ ἀγρυπνοῦσε, κι ὄλεθρο κρυφομελέτα ὁ νοῦς του {{r|5}} γιὰ τοὺς μνηστῆρες. Σύγκαιρα τοῦ παλατιοῦ οἱ κοπέλες, ὅσες ἀγκαλιαζόντουσαν μ' ἐκείνους, βγαῖναν τώρα, κι ἡ μιὰ τῆς ἄλλης μὲ χαρὲς καὶ γέλια συντυχαῖναν. Ὅμως ἐκείνου λύσσαζε στὰ σωθικὰ ἡ καρδιά του, κι ὅλο τὸ γύρναε μὲς στὸ νοῦ καὶ μέσα στὴν ψυχή του, {{r|10}} νὰ ὁρμήση, καὶ μὲ θάνατο τὴν καθεμιὰ νὰ σβήση, ἢ στὸ στερνό τους φίλημα ν' ἀφήση τοὺς μνηστῆρες· κι ὁλοένα βόγγαε μέσαθε κι ἀλύχταε ἡ καρδιά του. Κι ὅπως ἡ σκύλα, τὰ μικρὰ σὰ νοιάζεται κουτάβια, ξένο ἂ ματιάση, τοῦ ἀλυχτάει κι ἀμάχη τοῦ γυρεύει, {{r|15}} ἔτσι ἀλυχτοῦσε μέσα του, κακὰ τηρώντας ἔργα. Καὶ τὴν καρδιά του μάλωνε τὰ στήθια του χτυπώντας·      “Βάστα, καρδιά· χειρότερα δεινὰ βαστοῦσες τότες ποὺ μοῦ 'τρωγε ὁ ἀδάμαστος ὁ Κύκλωπας γενναίους συντρόφους, κι ἐσὺ θάρρευες, ὡσότου ἀπὸ τὸ σπήλιο {{r|20}} ποὺ ὁ Χάρος σὲ φοβέριζε, σ' ἔφερ' ἡ γνώση μου ὄξω.”      Αὐτὰ τὰ λόγια μὲ θυμὸ λαλοῦσε στὴν καρδιά του, κι ἄκουε ἐκείνη μέσαθε μὲ ὑπομονὴ περίσσια. Ὡς τόσο αὐτὸς ἀπὸ τὴ μιὰ γυρνοῦσε κι ἀπ' τὴν ἄλλη. Καὶ καθὼς ἄνθρωπος κοιλιὰ γεμάτη πάχος κι αἷμα, {{r|25}} στριφογυρίζει στὴ φωτιὰ ποὺ ἀνάβει καὶ δὲ βλέπει τὴν ὥρα νὰ γοργοψηθῆ, παρόμοια κι αὐτὸς γύρνα μιὰ ἐδῶ μιὰ ἐκεῖ, καὶ σπούδαζε τὸν τρόπο νὰ βαρέση πολλοὺς ὀχτροὺς ἀδιάντροπους, αὐτὸς μονάχος ὄντας. Καὶ τότες ἀπ' τὸν οὐρανὸ κατέβηκε ἡ Παλλάδα {{r|30}} ὀμπρός του, κι ἔμοιαζε θνητῆς γυναίκας τὸ κορμί της· καὶ στάθηκε ἀπεπάνω του, καὶ τοῦ εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια·       “Πάλε ἀγρυπνᾶς, ποὺ πιὸ ἄμοιρος δὲ βρέθη στὴ γῆς ἄλλος; Νὰ δά, τὸ σπίτι σου, καὶ νά, τὸ ταίρι σου ἐκεῖ μέσα, καὶ τὸ παιδί σου, ποὺ ὅμοιο του ποιός δὲν ποθεῖ πατέρας;” {{r|35}}      Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τῆς εἶπε· “Ὅλα σωστὰ κι ἀληθινά, θεά μου, ὅσα μοῦ εἶπες· μὰ ἐμένα τοῦτο μέσα μου μεταγυρνάει ὁ νοῦς μου, τὸ πῶς τοὺς παραδιάντροπους αὐτοὺς ν' ἀγγίξω μόνος, ποὺ αὐτοί 'ναι πάντα μαζωχτοὶ μὲς στὰ παλάτια ἐδαῦτα. {{r|40}} Κι ἕν' ἄλλο μεγαλύτερο στὰ φρένα μου ἀναδεύω, τὸ Δία ἂν ἔχοντας βοηθὸ κι ἐσένανε τοὺς σβήσω, ποῦ θένα βρῶ καταφυγή ; Στοχάσου το κι ἐτοῦτο”.      Καὶ τότες τοῦ ἀποκρίθηκε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα· “Καημένε, καὶ στὸν πιὸ μικρὸ φίλο πιστεύουν ὅλοι, {{r|45}} πού 'ναι θνητός, καὶ ποῦ πολλὰ νὰ σοφιστῆ δὲν ἔχει. Μὰ ἐγώ 'μαι ἀθάνατη θεά, ποὺ ὅλο σὲ διαφεντεύω σὲ κάθε ἀγώνα σου. Καὶ νά, τί ἐγὼ σοῦ φανερώνω· πενήντα νὰ μᾶς ἔζωναν θνητῶν ἀνθρώπων λόχοι, τὸ τέλος μας γυρεύοντας μὲ πόλεμο νὰ φέρουν, {{r|50}} ὡς κι ἐκεινῶνε θά 'παιρνες ἐσὺ τ' ἀρνιά καὶ βόδια. Ἄμε, κοιμήσου· εἶναι κακὸ νὰ ὁλονυχτᾶς τοῦ κάκου καὶ ν' ἀγρυπνᾶς· τὰ πάθια σου νὰ πάψουν δὲν ἀργοῦνε.”      Αὐτὰ εἶπε, κι ὕπνο τοῦ 'χυσε πὰς στὰ ματόφυλλά του, καὶ τότες ξανανέβηκε στὸν Ὄλυμπο ἡ Παλλάδα. {{r|55}} Κι ὁ ὕπνος ἐκεῖνον ἔπιανε καὶ τοῦ 'παιρνε τὶς ἔνννιες· μὰ ἡ πολυστοχαζούμενη γυναίκα του ξυπνοῦσε, καὶ κάθιζε στὸ μαλακὸ κλινάρι καὶ θρηνοῦσε. Κι ἀφοῦ ἡ καρδιά της χόρτασε τὰ δάκρυα καὶ τὸ κλάμα, πρῶτα στὴν Ἄρτεμη ἡ λαμπρὴ γυναίκα προσευκιέται·  {{r|60}}      “Χαριτωμένη μου Ἄρτεμη, κόρη τοῦ Δία, μακάρι νὰ μ' ἔτρωγε ἡ σαΐτα σου χτυπώντας μου τὰ στήθη, γιά ἂς μ' ἅρπαζε ὁλοάξαφνα κι ἂς μ' ἔφερνε ἀνεμούρα στ' ἀχνὰ περάσματα, ἀπ' ἐκεῖ στὸ ρέμα νὰ μὲ ρίξη ποὺ καταπίσω τρέχοντας ὁ Ὠκεανὸς προβάλλει. {{r|65}} Καὶ σὰν ποὺ ἄνεμοι πήρανε τὶς κόρες τοῦ Παντάρου, ποὺ τὶς ἀφῆκαν οἱ θεοὶ πεντάρφανες, πανέρμες, κι ἡ Ἀφροδίτη πῆρε τις καὶ γλυκανάθρεψέ τις μὲ τὸ κρασὶ, μὲ τὸ τυρὶ, μὲ τὸ γλυκὸ τὸ μέλι, κι ἡ Ἥρα γνώση κι ὀμορφιὰ τὶς χάρισε περίσσια, {{r|70}} ἡ Ἄρτεμη τ' ἀνάστημα, κι ἡ Ἀθηνᾶ τὴν τέχνη τὶς ἔμαθε νὰ φτιάνουνε κάθε δουλειὰ πιδέξια, κι ἡ Ἀφροδίτη στὶς κορφὲς ὡς ν' ἀνεβῆ τοῦ Ὀλύμπου, τὸ Δία τὸ βροντόχαρο γιὰ νὰ παρακαλέση,— γιατὶ ὅλα τὰ κατέχει αὐτός, καὶ κάθε ἀνθρώπου ξέρει {{r|75}} τὴ μοῖρα καὶ τὴν ἀμοιριά,—νὰ δώση στὶς κοπέλες τοῦ γάμου τὶς λαμπρὲς χαρές, τρέξαν οἱ Ἅρπυιες τότες, κι ἁρπάξανε τὶς κοπελιές, στὶς μαῦρες Ἐρινύες τὶς φέραν καὶ τὶς δώσανε, γιὰ νὰ τὶς ἔχουν σκλάβες· ἔτσι ἂς μ' ἀφάνιζαν οἱ θεοὶ οἱ ἀθάνατοι κι ἐμένα, {{r|80}} κι ἂς μὲ βαροῦσε ἡ Ἄρτεμη, ποὺ τὸ Δυσσέα στὸ νοῦ μου θωρώντας, στοῦ Ἅδη τὰ φριχτὰ νὰ κατεβῶ λημέρια, καὶ μήτε ἀνθρώπου ταπεινοῦ ψυχὴ νὰ μὴ γλυκάνω. Ὅμως κι ἐκεῖνο ὑποφερτό· μὲ κλάματα ὁλημέρα νὰ λυώνης κι ὅμως τὸ βραδὺ νὰ σὲ σκεπάζη ὁ ὕπνος, ποὺ πέφτει στὰ ματόφυλλα, καὶ μονομιᾶς τὰ πάντα, {{r|85}} καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακὰ στὴ λησμοσύνη ρίχτει· μὰ ἐμένα ὡς καὶ ὀνείρατα κακὰ μοῦ στέλνει ἡ μοῖρα. Καὶ πάλε ἐτούτη τὴ νυχτιὰ κάποιος στὸ πλάγι μου ἦταν, ποὺ τοῦ 'μοιαζε σὰν ποὺ ἤτανε μὲ τὸ στρατὸ σὰν κίνα, καὶ χαίρομουν, τί ἀληθινὸ, κι ὄχι ὄνειρο τὸ θάρρουν.”  {{r|90}}      Αὐτὰ εἶπε, κι ἡ χρυσόθρονη φάνη στὴ γῆς Αὐγούλα. Ἀγρίκησε τὸ θρῆνο της ὁ θεϊκὸς Δυσσέας, καὶ συλλογιόταν κι ἔλεγε στὸ νοῦ του πὼς ἐκείνη τὸν ἔνιωσε, καὶ πὼς σιμὰ στὴν κεφαλή του στάθη. Καὶ τὴ φλοκάτα ἁρπάζοντας καὶ τὶς προβιές, ποὺ μέσα {{r|95}} κοιμότανε, τ' ἀπίθωσε πὰς σὲ θρονὶ τοῦ πύργου· καὶ στὴν αὐλὴ τὸ βοδινὸ σὰν ἔθεσε τομάρι, στὸ Δία προσευκήθηκε μὲ χέρια σηκωμένα·      “Πατέρα Δία, ἂν στέργετε στὸν τόπο μου νὰ φτάσω ἀπὸ στεριὲς καὶ θάλασσες, κατόπι τόσα πάθια, ἀπ' ὅσους μέσα ἐκεῖ ξυπνοῦν, φωνὴ ἂς σηκώση κάποιος, {{r|100}} κι ἄλλο σημάδι ἂς μοῦ φανῆ ἀπ' ἔξωθε τοῦ Δία.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ συνάκουσε τὴν προσευκή του ὁ Δίας, κι ἀπὸ τὰ νέφια τ' ἁψηλὰ τοῦ λαμπεροῦ τοῦ Ὀλύμπου, βρόντηξ' εὐτύς, καὶ χάρηκε ὁ μέγας Ὀδυσσέας. Κι ἀπὸ τὸ σπίτι σήκωσε φωνὴ γυναίκα ἀλέστρα, {{r|105}} ποὺ ἐκεῖ σιμὰ βρισκόντουσαν τοῦ ἀφέντη της οἱ μύλοι, καὶ δώδεκα δουλεύανε γυναῖκες, νὰ τοιμάζουν κριθάλευρα, σιτάλευρα, μεδούλι τῶν ἀνθρώπων. Οἱ ἄλλες σὰν ἀπάλεσαν, κοιμήθηκαν ἐκείνη ὄντας ἀδύναμη, ἄλεθε τὸ μύλο της ἀκόμα, {{r|110}} μὰ ξάφνου στέκει καὶ φωνὴ σηκώνει γιὰ σημάδι·      “Δία Πατέρα, τῶν θεῶν κι ἀνθρώπων βασιλέα, τρανὴ βροντὴ ἀπ' τὸν οὐρανὸ τὸν κάτασπρο μᾶς στέλνεις, μὲ δίχως σύννεφο· θεϊκὸ σημάδι σου μᾶς δείχνεις. Ὁ λόγος ποὺ θὰ πῶ ἡ φτωχή, βοήθα νὰ μοῦ 'βγη τώρα· {{r|115}} ἂς εἶναι πιὰ ἡ στερνὴ φορὰ ποὺ κάθουνται οἱ μνηστῆρες ἐδῶ, καὶ μὲ πασίχαρο γλεντίζουν φαγοπότι· αὐτοί, ποὺ μὲ τὴν κούραση τὰ γόνατα μοῦ κόψαν, σὰν ἄλεθα τ' ἀλεύρι τους, ἂς φᾶνε τὸ στερνό τους.”      Καὶ χάρηκε τὸ μάντεμα καὶ τὴ βροντὴ τοῦ Δία {{r|120}} ὁ Ὀδυσσέας, καὶ τό εἰδε πὼς θὰ γδικηθῆ τοὺς φταῖστες.      Κι οἱ ἄλλες δοῦλες στὰ λαμπρὰ τοῦ Ὀδυσσέα παλάτια μαζεύτηκαν, καὶ στὴ γωνιὰ πῆγαν φωτιὰ ν' ἀνάψουν. Σηκώθη κι ὁ Τηλέμαχος, ὁ ἰσόθεος ὁ λεβέντης, καὶ ντύθηκε· τὸ κοφτερὸ σπαθὶ στὸν ὦμο ζώνει, {{r|125}} τὰ ὡραῖα δένει σάνταλα στὰ πόδια τὰ λαμπρά του, παίρνει κοντάρι δυνατὸ μὲ μύτη ἀκονισμένη· καὶ στὸ κατώφλι στάθηκε καὶ στὴν Εὐρύκλεια κρένει·      “Κυρούλα, πῶς τιμήσατε τὸν ξένο αὐτὸ στὸ σπίτι ; ἢ δίχως στρῶμα καὶ φαῒ καὶ δίχως ἔννοια μνήσκει ; {{r|130}} Τὶ τέτοια 'ναι ἡ μανούλα μου, μ' ὅλη τὴ γνώση πὄχει· τοῦ πιὸ χειρότερου θνητοῦ κάθε τιμὴ τοῦ κάνει, καὶ τὸν καλύτερο ἄνθρωπο μὲ καταφρόνια διώχνει.”      Κι ἡ φρόνιμη ἡ Εὐρύκλεια τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· “Παιδάκι μου, τὸ φταίξιμο στὸν ἄφταιγο μὴ δίνης· {{r|135}} κρασὶ καθόταν κι ἔπινε ὅσο ἤθελε, μὰ πεῖνα δὲν εἶχε πιὰ νὰ φάη θροφή· τῆς τό 'πε ποὺ ρωτοῦσε. Καὶ γιὰ ὕπνο καὶ γιὰ πλάγιασμα σὰν ἦρθε ἡ ὥρα, ἐκείνη τὶς δοῦλες τότες πρόσταξε κλινάρι νὰ τοῦ στρώσουν, μὰ αὐτός, σὰν κάποιος ἔρημος καὶ κακοπαθιασμένος, {{r|140}} δὲ δέχονταν σὲ στρώματα καὶ χράμια νὰ πλαγιάση, μόνε σὲ βοδοτόμαρο καὶ σὲ προβιὲς ἀρνιῶνε μέσα στὸ πρόσπιτο· κι ἐμεῖς τοῦ ρίξαμε φλοκάτα.”      Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ Τηλέμαχος κρατώντας τὸ κοντάρι, ξεκίνησε μὲ δυὸ γοργὰ μαζὶ σκυλιά, καὶ πῆγε {{r|145}} στῶν ὀμορφόποδων Ἀχαιῶν τὴ συντυχιὰ νὰ κάτση. Κι ἡ Εὐρύκλεια, τοῦ Ὤπα γέννημα, τοῦ γιοῦ τοῦ Πεισινόρη, τὶς παρακόρες φώναξε, ἡ γριὰ ἡ τιμημένη·      “Σαλέψτε ἐσεῖς, τὸ πάτωμα σκουπίστε καὶ ραντίστε, καὶ στὰ καλόφτιαστα θρονιὰ ρίξτε χαλιὰ πορφύρα· {{r|150}} κι ἐσεῖς οἱ ἄλλες, τὰ πολλὰ τραπέζια σφουγγαρίστε, κροντήρια καθαρίζετε καὶ δίκουπα ποτήρια· στὴ βρύση τρέξτε οἱ ἄλλες σας νερὸ νὰ κουβαλῆστε· γιατ' οἱ μνηστῆρες δὲν ἀργοῦν στὸ μέγαρο νὰ φτάσουν, γλήγορα σμίγουν, καὶ γιορτὴ θένα 'χουνε μεγάλη.” {{r|155}}      Εἶπε, κι ἐκεῖνες πρόθυμα τὰ λόγια της ἀκοῦσαν. Εἴκοσι κόρες πήγανε στ' ἀχνοῦ νεροῦ τὴ βρύση, κι οἱ ἄλλες μέσα δούλευαν μὲ τὰ πιδέξια χέρια. Ἦρθαν κατόπι, μπήκανε καὶ τῶν Ἀχαιῶν οἱ δοῦλοι, κι ἔσκιζαν ξύλα τεχνικά. Καὶ φτάνουν ἀπ' τὴ βρύση {{r|160}} κι οἱ παρακόρες. Ἔφτασε κι ὁ Εὔμαιος στὸν πύργο μὲ τρία, τὰ καλύτερα θρεφτάρια ἀπ' τὸ κοπάδι. Τ' ἀφῆκε αὐτὰ στοὺς ὄμορφους αὐλόγυρους νὰ βόσκουν, κι ἐκεῖνος γλυκομίλησε στὸν Ὀδυσσέα κι εἶπε·      “Σὲ καλοβλέπουν ἆραγες, καλέ μου ξένε, τώρα, {{r|165}} ἢ ἀκόμα σὲ καταφρονοῦν στὰ μέγαρα, σὰν πρῶτα ;”      Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τοῦ κρένει· “Στοὺς θεοὺς νὰ τὴν πλερώσουνε τὴν ἀδικιά τους, φίλε, αὐτοί, ποὺ σ' ἄλλου σπιτικὸ παράνομα ἀσεβοῦνε μὲ τὰ ἔργα αὐτά τους, κι ἡ ντροπὴ ποὺθε ἀρχινάει δὲν ξέρουν.” {{r|170}}      Αὐτὰ λαλοῦσαν κι ἔλεγαν ἐκεῖνοι ἀνάμεσό τους. Ὡς τόσο κι ὁ χοιροβοσκὸς Μελάνθιος ἦρθε τότες μὲ δυὸ βοσκούς, καὶ φέρνανε τὰ διαλεχτά τους γίδια, ποὺ σ' ὅλες τὶς γιδοκοπὲς γιὰ τοὺς μνηστῆρες τὰ εἶχε. Κάτω ἀπὸ τὴ βουητερὴ τὴν αἴθουσα τὰ δένει, {{r|175}} καὶ τοῦ Ὀδυσσέα πειραχτικὰ λαλώντας συντυχαίνει·      “Ἀκόμα ἐδῶ θὰ κάθεσαι καὶ θὰ μᾶς βασανίζης, ὦ ξένε, διακονεύοντας, καὶ δὲ θὰ μᾶς ἀφήσης ; Θαρρῶ, δὲ χωριζόμαστε πιὰ τώρα, δίχως πρῶτα νὰ φᾶς καὶ μερικὲς γροθιές, τ' εἶσαι κακὸς ζητιάνος. {{r|180}} Ἔχουνε κι ἄλλα οἱ Ἀχαιοὶ γιὰ σένανε τραπέζια.”      Δὲ μίλησε ὁ πολύβουλος Δυσσέας, μόν' σωπώντας τὴν κεφαλή του κούνησε, κι εἶχε κακὸ στὸ νοῦ του.      Καὶ τρίτος ὁ πρωτοβοσκὸς Φιλοίτιος τότες ἦρθε, στέρφα δαμάλα φέρνοντας καὶ γίδια στοὺς μνηστῆρες. {{r|185}} Ἀπ' τὴ στεριὰ τὰ φέρανε περάτες, ποὺ κι ἀνθρώπους ποκεῖθε πάντα προβοδοῦν σὰν ἔρθουν καὶ ζητήσουν. Στὴ βουητερὴ τὴν αἴθουσα σὰν τά 'δεσς ἀποκάτω, πῆγε κι αὐτὸς καὶ στάθηκε στὸν Εὔμαιο μπρός, καὶ ρώτα·       “Χοιροβοσκέ, ποιός εἶν' αὐτὸς ὁ ξένος ποὺ μᾶς ἦρθε {{r|190}} μὲς στὸ παλάτι; Κι ἀπὸ ποιούς παινιέται πὼς γεννήθη; ποιά 'ναι ἡ γενιά του, κι ἀπὸ ποιά ξεκίνησε πατρίδα; ὁ δὐσμοιρος· καὶ φαίνεται σὰ βασιλέας στὴν ὅψη. Ὅμως κακὸ τοὺς φέρνουνε οἱ θεοὶ τοὺς πλανεμένους, μιὰς καὶ τοὺς κλώσουν συφορά, κι ἂς εἶναι βασιλιάδες.” {{r|195}}      Εἶπε, καὶ τόνε ζὐγωσε, καὶ τοῦ 'σφιξε τὸ χέρι, καὶ φώναξέ του, κι εἶπε του μὲ λόγια φτερωμένα·      “Γειά σου, πατέρα ξένε μου, καλὲς νὰ σοῦ 'ρθουν μέρες κἂν ὕστερα. Τώρα σὲ τρῶν περίσσια πάθια ἀκόμα. Ἀπὸ τὸ Δία πιὸ σκληρὸς ἄλλος θεὸς δὲν εἶναι. {{r|200}} Γιὰ ἄντρες ποὺ ἐκεῖνος γέννησε, σπλαχνιὰ καμιὰ δὲ νιώθει, μόνε σὲ φοβερὰ δεινὰ καὶ βάσανα τοὺς ρίχτει. Ἵδρωσα ἐγὼ θωρώντας σε, τὰ μάτια μου δακρύσαν, μὲ τοῦ Δυσσέα τὴ θύμηση, γιατὶ θαρρῶ κι ἐκεῖνος μὲ τέτοια κουρελόπανα μέσα στὸν κόσμο τρέχει, {{r|295}} ἂν εἶναι ἀκόμα ζωντανός, καὶ τοῦ ἥλιου φῶς ἂ βλέπη. Κι ἂν πέθανε, καὶ βρίσκεται στὸν Ἅδη, ἀλλοίμονό μου, ποὺ τὸν παράξιο μου ἔχασα τὸν Ὀδυσσέα, ποὺ μ' εἶχε πρῶτο στὰ βόδια ἀπὸ μωρὸ στὴ γῆς τῶν Κεφαλλήνων. Γενῆκαν τώρα ἀρίθμητα, κι ἄλλος βοσκὸς δὲ στάθη {{r|210}} δαμάλες πλατυκούταλες περσότερες νὰ δείξη. Τώρα σὲ ξένες προσταγὲς θροφὴ τὶς παραθέτω ἀνθρώπων ποὺ τοῦ σπιτικοῦ δὲ σέβουνται τ' ἀγόρι, μηδὲ τρομάζουν τῶν θεῶν τὴν τιμωρία, μόν' θέλουν νὰ μοιραστοῦνε τὰ καλὰ τοῦ πλανημένου ρήγα. {{r|215}} Ὡς τόσο, μέσα μου συχνὰ τὸ μεταγέρνει ὁ νοῦς μου, κακὸ ἂν δὲν εἶναι, ἐνόσω ὁ γιὸς ὑπάρχει, ἀλλοῦ νὰ φύγω, κοντὰ σὲ ξένους μένοντας μαζὶ μὲ τὶς δαμάλες· μὰ ἀκόμα πιὸ χειρότερο νὰ κάθουμαι, καὶ ξένων θνητῶν φυλάγοντας ἐδῶ σφαχτὰ νὰ τυραννιέμαι. {{r|220}} Ἀπὸ καιρὸ θὰ πρόσφευγα σ' ἄλλου μεγάλου ρήγα παλάτι, τ' εἶναι ἀβάσταχτα τὰ τωρινὰ δεινά μου. Μὰ ἀκόμα συλλογιέμαι τον τὸ δύστυχο, ἴσως κι ἔρθη ξάφνω ἀπὸ κάπου, καὶ μεμιᾶς σκορπίση τοὺς μνηστῆρες.”      Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· {{r|225}} “Βοσκέ, ποὺ μήτε ἀσύστατος μήτε κακὸς δὲ μοιάζεις, βλέπω κι ἐγὼ τὰ φρένα σου πὼς τὰ φωτίζει ἡ γνώση, κι ὅρκο σοῦ κάνω φοβερό, σ' ἐκεῖνο ποὺ σοῦ κρένω· ὁ Δίας νά 'ναι μάρτυρας, τὸ ξενικὸ τραπέζι, κι ἐτούτη ἡ στιὰ τοῦ θεόλαμπρου Δυσσέα ποὺ μὲ δέχτη, {{r|230}} ἀκόμα ἐδῶ θένα 'σαι ἐσύ, καὶ θὰ γυρίση ἐκεῖνος· καὶ μὲ τὰ μάτια σου θὰ δῆς, ἂν θέλης, τοὺς μνησττῆρες, ποὺ τώρα ἐδῶ σᾶς τυραννοῦν, νὰ πέφτουν σκοτωμένοι.”      Καὶ τότε τοῦ ἀπαντάει καὶ λέει ὁ πρῶτος τῶν βουκκόλων· “Μακάρι αὐτὰ τοῦ Κρόνου ὁ γιὸς νὰ τὰ τελοῦσε, ὦ ξένε, {{r|235}} καὶ θά 'βλεπες τὶ δύναμη τὰ χέρια ἐδαῦτα κρύβουν.”      Παρόμοια σ' ὅλους τοὺς θεοὺς κι ὁ Εὔμαιος παρακάλειε, νὰ φέρουνε στὸ σπίτι του τὸ γνωστικὸ Ὀδυσσέα.      Αὐτὰ λαλοῦσαν κι ἔλεγαν ἐκεῖνοι ἀνάμεσό τους· ὡς τόσο τοῦ Τηλέμαχου τοιμάζαν οἱ μνηστῆρες {{r|240}} τὸ τέλος καὶ τὴ μοῖρα του. Ὅμως ζερβά τους φάνη ἁψηλοπέταχτος ἀ"ιτὸς κρατώντας περιστέρα. Καὶ τότ' ὁ Ἀμφίνομος αὐτὰ ξαγόρεψέ τους κι εἶπε·      “Δὲ θὰ μᾶς ἔβγη τυχερὸς αὐτός, καλοί μου φίλοι, ὁ φόνος τοῦ Τηλέμαχου. Τὸ δεῖπνο ὡς τόσο ἂς δοῦμε”. {{r|245}}      Αὐτά 'λεγε ὁ Ἀμφίνομος, κι ἀρέσανε στοὺς ἄλλους. Καὶ μπαίνοντας στὰ μέγαρα τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα, ἀπάνω σ' ἕδρες καὶ θρονιὰ τὶς χλαῖνες ἀπιθῶσαν, κι ἔσφαξαν πρόβατα τρανά, καλοθρεμμένα γίδια, θρεφτάρια χοίρους καὶ παχὺ δαμάλι ἀπ' τὸ κοπάδι. {{r|250}} Κι ἀφοῦ τὰ σπλάχνα ψήσανε τὰ μοίρασαν, καὶ τότες ἀνακατέψανε κρασὶ μὲς σ' ὅλα τὰ κροντήρια. Ὁ χοιροτρόφος ἔδινε παντοῦθε τὰ ποτήρια, ψωμὶ τοὺς ἔφερνε ὁ καλὸς πρωτοβοσκὸς Φιλοίτιος μὲ τὰ ποτήρια τὰ ὄμορφα, κι ὁ Μελανθέας κερνοῦσε. Κι αὐτοὶ ἄπλωναν τὰ χέρια τους στὰ καλοφάγια ὀμπρός τους. {{r|255}}      Μὲ πονηριὰ ὁ Τηλέμαχος τὸν Ὀδυσσέα καθίζει στὸ στέριο μέγαρο, σιμὰ στὸ λίθινο κατώφλι, καὶ τοῦ 'βαλε κοινὸ σκαμνὶ καὶ φτωχικὸ τραπέζι· σπλάχνα τοῦ δίνει μερτικό, καὶ μὲ χρυσὸ ποτήρι κερνώντας τον, τοῦ μίλησε, κι αὐτὰ τὰ λόγια του εἶπε· {{r|260}}      “Κάθου ἐσὺ τώρα ἐδῶ, κρασὶ νὰ πίνης μὲ τοὺς ἄλλους, κι ἀπ' τῶ μνηστήρων τὶς βρισιὲς καὶ τοὺς δαρμοὺς ἀτός μου θὰ σὲ φυλάξω, τὶ κοινὸ δὲν εἶν' αὐτὸ τὸ σπίτι, μόν' εἶναι τοῦ Ὀδυσσέα, κι αὐτὸς γιὰ μένα τό 'χει χτῆμα. Κι ἐσεῖς, κρατιέστε ἀπὸ βρισιὲς καὶ χτυπημοὺς, μνηστῆρες, {{r|265}} σὲ ξαφνικὰ μὴν ἔρθουμε μαλώματα κι ἀμάχες.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ δαγκάνοντας τ' ἀχείλι οἱ ἄντρες ὅλοι, θαμάζαν τοῦ Τηλέμαχου τὰ ξέθαρρα τὰ λόγια. Κι ὁ Ἀντίνος, τοῦ Εὐπείθη ὁ γιὸς χόλωσε τότες κι εἶπε·       “Ἂν κι ὁ Τηλέμαχος πικρὰ μᾶς εἶπε λόγια, ὦ φίλοι, {{r|270}} ἂς τὰ δεχτοῦμε· μᾶς μιλάει μὲ σοβαρὴ φοβέρα. Ὁ Δίας δὲν τό 'θελε· εἰδεμή, στὰ μέγαρά του μέσα θὰ τὸν σωπαίναμε, κι αὐτὸς ἂς ζήταε νὰ στριγγλίζη.”      Αὐτὰ ὁ Ἀντίνος ἔλεγε, μὰ ἀδιαφοροῦσε ἐκεῖνος. Καὶ τῶν θεῶν τὴν ἱερὴ κατοβοδιὰ ἀπ' τὴ χώρα {{r|275}} κήρυκες φέρναν στὸ ἰσκιερὸ τοῦ Ἀπόλλωνα τὸ δάσος ποὺ πλήθη μακρομάλληδων Ἀχαιῶνε συναχτῆκαν.      Καὶ σάνε ψῆσαν κι ἔβγαλαν τ' ἀπόξωθε κοψίδια, τὰ μοίρασαν, κι ἀρχίσανε τ' ἀρχοντικὸ τραπέζι. Καὶ τοῦ Δυσσέα βάλανε μερίδα οἱ δοῦλοι τότες {{r|280}} ὅση κι ἐκεῖνοι πέρνανε, καθὼς παράγγειλέ τους ὁ πολυαγαπημένος γιὸς τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα.      Μὰ ἡ Ἀθηνᾶ δὲν ἄφηνε τοὺς θεότολμους μνηστῆρες νὰ παύουν τὴν κακολογιά, γιὰ νὰ πηγαίνη ὁ πόνος βαθύτερα μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα. {{r|285}} Κι ἀνάμεσό τους βρίσκουνταν ἀδικογνώστης ἄντρας, ποὺ τ' ὄνομά του Χτήσιππος, καὶ κατοικιά του ἡ Σάμη· στὰ πλούτια του τ' ἀρίθμητα πιστεύοντας, ζητοῦσε τοῦ Ὀδυσσέα τὴ σύγκλινη, τοῦ ξενοπλανημένου. Ἐκεῖνος στοὺς ἀγέρωχους μνηστῆρες τότες εἶπε· {{r|290}}      “Ἀκοῦστε με τὸ τί θὰ πῶ, ὦ θεότολμοι μνηστῆρες· καλὴ μερίδα δόθηκε, σὰν πού 'πρεπε, τοῦ ξένου· σωστὸ δὲν ἤτανε μαθὲς τὸ δίκιο νὰ στεροῦνται οἱ ξένοι τοῦ Τηλέμαχου ποὺ ἐδῶ νὰ ἐρθοῦν τυχαίνει. Μὰ ἂς τὸν φιλέψω πιὰ κι ἐγώ, καὶ πάλε αὐτὸς τὸ δῶρο {{r|295}} τὸ δίνει τῆς λουτράρισσας, ἢ καμιᾶς ἄλλης δούλας, ἀπ' ὅσες μέσα βρίσκουνται στοῦ Ὀδυσσέα τοὺς πύργους.”      Εἶπε, καὶ πόδι βοδινὸ τραβάει ἀπ' τὸ πανέρι, καὶ τὸ πετάει ἀπάνω του. Μὰ ξέφυγε ὁ Δυσσέας γυρνώντας τὸ κεφάλι του, καὶ μέσα του μὲ πίκρα {{r|300}} γελώντας, καὶ τὸ κόκκαλο στὸ στέριον τοῖχο πέφτει. Τότες μ' ὀργή ὁ Τηλέμαχος τοῦ Χτήσιππου φωνάζει·      “Καλὰ σοῦ βγῆκε, ὦ Χτήσιππε, κι ἂς τὸ χαρῆ ἡ ψυχή σου. Τὸν ξένο δὲν τὸν βάρεσες, τὶ ὁ ἴδιος του φυλάχτη· ἀλλιῶς, τὰ στήθια σου ἄνοιγα μὲ κοφτερὸ κοντάρι. {{r|305}} Τότε ὁ πατέρας σου ταφὴ θὰ τοίμαζε ἀντὶς γάμο δῶ μέσα· καὶ γι' αὐτὸ ἀσκημιὲς κανένας μὲς στὸ σπίτι ἂς μὴ μοῦ κάνη· τώρα πιὰ νιώθω, καὶ ξέρω ποιό 'ναι καλὸ στὸν κόσμο, ποιό κακό, τὶ πιὰ μωρὸ δὲν εἶμαι. Καθόμαστε καὶ βλέπουμε νὰ σφάζουνται τ' ἀρνιά μας, {{r|310}} καὶ τό κρασὶ νὰ πίνεται, καὶ τὸ ψωμὶ νὰ φεύγη· τὶ δὐσκολό 'ναι τοὺς πολλοὺς νὰ τοὺς μποδίζη ὁ ἕνας. Ὅμως καιρὸς πιὰ τὸ ἄδικο κι ἡ ὄχτρητα νὰ πάψη. Κι ἂν νὰ μὲ θανατώσετε μὲ τὸ σπαθὶ ποθῆτε, καλύτερα έγὼ τό 'θελα, κι ἂς μ' ἔπαιρνεν ὁ Χάρος, {{r|315}} παρὰ νὰ βλέπω ἀδιάκοπα τέτοια ἔργα ντροπιασμένα, τοὺς ξένους μας νὰ βρίζουνε, μὰ καὶ τὶς παρακόρες ἀδιάντροπα νὰ σέρνουνε μὲς στὰ λαμπρὰ παλάτια.”      Αὐτὰ εἶπε, κι ὅλοι σώπασαν κι ἀμίλητοι ἀπομεῖναν καὶ τότες τοῦ Δαμάστορα ὁ Ἀγέλαος τοὺς εἶπε· {{r|320}}      “Λόγος σωστὸς σὰν εἰπωθῆ, δὲν πρέπει ἐμεῖς, ὦ φίλοι, ἐνάντια νὰ πηγαίνουμε μὲ λόγια θυμωμένα. Τὸν ξένο μὴν πειράζετε, μήτε κανέναν ἄλλον ἀπὸ τοὺς δούλους πού 'ναι ἐδῶ στοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα. Ποθοῦσα τοῦ Τηλέμαχου καὶ τῆς καλῆς του μάνας {{r|325}} νὰ πῶ ἕνα λόγο φιλικό, νὰ τὸν δεχτοῦνε ἂ στέργουν. Ἐλπίδα ὅση σᾶς ἔμνησκε στὰ βάθια τῆς ψυχῆς σας, νά 'ρθη ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος στὸ σπιτικό του πάλε, μὲ δίκιο τὸν προσμένατε, καὶ τοὺς μνηστῆρες ὅλους στὸν πύργο τοὺς κρατούσατε, ποὺ ἦταν καὶ πιὸ συφέρο, {{r|330}} ἀνίσως γύριζε ἄξαφνα στὸ σπίτι του ὁ Δυσσέας. Μὰ τώρα πιὰ ὁλοφάvεpo πὼς δὲ θὰ μᾶς γυρίση. Ἄμε λοιπὸ στὴ μάνα σου, συβούλεψέ την τώρα, νὰ πάρη τὸν καλύτερο, καὶ πιότερα ὅποιον δίνει, κι ἐσὺ γιὰ νὰ τὰ χαίρεσαι τὰ πατρικά σου πλούτια, {{r|335}} κι ἐκείνη τοῦ ἄλλου της τοῦ ἀντρὸς τὸ σπίτι νὰ κοιτάζη.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γύρισε τότες κι εἶπε· “Ναὶ μὰ τὸ Δία, Ἀγέλαε, καὶ μὰ τὰ πάθια ἐκείνου ποὺ ἀπὸ τὸ Θιάκι μακριὰ πλανιέται γιά καὶ χάθη, ν' ἀργοπορήσω δὲ ζητῶ τὸ γάμο τῆς μητέρας, {{r|340}} παρὰ ὅλο τὴν παρακινῶ νὰ πάρη αὐτὸν ποὺ θέλει, καὶ δίνω δῶρα ἀρίθμητα. Ὅμως νὰ τήνε βγάλω χωρὶς νὰ θέλη ντρέπουμαι, κι ὁ θεὸς νὰ μὴν τὸ δώση.”      Εἶπ' ὁ Τηλέμαχος· κι ἡ θεὰ μὲς στοὺς μνηστῆρες γέλια ἄσβηστα σήκωσε, κι ὁ νοῦς τοῦ καθενὸς σκοτίστη. {{r|345}} Καὶ τώρα αὐτοὶ μὲ ἀπόξενα γελούσανε σαγόνια, καὶ κρέατα αἱματόβρεχτα μασούσανε καὶ τρῶγαν· δάκρυα τὰ μάτια τους πολλὰ γεμίζαν, κι ἡ ψυχή τους προμάντεμα μοιρολογιοῦ τοὺς ἔφερνε μεγάλου. Καὶ τότες ὁ θεόμορφος Θεοκλύμενος τοὺς εἶπε·       “Ἄχ, τί μεγάλο, ὦ δύστυχοι, κακὸ μαθὲς σᾶς βρίσκει. {{r|350}} Νύχτα σᾶς ζώνει κεφαλὴ καὶ πρόσωπο καὶ γόνα· ἄναψ' ὁ θρῆνος, βρέχουνται τὰ μάγουλα μὲ δάκρυα, κι οἱ τοῖχοι μ' αἷμα βρέχουνται καὶ τὰ ὥρια μεσοδόκια· γέμισαν πρόθυρα κι αὐλὲς μὲ ἴσκιους νεκρῶν ποὺ τρέχουν μέσα στὰ σκότη, στὸ Ἔρεβος· καὶ χάθηκε στὰ οὐράνια· {{r|355}} ὁ ἥλιος καὶ γύρω ἁπλώθηκε στὸν κόσμο μαύρη ἀντάρα.”      Αὐτὰ εἶπε, κι ὅλοι γέλασαν ἐκεῖνοι ἀπ' τὴν καρδιά τους Κι ἀρχίζει τοῦ Πολύβου ὁ γιὸς ὁ Εὐρύμαχος, καὶ κρένει·      “Χαμένα τά 'χει ὁ νιόφερτος ὁ ξένος ποὺ μᾶς ἦρθε. Μὰ γλήγορα ἀπ' τὰ μέγαρα στεῖλτε τον ἔξω, ὦ νέοι, {{r|360}} στὴν ἀγορὰ νὰ κατεβῆ, τί ἐδῶ τὴ νύχτα βλέπει.”      Κι ὁ θεόμορφος Θεοκλύμενος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· “Εὐρύμαχε, ὁδηγούς ἐσὺ δὲ θέλω νὰ μοῦ φέρης· ἔχω καὶ μάτια ἐγώ, κι αὐτιά, κι ἔχω τὰ δυό μου πόδια, καὶ γνώση εἶναι στὰ στήθια μου γερή κι ὡριμασμένη. {{r|365}} Μ' αὐτὰ θὰ πάω, γιατὶ κακὸ νὰ σᾶς ζυγώνη νιώθω, ποὺ οὔτ' ἕνας δὲ θὰ δυνηθῆ μνηστήρας νὰ ξεφύγη, ἀπ' ὅσους μὲς στὰ μέγαρα τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα τοὺς ἄντρες βρίζουν, καὶ φριχτὲς σοφίζουνται ἀνομίες.”       Εἶπε, κι ἀπ' τὰ καλόφτιαστα παλάτια βγῆκε ἐκεῖνος, {{r|370}} καὶ τράβηξε στοῦ Πείραιου, ποὺ καλοδέχτηκέ τον. Κι ἕνας τὸν ἄλλον ὅλοι τους κοιτώντας οἱ μνηστῆρες, κεντοῦσαν τὸν Τηλέμαχο, τοὺς ξένους περγελώντας. Κι αὐτὰ κάποιος ἀγέρωχος γύρισε κι εἶπε νέος·      “Τηλέμαχε, ἄλλος σὰν κι ἐσὲ κακόξενος δὲν εἶναι. {{r|375}} Κοίταξ' αὐτὸν τὸν βρώμικο τὸν κοσμογυριστή σου, ποὺ ὅλο πεινάει κι ὅλο διψάει, καὶ μήτ' ἀπὸ ἔργα ξέρει, μήτ' ἀπὸ μάχες ἔμαθε· βάρος τῆς γῆς ἀλήθεια. Ἄλλος σηκώθη πάλε ἐδῶ τὸ μάντη νὰ σοῦ κάμη. Μὰ ἐμέν' ἀκούγοντας, πολὺ περσότερο κερδίζεις· {{r|380}} μὲς σὲ καλὸ ἂς τοὺς ρίξουμε πολύσκαρμο καράβι, στὴ Σικελία γιὰ νὰ σταλθοῦν, καλὴ τιμὴ νὰ πιάσης.”      Αὐτὰ οἱ μνηστῆρες λέγανε, μὰ ἀδιαφοροῦσ' ἐκεῖνος, καὶ τὸν πατέρα του ἄφωνος τηροῦσε, καρτερώντας πότε θὰ πέση ἡ χέρα του στοὺς ἄτιμους μνηστῆρες. {{r|385}}      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου ἡ θυγατέρα ἀντίκρυ τους σὰν ἔστησε τὸ λαμπερὸ θρονί της, ὅ,τι ὁ καθένας ἔλεγε στὰ μέγαρα ἀγρικοῦσε, μὲ γέλια καθὼς τοίμαζαν τὸ γέμα τους ἐκεῖνοι, τὸ πλούσιο, τὸ χαρούμενο, μὲ τὰ πολλὰ σφαχτά του. {{r|390}} Μὰ ἄλλο τραπέζι πιὸ ἄχαρο δὲ γίνη, σὰν τὸ δεῖπνο ποὺ ἔμελλε γλήγορα ἡ θεὰ κι ὁ μέγας Ὀδυσσέας νὰ τοὺς ἁπλώση· γιατὶ αὐτοὶ πρωτόκαμαν τὸ κρῖμα. </poem> nhhufbz656zyh1se9lkw9tsy6ae7ne6 Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/φ 0 15754 166712 166550 2026-06-26T00:02:24Z Sarri.greek 10495 κάθε 5 στίχους {{r|5}} 166712 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία φ | επόμενο = | προηγούμενο= [[../υ|Ραψωδία υ]] | σημειώσεις = }} <poem> Τότες στὸ νοῦ της ἔβαλε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα τῆς Πηνελόπης, τῆς καλῆς τοῦ Ἰκάριου θυγατέρας, τόξο καὶ σίδερα σταχτιὰ νὰ βάλη στοὺς μνηστῆρες ἀγώνα καὶ σφαγῆς ἀρχὴ μὲς στοῦ Ὀδυσσέα τοὺς πύργους. Τὴ σκάλα τοῦ θαλάμου της τὴν ἁψηλὴ κατέβη, {{r|5}} πῆρε ὥριο γυριστὸ κλειδὶ στὸ μαλακό της χέρι, χαλκένιο καὶ μὲ φιλντισὶ χερούλι ταιριασμένο. Ὡς στὸ στερνὸ τὸ θάλαμο πηγαίνει μὲ τὶς βάγιες, ποὺ κοίτουνταν οἱ θησαυροὶ τοῦ βασιλέα κρυμμένοι, χαλκός, χρυσάφι, σίδερο περίτεχνα ἐργασμένο. {{r|10}} Εἶχε καὶ πισοτέντωτο δοξάρι καὶ φαρέτρα, ποὺ μέσα της ἦταν πολλὲς στεναχτερὲς σαγίτες. Ἀπὸ τή Λακεδαίμονα τά 'χε ὁ Δυσσέας φερμένα, τοῦ ὁμοιόθεου τοῦ Ἴφιτου, γόνου τοῦ Εὐρύτου δῶρα. Στοῦ Ὀρσίλοχου ἀνταμώθηκαν τοῦ ἀντρείου στὴ Μεσσήνη, {{r|15}} σὰν πῆγε ὁ Ὀδυσσέας ἐκεῖ γιὰ χρέος ποὺ ὅλ' ἡ χώρα τοῦ χρώσταγε· τὶ πρόβατα τρακόσα ἀπὸ τὸ Θιάκι μὲ τοὺς βοσκοὺς ἁρπάξανε καὶ φύγαν Μεσσηνῖτες μὲ πλεούμενα πολύσκαρμα· καὶ μακρινὸ ταξίδι πῆγε ὁ Δυσσέας ζητώντας τα, μικρὸς πολὺ κι ἂν ἦταν {{r|20}} τὶ ὁ κύρης του τὸν ἔστειλε καὶ τοῦ Θιακιοῦ οἱ γερόντοι. Καὶ πάλε ὁ Ἴφιτος ἐκεῖ φοράδες δώδεκα ἦρθε νὰ βρῆ χαμένες, ποὺ γερὰ βυζάνανε μουλάρια· αὐτὲς δὰ ποὺ τοῦ γίνανε χάρος καὶ μαύρη μοῖρα, κατόπι, στὸν ἀντρειόψυχο τοῦ Δία τὸ γιὸ σὰν ἦρθε, {{r|25}} τὸν Ἡρακλῆ, τὸ γνωριστὴ κάθε ἔργου φημισμένου, ποὺ ὁ ἄνομος στὸ σπίτι του τὸν ἔσφαξε, ἂν καὶ ξένο, καὶ μήτε θεὸ δὲ ντράπηκε, καὶ μήτε τὸ τραπέζι ποὺ τότες τοῦ παράθεσε· μόνε κι ἐκεῖνον σφάζει, καὶ τὶς βαριόνυχες κρατάει φοράδες στὸ παλάτι. {{r|30}} Αὐτὲς ζητώντας ὁ Ἴφιτος, τὸν Ὀδυσσέα ἀνταμώνει, καὶ τὸ δοξάρι τοῦ 'δωσε, ποὺ ὁ Εὔρυτος ὁ μέγας κρατοῦσε μιὰ φορά, μὰ πρὶν πεθάνη τό 'χε ἀφήσει τοῦ γιοῦ του στὰ παλάτια του. Καὶ τότε ὁ Ὀδυσσέας τοῦ 'δωκε κοφτερὸ σπαθὶ καὶ δυνατό κοντάρι, {{r|35}} ἀρχὴ φιλίας γκαρδιακῆς· μὰ οἱ δυό δὲ γνωριστῆκαν καὶ σὲ τραπέζι, γιατὶ ὁ γιὸς τοῦ Διὸς εἶχε σκοτώσει τὸν Ἴφιτο τὸ θεόμοιαστο, ποὺ τοῦ 'δωκε τὸ τόξο. Στὸν πόλεμο σὰν ἔβγαινε μὲ πλοῖο ὁ Ὀδυσσέας, τ' ἄφηνε σπίτι, θύμημα τοῦ ἀγαπητοῦ του φίλου, {{r|40}} καὶ μόνο στὴν πατρίδα του κρατοῦσε ἐκεῖνο τ' ὅπλο.      Σὰν ἔφτασε στὸ θάλαμο ἡ τρισεύγενη γυναίκα, καὶ στὸ κατώφλι ἀνέβηκε τὸ δρένιο, ποὺ τεχνίτης τό 'χε σκαλίσει ξυλουργός, καὶ τὸ ἴσιωσε μὲ στάφνη, καὶ παραστάτες ἔστησε, κι ἔβαλε ὡραῖες θύρες, {{r|45}} ἀμέσως τότες τὸ λουρὶ ξελύνει ἀπ' τὴν κρικέλα, χώνει ἴσια μέσα τὸ κλειδί, τοὺς σύρτες βρίσκει ἀντίκρυ, τοὺς σπρώχνει, καὶ καθὼς βογγάει μὲς στὸ λιβάδι ταῦρος ποὺ βόσκει, ὅμοια βόγγησαν κι οἱ θύρες οἱ πανώριες, μὲ τοῦ κλειδιοῦ τὸ βάρεμα, κι ἀνοίξανε ὀμπροστά της. {{r|50}} Ἀνέβηκε στὸ πάτωμα μὲ τὰ πολλὰ τ' ἁρμάρια, καὶ μέσα μὲ τὶς φορεσὲς τὶς μοσκομυρισμένες· κι ἁπλώνοντας τὸ χέρι της, ξεκρέμασε τὸ τόξο μὲ τὸ θηκάρι, ποὺ λαμπρὸ παντοῦθε φεγγοβόλα. Καθίζει, καὶ περίλυπη στὰ γόνατα τό παίρνει, {{r|55}} βγάζει τὸ τόξο, κι ἀρχινάει τὸ κλάμα βλέποντάς το. Καὶ σάνε καλοχόρτασε τὰ δάκρυα καὶ τὸ θρῆνο, ξεκίνησε στὸ μέγαρο πρὸς τοὺς λαμπροὺς μνηστῆρες, κι ἦρθε τὸ πισοτέντωτο κρατώντας τό δοξάρι, καὶ τὴ φαρέτρα μὲ πολλὲς στεναχτερὲς σαγίττες. {{r|60}} Φέρναν κι οἱ παρακόρες της κασέλα γεμισμένη μὲ σίδερο καὶ μὲ χαλκό, τὰ σύνεργα τοῦ ἀφέντη. Κι ἡ ζουλεμένη ἀρχόντισσα σὰν πῆγε στοὺς μνηστῆρες, σιμὰ στὸ στύλο στάθηκε τῆς δουλεμένης στέγης, σηκώνοντας στὴν ὄψη της τό λιόλαμπρο φακιόλι, {{r|65}} [ μὲ τὶς παραστεκάμενες δεξιὰ κι ἀριστερά της ]. καὶ στοὺς μνηστῆρες μίλησε κι αὐτὰ τοὺς εἶπε τότες·      “Ἀκοῦστε με, ὦ θεότολμοι μνηστῆρες, ποὺ σ' ἐτοῦτον τὸν πύργο πέσατε ὅλοι σας, νὰ πίνετε, νὰ τρῶτε, ὅσον καιρὸ ὁ ἀφέντης μου στὴν ξενιτειὰ γυρίζει, {{r|70}} καὶ πρόφαση καλύτερη δὲ δύνεστε νὰ βρῆτε, μόν' πὼς ἐμένα νά 'χετε γυναίκα λαχταρᾶτε. Μὰ ἐλᾶτε, παλληκάρια μου, καὶ νά, βραβεῖο ὀμπρός σας. Τὸ μέγα τόξο θέτω σας τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα, κι ἐκεῖνον ποὺ εὐκολώτερα στὰ χέρια τὸ τεντώση, {{r|75}} κι ἀξίνια δώδεκα μὲ μιὰ σαΐτα του περάση, θ' ἀκολουθήσω ἀφήνοντας τὸν πύργο αὐτόνε, ποὺ ἦρθα νιόπαντρη ἐγώ, καὶ βρῆκα τον ὥριο καὶ βιὸς γεμάτο, ποὺ πάντα θὰ θυμᾶμαι τον καὶ μέσα στ' ὄνειρό μου.”      Αὐτὰ σὰν εἶπε, πρόσταξε τὸν ἄξιο χοιροτρόφο {{r|80}} τὸ τόξο καὶ τὰ σίδερα νὰ θέση στοὺς μνηστῆρες. Δάκρυσε ὁ Εὔμαιος, τά 'πιασε, καὶ χάμου ἀράδιασέ τα. Θρηνοῦσε κι ὁ βοδοβοσκός, ἀλλοῦ καθὼς τὸ τόξο τ' ἀφέντη του εἶδε. Φώναξε ὁ Ἀντίνος τότες κι εἶπε·      “Κλούβιοι χωριάτες, ποὺ ἔχετε στὸ σήμερα μονάχα {{r|85}} τὸ νοῦ σας· μωρὲ δύστυχοι, τί κάθεστε καὶ κλαῖτε, καὶ τὴ γυναίκα ἀγγίζετε κατάβαθα στὰ σπλάχνα, ποὺ αὐτὴ καὶ μόνη της πονεῖ γιὰ τὸ χαμὸ τοῦ ἀντρός της. Ἥσυχα τρῶτε αὐτοῦ, εἰδεμὴ βγῆτε ὄξω γιὰ νὰ κλάψτε, τὸ τόξο αὐτὸ γιὰ φοβερὸν ἀφήνοντας ἀγώνα. {{r|90}} Τὶ δύσκολα θὰ τεντωθῆ, θαρρῶ, τ' ὡριόξεστο ὅπλο· κι ἀπ' ὅσους εἶναι ἐδῶ, κανεὶς δὲ μοιάζει τοῦ Ὀδυσσέα στὴν ἀντρειοσύνη, σὰν ποὺ ἐγὼ τὸν εἶδα τότε ἐκεῖνον καὶ τὸ θυμᾶμαι ξάστερα, μωρὸ παιδὶ κι ἂν ἤμουν.”      Αὐτὰ εἶπεν· ὅμως τό 'λπιζεν ἐκεῖνος νὰ τεντώση {{r|95}} τὴν κόρδα, καὶ ἀπ' τὰ σίδερα τὴ σαΐτα νὰ περάση· αὐτός, ποὺ πρῶτος ἔμελλε νὰ φάη σαϊτιὰ ἀπ' τὸ χέρι τοῦ Ὀδυσσέα τοῦ ὑπέρλαμπρου, ποὺ μὲς στὰ μέγαρά του   καθόταν καὶ τὸν ἔβριζε, καὶ κένταε καὶ τοὺς ἄλλους.  {{r|100}}      Καὶ τότες ὁ ἀντρειόψυχος Τηλέμαχος τοὺς εἶπε· “Ἀλλοί, καὶ πῶς ὁ Δίας, ὁ γιὸς τοῦ Κρόνου, μὲ τρελλαίνει! Μοῦ λέει ἡ μάνα ἡ ἀκριβὴ μὲ τὴν πολλή της γνώση, τὸ σπίτι πὼς θ' ἀφήση αὐτὸ νὰ πάγη μ' ἄλλον ἄντρα, κι ἐγὼ γελῶ, κι ἡ ἀσύστατη τὸ χαίρεται ψυχή μου. {{r|105}} Μὰ ἐλατε, παλληκάρια μου, καὶ νά, βραβεῖο ὀμπρός σας, γυναίκα, ποὺ στῶν Ἀχαιῶν τὴ γῆς δὲ βρίσκετ' ἄλλη, οὔτε στὴν Πύλο τὴν ἱερή, καὶ στ' Ἄργος, στὴ Μυκήνη, οὔτε στὴ μελανὴ στεριά, μὰ οὔτε καὶ μὲς στὸ Θιάκι. Μὰ ἐσεῖς τὰ ξέρετε· ἔπαινο τῆς μάνας δὲ θὰ κάνω. {{r|110}} Ὀμπρός, καιρὸ μὴ χάνετε μὲ πρόφασες πιὰ τώρα, τοῦ δοξαριοῦ τὸ τέντωμα μὴ φεύγετε, κι ἂς δοῦμε. Καὶ λέγω νὰ δοκίμαζα κι ἀτός μου τὸ δοξάρι· κι ἂν τὸ τεντώσω καὶ σαϊτιὰ περάσω ἀπὸ τ' ἀξίνια, δὲ θὰ πονῶ πιά, τὶ ἡ καλὴ μητέρα μου ἄλλον ἄντρα {{r|115}} δὲ θά 'παιρνε νὰ φύγη, ἀφοῦ θά 'μνησκα ἐγὼ κατόπι ἄξιος τὰ ὅπλα τὰ λαμπρὰ τοῦ κύρη νὰ σηκώνω.”      Κι ὀρθὸς πετάχτηκε, ἔβγαλε τὴν πορφυρένια χλαίνα ἀπὸ τοὺς ὤμους, καὶ μαζὶ τὸ κοφτερὸ σπαθί του. Χαντάκι σκάβει ὁλόμακρο, καὶ τὰ πελέκια ἀράδα {{r|120}} στήνει μὲ στάφνη ἰσιώνοντας, τὸ χῶμα στρώνει γύρω· κι ὄλοι θαμάζαν βλέποντας τὴν τόση τάξη τοῦ ἔργου, ἂν καὶ ποτὲς πρωτύτερα δὲν τό 'χε δῆ καὶ μάθει. Καὶ στὸ κατώφλι στέκοντας δοκίμαζε τὸ τόξο, Καὶ τρεῖς φορὲς τὸ τράνταξε μὲ βία νὰ τὸ τεντώση, {{r|125}} καὶ τρεῖς τοῦ 'λειψε ἡ δύναμη, κι ἂς τό 'λπιζε τὴν κόρδα πὼς θὰ τεντώση, μὲ σαϊτιὰ τ' ἀξίνια νὰ περάση. Στὴν τέταρτη τραβώντας το μ' ὁρμὴ τὸ τέντωνε, ὅμως ὄχι ὁ Ὀδυσσέας τοῦ 'γνεψε καὶ τοῦ ἔκοψε τὴ φόρα. Καὶ τότες ὁ ἀντρειόψυχος Τηλέμαχος τοὺς εἶπε·  {{r|130}}      “Ἀλλοίς μου, ἢ πάντα ἀδύναμος θένα 'μαι ἐγὼ καὶ χαῦνος, ἢ νιὸς εἶμαι καὶ δύναμη στὰ χέρια μου δὲ νιώθω, μπρὸς σ' ἄντρα νὰ διαφεντευτῶ ποὺ θὰ μὲ βρίση πρῶτος. Μὰ ἐλατε, ἐσεῖς στὴ δύναμη ποὺ μὲ περνᾶτε, ἀρχίστε τὴ δοκιμὴ τοῦ δοξαριοῦ, νὰ τελεστῆ ὁ ἀγώνας.” {{r|135}}      Εἶπε, καὶ χάμου ἀπίθωσε τὸ τόξο, γέρνοντάς το στὸ κολλητὸ κι ὡριόξεστο σανίδωμα τῆς θύρας, καὶ τὴ σαγίτα ἀκούμπησε στὴν ὄμορφη κρικέλα, καὶ πῆγε πάλε στὸ θρονὶ ποὺ ἀρχίτερα καθόταν. Κι ὁ Ἀντίνος τοῦ Εὐπείθη ὁ γιὸς γύρισε τότες κι εἶπε·  {{r|140}}      “Πρὸς τὰ δεξὰ σηκώνεστε μὲ τὴν ἀράδα, ὦ φίλοι, κι ἀπ' ὅθε ὁ κεραστὴς κερνάει, κεῖθε κι ἐσεῖς ἀρχίστε.”      Εἶπ' ὁ Ἀντίνος, κι ἄρεσεν ὁ λόγος καὶ στοὺς ἄλλους. Πρῶτος ὁ γόνος τοῦ Οἴνοπα σηκώθηκε, ὁ Λειώδης, ποὺ ἀπὸ μαντεῖες γνώριζε, καὶ στὸ λαμπρὸ κροντήρι {{r|145}} σιμὰ καθότανε, βαθιά· καὶ μόνε αὐτὸς μισοῦσε τὶς ἀνομίες, καὶ μ' ὀργὴ θωροῦσε τοὺς μνηστῆρες· καὶ πρῶτος τότες ἔπιασε τὸ τόξο καὶ τὸ βέλος. Πὰς στὸ κατώφλι στέκοντας δοκίμαζε τὸ τόξο, μὰ δὲν τὸ τέντωσε, παρὰ τραβώντας ἀποκάμαν {{r|150}} τ' ἀγύμναστα καὶ μαλακὰ χέρια του, καὶ τοὺς εἶπε·      “Δὲν τὸ τεντώνω, φίλοι, ἐγώ, τώρ' ἄλλος ἂς τὸ πάρη. Πολλῶν λεβέντηδων αὐτὸ τὸ τόξο θένα πάρη καὶ τὴν ἀντρεία καὶ τὴ ζωή· τὶ πιὸ καλὸ νομίζω τὸ θάνατο, παρὰ ζωὴ καὶ νὰ τὰ χάσουμε ὅσα {{r|155}} ὁλοχρονὶς καθόμαστε δωπέρα καρτερώντας. Κάποιος στὸ νοῦ του λαχταρεῖ κι ἐλπίζει γιὰ νὰ πάρη τοῦ Ὀδυσσέα τὴ σύγκοιτη, τὴν Πηνελόπη, τώρα· σὰν κάνη ὅμως τὴ δοκιμὴ τοῦ τόξου καὶ γνωρίση, τότε ἄλλη λαμπροστόλιστην Ἀχαιοπούλα ἂς πάρη {{r|160}} μὲ δῶρα του· κι αὐτὴ ἂς δεχτῆ τὸν ἄντρα ποὺ θὰ δώση τὰ πιότερα, καὶ τῆς φανῆ τῆς μοίρας ὁ σταλμένος.”      Εἶπε, καὶ τότε ἀπόθεσε τὸ τόξο, γέρνοντάς το στὸ κολλητὸ κι ὡριόξεστο σανίδωμα τῆς θύρας, καὶ τὴ σαγίτα ἀκούμπησε στὴν ὄμορφη κρικέλα, {{r|165}} καὶ πῆγε πάλε στὸ θρονὶ ποὺ ἀρχίτερα καθόταν. Κι ὁ Ἀντίνος τὸν ἀντίσκοψε καὶ λάλησε του κι εἶπε·      “Τί λογο ἀπὸ τὰ χείλη σου ξεστόμισες, ὦ Λειώδη, βαρὺ, φριχτό, ποὺ ἀκούγοντας θυμὸς πολὺς μὲ πιάνει; Πολλῶν λεβέντηδων ψυχὴ θᾶ πάρη αὐτὸ ,τὸ τόξο, {{r|170}} μᾶς λές, ἂν ἄξιος δὲ φανῆς ἐσὺ νὰ τὸ τεντώσης. Ἐσένα ἡ κερὰ μάνα σου θαρρῶ δὲ γέννησέ σε δοξάρια γιὰ νὰ μᾶς τραβᾶς καὶ βέλη νὰ τινάζης. Ὅμως μνηστῆρες δοξαστοὶ θὰ τὸ τεντώσουν ἄλλοι.”      Εἶπε, καὶ τὸ γιδοβοσκὸ τὸ Μελανθέα προστάζει· {{r|175}} “Ἄναψε τώρα ἐσὺ φωτιὰ στὸν πύργο, ὦ Μελανθέα, θέσε μεγάλο ἐκεῖ θρονί, στρῶσε προβιὰ κατόπι φέρ' ἀπὸ μέσα ἕνα χοντρὸ κεφάλι πάχος, κι ἔτσι καλὰ σὰν τὸ ζεστάνουμε, κι ἀλείφοντάς το οἱ νέοι, τ' ὅπλο νὰ δοκιμάζουμε, νὰ τελεστῆ ὁ ἀγώνας.”  {{r|180}}      Εἶπε, κι εὐτὺς ἀκούραστη φωτιὰ ἄναψε ὁ Μελάνθης, ἔθεσε μέγα ἐκεῖ θρονί, προβιά 'στρωσε, κατόπι ἔφερε μέσαθε χοντρὸ κεφάλι πάχος, κι ἔτσι οἱ νέοι σὰν τὸ ζεστάνανε, τὸ τόξο δοκιμάζαν· τοῦ κάκου, τὶ στὴ δύναμη πολὺ κατώτεροι ἦταν. {{r|185}} Ὁ Ἀντίνος κι ὁ θεόμοιαστος Εὐρύμαχος ὡς τόσο μνήσκανε ἀκόμα, οἱ ἀρχηγοι καὶ τῶ μνηστήρων πρῶτοι.      Τότες τὸ μέγαρο ἄφησαν καὶ βγῆκαν, ὁ βουκόλος μαζὶ μὲ τὸ χοιροβοσκὸ τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα. Κατόπι τους κι ὁ θεϊκὸς ἦρθ' Ὀδυσσέας ἔξω, {{r|190}} κι ἅμα παρόξω ἀπ' τὶς αὐλὲς κι ἀπὸ τὶς θύρες βγῆκαν, μὲ λόγια γλυκομίλητα λαλώντας εἶπ' ἐκεῖνος·      “Βουκόλε καὶ χοιροβοσκέ, νὰ πῶ σας κάποιο λόγο, ἢ νὰ τὸ κρύψω; Ὁ πόθος μου μὲ σπρώχνει νὰ λαλήσω. Μὲ ποιὰ θὰ βοηθούσατε τὸν Ὀδυσσέα γνώμη, {{r|195}} ἂν κάπουθε ἄξαφνα ἔρχονταν ἀπὸ θεὸ σταλμένος; μὲ τοὺς μνηστῆρες θά 'σαστε, γιὰ τοῦ Ὀδυσσέα φίλοι; Πῆτε μου ἐκεῖνο ποὺ ἡ καρδιὰ σᾶς λέγει κι ἡ ψυχή σας.”      Καὶ τότες τοῦ ἀπαντάει καὶ λέει ὁ πρῶτος τῶν βουκόλων “Δία πατέρα, τοῦτο μου τὸν πόθο τέλεσέ μου· {{r|200}} ἂς ἔλθη ἐκεῖνος, κι ὁ θεὸς ἂς ἔφερνέ τον πίσω, καὶ θά 'βλεπες τί δύναμη τὰ χέρια ἐδαῦτα κρύβουν.”      Παρόμοια σ' ὅλους τοὺς θεοὺς κι ὁ Εὔμαιος παρακάλειε, στὸν πύργο του ὁ πολύμυαλος νὰ ξαναρθῆ Ὀδυσσέας. Κι αὐτὸς σὰν εἶδε πὼς κι οἱ δυὸ καλή 'χανε τὴ γνώμη, {{r|205}} πάλε τοὺς ξαναμίλησε μὲ φτερωμένα λόγια·      “Νά με λοιπὸν στὸν πύργο μου· πολλὰ σὰν εἶδα πάθια, τώρα στὰ χρόνια τὰ εἴκοσι γυρίζω στὴν πατρίδα. Ξέρω πὼς ἀπ' τοὺς δούλους μου στοὺς δυό σας μόνο βρίσκω συμπόνεση· δὲν ἄκουσα κανέναν ἀπ' τοὺς ἄλλους {{r|210}} νὰ κάνη εὐκὴ νὰ ξαναρθῶ στὸ σπίτι μου ἀπ' τὰ ξένα. Κι ἐσᾶς γι' αὐτὸ ποὺ θὰ γενῆ θὰ πῶ τὴν πᾶσα ἀλήθεια. Ὁ θεὸς ἂν τοὺς περήφανους μνηστῆρες μοῦ δαμάση, στοὺς δυό σας τότες σύγκλινη καὶ χτήματα θὰ δώσω, καὶ θένα στήσω κατοικιὰ σιμὰ στὰ μέγαρά μου, {{r|215}} καὶ τοῦ Τηλέμαχου ἀδερφοὶ και φίλοι πάντα θά 'στε. Μὰ κι ἄλλο τώρα ξάστερο σημάδι θὰ σᾶς δείξω, νὰ μὲ καλογνωρίσετε, καὶ νὰ πιστέψη ὁ νοῦς σας· τὸ λάβωμα ποὺ ὁ ἀσπρόδοντος ὁ κάπρος μοῦ εἶχε ἀνοίξει. μὲ τὰ παιδιὰ τοῦ Αὐτόλυκου στὸν Παρνασσὸ σὰν πῆγα.” {{r|220}}       Κι ἀπ' τὸ μεγάλο λάβωμα σηκώνει τὰ κουρέλια. Κι αὐτοὶ, σὰν καλοκοίταξαν καὶ καθετὶς σὰ νιῶσαν, μὲ κλάματα ἀγκαλιάσανε τὸ θεϊκὸ Ὀδυσσέα, καὶ τοῦ θερμοφιλούσανε τὴν κεφαλή, τοὺς ὤμους· τὰ χέρια καὶ τὴν κεφαλὴ τοὺς φίλαε κι ὁ Ὀδυσσέας. {{r|225}} Κι ὁ Ἥλιος θὰ βασίλευε, κι ἀκόμα αὐτοὶ θὰ κλαῖγαν, μὰ ἐκεῖνος τοὺς σταμάτησε, καὶ λάλησέ τους κι εἶπε·      “Οἱ κλάψες τώρα ἂς πάψουνε, μὴν τύχη καὶ κανένας ἔρθη καὶ νιώση, κι ὕστερα τὸ μαρτυρήση μέσα. Μπαίνετε τώρα, ὄχι μαζί, πρῶτος ἐγώ, καὶ χώρια {{r|230}} κατόπι ἐσεῖς· κι ἀκοῦστε ποιὸ θὰ πάρουμε σημάδι. Ὅλοι ἅμ' ἀρχίσουν οἱ λαμπροὶ μνηστῆρες καὶ φωνάζουν, νὰ μὴ δοθῆ σ' ἐμένανε τὸ τόξο κι ἡ φαρέτρα, τότε, Εὔμαιε λαμπρέ μου ἐσὺ, πάρε καὶ φέρ' τὸ τόξο στὰ χέρια μου, καὶ πρόσταξε τὶς κοπελιὲς συνάμα {{r|235}} τὶς στέριες νὰ σφαλήξουνε τῶν παλατιῶνε θύρες. Κι ἂν κάποια ἀκούση βογγητὰ καὶ χτύπους ἀπ' τοὺς ἄντρες, ἐκεῖ ποὺ θά 'μαστε κλειστοί, νὰ μὴν προβάλουν ὄξω, παρὰ κοιτώντας καθεμιὰ τὸ ἔργο της νὰ συχάζη. Κι ἐσένα παραγγέλνω σου, θεϊκὲ Φιλοίτιε, ἀμέσως, {{r|240}} νὰ βάλης στὴν αὐλόθυρα κλειδὶ μαζὶ καὶ κόμπο.”      Εἶπε, καὶ στὰ καλόχτιστα παλάτια μπῆκε μέσα, καὶ ξαναπῆγε στὸ θρονὶ πού 'χε καθίσει πρῶτα· κι ἀκολουθῆσαν τοῦ τρανοῦ τοῦ Ὀδυσσέα οἱ δοῦλοι. Καὶ κράταε ὁ Εὐρύμαχος στὰ χέρια τὸ δοξάρι, {{r|245}} ζεσταίνοντάς το στῆς φωτιᾶς τὴ λάμψη ἀποπαντοῦθε· μὰ νὰ τεντώση τὴ χορδὴ δὲν μπόρειε, κι ἡ μεγάλη καρδιά του βαριοστέναζε, καὶ φώναξέ τους κι εἶπε·      “Πόσο βαθὺς ὁ πόνος μου γιὰ μένα καὶ τοὺς ἄλλους. Μὰ γιὰ τὸ γάμο, ἂν καὶ πονῶ, δὲ θλίβουμαι καὶ τόσο. {{r|250}} Ἀχαιοποῦλες βρίσκουνται πολλὲς καὶ στ' ὥριο Θιάκι, καὶ σ' ἄλλες χῶρες· θλίβουμαι ποὺ τόσο πιὸ μικροί του θένα φαινόμαστε ὅλοι ἐμεῖς στὸ τέντωμα τοῦ τόξου,   καὶ ποὺ οἱ κατοπινὲς γενιὲς θ' ἀκοῦνε τὴν ντροπή μας.” {{r|255}}      Κι ὁ Ἀντίνος, τοῦ Εὐπείθη ὁ γιὸς γύρισε τότες κι εἶπε· “Αὐτὸ ποτὲς δὲ θὰ γενῆ, ὦ Εὐρύμαχε, τὸ ξέρεις. Σήμερα ὁ τόπος τὸ θεὸ τὸν τοξευτὴ γιορτάζει· ποιός νὰ τεντώνη τόξα ἐδῶ; τὰ τόξα ἂς μείνουν τώρα· νὰ στέκουν ἂς ἀφήσουμε καὶ τὰ πελέκια αὐτοῦθε· {{r|260}} τὶ δὲ θὰ ρθῆ, θαρρῶ, κανεὶς στοὺς πύργους τοῦ Ὀδυσσέα νὰ τὰ σηκώση. Ὁ κεραστὴς τώρ' ἀπαρχὲς ἂς δώση μὲ τὰ ποτήρια, ἂς στάξουμε κι ἂς θέσουμε τὰ τόξα. Καὶ πῆτε τοῦ γιδοβοσκοῦ Μελάνθιου, καθὼς φέξη, τὰ γίδια τὰ πιὸ διαλεχτὰ νὰ φέρη ἀπ' τὶς κοπές του, {{r|265}} ποὺ τὰ μεριὰ σὰν κάψουμε, στὸ δοξαράτο Φοῖβο, τ' ὅπλο νὰ δοκιμάσουμε, νὰ τελεστῆ ὁ ἀγώνας.”        Εἶπ' ὁ Ἀντίνος, κι ἄρεσαν τὰ λόγια του στοὺς ἄλλους. Τότες νερὸ τοὺς ἔχυσαν οἱ κήρυκες στὰ χέρια, {{r|270}} κι οἱ νέοι ἀφοῦ στεφάνωσαν μὲ τὸ πιοτὸ κροντήρια, κάμανε μ' ὅλους ἀπαρχὴ στὰ πλέρια τὰ ποτήρια. Καὶ σάνε στάξαν κι ἤπιανε ὅσο ἤθελε ἡ καρδιά τους, μὲ πονηριὰ ὁ πολύβουλος τοὺς εἶπε ὁ Ὀδυσσέας·      “Ἀκοῦτε με, τῆς δοξαστῆς βασίλισσας μνηστῆρες, {{r|275}} τὰ ὅσα μέσα λέει ὁ νοῦς νὰ σᾶς τὰ φανερώσω. Ξέχωρα τὸν Εὐρύμαχο καὶ τὸ λαμπρὸν Ἀντίνο παρακαλῶ, ποὺ εἶπε κι αὐτὰ τὰ στοχασμένα λόγια, τὰ τόξα στῶν ἀθανάτων τὴν ἔννοια νὰ τ' ἀφῆστε, καὶ νίκη ὁ Φοῖβος τὸ ταχὺ θὰ δώση σ' ὅποιον θέλει. {{r|280}} Ὅμως ἐμένα δῶστε μου τ' ὡριόξεστο δοξάρι, τὰ χέρια καὶ τὴ δύναμη νὰ δοκιμάσω ὀμπρός σας, νὰ δῶ ἂ βαστοῦν τὰ λυγερὰ τὰ μέλη μου σαν πρῶτα, ἢ τ' ἀφανίσαν οἱ πολλοὶ παραδαρμοὶ κι οἱ κόποι.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ βαρὺς θυμὸς τοὺς πῆρε τότες ὅλους, {{r|285}} τὶ μὴν τεντώση τρόμαξαν τ' ὡριόξεστο δοξάρι.      Κι ὁ Ἀντίνος τὸν ἀντίσκοψε, καὶ φώναξέ τον κι εἶπε. “Ὦ ξένε κακορίζικε, ποὺ τὰ μυαλὰ σοῦ λείπουν, μὲ τοὺς ἀγέρωχους ἐμᾶς δὲ σώνει ποὺ καθίζεις, καὶ τρωγοπίνεις ἥσυχα, καὶ βούκα δὲ σοῦ λείπει, {{r|290}} μόνε τοὺς λόγους μας ἀκοῦς κι ὅλη τὴ συντυχιά μας, ποὺ ξένος ἄλλος καὶ φτωχὸς δὲ μᾶς ἀκούει κανένας; Σὲ θόλωσε τὸ γλυκουλὸ κρασὶ ποὺ τοὺς ζαλίζει τοὺς ὅσους παραπίνουνε. Αὐτό 'ναι ποὺ τὰ φρένα τοὺ δοξαστοῦ Εὐρυτίωνα, τοῦ Κένταυρου, εἶχε σβήσει, {{r|295}} μέσα στοῦ μεγαλόψυχου Πειρίθοου τοὺς πύργους, σὰν ἦρθε ἐκεῖ στὸ κάλεσμα τῶ Λαπιθῶν. Ὁ νοῦς του μὲ τὸ πιοτὸ τυφλώθηκε, καὶ στοῦ Πειρίθοου τότες ἔργα φριχτὰ ἡ μανία του τὸν ἔκαμε νὰ πράξη. Κι ἔπιασ' ὀργὴ τοὺς ἥρωες, τρέξαν τὸν σῦραν ἔξω,  μύτη κι αὐτιὰ σὰν τοῦ 'κοψαν μὲ τὸ σκληρὸ μαχαίρι. {{r|300}} Κι αὐτὸς, μὲ τυφλωμένο νοῦ γυρνοῦσε φορτωμένος πάνω στὴν ἔρμη του ψυχὴ τὴ μαύρη συμφορά του. Κένταυροι τότες καὶ θνητοὶ τὸν πόλεμο ἀρχινῆσαν, καὶ πρῶτος βρῆκε αὐτὸς κακὸ μὲ τὸ βαρὺ πιοτό του. Τέτοιο προβλέπω σου κακὸ κι ἐσένα, ἂν τὸ δοξάρι {{r|305}} τεντώσης· τὶ στὸν τόπο μας δὲ θένα βρῆς προστάτη, παρὰ μεμιὰς σὲ στέλνουμε μὲ μελανὸ καράβι στὸ βασιλέα τὸν Ἔχετο, τοῦ κόσμου κακοπράχτη ποὺ ἐκεῖ δὲν ἔχεις γλυτωμό· παρὰ ἥσυχα αὐτοῦ κάθου, καὶ πίνε, καὶ μὴν πιάνεσαι μὲ τοὺς νεώτερούς σου.”  {{r|310}}      Κι ἡ Πηνελόπη, ἡ γνωστικιὰ γύρισε τότες κι εἶπε· “Ἀντίνε, μήτε φρόνιμο δὲν εἶναι, μήτε δίκιο, οἱ ξένοι τοῦ Τηλέμαχου ποτές τους νὰ στεροῦνται, ὅσοι τους τύχη κι ἔρχουνται μὲς στὸ παλάτι ἱκέτες. Τάχα θαρρεῖς, ἂν τέντωνε τὸ τόξο ἐκεῖνο ὁ ξένος, ἔχοντας θάρρος περισσὸ στὰ δυνατά του χέρια, {{r|315}} θὰ μ' ἔπαιρνε στὸ σπίτι του νὰ μ' ἔχη σύγκλινη του; Μὰ τέτοια ἐλπίδα μήτ' αὐτὸς δὲ θρέφει στὴν ψυχή του, Αὐτὸ κανένας σας ἐδῶ στὸ φαγοπότι ἀπάνω νὰ μὴν τὸ τρέμη· ἀταίριαστο θά 'τανε τοῦτο ἀλήθεια.”      Καὶ τοῦ Πολύβου ὁ Εὐρύμαχος ἀπάντησε της κι εἶπε· {{r|320}} “Ὦ Πηνελόπη φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου θυγατέρα, δὲ λέμε πὼς θὰ πάρη σε, καὶ μήτε πὼς ταιριάζει, τὴ γλῶσσα ὅμως φοβόμαστε κι ἀντρῶν καὶ γυναικῶνε, μὴν κάποιος Ἀχαιὸς ποτὲς φωνάξη τιποτένιος, “Ἀνάξιοι τὴ γυρεύουνε τοῦ ἄξιου τὴ γυναίκα {{r|325}} ποὺ δὲν μποροῦν τ' ὡριόξεστο δοξάρι νὰ τεντώσουν· μὰ ἀπὸ τὴν ξενιτειὰ φτωχὸς μᾶς ἦρθε πλανεμένος, τὸ τέντωσε, καὶ πέρασε σα.ίτα στὰ πελέκια.”      Αὐτὰ θὰ ποῦν, καὶ ντρόπιασμα θένα 'ταν τέτοια λόγια.”      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη γύρισε τότες κι εἶπε· {{r|330}} “Εὐρύμαχε, δὲ γίνεται σὲ χώρα νά 'χουν δόξα ὅσοι ἀτιμάζουνε καὶ τρῶν μεγάλου ἀνθρώπου σπίτι. Λοιπὸν πῶς μοῦ μιλᾶτε ἐσεῖς γιὰ τέτοιο ντρόπιασμά σας; Αὐτὸς ὁ ξένος, πού 'ν' τρανὸ καὶ στέριο τὸ κορμί του, παινιέται πὼς ἀπὸ καλὸ γονιό 'ναι γεννημένος· {{r|335}} Ἀμέτε τώρα δῶστε του τ' ὡριόξεστο δοξάρι, νὰ δοῦμε· κι ὅ,τι λέγω ἐγὼ θένα 'βγη τελεσμένο. Ἂν τὸ τεντώση, καὶ σ' αὐτὸν τὴ δόξα δώση ὁ Φοῖβος, θὰ τόνε ντύσω μὲ λαμπρὸ χιτώνα καὶ χλαμύδα, κοντάρι θά 'χη σουβλερό, σκυλιῶν κι ἀνθρώπων διώχτη, {{r|340}} καὶ δίστομο σπαθί· λαμπρὰ σαντάλια θὰ τοῦ βάλω, νὰ τόνε στείλω ὅπου ἡ καρδιὰ κι ὁ νοῦς του ἀποθυμήση.”      Κι ὁ φρόνιμος Τηλέμαχος ἀπάντησέ της κι εἶπε· “Μητέρα μου, ἄλλος Ἀχαιὸς πιὸ δυνατὸς δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ μένα, ν' ἀρνηθῶ ἢ νὰ δώσω ὅποιου θελήσω· {{r|345}} μηδ' ὅσοι στὸ πολύπετρο τὸ Θιάκι ἐδῶ ἀρχοντεύουν, μηδ' ὅσοι στὰ νησιὰ σιμὰ στὴν ἀλογοβοσκοῦσα τὴν Ἤλιδα, δὲν δύναται κανεὶς νὰ μὲ μποδίση γιὰ πάντα ἂν θέλω νά 'δινα στὸν ξένο τὸ δοξάρι. Μὰ ἔμπα, καὶ κοίτα σπίτι σου καὶ τὸ νοικοκεριό σου, {{r|350}} τὴν ἀληκάτη, τ' ἀργαλειό, καὶ πρόσταζε τὶς δοῦλες νὰ σοῦ δουλεύουν, κι ἄφηνε στοὺς ἄντρες τὸ δοξάρι, μάλιστα ἐμένα, πού 'μαι δὰ καὶ τοῦ σπιτιοῦ ὁ ἀφέντης.”      Θάμασ' αὐτή, καὶ γύρισε στὸ σπίτι, γιατὶ μπῆκαν ὡς τὴν καρδιά της τοῦ παιδιοῦ τὰ γνωστικὰ τὰ λόγια. {{r|355}} Κι ἀπάνω σὰν ἀνέβηκε στ' ἀνώγια μὲ τὶς βάγιες, τὸν ἀκριβό της ἔκλαιγεν, ὡσότου γλυκὸν ὕπνο στὰ βλέφαρά της στάλαξε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα.      Ὡς τόσο πῆγε κι ἔφερεν ὁ Εὔμαιος τὸ δοξάρι, κι ὅλ' οἱ μνηστῆρες σήκωσαν ἀχὸ μὲς στὰ παλάτια. {{r|360}} Κι ἕνας ἀπ' τοὺς περήφανους τοὺς νέους τοῦ φωνάζει·      “Ποῦ, κακορίζικε βοσκέ, μᾶς φέρνεις τὸ δοξάρι, χαμένε; τὰ γοργὰ σκυλιὰ ποὺ θρέφεις δὲ θ' ἀργήσουν ἐκεῖ, σιμὰ στοὺς χοίρους σου μονάχο νὰ σὲ φᾶνε, ἂν μᾶς βοηθήση ὁ Ἀπόλλωνας κι οἱ ἄλλοι θεοὶ τοὺ Ὀλύμπου.” {{r|365}}      Εἶπαν, κι ἐκεῖνος ἔθεσε τὸ τόξο πάλε χάμου, ἀπ' τὸν ἀχὸ ποὺ σήκωσαν στὸν πύργο τρομαγμένος. Μὰ φώναξε ὁ Τηλέμαχος ἀντίκρυ μὲ φοβέρες·      “Κυρούλη, φέρ' τὸ τόξο ἐδῶ, πολλοὺς ν' ἀκοῦς δὲν πρέπει· νὰ μὴ σὲ διώξω στοὺς ἀγροὺς μὲ τὰ λιθάρια ξάφνω, {{r|370}} τὶ ἂν καὶ νεώτερός σου ἐγὼ σὲ ξεπερνῶ στὰ χέρια. Καὶ νά 'μουν τόσο ἀνώτερος στὴ δύναμη ἀπ' ἐτούτους, ποὺ μὲς σ' αὐτὰ τὰ μέγαρα βρίσκουντ' ἐδῶ μνηστῆρες, μὲ μαῦρον τρόπο θά 'κανα τὸ σπίτι μου ν' ἀφήσουν, αὐτοὶ ποὺ τώρα κάθουνται καὶ συφορὲς μου πλέχνουν.” {{r|375}}      Αὐτὰ εἶπε κι ὅλοι τους γλυκὰ γελάσαν οἱ μνηστῆρες, κι ἀγνάντια τοῦ Τηλέμαχου κατάπεσε ἡ ὀργή τους. Καὶ πέρασ' ὁ χοιροβοσκὸς κρατώντας τὸ δοξάρι, καὶ στὸ Δυσσέα ζυγώνοντας, τοῦ τό βαλε στὸ χέρι, καὶ τὴν Εὐρύκλεια φώναξε τὴν παραμάνα κι εἶπε·  {{r|380}}      “Προστάζει σε ὁ Τηλέμαχος ὁ φρόνιμος, Εὐρύκλεια, τὶς στέριες νὰ σφαλήξετε τῶν παλατιῶνε θύρες, κι ἂν κάποια ἀκούση βογγητὰ καὶ χτύπους ἀπ' τοὺς ἄντρες ἐδῶ ποὺ θά 'μαστε κλειστοί, νὰ μὴν προβάλουν ὄξω, παρὰ κοιτώντας καθεμιὰ τὸ ἔργο της νὰ συχάζη.” {{r|385}}      Τῆς εἶπε, κι ἔμεινε ἄφτερος στὰ χείλη της ὁ λόγος· καὶ τὰ κανάτια σφάληξε τοῦ παλατιοῦ παντοῦθε Καὶ πήδηξε ὁ Φιλοίτιος σιγὰ στὸ σπίτι ἀπέξω, καὶ τῆς καλόφραχτης αὐλῆς πῆγε ἔκλεισε τὴ θύρα. Κάτω ἀπ' τὴν αἴθουσα σκοινὶ βρισκόταν καραβῆσο {{r|390}} βυβλένιο, κι ἔδεσε μ' αὐτὸ τὴ θύρα, καὶ ξανάρθε, καὶ στὸ θρονὶ καθίζοντας ποὺ ἀρχίτερα καθόταν, τὸν Ὀδυσσέα κοίταζε ποὺ κράταε τὸ δοξάρι, καὶ γύριζε το ἀπὸ παντοῦ, καὶ καλοξέταζέ το, νὰ δῆ σαράκι ἂν ἔφαγε τὰ κέρατα σὰ γύρνα {{r|395}} στὰ ξένα. Κι ἕνας τότε αὐτὰ τοῦ πλαγινοῦ του κρένει·      “Αὐτὸς καὶ γνώστης φαίνεται στὰ τόξα καὶ τεχνίτης· ἢ κι ἔχει μὲς στὸ σπίτι του παρόμοια καὶ φυλάει, ἢ καὶ νὰ φτιάξη ἔχει σκοπό· τόσο πιδέξια βλέπω καὶ τὸ γυρνάει στὰ χέρια του ὁ πονηρὸς ζητιάνος.”  {{r|400}}      Κι ἄλλος ἀπ' τοὺς περήφανους ἔλεγε πάλε νέους·, “Μακάρι αὐτὸς τόσο καλὸ νὰ δῆ καὶ ν' ἀπολάψη, ὅσο μπορέση ἐτοῦτο ἐδῶ τὸ τόξο νὰ τεντώση.”      Αὐτὰ οἱ μνηστῆρες ἔλεγαν. Ὡς τόσο ὁ Ὀδυσσέας τ' ὅπλο σὰν πῆρε τὸ τρανὸ κι ἀπὸ παντοῦθε τὸ εἶδε, {{r|405}} σὰν ἔμπειρος τραγουδιστὴς στὴ φόρμιγγα τεχνίτης, ποὺ εὔκολα κόρδα μὲ γερὸ στριφτάρι σοῦ τεντώνει, στὶς δυὸ ἄκρες δένοντας τοῦ ἀρνιοῦ τ' ἄντερο τὸ στριμμένο, ἔτσι ὁ Δυσσέας εὔκολα τέντωσε τὸ δοξάρι, καὶ μὲ τὸ χέρι τὸ δεξὶ δοκίμασε τὴν κόρδα· {{r|410}} κι ἐκείνη γλυκολάλησε, λὲς κι ἦταν χελιδόνι. Τότ' οἱ μνηστῆρες τρόμαξαν, κι ὄψην ἀλλάξαν ὅλοι· κι ὁ Δίας βρόντηξε βαριὰ γιὰ φανερὸ σημάδι· καὶ χάρηκε ὁ πολύπαθος καὶ θεϊκὸς Δυσσέας, ποὺ ὁ γόνος τοῦ πολύβουλου Κρόνου ἔστειλε σημάδι. {{r|415}} Καὶ πλάϊ ἀπ' τὸ τραπέζι ἐκεῖ πῆρε γοργὴ σαγίτα, ἕτοιμη· οἱ ἄλλες ἔμνησκαν μὲς στὴ βαθειὰ φαρέτρα, αὐτὲς ποὺ ἔμελλαν γλήγορα οἱ μνηστῆρες νὰ τὶς νιώσουν. Στοῦ δοξαριοῦ τὸ δέσιμο ἀκουμπώντας τὴ σαγίτα καὶ στό θρονί του καθιστός, κόκκα τραβάει καὶ κόρδα, {{r|420}} κι ὀμπρός του σημαδεύοντας ρίχνει· καὶ τὰ πελέκια τὸ βέλος τὸ χαλκόδετο περνάει μὲς ἀπ' τὶς τρύπες, ἀράδα ἀπ' τὸ στειλιάρι τους τὸ πρῶτο, κι ὄξω βγαίνει. Κι αὐτὸς λέει τοῦ Τηλέμαχου· “Δὲ σὲ ντροπιάζει ἀλήθεια ὁ ξένος σου, ὦ Τηλέμαχε, σ' αὐτὰ σου τὰ παλάτια. {{r|425}} Μήτε σημάδι ἀστόχησα, μήτ' ἄργησα μὲ κόπο τὸ τόξο νὰ τεντώσω ἐγώ· βαστάει ἡ δύναμή μου, κι ἄδικα τόση μοῦ 'δειξαν τοῦτοι ὅλοι καταφρόνια. Τώρα καιρὸς οἱ Ἀχαιοὶ τὸ δεῖπνο νὰ τοιμάσουν, ὅσο 'ναι φῶς· ἀργότερα κι ἄλλο θένα 'χουν γλέντι μὲ τὸ χορό, μὲ φόρμιγγα, πού 'ναι τοῦ δείπνου δῶρα.”  {{r|430}}      Καὶ μὲ τὰ φρύδια του ἔγνεψε· κι ὁ ἀκριβογιὸς τοῦ θείου Δυσσέα τότες ζώστηκε τὸ κοφτερὸ σπαθί του, καὶ τὸ κοντάρι σφίγγοντας στὸ χέρι, στὸ πλευρό του στάθηκε δίπλα στὸ θρονὶ, καὶ στ' ἄρματα ἄστραφτε ὅλος. </poem> jeeqsi0eesobbzqfd67j06m2teu6mup Βικιθήκη:Γραμματεία 4 25484 166705 166700 2026-06-25T13:30:59Z MediaWiki message delivery 6233 /* Deployment of Legal and Safety Contacts Link in the Footer of Your Wiki */ νέα ενότητα 166705 wikitext text/x-wiki {{Βικιθήκη:Γραμματεία/Κεφαλίδα}} == Launching! Join Us for Wiki Loves Ramadan 2025! == Dear All, We’re happy to announce the launch of [[m:Wiki Loves Ramadan 2025|Wiki Loves Ramadan 2025]], an annual international campaign dedicated to celebrating and preserving Islamic cultures and history through the power of Wikipedia. As an active contributor to the Local Wikipedia, you are specially invited to participate in the launch. This year’s campaign will be launched for you to join us write, edit, and improve articles that showcase the richness and diversity of Islamic traditions, history, and culture. * Topic: [[m:Event:Wiki Loves Ramadan 2025 Campaign Launch|Wiki Loves Ramadan 2025 Campaign Launch]] * When: Jan 19, 2025 * Time: 16:00 Universal Time UTC and runs throughout Ramadan (starting February 25, 2025). * Join Zoom Meeting: https://us02web.zoom.us/j/88420056597?pwd=NdrpqIhrwAVPeWB8FNb258n7qngqqo.1 * Zoom meeting hosted by [[m:Wikimedia Bangladesh|Wikimedia Bangladesh]] To get started, visit the [[m:Wiki Loves Ramadan 2025|campaign page]] for details, resources, and guidelines: Wiki Loves Ramadan 2025. Add [[m:Wiki Loves Ramadan 2025/Participant|your community here]], and organized Wiki Loves Ramadan 2025 in your local language. Whether you’re a first-time editor or an experienced Wikipedian, your contributions matter. Together, we can ensure Islamic cultures and traditions are well-represented and accessible to all. Feel free to invite your community and friends too. Kindly reach out if you have any questions or need support as you prepare to participate. Let’s make Wiki Loves Ramadan 2025 a success! For the [[m:Wiki Loves Ramadan 2025/Team|International Team]] 12:08, 16 Ιανουαρίου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:ZI Jony@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Non-Technical_Village_Pumps_distribution_list&oldid=27568454 --> == Universal Code of Conduct annual review: provide your comments on the UCoC and Enforcement Guidelines == <div lang="en" dir="ltr" class="mw-content-ltr"> My apologies for writing in English. {{Int:Please-translate}}. I am writing to you to let you know the annual review period for the Universal Code of Conduct and Enforcement Guidelines is open now. You can make suggestions for changes through 3 February 2025. This is the first step of several to be taken for the annual review. [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Annual_review|Read more information and find a conversation to join on the UCoC page on Meta]]. The [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Coordinating_Committee|Universal Code of Conduct Coordinating Committee]] (U4C) is a global group dedicated to providing an equitable and consistent implementation of the UCoC. This annual review was planned and implemented by the U4C. For more information and the responsibilities of the U4C, [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Coordinating_Committee/Charter|you may review the U4C Charter]]. Please share this information with other members in your community wherever else might be appropriate. -- In cooperation with the U4C, [[m:User:Keegan (WMF)|Keegan (WMF)]] ([[m:User talk:Keegan (WMF)|talk]]) 01:12, 24 Ιανουαρίου 2025 (UTC) </div> <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Keegan (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=27746256 --> == Reminder: first part of the annual UCoC review closes soon == <div lang="en" dir="ltr" class="mw-content-ltr"> My apologies for writing in English. {{Int:Please-translate}}. This is a reminder that the first phase of the annual review period for the Universal Code of Conduct and Enforcement Guidelines will be closing soon. You can make suggestions for changes through [[d:Q614092|the end of day]], 3 February 2025. This is the first step of several to be taken for the annual review. [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Annual_review|Read more information and find a conversation to join on the UCoC page on Meta]]. After review of the feedback, proposals for updated text will be published on Meta in March for another round of community review. Please share this information with other members in your community wherever else might be appropriate. -- In cooperation with the U4C, [[m:User:Keegan (WMF)|Keegan (WMF)]] ([[m:User talk:Keegan (WMF)|talk]]) 00:49, 3 Φεβρουαρίου 2025 (UTC) </div> <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Keegan (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=28198931 --> == <span lang="en" dir="ltr"> Upcoming Language Community Meeting (Feb 28th, 14:00 UTC) and Newsletter</span> == <div lang="en" dir="ltr"> <section begin="message"/> Hello everyone! [[File:WP20Symbols WIKI INCUBATOR.svg|right|frameless|150x150px|alt=An image symbolising multiple languages]] We’re excited to announce that the next '''Language Community Meeting''' is happening soon, '''February 28th at 14:00 UTC'''! If you’d like to join, simply sign up on the '''[[mw:Wikimedia_Language_and_Product_Localization/Community_meetings#28_February_2025|wiki page]]'''. This is a participant-driven meeting where we share updates on language-related projects, discuss technical challenges in language wikis, and collaborate on solutions. In our last meeting, we covered topics like developing language keyboards, creating the Moore Wikipedia, and updates from the language support track at Wiki Indaba. '''Got a topic to share?''' Whether it’s a technical update from your project, a challenge you need help with, or a request for interpretation support, we’d love to hear from you! Feel free to '''reply to this message''' or add agenda items to the document '''[[etherpad:p/language-community-meeting-feb-2025|here]]'''. Also, we wanted to highlight that the sixth edition of the Language & Internationalization newsletter (January 2025) is available here: [[:mw:Special:MyLanguage/Wikimedia Language and Product Localization/Newsletter/2025/January|Wikimedia Language and Product Localization/Newsletter/2025/January]]. This newsletter provides updates from the October–December 2024 quarter on new feature development, improvements in various language-related technical projects and support efforts, details about community meetings, and ideas for contributing to projects. To stay updated, you can subscribe to the newsletter on its wiki page: [[:mw:Wikimedia Language and Product Localization/Newsletter|Wikimedia Language and Product Localization/Newsletter]]. We look forward to your ideas and participation at the language community meeting, see you there! <section end="message"/> </div> <bdi lang="en" dir="ltr">[[User:MediaWiki message delivery|MediaWiki message delivery]]</bdi> 08:29, 22 Φεβρουαρίου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:SSethi (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=28217779 --> == Universal Code of Conduct annual review: proposed changes are available for comment == <div lang="en" dir="ltr" class="mw-content-ltr"> My apologies for writing in English. {{Int:Please-translate}}. I am writing to you to let you know that [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Annual_review/Proposed_Changes|proposed changes]] to the [[foundation:Special:MyLanguage/Policy:Universal_Code_of_Conduct/Enforcement_guidelines|Universal Code of Conduct (UCoC) Enforcement Guidelines]] and [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Coordinating_Committee/Charter|Universal Code of Conduct Coordinating Committee (U4C) Charter]] are open for review. '''[[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Annual_review/Proposed_Changes|You can provide feedback on suggested changes]]''' through the [[d:Q614092|end of day]] on Tuesday, 18 March 2025. This is the second step in the annual review process, the final step will be community voting on the proposed changes. [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Annual_review|Read more information and find relevant links about the process on the UCoC annual review page on Meta]]. The [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Coordinating_Committee|Universal Code of Conduct Coordinating Committee]] (U4C) is a global group dedicated to providing an equitable and consistent implementation of the UCoC. This annual review was planned and implemented by the U4C. For more information and the responsibilities of the U4C, [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Coordinating_Committee/Charter|you may review the U4C Charter]]. Please share this information with other members in your community wherever else might be appropriate. -- In cooperation with the U4C, [[m:User:Keegan (WMF)|Keegan (WMF)]] 18:51, 7 Μαρτίου 2025 (UTC) </div> <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Keegan (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=28307738 --> == Το wiki σας σύντομα θα είναι μόνο για ανάγνωση == <section begin="server-switch"/><div class="plainlinks"> [[:m:Special:MyLanguage/Tech/Server switch|Διαβάστε αυτό το μήνυμα σε άλλη γλώσσα]] • [https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Special:Translate&group=page-Tech%2FServer+switch&language=&action=page&filter= {{int:please-translate}}] Το [[foundation:|Ἰδρυμα Wikimedia]] θα μεταστρέψει την κίνηση μεταξύ των κέντρων δεδομένων του. Με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιστεί ότι η Βικιπαίδεια και τα άλλα wiki του Wikimedia θα μπορούν να παραμείνουν ενεργά ακόμα και μετά από μία καταστροφή. Όλη η κίνηση θα εναλλαχθεί στις '''{{#time:j xg|2025-03-19|el}}'''. Η δοκιμή θα ξεκινήσει στις '''[https://zonestamp.toolforge.org/{{#time:U|2025-03-19T14:00|en}} {{#time:H:i e|2025-03-19T14:00}}]''' (16:00 ώρα Ελλάδος και Κύπρου). Δυστυχώς, λόγω κάποιων περιορισμών του [[mw:Special:MyLanguage/Manual:What is MediaWiki?|MediaWiki]], δεν θα υπάρχει δυνατότητα επεξεργασίας κατά τη διάρκεια της μετατόπισης της κίνησης. Ζητούμε συγγνώμη για την αναστάτωση, και καταβάλλουμε προσπάθειες αυτή να ελαχιστοποιηθεί στο μέλλον. Ένα μπάνερ θα προβληθεί σε όλα τα wiki 30 λεπτά πριν ξεκινήσει η επιχείρηση. Αυτό το μπάνερ θα παραμείνει ορατό μέχρι το τέλος της λειτουργίας. '''Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, θα μπορείτε να διαβάσετε όλα τα wiki, αλλά όχι να τα επεξεργαστείτε.''' *Η επεξεργασία θα είναι αδύνατη για έως και μία ώρα την {{#time:l j xg Y|2025-03-19|el}}. *Αν προσπαθήσετε να επεξεργαστείτε ή να αποθηκεύσετε μια σελίδα εκείνη την ώρα, θα δείτε ένα μήνυμα σφάλματος. Ελπίζουμε ότι δεν θα χαθούν επεξεργασίες εκείνη την ώρα, αλλά δεν μπορούμε να το εγγυηθούμε. Αν δείτε το μήνυμα σφάλματος, παρακαλούμε περιμένετε μέχρι να επανέλθουν όλα στο κανονικό. Τότε θα μπορέσετε να αποθηκεύσετε την αλλαγή σας. Ωστόσο προτείνουμε να κρατήσετε ένα αντίγραφο των αλλαγών σας, για κάθε ενδεχόμενο. ''Άλλα προβλήματα'' *Οι εργασίες στο υπόβαθρο θα είναι πιο αργές και κάποιες μπορεί να ακυρωθούν. Οι κόκκινοι σύνδεσμοι πιθανώς να μην ενημερώνονται τόσο γρήγορα όσο συνήθως. Αν δημιουργήσετε μια σελίδα που ήδη συνδέεται από κάπου αλλού, ο σύνδεσμος θα παραμείνει κόκκινος για περισσότερο χρόνο από ότι συνήθως. Κάποια διεργασίες που απαιτούν ώρα να εκτελεστούν θα αναγκαστούν να σταματήσουν. * Αναμένουμε ότι οι αναπτύξεις κώδικα θα γίνουν όπως κάθε άλλη εβδομάδα. Ωστόσο, ορισμένες κατά περίπτωση παγώσεις κώδικα θα μπορούσαν να συμβούν αμέσως, εάν η επιχείρηση τις απαιτήσει στη συνέχεια. * Το [[mw:Special:MyLanguage/GitLab|GitLab]] δεν θα είναι διαθέσιμο για περίπου 90 λεπτά. Το έργο αυτό ενδέχεται να αναβληθεί εάν είναι απαραίτητο. Μπορείτε να [[wikitech:Switch_Datacenter|διαβάσετε το πρόγραμμα στο wikitech.wikimedia.org]]. Οι όποιες αλλαγές θα ανακοινωθούν στο πρόγραμμα. '''Παρακαλούμε μοιραστείτε αυτή την πληροφορία με την κοινότητά σας.'''</div><section end="server-switch"/> <bdi lang="en" dir="ltr">[[User:MediaWiki message delivery|MediaWiki message delivery]]</bdi> 23:15, 14 Μαρτίου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Quiddity (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Non-Technical_Village_Pumps_distribution_list&oldid=28307742 --> == Final proposed modifications to the Universal Code of Conduct Enforcement Guidelines and U4C Charter now posted == <div lang="en" dir="ltr" class="mw-content-ltr"> The proposed modifications to the [[foundation:Special:MyLanguage/Policy:Universal_Code_of_Conduct/Enforcement_guidelines|Universal Code of Conduct Enforcement Guidelines]] and the U4C Charter [[m:Universal_Code_of_Conduct/Annual_review/2025/Proposed_Changes|are now on Meta-wiki for community notice]] in advance of the voting period. This final draft was developed from the previous two rounds of community review. Community members will be able to vote on these modifications starting on 17 April 2025. The vote will close on 1 May 2025, and results will be announced no later than 12 May 2025. The U4C election period, starting with a call for candidates, will open immediately following the announcement of the review results. More information will be posted on [[m:Special:MyLanguage//Universal_Code_of_Conduct/Coordinating_Committee/Election|the wiki page for the election]] soon. Please be advised that this process will require more messages to be sent here over the next two months. The [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Coordinating_Committee|Universal Code of Conduct Coordinating Committee (U4C)]] is a global group dedicated to providing an equitable and consistent implementation of the UCoC. This annual review was planned and implemented by the U4C. For more information and the responsibilities of the U4C, you may [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Coordinating_Committee/Charter|review the U4C Charter]]. Please share this message with members of your community so they can participate as well. -- In cooperation with the U4C, [[m:User:Keegan (WMF)|Keegan (WMF)]] ([[m:User_talk:Keegan (WMF)|talk]]) 02:05, 4 Απριλίου 2025 (UTC) </div> <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Keegan (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=28469465 --> == Wikidata and Sister Projects: An online community event == ''(Apologies for posting in English)'' Hello everyone, I am excited to share news of an upcoming online event called '''[[d:Event:Wikidata_and_Sister_Projects|Wikidata and Sister Projects]]''' celebrating the different ways Wikidata can be used to support or enhance with another Wikimedia project. The event takes place over 4 days between '''May 29 - June 1st, 2025'''. We would like to invite speakers to present at this community event, to hear success stories, challenges, showcase tools or projects you may be working on, where Wikidata has been involved in Wikipedia, Commons, WikiSource and all other WM projects. If you are interested in attending, please [[d:Special:RegisterForEvent/1291|register here]]. If you would like to speak at the event, please fill out this Session Proposal template on the [[d:Event_talk:Wikidata_and_Sister_Projects|event talk page]], where you can also ask any questions you may have. I hope to see you at the event, in the audience or as a speaker, - [[Χρήστης:MediaWiki message delivery|MediaWiki message delivery]] ([[Συζήτηση χρήστη:MediaWiki message delivery|συζήτηση]]) 09:18, 11 Απριλίου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Danny Benjafield (WMDE)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=User:Danny_Benjafield_(WMDE)/MassMessage_Send_List&oldid=28525705 --> == Vote now on the revised UCoC Enforcement Guidelines and U4C Charter == <div lang="en" dir="ltr" class="mw-content-ltr"> The voting period for the revisions to the Universal Code of Conduct Enforcement Guidelines ("UCoC EG") and the UCoC's Coordinating Committee Charter is open now through the end of 1 May (UTC) ([https://zonestamp.toolforge.org/1746162000 find in your time zone]). [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Annual_review/2025/Voter_information|Read the information on how to participate and read over the proposal before voting]] on the UCoC page on Meta-wiki. The [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Coordinating_Committee|Universal Code of Conduct Coordinating Committee (U4C)]] is a global group dedicated to providing an equitable and consistent implementation of the UCoC. This annual review of the EG and Charter was planned and implemented by the U4C. Further information will be provided in the coming months about the review of the UCoC itself. For more information and the responsibilities of the U4C, you may [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Coordinating_Committee/Charter|review the U4C Charter]]. Please share this message with members of your community so they can participate as well. In cooperation with the U4C -- [[m:User:Keegan (WMF)|Keegan (WMF)]] ([[m:User_talk:Keegan (WMF)|talk]]) 00:35, 17 Απριλίου 2025 (UTC) </div> <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Keegan (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=28469465 --> == <span lang="en" dir="ltr">Vote on proposed modifications to the UCoC Enforcement Guidelines and U4C Charter</span> == <div lang="en" dir="ltr"> <section begin="announcement-content" /> The voting period for the revisions to the Universal Code of Conduct Enforcement Guidelines and U4C Charter closes on 1 May 2025 at 23:59 UTC ([https://zonestamp.toolforge.org/1746162000 find in your time zone]). [[m:Special:MyLanguage/Universal Code of Conduct/Annual review/2025/Voter information|Read the information on how to participate and read over the proposal before voting]] on the UCoC page on Meta-wiki. The [[m:Special:MyLanguage/Universal Code of Conduct/Coordinating Committee|Universal Code of Conduct Coordinating Committee (U4C)]] is a global group dedicated to providing an equitable and consistent implementation of the UCoC. This annual review was planned and implemented by the U4C. For more information and the responsibilities of the U4C, you may [[m:Special:MyLanguage/Universal Code of Conduct/Coordinating Committee/Charter|review the U4C Charter]]. Please share this message with members of your community in your language, as appropriate, so they can participate as well. In cooperation with the U4C -- <section end="announcement-content" /> </div> <div lang="en" dir="ltr" class="mw-content-ltr"> [[m:User:Keegan (WMF)|Keegan (WMF)]] ([[m:User talk:Keegan (WMF)|talk]]) 03:41, 29 Απριλίου 2025 (UTC)</div> <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Keegan (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=28618011 --> == We will be enabling the new Charts extension on your wiki soon! == ''(Apologies for posting in English)'' Hi all! We have good news to share regarding the ongoing problem with graphs and charts affecting all wikis that use them. As you probably know, the [[:mw:Special:MyLanguage/Extension:Graph|old Graph extension]] was disabled in 2023 [[listarchive:list/wikitech-l@lists.wikimedia.org/thread/EWL4AGBEZEDMNNFTM4FRD4MHOU3CVESO/|due to security reasons]]. We’ve worked in these two years to find a solution that could replace the old extension, and provide a safer and better solution to users who wanted to showcase graphs and charts in their articles. We therefore developed the [[:mw:Special:MyLanguage/Extension:Chart|Charts extension]], which will be replacing the old Graph extension and potentially also the [[:mw:Extension:EasyTimeline|EasyTimeline extension]]. After successfully deploying the extension on Italian, Swedish, and Hebrew Wikipedia, as well as on MediaWiki.org, as part of a pilot phase, we are now happy to announce that we are moving forward with the next phase of deployment, which will also include your wiki. The deployment will happen in batches, and will start from '''May 6'''. Please, consult [[:mw:Special:MyLanguage/Extension:Chart/Project#Deployment Timeline|our page on MediaWiki.org]] to discover when the new Charts extension will be deployed on your wiki. You can also [[:mw:Special:MyLanguage/Extension:Chart|consult the documentation]] about the extension on MediaWiki.org. If you have questions, need clarifications, or just want to express your opinion about it, please refer to the [[:mw:Special:MyLanguage/Extension_talk:Chart/Project|project’s talk page on Mediawiki.org]], or ping me directly under this thread. If you encounter issues using Charts once it gets enabled on your wiki, please report it on the [[:mw:Extension_talk:Chart/Project|talk page]] or at [[phab:tag/charts|Phabricator]]. Thank you in advance! -- [[User:Sannita (WMF)|User:Sannita (WMF)]] ([[User talk:Sannita (WMF)|talk]]) 15:08, 6 Μαΐου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Sannita (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=User:Sannita_(WMF)/Mass_sending_test&oldid=28663781 --> == Πρόσκληση Υποψηφιότητας για την Συντονιστική Επιτροπή του Παγκόσμιου Κώδικα Δεοντολογίας (U4C) == <section begin="announcement-content" /> Τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας επί των Οδηγιών Εφαρμογής του Παγκόσμιου Κώδικα Δεοντολογίας και του Χάρτη της Συντονιστικής Επιτροπής του Παγκόσμιου Κώδικα Δεοντολογίας (U4C) είναι:[[m:Special:MyLanguage/Universal Code of Conduct/Annual review/2025#Results|διαθέσιμα στο Meta-wiki]]. Μπορείτε τώρα να [[m:Special:MyLanguage/Universal Code of Conduct/Coordinating Committee/Election/2025/Candidates|υποβάλετε την υποψηφιότητά σας για να υπηρετήσετε στην U4C]] έως τις 29 Μαΐου 2025, ώρα 12:00 UTC. Πληροφορίες σχετικά με [[m:Special:MyLanguage/Universal Code of Conduct/Coordinating Committee/Election/2025|τα κριτήρια επιλεξιμότητας, τη διαδικασία και το χρονοδιάγραμμα βρίσκονται στο Meta-wiki]]. Η ψηφοφορία για τους υποψηφίους θα ξεκινήσει την 1η Ιουνίου 2025 και θα διαρκέσει δύο εβδομάδες, κλείνοντας στις 15 Ιουνίου 2025, ώρα 12:00 UTC. Αν έχετε οποιεσδήποτε ερωτήσεις, μπορείτε να τις υποβάλετε στη [[m:Talk:Universal Code of Conduct/Coordinating Committee/Election/2025|σελίδα συζήτησης για τις εκλογές]] -- σε συνεργασία με το U4C, <section end="announcement-content" /> <bdi lang="en" dir="ltr">[[m:User:Keegan (WMF)|Keegan (WMF)]] ([[m:User_talk:Keegan (WMF)|συζήτηση]])</bdi> 22:07, 15 Μαΐου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Keegan (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=28618011 --> == RfC ongoing regarding Abstract Wikipedia (and your project) == <div lang="en" dir="ltr" class="mw-content-ltr"> ''(Apologies for posting in English, if this is not your first language)'' Hello all! We opened a discussion on Meta about a very delicate issue for the development of [[:m:Special:MyLanguage/Abstract Wikipedia|Abstract Wikipedia]]: where to store the abstract content that will be developed through functions from Wikifunctions and data from Wikidata. Since some of the hypothesis involve your project, we wanted to hear your thoughts too. We want to make the decision process clear: we do not yet know which option we want to use, which is why we are consulting here. We will take the arguments from the Wikimedia communities into account, and we want to consult with the different communities and hear arguments that will help us with the decision. The decision will be made and communicated after the consultation period by the Foundation. You can read the various hypothesis and have your say at [[:m:Abstract Wikipedia/Location of Abstract Content|Abstract Wikipedia/Location of Abstract Content]]. Thank you in advance! -- [[User:Sannita (WMF)|Sannita (WMF)]] ([[User talk:Sannita (WMF)|<span class="signature-talk">{{int:Talkpagelinktext}}</span>]]) 15:27, 22 Μαΐου 2025 (UTC) </div> <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Sannita (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=User:Sannita_(WMF)/Mass_sending_test&oldid=28768453 --> == <span lang="en" dir="ltr">Wikimedia Foundation Board of Trustees 2025 Selection & Call for Questions</span> == <div lang="en" dir="ltr"> <section begin="announcement-content" /> :''[[m:Special:MyLanguage/Wikimedia Foundation elections/2025/Announcement/Selection announcement|{{int:interlanguage-link-mul}}]] • [https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Special:Translate&group=page-{{urlencode:Wikimedia Foundation elections/2025/Announcement/Selection announcement}}&language=&action=page&filter= {{int:please-translate}}]'' Dear all, This year, the term of 2 (two) Community- and Affiliate-selected Trustees on the Wikimedia Foundation Board of Trustees will come to an end [1]. The Board invites the whole movement to participate in this year’s selection process and vote to fill those seats. The Elections Committee will oversee this process with support from Foundation staff [2]. The Governance Committee, composed of trustees who are not candidates in the 2025 community-and-affiliate-selected trustee selection process (Raju Narisetti, Shani Evenstein Sigalov, Lorenzo Losa, Kathy Collins, Victoria Doronina and Esra’a Al Shafei) [3], is tasked with providing Board oversight for the 2025 trustee selection process and for keeping the Board informed. More details on the roles of the Elections Committee, Board, and staff are here [4]. Here are the key planned dates: * May 22 – June 5: Announcement (this communication) and call for questions period [6] * June 17 – July 1, 2025: Call for candidates * July 2025: If needed, affiliates vote to shortlist candidates if more than 10 apply [5] * August 2025: Campaign period * August – September 2025: Two-week community voting period * October – November 2025: Background check of selected candidates * Board’s Meeting in December 2025: New trustees seated Learn more about the 2025 selection process - including the detailed timeline, the candidacy process, the campaign rules, and the voter eligibility criteria - on this Meta-wiki page [[m:Special:MyLanguage/Wikimedia_Foundation_elections/2025|[link]]]. '''Call for Questions''' In each selection process, the community has the opportunity to submit questions for the Board of Trustees candidates to answer. The Election Committee selects questions from the list developed by the community for the candidates to answer. Candidates must answer all the required questions in the application in order to be eligible; otherwise their application will be disqualified. This year, the Election Committee will select 5 questions for the candidates to answer. The selected questions may be a combination of what’s been submitted from the community, if they’re alike or related. [[m:Special:MyLanguage/Wikimedia_Foundation_elections/2025/Questions_for_candidates|[link]]] '''Election Volunteers''' Another way to be involved with the 2025 selection process is to be an Election Volunteer. Election Volunteers are a bridge between the Elections Committee and their respective community. They help ensure their community is represented and mobilize them to vote. Learn more about the program and how to join on this Meta-wiki page [[m:Wikimedia_Foundation_elections/2025/Election_volunteers|[link].]] Thank you! [1] https://meta.wikimedia.org/wiki/Wikimedia_Foundation_elections/2022/Results [2] https://foundation.wikimedia.org/wiki/Committee:Elections_Committee_Charter [3] https://foundation.wikimedia.org/wiki/Resolution:Committee_Membership,_December_2024 [4] https://meta.wikimedia.org/wiki/Wikimedia_Foundation_elections_committee/Roles [5] https://meta.wikimedia.org/wiki/Wikimedia_Foundation_elections/2025/FAQ [6] https://meta.wikimedia.org/wiki/Wikimedia_Foundation_elections/2025/Questions_for_candidates Best regards, Victoria Doronina Board Liaison to the Elections Committee Governance Committee<section end="announcement-content" /> </div> [[Χρήστης:MediaWiki message delivery|MediaWiki message delivery]] ([[Συζήτηση χρήστη:MediaWiki message delivery|συζήτηση]]) 03:08, 28 Μαΐου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:RamzyM (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=28618011 --> == Vote now in the 2025 U4C Election == <div lang="en" dir="ltr" class="mw-content-ltr"> Apologies for writing in English. {{Int:Please-translate}} Eligible voters are asked to participate in the 2025 [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Coordinating_Committee|Universal Code of Conduct Coordinating Committee]] election. More information–including an eligibility check, voting process information, candidate information, and a link to the vote–are available on Meta at the [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Coordinating_Committee/Election/2025|2025 Election information page]]. The vote closes on 17 June 2025 at [https://zonestamp.toolforge.org/1750161600 12:00 UTC]. Please vote if your account is eligible. Results will be available by 1 July 2025. -- In cooperation with the U4C, [[m:User:Keegan (WMF)|Keegan (WMF)]] ([[m:User talk:Keegan (WMF)|talk]]) 23:01, 13 Ιουνίου 2025 (UTC) </div> <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Keegan (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=28848819 --> == <span lang="en" dir="ltr">Wikimedia Foundation Board of Trustees 2025 - Call for Candidates</span> == <div lang="en" dir="ltr"> <section begin="announcement-content" /> :''<div class="plainlinks">[[m:Special:MyLanguage/Wikimedia Foundation elections/2025/Announcement/Call for candidates|{{int:interlanguage-link-mul}}]] • [https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Special:Translate&group=page-{{urlencode:Wikimedia Foundation elections/2025/Announcement/Call for candidates}}&language=&action=page&filter= {{int:please-translate}}]</div>'' Hello all, The [[m:Special:MyLanguage/Wikimedia Foundation elections/2025|call for candidates for the 2025 Wikimedia Foundation Board of Trustees selection is now open]] from June 17, 2025 – July 2, 2025 at 11:59 UTC [1]. The Board of Trustees oversees the Wikimedia Foundation's work, and each Trustee serves a three-year term [2]. This is a volunteer position. This year, the Wikimedia community will vote in late August through September 2025 to fill two (2) seats on the Foundation Board. Could you – or someone you know – be a good fit to join the Wikimedia Foundation's Board of Trustees? [3] Learn more about what it takes to stand for these leadership positions and how to submit your candidacy on [[m:Special:MyLanguage/Wikimedia Foundation elections/2025/Candidate application|this Meta-wiki page]] or encourage someone else to run in this year's election. Best regards, Abhishek Suryawanshi<br /> Chair of the Elections Committee On behalf of the Elections Committee and Governance Committee [1] https://meta.wikimedia.org/wiki/Special:MyLanguage/Wikimedia_Foundation_elections/2025/Call_for_candidates [2] https://foundation.wikimedia.org/wiki/Legal:Bylaws#(B)_Term. [3] https://meta.wikimedia.org/wiki/Special:MyLanguage/Wikimedia_Foundation_elections/2025/Resources_for_candidates<section end="announcement-content" /> </div> [[Χρήστης:MediaWiki message delivery|MediaWiki message delivery]] ([[Συζήτηση χρήστη:MediaWiki message delivery|συζήτηση]]) 17:44, 17 Ιουνίου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:RamzyM (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=28866958 --> == <span lang="en" dir="ltr">Sister Projects Task Force reviews Wikispore and Wikinews</span> == <div lang="en" dir="ltr"> <section begin="message"/> Dear Wikimedia Community, The [[m:Wikimedia Foundation Community Affairs Committee|Community Affairs Committee (CAC)]] of the Wikimedia Foundation Board of Trustees assigned [[m:Wikimedia Foundation Community Affairs Committee/Sister Projects Task Force|the Sister Projects Task Force (SPTF)]] to update and implement a procedure for assessing the lifecycle of Sister Projects – wiki [[m:Wikimedia projects|projects supported by Wikimedia Foundation (WMF)]]. A vision of relevant, accessible, and impactful free knowledge has always guided the Wikimedia Movement. As the ecosystem of Wikimedia projects continues to evolve, it is crucial that we periodically review existing projects to ensure they still align with our goals and community capacity. Despite their noble intent, some projects may no longer effectively serve their original purpose. '''Reviewing such projects is not about giving up – it's about responsible stewardship of shared resources'''. Volunteer time, staff support, infrastructure, and community attention are finite, and the non-technical costs tend to grow significantly as our ecosystem has entered a different age of the internet than the one we were founded in. Supporting inactive projects or projects that didn't meet our ambitions can unintentionally divert these resources from areas with more potential impact. Moreover, maintaining projects that no longer reflect the quality and reliability of the Wikimedia name stands for, involves a reputational risk. An abandoned or less reliable project affects trust in the Wikimedia movement. Lastly, '''failing to sunset or reimagine projects that are no longer working can make it much harder to start new ones'''. When the community feels bound to every past decision – no matter how outdated – we risk stagnation. A healthy ecosystem must allow for evolution, adaptation, and, when necessary, letting go. If we create the expectation that every project must exist indefinitely, we limit our ability to experiment and innovate. Because of this, SPTF reviewed two requests concerning the lifecycle of the Sister Projects to work through and demonstrate the review process. We chose Wikispore as a case study for a possible new Sister Project opening and Wikinews as a case study for a review of an existing project. Preliminary findings were discussed with the CAC, and a community consultation on both proposals was recommended. === Wikispore === The [[m:Wikispore|application to consider Wikispore]] was submitted in 2019. SPTF decided to review this request in more depth because rather than being concentrated on a specific topic, as most of the proposals for the new Sister Projects are, Wikispore has the potential to nurture multiple start-up Sister Projects. After careful consideration, the SPTF has decided '''not to recommend''' Wikispore as a Wikimedia Sister Project. Considering the current activity level, the current arrangement allows '''better flexibility''' and experimentation while WMF provides core infrastructural support. We acknowledge the initiative's potential and seek community input on what would constitute a sufficient level of activity and engagement to reconsider its status in the future. As part of the process, we shared the decision with the Wikispore community and invited one of its leaders, Pharos, to an SPTF meeting. Currently, we especially invite feedback on measurable criteria indicating the project's readiness, such as contributor numbers, content volume, and sustained community support. This would clarify the criteria sufficient for opening a new Sister Project, including possible future Wikispore re-application. However, the numbers will always be a guide because any number can be gamed. === Wikinews === We chose to review Wikinews among existing Sister Projects because it is the one for which we have observed the highest level of concern in multiple ways. Since the SPTF was convened in 2023, its members have asked for the community's opinions during conferences and community calls about Sister Projects that did not fulfil their promise in the Wikimedia movement.[https://commons.wikimedia.org/wiki/File:WCNA_2024._Sister_Projects_-_opening%3F_closing%3F_merging%3F_splitting%3F.pdf <nowiki>[1]</nowiki>][https://meta.wikimedia.org/wiki/Wikimedia_Foundation_Community_Affairs_Committee/Sister_Projects_Task_Force#Wikimania_2023_session_%22Sister_Projects:_past,_present_and_the_glorious_future%22 <nowiki>[2]</nowiki>][https://meta.wikimedia.org/wiki/WikiConvention_francophone/2024/Programme/Quelle_proc%C3%A9dure_pour_ouvrir_ou_fermer_un_projet_%3F <nowiki>[3]</nowiki>] Wikinews was the leading candidate for an evaluation because people from multiple language communities proposed it. Additionally, by most measures, it is the least active Sister Project, with the greatest drop in activity over the years. While the Language Committee routinely opens and closes language versions of the Sister Projects in small languages, there has never been a valid proposal to close Wikipedia in major languages or any project in English. This is not true for Wikinews, where there was a proposal to close English Wikinews, which gained some traction but did not result in any action[https://meta.wikimedia.org/wiki/Proposals_for_closing_projects/Closure_of_English_Wikinews <nowiki>[4]</nowiki>][https://meta.wikimedia.org/wiki/WikiConvention_francophone/2024/Programme/Quelle_proc%C3%A9dure_pour_ouvrir_ou_fermer_un_projet_%3F <nowiki>[5]</nowiki>, see section 5] as well as a draft proposal to close all languages of Wikinews[https://meta.wikimedia.org/wiki/Talk:Proposals_for_closing_projects/Archive_2#Close_Wikinews_completely,_all_languages? <nowiki>[6]</nowiki>]. [[:c:File:Sister Projects Taskforce Wikinews review 2024.pdf|Initial metrics]] compiled by WMF staff also support the community's concerns about Wikinews. Based on this report, SPTF recommends a community reevaluation of Wikinews. We conclude that its current structure and activity levels are the lowest among the existing sister projects. SPTF also recommends pausing the opening of new language editions while the consultation runs. SPTF brings this analysis to a discussion and welcomes discussions of alternative outcomes, including potential restructuring efforts or integration with other Wikimedia initiatives. '''Options''' mentioned so far (which might be applied to just low-activity languages or all languages) include but are not limited to: *Restructure how Wikinews works and is linked to other current events efforts on the projects, *Merge the content of Wikinews into the relevant language Wikipedias, possibly in a new namespace, *Merge content into compatibly licensed external projects, *Archive Wikinews projects. Your insights and perspectives are invaluable in shaping the future of these projects. We encourage all interested community members to share their thoughts on the relevant discussion pages or through other designated feedback channels. === Feedback and next steps === We'd be grateful if you want to take part in a conversation on the future of these projects and the review process. We are setting up two different project pages: [[m:Public consultation about Wikispore|Public consultation about Wikispore]] and [[m:Public consultation about Wikinews|Public consultation about Wikinews]]. Please participate between 27 June 2025 and 27 July 2025, after which we will summarize the discussion to move forward. You can write in your own language. I will also host a community conversation 16th July Wednesday 11.00 UTC and 17th July Thursday 17.00 UTC (call links to follow shortly) and will be around at Wikimania for more discussions. <section end="message"/> </div> -- [[User:Victoria|Victoria]] on behalf of the Sister Project Task Force, 20:57, 27 Ιουνίου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Johan (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=User:Johan_(WMF)/Sister_project_MassMassage_on_behalf_of_Victoria/Target_list&oldid=28911188 --> == Wikidata Item and Property labels soon displayed in Wiki Watchlist/Recent Changes == ''(Apologies for posting in English, you can help by translating into your language)'' Hello everyone, the [[m:Wikidata_For_Wikimedia_Projects/Clearer_Wikidata_Edit_Summaries/Resolve_Labels|Wikidata For Wikimedia Projects]] team is excited to announce an upcoming change in how Wikidata edit changelogs are displayed in your [[Special:Watchlist|Watchlists]] and [[Special:RecentChanges|Recent Changes]] lists. If an edit is made on Wikidata that affects a page in another Wikimedia Project, the changelog will contain some information about the nature of the edit. This can include a QID (or Q-number), a PID (or P-number) and a value (which can be text, numbers, dates, or also QID or PID’s). Confused by these terms? See the [[d:Special:MyLanguage/Wikidata:Glossary|Wikidata:Glossary]] for further explanations. The upcoming change is scheduled for '''17.07.2025''', between '''1300 - 1500 UTC'''. The change will display the label (item name) alongside any QID or PIDs, as seen in the image below: [[File:Apr10 edit summary on Wikidata.png|An edit sum entry on Wikidata, labels display alongside their P- and Q-no.'s]] These changes will only be visible if you have Wikidata edits enabled in your User Preferences for Watchlists and Recent Changes, or have the active filter ‘Wikidata edits’ checkbox toggled on, directly on the Watchlist and Recent Changes pages. Your bot and gadget may be affected! There are thousands of bots, gadgets and user-scripts and whilst we have researched potential effects to many of them, we cannot guarantee there won’t be some that are broken or affected by this change. Further information and context about this change, including how your bot may be affected can be found on this [[m:Wikidata_For_Wikimedia_Projects/Clearer_Wikidata_Edit_Summaries/Resolve_Labels|project task page]]. We welcome your questions and feedback, please write to us on this dedicated [[m:Talk:Wikidata_For_Wikimedia_Projects/Clearer_Wikidata_Edit_Summaries/Resolve_Labels|Talk page]]. Thank you, - [[m:User:Danny_Benjafield_(WMDE)|Danny Benjafield (WMDE)]] on behalf of the Wikidata For Wikimedia Projects Team. [[Χρήστης:MediaWiki message delivery|MediaWiki message delivery]] ([[Συζήτηση χρήστη:MediaWiki message delivery|συζήτηση]]) 12:46, 14 Ιουλίου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Danny Benjafield (WMDE)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=User:Danny_Benjafield_(WMDE)/MassMessage_Test_List&oldid=28981877 --> == <span lang="en" dir="ltr"> Upcoming Deployment of the CampaignEvents Extension</span> == <div lang="en" dir="ltr"> <section begin="message"/> Hello everyone, ''(Apologies for posting in English if English is not your first language. Please help translate to your language.)'' The Campaigns Product Team is planning a global deployment of the '''[[:mw:Help:Extension:CampaignEvents|CampaignEvents extension]]''' to all Wikisource, including this Wikisource, during the '''week of August 25th'''. This extension is designed to help organizers plan and manage events, WikiProjects, and other on-wiki collaborations - and to make these efforts more discoverable. The three main features of this extension are: * '''[[:m:Event_Center/Registration|Event Registration]]''': A simple way to sign up for events on the wiki. * '''[[:m:CampaignEvents/Collaboration_list|Collaboration List]]''': A global list of events and a local list of WikiProjects, accessible at '''[[:m:Special:AllEvents|Special:AllEvents]]'''. * '''[[:m:Campaigns/Foundation_Product_Team/Invitation_list|Invitation Lists]]''': A tool to help organizers find editors who might want to join, based on their past contributions. '''Note''': The extension comes with a new user right called '''"Event Organizer"''', which will be managed by administrators on this Wikisource. Organizer tools like Event Registration and Invitation Lists will only work if someone is granted this right. The Collaboration List is available to everyone immediately after deployment. The extension is already live on several wikis, including '''all Wikipedia, Meta, Wikidata''', and more ( [[m:CampaignEvents/Deployment_status#Current_Deployment_Status_for_CampaignEvents_extension| See the full deployment list]]) If you have any questions, concerns, or feedback, please feel free to share them on the [[m:Talk:CampaignEvents| extension talkpage]]. We’d love to hear from you before the rollout. Thank you! <section end="message"/> </div> <bdi lang="en" dir="ltr">[[User:Udehb-WMF|Udehb-WMF]] ([[User talk:Udehb-WMF|συζήτηση]]) 15:40, 31 Ιουλίου 2025 (UTC)</bdi> <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Udehb-WMF@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=User:Udehb-WMF/sandbox/MM_target_Wikisource&oldid=29066664 --> == Οι προσωρινοί λογαριασμοί θα τεθούν σε λειτουργία σύντομα == <section begin="body"/> Γεια σας, είμαστε η ομάδα [[mw:Special:MyLanguage/Product Safety and Integrity|Ασφάλειας και Ακεραιότητας Προϊόντων]] του Ιδρύματος Wikimedia. Θα θέλαμε να ανακοινώσουμε ότι '''σκοπεύουμε να ενεργοποιήσουμε τους [[mw:Special:MyLanguage/Trust and Safety Product/Temporary Accounts|προσωρινούς λογαριασμούς]] σε αυτό το wiki την εβδομάδα της 1ης Σεπτεμβρίου'''. Οι προσωρινοί λογαριασμοί λειτουργούν με επιτυχία σε 30 wiki, συμπεριλαμβανομένων πολλών μεγάλων όπως τα γερμανικά, ιαπωνικά και τα γαλλικά. Η αλλαγή που φέρνουν είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους συντάκτες που δεν έχουν συνδεθεί, τους οποίους αυτή η λειτουργία έχει σχεδιαστεί για να προστατεύει. Αλλά είναι επίσης σημαντική για μέλη της κοινότητας όπως καθοδηγητές, επιτηρητές και διαχειριστές – οποιονδήποτε που αναιρεί επεξεργασίες, φράζει χρήστες ή αλληλεπιδρά με συντάκτες που δεν έχουν συνδεθεί, ως μέρος της προσπάθειας να διατηρηθούν τα wiki ασφαλή και αξιόπιστα. '''Γιατί δημιουργούμε προσωρινούς λογαριασμούς''' Τα wiki μας πρέπει να είναι από προεπιλογή ασφαλέστερα για επεξεργασία για συντάκτες που δεν έχουν συνδεθεί. Οι προσωρινοί λογαριασμοί επιτρέπουν στους χρήστες να συνεχίσουν να επεξεργάζονται τα wiki χωρίς να δημιουργήσουν λογαριασμό, αποφεύγοντας παράλληλα τη δημόσια σύνδεση των επεξεργασιών τους με τη διεύθυνση IP τους. Πιστεύουμε ότι αυτό είναι προς το συμφέρον των συντάκτων που δεν έχουν συνδεθεί, οι οποίοι συμβάλλουν σημαντικά στα wiki και οι οποίοι μπορεί αργότερα να δημιουργήσουν λογαριασμούς και να διευρύνουν την κοινότητα των συντακτών, των διαχειριστών και άλλων ρόλων. Παρόλο που τα wiki προειδοποιούν τους συντάκτες που δεν έχουν συνδεθεί ότι η διεύθυνση IP τους θα συσχετιστεί με την επεξεργασία τους, πολλοί άνθρωποι μπορεί να μην καταλαβαίνουν τι είναι μια διεύθυνση IP ή ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να τους συνδέσει με άλλες πληροφορίες που τους αφορούν με τρόπους που δεν θα περίμεναν. Επιπλέον, το λογισμικό και τα εργαλεία διαμεσολάβησης που χρησιμοποιούμε βασίζονται υπερβολικά στην προέλευση του δικτύου (διευθύνσεις IP) για την αναγνώριση χρηστών και μοτίβων δραστηριότητας, ειδικά καθώς οι ίδιες οι διευθύνσεις IP γίνονται λιγότερο σταθερές ως αναγνωριστικά. Οι προσωρινοί λογαριασμοί επιτρέπουν πιο ακριβείς αλληλεπιδράσεις με αποσυνδεδεμένους συντάκτες, συμπεριλαμβανομένων φραγών με περισσότερη ακρίβεια, και μπορούν να βοηθήσουν στον περιορισμό της συχνότητας με την οποία καταλήγουμε ακούσια να αποκλείουμε χρήστες καλή τη πίστει που χρησιμοποιούν τις ίδιες διευθύνσεις IP με κακόπιστους χρήστες. '''Πώς λειτουργούν οι προσωρινοί λογαριασμοί''' [[File:Temporary account banner and empty talk page.png|thumb]] Κάθε φορά που ένας αποσυνδεδεμένος χρήστης δημοσιεύει μια επεξεργασία σε αυτό το wiki, θα δημιουργείται ένα cookie στο πρόγραμμα περιήγησης αυτού του χρήστη και θα δημιουργείται αυτόματα ένας προσωρινός λογαριασμός συνδεδεμένος με αυτό το cookie. Το όνομα αυτού του λογαριασμού θα ακολουθεί το μοτίβο: <code dir=ltr>~2025-12345-67</code> (μια κατσαρή παύλα, το τρέχον έτος, ένας αριθμός). Σε σελίδες όπως οι Πρόσφατες αλλαγές ή το ιστορικό σελίδας, θα εμφανίζεται αυτό το όνομα. Το cookie θα λήξει 90 ημέρες μετά τη δημιουργία του. Όσο υπάρχει, όλες οι επεξεργασίες που γίνονται από αυτή τη συσκευή θα αποδίδονται σε αυτόν τον προσωρινό λογαριασμό. Θα είναι ο ίδιος λογαριασμός ακόμα και αν αλλάξει η διεύθυνση IP, εκτός αν ο χρήστης διαγράψει τα cookie του ή χρησιμοποιήσει διαφορετική συσκευή ή πρόγραμμα περιήγησης. Ένα αρχείο με τη διεύθυνση IP που χρησιμοποιήθηκε κατά τη στιγμή κάθε επεξεργασίας θα αποθηκεύεται για 90 ημέρες μετά την επεξεργασία. Ωστόσο, μόνο ορισμένοι συνδεδεμένοι χρήστες θα μπορούν να το δουν. '''Τι σημαίνει αυτό για τις διάφορες ομάδες χρηστών;''' '''Για αποσυνδεδεμένους συντάκτες''' * Αυτό αυξάνει την ιδιωτικότητα: επί του παρόντος, εάν δεν χρησιμοποιείτε έναν εγγεγραμμένο λογαριασμό για να επεξεργαστείτε, τότε όλοι μπορούν να δουν τη διεύθυνση IP για τις επεξεργασίες που κάνατε, ακόμη και μετά από 90 ημέρες. Αυτό δεν θα είναι πλέον δυνατό σε αυτό το wiki. * Εάν χρησιμοποιείτε έναν προσωρινό λογαριασμό για να επεξεργαστείτε από διαφορετικές τοποθεσίες κατά τη διάρκεια των τελευταίων 90 ημερών (για παράδειγμα, από το σπίτι και από καφετέρια), το ιστορικό επεξεργασίας και οι διευθύνσεις IP για όλες αυτές τις τοποθεσίες θα καταγράφονται πλέον μαζί, για τον ίδιο προσωρινό λογαριασμό. Οι χρήστες που [[foundation:Special:MyLanguage/Policy:Access_to_temporary_account_IP_addresses|πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις]] θα μπορούν να δουν αυτά τα δεδομένα. Εάν αυτό δημιουργεί προβλήματα προσωπικής ασφάλειας για εσάς, παρακαλούμε επικοινωνήστε με το talktohumanrights στο wikimedia.org για συμβουλές. '''Για μέλη της κοινότητας που αλληλεπιδρούν με αποσυνδεδεμένους συντάκτες''' * Ένας προσωρινός λογαριασμός συνδέεται μοναδικά με μια συσκευή. Συγκριτικά, μια διεύθυνση IP μπορεί να μοιράζεται σε διαφορετικές συσκευές και άτομα (για παράδειγμα, διαφορετικά άτομα στο σχολείο ή στην εργασία μπορεί να έχουν την ίδια διεύθυνση IP). * Σε σύγκριση με την τρέχουσα κατάσταση, θα είναι ασφαλέστερο να υποθέσουμε ότι η σελίδα συζήτησης ενός προσωρινού χρήστη ανήκει μόνο σε ένα άτομο και τα μηνύματα που αφήνονται εκεί θα διαβαστούν από αυτό. Όπως μπορείτε να δείτε στο στιγμιότυπο οθόνης, οι χρήστες προσωρινών λογαριασμών θα λαμβάνουν ειδοποιήσεις. Θα είναι επίσης δυνατό να τους ευχαριστήσετε για τις επεξεργασίες τους, να τους κάνετε ping σε συζητήσεις και να τους προσκαλέσετε να συμμετάσχουν περισσότερο στην κοινότητα. '''Για χρήστες που χρησιμοποιούν δεδομένα διεύθυνσης IP για τη διατήρηση και συντήρηση του wiki''' * '''Για περιπολούντες''' που παρακολουθούν επίμονους παραβάτες, διερευνούν παραβιάσεις πολιτικών κ.λπ.: Οι χρήστες που [[foundation:Special:MyLanguage/Policy:Access_to_temporary_account_IP_addresses|πληρούν τις προϋποθέσεις]] θα μπορούν να αποκαλύπτουν τις διευθύνσεις IP προσωρινών χρηστών και όλες τις συνεισφορές που έχουν γίνει από προσωρινούς λογαριασμούς από μια συγκεκριμένη διεύθυνση IP ή εύρος διευθύνσεων IP ([[Special:IPContributions]]). Θα έχουν επίσης πρόσβαση σε χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τις διευθύνσεις IP χάρη στη λειτουργία [[mw:Special:MyLanguage/Trust and Safety Product/IP Info|Πληροφορίες IP]]. Πολλά άλλα εργαλεία λογισμικού έχουν δημιουργηθεί ή προσαρμοστεί για να λειτουργούν με προσωρινούς λογαριασμούς, όπως το AbuseFilter, οι παγκόσμιες φραγές, τα Global User Contributions και άλλα. (Για πληροφορίες για εθελοντές προγραμματιστές σχετικά με τον τρόπο ενημέρωσης του κώδικα των εργαλείων σας – δείτε το τελευταίο μέρος του μηνύματος.) * '''Για διαχειριστές που αποκλείουν συντάκτες που έχουν αποσυνδεθεί:''' ** Θα είναι δυνατό να φράσετε πολλούς χρήστες που κάνουν κατάχρηση απλώς αποκλείοντας τους προσωρινούς λογαριασμούς τους. Ένα άτομο που έχει αποκλειστεί δεν θα μπορεί να δημιουργήσει γρήγορα νέους προσωρινούς λογαριασμούς εάν ο διαχειριστής επιλέξει την επιλογή [[mw:Special:MyLanguage/Autoblock|αυτόματης φραγής]]. ** Θα εξακολουθεί να είναι δυνατό να αποκλείσετε μια διεύθυνση IP ή ένα εύρος διευθύνσεων IP. * Οι προσωρινοί λογαριασμοί δεν θα εφαρμοστούν αναδρομικά σε συνεισφορές που έγιναν πριν από την ανάπτυξη. Στο Special:Contributions, θα μπορείτε να δείτε τις υπάρχουσες συνεισφορές χρηστών IP, αλλά όχι τις νέες συνεισφορές που έγιναν από προσωρινούς λογαριασμούς σε αυτή τη διεύθυνση IP. Αντ' αυτού, θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε το Special:IPContributions για τον σκοπό αυτό. '''Τα αιτήματά μας προς εσάς και τα επόμενα βήματα''' * Εάν γνωρίζετε εργαλεία, bots, gadgets κ.λπ. που χρησιμοποιούν δεδομένα σχετικά με διευθύνσεις IP ή είναι διαθέσιμα σε αποσυνδεδεμένους χρήστες, μπορείτε να δοκιμάσετε αν λειτουργούν στο [[testwiki:Main_Page|testwiki]] ή το [[test2wiki:Main_Page|test2wiki]]. Εάν είστε εθελοντής προγραμματιστής, [[mw:Special:MyLanguage/Trust and Safety Product/Temporary Accounts/For developers|διαβάστε την τεκμηρίωσή μας για προγραμματιστές]] και, ειδικότερα, την ενότητα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο [[mw:Special:MyLanguage/Trust and Safety Product/Temporary Accounts/For developers#How should I update my code?|ενδέχεται να χρειαστεί να ενημερώσετε τον κώδικά σας]]. * Αν θέλετε να δοκιμάσετε την εμπειρία του προσωρινού λογαριασμού, για παράδειγμα απλώς για να δείτε πώς είναι, μεταβείτε στο testwiki ή στο test2wiki και επεξεργαστείτε χωρίς να συνδεθείτε. * Ενημερώστε μας αν γνωρίζετε τυχόν δυσκολίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Θα προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε και, αν δεν είμαστε σε θέση να το κάνουμε, θα εξετάσουμε τις διαθέσιμες επιλογές. * Δείτε το [[m:Meta:Babel#Temporary_Accounts:_access_to_IP_addresses_and_next_steps|προηγούμενο μήνυμά]] μας σχετικά με τις απαιτήσεις για χρήστες χωρίς εκτεταμένα δικαιώματα που ενδέχεται να χρειάζονται πρόσβαση σε διευθύνσεις IP. Για να μάθετε περισσότερα σχετικά με το έργο, ανατρέξτε στις [[mw:Special:MyLanguage/Trust and Safety Product/Temporary Accounts/FAQ|Συχνές Ερωτήσεις]] – εκεί θα βρείτε πολλές χρήσιμες απαντήσεις. Μπορείτε επίσης να [[mw:Special:MyLanguage/Trust and Safety Product/Temporary Accounts/Updates|δείτε τις ενημερώσεις]] (μόλις δημοσιεύσαμε μία) και να [[mw:Newsletter:Product Safety and Integrity|εγγραφείτε στο νέο μας ενημερωτικό δελτίο]]. Αν θέλετε να μιλήσετε μαζί μου (Szymon) εκτός wiki, θα με βρείτε στο Discord και στο Telegram. Ευχαριστούμε!<section end="body" /> <bdi lang="en" dir="ltr">[[m:user:NKohli (WMF)|NKohli (WMF)]], [[m:user:SGrabarczuk (WMF)|SGrabarczuk (WMF)]]</bdi> 21:36, 26 Αυγούστου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Quiddity (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=User:Quiddity_(WMF)/sandbox6&oldid=29181713 --> == Το wiki σας σύντομα θα είναι μόνο για ανάγνωση == <section begin="server-switch"/><div class="plainlinks"> [[:m:Special:MyLanguage/Tech/Server switch|Διαβάστε αυτό το μήνυμα σε άλλη γλώσσα]] • [https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Special:Translate&group=page-Tech%2FServer+switch&language=&action=page&filter= {{int:please-translate}}] Το [[foundation:|Ἰδρυμα Wikimedia]] θα μεταστρέψει την κίνηση μεταξύ των κέντρων δεδομένων του. Με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιστεί ότι η Βικιπαίδεια και τα άλλα wiki του Wikimedia θα μπορούν να παραμείνουν ενεργά ακόμα και μετά από μία καταστροφή. Όλη η κίνηση θα εναλλαχθεί στις '''{{#time:j xg|2025-09-24|el}}'''. Η δοκιμή θα ξεκινήσει στις '''[https://zonestamp.toolforge.org/{{#time:U|2025-09-24T15:00|en}} {{#time:H:i e|2025-09-24T15:00}}]''' (17:00 ώρα Ελλάδος και Κύπρου). Δυστυχώς, λόγω κάποιων περιορισμών του [[mw:Special:MyLanguage/Manual:What is MediaWiki?|MediaWiki]], δεν θα υπάρχει δυνατότητα επεξεργασίας κατά τη διάρκεια της μετατόπισης της κίνησης. Ζητούμε συγγνώμη για την αναστάτωση, και καταβάλλουμε προσπάθειες αυτή να ελαχιστοποιηθεί στο μέλλον. Ένα μπάνερ θα προβληθεί σε όλα τα wiki 30 λεπτά πριν ξεκινήσει η επιχείρηση. Αυτό το μπάνερ θα παραμείνει ορατό μέχρι το τέλος της λειτουργίας. <span lang="en" dir="ltr" class="mw-content-ltr">You can contribute to the [https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Special%3ATranslate&group=Centralnotice-tgroup-read_only_banner&task=view&language=&filter=&action=translate translation or proofreading] of this banner text.</span> '''Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, θα μπορείτε να διαβάσετε όλα τα wiki, αλλά όχι να τα επεξεργαστείτε.''' *Η επεξεργασία θα είναι αδύνατη για έως και μία ώρα την {{#time:l j xg Y|2025-09-24|el}}. *Αν προσπαθήσετε να επεξεργαστείτε ή να αποθηκεύσετε μια σελίδα εκείνη την ώρα, θα δείτε ένα μήνυμα σφάλματος. Ελπίζουμε ότι δεν θα χαθούν επεξεργασίες εκείνη την ώρα, αλλά δεν μπορούμε να το εγγυηθούμε. Αν δείτε το μήνυμα σφάλματος, παρακαλούμε περιμένετε μέχρι να επανέλθουν όλα στο κανονικό. Τότε θα μπορέσετε να αποθηκεύσετε την αλλαγή σας. Ωστόσο προτείνουμε να κρατήσετε ένα αντίγραφο των αλλαγών σας, για κάθε ενδεχόμενο. ''Άλλα προβλήματα'' *Οι εργασίες στο υπόβαθρο θα είναι πιο αργές και κάποιες μπορεί να ακυρωθούν. Οι κόκκινοι σύνδεσμοι πιθανώς να μην ενημερώνονται τόσο γρήγορα όσο συνήθως. Αν δημιουργήσετε μια σελίδα που ήδη συνδέεται από κάπου αλλού, ο σύνδεσμος θα παραμείνει κόκκινος για περισσότερο χρόνο από ότι συνήθως. Κάποιες διεργασίες που απαιτούν ώρα να εκτελεστούν θα αναγκαστούν να σταματήσουν. * Αναμένουμε ότι οι αναπτύξεις κώδικα θα γίνουν όπως κάθε άλλη εβδομάδα. Ωστόσο, ορισμένες κατά περίπτωση παγώσεις κώδικα θα μπορούσαν να συμβούν αμέσως, εάν η επιχείρηση τις απαιτήσει στη συνέχεια. * Το [[mw:Special:MyLanguage/GitLab|GitLab]] δεν θα είναι διαθέσιμο για περίπου 90 λεπτά. Το έργο αυτό ενδέχεται να αναβληθεί εάν είναι απαραίτητο. Μπορείτε να [[wikitech:Switch_Datacenter|διαβάσετε το πρόγραμμα στο wikitech.wikimedia.org]]. Οι όποιες αλλαγές θα ανακοινωθούν στο πρόγραμμα. '''Παρακαλούμε μοιραστείτε αυτή την πληροφορία με την κοινότητά σας.'''</div><section end="server-switch"/> <span dir=ltr>[[m:User:Trizek (WMF)|Trizek (WMF)]] ([[m:User talk:Trizek (WMF)|{{int:talk}}]])</span> 15:42, 18 Σεπτεμβρίου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Trizek (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Non-Technical_Village_Pumps_distribution_list&oldid=29170715 --> == <span lang="en" dir="ltr">Have your say: vote for the 2025 Board of Trustees</span> == <div lang="en" dir="ltr"> <section begin="announcement-content" /> Hello all, The voting period for the [[m:Special:MyLanguage/Wikimedia Foundation elections/2025|2025 Board of Trustees election]] is now open. Candidates are running for two (2) seats on the Board. To check your voter eligibility, please visit the [[m:Special:MyLanguage/Wikimedia Foundation elections/2025/Voter eligibility guidelines|voter eligibility page]]. Learn more about them by [[m:Special:MyLanguage/Wikimedia Foundation elections/2025/Candidates|reading their application statements and watch their candidacy videos]]. When you are ready, go to the [[m:Special:SecurePoll/vote/405|SecurePoll voting page to vote]]. '''The vote is open from October 8 at 00:00 UTC to October 22 at 23:59 UTC.''' Best regards, Abhishek Suryawanshi<br />Chair, Elections Committee<section end="announcement-content" /> </div> [[Χρήστης:MediaWiki message delivery|MediaWiki message delivery]] ([[Συζήτηση χρήστη:MediaWiki message delivery|συζήτηση]]) 04:49, 9 Οκτωβρίου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:RamzyM (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=29360896 --> == <span lang="en" dir="ltr">Help us decide the name of the new Abstract Wikipedia project</span> == <div lang="en" dir="ltr"> <section begin="function1"/> {{int:Hello}}. Please help pick a name for the new Abstract Wikipedia wiki project. This project will be a wiki that will enable users to combine functions from [[:f:|Wikifunctions]] and data from Wikidata in order to generate natural language sentences in any supported languages. These sentences can then be used by any Wikipedia (or elsewhere). There will be two rounds of voting, each followed by legal review of candidates, with votes beginning on 20 October and 17 November 2025. Our goal is to have a final project name selected on mid-December 2025. If you would like to participate, then '''[[m:Special:MyLanguage/Abstract Wikipedia/Abstract Wikipedia naming contest|please learn more and vote now]]''' at meta-wiki. {{Int:Feedback-thanks-title}} <section end="function1"/> </div> -- [[User:Sannita (WMF)|User:Sannita (WMF)]] ([[User talk:Sannita (WMF)|talk]]) 11:43, 20 Οκτωβρίου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Sannita (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=29432175 --> == Αποκατάσταση συνδέσμου προς τη σελίδα «Ειδικές Σελίδες» == Ο σύνδεσμος προς τη σελίδα [[Special:SpecialPages|«Ειδικές Σελίδες»]] που βρισκόταν στην αριστερή στήλη εξαφανίστηκε, λόγω αλλαγών στον κώδικα του MediaWiki μετά από αναβάθμιση ([[phab:T333211]], [[phab:T386761]], [[phab:T388927]]). Για την επανεμφάνισή του πρέπει να προστεθεί ο κώδικας <code>** specialpages-url|specialpages</code> στο μενού της σελίδας [[MediaWiki:Sidebar]].<br>[[Χρήστης:Αντιγόνη|Αντιγόνη]] ([[Συζήτηση χρήστη:Αντιγόνη|συζήτηση]]) 15:48, 26 Οκτωβρίου 2025 (UTC) :Done! [[user:geraki|<span style="color:green;">geraki</span>]] <sup>[[user_talk:geraki|(συζήτηση)]]</sup> 18:41, 26 Οκτωβρίου 2025 (UTC) == <span lang="en" dir="ltr">Seeking volunteers to join several of the movement’s committees</span> == <div lang="en" dir="ltr"> <section begin="announcement-content" /> Each year, typically from October through December, several of the movement’s committees seek new volunteers. Read more about the committees on their Meta-wiki pages: * [[m:Special:MyLanguage/Affiliations Committee|Affiliations Committee (AffCom)]] * [[m:Special:MyLanguage/Ombuds commission|Ombuds commission (OC)]] * [[m:Special:MyLanguage/Wikimedia Foundation/Legal/Community Resilience and Sustainability/Trust and Safety/Case Review Committee|Case Review Committee (CRC)]] Applications for the committees open on October 30, 2025. Applications for the Affiliations Committee, Ombuds commission and the Case Review Committee close on December 11, 2025. Learn how to apply by [[m:Special:MyLanguage/Wikimedia Foundation/Legal/Committee appointments|visiting the appointment page on Meta-wiki]]. Post to the talk page or email cst[[File:At sign.svg|16x16px|link=|(_AT_)]]wikimedia.org with any questions you may have. For the Committee Support team, <section end="announcement-content" /> </div> -[[m:User:MKaur (WMF)| MKaur (WMF)]] 14:13, 30 Οκτωβρίου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:MKaur (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=29517125 --> == <span lang="en" dir="ltr">Reminder: Help us decide the name of the new Abstract Wikipedia project</span> == <div lang="en" dir="ltr"> <section begin="function2"/> {{int:Hello}}. Reminder: Please help to choose name for the new Abstract Wikipedia wiki project. The finalist vote starts today. The finalists for the name are: <span lang="en" dir="ltr" class="mw-content-ltr">Abstract Wikipedia, Multilingual Wikipedia, Wikiabstracts, Wikigenerator, Proto-Wiki</span>. If you would like to participate, then '''[[m:Special:MyLanguage/Abstract Wikipedia/Abstract Wikipedia naming contest|please learn more and vote now]]''' at meta-wiki. {{Int:Feedback-thanks-title}} <section end="function2"/> </div> -- [[User:Sannita (WMF)|User:Sannita (WMF)]] ([[User talk:Sannita (WMF)|talk]]) 14:22, 20 Νοεμβρίου 2025 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Sannita (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=29583860 --> == Thank You for Last Year – Join Wiki Loves Ramadan 2026 == Dear Wikimedia communities, We hope you are doing well, and we wish you a happy New Year. ''Last year, we captured light. This year, we’ll capture legacy.'' In 2025, communities around the world shared the glow of Ramadan nights and the warmth of collective iftars. In 2026, ''Wiki Loves Ramadan'' is expanding, bringing more stories, more cultures, and deeper global connections across Wikimedia projects. We invite you to explore the ''Wiki Loves Ramadan 2026'' [[m:Special:MyLanguage/Wiki Loves Ramadan 2026|Meta page]] to learn how you can participate and [[m:Special:MyLanguage/Wiki Loves Ramadan 2026/Participating communities|sign up]] your community. 📷 ''Photo campaign on '' [[c:Special:MyLanguage/Commons:Wiki Loves Ramadan 2026|Wikimedia Commons]] If you have questions about the project, please refer to the FAQs: * [[m:Special:MyLanguage/Wiki Loves Ramadan/FAQ/|Meta-Wiki]] * [[c:Special:MyLanguage/Commons:Wiki Loves Ramadan/FAQ|Wikimedia Commons]] ''Early registration for updates is now open via the '''[[m:Special:RegisterForEvent/2710|Event page]]''''' ''Stay connected and receive updates:'' * [https://t.me/WikiLovesRamadan Telegram channel] * [https://lists.wikimedia.org/postorius/lists/wikilovesramadan.lists.wikimedia.org/ Mailing list] We look forward to collaborating with you and your community. '''The Wiki Loves Ramadan 2026 Organizing Team''' 19:45, 16 Ιανουαρίου 2026 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:ZI Jony@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Non-Technical_Village_Pumps_distribution_list&oldid=29879549 --> == <span lang="en" dir="ltr">Annual review of the Universal Code of Conduct and Enforcement Guidelines</span> == <div lang="en" dir="ltr"> <section begin="announcement-content" /> I am writing to you to let you know the annual review period for the Universal Code of Conduct and Enforcement Guidelines is open now. You can make suggestions for changes through 9 February 2026. This is the first step of several to be taken for the annual review. [[m:Special:MyLanguage/Universal Code of Conduct/Annual review/2026|Read more information and find a conversation to join on the UCoC page on Meta]]. The [[m:Special:MyLanguage/Universal Code of Conduct/Coordinating Committee|Universal Code of Conduct Coordinating Committee]] (U4C) is a global group dedicated to providing an equitable and consistent implementation of the UCoC. This annual review was planned and implemented by the U4C. For more information and the responsibilities of the U4C, [[m:Special:MyLanguage/Universal Code of Conduct/Coordinating Committee/Charter|you may review the U4C Charter]]. Please share this information with other members in your community wherever else might be appropriate. -- In cooperation with the U4C, [[m:User:Keegan (WMF)|Keegan (WMF)]] ([[m:User talk:Keegan (WMF)|talk]])<section end="announcement-content" /> </div> 21:02, 19 Ιανουαρίου 2026 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Keegan (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=29905753 --> == Αργύρης Εφταλιώτης: Η Στραβοκώσταινα == Χρόνια Πολλά, καλά Κούλουμα ! Βρήκα ένα εξαίρετο διήγημα του [[Αργύρης Εφταλιώτης|Αργύρη Εφταλιώτη]], το '''Η Στραβοκώσταινα'''. Είναι ένα από τα Νησιώτικα Διηγήματα κάποια από οποία έχουμε εδώ. Το βρήκα και [http://dspace.cplm.gr/handle/123456789/10289 εδώ], στην Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης, αλλά και σε πιο καθαρό αντίγραφο, στα [https://www.google.gr/books/edition/Hestia/0gVaBFbRPmYC?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%9C%CE%B9%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%BF&pg=RA1-PA33&printsec=frontcover google books]. Θα ήταν ευχής έργο αν η [[Χρήστης:Αντιγόνη]] ή ο [[Χρήστης:EncycloPetey]] (εσάς βλέπω ενεργούς), είχατε την καλοσύνη να το σκανάρετε και να το ανεβάσετε στα βικιβιβλία. Είναι μόνο 5 σελίδες. Αν το ανεβάσετε, παρακαλώ ειδοποιείστε με να συνεισφέρω στην επιμέλεια του κειμένου. Και βέβαια, προτείνω να το διαβάσετε (ακόμη και σε αυτόματη μετάφραση αν είναι αναγκαίο). Είναι αφενός μεν εξαιρετικό ως κείμενο, αφετέρου σωστός γλωσσικός θησαυρός. --[[Χρήστης:FocalPoint|FocalPoint]] ([[Συζήτηση χρήστη:FocalPoint|συζήτηση]]) 12:14, 23 Φεβρουαρίου 2026 (UTC) Επαναλαμβάνω τις ειδοποιήσεις που μάλλον δε θα σας ήλθαν [[Χρήστης:Αντιγόνη]] και [[Χρήστης:EncycloPetey]]. Πολλές ευχαριστίες. --[[Χρήστης:FocalPoint|FocalPoint]] ([[Συζήτηση χρήστη:FocalPoint|συζήτηση]]) 12:14, 23 Φεβρουαρίου 2026 (UTC) == Action Required: Update templates/modules for electoral maps (Migrating from P1846 to P14226) == Hello everyone, This is a notice regarding an ongoing data migration on Wikidata that may affect your election-related templates and Lua modules (such as <code>Module:Itemgroup/list</code>). '''The Change:'''<br /> Currently, many templates pull electoral maps from Wikidata using the property [[:d:Property:P1846|P1846]], combined with the qualifier [[:d:Property:P180|P180]]: [[:d:Q19571328|Q19571328]]. We are migrating this data (across roughly 4,000 items) to a newly created, dedicated property: '''[[:d:Property:P14226|P14226]]'''. '''What You Need To Do:'''<br /> To ensure your templates and infoboxes do not break or lose their maps, please update your local code to fetch data from [[:d:Property:P14226|P14226]] instead of the old [[:d:Property:P1846|P1846]] + [[:d:Property:P180|P180]] structure. A [[m:Wikidata/Property Migration: P1846 to P14226/List|list of pages]] was generated using Wikimedia Global Search. '''Deadline:'''<br /> We are temporarily retaining the old data on [[:d:Property:P1846|P1846]] to allow for a smooth transition. However, to complete the data cleanup on Wikidata, the old [[:d:Property:P1846|P1846]] statements will be removed after '''May 1, 2026'''. Please update your modules and templates before this date to prevent any disruption to your wiki's election articles. Let us know if you have any questions or need assistance with the query logic. Thank you for your help! [[User:ZI Jony|ZI Jony]] using [[Χρήστης:MediaWiki message delivery|MediaWiki message delivery]] ([[Συζήτηση χρήστη:MediaWiki message delivery|συζήτηση]]) 17:11, 3 Απριλίου 2026 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:ZI Jony@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Non-Technical_Village_Pumps_distribution_list&oldid=29941252 --> == Request for comment (global AI policy) == <bdi lang="en" dir="ltr" class="mw-content-ltr"> Apologies for writing in English. {{int:Please-translate}} A [[:m:Requests for comment/Artificial intelligence policy|request for comment]] is currently being held to decide on a global AI policy. {{int:Feedback-thanks-title}} [[Χρήστης:MediaWiki message delivery|MediaWiki message delivery]] ([[Συζήτηση χρήστη:MediaWiki message delivery|συζήτηση]]) 00:58, 26 Απριλίου 2026 (UTC) </bdi> <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Codename Noreste@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=30424282 --> == <span lang="en" dir="ltr">Vote now in the 2026 U4C election</span> == <div lang="en" dir="ltr"> <section begin="announcement-content" /> Eligible voters are asked to participate in the 2026 [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Coordinating_Committee|Universal Code of Conduct Coordinating Committee]] election. More information–including an eligibility check, voting process information, candidate information, and a link to the vote–are available on Meta at the [[m:Special:MyLanguage/Universal_Code_of_Conduct/Coordinating_Committee/Election/2026|2026 Election information page]]. The vote closes on 2 June 2026 at [https://zonestamp.toolforge.org/1780358400 00:00 UTC]. Please vote if your account is eligible. Results will be available by 14 June 2026. -- In cooperation with the U4C,<section end="announcement-content" /> </div> [[m:User:Keegan (WMF)|Keegan (WMF)]] ([[m:User talk:Keegan (WMF)|talk]]) 17:15, 27 Μαΐου 2026 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Keegan (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=30513860 --> == RFC about AI-generated content in Wikimedia Commons == <bdi lang="en" dir="ltr">Apologies for writing in English, please help translate this message to your language. You are invited to participate in a [[c:Commons:Requests for comment/Policy update for AI content|request for comment on Wikimedia Commons about a policy update for AI content]]. This may affect files that are uploaded to Wikimedia Commons for use on this project. Thank you. [[m:User:Codename Noreste|Codename Noreste]] ([[m:User talk:Codename Noreste|συζήτηση]])</bdi> 17:12, 23 Ιουνίου 2026 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Codename Noreste@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=Distribution_list/Global_message_delivery&oldid=30513860 --> == <span lang="en" dir="ltr">Deployment of Legal and Safety Contacts Link in the Footer of Your Wiki</span> == <div lang="en" dir="ltr"> <section begin="Message"/> '''Legal & Safety Contacts''' Hello community, the Wikimedia Foundation has provided a [[wmf:Special:MyLanguage/Legal:Wikimedia Foundation Legal and Safety Contact Information|single legal and safety contact page]], to be linked in the footer of your wiki, to ensure access to accurate legal information. This is a regulatory requirement. We have already rolled out links to English, German, Italian, Spanish and other wikis and we will deploy to your wiki soon. [[m:Special:MyLanguage/Wikimedia_Foundation_Legal_and_Safety_Contacts_FAQ|Please read more on the project page]] and leave any comments in this thread or on the [[m:Special:MyLanguage/Talk:Wikimedia Foundation Legal and Safety Contacts FAQ|talk page]]. <section end="Message"/> </div> -- [[User:Sannita (WMF)|User:Sannita (WMF)]] ([[User talk:Sannita (WMF)|talk]]) 13:30, 25 Ιουνίου 2026 (UTC) <!-- Το μήνυμα στάλθηκε από τον User:Sannita (WMF)@metawiki με βάση τη λίστα στην https://meta.wikimedia.org/w/index.php?title=User:Sannita_(WMF)/Mass_sending_test&oldid=30731267 --> pwl8az2yhdodhhufntdfltyx1jvxme0 Συζήτηση χρήστη:Nikos1nikos1 3 48944 166716 157307 2026-06-26T03:44:06Z Sarri.greek 10495 /* Από πού να ξεκινήσω? */ νέα ενότητα 166716 wikitext text/x-wiki <!-- Παρακαλώ χρησιμοποιείτε αυτό το πρότυπο με την λειτουργία subst --> <div align=left style="padding:15px;width:60%;border: green 1px solid; background:#eeffed"> [[Image:Wikisource-logo.svg|100px|right]] '''Καλώς ήρθες!''' Χρήστη {{BASEPAGENAME}}, καλώς ήρθες στην ελληνική [[Κύρια Σελίδα|Βικιθήκη]]! Ακολουθούν μερικοί χρήσιμοι σύνδεσμοι: *[[Βικιθήκη:Εισαγωγή|Εισαγωγή στη Βικιθήκη]] *[[Βοήθεια:Περιεχόμενα|Βοήθεια]] *[[Βικιθήκη:Πνευματικά δικαιώματα|Πνευματικά δικαιώματα]] *[[Βοήθεια:Πώς να επεξεργαστείτε μια σελίδα|Πώς να επεξεργαστείτε μια σελίδα]] *[[Βικιθήκη:Διαχειριστές|Διαχειριστές Βικιθήκης]] *[[Βικιθήκη:Διαγραφή άρθρων|Πολιτική διαγραφής άρθρων]] *[[Βικιθήκη:Προστασία κειμένων|Πολιτική προστασίας κειμένων]] *[[Βικιθήκη:Ποιότητα κειμένων|Έλεγχος ποιότητας κειμένων]] Ελπίζουμε στην θετική συνεισφορά σου. Καλή συνέχεια! </div>--<span style="font-family:Times;">''[[Χρήστης:Texniths|Τεχνίτης]]'' <small>([[Συζήτηση χρήστη:Texniths|ο Βικιθηκάριος]])</small></span> 16:57, 17 Δεκεμβρίου 2024 (UTC) == Από πού να ξεκινήσω? == Κύριε Νίκο, καλημέρα κι ευχαριστούμε για το νυχτοδροσοβόλι. Από ποια μεριά να ξεκινήσω δουλειά? από ρ προς τα πίσω ή από θ και μπρος? [[Οδύσσεια_(Μετάφραση_Εφταλιώτη)]]. Ευχαριστώ. &#8209;&#8209;[[User:Sarri.greek|Sarri.greek]]&nbsp;<sup>[[User talk:Sarri.greek|&#9835;]]</sup>&nbsp;[[Special:Contributions/Sarri.greek||]] 03:44, 26 Ιουνίου 2026 (UTC) 5t6u7kwgvjbgisocw4hxyh2xrd950dz Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/364 100 52693 166710 2026-06-25T21:01:52Z Αντιγόνη 235 /* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: θεωρῶ διὰ τὴν Ἑλλάδα τὴν πολιτικήν, ἥτις πρόκειται νὰ ἐγκαινιασθῇ διὰ τῆς ἐγκυμονουμένης κυβερνητικῆς μεταβολῆς, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐξηγήσω χθὲς προφορικῶς εἰς τὴν ὑμετέραν μεγαλειότητα, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἔκβασις τῶν πραγμάτων κα... 166710 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|306|Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920|{{0}}{{0}}{{0}}}}</noinclude>θεωρῶ διὰ τὴν Ἑλλάδα τὴν πολιτικήν, ἥτις πρόκειται νὰ ἐγκαινιασθῇ διὰ τῆς ἐγκυμονουμένης κυβερνητικῆς μεταβολῆς, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐξηγήσω χθὲς προφορικῶς εἰς τὴν ὑμετέραν μεγαλειότητα, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἔκβασις τῶν πραγμάτων καὶ ὁσαιδήποτε καὶ ἂν ληφθοῦν προφυλάξεις. «Ἡ ἄρνησις ἡμῶν ὅπως μετάσχωμεν, ἔστω καὶ ἐν περιωρισμένῳ μέτρῳ, τῆς ἐπιχειρήσεως κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, θὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως καὶ ἰδίως τῆς Ἀγγλίας ὡς ἀθέτησις τῶν ἐν ἀρχῇ τοῦ πολέμου γενομένων ὑποσχέσεων, ὀφειλομένη εἰς τὸ ὅτι ἡ ὑμετέρα μεγαλειότης, δυναστικὴν ἀκολουθοῦσα πολιτικήν, ἀρνεῖται νὰ ἀκολουθήσῃ ὁδὸν ἥτις δύναται νὰ φέρῃ αὐτὴν εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸν γερμανὸν Αὐτοκράτορα. «Ἀλλ’ ὅταν τοιαύτην μορφώσῃ πεποίθησιν ἡ Ἀγγλία, εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπιδιώκουσα τὴν μεγένθυσιν τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ τὴν οὕτω μεγεθυνομένην Ἑλλάδα κινδυνεύει νὰ εὕρῃ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀνάγκης ἐν τῷ μέλλοντι πρὸς τὸ μέρος τῆς Γερμανίας, ἕνεκα τῆς πολιτικῆς τοῦ παγίου παρ’ ἡμῖν μοναρχικοῦ παράγοντος. Διὰ τοῦτο καὶ τὴν νέαν πολιτικήν, ἥτις πρόκειται νὰ ἐγκατασταθῇ διὰ τῆς κυβερνητικῆς μεταβολῆς, ἐξήγησα πρὸς τὴν μεγαλειότητά σας ὅτι θεωρῶ ἰσοδύναμον πρὸς ὁριστικὴν ἐγκατάλειψιν πάσης ἰδέας πρὸς περαιτέρω μεγέθυνσιν καὶ πιθανὸν νέον διπλασιασμὸν τῆς Ἑλλάδος ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ ὡς, κατ’ ἀνάγκην, περιορισμὸν τῆς ἐθνικῆς ἐν τῷ μέλλοντι πολιτικῆς εἰς προστασίαν τῶν ἤδη κτηθέντων, ἀφοῦ θὰ λείπῃ μὲν τὸ ἀναγκαῖον ἔρεισμα διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἡ σταθερὰ ὑποστήριξις τῆς Ἀγγλίας, δὲν θὰ δύναται δὲ νὰ εὑρεθῇ τὸ ἔρεισμα τοῦτο ἐν Γερμανίᾳ, ἀφοῦ ἡ δύναμις ἀκριβῶς αὕτη ἀποβλέπει εἰς τὴν οὐχὶ ἁπλῶς οἰκονομικὴν ἀλλὰ καὶ πολιτικὴν κατάκτησιν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἑπομένως ἔσται ὁ ἀμείλικτος ἐν τῷ μέλλοντι διώκτης πάσης ἐκδηλώσεως μικρασιατικῆς ἐκ μέρους ἡμῶν πολιτικῆς. Ὅταν ταῦτα, ἅτινα χθὲς ἐξήγησα διὰ μακρῶν τῇ ὑμετέρα μεγαλειότητι, εὐαρεστηθῇ αὕτη νὰ ἐνθυμηθῇ, πρὸς δὲ καὶ τοὺς κινδύνους οὓς καὶ δι’ αὐτὴν τὴν συντήρησιν τῶν κεκτημένων ἐγκλείει ἡ νέα πολιτική, ἥτις πρόκειται νὰ ἐγκαινιασθῇ διὰ τῆς ἀποφασισθείσης μεταβολῆς, θέλει ἀναγνωρίσει ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης, ζητῶν νὰ συμμετάσχω τῶν εὐθυνῶν του διὰ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐγκρίσεως τῆς κυβερνήσεώς του, ζητεῖ πολλὰ πράγματα, καὶ πρὸ πάντων πράγματα τὰ ὁποῖα ἐὰν ἐνεκρίνοντο παρ’ ἐμοῦ, θὰ ἀπετέλουν κατάφωρον νοθείαν τοῦ πολιτεύματος ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ παλλάδιον τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου. «Ὁ κ. Ζαΐμης, ἀφοῦ ἀναλαμβάνει νὰ ἐγκαινιάσῃ πολιτικήν, ἡ ὁποία γνωρίζει ὅτι δὲν ἐγκρίνεται ὄχι ἁπλῶς ὑπὸ τῆς δεδηλωμένης γνώμης τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὐδὲ ὑπὸ τῆς κοινῆς ἐν γένει γνώμης τῆς χώρας, θὰ εὑρίσκεται δὲ ἑπομένως κατ’ οὐσίαν ἐκτὸς τοῦ πολιτεύματος, δύναται ν’ ἀναλάβῃ καὶ τὴν πολὺ μικροτέραν εὐθύνην τοῦ νὰ διοικήσῃ διὰ νομοθετικῶν διαταγμάτων, ἀφοῦ ἕνεκα τῶν ἐξωτερικῶν περιστάσεων, ὑπεσχέθην ἤδη εἰς τὴν μεγα-<noinclude></noinclude> k5xxup869jx9d7stqcla1qr4zr4qc5r Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/365 100 52694 166711 2026-06-25T22:33:07Z Αντιγόνη 235 /* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: λειότητά σας ὅτι οὐδεμία θὰ διατυπωθῇ κατὰ τούτου ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας διαμαρτυρία. «Ἐὰν ἐξ ἄλλου ὁ κ. Ζαΐμης πιστεύῃ ὅτι ἡ κυβερνητικὴ μεταβολὴ ἐγκρίνεται ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, θεωρῇ δὲ καὶ πρόσφορον τὸν χρόνον πρὸς διεξαγωγὴν ἐκλογῶν,... 166711 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|{{0}}{{0}}{{0}}|Μέρος Δεύτερον. Δημιουργία|307}}</noinclude>λειότητά σας ὅτι οὐδεμία θὰ διατυπωθῇ κατὰ τούτου ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας διαμαρτυρία. «Ἐὰν ἐξ ἄλλου ὁ κ. Ζαΐμης πιστεύῃ ὅτι ἡ κυβερνητικὴ μεταβολὴ ἐγκρίνεται ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, θεωρῇ δὲ καὶ πρόσφορον τὸν χρόνον πρὸς διεξαγωγὴν ἐκλογῶν, δὲν ἔχει παρὰ νὰ κάμῃ ἔκκλησιν πρὸς τὴν χώραν προβαίνων εἰς ἐκλογάς, ὅτε θὰ εὑρίσκεται καὶ κατὰ τύπους καὶ κατ᾽ οὐσίαν ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος. Τῆς ὑμετέρας μεγαλειότητος εὐπειθέστατος θεράπων, ''Ἐλευθέριος Κ. Βενιζέλος''». Ἀλλ’ ὁ Α. Ζαΐμης δὲν εἶχε μαχητικὰς ἱκανότητας. Ἐνήργησε δὶς ἕως τότε ἐκλογάς, τὸ 1898 καὶ τὸ 1902, χωρὶς νὰ κατορθώσῃ τὸν σχηματισμὸν σημαντικοῦ κόμματος. Δὲν θὰ ἄφηνε τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ πολιτικήν, ἥτις δὲν ὠφείλετο εἰς αὐτὸν καὶ τῆς ὁποίας διέβλεπε τοὺς κινδύνους. Κατέθεσεν ἑπομένως τὴν ἐντολήν. Ὑπὸ αὐλικῶν καὶ ἐπιτελικῶν τινων ἐρρίφθη τότε τὸ ὄνομα τοῦ Δ. Γούναρη. Ὁ Γεώργιος Στρέϊτ ἔβλεπεν ὅτι ἡ περίστασις ἐχρειάζετο πρὸ πάντων ἄνθρωπον μὲ διπλωματικὴν πεῖραν καὶ δεξιότητα. Τοιοῦτον κατ’ ἐξοχὴν ἐθεώρει τὸν Ζαΐμην. Μετὰ τὴν ἀδυναμίαν του, ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἄλλος μὲ παρόμοια προσόντα. Ὁ Γ. Στρέϊτ συνειργάσθη πρὸ διετίας εἰς Λονδίνον μετὰ τοῦ Στεφάνου Σκουλούδη καὶ συνεφώνει συνήθως μαζί του. <ref>Ὁ Δημήτριος Γούναρης ἦτο ἀνακόλουθος πρὸς τὰς θεμελιώδεις πολιτικὲς ἀρχάς του καὶ διὰ μόνου τοῦ γεγονότος ὅτι ἐσχημάτισε κυβέρνησιν ἄνευ λαϊκῆς ἐμπιστοσύνης οἵασδήποτε, μὲ τὴν ἀποκλειστικὴν εὔνοιαν τοῦ Στέμματος. Πράγματι τὴν 3 Ἰανουαρίου 1912 ὁμιλῶν ἐν Πάτραις εἶπε: {{vgap|0em}} «Τὰ κόμματα δὲν πρέπει νὰ δημιουργοῦνται διὰ τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Α ἡ Β εἰς ἀρχηγόν, ὅστις νὰ ἐργασθῇ πρὸς ἄγραν ὀπαδῶν, ἀδιάφορον ἂν ἡ ἀνακήρυξις γίνεται Ἄνωθεν ἢ ἀπὸ κύκλον πολιτευομένων. Αἱ οὕτω δημιουργούμεναι ὁμάδες δὲν εἶναι κόμματα, ἀλλὰ φατρίαι, οὐδὲν καλὸν δυνάμεναι νὰ ἀπεργασθοῦν εἰς τὸν τόπον».</ref> Ὁ Σκουλούδης, ὅστις ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἦτο ἤδη ὀγδοῆντα ἐτῶν καὶ εὑρίσκετο ἀπὸ δέκα χρόνων ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐσχημάτιζεν ἀναγκαίως κυβέρνησιν ἐκλογῶν καὶ ἀνεγνώριζε πλήρη ἀποτυχίαν ἀπέναντι τοῦ Βενιζέλου. Συνέστησε καὶ αὐτὸς τὴν λύσιν τοῦ Γούναρη, ὁ ὁποῖος ὠργάνωσε, τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1909, τὴν μεγάλην ὑποδοχὴν τῶν Πατρῶν πρὸς τὸν ἀποδημοῦντα Διάδοχον Κωνσταντῖνον. ῾Ο Δ. Γούναρης συνεσκέπτετο ἐπὶ δύο ἡμέρας μὲ τὸν Βασιλέα καὶ τὸν ἐπιτελάρχην Β. Δούσμανην. Ἐμελέτησε τὰ πρακτικὰ τοῦ συμβουλίου τοῦ Στέμματος, τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ἐπιτελείου, ἀρκετὰ ἔγγραφα ἐκ τοῦ βασιλικοῦ ἀρχείου καί, τὸ ἀπόγευμα τῆς 23ης Φεβρουαρίου, εἶχεν ἔτοιμον τὸν κατάλογον τῶν ὑπουργῶν. Ἡ νέα κυβέρνησις ὡρκίσθη, τὸ πρωΐ τῆς 24ης Φεβρουαρίου καὶ κατηρτίσθη ὡς ἑξῆς: Γούναρης τῶν Στρατιωτικῶν, Γ. Χρηστάκης Ζωγράφος, ἄλλοτε πρόεδρος τῆς αὐτονόμου Βορείου Ἠπείρου, ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, Ν. Τριανταφυλλάκος βουλευτὴς Ἀρκαδίας τῶν Ἐσωτερικῶν, Π. Τσαλδάρης βουλευτὴς Κορινθίας τῆς Δικαιοσύνης, Ν. Στράτος βουλευτής Αἰτωλοακαρνα-<noinclude>{{rule|width=6em|align=left}}<references /></noinclude> 8tfizihv02fwh35tmrn1kyfzjdaw4ev