Βικιθήκη elwikisource https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 MediaWiki 1.47.0-wmf.8 first-letter Μέσο Ειδικό Συζήτηση Χρήστης Συζήτηση χρήστη Βικιθήκη Συζήτηση Βικιθήκη Αρχείο Συζήτηση αρχείου MediaWiki Συζήτηση MediaWiki Πρότυπο Συζήτηση προτύπου Βοήθεια Συζήτηση βοήθειας Κατηγορία Συζήτηση κατηγορίας Σελίδα Συζήτηση σελίδας Μεταγραφή Συζήτηση μεταγραφής Συγγραφέας Συζήτηση συγγραφέα Πύλη Συζήτηση πύλης TimedText TimedText talk Module Module talk Event Event talk Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/ι 0 15742 166718 93720 2026-06-26T17:26:27Z Nikos1nikos1 15046 κάθε 5 στίχους {{r|5}} 166718 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία ι | επόμενο = [[../κ|Ραψωδία κ]] | προηγούμενο= [[../θ|Ραψωδία θ]] | σημειώσεις = }} <poem> Τότε γυρίζει ὁ τρίξυπνος Δυσσέας καὶ τοῦ κρένει·      “Ἀλκίνο, πρῶτε βασιλιά, καὶ τῶ λαῶν καμάρι, καλό 'ναι ἀλήθεια τέτοιονε τραγουδιστὴ ν' ἀκοῦμε, σὰν πού 'ν' ἐτοῦτος, ποὺ θεοῦ λὲς κι ἡ φωνή του μοιάζει. Τὶ πιὸ χαριτωμένη ἐγὼ ζωὴ δὲν ξέρω κι ἄλλη, {{r|5}} παρ' ὅταν ὅλος ὁ λαὸς τριγύρω ἀναγαλλιάζη, καὶ στὰ παλάτια οἱ σύδειπνοι ἀράδα καθισμένοι ἀκοῦνε τὸν τραγουδιστή, μὲ τὰ τραπέζια ὀμπρός τους γεμάτα κρέας καὶ ψωμί, κι ὁ κεραστὴς σὰν παίρνη ἀπ' τὸ κροντήρι τὸ κρασὶ καὶ χύνη στὰ ποτήρια. {{r|10}} Στὸν κόσμο τ' ὀμορφότερο λογιάζω αὐτὸ πὼς εἶναι. Ὅμως τὰ βαριοστέναχτα δεινά μου νὰ ρωτήξης σοῦ 'ρθε λαχτάρα, πιὸ βαριὰ γιὰ νὰ στενάζω ἀκόμα. Τί πρῶτο νὰ σοῦ δηγηθῶ, καὶ τί στερνό, ποὺ μύρια κακὰ μοῦ δώκανε οἱ θεοὶ ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια. {{r|15}} Καὶ πρῶτα τ' ὄνομά μου ἂς πῶ, κι ἐσεῖς νὰ τὸ γνωρίστε, κι ἐγὼ κατόπι, τὸ σκληρὸ τὸ χάρο σὰν ξεφύγω, νὰ μείνω πάντα φίλος σας, κι ἂς κατοικῶ μακριά σας. Εἶμ' ὁ Δυσσέας, τοῦ Λαέρτη ὁ γιός, ποὺ ξέρουν ὅλοι οἱ ἀνθρῶποι τοὺς δόλους μου, κι ἡ δόξα μου στὸν οὐρανὸ ἀνεβαίνει. {{r|20}} Καὶ κατοικῶ στὸ λιόλουστο τὸ Θιάκι, ποὺ ἔχει ἀπάνω τὸ Νήριτο, τρανὸ βουνὸ ποὺ σειεῖ ἁψηλὰ τὰ φύλλα, κι ὁλόγυρα πολλὰ νησιὰ τό 'να κοντά 'ναι στ' ἄλλο, ἡ Σάμη καὶ τὸ Δουλιχιό, κι ἡ Ζάκυνθο ἡ δεντράτη. Ἐτούτη χάμου ἁπλώνεταο στὰ πέλαγα τῆς Δύσης, τ' ἄλλα νησιά 'ναι ξέχωρα, στ' ἀνάβλεμμα τοῦ ἥλιου. {{r|25}} Πέτρες γεμάτο, μὰ καλὸ λεβέντες γιὰ νὰ βγάζη. Ἄλλο ἀπ' τὴ γῆς μου πιὸ γλυκὸ δὲν ξέρω ἐγὼ στὸν κόσμο. Μὲ κράτησε κι ἡ Καλυψώ, ἡ θεὰ ἡ χαριτωμένη, μὲς στὴ σπηλιά της, κι ἄντρας της νὰ γίνω λαχταροῦσε· {{r|30}} μὲ κράταε στὰ παλάτια της ἡ Κίρκη, ἡ θεὰ τῆς Αἴας, ἡ δολοπλέχτρα, κι ἄντρας της νὰ γίνω λαχταροῦσε· ὅμως ποτὲς δὲ γύρισαν αὐτὲς τὸ νοῦ μου ἐμένα. Ἀπὸ πατρίδα καὶ γονιοὺς γλυκότερο δὲν ἔχει τίποτ' ὁ ἄνθρωπος, κι ἂς ζῆ σὲ πλουτισμένο σπίτι {{r|35}} γῆς ξενικιᾶς κι ἀπόμερης, μακριὰ ἀπὸ τοὺς γονιούς του. Μὰ τώρα τὸ πολύπαθο ταξίδι ἂς ἱστορήσω, ποὺ ὁ μέγας Δίας μοῦ ὅρισε σὰ μίσευα ἀπ' τὴν Τροία.      Ἀπὸ τὸ Ἴλιο ὁ ἄνεμος στοὺς Κίκονες μὲ πῆρε, στὴν Ἴσμαρο· ἐκεῖ χάλασα καὶ πολιτεία κι ἀνθρώπους· {{r|40}} κι ὅσες γυναῖκες πήραμε καὶ πλούτια ἀπὸ τὴ χώρα, σωστὰ τὰ μοιραστήκαμε, τὸ δίκιο νά 'χουν ὅλοι. Τότες παρακινοῦσα ἐγὼ νὰ φύγουμε μὲ βιάση, μὰ αὐτοί, μεγάλη ἡ τρέλλα τους, δὲ θέλανε ν' ἀκούσουν, μόν' πίναν ἄσμιχτο κρασί, καὶ σφάζανε περίσσια {{r|45}} ἀρνιά, καὶ λοξοπόδαρα στὸ περιγιάλι βόδια. Πῆγαν ὡς τόσο οἱ Κίκονες καὶ Κίκονες φωνάξαν, ποὺ ἀπὸ στεριᾶς γειτόνευαν καὶ ποὺ ἦταν πιότεροί τους, καὶ πιὸ παλληκαράδες τους, καλοὶ νὰ πολεμοῦνε ἀπάνω ἀπ' ἅρματα, ἢ πεζοί, σὰν τό 'φερνε ἡ ἀνάγκη. {{r|50}} Σὰν τ' ἄνθια ἦρθαν τῆς ἄνοιξης αὐτοί, καὶ σὰν τὰ φύλλα, στὸ χάραμα. Μοῖρα κακή τότ' ἔπεσ' ἀπ' τὸ Δία σ' ἐμᾶς τοὺς δύστυχους, πολλὰ γιὰ νὰ μᾶς φέρη πάθια. Στῆσαν τὸν πόλεμο ὀμπροστὰ στὰ γλήγορα καράβια, καὶ πέφταν κι άπ' τὶς δυὸ μεριὲς τὰ χαλκωτὰ κοντάρια. {{r|55}} Πρωῒ ὅσο ἦταν, κι ἔπαιρνε τὸ δρόμο της ἡ μέρα, βαστιόμασταν ἀγνάντια τους, κι ἂς ἦταν πιότεροί μας, Μὰ στῶ βοδιῶν τὸ λύσιμο σὰν ἦρθε ὁ Ἥλιος, τότες οἱ Κίκονες τοὺς Ἀχαιοὺς πιὰ τσάκισαν καὶ σπρῶξαν. Ἕξη ἀπὸ κάθε πλεούμενο χαλκόποδοι συντρόφοι {{r|60}} σκοτώθηκαν. Οἱ ἄλλοι ἐμεῖς γλυτώσαμε ἀπ' τὸ χάρο.      Καὶ σηκωθήκαμε ἀπ' ἐκεῖ βαριόκαρδοι, μὰ πάλε καλὰ ποὺ δὲ χαθήκαμε σὰν τ' ἄλλα μας τ' ἀδέρφια. Καὶ δὲν κινῆσαν τὰ γερτὰ καράβια μας, ὡσότου φωνάξαμε ἀπὸ τρεῖς φορὲς καθένα ἀπ' τοὺς δικούς μας, {{r|65}} τοὺς δύστυχους, ποὺ πέσανε ἀπ' τοὺς Κίκονες κομμένοι. Κι ἔστειλ' ἀπάνω μας Βοριὰ ὁ Δίας ὁ συννεφάρης, κι ἄγρια φουρτούνα· σκέπασε τὴ γῆς καὶ τὰ πελάγη μὲ νέφια, καὶ κατέβηκε σκοτάδι ἀπ' τὰ οὐράνια. Καὶ τὰ καράβια καταμπρὸς χουμίζαν, καὶ τοῦ ἀνέμου ἡ μάνητα ἦρθε κι ἔσκισε κομμάτια τὰ πανιά μας. {{r|70}} Καὶ κάτου ἐμεῖς τὰ ρίξαμε, χαμὸς νὰ μὴ μᾶς ἔρθη, καὶ στὴ στεριὰ μὲ τὰ κουπιὰ γοργὰ τραβήξαμε ὄξω. Ἐκεῖ παραμονεύαμε δυὸ νύχτες καὶ δυὸ μέρες, καὶ τὴν καρδιὰ μᾶς ἔτρωγε τὸ βάσανο κι ὁ κόπος. Τὴν τρίτη σὰ μᾶς ἔφερε τὴ μέρα ἡ Χρυσαυγούλα, {{r|75}} κατάρτια στήνουμε, λευκὰ πανιὰ τραβᾶμε ἀπάνω, καθόμαστε, κι ὁ ἄνεμος μαζὶ μὲ τούς ποδότες βάλαν τὰ πλοῖα στὸ δρόμο τους. Καὶ τότες θ' ἀξιωνόμουν στὸν τόπο μου ἄβλαβος νὰ ρθῶ, μὰ τὸ Μαλέα γυρνώντας  κῦμα καὶ ρέμα καὶ Βοριᾶς μᾶς βγάζουνε ἀπ' τὸ δρόμο, {{r|80}} καὶ πέρ' ἀπὸ τὰ Κύθηρα στὰ πέλαα μᾶς πετᾶνε.      Μέρες ἐννιὰ μᾶς ἔδερναν οἱ φοβεροὶ οἱ ἀνέμοι μὲς στὰ ψαράτα πέλαγα· στὶς δέκα στὰ λημέρια τῶ Λωτοφάγων ἤρθαμε, ποὺ θρέφουνται μὲ τ' ἄνθια. Βγήκαμε τότες, καὶ νερὸ σὰν πήραμε ἀπὸ βρύση, {{r|85}} κοντὰ στὰ γοργοκάραβα στρῶσαν φαγὶ οἱ συντρόφοι Σὰ φάγαμε, σὰν ἤπιαμε, καὶ φράνθηκε ἡ καρδιά μας, συντρόφους τότες ἔστειλα νὰ πᾶνε καὶ νὰ μάθουν ποιοί ζούσανε σ' αὐτὴ τὴ γῆς σιταροφάγοι ἀνθρῶποι, καὶ διάλεξα νομάτους δυὸ μὲ κήρυκα μαζί τους. {{r|90}} Πήγανε τότες, ζύγωσαν τοὺς Λωτοφάγους ἄντρες, καὶ στοὺς συντρόφους μας αὐτοὶ κακὸ δὲ μελετοῦσαν κανένα, μόν' τοὺς ἔδωκαν λωτὸ ν' ἀπογευτοῦνε. Κι ὅποιος στὸ στόμα του ἔβαζε λωτοῦ καρπὸ μελάτο, δὲν ἤθελε πιὰ μήνυμα νὰ στείλη ἢ νὰ γυρίση, {{r|95}} παρὰ νὰ μείνουν θέλανε στὴ γῆς τῶ Λωτοφάγων, λωτὸ νὰ τρῶνε, γυρισμὸ πατρίδας λησμονώντας. Κλαίγανε σὰν τοὺς ἔφερα μὲ τὸ στανιὸ στὰ πλοῖα, καὶ στὰ ζυγὰ ἀποκάτωθε τοὺς ἔσυρα δεμένους. Τοὺς ἄλλους τότες φώναξα συντρόφους ν' ἀνεβοῦνε {{r|100}} μεμιὰς στὰ γοργοκάραβα, μὴν τύχη καὶ κανένας γευτῆ λωτὸ καὶ γυρισμὸ πατρίδας λησμονήση. Κι αὐτοὶ ἔμπαιναν κι ἀραδιαστὰ καθίζανε στοὺς πάγκους, καὶ τὰ νερὰ τ' ἀφρόασπρα μὲ τὰ κουπιὰ βαροῦσαν.      Βαριόκαρδοι τραβᾶμε ἐμπρός, κι ἐρχόμαστε στὰ μέρη {{r|105}} ποὺ οὶ δύστροποι κι οἱ ἄνομοι Κύκλωπες κατοικοῦνε· αὐτοὶ ποὺ στοὺς ἀθάνοτους θεοὺς τ' ἀφήνουν ὅλα, καὶ δὲ φυτεύουν, μήτε γῆς ὀργώνουνε ἀπατοί τους, μόν' καθετὶς ἀνέσπαρτο κι ἀνόργωτο φυτρώνει, στάρια, κριθάρια, κλήματα ποὺ δίνουν τὸ κρασί τους {{r|110}} τὸ σταφυλάτο, κι ἡ βροχὴ τοῦ Δία τὰ μεγαλώνει. Βουλὲς δὲν ἔχουν, σύναξες καὶ νόμους δὲ γνωρίζουν, μόνε στῶν ἁψηλῶν βουνῶν τὶς ἄκρες λημεριάζουν, μέσα σὲ σπήλια ὁλόβαθα, καὶ ξέχωρα καθένας κρίνει γυναίκα καὶ παιδιά, καὶ δὲν ψηφάει τοὺς ἄλλους. {{r|115}}      Ἀγριονήσι ἁπλώνεται παρόξω ἀπ' τὸ λιμάνι, μήτε κοντὰ μήτε μακριὰ ἀπ' τὴ χώρα τῶν Κυκλώπων, δεντρότοπος, κι ἀγριόγιδα βρίσκουντ' ἐκεῖ περίσσια, τὶ ἀνθρώπινη πατημασιὰ τὴ ζωὴ δὲν τοὺς ταράζει, μήτ' ἐκεῖ μπαίνουν κυνηγοὶ ποὺ σὲ ρουμάνια μέσα {{r|120}} μὲ κόπους καὶ μὲ βάσανα σκαλώνουν κορφοβούνια. Μήτε σκεπάζουνε τὴ γῆς κοπάδια ἐκεῖ κι ἀλέτρια, μόνε ἄσπαρτη κι ἀνόργωτη κι ἀπὸ κατοίκους χήρα γιὰ πάντα εἶναι, καὶ χαίρουνται τὰ γίδια τὴ βοσκή της. Τὶ πλοῖα κοκκινόπλωρα οἱ Κύκλωπες δὲν ἔχουν, {{r|125}} καὶ μαραγκούς νὰ φτιάνουνε καλόστρωτα καράβια, καλὰ γιὰ ν' ἀρμενίζουνε καὶ νά 'ρχουνται σὲ χῶρες, καὶ ποὺ μ' αὐτὰ γυρίζοντας γνωρίζουνται οἱ ἀνθρῶποι·   ἂν τά 'χανε, καλόχτιστο καὶ τὸ νησί τους θά 'ταν. {{r|130}} Καλὸ νησί, ποὺ θά 'φερνε στὴν ὥρα τους ἀπ' ὅλα· δίπλα τοῦ ἀφρόασπρου γιαλοῦ λιβάδια ἔχει δροσάτα καὶ μαλακὰ, ποὺ ἀθάνατα θὰ γίνουνταν ἀμπέλια· ἴσιος κι ὁ τόπος γιὰ ὄργωμα· τὸ στάρι στὸν καιρό του βαθὺ θὰ τὸ θερίζανε, τ' εἶναι παχὺ τὸ χῶμα. {{r|135}} Καὶ στὸ λιμιώνα τὸν καλὸ μήτε παράγγι θέλει, μήτε νὰ ρίχτης ἄγκουρες, κι οὔτε νὰ δένης πρύμη· μόνε τραβοῦν τὰ πλοῖα στὴ γῆς οἱ ναῦτες, κι ἀπαντέχουν τὴν ὄρεξη τοῦ ταξιδιοῦ, καὶ πρύμος νὰ φυσήξη. Καὶ τρέχει κρούσταλλο νερὸ στοῦ λιμανιοῦ τὴν ἄκρη, {{r|140}} ἀπὸ πηγὴ βαθειᾶς σπηλιᾶς, μ' ὁλοτριγύρω λεῦκες. Ἐκεῖ νὰ πιάσουμε ἤρθαμε, καὶ θεὸς μᾶς ὁδηγοῦσε, μέσα σὲ νύχτα σκοτεινή, ποὺ τίποτις δὲ θώρειες· τὶ καταχνιὰ μᾶς σκέπαζε, καὶ μήτε τὸ φεγγάρι τὰ νέφια δὲν τὸ ἀφήνανε στὸν οὐρανὸ νὰ φέγγη. {{r|145}} Κανένας τότες τὸ νησὶ δὲν μπόρειε νὰ ξανοίξη, καὶ τὰ μακριὰ τὰ κύματα ποὺ πρὸς τὴ γῆς κυλιόνταν δὲν τά 'δαμε, ὥσπου τὰ καλὰ καράβια σέρναμ' ὄξω. Μαζώξαμε ὅλα τὰ πανιὰ σὰ σύρθηκαν τὰ πλοῖα, καὶ στ' ἀκρογιάλι βγήκαμε, κι ἐκεῖ μᾶς πῆρε ὁ ὕπνος {{r|150}} προσμένοντας τὴν ὥρια αὐγὴ νὰ ρθῆ καὶ νὰ μᾶς φέξη.      Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, καὶ τὸ νησὶ θαμάζοντας γυρνούσαμε νὰ δοῦμε. Οἱ νύφες τότες στὰ βουνά, τοῦ Δία οἱ θυγατέρες, τὰ γίδια ξεκινήσανε, νὰ βροῦν φαγὶ οἱ συντρόφοι. {{r|155}} Γερτὰ δοξάρια καὶ μακριὰ κοντάρια ἀπ' τὰ καράβια ἀμέσως φέρνουμε, καὶ τρεῖς γενήκαμε παρέες· χτυπᾶμε, καὶ μᾶς ἔδωσε ὁ θεὸς λαμπρὸ κυνήγι. Μ' ἀκολουθοῦσαν δώδεκα καράβια· στὸ καθένα ὡς ἐννιὰ γίδια πέσανε· σ' ἐμένα ἀφῆκαν δέκα. {{r|160}} Ὅλη τὴ μέρα, ὡς τοῦ ἡλιοῦ τὸ γέρμα, καθισμένοι μὲ κρέας ξεφαντώναμε καὶ μὲ κρασὶ φλογάτο, τὶ ἀκόμα βάσταε τὸ κρασὶ τὸ μαῦρο στὰ καράβια, ποὺ μάζωξε ὁ καθένας μας πολὺ μὲς στὶς λαγῆνες, σὰν πήραμε τὴν ἱερὴ τὴ χώρα τῶν Κικόνων. {{r|165}} Καὶ βλέπαμε ἀντικρὺ καπνὸ στὰ μέρη τῶν Κυκλώπων, κι ἀκούγαμε μαζὶ μ' αὐτοὺς τὰ γιδοπρόβατά τους. Κι ὁ ἥλιος σὰ βασίλεψε καὶ πλάκωσε σκοτάδι, νὰ κοιμηθοῦμε γείραμε στῆς θάλασσας τὴν ἄκρη. Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, {{r|170}} καὶ συντυχιὰ τοὺς φώναξα, καὶ σ' ὁλουνούς τους εἶπα·      “Οἱ ἄλλοι ἐσεῖς νὰ μείνετε, συντρόφοι ἀγαπημένοι· ἐγὼ μὲ τὸ καράβι μου καὶ τοὺς δικούς μου σέρνω, νὰ πάω νὰ μάθω τί λογῆς ἀνθρῶποι ἐκεῖθε ζοῦνε, νά 'ναι ἆραγες ἀδιάντροποι κι ἄγριοι κι ἀδικοπράχτες, {{r|175}} ἢ τάχα εἶναι φιλόξενοι, μὲ θεοφοβιὰ στὸ νοῦ τους.”      Καὶ στὸ καράβι ἀνέβηκα, καὶ στοὺς συντρόφους μου εἶπα νὰ λύσουνε τὶς γούμενες καὶ στὸ καράβι νά 'μπουν. Κι αὐτοὶ ἔμπαιναν κι ἀραδιαστὰ καθίζανε στοὺς πάγκους, καὶ τὰ νερὰ τ' ἀφρόασπρα μὲ τὰ κουπιὰ βαροῦσαν. {{r|180}} Στὸν τόπο σάνε φτάσαμε ποὺ ἀλάργα δὲ βρισκόταν, βλέπουμε δίπλα στὸ γιαλὸ σπηλιὰ κατὰ τὴν ἄκρη, δαφνόστεγη, ἁψηλή, ποὺ ἀρνιὰ ξενύχτιζαν καὶ γίδια, κι αὐλὴ μὲ βαθορίζωτα λιθάρια τοιχωμένη καὶ μ' ἁψηλόφουντα ἰδρυὰ καὶ πεῦκα ὁλοτριγύρω. {{r|185}} Ἄντρας ἐκεῖ θεόρατος λημέριαζε μονάχος, ποὺ τὰ κοπάδια του ἔβοσκε σὲ ἀπόμακρα, καὶ μ' ἄλλους δὲν ἔσμιγε, παρὰ ἔπλεχνε ἀδικιὲς στὴ μοναξιά του.   Τέρας θεόρατο ἤτανε, καὶ μὲ ἄντρα ψωμοφάγο {{r|190}} δὲν ἔμοιαζε, παρὰ ἔμοιαζε δεντράτο κορφοβούνι, ποὺ μέσα στ' ἁψηλὰ βουνὰ μονάχο ξεχωρίζει.      Τότες στοὺς ἄλλους μου ἀκριβοὺς συντρόφους παραγγέλνω ἐκεῖ νὰ καρτερήσουνε, τὸ πλοῖο γιὰ νὰ φυλάγουν, καὶ δώδεκα διαλέγοντας συντρόφους, ἕναν κι ἕναν, {{r|195}} ξεκίνησα μὲ ἀσκὶ τραγιοῦ, καλὸ κρασὶ γεμάτο. Μοῦ τό 'χε δώσει ὁ Μάρωνας, τοῦ Εὐανθέα ὁ γόνος, ἱερέας τοῦ Ἀπόλλωνα, τῆς Ἴσμαρος προστάτη, ποὺ αὐτόν, γυναίκα καὶ παιδὶ διαφέντεψα ἀπὸ σέβας, τ' εἶχε τοῦ Φοίβου Ἀπόλλωνα τὸ φουντωμένο δάσο {{r|200}} λημέρι του· καὶ μοῦ 'φερε μεγάλα δῶρα τότες. Μοῦ χάρισ' ἑφτὰ τάλαντα χρυσάφι δουλεμένο, κροντήρι, ἀσήμι μοναχό, καὶ δώδεκα λαγῆνες μοῦ γέμισε ἄσμιχτο κρασί, γλυκὸ πιοτὸ καὶ θεῖο, ποὺ δοῦλος δὲν τὸ γνώριζε στὸ σπίτι ἢ παρακόρη, {{r|205}} μόνε ἡ γυναίκα του κι αὐτὸς, καὶ μιὰ κελάρισσά του. Καὶ γιὰ νὰ πιοῦνε τὸ γλυκὸ μαῦρο κρασί, ἕνα μόνο ποτήρι σὲ εἴκοσι ἔφτανε μέτρα νερὸ νὰ χύση,   κι ἀπ' τὸ κροντήρι ἀνέβαινε τὸ μοσκοβολητό του, {{r|210}} θάμα μονάχο· καὶ κανεὶς νὰ τ' ἀρνηθῆ δὲν μπόρειε. Γέμισ' ἀσκὶ τρανὸ μ' αὐτὸ, πῆρα μαζὶ καὶ σάκκο προμήθειες, τὶ ἀπαρχῆς ἐγὼ τὸ μάντεψα στὸ νοῦ μου πὼς ἄντρα δύναμη πολλὴ ζωσμένο θ' ἀνταμώσω, ἄγριο, ποὺ μήτε τὸ σωστὸ μήτε τὸ δίκιο νιώθει. {{r|215}}      Γλήγορα πᾶμε στὴ σπηλιά, μὰ ἐκεῖ δὲ βρήκαμέ τον, παρὰ ἔβοσκε ἔξω στὶς βοσκὲς τὰ πλούσια του κοπάδια. Σὰν μπήκαμε, κοιτάζαμε τὸ τί 'χε μὲς στὸ σπήλιο· τὰ τυροβόλια ὁλόγεμα, καὶ μὲς στὶς μάντρες στοίβα τ' ἀρνιὰ καὶ γίδια, ξέχωρα κλεισμένο τὸ κάθε εἶδος, {{r|220}} χώρια τὰ πρωτογέννητα, τὰ μεσιανὰ, τὰ τρίτα· καὶ ἀγγειὰ ποὺ τὰ πλημμύριζε τυρόγαλο· καρδάρια καὶ σκάφες, ὅλα διαλεχτά, ποὺ ἄρμεγε γάλα μέσα. Τότε οἱ συντρόφοι μοῦ 'κρεναν καὶ μὲ παρακαλοῦσαν, τυριὰ καὶ γιδοπρόβατα νὰ πάρουμε ἀπ' τὶς μάντρες, {{r|225}} καὶ στὸ γοργὸ καράβι μας γυρίζοντας μὲ βιάση, πὰς στ' ἁρμυρὰ τὰ κύματα νὰ βγοῦμε· κι ἐγὼ τότες δὲν ἄκουγα, ἂν καὶ θά 'τανε πολὺ καλύτερό μας, μόνε ἤθελα κι αὐτὸν νὰ δῶ, καὶ δῶρα του νὰ λάβω. Μὰ αὐτὸς δὲν ἦταν νὰ φανῆ πρόσχαρος στοὺς συντρόφους.  {{r|230}}      Καὶ σὰν ἀνάψαμε φωτιὰ καὶ κάναμε θυσία, πήραμε φάγαμε τυρί, καὶ μέσα καθισμένοι προσμέναμε ὥσπου ἀπ' τὴ βοσκὴ ξανάρθε· κουβαλοῦσε ξύλα φορτιὸ τρομαχτικό, νὰ τά 'χη γιὰ τὸ δεῖπνο. Σὰν τά 'ριξε μὲς στὴ σπηλιά, βαρὺ σηκῶσαν βρόντο, {{r|235}} κι ἐμεῖς στὰ μέσα τῆς σπηλιᾶς φύγαμε φοβισμένοι. Μὲς στὴν ἁπλόχωρη σπηλιὰ τὰ πρόβατα μαζώνει, ὅσ' αὐτὸς ἄρμεγε· ὄξωθε τ' ἀρσενικά του ἀφῆκε, τράγους, κριάρια, στριμωχτὰ στοῦ αὐλόγυρου τὰ βάθια. Σήκωσε τότες κι ἔβαλε θυρόπετρα μεγάλη, {{r|240}} τόσο βαρειά, ποὺ εἰκοσιδυὸ δὲ θά 'σωναν ἁμάξια τετράτροχα καῖ δυνατὰ ἀπὸ χάμου νὰ τὴ σύρουν. Τέτοιο λιθάρι θεόρατο σὰν ἔβαλε στὴ θύρα, κάθισε, γίδες ἄρμεξε μαζὶ καὶ προβατίνες, μὲ τάξη, καὶ τῆς καθεμιᾶς σιμὰ ἔβαλε τ' ἀρνί της. {{r|245}} Ἀπ' τ' ἄσπρο γάλα τὸ μισὸ κατόπι ξεχωρίζει, τὸ πήζει, καὶ μὲς στὰ πλεχτὰ καλάθια τὸ μαζώνει. Τ' ἄλλο μισὸ τὸ φύλαξε μέσα στ' ἀγγειά, νὰ τό 'χη γιὰ δεῖπνο του σὰν ἤθελε, νὰ παίρνη καὶ νὰ πίνη. Καὶ τὶς δουλειές του βιαστικὰ σὰν τέλειωσε, τὴ στιά του {{r|250}} ἄναψε, καί, ὡς μᾶς ξάνοιξε, φωνάζει· “Ὦ ξένοι, ποιοί εἶστε; καὶ ποῦθε ταξιδέψατε τοὺς πελαγήσους δρόμους; Τάχα δουλειὰ σᾶς ἔφερε, ἢ ἐδῶ κι ἐκεῖ πλανιέστε στὶς θάλασσες, σὰν πειρατὲς ποὺ τριγυρνοῦν καὶ φέρνουν μὲ τῆς ζωῆς τους κίντυνο ζημιὰ σὲ ξένον κόσμο;” {{r|255}}      Εἶπε, κι ἐμᾶς μᾶς ἔκοψε μεμιὰς τὰ ἥπατά μας τὸ μουγκρητό του τὸ βαρὺ κι ἡ ὅψη ἡ γιγαντένια. Ὅμως τοῦ ἀπολογήθηκα κι αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ εἶπα·      “Ἀπὸ τὴν Τροία ἐρχόμαστε, Ἀχαιοὶ ποὺ μύριοι ἀνέμοι μᾶς πέταξαν στῆς θάλασσας τὰ τρίσβαθα τὰ πλάτια. {{r|260}} Πατρίδα θέλαμε, κι ἀλλοῦ μᾶς φέραν ἄλλοι δρόμοι· τέτοιο τοῦ Δία στάθηκε τὸ θέλημα κι ἡ γνώμη. Καὶ λέμε ἀπ' τοῦ Ἀγαμέμνονα τοῦ γιοῦ τοῦ Ἀτρέα τ' ἀσκέρι πὼς εἴμαστε, ποὺ ἀκούστηκε στὰ πέρατα τοῦ κόσμου μεγάλη χώρα παίρνοντας, πλῆθος λαὸ χαλνώντας. {{r|265}} Κι ἐμεῖς ποὺ ἐδῶ βρεθήκαμε, προσπέφτουμέ σου τώρα, φιλοξενιὰ ἢ καὶ χάρισμα κανένα νὰ μᾶς δώσης, σὰν ποὺ σὲ ξένους συνηθοῦν. Σεβάσου, ὦ δυνατέ μου, καὶ τοὺς θεούς· ἱκέτες σου στεκόμαστε ὀμπροστά σου, Ξένους κι ἱκέτες ἀγαπάει ὁ Δίας νὰ διαφεντεύη {{r|270}} ὁ θεὸς τῶν ξένων τῶν ἱερῶν, ποὺ πάει μαζί τους πάντα.”      Ἔτσ' εἶπα, κι αὐτὸς ἄξαφνα μὲ κάκια μοῦ ἀντισκόβει· “Γιά κλούβιος εἶσαι, ὦ ξένε μου, γιά μοῦ 'ρθες ἀπὸ πέρα, καὶ νὰ ψηφῶ μοῦ λὲς θεοὺς καὶ νὰ τοὺς ἔχω φόβο· τὸ Δία τὸν αἰγιδόσκεπο οἱ Κύκλωπες δὲν ψηφοῦνε, {{r|275}} μήτε τοὺς ἄλλους τοὺς θεούς, τ' εἴμαστ' ἀνώτεροί τους. Δὲ θὰ μὲ κάνη ἡ ὄχτρητα τοῦ Δία νὰ σᾶς ἀφήσω, ἢ ἐσένα ἢ τοὺς συντρόφους σου, σὰ δὲν τὸ θέλω ἀτός μου. Λέγε μου ὡς τόσο, ποῦ ἄραξες τ' ὡριόφτιαστο καράβι; σὲ κάποιαν ἄκρη, ἢ πιὸ κοντά; τὶ αὐτὸ νὰ ξέρω θέλω.” {{r|280}}       Αὐτὰ εἶπε δοκιμάζοντας, μὰ δὲ μὲ γέλαε ἐκεῖνος ἐμένα τὸν πολύξερο, καὶ τοῦ ἀπαντῶ μὲ δόλο·      “Ὁ τρανταχτὴς μοῦ τσάκισε τὸ πλοῖο, ὁ Ποσειδώνας, πετώντας το κατάβραχα σὲ κάβο ἐδῶ τῆς γῆς σας· οἱ ἀνέμοι ἀπὸ τὰ πέλαγα τὸ σπρώξανε, μὰ ἐτοῦτοι {{r|285}} μαζὶ μ' ἐμένα ξέφυγαν τὸ φοβερὸ τὸ τέλος.”      Εἶπα, μὰ ἀπὸ τὴν κάκια του μιλιὰ δὲ βγάζει ἐκεῖνος· μόν' χούμηξε, κι ἁπλώνοντας τὰ χέρια στοὺς συντρόφους, ἅρπαξε δυό, καὶ σὰ σκυλιὰ κάτου στὴ γῆς τοὺς ρίχτει. Κυλιοῦνταν χάμου τὰ μυαλά, καὶ μούσκευαν τὸ χῶμα. {{r|290}} Τοὺς πῆρε, τοὺς κομμάτιασε, τοὺς τοίμασε γιὰ δεῖπνο, καὶ σὰ λιοντάρι τοῦ βουνοῦ τοὺς τρώει χωρὶς ν' ἀφήση σπλάχνο, ψαχνό, γιά κόκκαλο γεμάτο ἀπὸ μεδούλι. Κι ἐμεῖς στὸ Δία κλαίγοντας σηκώναμε τὰ χέρια, τέτοια καμώματα φριχτὰ θωρώντας σαστισμένοι. {{r|295}} Κι ὁ Κύκλωπας τὴ διάπλατη σὰ γέμισε κοιλιά του, κρέατ' ἀνθρώπου τρώγοντας καὶ γάλα ἀγνὸ ρουφώντας, μὲς στὴ σπηλιὰ ξαπλώθηκε σιμὰ στὰ πρόβατά του. Τότες ἐγὼ στοχάστηκα μὲς στὴν τρανὴ ψυχή μου, νὰ πάω κοντά, τὸ κοφτερὸ σπαθί μου νὰ τραβήξω, {{r|300}} καὶ νὰ τὸ μπήξω ὁλόϊσα στὰ στήθια, ἐκεῖ ποὺ ὁ φράχτης βαστάζει τὸ συκώτι, ἀφοῦ τὸν ψάξω μὲ τὰ χέρια. Μοῦ 'ρθε ὅμως ἄλλος στοχασμός, κι εἶπα ὄχι· τὶ μαζί του κι ἐμεῖς θένα χανόμασταν, τὸ βράχο μὴ μπορώντας τὸ θεόρατο νὰ σπρώξουμε, ποὺ ἔβαλε αὐτὸς στὴ θύρα. {{r|305}} Καὶ στεναχτὰ προσμέναμε τὴ θεία αὐγὴ νὰ φέξη.      Σὰ φάνη ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, φωτιὰ ἄναψε καὶ τὶς παχειὲς ἄρμεγε προβατίνες, μὲ τάξη, καὶ τῆς καθεμιᾶς σιμὰ ἔβαζε τ' ἀρνί της. Καὶ τὶς δουλειὲς τοῦ σπήλιου του σὰν τέλειωσε μὲ βιάση {{r|310}} ἁρπάζει πάλε δυὸ μαζί, καὶ γέμα του τοὺς κάνει. Ἀπὸ τὴ θύρα τὸν τρανὸ τότες σηκώνει βράχο, κι ὄξω ἀπ' τὸ σπήλιο τὰ παχιὰ σὰν πῆρε πρόβατά του, τὸν ξαναθέτει, σκέπασμα σὰ νά 'ταν σαϊτοθήκης. Σφυρίζοντας ὁ Κύκλωπας ἀνέβαζε στὰ ὄρη {{r|315}} τὰ πρόβατα· κι ἐγὼ στὸ νοῦ σκέδιο ὀχτρικὸ ζητοῦσα νὰ γδικιωθῶ, κι ἡ Ἀθηνᾶ νὰ μοῦ χαρίση δόξα. Καὶ νά, ποιὰ γνώμη φάνηκε καλύτερη στὸ νοῦ μου. Μεγάλο χλωροκούτσουρο χάμου ἤτανε στὴ μάντρα, ἐλιά, ποὺ ἐκεῖνος τό 'κοψε, σὰν ξεραθῆ νὰ τό 'χη {{r|320}} ραβδί του· καὶ μᾶς φάνηκε, τηρώντας το, μεγάλο ὅσο κατάρτι καραβιοῦ τῶν εἴκοσι κουπιῶνε, ἀπ' τὰ πλατιὰ τὰ φορτηγὰ ποὺ στὰ πελάγη τρέχουν. Τόσο τρανὸ φαινότανε στὸ μάκρος καὶ στὸ πάχος. Παίρνω καὶ κόβω ὡς μιὰν ὀργυιὰ κομμάτι ἀπὸ τὸ ξύλο, {{r|325}} καὶ νὰ τὸ πελεκήσουνε προστάζω τοὺς συντρόφους· κι αὐτοὶ τὸ σιάξαν τότ' ἐγὼ στὴν ἄκρη τὸ μυτώνω, καὶ σὰν τὸ καλοπύρωσα μὲ τῆς φωτιᾶς τὴ φλόγα, τὸ ἀπίθωσα καὶ τό 'κρυψα στὴν κοπριὰ ἀποκάτου, ποὺ κοίτονταν ἀμέτρητη στοίβα παντοῦ στὸ σπήλιο. {{r|330}} Καὶ λέω στοὺς συντρόφους μου νὰ ρίξουν κλῆρο, ποιοί τους μαζί μου θὰ κοτήσουνε νὰ πάρουν νὰ τοῦ μπήξουν μέσα στὸ μάτι τὸ λοστό, καθὼς τὸν πάρη ὁ ὕπνος. Βγῆκαν ἐκεῖνοι ποὺ κι ἐγὼ ποθοῦσα νὰ διαλέξω· τέσσερεις βγήκανε, κι ἐγὼ πέμπτος μαζί τους ἤμουν. {{r|335}} Σὰ βράδιασε, ἦρθε φέρνοντας τ' ὡριόμαλλο κοπάδι, κι ἔβαλε μέσα τὰ παχιὰ τὰ πρόβατα στὸ σπήλιο, ὅλα, χωρὶς κανένα τους στὴν ὄξω αὐλὴ ν' ἀφήση. Ἢ κάτι ἀτός του νά 'νιωσε, ἢ θεὸς τόνε φωτοῦσε. Σήκωσε τότες κι ἔβαλε τὴν πέτρα τὴ μεγάλη, {{r|340}} καὶ γίδες κάθισε ἄρμεξε μαζὶ καὶ προβατίνες, μὲ τάξη, καὶ τῆς καθεμιᾶς σιμὰ ἔβαλε τ' ἀρνί της. Καὶ τὶς δουλειὲς τοῦ σπήλιου του σὰν τέλειωσε μὲ βιάση, ἁρπάζει πάλε δυὸ μαζὶ καὶ δεῖπνο του τοὺς κάνει. Τότες ἐγὼ τὸν Κύκλωπα σιμώνω καὶ τοῦ κρένω, {{r|345}} μ' ἕνα καρδάρι ὁλόγεμο μαῦρο κρασὶ στὰ χέρια·      “Νά, πάρε, πιές, ὦ Κύκλωπα, ποὺ τρῶς ἀνθρώπου κρέας, νὰ δῆς πιοτὸ ποὺ φύλαγα κρυμμένο στὸ καράβι σοῦ τό 'φερα γιὰ στάξιμο, ἴσως καὶ δείξης σπλάχνια, καὶ πίσω στείλης με, μὰ ἐσὺ λυσσᾶς καὶ δὲ χορταίνεις. {{r|350}} Καὶ ποιός ἀπ' τοὺς πολλοὺς θνητούς, σκληρέ, θὰ ξαναρχόταν ἐδῶ, κατόπι ἀπ' τ' ἄνομα καμώματά σου ἐδαῦτα;”      Εἶπα, κι ἐκεῖνος μὲ ὄρεξη τὸ παίρνει καὶ τὸ πίνει, καὶ τόσο τὸ γλυκάθηκε, ποὺ δεύτερο γυρεύει·      “Φέρε μου κι ἄλλο πρόθυμα, πές μου καὶ τ' ὄνομά σου, {{r|355}} νὰ σὲ φιλέψω δῶρο ἐγώ, ποὺ νὰ τὸ καμαρώνης. Δίνει κι ἐδῶ στοὺς Κύκλωπες ἡ πλούσια γῆς σταφύλια ζουμὶ γεμάτα, ποὺ ἡ Βροχὴ τοῦ Δία τὰ ὡριμάζει· μὰ εἶναι τῆς ἀμβροσίας αὐτὸ καὶ τοῦ νεχτάρου στάμα.”      Εἶπε, κι ἐγὼ ἀπ' τὸ φλογερὸ κρασί ξανάδωσά του· {{r|360}} τρεῖς τόνε κέρασα φορές, καὶ τρεῖς τό 'πιε ὁ χαμένος. Καὶ τὸ κρασὶ στοῦ Κύκλωπα τὰ φρένα σάνε μπῆκε, τότες μὲ λόγια μαλακὰ τοῦ μίλησα καὶ τοῦ 'πα·      “Κύκλωπα, τ' ὄνομά μου θές ; Ἐγὼ σ' τὸ φανερώνω· κι ἐσὺ τὸ δῶρο ποὺ ἔταξες νὰ μὲ φιλέψης τώρα. {{r|365}} Κανένας ὄνομα ἔχω ἐγώ· Κανένα μὲ φωνάζουν κι ἡ μάνα μου κι ὁ κύρης μου, κι οἱ ἄλλοι μου οἱ συντρόφοι.”      Ἔτσ' εἶπα, κι αὐτὸς ἄξαφνα μὲ κάκια ἀπολογιέται· “Καὶ τὸν Κανέναν ὕστερα ἀπ' τοὺς ἄλλους τοὺς συντρόφους θὰ φάω ἐγώ· μὰ πρῶτα αὐτοὺς· τὸ δῶρο σου αὐτὸ θά 'ναι.”  {{r|370}}      Εἶπε, καὶ στρώθη ἀνάσκελα πεσμένος, τὸ χοντρό του τὸ σβέρκο πλάγι γέρνοντας καθὼς κοιτόνταν, κι ὕπνος τὸν πῆρε ἀκαταπόνετος, κι ἀπ' τὸ λαιμό του βγαῖναν κρασιὰ κι ἀνθρώπινες μπουκιές, ποὺ ξέρναε μεθυσμένος. Ἔχωσα τότες τὸ δαυλὸ στὴν ἀναμμένη στάχτη {{r|375}} νὰ πυρωθῆ, και γκάρδιωνα μὲ λόγια τοὺς συντρόφους, μὴν τύχη καὶ κανένας τους δειλιάση καὶ δὲν ἔρθη. Ὅτι ἄρχιζε τὸ λιόξυλο νὰ καίη, χλωρὸ κι ἂν ἦταν, καὶ σπιθοβόλαε κόκκινο, ἀπ' τὴ φωτιὰ τὸ σέρνω. Ὁλόγυρα στεκόντανε οἱ συντρόφοι μου, καὶ θάρρος {{r|380}} μεγάλο κάποιος στὴν ψυχὴ θεὸς μᾶς εἶχε βάλει. Πῆραν αὐτοὶ τὸ σουβλερὸ τὸ λιόξυλο στὰ χέρια, τὸ μπήξανε στὸ μάτι του, κι ἐγὼ ἀπὸ πάνω τότες τὸ στριφογύριζα καθὼς ὁ ξυλουργὸς τρυπάνι στριφογυρνάει σὲ καραβιοῦ δοκάρι, κι ἀποκάτου {{r|385}} τραβᾶν οἱ ἄλλοι ἀπὸ τὶς δυὸ τὶς ἄκρες τὸ δεμένο λουρὶ· καὶ τὸ κουνοῦν γοργά, καὶ δός του αὐτὸ γυρίζει· παρόμοια τὸ δαυλὸ κι ἐμεῖς τὸν πυρωμένο μέσα στὸ μάτι του γυρνούσαμε, κι ἔτρεχε γύρω τὸ αἷμα. Τὸ μάτι καίγουνταν, κι ὁ ἀχνὸς ματόφυλλα καὶ φρύδια καψάλιζε, κι οἱ ρίζες τους ἀπὸ τὴν πύρα τρίζαν. {{r|390}} Πῶς ὅταν τὸ σκεπάρνι του γιὰ τὸ τρανὸ πελέκι χώνει στὸ κρύο νερὸ χαλκιάς, χοχλοβουΐζει ἐκεῖνο, σκληραίνοντας καὶ δύναμη στὸ σίδερο γεννώντας, ἔτσι τὸ μάτι τσίριζε στὸ λιόξυλο τριγύρω. Μούγκριζ' ἐκεῖνος φοβερά, κι ἀχολογοῦσε ὁ βράχος, {{r|395}} καὶ φεύγαμ' ἐμεῖς τρέμοντας σὰν ἔσυρε ἀπ' τὸ μάτι τὸ λιόξυλο μὲ τὰ αἵματα βαμμένο πέρα ὡς πέρα. Τὸ πέταξε ἀπ' τὰ χέρια του τρελλὸς ἀπὸ τὸν πόνο, καὶ χούγιαξε φωνάζοντες τοὺς Κύκλωπες νὰ ρθοῦνε ἀπ' τὶς σπηλιὲς ποὺ φώλιαζαν πὰς στ' ἄγρια κορφοβούνια. {{r|400}} Κι ἐκεῖνοι ἀκοῦσαν τὸν ἀχό, καὶ δῶθε κεῖθε ἐρχόνταν, κι ἔξω ἀπ' τὸ σπήλιο στέκοντας ρωτοῦσαν τί παθαίνει·      “Τί κακὸ σοῦ 'ρθε κι ἔτσι δά, Πολύφημε, φωνάζεις, μέσα σὲ νύχτα ἀθάνατη, καὶ μᾶς χαλνᾶς τὸν ὕπνο ; Ἢ παίρνει σου τὰ πρόβατα κάποιος θνητὸς μὲ ζόρι, {{r|405}} ἢ σὲ σκοτώνει αὐτὸς μαθὲς μὲ δύναμη ἢ μὲ δόλο ;”      Κι ὁ δυνατὸς Πολύφημος μέσαθε κράζει· “Ὦ φίλοι, μὲ δόλο, ὄχι μὲ δύναμη· Κανένας ὁ φονιάς μου.” Κι αὐτοὶ τοῦ ἀπολογήθηκαν μὲ λόγια φτερωμένα· “Κανένας σὰ δὲ σ' ἄγγιξε καὶ μόνος σου σὰν εἶσαι, {{r|410}} κακὸ ποὺ ὁ Δίας ὁ τρανὸς σοῦ στέλνει, δὲν ξεφεύγεις. Μόν' κάλεσε τὸν κύρη σου, τὸ ρήγα Ποσειδώνα.”      Εἴπανε, κι ἔφυγαν κι ἐγὼ στὰ μέσα μου χαιρόμουν, ποὺ τ' ὄνομα τοὺς γέλασε, κι ἡ περισσή μου γνώση. Κι ὁ Κύκλωπας στενάζοντας ἀπ' τὸ βαρὺ τὸν πόνο, {{r|415}} ψάχνει καὶ πάει ὡς τὴν μπασιὰ καὶ τὸ λιθάρι σέρνει· καὶ κάθισε στὴ θύρα ὀμπρός, ἁπλώνοντας τὰ χέρια, κάποιον νὰ πιάση ἂν ἔβγαινε στ' ἀρνιὰ κρυμμένος μέσα. Τόσο ἄμυαλος πὼς ἤμουνα τὸ θάρρεψε στὸ νοῦ του. Ὡς τόσο ἐγὼ τρόπο σωστὸ ζητοῦσα γιὰ νὰ φέρω {{r|420}} κακοῦ θανάτου γλυτωμὸ σὲ μένα καὶ στοὺς ἄλλους, καὶ δόλους ἔπλεχνα πολλοὺς γιὰ χάρη τῆς ζωῆς μας, γιατὶ μεγάλη συφορὰ μᾶς τριγυρνοῦσε τότες. Καὶ νά, ποιὰ γνώμη φάνηκε ἡ καλύτερη στὸ νοῦ μου. Εἶχε κριάρια ἐκεῖ παχιά, πυκνόμαλλα, μεγάλα, {{r|425}} ὡραῖα, καὶ ποὺ μαύριζε ἡ προβιά τους σὰ γιοφύλλι· αὐτὰ σιγὰ μὲ λυγαριὲς καλοστριμμένες δένω, ποὺ ὁ Κύκλωπας γιὰ στρῶμα του τὶς εἶχε ὁ θεομπαίχτης, ὅλ' ἀπὸ τρία· τὸ μεσιανὸ μ' ἕν' ἄντρα φορτωμένο, καὶ τ' ἄλλα ἀπὸ τὶς δυὸ μεριὲς νὰ τόνε διαφεντεύουν· {{r|430}} ἔτσι τὰ κάθε τριὰ ἀρνιὰ κι ἕνα ἄντρα κουβαλοῦσαν. Πιάνω κι ἐγὼ τὸ πιὸ λαμπρὸ κριάρι ἀπὸ τὴ ράχη, καὶ στὴν κοιλιά του χαμηλὰ τὴ μαλλιαρὴ κρεμιέμαι, ἀπ' τ' ὥριο του μαλλὶ σφιχτὰ καὶ δυνατὰ πιασμένος. Ἐκεῖ βαριαστενάζαμε προσμένοντας νὰ φέξη. {{r|435}}      Κι ἡ ροδοδάχτυλη ἡ Αὐγὴ σὰ φάνηκε ἀπ' τὰ σκότη, πρὸς τὴ βοσκὴ χουμίξανε τ' ἀρσενικὰ κοπάδι, κι ἀνάρμεγα βογγούσανε τὰ θηλυκὰ στὶς μάντρες, τὶ σκάζαν τὰ μαστάρια τους· κι αὐτὸς τυραννισμένος ἀπὸ τοὺς πόνους, ἔψαχνε τὶς ράχες τῶν προβάτων {{r|440}} ὀρθὰ καθὼς στεκόντανε· μὴ νιώθοντας ὁ κλούβιος πὼς ὅλοι στὰ μαλλάτα τους τὰ στήθια ἦταν δεμένοι. Προβάλλει ἀπ' ὅλα πιὸ στερνὸ στὴ θύρα τὸ κριάρι, μ' ἐμένα τὸν παμπόνηρο καὶ τὸ μαλλὶ φορτιό του. Καὶ ψάχνοντάς το ὁ δυνατὸς Πολύφημος τοῦ κρένει· {{r|445}}      “Κριάρι μου καλό, γιατὶ στερνὸ ἀπ' τὸ σπήλιο βγαίνεις, ἐσὺ ποὺ δὲν ἀπόμνησκες ποτὲς ἀπ' τ' ἄλλα πίσω, μόν' πρῶτο τοὺς χλωροὺς ἀνθοὺς τοῦ γρασιδιοῦ νὰ κόψης πηλάλαες, καὶ στὶς ρεματιὲς ροβόλαες πάντα πρῶτο, καὶ νά 'ρθης πρῶτο τὸ βραδὺ βιαζόσουνα στὴ μάντρα; {{r|450}} καὶ τώρα μοῦ 'ρχεσαι στερνό· γιά τάχα τοῦ κυροῦ σου κι ἐσὺ τὸ μάτι λαχταρεῖς, ποὺ μὲ κακούς συντρόφους μοῦ τό 'βγαλε, σὰ ζάλισε μὲ τὸ κρασὶ τὸ νοῦ μου, καταραμένος ἄνθρωπος, ἐκεῖνος ὁ Κανένας, ποὺ ἐγὼ θαρρῶ ἀπὸ θάνατο κακὸ δὲ θὰ γλυτώση. {{r|455}} Ἂν εἶχες γνώμη ὅπως ἐγὼ καὶ μιλησιὰ σοῦ 'ρχόταν, γιὰ νὰ μοῦ πῆς ποὺ κρύβεται καὶ δὲν τὸν φτάνει ἡ ὀργή μου, ἐδῶ κι ἐκεῖ θὰ σκόρπαγαν σκασμένα τὰ μυαλά του στὸ σπήλιο χάμου, καὶ μικρὴ θά 'χε ἡ ψυχή μου ἀνάσα ἀπ' τὰ δεινὰ ποὺ ὁ ἄτιμος Κανένας μοῦ ἔχει φέρει.”       Αὐτὰ σὰν εἶπε, τό 'σπρωξε καταόξω τὸ κριάρι. {{r|460}} Κι ἀπ' τὴ σπηλιὰ ἅμα βγήκαμε κι ἀπ' τῆς αὐλῆς τὸ γῦρο, ξελύθηκα, καὶ ξέλυσα κατόπι καὶ τοὺς ἄλλους, κι ἀπ' τὰ λιγνόποδα τ' ἀρνιά, πού ξύγγι ἦταν γεμάτα, πολλὰ στὸ δρόμο ἁρπάζοντας γυρνοῦμε στὸ καράβι. Χαρῆκαν σὰ μᾶς εἴδανε τοῦ καραβιοῦ οἱ συντρόφοι, {{r|465}} ἐμᾶς ποὺ ξεγλυτώσαμε· τοὺς ἄλλους τοῦς θρηνοῦσαν. Κι εὐτὺς ἐγὼ τοὺς ἔγνεψα ν' ἀφήσουνε τὶς κλάψες, καὶ πρόσταξα τὰ ὡριόμαλλα τ' ἀρνιὰ μεμιὰς νὰ ρίξουν στὸ πλοῖο, καὶ πρὸς τ' ἁρμυρὰ τὰ πέλαα νὰ τραβήξουν. Καὶ μέσα εὐτὺς μπῆκαν αὐτοί, καθίσανε στοὺς πάγκους, {{r|470}} καὶ τὸν ἀστραφτερὸ γιαλὸ μὲ τὰ κουπιὰ βαροῦσαν. Σὰν ἤμασταν ὅσο μακριὰ μπόρειε ἡ φωνὴ νὰ φτάση, τότες ἐγὼ τοῦ Κύκλωπα πειραχτικὰ φωνάζω· “Δὲ σοῦ 'ταν, Κύκλωπα, γραφτό, δειλοῦ θνητοῦ συντρόφους νὰ φᾶς μὲς στὴ βαθειὰ σπηλιὰ μὲ τόση ἀγριωσύνη. {{r|475}} Μόνε γραφτό 'ταν τὰ ἔργα σου τὰ μαῦρα νὰ σὲ βροῦνε, ποὺ δὲ φοβήθηκες, σκληρέ, στὴ στέγη σου τοὺς ξένους νὰ φᾶς, κι ὁ Δίας κι οἱ θεοὶ σοῦ τὰ πλερῶσαν τώρα.”      Εἶπα, κι ἐκείνου χόλιασε περσότερο ἡ ψυχή του, καὶ ξεκολνώντας τὴν κορφὴ τρανοῦ βουνοῦ, τὴν παίρνει {{r|480}} κι ὀμπρὸς στὸ μελανόπλωρο καράβι τὴν τινάζει·  [καὶ κόντεψε τοῦ τιμονιοῦ τὴν ἄκρη νὰ βαρέση]. Κι ἡ θάλασσα τρικύμισε σὰν ἦρθε κάτω ἡ πέτρα· κι εὐτὺς τὸ κῦμα τράβηξε στὰ πίσω τὸ καράβι, φουσκονεριὰ ἀπ' τὸ πέλαγο, κι ὡς τὴ στεριὰ τὸ φέρνει, {{r|485}} Μὰ ἐγὼ κοντάρι ἁρπάζοντας μακρὺ τό 'σπρωξα ἀλάργα, καὶ στοὺς συντρόφους ἔγνεψα μὲ τὸ κεφάλι ἀμέσως, προστάζοντας νὰ πιάσουνε κουπὶ γιὰ νὰ σωθοῦμε, ἀπ' τὸ χαμό· καὶ στὸ κουπὶ μεμιὰς αὐτοὶ ριχτῆκαν. Στὴ θάλασσα ὅμως διάστημα σὰ βγήκαμε ἄλλο τόσο, {{r|490}} ἐγὼ ἄλλη μιὰ τοῦ φώναξα τοῦ Κύκλωπα, ἂν κι οἱ ἄλλοι μὲ λόγια παρακαλεστὰ μὲ μπόδιζαν καὶ κρέναν·      “Τέτοιον ἀγριάνθρωπο τί θές, καημένε, κι ἐρεθίζεις ; ποὺ μιά του μοναχὴ πετριὰ μᾶς γύρισε τὸ πλοῖο κατὰ στεριᾶς καὶ λέγαμε πὼς ἦρθε πιὰ ὁ χαμός μας. {{r|495}} Κι ἀνίσως τότες ἄκουγε λαλιὰ γιὰ φωνητό μας, κομμάτια θὰ μᾶς ἔκανε κεφάλια καὶ καράβι, μὲ κάποια του χοντρόπετρα· τόσο μακριὰ τὶς ρίχτει.”      Εἶπαν, μὰ ἐγὼ ὁ τρανόψυχος δὲν ἤθελα ν' ἀκούσω, μόν' ἄλλη μιὰ τοῦ φώναξα μὲ χολιασμένα σπλάχνα· {{r|500}}      “Κύκλωπα, ἂν ἄνθρωπος θνητὸς κανένας σὲ ρωτήξη πῶς ἔτυχε τὸ μάτι σου κακοτυφλιὰ νὰ πάθη, τό 'χει τυφλώσει νὰ τοὺς πῆς ὁ κουρσευτὴς Δυσσέας, τοῦ Λαέρτη ὁ γιός, ποὺ βρίσκεται στὸ Θιάκι ἡ κατοικιά του.”      Αὐτὰ εἶπα, καὶ μουγκρίζοντας ἀπολογήθη ἐκεῖνος· {{r|505}} “Ἀλλοίς, γιὰ δὲς πῶς τὰ παλιὰ μαντέματα μοῦ βγῆκαν, Ἦταν ἐδῶ προφήτης μας παράξιος καὶ μεγάλος, ὁ Τήλεμος τοῦ Εὐρύμου ὁ γιός, στὴ μαντοσύνη πρῶτος, ποὺ γέρασε μαντεύοντας στὴ χώρα τῶν Κυκλώπων αὐτὰ ὅλα ἐκειὸς μοῦ τά 'λεγε πὼς θὰ γενοῦν μιὰ μέρα, {{r|510}} καὶ πὼς θὰ χάσω ἐγὼ τὸ φῶς ἀπ' τοῦ Ὀδυσσέα τὰ χέρια. Μὰ πάντα ἐγὼ φαντάζομουν κάποιον τρανὸ λεβέντη, πὼς θά 'ρθη ἐδῶ μὲ δύναμη μεγάλη ἀρματωμένος. Κι ἄξαφνα τώρα ἕνας μικρὸς καὶ τιποτένιος νάνος, δαμάζοντάς με μὲ κρασὶ τὸ μάτι μου στραβώνει. {{r|515}} Μὰ ἔλα, Ὀδυσσέα, γύρνα ἐδῶ, νὰ σὲ ξενοφιλέψω, καὶ νὰ σοῦ κάμω προβοδὸ τὸ θεὸ τὸν κοσμοσείστη· γιατ' εἶμαι ἐκείνου ἐγὼ παιδί, καὶ κύρης μου παινιέται. Καὶ θὰ μὲ γιάνη ἂν θέλη, αὐτός, κι ὄχι ἄλλος μὲς στὸν κόσμο, μήτε θεὸς μακαριστός, μήτε θνητὸς κανένας.” {{r|520}}      Εἶπε, κι ἐγὼ ἀποκρίθηκα· “Μακάρι νὰ δυνόμουν νὰ σὲ στερήσω ἀπὸ ψυχὴ κι ἀπὸ ζωή, καὶ μέσα στὰ μαῦρα λημεριάσματα νὰ σὲ γκρεμίσω τοῦ Ἅδη, νὰ μὴν μπορῆ τὸ μάτι σου ν' ἀνοίξη μήτε ὁ Σείστης.”      Εἶπα, κι αὐτὸς δεήθηκε στὸ μέγα Ποσειδώνα, {{r|525}} ἁπλώνοντας τὰ χέρια του στὰ ὁλόαστρα τὰ οὐράνια·      “Ὦ Ποσειδώνα, βασταχτὴ τῆς γῆς, καὶ μαυροχήτη, συνάκουσέ με, ἂν σοῦ εἶμαι γιός, καὶ κύρης μου ἂν παινιέσαι· κάμε ὁ Δυσσέας ὁ κουρσευτὴς νὰ μὴ γυρίση πίσω, [ τοῦ Λαέρτη ὁ γιός, ποὺ βρίσκεται στὸ Θιάκι ἡ κατοικιά του ], {{r|530}} Κι ἂν εἶν' τῆς μοίρας του γραφτὸ νὰ δῆ τοὺς ποθητούς του, τὸ σπίτι τὸ καλόχτιστο καὶ τὴν πατρίδα ἐκεῖνος, ἂς κακοφτάση ἀργὰ, χωρὶς κανένα σύντροφό του, μὲ ξένο πλοῖο, καὶ συφορὲς νὰ βρῆ στὸ σπιτικό του,”      Εἶπε, καὶ τὸν συνάκουσε ὁ θεὸς ὁ μαυροχήτης. {{r|535}} Καὶ τότες πιὸ θεόρατη ξανασηκώνει πέτρα, στριφογυρνάει την, καὶ μὲ ὁρμὴ τὴ ρίχτει γιγαντένια, καὶ πίσω ἀπ' τὸ μαυρόπλωρο καράβι τὴν τινάζει, καὶ κόντεψε τοῦ τιμονιοῦ τὴν ἄκρη νὰ βαρέση. Κι ἡ θάλασσα τρικύμισε σὰν ἦρθε κάτω ἡ πέτρα, {{r|540}} [ κι ἦρθε τὸ κῦμα κι ἔσπρωξε πέρ' ἀπ' τὴ γῆς τὸ πλοῖο ].      Καὶ στὸ νησὶ σὰ φτάσαμε ποὺ τ' ἄλλα μας καράβια τὰ καλοσκάρωτα ἔμνησκαν, καὶ ποὺ οἱ συντρόφοι γύρω καθόντανε καὶ κλαίγουνταν προσμένοντας μας πάντα, ἴσια στὸν ἄμμο σύραμε καὶ ἀράξαμε τὸ πλοῖο, {{r|545}} καὶ τότες βγήκαμε κι ἐμεῖς ἀπάνω στ' ἀκρογιάλι. Καὶ φέρνοντας τὰ πρόβατα τοῦ Κύκλωπα ἀπ' τὸ πλοῖο, τὰ μοιραστήκαμε, μὴ βγῆ κανεὶς ἀδικημένος. Μὰ στῶν ἀρνιῶν τὸ μοίρασμα μοῦ δώσανε οἱ λεβέντες, καὶ τὸ κριάρι ξέχωρα· καὶ τό 'σφαξα στὸν ἄμμο, {{r|550}} τοῦ Δία τοῦ μαυρονέφελου, ποὺ εἶν' ὅλων βασιλέας, καὶ τὰ μεριὰ τοῦ πρόσφερα· μὰ ἐκεῖνος ἀψηφοῦσε θυσίες, καὶ λογάριαζε τὰ πλοῖα μας ν' ἀφανίση τὰ καλοσκάρωτα, μαζὶ μὲ τοὺς καλοὺς συντρόφους.      Ἐκεῖ λοιπὸν καθόμασταν ὁλήμερα ὡς τὸ γέρμα, {{r|555}} μὲ κρέατα καὶ μὲ κρασὶ γλυκὸ φαγοποτώντας. Κι ὁ ἥλιος σάνε βύθισε, κι ἁπλώθηκε σκοτάδι, νὰ κοιμηθοῦμε πέσαμε στὸ περιγιάλι ἀπάνω.      Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, καὶ τότες τοὺς συντρόφους μου προστάζω στὰ καράβια, {{r|560}} νὰ μποῦν καῖ τᾶ πρυμόσκοινα νὰ λύσουν. Κι αὐτοὶ μπῆκαν κι ἀπὰς στούς πάγκους πήγανε καὶ κάθισαν ἀράδα, καὶ τὸν ἀστραφτερὸ γιαλὸ μὲ τὰ κουπιὰ βαροῦσαν.      Καὶ πλέγαμε βαριόψυχοι, ποὺ ἂν κι ἤμασταν σωσμένοι, τόσους συντρόφους χάσαμε καλοὺς κι ἀγαπημένους. {{r|565}} </poem> gagcqfsit13sm9m2atlzm6g9d6344zf Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/κ 0 15743 166721 93721 2026-06-26T19:05:51Z Nikos1nikos1 15046 κάθε 5 στίχους {{r|5}} 166721 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία κ | επόμενο = [[../λ|Ραψωδία λ]] | προηγούμενο= [[../ι|Ραψωδία ι]] | σημειώσεις = }} <poem> Στῆς Αἰολίας τὸ νησὶ τότε ἤρθαμε, ποῦ ζοῦσε τοῦ Ἱππότη ὁ γιὸς ὁ Αἴολος, τῶν θεῶν ἀγαπημένος· νησὶ πλεούμενο· χαλκὸς τειχὶ τὸ περιζώνει, γερὸ σὲ ὀρθὰ καὶ γλιστερὰ θεμελιωμένο βράχια. Καὶ δώδεκα εἶχε αὐτὸς παιδιὰ μὲς στ' ὥριο του παλάτι, {{r|5}} ἕξη κοπέλλες, κι ἕξη γιοὺς, τῆς ὥρας παλληκάρια. Στὶς ἕξη θυγατέρες του δίνει γαμπροὺς τοὺς γιούς του, ποὺ ζοῦνε μὲ τὸν κύρη τους καὶ μὲ τὴν ἄξια μάνα, καὶ μύρια χαίρουνται μαζὶ πιοτὰ καὶ καλοφάγια. Ὁλήμερα γεμάτο ἀχὸ καὶ τσίκνα τὸ παλάτι, {{r|10}} κι ὁλονυχτὶς πλαγιάζουνε μὲ τὰ καλά τους ταίρια, πάνω σὲ μαλακὰ χαλιὰ καὶ σκαλιστὰ κρεβάτια. Σ' αὐτῶν τὴ χώρα φτάσαμε καὶ τὰ λαμπρὰ παλάτια. Μήνα μὲ ξενοφίλευαν καὶ καθετὶς ρωτοῦσαν, γιὰ τὸ Ἴλιο, γιὰ τοὺς Ἀχαιοὺς, τὰ πλοῖα, τὸ γυρισμό τους· {{r|15}} κι ἐγὼ τοῦ τὰ δηγόμουνα μὲ τὴ σειρά καθένα. Μὰ σὰν τοῦ ζήτησα κι ἐγὼ νὰ μὲ ξεπροβοδώση, ὄχι δὲν εἶπε, μόν' καλὴ προβόδωση μοῦ κάνει. Ἔγδαρε βόδι ἐννιάχρονο, καὶ μοῦ 'δωσε τ' ἀσκί του μὲ κάθε ἀνέμου βουητεροῦ φυσήματα γεμάτο· {{r|20}} τὶ ὁ γιὸς τοῦ Κρόνου φύλακα τὸν εἶχε τῶν ἀνέμων, νὰ παύη ἢ νὰ σηκώνη αὐτὸς ὅποιον ἀγέρα θέλει. Καὶ μ' ἀσημένιο τό 'δεσε μὲς στὸ καράβι νῆμα, ποὺ μήτε λίγο φύσημα ἀπεκεῖ νὰ μὴν ξεφεύγη· καὶ μοῦ ἔβγαλε τὸ Ζέφυρο γιὰ νὰ καταβοδώση {{r|25}} κι ἐμᾶς καῖ τᾶ καράβια μας· μὰ ὁ δρόμος νὰ τελειώση δὲν ἔμελλε· τὶ ἀπ' ἀγνωσιὰ χαθήκαμε δική μας·      Μέρες ἐννιὰ ἀρμενίζαμε μερονυχτίς· στὶς δέκα ἀρχίζει πιὰ καὶ φαίνουνταν ἡ γῆς ἡ πατρική μου, καὶ τὶς φωτιὲς ξανοίγαμε ποὺ καῖγαν ἀντικρύ μας. {{r|30}} Τότες ἐγὼ γλυκόπεσα στὸν ὕπνο ἀποσταμένος, ποὺ κανενὸς δὲν ἄφηνα τοῦ καραβιοῦ τὴ σκότα, μόνε ἴδιος μου τὴν κράταγα, πιὸ γλήγορα νὰ 'ρθοῦμε· κι ὅλοι οἱ συντρόφοι μου ἀρχινοῦν κι ἀναμεσά τους κρένουν, πὼς τάχα μάλαμα ἔφερνα κι ἀσημικὸ μαζί μου, {{r|35}} τοῦ Αἰόλου τοῦ τρανόκαρδου τοῦ γιοῦ τοῦ Ἱππότη δῶρο. Καὶ γύρισε καὶ μίλησε τοῦ πλαγινοῦ του κάποιος.      “Γιὰ δῆτε πῶς τὸν ἀγαποῦν παντοῦ καὶ τὸν τιμοῦνε, σ' ὅποιους ἀνθρώπους ἔρχεται καὶ σ' ὅποια χώρα βγαίνει. Ἀπ' τὴν Τρωάδα θησαυροὺς πολλοὺς κι ὡραίους φέρνει, {{r|40}} κι ἐμεῖς, ποὺ τὸ ἴδιο κάναμε ταξίδι ὅπως ἐκεῖνος, γυρίζουμε στὸν τόπο μας μὲ τ' ἀδειανὰ τὰ χέρια. Καὶ τώρα δὲς τί ὁ Αἴολος τοῦ χάρισε γιὰ ἀγάπη· ἂς πᾶμε κι ἂς κοιτάξουμε τί νά 'ναι τάχα ἐτοῦτα, πόσο χρυσάφι μὲς στ' ἀσκὶ καὶ πόσο ἀσήμι φέρνει.” {{r|45}}      Εἶπαν, καὶ νίκησε ἡ κακὴ βουλὴ μὲς στοὺς συντρόφους. Λῦσαν τ' ἀσκί, καὶ ξέσπασαν παντῆς λογῆς ἀνέμοι, καὶ στρόβιλος τοὺς τράβηξε μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα στὰ πέλαγα, καὶ κλαίγανε· κι ἐγὼ ξυπνῶ καὶ βλέπω, καὶ μοναχός μου ἀνάδευα μέσα στὸν ἄξιο νοῦ μου, {{r|50}} γιά ἀπὸ τὸ πλοῖο νὰ ριχτῶ καὶ νὰ χαθῶ στὸ κῦμα, γιά νὰ ὑποφέρω ἀμίλητα καὶ ζωντανὸς νὰ μείνω. Κι εἶπα νὰ μείνω ζωντανός, καὶ στὸ καράβι μέσα κοιτόμουν ὁλοσκέπαστος· καὶ στὸ νησὶ τοῦ Αἰόλου οἱ ἀνέμοι μᾶς ξανάσπρωξαν, κι οἱ ἄλλοι ἀναστενάζαν. {{r|55}}      Βγήκαμε τότες, πήραμε νερό, κι ἡ συντροφιά μου καθίσαν κι ἔφαγαν κοντὰ στὰ γλήγορα καράβια. Κι ἀπὸ φαγὶ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ χόρτασε ἡ καρδιά μας, πῆρα μαζί μου κήρυκα, κι ἀπ' τοὺς συντρόφους ἕναν, κι ὡς στοῦ Αἰόλου πήγαμε τὰ ξακουστὰ παλάτια· {{r|60}} τὸν ηὖρα καὶ τρωγόπινε μὲ σύγκοιτη καὶ τέκνα. Ἅμα ἤρθαμε, καθίσαμε κοντὰ στοὺς παραστάτες, πὰς στὸ κατώφλι· ἀπόρησαν αὐτοὶ καὶ μὲ ρωτοῦσαν·      “Πῶς ἦρθες ; τί κακοτυχιὰ σὲ βρῆκε, ὦ Ὀδυσσέα ; Πρόθυμα ἐμεῖς σὲ στείλαμε στῆς γῆς σου τὰ λημέρια, {{r|65}} καὶ στὰ παλάτια, κι ὅπου ἀλλοῦ λαχτάραγε ἡ καρδιά σου.”      Εἶπαν κι ἐγὼ ἀποκρίθηκα μὲ τὴν ψυχὴ θλιμμένη· “Κακοὶ συντρόφοι μ' ἔβλαψαν, κι ὕπνος σκληρὸς ἀντάμα· μὰ ἐσεῖς ποὺ δύναμη ἔχετε, γλυτῶστε μας, ὦ φίλοι.”      Μὲ τέτοια λόγια μαλακὰ τοὺς μίλησα, μὰ ἐκεῖνοι {{r|70}} ἄλαλοι μείνανε ὅλοι τους, κι ἀπάντησε ὁ πατέρας·       “Γκρεμίσου, κακορίζικε, μεμιὰς ἀπ' τὸ νησί μου· καλὸ δὲν τό 'χω νὰ δεχτῶ καὶ νὰ ξεπροβοδώσω ἄνθρωπο ποὺ οἱ μακαριστοὶ θεοὶ τὸν κατατρέχουν. Γκρεμίσου, τὶ θεῶν ὀργὴ σ' ἔχει ὡς ἐδῶ σταλμένο,” {{r|75}}      Εἶπε, καὶ μ' ἔδιωξε ἀπ' ἐκεῖ κι ἐγὼ βαριοθλιβόμουν. Καὶ βγήκαμε ἀρμενίζοντας μὲ τὴν καρδιὰ καημένη. Καὶ μὲ σκιαγμένο οἱ ἄντρες νοῦ βαριὰ λαμνοκοποῦσαν, τοῦ κάκου, τὶ δὲ φαίνονταν τοῦ γυρισμοῦ ἡ ἐλπίδα.      Ἓξ μέρες ἀρμενίζαμε νύχτα καὶ μέρα τὸ ἴδιο, {{r|80}} στὶς ἑφτὰ μέρες φτάνουμε στῆς Λάμος τ' ὥριο κάστρο, στὴν ἁψηλὴ Τηλέπυλο, τῶ Λαιστρυγόνων χώρα, ποὺ βοσκὸς μπαίνει καὶ βοσκὸ ποὺ βγαίνει συντυχαίνει. Ἄγρυπνος ἄνθρωπος μιστοὺς δυὸ ἐκεῖ μποροῦσε νά 'χη, τὸν ἕναν βόδια βόσκοντας, κι ἀρνιὰ λευκὰ τὸν ἄλλον {{r|85}} τὶ οἱ δρόμοι βρίσκουνται κοντὰ τῆς νύχτας καὶ τῆς μέρας. Στ' ὥριο λιμάνι μπήκαμε ποὺ βράχοι τὸ τειχίζουν τετράψηλοι κι ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, κι ἄκρες προβάλλουν πεταχτὲς ἀντίκρυ ἡ μιὰ τῆς ἄλλης στὴ θάλασσα, κι εἶναι στενὸ τοῦ λιμανιοῦ τὸ ἔμπα· {{r|90}} κεῖ μέσα φέρανε ὅλοι τους τὰ δίπλωρα καράβια. Κοντὰ κοντὰ τὰ δέσανε μὲς στὸ βαθιὸ λιμιώνα, τὶ κῦμα ἐκεῖ δὲ φούσκωνε μικρὸ μήτε μεγάλο, παρὰ γαλήνη ἁπλώνονταν ὁλόλευκη παντοῦθε. Ἐγὼ μονάχος ἄραξα τὸ μαῦρο πλοῖο μου ἔξω {{r|95}} κατὰ τὴν ἄκρη, κι ἔδεσα στοὺς βράχους τὰ παράγγια, κι ἀνέβηκα καὶ στάθηκα στ' ἁψήλου ν' ἀγναντέψω· μὰ μήτε ἀντρῶνε φαίνονταν μήτε βοδιῶν σημάδια, μόνε καπνὸ ἀγναντεύαμε κι ἀνέβαινε ἀπὸ χάμου. Τότες συντρόφους ἔστειλα νὰ πᾶνε καὶ νὰ μάθουν {{r|100}} τί λογῆς ζοὺν σ' αὐτὴ τὴ γῆς σιταροφάγοι ἀνθρῶποι· διάλεξα δυό, καὶ κήρυκα τοὺς ἔδωσα γιὰ τρίτο. Κι αὐτοὶ τὸ δρόμο πήρανε τὸν ἴσιο, ποὺ τ' ἁμάξια στὴ χώρα ἀπ' τ' ἁψηλὰ βουνὰ τὰ ξύλα κατεβάζαν. Κόρη ἀνταμώνουν ποὺ ἔπαιρνε νερὸ ἀπ' τὴ χώρα ἀπόξω, {{r|105}} τοῦ Λαιστρυγόνα βασιλιᾶ τὴ ζουλεμένη κόρη. Στὴν Ἀρτακία κατέβαινε, τὴν κρουσταλλένια βρύση, πού φέρνανε ἀπ' ἐκεῖ νερὸ στὴ χώρα· αὐτοῦ σταθῆκαν, τῆς μίλησαν, καὶ ρώτηξαν ποιὸς νά 'τανε τοῦ τόπου ὁ βασιλιάς, καὶ τάχα ποιούς ὅριζε αὐτὸς ἀνθρώπους. {{r|110}} Κι ἐκείνη εὐτὺς τοὺς ἔδειξε τὰ σπίτια τοῦ γονιοῦ της. Καὶ βρῆκαν τὴ γυναίκα του μὲς στὰ τρανὰ παλάτια, σὰν κορφοβούνι θεόρατη, κι ἡ ὄψη της τρομάρα. Φωνάζει αὐτὴ ἀπ' τὴν ἀγορὰ μεμιὰς τὸν Ἀντιφάτη, τὸν ἄντρα της, κι αὐτὸς φριχτὸ ξολοθρεμὸ ποθώντας, {{r|115}} ἁρπάζει κάνει δεῖπνο του τὸν ἕν' ἀπ' τοὺς συντρόφους. Οἱ ἄλλοι οἱ δυὸ πετάχτηκαν καὶ δρόμο στὰ καράβια. Τότες ἐκεῖνος χούγιαξε στὴ χώρα, κι οἱ ἀντρειωμένοι οἱ Λαιστρυγόνες χούμιξαν ὁλοῦθε σὰν ἀκοῦσαν, ἀρίθμητοι, καὶ μοιάζανε Γίγαντες, κι ὄχι ἀνθρῶποι. {{r|120}} Πέτρες, ἑνὸς ἀντρὸς φορτιὸ τὴν καθεμιά, τινάζαν ἀπὸ τὰ βράχια, κι ἔφερναν ἀχὸ στὰ πλοῖα μεγάλο, τὶ οἱ ναῦτες ξολοθρεύονταν καὶ τὰ καράβια σπάζαν. Σὰν ψάρια τοὺς καμάκιζαν κι ἄθλιο φαγὶ τοὺς κάναν. Κι ὅσο ἀφανίζονταν αὐτοὶ μὲς στὸ βαθιὸ λιμιώνα, {{r|125}} ἐγὼ τὸ κοφτερὸ σπαθὶ τραβῶ ἀπὸ τὸ πλευρό μου, καὶ κόβω τὰ πρυμόσκοινα τοῦ μαύρου καραβιοῦ μου. Νὰ πέσουν τότες στὸ κουπὶ προστάζω τοὺς συντρόφους, τὸ χάρο νὰ ξεφύγουμε· κι αὐτοὶ καθίζουν ὅλοι, κι ἀναταράζουν τὰ νερὰ μὲ φόβο καὶ τρομάρα. {{r|130}} Φεύγει ἀπ' τοὺς βράχους μιὰ χαρὰ τοὺς κρεμαστούς, καὶ βγαίνει στὴ θάλασσα τὸ πλοῖο μου· τ' ἄλλα χαθῆκαν ὅλα.      Καὶ πλέγαμε βαριόψυχοι, ποὺ ἂν κι ἤμαστε σωσμένοι τόσους συντρόφους χάσαμε καλοὺς κι ἀγαπημένους. Στὴν Αἴα τότες ἤρθαμε, νησὶ ποὺ κατοικοῦσε {{r|135}} ἡ Κίρκη, ἡ ὡριόμαλλη θεά, κι ἡ ἀνθρωπολαλοῦσα, τοῦ Αἰήτη τοῦ κακόβουλου ἡ φοβερή αὐταδέρφη. Γονιοί τους καὶ τῶν δυονῶν ὁ φωτιστής ὁ Ἥλιος κι ἡ Πέρση, ποὺ τοῦ Ὠκεανοῦ παινιόταν θυγατέρα. Ἐκεῖ τὸ ἀράξαμε σιγὰ στὴν ἄκρη τὸ καράβι, {{r|140}} μὲς σὲ λιμάνι ἀπάνεμο, καὶ θεὸς μᾶς ὁδηγοῦσε. Βγήκαμε τότες μείναμε δυὸ μέρες καὶ δυὸ νύχτες, τὶ ὁ ἀποσταμὸς τὴν ἔτρωγε κι ὁ πόνος τὴν καρδιά μας. Τὴν τρίτη σὰ μᾶς ἔφερε τὴ μέρα ἡ χρυσαυγούλα, πῆρα τὸ κοφτερὸ σπαθὶ καὶ τὸ κοντάρι τότες, {{r|145}} κι ἀπ' τὸ καράβι κίνησα κι ἀνέβηκα τ' ἁψήλου, ἴσως κι ἀνθρώπων ἔργα ἰδῶ κι ἀκούσω τὴ λαλιά τους. Σὲ βράχου στάθηκα κορφή, κι ἀγνάντια μου τηρώντας, ἀπ' τὴν ἁπλόχωρη τὴ γῆς καπνὸ θωρῶ καὶ βγαίνει, μέσ' ἀπ' τὰ δάση τὰ πυκνά, στῆς Κίρκης τὰ παλάτια. {{r|150}} Καὶ τότες συλλογιόμουνα κι ἀνάδευα στὸ νοῦ μου, ἐκεῖ ποὺ μαῦρο εἶδα καπνὸ νὰ πάγω καὶ νὰ μάθω. Κι αὐτὸ μοῦ φάνη πιὸ σωστό· νὰ σύρω πρῶτα κάτου στὸ γοργὸ πλοῖο καὶ φαγὶ νὰ δώσω τῶ συντρόφων, κι ἀπὲ νὰ στείλω μέρος τους νὰ πᾶνε καὶ νὰ μάθουν. {{r|155}} Ὅτι ἔφτανα πρὸς τὸ γυρτὸ καράβι, λὲς καὶ κάποιος θεὸς νὰ μὲ σπλαχνίστηκε τὸν ἔρμο, κι ἕνα λάφι μοῦ στέλνει ἁψηλοκέρατο, παχύ, στὸ δρόμο ἀπάνω, ποὺ ἀπὸ τοῦ δάσου τὴ βοσκὴ κατέβαινε στὸ ρέμα νὰ ξεδιψάση, ποὺ τοῦ ἡλιοῦ ἡ πυράδα τό 'χε ἀνάψει. {{r|160}} Κεῖ ποὺ ἔβγαινε, τὸ βάρεσα στὸ ραχοκόκκαλο του, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη πέρασε τὸ χάλκινο κοντάρι. Πέφτει βογγώντας καταγῆς, καὶ πέταξε ἡ πνοή του. Τὸ πάτησα, κι ἀπ' τὴν πληγὴ τραβώντας τὸ κοντάρι, τὸ στρώνω χάμου, καὶ σκοινὶ μὲ λυγαριὲς καὶ βοῦρλα {{r|165}} ὡς μιὰν ὀργυιὰ σὰν ἔστριψα, μὲ τέχνη ἀπ' ἄκρη ὡς ἄκρη, καλόδεσα τοῦ θεότρανου τοῦ ζώου μαζὶ τὰ πόδια, καἰ στὸ καράβι τὀ 'φερα ἀπ' το σβέρκο φορτωμένος μὲ τὸ κοντάρι ἀκούμπισμα, τὶ ἀλλιῶς δὲ θὰ δυνόμουν μὲ τὸ ἕνα χέρι νὰ βαστῶ τέτοιο θεριὸ στὸν ὦμο. {{r|170}} Μπρὸς στὸ καράβι τό 'ριξα, καὶ σήκωσα τοὺς φίλους, καθένα τους σιμώνοντας καὶ καλοπιάνοντας τους·        “Ἂν καὶ θλιβόμαστε, παιδιά, δὲν κατεβαίνουμε ὅμως στοῦ Ἅδη ἀκόμα τοὺς βυθοὺς πρὶν ἔρθη ἡ μαύρη ἡ ὥρα. {{r|175}} Ἐλᾶτε, κι ὅσο βρίσκεται στὸ πλοῖο μας φαγοπότι, ἂς θυμηθοῦμε τὸ φαῒ, κι ἂς μὴ μᾶς δέρνη ἡ πεῖνα.”      Εἶπα, κι αύτοὶ μ' ἀκούσανε, ξεσκέπασαν τὰ μάτια, κι ἀπάνου στὴν ἀκρογιαλιὰ θαμάζανε τὸ λάφι, κεῖνο τὸ θεότρανο θεριό. Σὰν τό εἰδαν καὶ χαρῆκαν, {{r|180}} χερονιφτῆκαν κι ἔστρωσαν ἀρχοντικὸ τραπέζι. Καὶ τότε ἐκεῖ καθόμασταν ὁλήμερα ὡς τὸ γέρμα, μ' ἄσωστο κρέας, μὲ γλυκὸ κρασὶ φαγοποτώντας· μἁ ὁ ἥλιος σὰ βασίλεψε κι ἁπλώθηκε σκοτάδι, τότες κι ἐμεῖς πλαγιάσαμε στὸ περιγιάλι ἀπάνω. {{r|185}}      Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, κι ὅλους σὲ σύναξη ἔφερα, καὶ μίλησά τους κι εἶπα· “Ὅσος κι ἂν εἶναι ὁ πόνος σας, συντρόφοι, ἀκούσετέ με. Ποῦ 'ναι ἡ αὐγὴ δὲν ξέρουμε, καὶ ποῦ 'ναι τὸ σκοτάδι, καὶ ποῦ βουτάει κάτω ἀπ' τὴ γῆς ὁ φωτιστὴς ὁ Ἥλιος, {{r|190}} καὶ πάλε ποῦ σηκώνεται· μὰ ἐλᾶτε κι ἂς σκεφτοῦμε ἂν κάποιος τρόπος βρίσκεται· δὲ βλέπω ἐγὼ κανέναν. Ἀνέβηκα στὸ ξάγναντο ποὺ εἶναι ὅλο βράχια καὶ εἶδα, νησὶ ποὺ ἀτέλειωτα κρατοῦν πέλαα στεφανωμένο· νησὶ στρωμένο χαμηλά, μὰ ξάνοιγα στὴ μέση {{r|195}} καπνὸ ποὺ μέσ' ἀπ' τὰ πυκνὰ τὰ δάσια ξεκινοῦσε.”      Εἶπα, κι αὐτοὺς τοὺς κόπηκε ἡ καρδιά, τι ἀνιστοροῦσαν τὰ ὅσα ὁ Λαιστρυγόνας πρὶν τοὺς ἔκαμε Ἀντιφάτης, κι ὁ ἀντροφάγος Κύκλωπας μὲ τὴ σκληρὴ τὴ γνώμη, καὶ δάκρυα ἀρχίσανε πικρὰ νὰ χύνουν καὶ νὰ κλαῖνε. {{r|200}} Μὰ τί ὄφελος τοὺς ἔφερνε τὸ τόσο μοιρολόγι ; Τότ' ἐγὼ χώρισα σὲ δυὸ παρέες τοὺς συντρόφους, καὶ δυὸ τούς ἔβαλ' ἀρχηγούς· ἐγὼ στὴ μιὰ παρέα, καὶ τὸ θεόμοιαστο ὅρισα Εὐρύλοχο στὴν ἄλλη. Μέσα σὲ κράνος χάλκινο τινάξαμε τοὺς κλήρους, {{r|205}} κι ὁ κλῆρος τοῦ τρανόψυχου τοῦ Εὐρύλοχου πετιέται. Κίνησε αὐτὸς μὲ εἰκοσιδυὸ συντρόφους, ποὺ ὅλοι κλαῖγαν, κι ἐμεῖς ποὺ πίσω μείναμε θρηνούσαμε τὸ ἴδιο. Καὶ βρῆκαν σὲ ἀνοιχτοτοπιά, στῆς λαγκαδιᾶς τὴ μέση, χτισμένα μὲ τὸ μάρμαρο τῆς Κίρκης τὰ παλάτια. {{r|210}} Βουνήσους λύκους βλέπανε τριγύρω καὶ λιοντάρια, ποὺ τά 'χε ἡ Κίρκη μὲ κακὰ βοτάνια μαγεμένα· μὰ ἀπάνω τους δὲ χούμιζαν, μόν' τὶς μακριὲς οὐρές τους κουνώντας χοροπήδαγαν καὶ τοὺς καλοδεχόνταν. Πῶς τὰ σκυλιά, ὅταν ἔρχεται ἀπὸ τραπέζι ὁ ἀφέντης, {{r|215}} τὸν καλοδέχουνται, γλυκὰ λιγούδια καρτερώντας, ἔτσι τὰ δυνατόνυχα λιοντάρια αὐτὰ κι οἱ λύκοι χαιρόνταν σειώντας τὴν οὐρά· μὰ έκεῖνοι φοβηθῆκαν, τέτοια θεριὰ παράξενα καὶ τρομερὰ θωρώντας. Στῆς ὡριοπλέξουδης θεᾶς τὰ ξώθυρα καθίζουν, κι ἀκοῦν τὴν Κίρκη μέσαθε ποὺ γλυκοτραγουδοῦσε, {{r|220}} μεγάλο φαίνοντας πανὶ κι ἀχάλαστο, σὰν πού 'ναι τῶν θεῶν τὰ ἔργα τὰ ψιλὰ καὶ τὰ λαμπρὰ καὶ τὰ ὥρια,      Τότ' ὁ Πολίτης ὁ ἀρχηγός, ποὺ ἀπ' ὅλους τοὺς συντρόφους μοῦ 'τανε φίλος πιὸ πιστός, γυρίζει καὶ τοὺς κρένει· “Παιδιά, πανὶ ἐκεῖ φαίνοντας κάποια θεὰ ἢ γυναίκα {{r|225}} μὲ γλύκα τραγουδάει πολλή, κι ἀχολογάει ὁ πύργος. Ἂς τῆς φωνάξουμε.” Κι αὐτοὶ τῆς φώναξαν ν' ἀκούση.   Τρέχει στὴ θύρα τὴ λαμπρὴ κι ἀνοίγει τότε ἡ Κίρκη, καὶ τοὺς καλεῖ· καὶ μπήκανε χωρὶς νὰ στοχαστοῦνε· {{r|230}} ὅμως δὲν μπῆκε ὁ Εὐρύλοχος, φοβώντας κάποιο δόλο. Τοὺς πῆρε καὶ τοὺς κάθισε σὲ θρόνους καὶ καθέδρες· τυρὶ κι ἀλεύρια καὶ ξανθὸ μέλι τοὺς ἀναδεύει μὲ κρασὶ Πράμνειο, κι ἔσμιξε κακόχυμα βοτάνια, ποὺ πίνοντας τὴν πατρικὴ τὴ γῆς τους νὰ ξεχάσουν. {{r|235}} Καὶ σὰν τοὺς κέρασε, κι αὐτοὶ σὰν ἤπιαν, τότ' ἐκείνη χτυπώντας τους μὲ τὸ ραβδὶ τοὺς κλεῖ στὶς χοιρομάντρες· κι ἄξαφνα χοίρου κάνουνε φωνή, κορμί, κεφάλι καὶ τρίχες, καὶ μονάχα ὁ νοῦς τοὺς ἔμενε σὰν πρῶτα.       Ἐκεῖ κλεισμένοι κλαίγανε, καὶ γιὰ νὰ φᾶνε ἡ Κίρκη {{r|240}} τοὺς ἔρριχνε πρινόκαρπους, ἀκράνια, βαλανίδια, ποὺ οἱ χοῖροι οἱ χαμοκύλητοι νὰ τρῶνε συνηθᾶνε. Τότες ὁ Εὐρύλοχος γυρνάει στὸ μελανὸ καράβι, νὰ πῆ τὴν ἔρμη συφορὰ ποὺ βρῆκε τοὺς συντρόφους. Μὰ ὁ πόνος τὸν συνέπνιγε, καὶ λόγο δὲ δυνόταν {{r|245}} νὰ βγάλη, παρὰ γέμιζαν τὰ μάτια του ἀπὸ δάκρυα, κι ὁ νοῦς του ἄλλο δὲν ἤξερε παρὰ τὸ μοιρολόγι. Μὰ ἐμεῖς τόνε ρωτούσαμε ὁλοένα σαστισμένοι, καὶ τότες τὸν ξολοθρεμὸ μᾶς ξήγησε τῶν ἄλλων       “Σὰν ποὺ εἶπες, ὦ Ὀδυσσέα λαμπρέ, κινήσαμε στὰ δάσια, {{r|250}} καὶ βρήκαμε ἀνοιχτοτοπιά, στῆς λαγκαδιᾶς τὴ μέση, ποὺ ἤτανε μαρμαρόχτιστο κι ἀστραφτερὸ παλάτι. Ἔφαινε κάποια ἐκεῖ πανὶ καὶ γλυκοτραγουδοῦσε, θεὰ ἢ γυναίκα· τότε αὐτοὶ φωνάξανε ν' ἀκούση. Τρέχει στὴ θύρα τὴ λαμπρὴ κι ἀνοίγει τους ἐκείνη {{r|255}} καὶ τοὺς καλεῖ· καὶ μπήκανε χωρὶς νὰ στοχαστοῦνε· ὅμως ἐγὼ βαστάχτηκα φοβώντας κάποιο δόλο. Ὅλοι τους χάθηκαν, καὶ πιὰ μήτ' ἕνας τους δὲ φάνη, ἂν κι ἐγὼ καθόμουν ἐκεῖ πολλὴ ὥρα καρτερώντας.”       Αὐτὰ εἶπε, κι ἐγὼ κρέμασα τρανὸ σπαθὶ στοὺς ὤμους {{r|260}} χαλκένιο, ἀσημοκάρφωτο, καὶ πῆρα τὸ δοξάρι, καὶ πάλι νά 'ρθη πρόσταξα, τὸ δρόμο νὰ μοῦ δείξη. Μὰ αὐτὸς τὸ γόνα μου ἔπιασε καὶ μὲ παρακαλοῦσε, κι ἔτσι λαλοῦσε κλαίγοντας μὲ λόγια φτερωμένα·      “Ἄσε μ' ἐμένα, ὦ διόθρεφτε· μὲ τὸ στανιὸ ἐκεῖ πέρα {{r|265}} μὴ μὲ τραβᾶς· σοῦ λέω ἐγὼ πὼς μήτ' ἐσὺ δὲ θά 'ρθης, μήτε θὰ φέρης ἄλλονε· κι ἂς φύγουμ' ἀπ' ἐδῶθε μ' ἐτούτους, ὅσο 'ναι καιρὸς ἀκόμα νὰ σωθοῦμε.”      Ἔτσ' εἶπε, κι ἐγὼ γύρισα κι ἀπολογιὰ τοῦ κάνω· “Κάθισ' ἐσὺ, ὦ Εὐρύλοχε, σ' αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο, {{r|270}} στὸ κούφιο μαυροκάραβο κοντὰ νὰ τρῶς νὰ πίνης· ἐγὼ θὰ πάω, ἀβάσταχτη δύναμη ἐκεῖ μὲ σπρώχνει.”      Εἶπα, κι ἀπ' τὸ καράβι εὐτὺς κι ἀπ' τὸ γιαλὸ ἀνεβαίνω. Κι ὅτι ἔμπαινα μὲς στὸ ἱερὸ λαγκάδι, καὶ νὰ φτάσω στοὺς τρανοὺς πύργους κόντευα τῆς μάγισσας τῆς Κίρκης, {{r|275}} πηγαίνοντας μ' ἀντάμωσε ὁ Ἑρμῆς ὁ χρυσοράβδης, μοιάζοντας νέο ποὺ ἀρχίζανε τὰ γένεια του νὰ δρώνουν, ποὺ τότες δὰ καὶ φαίνεται χαριτωμένη ἡ νιότη. Κι ἐκεῖνος μὲ χερόπιασε, καὶ φώναξέ με κι εἶπε·       “Τί πάλε μέσα στὰ βουνὰ μόνος γυρνᾶς, καημένε, {{r|280}} τοῦ τόπου ἀνήξερος; Ἐκεῖ, μὲς στοὺς βαθιοὺς κρυψῶνες, τῆς Κίρκης, οἱ συντρόφοι σου σὰ χοῖροι εἶναι κλεισμένοι.      Ἢ μήπως ἔρχεσαι νὰ μπῆς καὶ νὰ τοὺς λευτερώσης; Μὰ δὲ θὰ ξαναβγῆς, θαρρῶ, παρὰ κι ἐσὺ θὰ μείνης. Ἐγὼ ὅμως θέλω ἀπὸ κακὸ νὰ σὲ γλυτώσω τέτοιο. {{r|285}} Νά· ἔμπα μ' ἐτοῦτο τὸ καλὸ βοτάνι στὰ παλάτια τῆς Κίρκης, κι ἀπὸ τὴν κακὴ θὰ σὲ φυλάη τὴν ὥρα. Ὅλες τὶς μαῦρες τέχνες της θὰ σοῦ τὶς πῶ ἐγὼ τώρα. Χυλὸ θὰ φτιάξη, καὶ κακὸ βοτάνι θὰ τοῦ σμίξη, μὰ τὸ καλὸ βοτάνι ποὺ σοῦ δίνω, δὲ θ' ἀφήση {{r|290}} νὰ πιάσουνε τὰ μάγια της· τώρ' ἂς σοῦ πῶ καὶ τ' ἄλλα. Ἅμα ἔρθη ἡ Κίρκη μὲ μακρὺ ραβδὶ νὰ σὲ βαρέση, ἀπ' τὸ πλευρό σου τράβα ἐσὺ τὸ κοφτερὸ σπαθί σου, καὶ ρίξου της σὰ νὰ ζητᾶς μ' αὐτὸ νὰ τὴ σπαράξης, Θὰ φοβηθῆ, καὶ θὰ σοῦ πῆ μαζί της νὰ πλαγιάσης. {{r|295}} Τότες ἐσὺ μὴν ἀρνηθῆς μὲ τὴ θεὰ νὰ σμίξης, κι ἔτσι νὰ σὲ καλονοιαστῆ, νὰ λύση καὶ τοὺς ἄλλους. Μὰ πρῶτα ἂς κάμη τῶν θεῶν τὸν ὅρκο τὸ μεγάλο, πὼς δὲ θὰ βάλη ἄλλο κακὸ στὸ νοῦ της, νὰ μὴν τύχη κι ἄμα σὲ δῆ γυμνό, ἀντρειὰ καὶ δύναμη σοῦ πάρη.” {{r|300}}      Εἶπε, καὶ τράβηξε ἀπ' τὴ γῆς ὁ Ἀργοφονιὰς βοτάνι καὶ δίνοντάς το μοῦ 'δειξε τὸ κάθε φυσικό του. Ἡ ρίζα του κατάμαυρη, τὸ λούλουδο σὰ γάλα, μῶλυ τὸ λὲν οἱ ἀθάνατοι, καὶ δὲν τὸ ξερριζώνει ἄνθρωπος εὔκολα· οἱ θεοὶ μποροῦν ὅμως τὰ πάντα. {{r|305}}      Τότες ἀνέβηκε ὁ Ἑρμῆς ἀπὸ τὸ δεντρονήσι στὸν ἁψηλόκορμο Ὄλυμπο, κι ἐγὼ κατὰ τὸν πύργο τῆς Κίρκης μὲ βαρειὰ καρδιὰ ξεκίνησα. Σὰν ἦρθα, καὶ στάθηκα στὰ πρόθυρα τῆς θεᾶς τῆς σγουρομάλλας, τῆς φώναξα, καὶ μ' ἄκουσε, καὶ τὶς φωτόλαμπρές της {{r|310}} θύρες ἀνοίγοντας αὐτὴ μὲ προσκαλοῦσε νά 'μπω· καὶ πῆγα ἐγὼ κατόπι της μὲ ταραγμένα στήθια. Σὲ ἀργυροκάρφωτο θρονὶ μὲ κάθισε ἄμα μπῆκα, ὡραῖο καὶ περίτεχνο, μ' ἀκουμποπόδι ὀμπρός μου, καὶ μοῦ 'δωσε χυλὸ νὰ πιῶ μὲς σὲ χρυσὸ ποτήρι, {{r|315}} ρίχνοντας μέσα βότανα, καὶ μαῦρα μελετώντας. Σὰν πῆρα κι ἤπια, καὶ τῆς θεᾶς τὰ μάγια δὲν μὲ πιάσαν, μὲ βάρεσε μὲ τὸ ραβδί, καὶ φώναξε με κι εἶπε· “Στὴ χοιρομάντρα ἔλα κι ἐσὺ, νὰ σμίξης μὲ τοὺς ἄλλους.” Εἶπε, κι ἐγὼ τὸ κοφτερὸ τραβῶ σπαθὶ ἀπ' τὴ μέση, {{r|320}} καὶ χύνομαι, σὰ νά 'θελα μ' αὐτὸ νὰ τὴ σπαράξω. Ἔσκουξε αὐτή, καὶ σκύβοντας τὰ γόνατά μου πιάνει καὶ κλαίγονταν καὶ μοῦ 'κρενε μὲ λόγια φτερωμένα·      “Ποιός εἶσ' ἐσὺ, κι ὁ τόπος σου, καὶ ποιά τὰ γονικά σου; Παράξενο, βοτάνια μου νὰ πιῆς, καὶ νὰ μὴν πιάσουν. {{r|325}} Ἄλλος θνητὸς δὲ βάσταξε κανένας ὡς τὰ τώρα, μιὰς κι ἤπιε, κι ἀπ' τὰ χείλη του περάσαν τὰ πιοτά μου. Μὰ ἐσένα ὁ νοῦς σου ἀμάγευτος στὰ σωθικά σου μνήσκει. Ἀλήθεια ὁ πολυσόφιστος ἐσὺ Ὀδυσσέας θά 'σαι, ποὺ ὁ χρυσοράβδης πάντα Ἑρμῆς μοῦ τό 'λεγε πὼς θά 'ρθη, {{r|330}} ἀπὸ τὴν Τροία γυρίζοντας μὲ τὸ γοργὸ καράβι. Μὲς στὸ φηκάρι τὸ σπαθὶ ξανάβαλέ μου, κι ἔλα νὰ πᾶμε στὸ κρεβάτι μου μαζὶ ν' ἀγκαλιαστοῦμε, καὶ στῆς ἀγάπης τὰ φιλιὰ νὰ βροῦμε μπιστοσύνη.”      Αὐτὰ σὰ μίλησε ἡ θεά, γυρίζω καὶ τῆς κρένω· {{r|335}} “Ὦ Κίρκη, πῶς ζητᾶς ἐγὼ νὰ σοῦ φερθῶ μὲ γλύκα, ποὺ χοίρους στὰ παλάτια σου τοὺς φίλους μου ἔχεις κάμει, κι ἐμένα ἐδῶ κρατώντας με πονηρευτὰ καλεῖς με στὸ θάλαμό σου, τάχα ἐκεῖ μαζί σου νὰ πλαγιάσω, κι ἔτσι, σὰ γυμνωθῶ, ἀντρειὰ καὶ δύναμη μοῦ πάρης; {{r|340}} Μὰ ἐγὼ πὰς στὸ κρεβάτι σου δὲ δέχουμαι ν' ἀνέβω, ἂ δὲν θελήσης, ὦ θεὰ, βαρὺ νὰ κάμης ὅρκο, πὼς ἄλλο ἀγνάντια μου κακὸ στὸ νοῦ σου δὲ θὰ βάλης.”      Εἶπα, κι αὐτὴ μοῦ ὁρκίστηκε καθὼς ἐγὼ ζητοῦσα. Κι ἅμα τὸν ὅρκον ἄμωσε καὶ πῆρε ὁ ὅρκος τέλος, {{r|345}} τότες ἀπάνω στ' ὥριο της ἀνέβηκα κρεβάτι,      Ὡς τόσο συγυρίζανε μὲς στὰ παλάτια οἱ βάγιες. Τέσσερεις ἦταν, κι εἴχανε τῶν παλατιῶν τὴν ἔννοια· ἀπὸ βρυσοῦλες καὶ δεντρὰ τὴ φύτρα τους κρατοῦσαν, κι ἀπ' τὰ ποτάμια τὰ ἱερὰ ποὺ στοὺς γιαλοὺς κυλιοῦνται. {{r|350}} Μιὰ σκέπαζε ὅλα τὰ θρονιὰ μὲ πορφυρένιες σκέπες, πανώριες, μὲ ἀποκάτουθε λινόφαντα ἁπλωμένα· τραπέζια ἡ ἄλλη ἀσημωτὰ μπρὸς στὰ θρονιὰ τραβοῦσε, κι ἀπάνω τους ἀράδιαζε χρυσόπλεχτα πανέρια· ἡ τρίτη μέσα στ' ἀργυρὸ ἀνακάτωνε κροντήρι {{r|355}} γλυκὸ κρασί, καὶ μοίραζε μαλαματένια τάσια· καὶ φέρνει ἡ τέταρτη νερὸ, καὶ τὶς φωτιὲς ἀνάβει κάτου ἀπὸ τρίποδα τρανό, καὶ τὸ νερὸ ζεσταίνει. Καὶ τὸ νερὸ σὰν ἔβρασε στ' ἀστραφτερὸ λεβέτι, τὸ πῆρε, σὐχλιο τό 'καμε, καλόδεχτο νὰ γίνη, {{r|360}} καὶ βάζοντάς με σὲ λουτρό, περνάει κεφάλι κι ὤμους, καὶ τὴ βαρειὰ τὴν κούραση σηκώνει ἀπ' τὸ κορμί μου. Σὰ μ' ἔλουσε καὶ μ' ἄλειψε μὲ τὸ παχὺ τὸ λάδι, καὶ μ' ὥρια χλαίνα μ' ἔντυσε καὶ μὲ χιτώνα ἡ κόρη, μὲ πῆρε καὶ μὲ κάθισε σ' ἀργυροκάρφωτη ἕδρα, {{r|365}} περίτεχνη καὶ πλουμιστή, μ' ἀκουμποπόδι ὀμπρός μου· [καὶ μπρίκι γιὰ τὸ νίψιμο μοῦ φέρνει τότε ἡ βάγια, ὥριο, χρυσὸ καὶ χύνει μου στὴν ἀργυρὴ λεγένη γιὰ νὰ πλυθῶ, καὶ στρώνει μου τὸ γυαλιστὸ τραπέζι. Σεμνὴ κελάρισσα ἔφερε ψωμὶ καὶ παραθέτει, {{r|370}} κι ἀπὸ τὰ καλοφάγια της μοῦ πρόσφερε περίσσια,] καὶ νὰ γευτῶ μὲ κάλεσε· μὰ ἐγὼ δὲν μπόρουν ἦταν ὁ νοῦς μου ἀλλοῦ, καὶ πρόβλεπε πολλὰ δεινὰ ἡ ψυχή μου.      Τηρώντας με νὰ κάθουμαι, καὶ χέρι νὰ μὴ βάζω στὸ φαΐ, παρὰ νὰ φαίνουμαι σὲ θλίψη βυθισμένος, {{r|375}} σιμώνει ἡ Κίρκη, καὶ μιλάει μὲ φτερωμένα λόγια·      “Τί κάθεσαι μαθὲς βουβός, καὶ τρῶς τὰ σωθικά σου, καὶ δὲν ἀγγίζεις μήτε φαΐ, μήτε πιοτὸ, Ὀδυσσέα ; ἢ δόλους ὑποψιάζεσαι καινούργιους ; Μὰ κατόπι ἀπ' τὸ βαρὺ τὸν ὅρκο μου, δὲν ἔχεις νὰ φοβᾶσαι.” {{r|380}}      Ἔτσ' εἶπε· καὶ γυρίζω ἐγὼ καὶ τῆς ἀπολογιέμαι· “Ποιός ἄντρας, Κίρκη, γνωστικὸς θά 'χε καρδιὰ νὰ παίρνη φαῒ ἢ πιοτὸ πρὶν τοὺς καλοὺς συντρόφους του γλυτώση, καὶ γλυτωμένους πρὶν τοὺς δῆ μὲ τὰ δικά του μάτια ; Μὰ ὁλόψυχα ἐσὺ ἂν ποθῆς νὰ πιῶ ἐδῶ καὶ νὰ φάγω, {{r|385}} λῦσ' τους, νὰ δοῦν τὰ μάτια μου τ' ἀγαπητά μου ἀδέρφια.”      Εἶπε, κι ἀπ' τὰ παλάτια της ἡ θεὰ περνάει καὶ βγαίνει, ραβδὶ κρατώντας, κι ἔρχεται, τὴ χοιρομάντρα ἀνοίγει. Τοὺς ἔβγαλε, καὶ μοιάζανε θρεφτάρια ἐννιὰ χρονῶνε. Ἀγνάντια της σταθήκανε, κι ἀπὸ σιμὰ περνώντας {{r|390}} ἡ Κίρκη, μ' ἄλλο βότανο τοὺς ἄλειψε ἕναν ἕναν. Ἀπ' τὰ κορμιά τους χύθηκαν ὅλες οἱ τρίχες τότες, πού 'χαν φυτρώσει μὲ τῆς θεᾶς τὸ βλαβερὸ βοτάνι, κι ἄνθρωποι ξαναγένηκαν καλύτεροι ἀπ' τὰ πρῶτα, στὴ νιότη καὶ στ' ἀνάστημα, στὴν ὀμορφιά, στή χάρη, {{r|395}} Καὶ μὲ εἶδαν καὶ μὲ γνώρισαν, καὶ μοῦ 'πιασαν τὸ χέρι, καὶ κλαῖγαν μὲ καρδιόπονο, καὶ μέσα στὰ παλάτια ἀχολογοῦσε ἡ κλάψα τους, ποὺ ὡς κι ἡ θεὰ λυπήθη. Σιμά μου τότες στάθηκε ἡ λαμπρὴ θεὰ καὶ μοῦ 'πε·       “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, {{r|400}} ξεκίνα τώρα στὸ γιαλὸ καὶ στὸ γοργὸ καράβι, Τραβῆξτε πρῶτα στὴ στεριὰ τὸ πλοῖο· ἐκεῖ μαζῶξτε μὲς στὶς σπηλιὲς τὰ πράματα καὶ τ' ἄρμενα σας ὅλα, κι ὕστερα γύρνα φέρνοντας μαζί σου τοὺς συντρόφους,”      Αὐτά εἰπε· κι ἡ ἀντρίκια μου ψυχὴ δὲν ἔλεγε ὄχι· {{r|405}} καὶ πῆγα κατὰ τὸ γοργὸ καράβι στ' ἀκρογιάλι, καὶ βρῆκα ἐκεῖ τοὺς ἀκριβοὺς συντρόφους στὸ καράβι, νὰ δέρνουνται καὶ νὰ θρηνοῦν ἀχνοὶ καὶ δακρυσμένοι. Κι ὡς τὰ μοσκάρια στὸ μαντρὶ τὴν ὥρα ποὺ γυρίζουν ἀπ' τὸ γρασίδι στὴν αὐλὴ χορτάτες οἱ ἀγελάδες, {{r|410}} ὅλα μαζὶ χοροπηδοῦν μπροστά τους, ποὺ κι ἡ στάνη δὲν τὰ χωρεῖ, κι ἀνέπαυα γύρω στὶς μάνες τρέχουν μουγκρίζοντας, ἔτσι κι αὐτοὶ σὰ μ' εἴδανε κοντά τους, χουμίζανε δακρύζοντας· καὶ φάνηκε στὸ νοῦ τους, σὰ νά 'ρθανε στὸν τόπο τους, στὸ πετρωτὸ τὸ Θιάκι, {{r|415}} ἐκεῖ ποὺ γεννηθήκανε κι ἐκεῖ ποὺ ἀνατραφῆκαν. Θρηνώντας τότες μοῦ 'πανε μὲ φτερωμένα λόγια·      “Ὁ γυρισμός σου, ὦ διόθρεφτε, τόση χαρὰ μᾶς δίνει, ὅση τὸ Θιάκι ἂ βλέπαμε, τὸ ποθητὸ νησί μας. Καὶ τώρα πές μας τὸ χαμὸ τῶν ἄλλω μας συντρόφων.” {{r|420}}      Καὶ τοὺς ἀπολογήθηκα μὲ μαλακὰ ἐγὼ λόγια· “Πρῶτα τὸ πλοῖο ἂς σύρουμε στὴ γῆς, κι ἂς κουβαλᾶμε μὲς στὶς σπηλιὲς τὰ πράματα καὶ τ' ἄρμενά μας ὅλα· κι ἐσεῖς μαζί μου νά 'ρθετε κατόπι τοιμαστῆτε, στῆς θεᾶς τῆς Κίρκης τὰ ἱερὰ παλάτια, γιὰ νὰ δῆτε {{r|425}} τοὺς φίλους ποὺ φαγοποτοῦν, τὶ ἔχουν ἐκεινοι ἀπ' ὅλα.”      Εἶπα, κι ἐκεῖνοι ἀκούσανε τὰ λόγια μου. Ἕνας ὅμως, ὁ Εὐρύλοχος, μοῦ μπόδιζε τοὺς ἄλλους τοὺς συντρόφους, καὶ φώναζέ τους, κι ἔλεγε μὲ λόγια φτερωμένα·       “Ποῦ πᾶτε, ὦ κακορίζικοι, τί συφορὲς ζητᾶτε, {{r|430}} καὶ θέτε νὰ μαζεύεστε στῆς Κίρκης τὰ παλάτια, ποὺ χοίρους θὰ μᾶς κάμη αὐτὴ καὶ λύκους καὶ λιοντάρια, νὰ τῆς φυλᾶμε τὸ λαμπρὸ παλάτι μὲ τὸ ζόρι, σὰν ποὺ ἔκαμε καὶ ὁ Κύκλωπας στὴ μάντρα του ὅταν μπῆκαν μέσα οἱ σύντρόφοι μας κι αὐτὸς ὁ ἀπόκοτος Δυσσέας, {{r|435}} ποὺ ἀπὸ τὴν τρέλλα του κι αὐτοὶ χαθήκανε καὶ πᾶνε.”      Εἶπε, κι ἐμένα μέσα μου μοῦ 'ρθε ἔτσι νὰ τραβήξω ἀπ' τὸ παχύ μου τὸ μερὶ τὴν κοφτερὴ τὴ σπάθα, μιὰ νὰ τοῦ δώσω, καὶ στὴ γῆς νὰ πέση ἡ κεφαλή του, κι ἂς ἤτανε καὶ συγγενὴς στενός μου· μὰ οἱ συντρόφοι {{r|440}} μὲ κράταγαν ἀπὸ παντοῦ μιλώντας μου μὲ γλύκα·      “Ἂς τὸν ἀφήσουμε πιὰ αὐτόν, θεογέννητε, ἂν ὁρίζης, νὰ μείνη στὸ κατάγιαλο καὶ νὰ φυλάη τὸ πλοῖο· κι ἐμᾶς στῆς Κίρκης τὰ ἱερὰ παλάτια ὁδήγησέ μας.”      Κι ἀπ' τὸ καράβι ἀνέβηκαν, κι ἀπ' τοῦ γιαλοῦ τὴν ἄκρη, {{r|445}} καὶ πίσω μήτ' ὁ Εὐρύλοχος δὲν ἔμεινε, μόν' πῆγε κι αὐτός, γιατί φοβήθηκε τὰ τρομερά μου λόγια.      Τοὺς ἄλλους πάλε φίλους μας μὲς στὰ παλάτια ἡ Κίρκη τοὺς ἔλουσε, τοὺς ἄλειψε μὲ τὸ παχὺ τὸ λάδι, τοὺς φόρεσε ὅλους μὲ κρουστὲς χλαμύδες καὶ χιτῶνες· {{r|450}} καὶ μέσα ἐκεῖ τοὺς βρήκαμε ποὺ τρώγανε καὶ πίναν. Καὶ βλέποντας καθένας τους καὶ νιώθοντας τὸν ἄλλον, στενάζανε καὶ κλαίγανε, ποὺ ἀχολογοῦσε ὁ πύργος.      Στάθηκε ὀμπρός μου ἡ τρίχαρη θεὰ καὶ μοῦ 'πε τότες· “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, {{r|455}} μὴν κλαῖτε καὶ μὴ δέρνεστε· κι ἐγὼ τὸ ξέρω πόσα μέσα στὶς ἄγριες θάλασσες παθήματα σας ἦρθαν, καὶ πόσα βάσανα στὴ γῆς ἀπὸ ἄδικους ἀνθρώπους. Ἐλᾶτε τώρα στὸ φαῒ καὶ στὸ κρασὶ καθίστε, ὥσπου νὰ ψυχοπιάσουνε τὰ σπλάχνα σας, καὶ νά 'στε {{r|460}} σὰν τότες ποὺ τ' ἀφήσατε τὸ πετρωτό σας Θιάκι, κι ὄχι σὰν τώρα μισεροὶ καὶ παραπονεμένοι, ποὺ ὅλο θυμᾶστε τ' ἄπειρα φριχτὰ πλανέματά σας, κι ὁ νοῦς σας ἀπὸ τὰ πολλὰ δεινὰ χαρὰ δὲν ξέρει.”      Αὐτά εἰπε, κι ἡ λεβέντικη, τὴν ἄκουσε ἡ ψυχή μας. {{r|465}} Καὶ μείναμε γλεντίζοντας ὁλάκερο ἕνα χρόνο μὲ τὰ περίσσια κρέατα καὶ τὸ γλυκὸ κρασί της. Μὰ ὁ χρόνος σάνε γύρισε μὲ τῶ μηνῶν τὸ διάβα, κι οἱ μέρες μεγαλώνανε, τότε οἱ καλοὶ συντρόφοι μὲ πήρανε παράμερα καὶ μίλησαν καὶ μοῦ 'παν· {{r|470}}      “Καιρὸς πιὰ τὴν πατρίδα μας νὰ θυμηθῆς, καημένε, γραφτό σου ἂν εἶναι νὰ σωθῆς καὶ ν' ἀξιωθῆς νᾶ φτάσης στὸ σπίτι σου τ' ὡριόχτιστο, στὴν πατρική σου χώρα.”      Αὐτά εἰπαν, καἱ ἡ λεβέντικη τοὺς ἄκουσε ψυχή μου, [ Καὶ τότε ἐκεῖ καθόμασταν ὁλήμερα ὡς τὸ γέρμα, {{r|475}} μ' ἄσωστο κρέας, μὲ γλυκὸ κρασὶ φαγοποτώντας· μὰ ὁ ἥλιος σὰ βασίλεψε κι ἁπλώθηκε σκοτάδι, οἱ ἄλλοι στὰ βαθιοΐσκιωτα πλαγιάσανε παλάτια. ] Κι ἐγὼ στῆς Κίρκης τὸ λαμπρὸ ἀνεβαίνοντας κρεβάτι, τὰ γόνατά της ἔπιασα καὶ τὴν παρακαλοῦσα, {{r|480}} κι ἄκουγε αὐτὴ τὰ φτερωτὰ ποὺ τῆς λαλοῦσα λόγια.·      “Ὦ Κίρκη, αὐτὸ ποὺ μοῦ 'ταξες καιρὸς νὰ τὸ τελέσης· στεῖλε με πιὰ στὸν τόπο μου· τὸ λαχταρεῖ ἡ ψυχή μου, τὸ λαχταροῦν κι οἱ φίλοι μου, ποὺ τὴν καρδιὰ μοῦ τρῶνε, κι ὁλόγυρα μου δέρνουνται κάθε ὥρα ποὺ ἐσὺ λείπεις.” {{r|485}}      Αὐτὰ εἶπα, κι ἡ πανέμορφη θεὰ μοῦ ἀπολογιέται· “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, δὲ θέλω πιὰ νὰ μένετε μὲ τὸ στανιὸ κοντά μου. Ὅμως κι ἕν' ἄλλο πρῶτα ἐσεῖς θὰ κάμετε ταξίδι·  στῆς Περσεφόνης τῆς σκληρῆς καὶ στοῦ Ἅδη τὰ λημέρια {{r|490}} θὰ πᾶτε, τὰ μελλούμενα ν' ἀκοῦστε ἀπ' τὸ Θηβαῖο τὸν Τειρεσία, τὸν τυφλὸ μάντη ποὺ ὁ νοῦς του ἀκόμα κρατιέται, τὶ κι ἂν πέθανε, τὴ γνώση ἡ Περσεφόνη τοῦ φύλαξε, καὶ δὲ γυρνάει σὰν ἴσκιος μὲ τοὺς ἄλλους.”      Αὐτὰ σὰν εἶπε, ἐμένανε ραγίστηκε ἡ καρδιά μου· {{r|495}} καὶ στὸ κλινάρι κάθισα καὶ τό 'ριξα στὸ κλάμα, καὶ μήτε ζωὴ μήτε ἥλιου φῶς δὲν ἤθελε ἡ ψυχή μου, Μὰ σὰ χαμοκυλίστηκα καὶ χόρτασα τὸ κλάμα, πάλε τῆς ξαναμίλησα καὶ ρώτηξά την κι εἶπα·       “Καὶ ποιὸς τὸ δρόμο αὑτὸ θὰ ρθῆ καὶ θὰ μᾶς δείξη, ὦ Κίρκη ; {{r|500}} Δὲν πῆγε μὲ πλεούμενο κανεὶς στὸν Ἅδη ἀκόμα.”      Αὐτὰ εἶπα, κι ἡ πανέμορφη θεὰ μοῦ ἀπολογιέται· “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, γιὰ ὁδηγητὴ μὴ νοιάζεσαι τοῦ μαύρου καραβιοῦ σου· στῆσ' τὸ κατάρτι, τέντωσε τ' ἄσπρα πανιά, καὶ κάθου· {{r|505}} θὰ σοῦ φυσήξη μιὰ ὁ Βοριᾶς, κι ἐκεῖ τὸ πλοῖο θὰ φέρη, Μὰ τὸ βαθὺ καθὼς διαβῆς Ὠκεανὸ καὶ φτάσης στὸν ἄγριον ὄχτο καὶ στ' ἀχνὰ τῆς Περσεφόνης δάσια, μὲ τὶς ἰτιὲς τὶς ἄκαρπες καὶ τὶς ψηλὲς τὶς λεῦκες,  ἄραξ' ἐκεῖ τὸ πλοῖο σου στοῦ Ὠκεανοῦ τὴν ἄκρη, {{r|510}} καὶ στοῦ Ἅδη κίνησε νὰ πᾶς τ' ἀραχνιασμένο σπίτι, Ἐκεῖ ὁ Πυριφλεγέθοντας στοῦ Ἀχέροντα τὸ ρέμα κυλιέται μὲ τὸν Κωκυτὸ ποὺ πέφτει ἀπὸ τὴ Στύγα, κι ὁ βράχος ποὺ βαρύβροντα τὰ δυὸ ποτάμια σμίγουν. Σὰ φτάσης, ὦ ἥρωα, κοντὰ στὸν τόπο ποὺ ἱστορῶ σου, {{r|515}} σκάψε ὡς μιὰ πήχη λάκκο ἐκεῖ τοῦ μάκρου καὶ τοῦ πλάτου καὶ χῦσε ὁλόγυρα σταλιὲς στοὺς πεθαμένους ὅλους, πρῶτα μελόνερο, ὕστερα γλυκὸ κρασί, καὶ τρίτο πάλε νερό· καὶ μὲ λευκὸ πασπάλιζέ τα ἀλεύρι·  καὶ λέγοντας πολλὲς εὐκὲς στ' ἀδύναμα κεφάλια {{r|520}} των πεθαμένων, τάξε τους πὼς ἅμα ἐρθῆς στὸ Θιάκι στείρα δαμάλα διαλεχτὴ στὸν πύργο σου θὰ σφάξης, καὶ πὼς θ' ἀνάψης τους πυρὰ γεμάτη ὡραῖα δῶρα, καὶ χώρια ἀρνὶ κατάμαυρο τοῦ Τειρεσία θὰ κόψης, τοῦ κοπαδιοῦ τὸ πιὸ καλὸ. Καὶ σὰν παρακαλέσης μὲ προσευχὲς τὰ δοξαστὰ τῶν πεθαμένων πλήθια, {{r|525}} σφαχτὸ κριάρι πρόσφερε καὶ μαύρη προβατίνα γυρνώντας τα πρὸς τὸ Ἔρεβος· μὰ γύρνα ἐσὺ ἀποκεῖθε, κι ἀντίκρυζε τοῦ ποταμοῦ τοὺς ὄχτους· τότες θά 'ρθουν αὐτοῦ σιμά σου πάμπολλες ψυχὲς τῶν πεθαμένων,  Βάλε καὶ τοὺς συντρόφους σου νὰ γδάρουν καὶ νὰ κάψουν {{r|530}} τ' ἀρνια ποὺ τά 'χει ἀλύπητο μαχαίρι ἐκεῖ ριγμένα, καὶ προσευκὲς νὰ κάμουνε στοὺς δυὸ θεούς, στὸν Ἅδη τὸ φοβερό, καὶ στὴ σκληρὴ συνάμα Περσεφόνη· κι ἐσὺ, ἀπ' τὴ μέση σέρνοντας τὸ κοφτερὸ σπαθί σου, κάθου, καὶ διῶχνε τῶ νεκρῶν τ' ἀδύναμα κεφάλια {{r|535}} μακριὰ ἀπ' τὸ αἶμα, ὡς ν' ἀκουστῆ τοῦ Τειρεσία ὁ λόγος, Κι εὐτὺς ὁ μάντης θὰ φανῆ καὶ θὰ σοῦ πῆ, ὦ ἀφέντη, τοῦ δρόμου τὰ μετρήματα, καὶ ποῦθε θὰ περάσης τὰ πέλαα τὰ πολύψαρα στὴ γῆς σου νὰ γυρίσης,”       Αὐτὰ εἶπε, κι ἡ χρυσόθρονη σὰν πρόβαλε ἡ Αὐγούλα, {{r|540}} μὲ πῆρε καὶ μὲ φόρεσε χιτώνα καὶ χλαμύδα· κι ἴδια της φόρεμα ἔβαλε περίλαμπρο, μεγάλο, ψιλόφαντο καὶ λιμπιστό· κατόπι ὡριὸ ζουνάρι ὁλόχρυσο στὴ μέση της, καὶ σκέπη στὸ κεφάλι, Τότες στοὺς πύργους μπῆκα ἐγώ, κι ἕνα ἕνα τοὺς συντρόφους {{r|545}} παρακινοῦσα ἀπὸ κοντὰ μὲ λόγια μελωμένα.      “Μὴν πιὰ βαθιὰ ἀνεσαίνετε μὲς στὸ γλυκὸ τὸν ὕπνο, μόν' πᾶμε· ἡ Κίρκη ἡ δέσποινα μοῦ ὁρμήνεψε τὸ δρόμο.”      Τοὺς εἶπα, κι ἡ λεβέντικη μὲ ὑπάκουσε ψυχή τους,  Μὰ κι ἀποκεῖθε ἀπείραχτους δὲν πῆρα τοὺς συντρόφους· {{r|550}} κάποιος, ὁ Ἐλπήνορας, μικρός, κι ὄχι ἄντρας στοὺς πολέμους, μήτε καὶ στὰ μυαλὰ γερός, παράμερα ἀπ' τοὺς ἄλλους εἶχε πλαγιάσει στὴ σκεπὴ τῶν παλατιῶν τῆς Κίρκης, δροσιὰ νὰ βρῆ μὲ τοῦ κρασιοῦ τὸ βάρος ζαλισμένος. Μὰ ἀκούγοντας τὸ σάλαγο ποὺ φεύγανε οἱ συντρόφοι, {{r|555}} πετιέται ἀπάνω· ἀστόχησε νὰ κατεβῆ ἀπ' τὴ σκάλα ξανὰ τὴν ἁψηλή, κι ὀμπρὸς ἴσια τραβώντας πέφτει ἀπὸ τὴ στέγη· ὁ σβέρκος του ἔσπασε ἀπ' τὰ σφοντύλια, κι ἀμέσως στοῦ Ἅδη τοὺς βυθοὺς κατέβηκε ἡ ψυχή του.       Στὸ δρόμο ποὺ πηγαίναμε τοὺς εἶπα αὐτὰ τὰ λόγια· {{r|560}} “Θὰ λέτε δὰ στὰ σπίτια μας καὶ στὴν καλὴ πατρίδα πὼς πᾶμε· ὅμως μᾶς ὅρισε ἄλλο ταξίδι ἡ Κίρκη, στῆς Περσεφόνης τῆς σκληρῆς καὶ στοῦ Ἅδη τὰ λημέρια, τοὺς λόγους γιὰ ν' ἀκούσουμε τοῦ μάντη Τειρεσία.”      Αὐτὰ εἶπα, καὶ στὰ λόγια μου ραγίστηκε ἡ καρδιά τους· {{r|565}} καὶ κάθισαν καὶ κλαίγανε, μαδώντας τὰ μαλλιά τους, μὰ τί ὄφελος τοὺς ἔφερνε τὸ τόσο μοιρολόγι;      Σὰν ἤρθαμε στ' ἀκρόγιαλο καὶ στὸ γοργὸ καράβι, βαριοθλιμμένοι, καὶ πικρὰ χύνοντας δάκρυα ἀκόμα,  στὸ μαυροκάραβο ἔρχεται καὶ κριάρι δένει ἡ Κίρκη, {{r|570}} μὲ προβατίνα ὁλόμαυρη, κι ἀγνώριστη διαβαίνει. Καὶ ποιός ἀγνάντεψε θεὸ χωρὶς αὐτὸς νὰ θέλη, γιά κατεδῶθε ξεκινάει, γιά κατακεῖθε φεύγει; </poem> 0nfo4l3uy00zfex74zatpjh664ghbt0 Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/λ 0 15744 166723 93722 2026-06-26T19:24:25Z Nikos1nikos1 15046 κάθε 5 στίχους {{r|5}} 166723 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία λ | επόμενο = [[../μ|Ραψωδία μ]] | προηγούμενο= [[../κ|Ραψωδία κ]] | σημειώσεις = }} <poem> Καὶ στὸ γιαλὸ σὰν ἤρθαμε καὶ στὸ γοργὸ καράβι, πρῶτα ἀπ' τὴ γῆς τὰ σύραμε στὴν ὥρια κυματοῦσα, καὶ τὸ κατάρτι στήσαμε καὶ τὰ πανιά του ἀπάνω, καὶ πήραμε καὶ βάλαμε τὰ πρόβατα· καὶ μέσα κι ἐμεῖς θλιμμένοι μπήκαμε πικρὰ χύνοντας δάκρυα. {{r|5}} Καὶ πίσω ἀπ' τὸ μαυρόπλωρο καράβι στέλνει ἡ Κίρκη ἡ φοβερὴ κι ἡ ὡριόμαλλη κι ἡ ἀνθρωπολαλοῦσα, πρύμο καλὸ καὶ φιλικὸ ποὺ τὰ πανιὰ φουσκῶναν. Καὶ τ' ἄρμενα σὰ σιάξαμε, καθίσαμε, κι ὁδήγα ὁ ἀγέρας τὸ καράβι μας μαζὶ μὲ τὸν ποδότη. {{r|10}} Μὲ τεντωμένα τὰ πανιὰ ἀρμενίζαμε ὁλημέρα, μὰ ὁ ἥλιος σὰ βασίλεψε κι ἀπόσκιωναν οἱ δρόμοι, στοῦ τρίσβαθου βρεθήκαμε τοῦ Ὠκεανοῦ τὶς ἄκρες, ἐκεῖ ποὺ τῶν Κιμμεριωτῶν εἶν' ὁ λαὸς κι ἡ χώρα, ποὺ καταχνιὰ καὶ σύγνεφα γιὰ πάντα τοὺς σκεπάζουν, {{r|15}} καὶ τοῦ ἥλιου τοῦ χρυσόλαμπρου δὲν τοὺς θωροῦν οἱ ἀχτίδες, μήτε πρὸς τ' ἀστερόσπαρτα σὰν ἀνεβαίνη οὐράνια, μήτ' ἀπ' τὰ ὕψη τ' οὐρανοῦ στὴ γῆς σὰν κατεβαίνη, μόνε τοὺς ἄμοιρους φριχτὴ πλακώνει πάντα νύχτα. Ἤρθαμε αὐτοῦ κι ἀράξαμε, καὶ βγάλαμε τ' ἀρνιά μας, {{r|20}} καὶ τότες ἀκλουθήσαμε τοῦ Ὠκεανοῦ τὸ ρέμα, ὥσπου στὸ μέρος φτάσαμε ποὺ ἡ Κίρκη εἶχε ὁρμηνέψει. Ἐκεῖ σφαχτὰ ὁ Εὐρυλοχος κι ὁ Περιμήδης φέραν, κι ἐγὼ ἔσυρα τὸ κοφτερὸ σπαθὶ ἀπὸ τὸ πλευρό μου, κι ἔσκαψα λάκκο ὡς πήχη μιά, τοῦ μάκρου καὶ τοῦ πλάτου· {{r|25}} καὶ χύνω ὁλόγυρα σταλιὲς στοὺς πεθαμένους ὅλους, πρῶτα μελόνερο, ὕστερα γλυκὸ κρασί, καὶ τρίτο πάλε νερό· καὶ μὲ λευκὸ τὰ πασπαλίζω ἀλεύρι· καὶ λέγοντας πολλὲς εὐκὲς στ' ἀδύναμα κεφάλια τῶν πεθαμένων, ἔταξα πὼς ἅμα ἐρθῶ στὸ Θιάκι {{r|30}} στείρα δαμάλα διαλεχτὴ στὸν πύργο μου θὰ σφάξω, καὶ πὼς θ' ἀνάψω τους πυρὰ γεμάτη ὡραῖα δῶρα, καὶ χώρια ἀρνὶ κατάμαυρο τοῦ Τειρεσία θὰ κόψω, τοῦ κοπαδιοῦ τὸ πιὸ καλό. Καὶ τῶν νεκρῶν τὰ πλήθια μὲ τάματα καὶ προσευκὲς θερμοπαρακαλώντας, πῆρα τ' ἀρνιὰ καὶ τά 'σφαξα στὸ λάκκο· καὶ τὸ αἷμα {{r|35}} ἔτρεχε ὁλόμαυρο. Ἄρχισαν τῶν πεθαμένων τότες καὶ μαζευόνταν οἱ ψυχὲς ἀπ' τὸ Ἔρεβος τὸ μαῦρο, νύφες ἀντάμα κι ἄγουροι, τυραννισμένοι γέροι, παρθένες κόρες τρυφερές, νεοθλιμμένες ὅλες, κι ἄντρες πολλοὶ ἀπὸ χάλκινα κοντάρια λαβωμένοι, {{r|40}} νεκροὶ ποὺ εἴχανε τ' ἄρματα μὲ τὸ αἷμα τους βαμμένα κι ἐδῶθε ἐκεῖθε ἀρίθμητοι γύρω στὸ λάκκο ἐρχόνταν, μὲ ἀχὸ πολύ, καὶ μ' ἔπιανε χλωμὸς ἐμένα φόβος. Τότε εἶπα στοὺς συντρόφους μου νὰ γδάρουν καὶ νὰ κάψουν τ' ἀρνιὰ ποὺ τά 'χε ἀλύπητο μαχαίρι ἐκεῖ ριγμένα, {{r|45}} καὶ προσευκὲς νὰ κάμουνε στοὺς δυὸ θεοὺς, στὸν Ἅδη τὸ φοβερό, καὶ στὴ σκληρὴ συνάμα Περσεφόνη· κι ἐγώ, ἀπ' τὴ μέση σέρνοντας τὸ κοφτερὸ σπαθί μου, τῶν πεθαμένων ἔδιωχνα τ' ἀδύναμα κεφάλια, μακριὰ ἀπ' τὸ αἷμα, ὡς ν' ἀκουστῆ τοῦ Τειρεσία ὁ λόγος.  {{r|50}} Πρώτη τοῦ Ἐλπήνορα ἡ ψυχὴ μᾶς ἦρθε, τοῦ συντρόφου, τί ἀκόμα μὲς στὴ μαύρη γῆς δὲν ἤτανε θαμμένος, ποὺ ἐμεῖς τὸ σῶμα ἀφήκαμε στῆς Κίρκης τὰ παλάτια, ἄκλαυτο κι ἄθαφτο, γιατὶ μᾶς ἔβιαζε ἄλλος μόχτος. Τὸν εἶδα, καὶ δακρύσανε τὰ μάτια μου ἀπ' τὸν πόνο {{r|55}} καὶ φώναξά τον, κι εἶπα του μὲ φτερωμένα λόγια· “Ἐλπήνορα, πῶς ἔφτασες μὲς στὰ βαθιὰ σκοτάδια πεζός, κι ἐμένα πρόκαμες, ποὺ μὲ καράβι ἐρχόμουν;” Εἶπα, καὶ βαριοστέναξε κι ἀπολογήθη ἐκεῖνος· “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, {{r|60}} θεοῦ κατάρα, καὶ πιοτὸ περίσσιο μ' ἀφανίσαν· ἀστόχησα, σὰν πλάγιασα στῆς Κίρκης τὰ παλάτια, κι ἀντὶς ξανὰ ἀπ' τήν ἁψηλὴ νὰ κατεβῶ τὴ σκάλα, ἐγὼ μπροστά μου ὁλόϊσα τράβηξα κι ἀπ' τὴ στέγη κάτου ἔπεσα, κι ὁ σβέρκος μου ἔσπασε ἀπ' τὰ σφοντύλια, {{r|65}} κι ἀμέσως στοῦ Ἅδη τοὺς βυθοὺς κατέβηκε ἡ ψυχή μου. Μὰ τώρα, στ' ὄνομα ἐκεινῶν ποὺ ἀκόμα ἐδῶ δὲν ἦρθαν, τῆς σύγκοιτης, καὶ τοῦ γονιοῦ ποὺ σ' ἔθρεφε μικρούλη, καὶ τοῦ Τηλέμαχου, ποὺ ἐκεῖ μονάχο τὸν ἀφῆκες,— γιατὶ ξέρω, γυρίζοντας ἀπ' τοῦ Ἅδη τὰ λημέρια, στῆς Αἴας πάλε τὸ νησὶ θ' ἀράξης τὸ καράβι, — {{r|70}} παρακαλῶ σε, ὦ βασιλιά, θυμήσου με σὰ φτάσης, μὴ φύγης κι ἄκλαυτο, ἄθαφτο μ' ἀφήσης ἐκεῖ πέρα, καὶ γίνω αἰτία νὰ ὀργιστῆ κανένας θεὸς μαζί σου. Μόν' πάρε με καὶ κάψε με μαζὶ μὲ τ' ἄρματά μου, καὶ βάλε στὸν ἀφρόλευκο γιαλὸ κοντὰ μνημούρι, {{r|75}} νὰ μὲ πονοῦν τὸν ἄμοιρο κατόπι ὅσοι τὸ βλέπουν κάμε μου αὐτά, καὶ τὸ κουπὶ στὸ μνῆμα ἀπάνω στῆσε τὸ ἴδιο ποὺ ζώντας ἔλαμνα μαζὶ μὲ τοὺς συντρόφους.” Εἶπε, κι ἐγὼ τοῦ μίλησα κι ἀπολογήθηκά του· “Ὅλα, ὅσα μοῦ 'πες, ἄμοιρε, σωστὰ θὰ σοῦ τὰ κάμω,”  {{r|80}} Τέτοιες κουβέντες θλιβερὲς κάναμε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, ἐγὼ ἀπ' τὴ μιὰ τὴ σπάθα μου κρατώντας στὸ αἷμ' ἀπάνω, τὸ φάντασμα τοῦ Ἐλπήνορα λαλώντας ἀπ' τὴν ἄλλη. Κι ἦρθε σιμὰ τότε ἡ ψυχὴ τῆς πεθαμένης μάνας, τοῦ ἀντρόψυχου τοῦ Αυτόλυκου ἡ θυγατέρα Ἀντίκλεια, {{r|85}} ποὺ τὴν ἀφῆκα ζωντανὴ σὰ μίσευα στὴν Τροία. Τὴν εἶδα ἐγὼ καὶ δάκρυσα, καὶ πόνεσε ἡ καρδιά μου· ὡς τόσο δὲν τὴν ἄφηνα τὸ αἷμα νὰ ζυγώση, ὅσο πολὺ κι ἂν θλίβομουν, πρὶ μοῦ μιλήση ὁ μάντης. Καὶ τοῦ Θηβαίου ἦρθε σιμὰ ἡ ψυχὴ τοῦ Τειρεσία, {{r|90}} καὶ κράταε τὸ χρυσὸ ραβδί· μὲ γνώρισε, καὶ μοῦ 'πε· “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, τί ἀφῆκες, ὦ κακόμοιρε, τὸ φῶς τοῦ ἥλιου κι ἦρθες νὰ δῆς νεκροὺς κι αὐτὸν ἐδῶ, τὸν ἄχαρο τὸν κόσμο ; Φεύγα ἀπ' τὸ λάκκο, μέριασε τὸ κοφτερὸ σπαθί σου, {{r|95}} αἷμα νὰ πιῶ, καὶ νὰ σοῦ πῶ κατόπι τὴν ἀλήθεια.” Εἶπε, κι ἐγὼ τραβήχτηκα, καὶ στὸ φηκάρι χώνω τ' ἀργυροκάρφωτο σπαθί· κι αἷμα σὰν ἤπιε μαῦρο, ὁ μέγας μάντης λάλησε κι αὐτὰ τὰ λόγια μοῦ 'πε· “Γλυκειὰ πατρίδα μελετᾶς, θεόλαμπρε Ὀδυσσέα· {{r|100}} ὅμως σὲ μάχεται ὁ θεός· θαρρῶ πὼς δὲν ξεφεύγεις τὸν Κοσμοσείστη, ποὺ θυμὸ γιὰ σένα μέσα του ἔχει, καὶ βράζει ἀπὸ τὴ μάνητα, ποὺ τύφλωσες τὸ γιό του. Μὰ πάλε ὅσα κι ἂν πάθετε, θὰ φτάσετε ἂν θελήσης, νὰ βασταχτῆς, κι ἐσὺ κι αὐτοὶ οἱ συντρόφοι σου, ἅμα πᾶτε {{r|105}} στῆς Θρινακίας τὸ νησὶ μὲ τὸ καλόφτιαστό σου καράβι, πίσω ἀφήνοντας τὰ μενεξιὰ πελάγη· θὰ βρῆτε ἐκεῖ νὰ βόσκουνε τὰ πρόβατα καὶ βόδια τοῦ Ἥλιου, ποὺ ἀποπάνωθε βλέπει κι ἀκούει τὰ πάντα. Αὐτὰ ἂν ἀφήσης ἄβλαβα, κι ἂν θὲς τὸ γυρισμό σου, {{r|110}} ὅσο πολλὰ κι ἂν πάθετε πάλε στὸ Θιάκι πᾶτε· μὰ ἂν τὰ πειράξης, πρόσμενε ξολοθρεμὸ στὸ πλοῖο καὶ στοὺς συντρόφους κι ἴδιος σου ἂ σωθῆς, θὰ κακοφτάσης ἀργά, μὲ δίχως σύντροφο, καὶ μὲ καράβι ξένο. Καὶ θά 'βρης μὲς στὸ σπίτι σου μεγάλα κακοπάθια· {{r|115}} ἄντρες ἀπόκοτους θὰ βρῆς νὰ καταλοῦν τὸ βιός σου, μὲ δῶρα τ' ὥριο ταίρι σου νὰ πάρουν πολεμώντας. Ὅμως γι' αὐτὰ θὰ γδικιωθῆς, σοῦ λέω ἐγώ, σὰ φτάσης· κι ἀφοῦ μὲς στὰ παλάτια σου χαλάσης τοὺς μνηστῆρες, μὲ ἀπάτη ἢ κι ὁλοφάνερα μὲ κοφτερὸ λεπίδι, {{r|120}} θὰ σύρης τότε παίρνοντας τὸ δυνατὸ κουπί σου, νὰ πᾶς στὴ χώρα τῶν ἀντρῶν ποὺ θάλασσα δὲν ξέρουν, καὶ ποὺ φαῒ δὲν συνηθοῦν νὰ τρῶνε ἁλατισμένο, καὶ μήτε κοκκινόπλωρα καράβια αὐτοὶ γνωρίζουν, μήτε τὰ δυνατὰ κουπιά, πού 'ναι φτερὰ τῶν πλοίων. {{r|125}} Νά, καὶ σημάδι ξάστερο, ποὺ δὲ θὰ σοῦ ξεφύγη· σὰν ἀνταμώσης ἄλλονε στὸ δρόμο ταξιδιώτη, καὶ λέει δικράνι πὼς βαστᾶς στὸν ὥριο σου τὸν ὦμο, τότες τὸ δυνατὸ κουπὶ μπῆξε στὴ γῆς, καὶ κάμε καλόδεχτες θυσίες ἐκεῖ στὸ ρήγα Ποσειδώνα, {{r|130}} κριάρι, ταῦρο σφάζοντας, κι ἀγριόχοιρο βαρβάτο· καὶ γύρνα στὴν πατρίδα σου ἑκατοβοδιὲς νὰ κάμης ἱερὲς γιὰ τοὺς ἀθάνατους ποὺ ὁρίζουνε τὰ οὐράνια, μὲ τὴ σειρὰ τοῦ καθενοῦ· κι ὁ θάνατος θὰ σοῦ 'ρθη ὄξω ἀπὸ θάλασσα, ἀλαφρός, καὶ θὰ σε γλυκοπάρη {{r|135}} μὲς στὰ καλὰ γεράματα, ποὺ ὁλόγυρα οἱ λαοί σου θὰ χαίρουνται καλοτυχιά. Σοῦ 'πα ὅλη τὴν ἀλήθεια.” Αὐτἀ εἶπε, κι ἐγὼ γύρισα κι ἀπολογήθηκά του· “Ἔτσι θὰ τά 'χουνε οἱ θεοὶ κλωσμένα, ὦ Τειρεσία. Μὰ πές μου τώρα ξάστερα κι αὐτό· τῆς πεθαμένης {{r|140}} μανούλας μου, νά, τὴν ψυχὴ ἐδῶ βλέπω καθισμένη σιμὰ στὸ αἷμα ἀμίλητη, καὶ δὲ γυρνάει, τοῦ γιου της νὰ δῆ τὴν ὄψη ἀγνάντια της, καὶ νὰ τοῦ προσμιλήση. Πῶς ἆραγες θὰ μ' ἔνιωθε πὼς εἶμαι τὸ παιδί της;” Εἶπα, κι ὁ μάντης γύρισε κι ἀπολογήθη ἀμέσως· {{r|145}} “Εὔκολο πρᾶμα θὰ σοῦ πῶ, καὶ κράτα το στὸ νοῦ σου· ὅποιον ἀπ' τοὺς νεκροὺς νὰ ρθῆ σιμὰ στὸ αἷμα ἀφήσης, αὐτὸς ἀλήθειες θὰ σοῦ πῆ· μὰ ὅποιονε ἐσὺ διώχνεις, αὐτὸς τραβιέται μακριὰ καὶ ξαναφεύγει πίσω.” Σὰν εἶπε αὐτά, κι ὁρμήνεψε τὴ μοῖρα ὁ Τειρεσίας, {{r|150}} στὸν Ἅδη ξαναγύρισε· ὡς τόσο ἐγὼ στεκόμουν ὡσότου ἡ μάνα ζύγωσε καὶ μαῦρο ρούφηξε αἷμα· καὶ τότ' εὐτὺς μὲ γνώρισε καὶ μοῦ 'κρενε θρηνώντας·   “Πῶς ἦρθες, γιέ μου, ζωντανὸς στὰ μαῦρα αὐτὰ σκοτάδια; {{r|155}} Δύσκολο γιὰ τοὺς ζωντανοὺς νὰ δοῦνε αὐτὰ ἐδῶ κάτω. [ Τρανοὶ στὴ μέση ποταμοὶ καὶ φοβερὰ ποτάμια· καὶ πρῶτ' ἀπ' ὅλα ὁ Ὠκεανός, ποὺ νὰ διαβῆ κανένας πεζὸς δὲ δύνεται, χωρὶς καλόφτιαστο καράβι.] Τάχ' ἀπ' τὴν Τροία ξέπεσες ἐδῶ μὲ τοὺς συντρόφους, {{r|160}} πολὺ σάνε πλανήθηκες μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα, κι ἀκόμα στὰ παλάτια σου τὸ ταίρι σου δὲν εἶδες ;” Αὐτά εἰπε, κι ἐγὼ μίλησα κι ἀπολογήθηκά της. “Μάνα μου, ἀνάγκη μ' ἔφερε στὸν Ἅδη νὰ ρωτήξω τὴ μοῖρα μου ἀπ' τὸ θεϊκὸ Θηβαῖο, τὸν Τειρεσία· {{r|165}} τὶ ἀκόμα ἐγὼ δὲν ἄγγιξα τῶν Ἀχαιῶν τὴ χώρα, μηδὲ στὴ γῆς μου πάτησα, παρὰ ὅλο ἐρμοπλανιέμαι, . ἀφόντας μὲ τὸ θεϊκὸ Ἀγαμέμνονα εἶχα φύγει γιὰ τὸ Ἴλιο τ' ἀλογάρικο, τοὺς Τρῶες νὰ πολεμήσω. Ὡς τόσο, πές μου ξάστερα καὶ ξήγησέ μου ἐτοῦτο· {{r|170}} πῶς σοῦ 'ρθε ὁ κορμοτεντωτὴς ὁ Χάρος καὶ σὲ πῆρε ; νά 'ταν ἀρρώστια μακρινὴ, γιὰ ἡ Ἄρτεμη ἡ τοξεύτρα μὲ τὶς ψιλὲς σαγίτες της ἦρθε νὰ σὲ σκοτώση ; Πές μου καὶ γιὰ τὸν κύρη μου, καὶ γιὰ τὸ γιὸ ποὺ ἀφῆκα, ἂν τὰ πρωτάτα μοῦ κρατοῦν ἀκόμα αὐτοί, γιά κάποιος {{r|175}} ἄλλος τὰ πῆρε, καὶ θαρροῦν πὼς πιὰ δὲ θὰ γυρίσω. Πές μου καὶ τῆς γυναίκας μου ποιά 'ναι ἡ βουλὴ κι ἡ γνώμη· κάθεται πάντα μὲ τὸ γιὸ καὶ κυβερνάει τὸ σπίτι, ἢ τάχα τὴν παντρεύτηκε Ἀχαιὸς ἀπ' τοὺς προυχόντους ;” Καὶ τότε ἡ κερὰ μάνα μου μοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· {{r|180}} “Μ' ἁπομονὴ περίσσια αὐτὴ στοὺς πύργους μέσα κλειέται, καὶ μαῦρες μέρες καὶ νυχτιὲς περνάει καὶ χύνει δάκρυα. Καὶ μήτε τὰ πρωτάτα σου κανεὶς δὲν πῆρε ἀκόμα, παρὰ ἥσυχα ὁ Τηλέμαχος φυλάει τ' ἀρχοντικά σου, καὶ πάντα τόνε προσκαλοῦν στὰ μοιραστὰ τραπέζια, {{r|185}} σὰν ποὺ ταιριάζει σὲ κριτή· κι ὁ γέρος σου ὁ πατέρας μένει καὶ ζῆ στὴν ἐξοχή, καὶ δὲν πατάει ποτές του στὴ χώρα, μήτε χαίρεται κλινάρια μὲ στρωσίδια, καὶ μὲ λαμπρὰ παπλώματα, μόν' πέφτει τὸ χειμώνα στὸ σπίτι μὲ τοὺς δούλους του πὰς στῆς γωνιᾶς τὴ στάχτη, {{r|190}} κι ἔχει μὲ ροῦχα ταπεινὰ ντυμένο τὸ κορμί του· τὸ θέρος καὶ τὸ καρπερὸ χινόπωρο σὰν ἔρθη, πηγαίνει τὸν ἀνήφορο στ' ἀμπελοχώραφό του, κι ἔχει παντοῦ κρεβάτι του τὰ σκόρπια φύλλα χάμου. Κοίτετ' ἐκεῖ καὶ χολοσκάει κι ὁ πόνος του πληθαίνει {{r|195}} ποθώντας σε, καὶ γερατειὰ κακὰ τὸν βασανίζουν. Ἔτσι ἀφανίστηκα κι ἐγὼ, κι ἦρθε μὲ πῆρε ὁ Χάρος· μήτε ἡ τοξεύτρα ἡ Ἄρτεμη πὄχει ἄσφαλτο τὸ μάτι, μὲ τὶς ψιλὲς σαγίτες της δὲν ἦρθε νὰ μὲ κρούση, καὶ μήτε ἀρρώστια φοβερὴ καμιὰ δὲ μοῦ εἶχε πέσει, {{r|200}} νὰ μοῦ μαράνη τὸ κορμὶ καὶ πάρη τὴν ψυχή μου· μόν' ὁ καημός σου κι ἡ ἔννοια σου, μὰ κι ἡ καλή σου ἡ γνώμη μοῦ σβῆσαν τὴ γλυκειὰ ζωή, πανάκριβε Ὀδυσσέα.” Αὐτά εἰπε, κι ἐγὼ τό 'θελα κι ἀνάδευα στὸ νοῦ μου νὰ τὴν ἀδράξω τὴν ψυχὴ τῆς πεθαμένης μάνας. {{r|205}} Τρεῖς φορὲς χύθηκα μὲ ὁρμὴ ν' ἀδράξω την ποθώντας, καὶ τρεῖς φορὲς μὲ ξέφυγε σὰν ὄνειρο, σὰν ἴσκιος· καὶ μὲς στὰ σπλάχνα μου ἔκανε πιὸ κοφτερὸ τὸν πόνο, Φώναξα τότες κι εἶπα της μὲ φτερωμένα λόγια· “Μάνα, γιατὶ δὲ στέκεσαι ποὺ θέλω νὰ σ' ἀδράξω, {{r|210}} νὰ κρατηθοῦμε ἀγκαλιαστὰ μέσα στὸν Ἅδη οἱ δυό μας νὰ βροῦμε κἂν παρηγοριὰ στὸ κρύο τὸ μοιρολόγι ; Γιὰ τάχα νά 'σαι φάντασμα ποὺ ἡ θεία ἡ Περσεφόνη, μοῦ ' στειλε, ἀκόμα πιὸ πικρὰ γιὰ νὰ βαριοστενάζω ;” Εἶπα, κι ἡ μάνα μου ἡ καλὴ μοῦ ἀπολογήθη ἀμέσως {{r|215}} “Ἀλλοίς, παιδί μου, ποὺ ἄτυχος τόσο δὲ βρέθηκε ἄλλος· ὄχι, τοῦ Δία δὲ σὲ γελάει ἡ κόρη ἡ Περσεφόνη, μόν' εἶναι τέτοια τοῦ θνητοῦ σὰν ἀποθάνη ἡ μοῖρα· τὶ οἱ σάρκες καὶ τὰ κόκκαλα νευρόδετα δὲ μένουν, μόν' τ' ἀφανίζει τῆς φωτιᾶς ἡ λυσσασμένη φλόγα, {{r|220}} ἅμα ἀπὸ τ' ἄσπρα κόκκαλα ἡ πνοή μας φύγη πρῶτα κι ἀνοίξη τὰ φτερὰ καὶ πάη σὰν ὄνειρο ἡ ψυχή μας, Μὰ τρέξε πάλε πρὸς τὸ φῶς, καὶ μάθε τα ὅλα τοῦτα νὰ τὰ δηγέσαι ἀργότερα κι ἐσὺ τῆς σύγκοιτής σου.” Ἐμεῖς ἔτσι μιλούσαμε καὶ νὰ, ἦρθαν οἱ γυναῖκες {{r|225}} ποὺ ἡ Περσεφόνη ἡ θεϊκιὰ τὶς εἶχε ἐκεῖ σταλμένες, ὅλες μεγάλων σύγκοιτες λεβέντηδων καὶ κόρες. Γύρω καθὼς μαζεύουνταν αὐτὲς στὸ μαῦρο τὸ αἷμα, πὼς νὰ ρωτήξω καθεμιὰ στὸ νοῦ μου ἀναγυρνοῦσα. Κι αὐτὸς ὁ τρόπος πιὸ σωστὸς στὸ λογισμό μου φάνη· {{r|230}} τραβώντας τὸ μακρὺ σπαθὶ ἀπ' τὸ χοντρὸ μερί μου, ὅλες μαζὶ δὲν ἄφηνα τὸ αἷμα νὰ πιοῦν τὸ μαῦρο. Κι αὐτὲς ἀράδα ἐρχόντουσαν, καὶ καθεμιὰ μοῦ ξήγα τὸ γένος καὶ τὰ φύτρα της καθὼς τὴν ἐρωτοῦσα. Καὶ πρώτη ἐκεῖ 'δα τὴν Τυρὼ τὴν καλογεννημένη, {{r|235}} ποὺ ἔλεγε γόνος τοῦ λαμπροῦ πὼς ἦταν Σαλμωνέα, καὶ πὼς τὴν εἶχε ταίρι του τοῦ Αἰόλου ὁ γιὸς Κρηθέας. Τὸν Ἐνιπέα ἀγάπησε τὸν ποταμὸ τὸ θεῖο, ποὺ ἦταν ἀπ' ὅλους πιὸ ὄμορφος τοὺς ποταμούς τοῦ κόσμου, καὶ στοὺς πανώριους ὄχτους του συνήθαε νὰ πλανιέται, {{r|240}} Μ' ἐκεῖνον μοιάζοντας τῆς γῆς ὁ σαλευτὴς καὶ ζώστης, σιμά της στοῦ ἀφροκύλιστου τοῦ ποταμοῦ τὸ στόμα πλάγιασε· κῦμα σκοτεινὸ τοὺς ἔζωσε σὰν ὄρος γερτό, νὰ κρύψη τὸ θεὸ καὶ τὴ θνητὴ γυναίκα. Ἐκεῖ ὁ θεὸς τῆς ἔλυσε τῆς παρθενιᾶς τὴ ζώνη, {{r|245}} τὴν κοίμισε, καὶ τοῦ ἔρωτα σὰν τέλεσε τὸ ἔργο, τὸ χέρι της γλυκόσφιξε, καὶ φώναξέ την κι εἶπε· “Χαίρου ποὺ ἐγὼ σ' ἀγκάλιασα· κι ἅμα γυρίση ὁ χρόνος, θά 'χης πανόμορφα παιδιά, τὶ τῶν θεῶν ἡ ἀγάπη δὲν πάει τοῦ κάκου· νοιάζου τα καὶ μοσκανάθρεφέ τα, {{r|250}} Πήγαινε τώρα σύχαζε, καὶ μὴν τὸ ξεστομίσης· μὰ ὁ Ποσειδώνας, ξέρε το, ἐγώ 'μαι ὁ κοσμοσείστης.” Αὐτὰ εἰπε, καὶ στὴν θάλασσα βουτάει τὴν κυματοῦσα. Κι ἐκείνη γέννησε τοὺς δυό, Πελία καὶ Νηλέα, ποὺ ἥρωες βγήκανε πιστοὶ τοῦ Δία τοῦ μεγάλου· {{r|255}} στὴν Ἰωλκὸ βασίλεψεν ὁ θεόπλουτος Πελίας, στὴν Πύλο τὴν ἀμμουδερὴ ὁ ἥρωας ὁ Νηλέας, Κι ἀκόμα ἡ ρήγισσα Τυρὼ γέννησε του Κρηθέα, τὸν Αἴσονα, τὸν ἁμαξὰ Ἀμυθάονα, τὸ Φέρη. Εἶδα κατόπι τοῦ Ἀσωποῦ τὴν κόρη, τὴν Ἀντιόπη· {{r|260}} κι αὐτὴ στοῦ Διὸς τὴν ἀγκαλιὰ καυκιόταν πὼς κοιμήθη, καὶ δυὸ παιδιὰ γεννήθηκαν, ὁ Ἀμφίονας κι ὁ Ζῆθος· τὴ Θήβα τὴν ἑφτάπορτη πρωτόχτισαν ἐκεῖνοι, καὶ τὴν πυργῶσαν, τὶ ἄπυργοι δὲ δύνονταν νὰ ζήσουν στὴ Θήβα τὴν ἁπλόχωρη, κι ἂς ἦταν ἀντρειωμένοι. {{r|265}} Εἶδα καὶ τοῦ Ἀμφιτρύωνα τὸ ταίρι, τὴν Ἀλκμήνη, ποὺ ὁ Δίας τὴν ἀγκάλιασε, καὶ γέννησε μαζί του τὸ λιονταρόψυχο Ἡρακλῆ, τῆς λεβεντιᾶς τὸν πύργο· καὶ τὴ Μεγάρα, τοῦ τρανοῦ τοῦ Κρέοντα θυγατέρα, ποὺ τοῦ Ἀμφιτρύωνα τοῦ γιοῦ του ἀδάμαστου ἦταν ταίρι.  {{r|270}} Τὴ μάνα εἶδα τοῦ Οἰδίποδα, τὴν ὄμορφη Ἐπικάστη, ποὺ ἀνήξερη ἔκαμε φριχτὴ παρανομιά, καὶ δέχτη τὸ γιό της ἄντρα, ποὺ ἔσφαξε τὸν κύρη καὶ τὴν πῆρε, κι οἱ ἀθάνατοι φανέρωσαν τὴν ἀνομιὰ στὸν κόσμο. Αὐτὸς στὴ Θήβα τὴ γλυκειὰ βασανισμένος ρήγας {{r|275}} τῶν Καδμιτῶν κυβέρνησε ἀπὸ θεῶν κατάρα· μὰ ἐκείνη στοῦ Ἅδη τοῦ ἄσπλαχνου κατέβηκε τὰ βάθια· τὶ στὸν καημό της μὲ θηλειὰ κρεμάστηκε ἀπ' τὴ στέγη τὴν ἁψηλή, κι ἀμέτρητα τοῦ ἀφῆκε πίσω πάθια, πάρα πολλά, ὅσα φέρνουνε τῆς μάνας οἱ κατάρες.  {{r|280}} Τη Χλώρη εἶδα τὴν ὅμορφη ποὺ ἕναν καιρὸ ὁ Νηλέας τὴν πῆρε γιὰ τὰ κάλλη της μ' ἀρίφνητά του δῶρα, κόρη στερνὴ τοῦ Ἀμφίονα, τοῦ γιοῦ τοῦ Ἰάσου, πού ἠταν τοῦ Ὀρχομενοῦ τῶν Μινυῶν ρήγας· κι αὐτὴ στὴν Πύλο βασίλευε, καὶ γέννησε λαμπρὰ παιδιά, τὸ Χρόμιο, {{r|285}} τὸν ἄξιο Περικλύμενο, τὸ Νέστορα, καὶ κόρη τὴν λεβεντόκαρδη Πηρώ, τοῦ κόσμου τὸ καμάρι, ποὺ νύφη τὴ ζητούσανε παντοῦθε, μὰ ὁ Νηλέας μόνε ἐκεινοῦ τὴν ἔδινε ποὺ θά 'φερνε στὴν Πύλο τοῦ Ἰφίκλου τὰ λοξόποδα καὶ κουτελάτα βόδια {{r|290}} ἀπ' τὴ Φυλάκη, τ' ἀγριωπά· καὶ θεῖος μάντης τότες νὰ τοῦ τὰ φέρη βάλθηκε, μὰ ὀργὴ θεοῦ τοῦ πέφτει, καὶ μὲ δεσμὰ τὸν ἔζωσαν βοδοβοσκοὶ στοὺς κάμπους. Μὰ οἱ μῆνες σάνε διάβηκαν κι οἱ μέρες σὰν τελειῶσαν, κι ἔκλεινε ὁ χρόνος, κι ἔσωναν τὸν κύκλο τους οἱ ὦρες, {{r|295}} τότε ὁ ἀντρεῖος ὁ Ἴφικλος ξεδέσμεψε τὸ μάντη, τὴ μοῖρα σὰν προφήτεψε, κατὰ τοῦ Δία τὸ θέλει. Τη Λήδα ἀγναντεψα ὕστερα, τὸ ταίρι τοῦ Τυνδάρου, ποὺ γέννησε δυὸ ἀντρόψυχα παιδιά, τὸν Κάστορα ἕναν τὸν ἀλογάρη, κι ἄλλονε τὸ μέγα Πολυδεύκη, {{r|300}} τὸ γροθομάχο· ζωντανοὺς ἡ γῆς ἡ ψυχοδότρα τοὺς ἔχει, καὶ τοὺς τίμησε στὸν κάτω κόσμο ὁ Δίας· μιὰ μέρα ζωντανεύουνε, καὶ μιά 'ναι πεθαμένοι, καθένας μὲ τὴ μέρα του, καὶ σὰν θεοὶ τιμιοῦνται. Καὶ εἶδα τὴν Ἰφιμέδεια, γυναίκα τοῦ Ἀλωέα, {{r|305}} ποὺ ἔλεγε πὼς μὲ τὸ θεὸ κοιμήθη Ποσειδώνα, καὶ δυὸ τοῦ γέννησε παιδιά, μὰ ζωὴ πολλὴ δὲν εἶχαν· τὸν Ὦτο τὸν ἰσόθεο, καὶ τὸ λαμπρὸ Ἐφιάλτη, ποὺ ἀπ' ὅσους ἡ γῆς ἔθρεψε πιὸ ἁψηλόκορμοί 'ταν, καὶ ποὺ μονάχα ὁ Ὠρίωνας στὰ κάλλη τοὺς περνοῦσε· {{r|310}} ἐννιὰ χρονῶν ἦταν παιδιά, κι ἐννιὰ εἶχαν πῆχες πλάτος, κι ἀνέβαινε τὸ μπόγι τους ὀργυιὲς ἐννιὰ τοῦ ὕψου· καὶ τοὺς ἀθανάτους αὐτοὶ φοβέριξαν πὼς θά 'ρθουν νὰ φέρουνε στὸν Ὄλυμπο πολέμου ἀχὸ κι ἀντάρα. Τὴν Ὅσσα πὰς στὸν Ὄλυμπο πασκίζανε νὰ στήσουν, τὸ Πήλιο μὲ τ' ἀν^μιστὰ κλωνιὰ στὴν Ὄσσα ἀπάνω, {{r|315}} ν' ἀνέβουνε τὸν οὐρανό. Κι ἂ ζούσανε νὰ φτάσουν στὰ χρόνια τῆς παλληκαριᾶς, θὰ κάναν τὸ σκοπό τους· μὰ ὁ γιὸς τοῦ Δία καὶ τῆς Λητῶς τῆς ὀμορφομαλλούσας τοὺς χάλασε πρὶ βγάλουνε σγουρὰ στὰ μάγουλά τους, καὶ πρὶν τὸ χνούδι τ' ἀνθερὸ τοὺς σκιώση τὸ πηγούνι.  {{r|320}} Τὴ Φαίδρα εἶδα, τὴν Πρόκριδα, τὴν ὄμορφη Ἀριάδνη, κόρη τοῦ Μίνωα τοῦ φριχτοῦ, ποὺ ἕναν καιρὸ ὁ Θησέας ἀπὸ τὴν Κρήτη στὴν ἱερὴ τὴν πῆρε Ἀθήνα, δίχως νὰ τὴ χαρῆ· τὶ ἡ Ἄρτεμη τὴ σκότωσε στῆς Δίας τ' ἀκρόγιαλα, τὴ μαρτυριὰ τοῦ Διόνυσου ἀγρικώντας. {{r|325}} Τὴ Μαίρα, τὴν Κλυμένη ἐκεῖ, καὶ τὴ φριχτὴ Ἐριφύλη, ποὺ πρόδωσε τὸν ἄντρα της γι' ἀτίμητο χρυσάφι, εἰδα κατόπι στὴ σειρὰ. Μὰ ποιὰ νὰ ὀνοματίσω ἀπ' ὅσες εἶδα σύγκοιτες καὶ κόρες τῶν ἡρώων· ἡ νύχτα ὅλη δὲ θά 'σωνε· κι εἶναι ὥρα νὰ πλαγιάσω, {{r|330}} ἢ μὲ τοὺς φίλους στὸ γοργὸ καράβι, ἢ ἐδῶ πέρα· κι οἱ θεοὶ κι ἐσεῖς πιὰ νοιάζεστε γιὰ τὸ προβόδωμά μου.” Αὐτὰ εἰπε, κι ὅλοι σύχαζαν καὶ σώπαιναν τριγύρω, δεμένοι ἀπὸ τὸ μάγιο του μὲς στο ἰσκερὸ παλάτι. Τότες τὸ λόγο ἀρχίνησε ἡ Ἀρήτη ἡ λευκοχέρα· {{r|335}} “Φαίακες, πῶς σᾶς φαίνεται τοῦ ἀνθρώπου, ἀλήθεια, ἐτούτου ἡ χάρη κι ἡ κορμοστασιά, κι ὁ ἴσιος νοῦς του μέσα ; Δικός μου ὁ ξένος, μὰ κι ἐσᾶς τούτη ἡ τιμὴ στολίζει. Νὰ φύγη μὴν τὸν βιάζετε, καὶ μὴν τοῦ λυπηθῆτε τὰ δῶρα ποὺ ἔχει ἀνάγκη αὐτὸς μεγάλη· γιατὶ κι ἄλλα {{r|340}} βρίκονται στὰ παλάτια σας, χάρη στοὺς θεούς, περίσσια.” Σὲ τοῦτα ὁ γέρος ἥρωας ὁ Ἐχένηος εἶπε τότες, αὐτὸς ποὺ μὲς στοὺς Φαίακες στὰ χρόνια ἦταν ὁ πρῶτος· “Ὦ φίλοι μου, ὅσα ἡ φρόνιμη βασίλισσα μᾶς εἶπε ἀκοῦτε τα· στὴ γνώμη μας ἐνάντια αὐτὰ δὲν εἶναι. {{r|345}} Ἀπ' τὸν Ἀλκίνο κρέμεται πράξη καὶ λόγος τώρα.” Κι ὁ Ἀλκίνος τότε ὁ βασιλιὰς τοῦ ἀπάντησε καὶ τοῦ εἶπε· “Θὰ γίνη ὁ λόγος σου ὅσο ζῶ ἐγὼ καὶ βασιλεύω στὴ χώρα τῶν Φαιάκωνε ποὺ τὰ κουπιὰ ἀγαπᾶνε. Μὰ ἂς κάνη ὁ ξένος πομονή, ὅσο ἂν ποθῆ πατρίδα, {{r|350}} ὡς αὔριο, ποὺ τὰ δῶρα του θὰ τά 'χω συναγμένα, κι ὅσο γιὰ τὸ προβόδωμα, θὰ τὸ νοιαστοῦνε οἱ ἄντρες ὅλοι, κι ἐγὼ μαζὶ ποὺ ἐδῶ τὸν τόπο ἐξουσιάζω.” Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· “Ἀλκίνο, ἀφέντη δοξαστέ, καὶ τῶ λαῶν καμάρι, {{r|355}} καὶ χρόνο ἀνίσως γύρευες ἐδῶ νὰ μείνω ἀκόμα, καὶ πλούσια δῶρα ἂν δίνοντας μὲ στέλνατε κατόπι ἄλλο κι ἐγὼ δὲ θά 'θελα, τὶ γιὰ καλό μου θά 'ταν νὰ φτάσω στὴν πατρίδα μου μὲ πιὸ γεμάτα χέρια· πιὸ σεβαστὸς κι ἀγαπητὸς ἀλήθεια θὰ γινόμουν {{r|360}} σ' ἐκείνους ποὺ θὰ μ' ἔβλεπαν στὸ Θιάκι νὰ γυρίζω.” Κι ὁ Ἀλκίνος πάλι γύρισε καὶ μίλησέ του κι εἶπε· “Στὰ μάτια μας δὲ φαίνεσαι πλάνος ἐσύ, Ὀδυσσέα, καὶ δολοπλόκος σὰν πολλούς ποὺ ἡ γῆς ἡ μαύρη θρέφει, σκόρπιους παντοῦ, ποὺ ψέματα πλάθουν, καὶ δὲν τὰ νιώθεις. {{r|365}} Ἐσένα ὁ λόγος σου ὄμορφος καὶ ξάστερος ὁ νοῦς σου, καὶ σὰν τραγουδιστὴς ἐσὺ δηγήθηκες μὲ τέχνη τῶν Ἀργιτῶν τὰ βάσανα μαζὶ μὲ τὰ δικά σου.   Μὰ πές μου τώρα ἀληθινὰ καὶ ξήγησέ μου ἐτοῦτο· {{r|370}} ἀπ' τοὺς ἰσόθεους φίλους σου ποιούς εἶδες ποὺ ἦρθαν τότες μαζί σου στὸ Ἴλιο κι ὕστερα τοὺς πῆρε ὁ μαῦρος Χάρος ; Ἡ νύχτα τώρα ἀτέλειωτη, δὲν ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ ὕπνου ἀκόμα, μόν' δηγήσου μας τὰ θαμαστά σου τὰ ἔργα. Ὡς τὰ γλυκοχαράματα θὰ στέκομουν ν' ἀκούσω, {{r|375}} ἂν ἔστεργες τὰ πάθια σου νὰ πῆς μὲς στὸ παλάτι.” Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· “Ἀλκίνο, βασιλιὰ τρανὲ καὶ τῶ λαῶν καμάρι, στὴν ὥρα της κι ἡ συντυχιά, στὴν ὥρα του κι ὁ ὕπνος· μὰ κι ἄλλα ἂν ἔχης ὄρεξη ν' ἀκούσης, δὲ σοῦ ἀρνιοῦμαι {{r|380}} νὰ δηγηθῶ τὰ πιὸ φριχτὰ παθήματα τῶν φίλων ποὺ ἀργότερα χαθήκανε ξεφύγανε τὸ Χάρο στοὺς ἄγριους τῶν Τρωαδιτῶν πολέμους, μὰ κατόπι στὸ γυρισμὸ τοὺς ἔσβησε ἡ βουλὴ κακῆς γυναίκας. Ἐδῶ κι ἐκεῖ ἅμα σκόρπισε ἡ σεβάσμια Περσεφόνη {{r|385}} τῶ γυναικῶνε τὶς ψυχές, μοῦ ζύγωσεν ἀγνάντια καὶ στάθη τοῦ Ἀγαμέμνονα ἡ ψυχή, τοῦ γιοῦ τοῦ Ἀτρέα, βαριοθλιμμένη· γύρω του κι οἱ ἄλλοι ὅσοι μαζί του βρήκανε τέλος θλιβερὸ στοῦ Αἰγίστου τὸ παλάτι. Κι αὐτὸς μεμιὰς μὲ γνώρισε τὸ μαῦρο αἷμα σὰν ἤπιε, {{r|390}} κι ἔχυνε βρύση δάκρυα, κι ἁψὰ μοιρολογοῦσε, τὰ δυό του χέρια ἁπλώνοντας, μὲ πόθο νὰ μὲ φτάση· μὰ νεῦρο πιὰ καὶ μπόρεση καμιὰ δὲν εἶχε τώρα, σὰν ποὺ εἶχε ἐκεῖνος μιὰ φορὰ στὰ λυγερά του μέλη. Τὸν εἶδα ἐγώ, καὶ δάκρυσα, καὶ πόνεσε ἡ καρδιά μου, {{r|395}} καὶ φώναξά του, κι εἶπα του μὲ φτερωμένα λόγια· “Τοῦ Ἀτρέα γιὲ Ἀγαμέμνονα, καὶ δοξασμένε ρήγα, ποιά μοῖρα τοῦ τεντόκορμου σὲ βάρεσε θανάτου ; Τάχα στὰ πλοῖα σὲ ρήμαξε ὁ θεὸς ὁ Ποσειδώνας, κακὴ φουρτούνα στέλνοντας μ' ἀνάποδους ἀνέμους ; {{r|400}} ἢ στὴ στεριὰ σὲ χάλασαν ὀχτροὶ σάνε ζητοῦσες βόδια νὰ σύρης καὶ καλὸ μαλλὶ νὰ κόψης πρόβειο, ἢ χώρα σὰν πολέμαγες νὰ πάρης μὲ τὶς σκλάβες ;” Εἶπα· κι ἀμέσως γύρισε κι ἀπολογήθη ἐκεῖνος· “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, {{r|405}} μήτε στὰ πλοῖα μὲ ρήμαξε ὁ θεὸς ὁ Ποσειδώνας, κακὴ φουρτούνα στέλνοντας μ' ἀνάποδους ἀνέμους, μήτε στὴ γῆς μὲ χάλασαν ὀχτροί, παρὰ τή μοῖρα τοῦ Χάρου μοῦ 'φερε ὁ Αἴγιστος μὲ τὴν καταραμένη γυναίκα μου, καὶ μ' ἔκαψε· μὲ κάλεσε σὲ δεῖπνο, {{r|410}} καὶ μ' ἔσφαξε ὅπως σφάζουνε μὲς στὸ παχνὶ τὸ βόδι. Σὲ τέτοιο τέλος μ' ἔφερε φριχτό, κι ὁλόγυρά μου σφαζόνταν κι οἱ συντρόφοι μου σὰν κάπροι ἀσπροδοντάτοι, σὲ ἀνθρώπου πλούσιου καὶ τρανοῦ, ποὺ σφάζουνται γιὰ γάμο, ἢ γιὰ φαγὶ συντροφικό, ἢ ἀρχοντικὸ τραπέζι. {{r|415}} Εἶδες στὸν κόσμο ἀρίθμητοι νεκροὶ νὰ πέφτουν ἄντρες μονομαχώντας ἢ σμιχτὰ στῆς μάχης τὴν ἀντάρα· μὰ θὰ θλιβόσουν πιὸ πικρὰ νὰ τά 'βλεπες ἐκεῖνα, στὸν πύργο σὰν κοιτόμασταν τριγύρω στὸ κροντήρι, καὶ στὰ τραπέζια τὰ λαμπρά, μὲ λίμνη τὸ αἷμα χάμου, {{r|420}} Καὶ τῆς Κασσάντρας τὴ φωνή, τῆς κόρης τοῦ Πριάμου, φριχτὴ ἄκουσα· τὴ σκότωνε ἡ πλανεύτρα ἡ Κλυταιμνήστρα κοντά μου· κι ἐγὼ σήκωσα τὰ χέρια, ξεψυχώντας μὲ τὸ σπαθὶ στὰ σπλάχνα μου, κι ἔπεσα πάλε χάμου. Καὶ μ' ἄφησε ἡ ξαδιάντροπη στὸν Ἅδη νὰ πάω, δίχως {{r|425}} νὰ πιάση κὰν τὰ μάτια μου, τὸ στόμα μου νὰ κλείση. Ἄλλο φριχτότερο καὶ πιὸ σιχαμερὸ δὲν εἶναι ἀπὸ γυναίκα ποὺ ἔργατα κακὰ στὸ νοῦ της βάζει· τέτοια κι αὐτὴ σοφίστηκε, καὶ γένηκε τοῦ ἀντρός της φόνισσα καὶ θαρροῦσα ἐγὼ ποὺ μιὰς ἐκεῖ γυρίσω, {{r|430}} θὰ μὲ δεχτοῦν χαρούμενα καὶ τὰ παιδιὰ κι οἱ δοῦλοι· μὰ αὐτὴ ἡ σοφὴ στὶς πονηριές, ντροπιάστηκε κι ἀτή της κι ὅλες τὶς ἄλλες ντρόπιασε γυναῖκες, ὡς ἀκόμα κι ὅσες καλόγνωμες στὴ γῆς κατόπι θὰ φανοῦνε.” Καὶ τότες ἐγὼ γύρισα καὶ τοῦ εἶπα· “Ἀλλοίς, καὶ πόσο {{r|435}} σκληρὰ ὁ Δίας ὁ βροντηχτὴς κατάτρεξε ἀπαρχῆθες τοῦ Ἀτρέα τὸ γόνο, κι ἀφορμὴ τὸ θέλημα γυναίκας· γιὰ τὴν Ἑλένη μύριοι μας χαθήκαμε, κι ἐσένα παγίδες, ποὺ ἔλειπες μακριά, σοῦ ἔστηνε ἡ Κλυταιμνήστρα.” Εἶπα, κι ἐκεῖνος γύρισε κι εὐτὺς μοῦ ἀπολογήθη· {{r|440}} “Λοιπόν, ποτές σου μαλακὸς μὴν εἶσαι στὴ γυναίκα· κι ὅλα ποὺ ξέρεις μὴν τῆς λὲς, παρὰ μονάχα μέρος, καὶ τ' ἄλλα κράτα της κρυφά. Μὰ ὡς τόσο ἐσύ, Ὀδυσσέα, ἀπ' τὴ γυναίκα σου κακὸ νὰ πάθης μὴ φοβᾶσαι· γιατ' εἶναι ἐκείνη γνωστικιά, κι ἔχει μεγάλες χάρες, {{r|445}} ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου ἡ θυγατέρα. Νιόνυφη, ἀλήθεια, τότε ἐμεῖς τὴν εἴχαμε ἀφησμένη, ποὺ βγήκαμε στὸν πόλεμο, κι εἶχε μωρὸ στὴ ρώγα. Τώρα κι αὐτὸς θὰ κάθεται μαζὶ μὲ τοὺς μεγάλους· καλότυχος, ποὺ σὰν ἐρθῆ θὰ τόνε δῆ ὁ γονιός του, {{r|450}} κι αὐτὸς θὰ σφίξη τὸ γονιὸ θερμὰ στὴν ἀγκαλιά του. Ἐμένα ὡς καὶ τὸ γιόκα μου δὲν ἄφησε ἡ δική μου νὰ τὸν χαροῦν τὰ μάτια μου, μόν' ἔσβησέ με πρῶτα. Ἄλλο ἐγὼ τώρα θὰ σοῦ πῶ, καὶ κράτα το στὸ νοῦ σου· κρυφά, κι ὄχι ὁλοφάνερα στὴ φίλη σου πατρίδα {{r|455}} ν' ἀράξης, γιατὶ χάθηκε πιὰ ἡ πίστη ἀπ' τὶς γυναῖκες. Μὰ τώρα πές μου ξάστερα καὶ ξήγα μου κι ἐτοῦτο· ἂν τάχα ἀκοῦτε ζωντανὸς πὼς εἶναι ἀκόμη ὁ γιός μου, ἢ στὸν Ὀρχομενό, ἢ μπορεῖ στὴν ἀμμουδάτη Πύλο, ἢ καὶ στὴ Σπάρτη τὴν πλατειά, κοντὰ στοῦ Μενελάου, {{r|460}} τὶ ἀκόμα δὲν τὸν εἶδε ἡ γῆς νεκρὸ τὸν ὥριο Ὀρέστη.” Αὐτὰ εἶπε· κι ἐγὼ γύρισα κι ἀπολογήθηκά του· “Τοῦ Ἀτρέα γιέ, τί μὲ ρωτᾶς ; δὲν ξέρω ἂ ζῆ ὁ Ὀρέστης, ἢ ἂν πέθανε, κι εἶναι κακὸ τ' ἀνώφελα νὰ λέμε.” Μὲ τέτοια λόγια θλιβερὰ μιλούσαμ' ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, {{r|465}} βαριόκαρδοι, καὶ χύναμε τὰ δάκρυα ποτάμι. Καὶ τότε πρόβαλε ἡ ψυχὴ τοῦ Ἀχιλλέα μπροστά μου, κι ὁ Πάτροκλος κι ὁ δοξαστὸς Ἀρχίλοχος μαζί του, κι ὁ Αἴαντας, ποὺ στὸ κορμὶ ἦταν πρῶτος καὶ στὴν ὄψη ἀπὸ τοὺς ἄλλους Δαναούς, ἐξὸν τὸν Ἀχιλλέα. {{r|470}} Καὶ τοῦ γοργόποδου ἡ ψυχὴ γιοῦ τοῦ Πηλέα ποὺ μ' εἶδε, μὲ γνώρισε, καὶ κλαίγοντας αὐτὰ τὰ λόγια μοῦ εἶπε· “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, τί κάμωμα πιὸ φοβερὸ θὰ σοφιστῆς ἀκόμα ; Πῶς κότησες νὰ κατεβῆς στὸν Ἅδη ποὺ φωλιάζουν {{r|475}} κούφιοι νεκροὶ φαντάσματα θνητῶν ἀποσταμένων ;” Αὐτὰ εἶπε, κι ἐγὼ γύρισα κι ἀπολογήθηκά του· “Ὦ πρῶτε μὲς στοὺς Ἀχαιούς, γιὲ τοῦ Πηλέα, Ἀχιλλέα, τὸν Τειρεσία ἦρθα νὰ βρῶ, τὴ γνώμη του ν' ἀκούσω, πῶς πίσω στὸ πετρόσπαρτο τὸ Θιάκι θὰ γυρίσω· {{r|480}} τὶ ἀκόμα γῆς Ἀχαϊκὴ δὲ σίμωσα, καὶ μήτε χῶμα πατρίδας πάτησα, μόνε ὅλο τυραννιέμαι, Μὰ σὰν κι ἐσὲ μακαριστός, ὦ Ἀχιλλέα, δὲ βγῆκε στὰ περασμένα ἄλλος κανείς, μήτε θὰ βγῆ κατόπι· γιατὶ σὰ θεὸ καὶ ζωντανὸ οἱ Ἀργῖτες σὲ τιμοῦσαν, {{r|485}} καὶ τώρα μέγας καὶ τρανὸς στοὺς πεθαμένους εἶσαι· γιὰ δαῦτο πὼς ἀπέθανες μὴ θλίβεσαι, Ἀχιλλέα.” Κι αὐτὸς μοῦ ἀπολογήθηκε· “Περίλαμπρε Ὀδυσσέα, τὸ θάνατο μὴ μοῦ ζητᾶς μὲ λόγια νὰ γλυκάνης. Κάλλιο στὴ γῆς νὰ βρίσκομουν, κι ἂς δούλευα σὲ ἀνθρώπου μικροῦ, μὲ δίχως βιὸς πολύ, παρὰ στὸν Ἅδη νὰ εἶμαι, {{r|490}} καὶ βασιλέας νὰ λέγουμαι τῶν πεθαμένων ὅλων. Ὡς τόσο γιὰ τὸν ἄξιο μου τὸ γιὸ δυὸ λόγια πές μου, ἂ βγῆκε αὐτὸς στὸν πόλεμο πρῶτος γιὰ νά 'ναι, ἢ ὄχι. Καὶ δῶσ' μου τοῦ ἀψεγάδιαστου Πηλέα μαντάτα, ἂν ἔχης· ἀκόμα τάχα τὸν τιμάει ὁ λαὸς τῶ Μυρμιδόνων, {{r|495}} ἢ καταφρόνια γίνηκε τῆς Φτίας καὶ τῆς Ἑλλάδας, τώρα ποὺ χεροπόδαρα τὰ γερατειὰ τὸν πιάσαν. Τὶ πιὰ δὲν τοῦ εἶμαι ἐγὼ βοηθὸς μέσα στὸ φῶς τοῦ ἥλιου, τέτοιος σὰν ποὺ ἤμουν μιὰ φορὰ στὴ διάπλατη Τρωάδα,  ποὺ ἔκοβα πλῆθος λεβεντιὰ βοηθώντας τοὺς Ἀργῖτες. {{r|500}} Τέτοιος γιὰ λίγο ἂν πήγαινα στοῦ κύρη τὸ παλάτι, τρομάρα θὰ τοὺς ἔδιναν τὰ ἡρωϊκά μου χέρια, τοὺς ὅσους τὸν ὀχτρεύουνται καὶ τὶς τιμές του ἁρπᾶνε.” Αὐτά εἰπε, κι ἐγὼ γύρισα κι ἀπολογήθηκά του· “Μαντάτα τοῦ ἀψεγάδιαστου Πηλέα δὲν κατέχω· {{r|505}} ὅμως γιὰ τὸ Νεοπτόλεμο, τὸ γιὸ τὸν ἀκριβό σου, ὅλη, καθὼς μοῦ γύρεψες, θὰ μάθης τὴν ἀλήθεια. Ἴδιος μου ἐγὼ μὲ τὸ γερτὸ τὸν ἔφερα καράβι, ἀπὸ τὴ Σκῦρο στοὺς Ἀχαιοὺς τοὺς καλοποδεμένους. Καὶ σύναξη σὰν εἴχαμε στῆς Τροίας τὴ χώρα ἀντίκρυ, {{r|510}} πάντα μιλοῦσε πρῶτα αὐτός, κι ἀστόχαστα δὲ λάλει· μόνε ὁ ἰσόθεος Νέστορας κι ἐγὼ περνούσαμέ τον. Καὶ πόλεμο σὰ βγαίναμε στὸν κάμπο τῆς Τρωάδας, μὲ τὸ σωρὸ δὲν ἔμνησκε καὶ μὲ τ' ἀσκέρι ἐκεῖνος, μόν' ἔτρεχε, καὶ στὴν ἀντρειὰ δὲν ἄφηνε ἄλλον πρῶτο· {{r|515}} πολλοὺς λεβέντες χάλναγε στὴ φοβερὴ τὴ μάχη. Δὲ θὰ μποροῦσα νὰ τοὺς πῶ καὶ νὰ τοὺς νοματίσω, τοὺς ὅσους αὐτὸς χάλασε βοηθώντας τοὺς Ἀργῖτες, θὰ πῶ ὅμως τὸν Εὐρύπυλο, τὸ γόνο τοῦ Τηλέφου, μὲ τοὺς Κητειῶτες φίλους του ποὺ γύρω του σφαζόνταν, {{r|520}} κι αἰτία τὰ δῶρα στάθηκαν ποὺ μιὰ γυναίκα πῆρε. Δεύτερο ἀπὸ τὸ Μέμνονα τόσο ὄμορφο δὲν εἶδα. Καὶ στ' ἄλογο σὰν μπήκαμε τῶν Ἀργιτῶν οἱ πρῶτοι, ποὺ τὸ μαστόρεψε ὁ Ἐπειός, κι ἐγὼ μονάχος εἶχα τὴν ἐξουσία ν' ἀνοιγοκλειῶ τὸ στέριο του κρυψώνα, {{r|525}} τότες οἱ ἄλλοι τῶν Δαναῶν ἀρχόντοι καὶ ρηγάδες σφουγγίζανε τὰ δάκρυα καὶ τρέμαν ἀπὸ φόβο, μὰ ἐκείνου τ' ὥριο πρόσωπο ποτὲς χλωμὸ δὲν τό εἰδα, καὶ μήτε ἀπὸ τὰ μάγουλα σφούγγισ' ἐκεῖνος δάκρυα·  μόνε ἀπὸ μέσα νὰ ριχτῆ θερμὰ παρακαλοῦσε, {{r|530}} τὴ σπάθα του ὅλο πιάνοντας καὶ τὸ βαρὺ κοντάρι, καὶ μελετώντας φοβερὸ κακὸ στοὺς Τρωαδῖτες. Μὰ σάνε διαγουμίσαμε τὴ χώρα τοῦ Πριάμου, μπῆκε μὲ τὸ μερίδιο του στὸ πλοῖο καὶ μ' ὥρια δῶρα, ἀλάβωτος, τὶ χάλκινο κοντάρι δὲν τὸν πῆρε, {{r|535}} ἀπομακρόθε ἢ καὶ κοντά, σὰν πού συχνὰ τυχαίνει στὸν πόλεμο ποὺ ἀνάκατα λυσσομανάει ὁ Ἄρης.” Εἶπα, καὶ τοῦ γοργόποδου ἡ ψυχὴ τοῦ Ἀχιλλέα στὸν κάμπο μὲ τ' ἀσφόδελα κίνησε δρασκελώντας,  ὅλη χαρά, ποὺ ἀγρίκησε τὶς δόξες τοῦ παιδιοῦ του. {{r|540}} Μὰ οἱ ἄλλες ἐκεῖ στέκανε οἱ ψυχὲς τῶν πεθαμένων, θλιμμένες, καὶ τὸν πόνο της ἡ καθεμιὰ ρωτοῦσε. Μονε ἡ ψυχὴ τοῦ Αἴαντα, τοῦ γιοῦ τοῦ Τελαμώνα, στεκότανε παράμερα, μ' ἐμένα χολιασμένη, ποὺ νίκησα στὰ πλοῖα κοντὰ στὴν κρίση ποὺ εἶχε στήσει {{r|545}} γιὰ τοῦ Ἀχιλλέα τ' ἄρματα ἡ σεβαστή του ἡ μάνα, [ κι οἱ Τρωαδῖτες κρίνανε μαζὶ μὲ τὴν Παλλάδα ]. Μακάρι νὰ μὴν κέρδιζα, τότες, τέτοιο βραβεῖο, τὶ ἐκεῖνα τ' ἄρματα ἔχωσαν στὴ γῆς τέτοιο λεβέντη, τὸν Αἴαντα, ποὺ σ' ὀμορφιὰ καὶ σ' ἔργα ξεπερνοῦσε {{r|550}} τοὺς ἄλλους Δαναούς, ἐξὸν τὸ δοξαστὸ Ἀχιλλέα. Σ' ἐκεῖνον τότες δυὸ γλυκὰ γύρισα κι εἶπα λόγια· “Αἴαντα, τοῦ μεγάλου γιὲ τοῦ Τελαμώνα, ἀλήθεια, μήτε νεκρὸς δὲ μοῦ ἔμελλες τὸ χόλιασμα ν' ἀφήσης γιὰ τ' ἄρματα ποὺ κέρδισα, τ' ἀναθεματισμένα ; {{r|555}} Γιὰ τὸ κακὸ τῶν Ἀργιτῶν οἱ θεοὶ τὰ κάμαν ὅλα, καὶ τέτοιον πύργο χάσαμε· κι ὅλοι θρηνοῦμε τώρα οἱ Δαναοὶ κι ἐσένανε μὲ τοῦ Πηλέα τὸ γόνο· μὰ ἄλλος δὲν εἶναι ἀφορμὴ παρὰ ὁ Δίας μονάχος, ποὺ φοβερὰ τῶ Δαναῶν τ' ἀρματωμένα ἀσκέρια {{r|560}} ὀχτρεύτηκε, καὶ σοῦ ὅρισε τὴ μοῖρα τοῦ θανάτου. Μὰ ἔλα, ἀφέντη, κι ἄκουσε τὰ λόγια ποὺ σοῦ κρένω, καὶ δάμασε τὴ μάνητα τῆς ἡρωϊκιᾶς ψυχῆς σου.” Εἶπα, κι αὐτὸς ἀπάντηση δὲ μοῦ 'δωκε, μόν' πῆγε Ἔρεβος μὲ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων πεθαμένων. Καὶ πάλε ἴσως θὰ μίλειε μου, κι ἂς ἦταν χολωμένος, {{r|565}} ἢ ἐγὼ θὰ τοῦ μιλοῦσα, μὰ ἡ καρδιά μου μὲς στὰ στήθια νὰ δῆ ποθοῦσε τὶς ψυχὲς κι ἄλλων νεκρῶν ἀκόμα. Κι εἶδα τὸ Μίνωα, τὸ λαμπρὸ τοῦ Δία τὸ γιό, ποὺ κράτα χρυσὸ ραβδί, καὶ κάθονταν κριτὴς τῶν πεθαμένων· ἄλλοι ὄρθιοι κι ἄλλοι καθιστοὶ μπροστὰ στὸ βασιλέα {{r|570}} μὲς στοῦ Ἅδη τοῦ πλατύθυρου κρινόνταν τὰ παλάτια. Κατόπι τὸν Ὠρίωνα ξάνοιξα τὸ γιγάντιο, στὸν κάμπο τῶν ἀσφόδελων τ' ἀγρίμια νὰ σωριάζη ποὺ ἀπάνω στὰ ἔρημα βουνὰ τά 'χε σκοτώσει ὁ ἴδιος, ράβδα στὰ χέρια ὁλόχαλκη κι ἀνέσπαστη κρατώντας. {{r|575}} Καὶ τὸν Τιτυὸ εἶδα, τῆς Γῆς τῆς δοξασμένης θρέμμα, ποὺ ἀπὰς στὸ χῶμα κοίτουνταν καὶ σκέπαζε ἐννιὰ πλέθρα· δυὸ ἀγιοῦπες ἀπ' τὰ δυὸ πλευρὰ τοῦ τρῶγαν τὸ συκώτι, μέσ' ἀπ' τὴ σκέπη μπαίνοντας· δὲν μπόρειε νὰ τοὺς διώξη, τὶ εἶχε πειράξει τὴ Λητώ, τὴν ἀκριβὴ τοῦ Δία, {{r|580}} τὸν Πανοπέα σὰ διάβηκε νὰ πάη πρὸς τὴν Πυθώνα. Κι ἀκόμα εἶδα τὸν Τάνταλο, βαριὰ τυραννισμένο· ὡς τὸ πηγούνι στέκονταν μὲς στὰ νερὰ τῆς λίμνης, διψοῦσε, καὶ μήτε σταλιὰ νὰ πάρη δὲ δυνόταν· μόνε, ἅμα ὁ γέρος ἔσκυβε νὰ πιῆ νὰ ξεδιψάση, {{r|585}} κάτου ρουφιόταν τὸ νερὸ κι ἔφευγε, καὶ στὰ πόδια γύρω φαινόταν μαύρη γῆς, ξερόκαυτη ἀπ' τὴ μοῖρα. Καὶ δέντρα ἁψηλοφύλλωτα κρεμοῦσαν τὸν καρπό τους, ροϊδιές, ἀφράτες ἀπιδιές, μηλιὲς καλοκαρποῦσες, συκιὲς μελόγλυκες, κι ἐλιὲς φουντόκλωνες κι ἀνθάτες· {{r|590}} κι ἅμ' ἅπλωνε τὰ χέρια του καρπὸ νὰ κόψη ὁ γέρος, οἱ ἀνέμοι παῖρναν τὰ δεντρὰ στῶ συννεφιῶν τοὺς ἴσκιους. Κι ἀκόμα εἶδα τὸ Σίσυφο φριχτὰ βασανισμένο· κοτρώνα αὐτὸς θεόρατη καὶ μὲ τὰ δυὸ βαστοῦσε, καὶ στυλωμένος ἔσπρωχνε, μὲ πόδια καὶ μὲ χέρια, {{r|595}} τὴν πέτρα ἀπάνω στὸ βουνό· κι ὅτι ἔκανε νὰ φτάση, καὶ νὰ περάση ἀπ' τὴν κορφή, τὸν ἔπαιρνε τὸ βάρος καὶ πρὸς τὸν κάμπο ἀνήλεη κατρακυλοῦσε ἡ πέτρα. Κι αὐτὸς πάλι ἔσπρωχνε βαριά, καὶ τὸ κορμί του ὁ ἵδρος περέχυνε, καὶ σκέπαζε τὴν κεφαλή του ἡ σκόνη.  {{r|600}} Κι εἶδα τὸ δυνατὸ Ἡρακλῆ, καὶ μόνο φάντασμα ἦταν, τὶ ἀτός του ζῆ καὶ χαίρεται μὲ τοὺς θεοὺς τοῦ Ὀλὐμπου, καὶ τὸν κερνᾶ ἡ ὡριόφτερνη στὰ φαγοπότια του Ἥβη, τοῦ Δία ἡ κόρη τοῦ τρανοῦ καὶ τῆς πανώριας Ἥρας. Ὅλ' οἱ νεκροὶ τριγύρω του χουγιάζανε σὰν ὄρνια, {{r|605}} ποὺ τρομασμένα φεύγανε· κι αὐτὸς σὰ νύχτα μαύρη μὲ τὸ δοξάρι του γυμνό, στὴν κόρδα τὴ σαγίτα, ἀγριοκοιτοῦσε κι ἔτοιμος φαινότανε νὰ ρίξη. Λουρὶ χρυσὸ καὶ τρομερὸ γύρω στὰ στήθια του εἶχε, κι ἀπάνω του ἔργα θάματα φαντάζαν δουλεμένα, {{r|610}} ἀρκοῦδες, ἀγριογούρουνα, φλογόματα λιοντάρια, πολέμοι, μάχες, φονικά, καὶ χαλασμὸς ἀνθρώπων. Ὅποιος ἐκεῖνο τὸ λουρὶ μαστόρεψε, ἂς μὴ θέλη λουρὶ ἄλλο μὲ τὴν τέχνη του παρόμοιο νὰ δουλέψη. Μόλις μ' ἀγνάντεψε κι εὐτὺς μὲ γνώρισε ποιὸς ἤμουν, {{r|615}} καὶ κλαίγοντας μοῦ μίλησε μὲ λόγια φτερωμένα· “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, κακὴ κι ἐσένα, ὦ δύστυχε, σὲ κατατρέχει μοῖρα, αὐτὴ ποὺ τράβηξα κι ἐγὼ κάτω ἀπ' τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Τοῦ Δία κι ἂν ἤμουνα παιδί, μὰ ἀρίθμητα εἶχα πάθια, {{r|620}} γιατ' ἤμουν δοῦλος σὲ ἄνθρωπο πολὺ κατώτερό μου, καὶ ἀγῶνες μοῦ 'βαζε βαριούς, καὶ μ' ἔστειλε νὰ φέρω τὸ σκύλο κάποτε ἀποδῶ, θαρρώντας πὼς δὲν μπόρειε ἄλλο βαρύτερο ἀπ' αὐτὸν ἀγώνα νὰ μοῦ βάλη. Τὸν πῆρα καὶ τοῦ ἀνέβασα τὸ σκύλο ἀπὸ τὸν Ἅδη· {{r|625}} μὰ μὲ βοήθησε ὁ Ἑρμῆς κι ἡ Ἀθηνᾶ ἡ Παλλάδα.” Αὐτὰ σὰν εἶπε, τράβηξε μὲς στοῦ Ἅδη τὸ λημέρι, κι ἐγὼ στὸν τόπο μου ἔμεινα νὰ δῶ μὴν ἔρθη κι ἄλλος ἀπ' τοὺς ἡρώους ποὺ ἀπέθαναν σὲ χρόνους περασμένους. Καὶ τοὺς παλιοὺς θ' ἀντάμωνα τοὺς ἄντρες ποὺ ποθοῦσα, {{r|630}} [τῶν θεῶν τὰ δοξαστὰ παιδιὰ, Θησέα καὶ Πειρίθο], μὰ πλῆθος ἄπειρο οἱ νεκροὶ συνάζονταν, καὶ βγάζαν ἄγριον ἀχό· κι ἐμένα εὐτὺς χλωμὸς μὲ πῆρε φόβος, μὴν ἀπ' τὸν Ἅδη ἡ θεϊκιὰ μοῦ στείλη ἡ Περσεφόνη τῆς τερατόμορφης Γοργῶς τὸ φοβερὸ κεφάλι. {{r|635}} Στὸ πλοῖο τότες κίνησα, καὶ τῶ συντρόφων εἶπα ν' ἀνέβουν, τὰ πρυμόσκοινα νὰ λύσουν κι αὐτοὶ μέσα μπῆκαν, στοὺς πάγκους κάθισαν, καὶ τὸ καράβι πῆρε τοῦ ποταμοῦ τοῦ Ὠκεανοῦ τὸ ρέμα κάτου, πρῶτα μὲ τὰ κουπιά μας, κι ὕστερα πάλε μὲ πρύμο ἀγέρι. {{r|640}} </poem> na20fndoor3o5zuxg46wue4lnkho2iy Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/μ 0 15745 166726 93723 2026-06-26T19:40:52Z Nikos1nikos1 15046 κάθε 5 στίχους {{r|5}} 166726 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία μ | επόμενο = [[../ν|Ραψωδία ν]] | προηγούμενο= [[../λ|Ραψωδία λ]] | σημειώσεις = }} <poem>  Τοῦ Ὠκεανοῦ τὰ ρέματα τὸ πλοῖο σὰν ἀφῆκε, κι ἀπάνω ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ διάπλατου πελάγου ἦρθε στῆς Αἴας τὸ νησί, ποὺ κατοικεῖ ἡ Αὐγούλα, καὶ σὲ γλυκοὺς χορότοπους χρυσανατέλνει ὁ Ἥλιος, ἐκεῖ στὸν ἄμμο φτάσαμε κι ἀράξαμε τὸ πλοῖο, {{r|5}} καὶ πήγαμε πλαγιάσαμε στὸ περιγιάλι ἀπάνω, προσμένοντας τὴ λαμπερὴ νὰ γλυκοφέξη Αὐγούλα.      Κι ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, καὶ στέλνω τοὺς συντρόφους μου στῆς Κίρκης τὰ παλάτια, τὸ λείψανο τοῦ Ἐλπήνορα νὰ πάρουν καὶ νὰ φέρουν. {{r|10}} Πήγαμε, κόψαμε κλαριά, στὴν ἄκρη στὸ περγιάλι, τὸν θάψαμε βαριόκαρδοι καὶ δάκρυα χύνοντάς του. Καὶ σὰν καλοκαήκανε ὁ νεκρὸς καὶ τ' ἄρματά του, μνημούρι τοῦ σηκώσαμε καὶ στήσαμε του στήλη, καὶ τὸ ἴσιο μπήξαμε κουπὶ πὰς στὴν κορφὴ τοῦ τάφου, {{r|15}}      Κι ἐκεῖ ποὺ αὐτὰ νοιαζόμασταν, δὲν ξέφυγε τῆς Κίρκης πὼς ἀπ' τὸν Ἅδη φτάσαμε, παρὰ ἦρθε στολισμένη κοντά μας· ἤρθανε μαζὶ κι οἱ βάγιες της καὶ φέρναν ψωμὶ καὶ κρέατα πολλὰ μὲ τὸ κρασὶ τὸ μαῦρο.      Στάθηκε τότ' ἡ ὁλόλαμπρη θεὰ ὀμπροστά μας κι εἶπε· {{r|20}}      “Ἀθεόφοβοι, ποὺ ζωντανοὶ πήγατ' ἐσεῖς στὸν Ἅδη, ποὺ δυὸ θανάτους θά 'χετε, οἱ ἄλλοι ξέρουν ἕναν ἐλᾶτε τώρα ἐσεῖς ἐδῶ νὰ φᾶτε καὶ νὰ πιῆτε ὁλήμερα· κι ἡ χρυσαυγὴ καθὼς γλυκοχαράξη, κινᾶτε. Ἐγὼ τὸ δρόμο σας θὰ δείξω, καὶ τὰ πάντα {{r|25}} θὰ σᾶς μαντέψω, μὴν κακὴ σᾶς πέση ἄξαφνα ὥρα, καὶ μύρια πάθετε δεινὰ στεριᾶς ἢ καὶ πελάγου.”      Αὐτά εἰπε, καὶ κατάπεισε τὸ νοῦ μας τὸν ἀντρίκιο. Ὁλήμερα καθόμασταν ἐκεῖ ὡς τὸ γέρμα τοῦ ἥλιου, μὲ τὰ περίσσια κρέατα, καὶ μὲ κρασὶ φλογάτο. {{r|30}} Κι ὁ ἥλιος σὰ βασίλεψε κι ἁπλώθηκε σκοτάδι, οἱ ἄλλοι στὰ πρυμόσκοινα σιμὰ καλοπλαγιάσαν, μὰ ἐμένα ἀπὸ τὸ χέρι αὐτὴ παράμερα μὲ πῆρε, μὲ κάθισε, καὶ πλάγιασε κοντά μου καὶ ρωτοῦσε· κι ἕνα πρὸς ἕνα τότε ἐγὼ τῆς στόρησα τὰ πάντα. {{r|35}} Καὶ μίλησέ μου ἡ σεβαστὴ θεά, κι αὐτὰ μοῦ κρένει·      “Αὐτὰ ὅπως τά 'πες ἔγιναν· τώρα κι ἐσὺ ν' ἀκούσης ὅσα σοῦ πῶ· ἀγκαλὰ ὁ θεὸς θὰ σ' τὰ θυμίση ὁ ἴδιος. Καὶ πρῶτα ταξιδεύοντας θὰ φτάσης στὶς Σειρῆνες, ποὺ ὅλους μαγεύουν τοὺς θνητοὺς ποὺ λάχουνε κοντά τους· {{r|40}} ὅποιος σιμώση ἀπ' ἀγνωσιὰ κι ἀκούση τὴ φωνή τους, ἀπὸ γυναίκα καὶ παιδιὰ χαρὰ νὰ μὴν προσμένη μήτε πατρίδα πὼς θὰ δῆ, τὶ μὲ γλυκὰ τραγούδια αὐτὲς τόνε μαγεύουνε μὲς ἀπ' τὴ λιβαδιά τους. Σωρὸς ἐκεῖ τ' ἀνθρωπινὰ τὰ κόκκαλα σαπίζουν {{r|45}} γυμνὰ, ποὺ εἶναι τὸ δέρμα τους χυμένο ὁλοτριγύρω. Προσπέρνα τις, καὶ στούπωνε καλὰ τ' αὐτιὰ τῶν ἄλλων μὲ μελοζύμωτο κερὶ νὰ μὴν μποροῦν ν' ἀκούσουν. Κι ἂν ποθυμήσης ἴδιος σου ν' ἀκούσης, ἂς σὲ δέσουν ὁλόρθο χεροπόδαρα στοῦ καταρτιοῦ τὴ ρίζα, {{r|50}} κι ἂς καλοσφίξουν τῶ σκοινιῶν τὶς ἄκρες στὸ κατάρτι, καὶ τότες χαίροντας θ' ἀκοῦς μακρόθε τὶς Σειρῆνες. Μὰ ἀνίσως καὶ παρακαλῆς τοὺς ἄλλους νὰ σὲ λύσουν, ἐκεῖνοι ἀκόμα πιὸ σφιχτὰ νὰ δένουν τὰ σκοινιά σου.      Καὶ τὸ καράβι σου ἀπ' ἐκεῖ σὰ σώση νὰ περάση, {{r|55}} δὲ σοῦ ὁρμηνεύω πιὰ ἀπὸ ποῦ τὸ δρόμο σου νὰ πάρης ἀτὸς σου κρῖνε· ἐγὼ τοὺς δυὸ θὰ σοῦ ἐξηγήσω δρόμους. Ἀπὸ τὴ μιὰ εἶναι κρεμαστὲς οἱ πέτρες ποὺ ὁλοένα   μὲ κύματα ἡ γλαυκόματη τὶς δέρνει ἡ Ἀμφιτρίτη· {{r|60}} αὐτὲς Πλανούμενες τὶς λὲν οἱ θεοἱ οἱ μακαρισμένοι. Κι οὐδὲ πουλὶ τὶς προσπερνάει, καὶ μήτε οἱ περιστέρες τὴν ἀμβροσία ποὺ φέρνουνε στὸ Δία τὸν πατέρα, μόνε κι αὐτὲς κάθε φορὰ τὶς παίρνει ἡ γλιστροπέτρα· μὰ στέλνει κι ἄλλην ὁ θεός, λειψές νὰ μὴν τὶς ἔχη. {{r|65}} Θνητοῦ καράβι ἐκείθενε δὲν ἔφυγε, κι ἂν ἦρθε, μόνε καραβοσάνιδα καὶ ἀνθρώπινά κουφάρια κυλιοῦνται ἀπὸ τὰ κύματα κι ἀπ' τῆς φωτιᾶς τὴ λύσσα. Ἕνα μονάχο διάβηκε τῆς θάλασσας καράβι, ἡ κοσμολάλητη ἡ Ἀργώ, γυρνώντας ἀπ' τοῦ Αἰήτη- {{r|70}} κι αὐτὴ σὲ βράχους θά 'σπανε τρανούς, χωρὶς τὸ χέρι τῆς Ἥρας, ποὺ λυπήθηκε τὸν Ἰάσονα ἀπ' ἀγάπη.      Ἀπὸ τὴν ἄλλη, οἱ βράχοι οἱ δυὸ, ποὺ ὁ ἕνας ἀνεβαίνει στοὺς οὐρανοὺς, κι ἡ σουβλερὴ κορφή του τοὺς ἀγγίζει μαύρη τὸν ζώνει συννεφιά, ποὺ πάντα 'ναι ἁπλωμένη, {{r|75}} μηδὲ λαμπρύνει ἡ ξαστεριὰ ποτὲς τὸ μέτωπό του, μὰ ἂς εἶναι θερισμοῦ καιρός, ἂς εἶναι χινοπώρι. Ν' ἀνέβη ἐκεῖ ἢ νὰ κατεβῆ θνητὸς δὲ θὰ μποροῦσε ποτὲς κανένας, κι εἴκοσι χέρια καὶ πόδια ἂν εἶχε· γιατ' εἶναι ὁ βράχος γλιστερός, σὰν πέτρα λιστρωμένη Καὶ σπήλιο ἀνοίγει σκοτεινὸ μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ βράχου, {{r|80}} στὴ Δύση, καὶ πρὸς στὸ Ἔρεβος· καὶ κατακεῖ τὴν πλώρη τοῦ καραβιοῦ θὰ στρέψετε, περίλαμπρε Ὀδυσσέα, Μηδὲ πιδέξιος τοξευτὴς μέσ' ἀπὸ τὸ καράβι ρίχνοντας τὴ σαγίτα του δὲ θά 'φτανε στὸ σπήλιο. Κεῖ μέσα ἡ Σκύλλα κατοικεῖ καὶ φοβερὰ γαυγίζει· {{r|85}} ἔχει φωνούλα σκυλακιοῦ νιογέννητου, κι ὡς τόσο εἶναι κακότροπο θεριό, κι οὔτε θνητὸς κανένας, κι οὔτε θεὸς θὰ χαίρονταν θωρώντας το ἀντικρύ του. Ἔχει καὶ πόδια δώδεκα, ποὺ ξέκρεμα εἶναι ὅλα, κι ἕξι θεόμακρους λαιμούς, καὶ στὸν καθένα ἀπάνω {{r|90}} κεφάλι στέκει τρομερὸ μὲ τρεῖς ἀράδες δόντια, πυκνὰ καὶ σφιχτοκάρφωτα καὶ θάνατο γεμάτα. Μὲς στὸ βαθὺ τὸ σπήλιο της ὡς τὰ μισὰ χωμένη, ἀπὸ τὸ μαῦρο βάραθρο τ' ἄγρια κεφάλια βγάζει, κι ἐκεῖ ψαρεύει, ψάχνοντας ὁλόγυρα στὸ βράχο, {{r|95}} δελφίνια καὶ σκυλόψαρα κι ἄλλα θαλασσαγρίμια, ποὺ μύρια ἡ κυματόβροντη τὰ βόσκει ἡ Ἀμφιτρίτη. Ναύτης δὲν τὸ παινέθηκε πὼς ξέφυγε μὲ πλοῖο ἀπὸ κεῖ πέρα ἀπείραγος· μὲ κάθε της κεφάλι ἁρπάει ἀπ' τὸ μαυρόπλωρο καράβι κι ἕναν ἄντρα.  {{r|100}}      Τὸν ἄλλο χαμηλότερο, Ὀδυσσέα, θὰ δῆς τὸ βράχο· κοντά 'ναι οἱ δυό τους, θά 'φτανε ἡ σαγίτα σου νὰ ρίξης. Μεγάλος εἶναι ὀρνιὸς ἐκεῖ, μυριόφυλλος, καὶ κάτου ἡ θεία ἡ Χάρυβδη ρουφάει τὸ μελανὸ τὸ κῦμα. Τὴ μέρα τρεῖς φορὲς ξερνάει, καὶ τρεῖς φορὲς ρουφάει· {{r|105}} νὰ μὴ σοῦ τύχη καὶ βρεθῆς τὴν ὥρα ποὺ ρουφήξη, τὶ δὲ θὰ σὲ ξεγλύτωνε μηδὲ τοῦ κόσμου ὁ σείστης. Μόν' ζύγωνε τὸ πλοῖο εὐτὺς πρὸς τὴ Σπηλιὰ τῆς Σκύλλας, καὶ πέρναε, τὶ καλύτερο νὰ κλαῖς ἕξι συντρόφους τοῦ καραβιοῦ παρὰ ὅλοι τους μαζὶ ν' ἀφανιστοῦνε.”  {{r|110}}      Εἶπε, κι ἐγὼ ἀποκρίθηκα· “Πές μου, ὦ θεά, ἐσὺ τώρα, τὴ φοβερὴ τὴ Χάρυβδη σὰν πῶς νὰ τήν ξεφύγω, μὰ καὶ τῆς Σκύλλας τῆς φριχτῆς ν' ἀντισταθῶ, ἂν χουμίξη;”        Εἶπα, κι ἡ σεβαστὴ θεὰ μοῦ ἀπολογιέται ἀμέσως· {{r|115}} “Πάλε, καημένε, βάσανα γυρεύεις καὶ πολέμους· μὰ μήτε τοὺς ἀθάνατους θεοὺς πιὰ δὲ φοβᾶσαι ; Αὐτή 'ναι ἀθάνατο κακό, θνητὴ δὲν εἶναι ἡ Σκύλλα· ἄγρια, φριχτὴ κι ἀμάχητη, Διαφέντεψη δὲν ἔχει αὐτὴ καμιά, καὶ κάλλιο ἐσὺ νὰ φεύγης ἀπ' ὀμπρός της. {{r|120}} Τὶ ἀνίσως γιὰ ν' ἀρματωθῆς κοντοσταθῆς στὰ βράχια, φοβοῦμαι μὴν προφτάξη αὐτή, καὶ μ' ἕνα χούμισμά της ὅσα εἶναι τὰ κεφάλια της, τόσους σοῦ ἁρπάξη ἀνθρώπους. Μόνε γοργὰ νὰ λάμνετε, καὶ τὴν Κραταιὴ φωνάξτε, τὴ μάνα ποὺ τὴ γέννησε γιὰ τὸ κακὸ τοῦ κόσμου, {{r|125}} καὶ θὰ τὴν ἐμποδίση αὐτὴ νὰ μὴν ξαναχουμίξη.      Κατόπι στὸ καλὸ νησὶ τῆς Θρινακίας θὰ φτάσης. Βόδια ἐκεῖ βόσκουνε πολλὰ κι ἀρνιὰ παχιὰ τοῦ Ἥλιου, ἑφτὰ κοπὲς βοδιῶν, ἑφτὰ καλῶν ἀρνιῶν κοπάδια, πενήντα καθεμιὰ κοπή, κι αὐτὰ μήτε γεννοῦνε, {{r|130}} καὶ μήτε λιγοστεύουνε· καὶ θεὲς τὰ κυβερνᾶνε, δυὸ νύφες ὡριοπλέξουδες, Φαέθουσα, Λαμπετία, τοῦ Ἥλιου τοῦ Ὑπερίονα καὶ τῆς Νεαίρας κόρες. Ἡ μάνα ποὺ τὶς γέννησε καὶ γλυκοανάθρεψέ τις, πὰς στὸ νησὶ τὶς ἔβαλε τῆς Θρινακίας νὰ ζοῦνε, {{r|135}} τὰ γονικά τους πρόβατα καὶ βόδια νὰ φυλάγουν. [ Αὐτὰ ἂν τ' ἀφήσης ἄβλαβα, καὶ θὲς τὸ γυρισμό σου, ὅσο πολλὰ κι ἂν πάθετε, πάλε στὸ Θιάκι πᾶτε· μὰ ἂν τὰ πειράξης, πρόσμενε ξολοθρεμὸ στὸ πλοῖο καὶ στοὺς συντρόφους· ἴδιος σου μπορεῖς νὰ ξεγλυτώσης, {{r|140}} μὰ ἀργὰ θὰ φτάσης κι ἄσκημα, κι ἀπὸ συντρόφους ἔρμος ].”      Αὐτά εἰπε· κι εὐτὺς πρόβαλε ἡ χρυσόθρονη ἡ Αὐγούλα, καὶ στοῦ νησιοῦ της ἡ θεὰ τραβήχτηκε τὰ μέσα. Καὶ στὸ καράβι πῆγα ἐγώ, καὶ τῶ συντρόφων εἶπα νὰ λύσουν τὰ πρυμόσκοινα, κι ἀπάνω ν' ἀνεβοῦνε. {{r|145}} Κι αὐτοὶ στὸ πλοῖο ἀνέβηκαν, καὶ κάθισαν στοὺς πάγκους, καὶ τὸν ἀστραφτερὸ γιαλὸ μὲ τὰ κουπιὰ βαροῦσαν. Καὶ πίσω ἀπ' το μαυρόπλωρο καράβι στέλνει ἡ Κίρκη ἡ φοβερὴ κι ἡ ὡριόμαλλη κι ἡ ἀνθρωπολαλοῦσα, πρύμο καλὸ καὶ φιλικὸ ποὺ τὰ πανιὰ φουσκῶναν. {{r|150}} Καὶ τ' ἄρμενα σὰ σιάξαμε, καθίσαμε, κι ὁδήγα ὁ ἀγέρας τὸ καράβι μας μαζὶ μὲ τὸν ποδότη. Τότε εἶπα μὲ βαρειὰ καρδιὰ στοὺς φίλους μου συντρόφους·      “Καλὸ δὲν εἶναι, φίλοι μου, νὰ ξέρη ἕνας μονάχα ἢ δυὸ, τὰ λόγια τὰ ἱερὰ ποὺ μοῦ 'πε ἡ θεία Κίρκη· {{r|155}} μόνε τὰ κρένω καὶ σ' ἐσᾶς, νὰ ξέρουμε ἂν θὰ βροῦμε ζωή, ἢ ἂν θὰ ξεφύγουμε τὴ μοῖρα τοῦ θανάτου. Πρῶτα, νὰ φεύγω ἀπ' τὴ φωνὴ τῶ φοβερῶ Σειρήνων κι ἀπὸ τ' ἀνθολιβάδια τους, παράγγειλε μου ἡ Κίρκη. Κι ἐγὼ μονάχος, εἶπε μου, ν' ἀκούσω τὴ φωνή τους· {{r|160}} στοῦ καταρτιοῦ τὴ ρίζα ἐσεῖς δέστε με τώρα ὁλόρθο, καὶ καλοσφίξτε τῶ σκοινιῶν τὶς ἄκρες στὸ κατάρτι, γερὰ κρατώντας με, κι ἐγὼ σὰ λέω νὰ μὲ ξελύστε, ἐσεῖς ἀκόμα πιὸ σφιχτὰ νὰ δένετε τοὺς κόμπους.”      Ἐκεῖ ποὺ αὐτὰ τοὺς ἔλεγα καὶ τοὺς καλοξηγοῦσα, {{r|165}} στῶ δυὸ Σειρήνων τὸ νησὶ τ' ὥριο καράβι φτάνει, ποὺ ὁ πρύμος τὸ γοργόσπρωχνε. Κι ἀμέσως καταπέφτει τ' ἀγέρι, κι ἔρχεται λαμπρὴ στὴ θάλασσα γαλήνη, σὰν κάποιος ν' ἀποκοίμισε θεὸς τὰ κύματά της. Τότες αὐτοὶ σηκώθηκαν καὶ τὰ πανιὰ διπλῶσαν, {{r|170}} μὲς στὸ καράβι τά 'θεσαν, κι ἀράδα καθισμένοι, μὲ τὰ καλόξυστα κουπιὰ τὶς θάλασσες ἀσπρίζαν· Λιανίζω ἐγὼ τροχὸ κερὶ μὲ κοφτερὸ μαχαίρι, καὶ μὲ τ' ἀντρειωμένα μου τὸ καλοσφίγγω χέρια. Καὶ τὸ κερὶ τὸ ζέσταινε ἡ μεγάλη δύναμη μου, {{r|175}} κι ὁ Ἥλιος ὁ Ὑπερίονας μὲ τὶς θερμές του ἀχτίδες· ἀράδα τότες ἔφραξα τ' αὐτιά τους ὁλωνῶνε, κι ἐκεῖνοι χεροπόδαρα μὲ δέσανε στὸ πλοῖο ὁλόρθο, καὶ καλόσφιξαν τὶς ἄκρες στὸ κατάρτι· καὶ τὸν ἀστραφτερὸ γιαλὸ μὲ τὰ κουπιὰ βαροῦσαν. {{r|180}} Σὰν ἤρθαμε τόσο κοντὰ ποὺ ἀκούγεται ἂν φωνάξης, γοργὰ τραβώντας, τό 'νιωσαν αὐτὲς τοῦ καραβιοῦ μας τὸ διάβα, καὶ μᾶς σύρανε ψιλόφωνο τραγούδι·      “Ἔλα, καμάρι τῶν Ἀχαιῶν, πολύμνητε Ὀδυσσέα, τὸ πλοῖο σου κράτα, τὴ γλυκειὰ φωνή μας γιὰ ν' ἀκούσης, {{r|185}} Δὲν πέρασε ἀπ' ἐδῶ κανεὶς μὲ μελανὸ καράβι, χωρὶς ν' ἀκούση ἀπὸ κοντὰ τὸ γλυκολάλημά μας, παρὰ μισεύει χαίροντας ποὺ ἔμαθε κι ἄλλα ἀκόμα, τὶ ξέρουμε ὅσα τράβηξαν μὲς στὴν πλατειὰ Τρωάδα καὶ Τρωαδῖτες κι Ἀχαιοί, καθὼς οἱ θεοὶ τὰ ὁρίσαν, {{r|190}} καὶ ξέρουμε ὅσα γίνουνται στὴ γῆς τὴν πολυθρόφα.”      Αὐτὰ μᾶς γλυκολάλησαν κι ἐγὼ ὅλο λαχταροῦσα ν' ἀκούσω, καὶ τοὺς ἔγνεφα τοὺς ἄλλους νὰ μὲ λύσουν· μὰ ἐκεῖνοι πέσαν στὸ κουπὶ κι ὀμπρὸς γοργοτραβοῦσαν. Κι ὁ Εὐρύλοχος σηκώθηκε μαζὶ κι ὁ Περιμήδης {{r|195}} καὶ μὲ δεσμὰ περσότερα μὲ δέναν καὶ μὲ σφίγγαν. Καὶ σὰν τὶς προσπεράσαμε, καὶ πιὰ μήτ' ἡ λαλιά τους καὶ μήτε τὰ τραγούδια τους κοντά μας δὲν ἐρχόνταν, ἔβγαλαν τότες τὸ κερὶ οἱ ἀγαπημένοι φίλοι, ποὺ ἐγὼ στ' αὐτιὰ τοὺς ἄλειψα, κι ἀπ' τὰ δεσμὰ μὲ λῦσαν. {{r|200}}      Μὰ ὅταν ἐκεῖνο τὸ νησὶ τ' ἀφήκαμε πιὰ πίσω, βλέπω ἕνα κῦμα καὶ καπνὸ, κι ἀχὸ μεγάλο ἀκούγω. Τρομάξαν ὅλοι, τὰ κουπιὰ τοὺς φύγαν ἀπ' τὰ χέρια, καὶ στὰ νερὰ βροντήξανε· καὶ στάθη τὸ καράβι, ποὺ δὲν κρατοῦσαν πιὰ κουπιὰ μακριὰ γιὰ νὰ τὸ σπρώξουν. {{r|205}} Κι ἐγὼ στὸ πλοῖο γύριζα, καὶ κάθε σύντροφό μου ζυγώνοντας, μὲ μαλακὰ τοὺς προσμιλοῦσα λόγια·      “Ἀδέρφια, ἐμεῖς ἀμάθητοι δὲν εἴμαστε ἀπὸ πάθια· πάθημα αὐτὸ χειρότερο δὲν εἶναι δὰ ἀπ' ἐκεῖνα ποὺ ἡ δύναμη τοῦ Κύκλωπα μᾶς ἔδωκε στὸ σπήλιο· {{r|210}} ὅμως καὶ τότε ἡ γνώση μου κι ὁ νοῦς κι ἡ ἀντρειοσύνη μᾶς γλύτωσαν, καὶ πάντα αὐτὰ θὰ τὰ θυμᾶστε ἐλπίζω. Ἐλᾶτε τώρα, κι ὅ,τι πῶ νὰ τὸ καλοδεχτοῦμε. Ἐσεῖς αὐτοῦ μὲ τὰ, κουπιὰ στοὺς πάγκους καθισμένοι, βαρᾶτε τ' ἄγρια κύματα, κι ἴσως τὸ δώση ὁ Δίας {{r|215}} καὶ πάλι τοῦ ξολοθρεμοῦ ξεφύγουμε τὴ μοῖρα. Κι ἐσὺ, ποδότη, βάλε τὸ στὸ νοῦ σου ὅ,τι προστάζω, γιατὶ τὸ δοιάκι ἐσὺ κρατᾶς καὶ κυβερνᾶς τὸ πλοῖο. Ὄξω ἀπὸ κεῖνον τὸν καπνὸ κι ἀπὸ τὸ κῦμα βάστα, καὶ πρὸς τὸ βράχο ζύγωνε, τὸ πλοῖο νὰ μὴ σοῦ φύγη, {{r|220}} καὶ πάρη δρόμο κατακεῖ, καὶ στὸ χαμὸ μᾶς ρίξης.”      Αὐτὰ τοὺς εἶπα, κι ἄκουσαν τὰ λόγια μου ὅλοι τότες. Μὰ γιὰ τῆς Σκύλλας τὸ κακὸ τ' ἀγιάτρευτο, οὔτε λόγο δὲν εἶπα, μήπως φοβηθοῦν κι ἀφήσουν τὰ κουπιά τους, καὶ στὰ βαθιὰ τοῦ καραβιοῦ κατέβουν καὶ κρυφτοῦνε. {{r|225}} Καὶ τότες δὲν τὴν ψήφησα τῆς Κίρκης τὴν ὁρμήνεια, ποὺ μοῦ ἔλεγε νὰ μὴ φανῶ μὲ τὴν ἀρματωσιά μου, παρὰ στοῦ πλοίου ἀνέβηκα τὴν πλώρη ἀρματωμένος, κρατώντας δυὸ στὰ χέρια μου θεόμακρα κοντάρια· τὶ κατακεῖ περίμενα πὼς θὰ πρωτόβγη ἡ Σκύλλα, {{r|230}} τοῦ βράχου τὸ φριχτὸ θεριὸ, ποὺ μοῦ ἔφαγε τοὺς φίλους. Μὰ δὲν μποροῦσα νὰ τὴ δῶ· τὰ μάτια μου ἀποκάναν κοιτώντας καὶ ξετάζοντας τοῦ βράχου τὰ σκοτάδια.      Καὶ τὸ στενὸ περνούσαμε μὲ βόγγο καὶ λαχτάρα· ἐδῶθε ἡ Σκύλλα, κι ἀντικρὺ τῆς Χάρυβδης τὸ τέρας {{r|235}} ξαναρουφοῦσε τ' ἁρμυρὰ νερὰ τῆς κυματούσας. Καὶ σὰν τὰ ξέρναε, σὰ βρασμὸς μὲς στὸ πυρὸ καζάνι γουργούριζε ὅλη ἀνάκατη, κι ἡ ἄχνη ξεπετιόταν ψηλά, ὡς ἀπάνω στὶς κορφὲς τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου βράχου. Καὶ πάλε τ' ἁρμυρὰ νερὰ σὰν τὰ ξαναρουφοῦσε, {{r|240}} ἀνάκατη ἀπομέσαθε φαινόταν, καὶ βροντοῦσε ὁ βράχος γύρω φοβερά, καὶ κάτου ἡ γῆς φαινόταν μαύρη ἀπ' τὸν ἄμμο, κι ἔτρεμαν αὐτοὶ, χλωμοὶ ἀπ' τὸ φόβο. Κι ἐκεῖ καθὼς κοιτάζαμε, καταστροφὴ φοβώντας, μοῦ ἁρπάζει ἡ Σκύλλα ἀπ' τὸ βαθὺ καράβι ἕξι νομάτους, {{r|245}} στὰ χέρια καὶ στὴ δύναμη τὰ πρῶτα παλληκάρια. Κι ἐγὼ γυρίζοντας νὰ δῶ τοὺς ἄλλους στὸ καράβι, τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τους ἀπάνωθε ἀγναντεύω, ποὺ σηκωμένοι ἀνάερα χουγιάζανε μὲ πόνο, καὶ μὲ φωνάζανε στερνὴ φορὰ μὲ τ' ὅνομά μου. {{r|250}} Κι ὅπως ψαρὰς μ' ἕνα μακρὺ ραβδὶ ἀπ' τὸν κάβο ρίχνει στὰ μικρὰ ψάρια δόλωμα, καὶ κέρατο τινάζει καλοῦ βοδιοῦ στὴ θάλασσα, κι ἅμα πιαστῆ τὸ ψάρι στὴ γῆς ἀπάνω τὸ πετάει κι ἐκεῖνο σπαρταρίζει, κι αὐτοὶ ἔτσι σπαρταρίζοντας στὸ βράχο κουβαλιόνταν, {{r|255}} καὶ τὸ θεριὸ τοὺς ἔτρωγε, καὶ ξεφωνίζαν ὅλοι, σ' ἐμὲ τὰ χέρια ἁπλώνοντας στοῦ χάρου τὸν ἀγώνα. Ἄλλο πιὸ θλιβερὸ ἀπ' αὐτὸ τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν, ἀπ' ὅλα ποὺ δοκίμασα τὶς θάλασσες περνώντας.      Κι ἀπ' τὴ φριχτὴ τὴ Χάρυβδη, τὴ Σκύλλα, καὶ τοὺς βράχους {{r|260}} σὰ φύγαμε, στὸ ὁλόχαρο νησί 'ρθαμε τοῦ Ἥλιου, ποὺ οἱ ὥριες πλατυμέτωπες βοσκοῦσαν ἀγελάδες, καὶ πρόβατα μαζὶ παχιὰ ποὺ ὁρίζει ὁ θεὸς περίσσια. Ὄντας ἀκόμα στ' ἀνοιχτὰ γρικοῦσα ἀπ' τὸ καράβι τὰ βόδια ποὺ μουγκρίζανε κεῖ ποὺ ἦταν μαντρισμένα, {{r|265}} καὶ τῶν προβάτων τὶς φωνές. Κι ἦρθε στὸ νοῦ μου ὁ λόγος τοῦ Τειρεσία, τοῦ τυφλοῦ προφήτη ἀπὸ τὴ Θήβα, μὰ καὶ τῆς Κίρκης, ποὺ πολὺ μοῦ σύσταιναν κι οἱ δυό τους μακριὰ νὰ φεύγω ἀπ' τὸ νησὶ τοῦ Ἥλιου τοῦ φωτοδότη.      Καὶ τότες μὲ βαρειὰ καρδιὰ γυρνῶ καὶ λέω στοὺς φίλους· {{r|270}} “Ἀκοῦστε αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ, πολύπαθοι συντρόφοι. Νὰ δῆτε τὶ μοῦ μάντεψαν ὁ Τειρεσίας στὸν Ἅδη κι ἡ θεὰ τῆς Αἴας, ποὺ σοβαρὰ μοῦ σύστησαν κι οἱ δυό τους μακριὰ νὰ φεύγω ἀπ' τὸ νησὶ τοῦ φωτοδότη τοῦ Ἥλιου, τὶ φοβερή, λέει, συφορὰ μᾶς περιμένει ἐκεῖθε· {{r|275}} μόνε τραβᾶτε στ' ἀνοιχτὰ τὸ μελανὸ καράβι.”      Αὐτά εἰπα· καὶ ραγίστηκε ἡ καρδιά τους σὰν τ' ἀκοῦσαν. Τότες μὲ λόγια ὁ Εὐρύλοχος πικρὰ μοῦ ἀπολογιέται·      “Εἶσαι, Ὀδυσσέα, σκληρόκαρδος· μὲ δύναμη περίσσια, ἀκούραστο, ἔχεις τὸ κορμί· κι ἀλήθεια σιδερένιο {{r|280}} πρέπει νὰ σοῦ 'ναι τὸ σκαρί, ποὺ ὁ κόπος κι ἡ ἀγρύπνια δαμάζει τοὺς συντρόφους σου, κι ἐσὺ δὲν τοὺς ἀφήνεις στὸ θαλασσόλουστο νησὶ νὰ βγοῦν καὶ νὰ τοιμάσουν δεῖπνο, νὰ φᾶνε νὰ χαροῦν, παρὰ τὴ μαύρη νύχτα μᾶς θὲς νὰ παραδέρνουμε πάνω στ' ἀχνὰ πελάγη, {{r|285}} πέρ' ἀπ' ἐκεῖνο τὸ νησί. Κι ἀπὸ τὶς νύχτες βγαίνουν πάντα οἱ ἀνέμοι οἱ φοβεροί, τῶν καραβιῶν ὁ τρόμος· καὶ πῶς μπορῆς τὴ συφορὰ τοῦ χάρου νὰ ξεφύγης, ἂν ἄξαφνα κακὴ Νοτιὰ γιὰ δύστροπος Πονέντης σηκώση ἀνεμοστρόβιλο καὶ θαλασσοφουρτούνα, ποὺ δίχως νὰ ψηφάη θεοὺς τσακίζει τὰ καράβια ;  {{r|290}} Μὰ ἂς κάνουμε τὸ θέλημα τῆς μαύρης νύχτας τώρα, δεῖπνο ἂς τοιμάσουμε κοντὰ στὸ βαθουλὸ καράβι, καὶ τὴν αὐγὴ τὸ βγάζουμε στὰ διάπλατα πελάγη.”      Αὐτὰ μοῦ λέει ὁ Εὐρύλοχος, κι οἱ ἄλλοι συφωνᾶνε, Τό 'νιωσα τότες πὼς θεὸς γυρεύει τὸ κακό μου, {{r|295}} καὶ μίλησά του κι εἶπα του μὲ λόγια φτερωμένα·      “Εὐρύλοχε, εἶμαι μόνος μου, κι ἐσεῖς μὲ βιάζετε ὅλοι· μὰ ἐλᾶτε, κι ὅρκο ἀμώσετε τώρα ὅλοι ἐσεῖς μεγάλο, πὼς ἂν κοπάδια τύχουμε βοδιῶνε καὶ προβάτων, δὲ θὰ σᾶς ἔρθη ἀστοχασιὰ νὰ κόψτε ἀρνιὰ καὶ βόδια, {{r|300}} παρὰ ἥσυχοι θὰ χαίρεστε τῆς Κίρκης τὶς προμήθειες.”        Εἶπα, καὶ μοῦ τ' ὁρκίστηκαν ἐκεῖνο ποὺ ζητοῦσα. Καὶ στοὺς θεοὺς σὰν ἄμωσαν, καὶ πῆρε ὁ ὅρκος τέλος, τ' ὥριο καράβι ἀράξαμε μὲς στὸ βαθιὸ λιμιώνα, {{r|305}} ποὺ εἶχε κοντὰ γλυκὸ νερό, καὶ βγῆκαν οἱ συντρόφοι ἔξω στὴ γῆς, καὶ τοίμασαν τὸ δεῖπνο τους πιδέξια. Κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους, θυμήθηκαν καὶ κλάψανε τοὺς δύσμοιρους συντρόφους, ποὺ ἅρπαξ' ἡ Σκύλλα κι ἔφαγε· κι ἐκεῖ ποὺ ἀκόμα κλαῖγαν,  {{r|310}} ἥμερος ὕπνος ἔρχεται καὶ τοὺς ἀποκοιμίζει.      Στὴν τρίτη βίγλα τῆς νυχτός, τότες ποὺ τ' ἄστρα γέρνουν, ἀνεμοζάλη σήκωσε ὁ Δίας ὁ συννεφάρης, κι ἄγρια φουρτούνα ξέσπασε, ποὺ τύλιγε μὲ νέφια στεριὲς μαζὶ καὶ πέλαγα, καὶ μαύριζε ὁ αἰθέρας. {{r|315}}      Σὰ φάνη ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, στὸ βαθὺ σπήλιο σύραμε τὸ μελανὸ καράβι· καὶ χοροστάσια εἶχαν ἐκεῖ κι ἕδρες λαμπρὲς οἱ Νύφες. Κι ἐγὼ τότες τοὺς σύναξα, καὶ μίλησα τους κι εἶπα·      “Νά καὶ φαγί, νά καὶ πιοτὸ μὲς στὸ καράβι, ὦ φίλοι· {{r|320}} ὥστε ἀπ' τὰ βόδια ἂς λείψουμε, κακὸ νὰ μὴ μᾶς ἔρθη· γιατὶ εἶναι φοβεροῦ θεοῦ τ' ἀρνιὰ κι οἱ ἀγελάδες, τοῦ Ἥλιου, ποὺ ἀποπάνωθε τηράει κι ἀκούει τὰ πάντα.”      Αὐτὰ εἶπα, κι ἡ λεβέντικη τὰ δέχτηκε ψυχή τους. Ὡς τόσο ἀνέπαυος Νοτιὰς φυσοῦσε ὅλο τὸ μήνα, {{r|325}} κι ἀπὸ Σιρόκο καὶ Νοτιὰ καιρὸς δὲ φύσαγε ἄλλος. Κι ὅσο τὸ στάρι βρίσκονταν καὶ τὸ κρασὶ τὸ μαῦρο, τὰ βόδια δὲν τ' ἀγγίζανε, φοβώντας τὴ ζωή τους. Μὰ σὰν ἀρχίσαν οἱ θροφὲς νὰ λείπουνε ἀπ' τ' ἀμπάρι, κυνήγι νὰ ζητήσουνε γυρίζαν ἀπ' ἀνάγκη, {{r|330}} πιάνοντας ψάρια καὶ πουλιά, κι ὅ,τι ἔβρισκαν ὀμπρός τους, τὶ ἡ πεῖνα τοὺς τὰ θέριζε τὰ σωθικά. Ἐγὼ τότες μὲς στὸ νησὶ τραβήχτηκα παράκληση νὰ κάμω, ἴσως καὶ μοῦ 'δειχνε ὁ θεὸς τοῦ γυρισμοῦ τὸ δρόμο. Σέρνω στὰ μέσα τοῦ νησιοῦ, μακριὰ ἀπὸ τοὺς συντρόφους, {{r|335}} σὲ τόπο νίβω ἀπάνεμο τὰ χέρια, καὶ κατόπι πρὸς ὅλους τοὺς ἀθάνατους προσεύκουμαι τοῦ Ὀλύμπου· κι ἐκείνοι στὰ ματόφυλλα γλυκὰ μοῦ χῦσαν ὕπνο. Τότε ὁ Εὐρύλοχος κακὴ πρωτάρχισε κουβέντα·      “Ἀκοῦστε, ὦ φίλοι, τὶ θὰ πῶ, πολὺ κι ἂν τυραννιέστε {{r|340}} πικρὸς ὁ κάθε θάνατος τῶν ἄμοιρων ἀνθρώπων, μὰ ἀπ' ὅλους εἶναι πιὸ φριχτὸς τῆς πείνας νὰ πεθάνης. Τοῦ Ἥλιου τὶς καλύτερες ἂς πάρουμε ἀγελάδες, κι ἂς σφάξουμε ἑκατοβοδιὲς στοὺς θεοὺς νὰ μᾶς βοηθήσουν. Κι ἂν φτάσουμε στὴν ποθητὴ πατρίδα μας, τὸ Θιάκι, {{r|345}} τοῦ Ἥλιου τοῦ Ὑπερίονα ναὸ θὰ χτίσουμε ὥριο, καὶ δῶρα μέσα διαλεχτὰ θὰ βάλουμε περίσσια. Κι ἂν πάλε τὰ ὀρθοκέρατα σὰ χάση βόδια ὁ Ἥλιος χολιάση, καὶ νὰ σπάση μας θελήση τὸ καράβι, κι οἱ ἄλλοι θεοὶ τὸ στέργουνε, κάλλιο στὸ κῦμα ἀπάνω {{r|350}} μιὰ καὶ καλὴ νὰ καταπιῶ νερὸ νὰ ξεψυχήσω, παρὰ νὰ λυώνω σιγανὰ σ' αὐτὸ τὸ ρημονήσι.”      Αὐτὰ τοὺς εἶπε ὁ Εὐρύλοχος, κι ἐκεῖνοι συμφωνοῦσαν. Καὶ τοῦ Ἥλιου τὶς καλύτερες μαζῶξαν ἀγελάδες ἐκεῖ σιμά,— δὲ βόσκανε μακριὰ ἀπ' τὸ μαῦρο πλοῖο οἱ ἀγελάδες οἱ ὄμορφες, λοξὲς καὶ κουτελάτες,— {{r|355}} κι ὁλόγυρά τους ἔλεγαν εὐκὲς τῶν ἀθανάτων, ἀπό 'να ἰδρὺ ἁψηλόκλωνο χλωρὰ μαδώντας φύλλα, τὶ ἀσπρουδερὸ δὲν εἴχανε κριθάρι στὸ καράβι. Καὶ σὰν προσευκηθήκανε, καὶ σφάξανε καὶ γδάραν, τότες λιανίσαν τὰ μεριά, τὰ τύλιξαν μὲ σκέπη, {{r|360}} τὰ δίπλωσαν κι ἀπὸ παντοῦ κομμάτια ὠμὰ τοὺς θέσαν, ὅμως κρασὶ δὲν εἴχανε στ' ἅγια σφαχτὰ νὰ χύσουν, μόνε τοὺς στάξανε νερὸ στὴ φλόγα σὰν ψηνόνταν. Καὶ σὰν καῆκαν τὰ μεριὰ καὶ γεύτηκαν τὰ σπλάχνα, κόψανε τ' ἄλλα κι ὕστερα τὰ πέρασαν στὴ σούβλα. {{r|365}}      Τότες ὁ ὕπνος ὁ γλυκὸς τὰ βλέφαρά μου ἀφῆκε, καὶ στ' ἀκρογιάλι κίνησα πρὸς τὸ γοργὸ καράβι. Μὰ μόλις στὸ καλόφτιαστο σιμὰ καράβι πῆγα, ἦρθε τῆς τσίκνας ὁ γλυκὸς καπνὸς ὁλόγυρά μου. Καὶ τότες στοὺς ἀθάνατους στενάζοντας φωνάζω·  {{r|370}}      “Δία πατέρα, καὶ θεοὶ μακαριστοὶ κι αἰώνιοι, σὲ ὕπνο βαρὺ μὲ ρίξατε γιὰ συφορά μου ἀλήθεια, κι αὐτοὶ ποὺ μείνανε φριχτὴ δουλειὰ μοῦ σοφιστῆκαν.”      Κι ἡ Λαμπετὴ ἡ μακρόπεπλη τρέχει μηνάει στὸν Ἥλιο πὼς τὶς καλές του πήγαμε καὶ σφάξαμε ἀγελάδες. {{r|375}} Κι ἐκεῖνος στοὺς ἀθάνατους φωνάζει χολωμένος·      “Δία πατέρα, καὶ θεοὶ μακαριστοὶ κι αἰώνιοι, τοὺς φίλους γδικιωθῆτε μου τοῦ Ὀδυσσέα, ποὺ πῆγαν καὶ μὄσφαξαν ἀδιάντροπα τὰ βόδια ποὺ χαιρόμουν νὰ τὰ θωρῶ ἀνεβαίνοντας τὸν οὐρανὸ μὲ τ' ἄστρα, {{r|380}} καὶ σὰ γυρνοῦσα πρὸς τὴ γῆς ἀπ' τ' οὐρανοῦ τὰ ὕψη. Κι ἂν πλερωμὴ πρεπούμενη δὲ δώσουνε, θὰ φύγω κάτου στὸν Ἅδη, στοὺς νεκροὺς τὸ φῶς μου νὰ χαρίζω.”      Κι ὁ Δίας τοῦ ἀποκρένεται ὁ συννεφομαζώχτης·      “Τὸ φῶς σου στοὺς ἀθάνατους χύνε ἐσὺ τώρα, ὦ Ἥλιε, {{r|385}} καὶ στοὺς θνητοὺς ποὺ κατοικοῦν τὴ γῆς τὴν τροφοδότρα, καὶ μὲ τ' ἀστροπελέκι μου, στὴ μέση τοῦ πελάγου, θὰ τοὺς τὸ σκίσω ἐγὼ στὰ δυὸ τὸ γοργοκάραβὀ τους.”      Τ' ἄκουσ' αὐτὰ ἀπ' τὴν Καλυψὼ τὴν ὀμορφομαλλοῦσα, ποὺ ἀπ' τὸν Ἑρμῆ τὸ μηνυτὴ μοῦ εἶπε πὼς τά 'χε ἀκούσει.  {{r|390}}      Καὶ στὸ γιαλὸ σὰν ἔφτασα καὶ πῆγα στὸ καράβι, τοὺς πῆρα καὶ τοὺς μάλωσα χώρια καθέναν, κι ὅμως γιατρειὰ δὲ βρίσκαμε καμιά· νεκρὲς πιὰ οἱ ἀγελάδες. Κατόπι μᾶς φανέρωσαν οἱ ἀθάνατοι σημάδια· πετσιὰ σερνόνταν, κρέατα μουγγρίζανε ἀπ' τὶς σοῦβλες, {{r|395}} ψητὰ κι ὠμὰ, κι ἀκούγαμε μουκανητὰ βοδιῶνε.      Ἕξι μερόνυχτα ἔτρωγαν οἱ βλάμηδες συντρόφοι τοῦ Ἥλιου τὰ πιὸ διαλεχτὰ ποὺ εἶχαν ἁρπάξει βόδια· σὰν ἔφερε τοῦ Κρόνου ὁ γιὸς τὴν ἕβδομη τὴ μέρα, ἔπεσε τότε ὁ ἄνεμος, σιγάνεψε ἡ φουρτούνα· {{r|400}} κι ἐμεῖς στὸ πλοῖο ποὺ μπήκαμε, τὸ βγάλαμε πελάγου, καὶ τὸ κατάρτι στήσαμε, μ' ἄσπρα πανιὰ ἁπλωμένα.      Μὰ τὸ νησὶ ἅμ' ἀφήσαμε, κι ἄλλη στεριὰ τριγύρω δὲ φαίνονταν, παρὰ οὐρανὸς καὶ θάλασσα παντοῦθε, σύννεφο μαῦρο ἀπάνω μας τοῦ Κρόνου ὁ γιὸς ἁπλώνει, {{r|405}} ποὺ θεοσκότεινα ἔγιναν τὰ πέλαγα ἀποκάτου. Πολλὴ ὥρα δὲν ἀρμένισε ἀπὸ τότες τὸ καράβι· τ' ἦρθε Πονέντης ἄξαφνος μ' ἄγρια μαζὶ φουρτούνα, κι ἔσπασε ὁ σίφουνας τὰ δυὸ τὰ ξάρτια στὸ κατάρτι· κι ἐπεσε πρὸς τὰ πίσω αὐτό, καὶ τ' ἄρμενα στ' ἀμπάρι· {{r|410}} καὶ τὸ κατάρτι πέφτοντας στὴν πρύμη τὸν ποδότη πὰς στὸ κεφάλι χτύπησε· λυῶμα τὰ καύκαλά του, κι αὐτὸς ἀπὸ τὸ κάσαρο σὰ βουτηχτὴς γκρεμίστη, καὶ πέταξε ἀπ' τὰ κόκκαλα ἡ λεβέντικη ψυχή του. Τότες ὁ Δίας βρόντηξε, καὶ μὲ τ' ἀστροπελέκι {{r|415}} χτυπάει τὸ πλοῖο, κι ὁλόβολο τ' ἀναποδογυρίζει, γεμάτο θειάφι· πέφτουνε στὴ θάλασσα οἱ συντρόφοι, γύρω στὸ μαυροκάραβο γυρνώντας σὰν κουροῦνες, καὶ χέρι θεοῦ τοὺς ἔκοβε τοῦ γυρισμοῦ τὴ γλύκα.      Ὡς τόσο ἐγὼ βαστιόμουνα μὲς στὸ καράβι, ὡσότου {{r|420}} ἀπ' τὴν καρίνα τὰ πλευρὰ ξεκάρφωσε ἡ φουρτούνα, κι ἔτσι γυμνὴ τὴν ἔσερνε τὸ κῦμα· τὸ κατάρτι σπασμένο χτύπαγε σ' αὐτή· μ' ἀπάνω του μαντάρι φτιαγμένο ἀπὸ βοδόπετσο κρατοῦσε περασμένο. Μ' αὐτὸ συνέδεσα τὰ δυὸ, καρίνα καὶ κατάρτι, κάθισ' ἀπάνω κι οἱ ἄνεμοι μὲ πῆραν οἱ ὀργισμένοι. {{r|425}}      Ἡ ἄγρια τότες ἔπαψε φουρτούνα τοῦ Πονέντη, κι ἦρθε καὶ φύσηξε Νοτιάς, σὲ πάθια νὰ μὲ ρίξη, στὴν τρομερὴ τὴ Χάρυβδη καὶ πάλε ν' ἀρμενίσω. Ὁλονυχτὶς δερνόμουνα, καὶ σάνε φάνη ὁ Ἥλιος στὴ μαύρη Χάρυβδη ἔφτασα καὶ στὸν γκρεμὸ τῆς Σκύλλας. {{r|430}} Καθὼς ρουφοῦσε ἡ Χάρυβδη τῆς θάλασσας τὴν ἅρμη, ἐγὼ κατὰ τὸν ἁψηλὸ τοῦ βράχου ὀρνιὸ πετιέμαι, καὶ τὸ κορμί μου κόλλησε σὰ νυχτερίδα ἀπάνω. Δὲν εἶχα ποῦ τὸ πόδι μου νὰ βάλω νὰ πατήσω, τὶ οἱ ρίζες ἤτανε μακριά, καὶ τὰ τρανὰ κλωνιά του {{r|435}} ἁπλώνονταν ἀνάερα τὴ Χάρυβδη νὰ ἰσκιώσουν. Ἐκεῖ γερὰ κρατιόμουνα, προσμένοντας τὸ τέρας νὰ μοῦ ξεράση στὰ νερὰ καρίνα καὶ κατάρτι. Ἀργὰ πολὺ φανήκανε, σὰ μ' ἔφαγε ἡ λαχτάρα· μόλις τὴν ὥρα ποὺ κριτὴς σηκώνεται γιὰ δεῖπνο, {{r|440}} ἀφοῦ τὶς διαφορὲς πολλῶν ἀνθρώπων καθαρίση, πομέσα ἀπὸ τὴ Χάρυβδη ξεπρόβαλαν τὰ ξύλα. Χέρια καὶ πόδια λεύτερα τότες ἀφήνω ἀμέσως, μέσα στὸ κῦμα βρόντηξα, παρόξω ἀπὸ τὰ ξύλα, καθίζω, καὶ τὰ χέρια μου κάνω κουπιὰ καὶ λάμνω. {{r|445}} Ὅμως τὴ Σκύλλα πιὰ νὰ δῶ δὲν ἄφησε ὁ πατέρας τῶν θεῶν κι ἀνθρώπων· εἰδεμή, κι ἐγὼ θ' ἀφανιζόμουν.      Μέρες ἐννιὰ πλανιόμουνα· τὴ δέκατη τὴ νύχτα στὴν Ὠγυγία μὲ φέρανε οἱ θεοὶ, ποὺ λημεριάζει ἡ Καλυψὼ ἡ ὡριόμαλλη κι ἡ φοβερὴ θεούλα. Μ' ἀγάπαε καὶ μὲ νοιάζονταν. Τί νὰ τὰ ξαναλέγω ; {{r|450}} Ἐχτὲς μὲς στὸ παλάτι σου κι ἐσὲ καὶ τῆς κυρᾶς σου, σᾶς τὰ διηγήθηκα ὅλ' αὐτά· καὶ δὲ μ' ἀρέσει ἐκεῖνα ποὺ καθαρὰ ἀνιστόρησα, νὰ τὰ διηγέμαι πάλε. </poem> 41fqahb02gldkgl16v8256wuaxn5ul9 166727 166726 2026-06-26T19:44:17Z Sarri.greek 10495 κάθε 5ο στίχο {{r|5}} 166727 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία μ | επόμενο = [[../ν|Ραψωδία ν]] | προηγούμενο= [[../λ|Ραψωδία λ]] | σημειώσεις = }} <poem>  Τοῦ Ὠκεανοῦ τὰ ρέματα τὸ πλοῖο σὰν ἀφῆκε, κι ἀπάνω ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ διάπλατου πελάγου ἦρθε στῆς Αἴας τὸ νησί, ποὺ κατοικεῖ ἡ Αὐγούλα, καὶ σὲ γλυκοὺς χορότοπους χρυσανατέλνει ὁ Ἥλιος, ἐκεῖ στὸν ἄμμο φτάσαμε κι ἀράξαμε τὸ πλοῖο, {{r|5}} καὶ πήγαμε πλαγιάσαμε στὸ περιγιάλι ἀπάνω, προσμένοντας τὴ λαμπερὴ νὰ γλυκοφέξη Αὐγούλα.      Κι ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, καὶ στέλνω τοὺς συντρόφους μου στῆς Κίρκης τὰ παλάτια, τὸ λείψανο τοῦ Ἐλπήνορα νὰ πάρουν καὶ νὰ φέρουν. {{r|10}} Πήγαμε, κόψαμε κλαριά, στὴν ἄκρη στὸ περγιάλι, τὸν θάψαμε βαριόκαρδοι καὶ δάκρυα χύνοντάς του. Καὶ σὰν καλοκαήκανε ὁ νεκρὸς καὶ τ' ἄρματά του, μνημούρι τοῦ σηκώσαμε καὶ στήσαμε του στήλη, καὶ τὸ ἴσιο μπήξαμε κουπὶ πὰς στὴν κορφὴ τοῦ τάφου, {{r|15}}      Κι ἐκεῖ ποὺ αὐτὰ νοιαζόμασταν, δὲν ξέφυγε τῆς Κίρκης πὼς ἀπ' τὸν Ἅδη φτάσαμε, παρὰ ἦρθε στολισμένη κοντά μας· ἤρθανε μαζὶ κι οἱ βάγιες της καὶ φέρναν ψωμὶ καὶ κρέατα πολλὰ μὲ τὸ κρασὶ τὸ μαῦρο.      Στάθηκε τότ' ἡ ὁλόλαμπρη θεὰ ὀμπροστά μας κι εἶπε· {{r|20}}      “Ἀθεόφοβοι, ποὺ ζωντανοὶ πήγατ' ἐσεῖς στὸν Ἅδη, ποὺ δυὸ θανάτους θά 'χετε, οἱ ἄλλοι ξέρουν ἕναν ἐλᾶτε τώρα ἐσεῖς ἐδῶ νὰ φᾶτε καὶ νὰ πιῆτε ὁλήμερα· κι ἡ χρυσαυγὴ καθὼς γλυκοχαράξη, κινᾶτε. Ἐγὼ τὸ δρόμο σας θὰ δείξω, καὶ τὰ πάντα {{r|25}} θὰ σᾶς μαντέψω, μὴν κακὴ σᾶς πέση ἄξαφνα ὥρα, καὶ μύρια πάθετε δεινὰ στεριᾶς ἢ καὶ πελάγου.”      Αὐτά εἰπε, καὶ κατάπεισε τὸ νοῦ μας τὸν ἀντρίκιο. Ὁλήμερα καθόμασταν ἐκεῖ ὡς τὸ γέρμα τοῦ ἥλιου, μὲ τὰ περίσσια κρέατα, καὶ μὲ κρασὶ φλογάτο. {{r|30}} Κι ὁ ἥλιος σὰ βασίλεψε κι ἁπλώθηκε σκοτάδι, οἱ ἄλλοι στὰ πρυμόσκοινα σιμὰ καλοπλαγιάσαν, μὰ ἐμένα ἀπὸ τὸ χέρι αὐτὴ παράμερα μὲ πῆρε, μὲ κάθισε, καὶ πλάγιασε κοντά μου καὶ ρωτοῦσε· κι ἕνα πρὸς ἕνα τότε ἐγὼ τῆς στόρησα τὰ πάντα. {{r|35}} Καὶ μίλησέ μου ἡ σεβαστὴ θεά, κι αὐτὰ μοῦ κρένει·      “Αὐτὰ ὅπως τά 'πες ἔγιναν· τώρα κι ἐσὺ ν' ἀκούσης ὅσα σοῦ πῶ· ἀγκαλὰ ὁ θεὸς θὰ σ' τὰ θυμίση ὁ ἴδιος. Καὶ πρῶτα ταξιδεύοντας θὰ φτάσης στὶς Σειρῆνες, ποὺ ὅλους μαγεύουν τοὺς θνητοὺς ποὺ λάχουνε κοντά τους· {{r|40}} ὅποιος σιμώση ἀπ' ἀγνωσιὰ κι ἀκούση τὴ φωνή τους, ἀπὸ γυναίκα καὶ παιδιὰ χαρὰ νὰ μὴν προσμένη μήτε πατρίδα πὼς θὰ δῆ, τὶ μὲ γλυκὰ τραγούδια αὐτὲς τόνε μαγεύουνε μὲς ἀπ' τὴ λιβαδιά τους. Σωρὸς ἐκεῖ τ' ἀνθρωπινὰ τὰ κόκκαλα σαπίζουν {{r|45}} γυμνὰ, ποὺ εἶναι τὸ δέρμα τους χυμένο ὁλοτριγύρω. Προσπέρνα τις, καὶ στούπωνε καλὰ τ' αὐτιὰ τῶν ἄλλων μὲ μελοζύμωτο κερὶ νὰ μὴν μποροῦν ν' ἀκούσουν. Κι ἂν ποθυμήσης ἴδιος σου ν' ἀκούσης, ἂς σὲ δέσουν ὁλόρθο χεροπόδαρα στοῦ καταρτιοῦ τὴ ρίζα, {{r|50}} κι ἂς καλοσφίξουν τῶ σκοινιῶν τὶς ἄκρες στὸ κατάρτι, καὶ τότες χαίροντας θ' ἀκοῦς μακρόθε τὶς Σειρῆνες. Μὰ ἀνίσως καὶ παρακαλῆς τοὺς ἄλλους νὰ σὲ λύσουν, ἐκεῖνοι ἀκόμα πιὸ σφιχτὰ νὰ δένουν τὰ σκοινιά σου.      Καὶ τὸ καράβι σου ἀπ' ἐκεῖ σὰ σώση νὰ περάση, {{r|55}} δὲ σοῦ ὁρμηνεύω πιὰ ἀπὸ ποῦ τὸ δρόμο σου νὰ πάρης ἀτὸς σου κρῖνε· ἐγὼ τοὺς δυὸ θὰ σοῦ ἐξηγήσω δρόμους. Ἀπὸ τὴ μιὰ εἶναι κρεμαστὲς οἱ πέτρες ποὺ ὁλοένα   μὲ κύματα ἡ γλαυκόματη τὶς δέρνει ἡ Ἀμφιτρίτη· {{r|60}} αὐτὲς Πλανούμενες τὶς λὲν οἱ θεοἱ οἱ μακαρισμένοι. Κι οὐδὲ πουλὶ τὶς προσπερνάει, καὶ μήτε οἱ περιστέρες τὴν ἀμβροσία ποὺ φέρνουνε στὸ Δία τὸν πατέρα, μόνε κι αὐτὲς κάθε φορὰ τὶς παίρνει ἡ γλιστροπέτρα· μὰ στέλνει κι ἄλλην ὁ θεός, λειψές νὰ μὴν τὶς ἔχη. {{r|65}} Θνητοῦ καράβι ἐκείθενε δὲν ἔφυγε, κι ἂν ἦρθε, μόνε καραβοσάνιδα καὶ ἀνθρώπινά κουφάρια κυλιοῦνται ἀπὸ τὰ κύματα κι ἀπ' τῆς φωτιᾶς τὴ λύσσα. Ἕνα μονάχο διάβηκε τῆς θάλασσας καράβι, ἡ κοσμολάλητη ἡ Ἀργώ, γυρνώντας ἀπ' τοῦ Αἰήτη- {{r|70}} κι αὐτὴ σὲ βράχους θά 'σπανε τρανούς, χωρὶς τὸ χέρι τῆς Ἥρας, ποὺ λυπήθηκε τὸν Ἰάσονα ἀπ' ἀγάπη.      Ἀπὸ τὴν ἄλλη, οἱ βράχοι οἱ δυὸ, ποὺ ὁ ἕνας ἀνεβαίνει στοὺς οὐρανοὺς, κι ἡ σουβλερὴ κορφή του τοὺς ἀγγίζει μαύρη τὸν ζώνει συννεφιά, ποὺ πάντα 'ναι ἁπλωμένη, {{r|75}} μηδὲ λαμπρύνει ἡ ξαστεριὰ ποτὲς τὸ μέτωπό του, μὰ ἂς εἶναι θερισμοῦ καιρός, ἂς εἶναι χινοπώρι. Ν' ἀνέβη ἐκεῖ ἢ νὰ κατεβῆ θνητὸς δὲ θὰ μποροῦσε ποτὲς κανένας, κι εἴκοσι χέρια καὶ πόδια ἂν εἶχε· γιατ' εἶναι ὁ βράχος γλιστερός, σὰν πέτρα λιστρωμένη Καὶ σπήλιο ἀνοίγει σκοτεινὸ μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ βράχου, {{r|80}} στὴ Δύση, καὶ πρὸς στὸ Ἔρεβος· καὶ κατακεῖ τὴν πλώρη τοῦ καραβιοῦ θὰ στρέψετε, περίλαμπρε Ὀδυσσέα, Μηδὲ πιδέξιος τοξευτὴς μέσ' ἀπὸ τὸ καράβι ρίχνοντας τὴ σαγίτα του δὲ θά 'φτανε στὸ σπήλιο. Κεῖ μέσα ἡ Σκύλλα κατοικεῖ καὶ φοβερὰ γαυγίζει· {{r|85}} ἔχει φωνούλα σκυλακιοῦ νιογέννητου, κι ὡς τόσο εἶναι κακότροπο θεριό, κι οὔτε θνητὸς κανένας, κι οὔτε θεὸς θὰ χαίρονταν θωρώντας το ἀντικρύ του. Ἔχει καὶ πόδια δώδεκα, ποὺ ξέκρεμα εἶναι ὅλα, κι ἕξι θεόμακρους λαιμούς, καὶ στὸν καθένα ἀπάνω {{r|90}} κεφάλι στέκει τρομερὸ μὲ τρεῖς ἀράδες δόντια, πυκνὰ καὶ σφιχτοκάρφωτα καὶ θάνατο γεμάτα. Μὲς στὸ βαθὺ τὸ σπήλιο της ὡς τὰ μισὰ χωμένη, ἀπὸ τὸ μαῦρο βάραθρο τ' ἄγρια κεφάλια βγάζει, κι ἐκεῖ ψαρεύει, ψάχνοντας ὁλόγυρα στὸ βράχο, {{r|95}} δελφίνια καὶ σκυλόψαρα κι ἄλλα θαλασσαγρίμια, ποὺ μύρια ἡ κυματόβροντη τὰ βόσκει ἡ Ἀμφιτρίτη. Ναύτης δὲν τὸ παινέθηκε πὼς ξέφυγε μὲ πλοῖο ἀπὸ κεῖ πέρα ἀπείραγος· μὲ κάθε της κεφάλι ἁρπάει ἀπ' τὸ μαυρόπλωρο καράβι κι ἕναν ἄντρα.  {{r|100}}      Τὸν ἄλλο χαμηλότερο, Ὀδυσσέα, θὰ δῆς τὸ βράχο· κοντά 'ναι οἱ δυό τους, θά 'φτανε ἡ σαγίτα σου νὰ ρίξης. Μεγάλος εἶναι ὀρνιὸς ἐκεῖ, μυριόφυλλος, καὶ κάτου ἡ θεία ἡ Χάρυβδη ρουφάει τὸ μελανὸ τὸ κῦμα. Τὴ μέρα τρεῖς φορὲς ξερνάει, καὶ τρεῖς φορὲς ρουφάει· {{r|105}} νὰ μὴ σοῦ τύχη καὶ βρεθῆς τὴν ὥρα ποὺ ρουφήξη, τὶ δὲ θὰ σὲ ξεγλύτωνε μηδὲ τοῦ κόσμου ὁ σείστης. Μόν' ζύγωνε τὸ πλοῖο εὐτὺς πρὸς τὴ Σπηλιὰ τῆς Σκύλλας, καὶ πέρναε, τὶ καλύτερο νὰ κλαῖς ἕξι συντρόφους τοῦ καραβιοῦ παρὰ ὅλοι τους μαζὶ ν' ἀφανιστοῦνε.”  {{r|110}}      Εἶπε, κι ἐγὼ ἀποκρίθηκα· “Πές μου, ὦ θεά, ἐσὺ τώρα, τὴ φοβερὴ τὴ Χάρυβδη σὰν πῶς νὰ τήν ξεφύγω, μὰ καὶ τῆς Σκύλλας τῆς φριχτῆς ν' ἀντισταθῶ, ἂν χουμίξη;”        Εἶπα, κι ἡ σεβαστὴ θεὰ μοῦ ἀπολογιέται ἀμέσως· {{r|115}} “Πάλε, καημένε, βάσανα γυρεύεις καὶ πολέμους· μὰ μήτε τοὺς ἀθάνατους θεοὺς πιὰ δὲ φοβᾶσαι; Αὐτή 'ναι ἀθάνατο κακό, θνητὴ δὲν εἶναι ἡ Σκύλλα· ἄγρια, φριχτὴ κι ἀμάχητη, Διαφέντεψη δὲν ἔχει αὐτὴ καμιά, καὶ κάλλιο ἐσὺ νὰ φεύγης ἀπ' ὀμπρός της. {{r|120}} Τὶ ἀνίσως γιὰ ν' ἀρματωθῆς κοντοσταθῆς στὰ βράχια, φοβοῦμαι μὴν προφτάξη αὐτή, καὶ μ' ἕνα χούμισμά της ὅσα εἶναι τὰ κεφάλια της, τόσους σοῦ ἁρπάξη ἀνθρώπους. Μόνε γοργὰ νὰ λάμνετε, καὶ τὴν Κραταιὴ φωνάξτε, τὴ μάνα ποὺ τὴ γέννησε γιὰ τὸ κακὸ τοῦ κόσμου, {{r|125}} καὶ θὰ τὴν ἐμποδίση αὐτὴ νὰ μὴν ξαναχουμίξη.      Κατόπι στὸ καλὸ νησὶ τῆς Θρινακίας θὰ φτάσης. Βόδια ἐκεῖ βόσκουνε πολλὰ κι ἀρνιὰ παχιὰ τοῦ Ἥλιου, ἑφτὰ κοπὲς βοδιῶν, ἑφτὰ καλῶν ἀρνιῶν κοπάδια, πενήντα καθεμιὰ κοπή, κι αὐτὰ μήτε γεννοῦνε, {{r|130}} καὶ μήτε λιγοστεύουνε· καὶ θεὲς τὰ κυβερνᾶνε, δυὸ νύφες ὡριοπλέξουδες, Φαέθουσα, Λαμπετία, τοῦ Ἥλιου τοῦ Ὑπερίονα καὶ τῆς Νεαίρας κόρες. Ἡ μάνα ποὺ τὶς γέννησε καὶ γλυκοανάθρεψέ τις, πὰς στὸ νησὶ τὶς ἔβαλε τῆς Θρινακίας νὰ ζοῦνε, {{r|135}} τὰ γονικά τους πρόβατα καὶ βόδια νὰ φυλάγουν. [ Αὐτὰ ἂν τ' ἀφήσης ἄβλαβα, καὶ θὲς τὸ γυρισμό σου, ὅσο πολλὰ κι ἂν πάθετε, πάλε στὸ Θιάκι πᾶτε· μὰ ἂν τὰ πειράξης, πρόσμενε ξολοθρεμὸ στὸ πλοῖο καὶ στοὺς συντρόφους· ἴδιος σου μπορεῖς νὰ ξεγλυτώσης, {{r|140}} μὰ ἀργὰ θὰ φτάσης κι ἄσκημα, κι ἀπὸ συντρόφους ἔρμος ].”      Αὐτά εἰπε· κι εὐτὺς πρόβαλε ἡ χρυσόθρονη ἡ Αὐγούλα, καὶ στοῦ νησιοῦ της ἡ θεὰ τραβήχτηκε τὰ μέσα. Καὶ στὸ καράβι πῆγα ἐγώ, καὶ τῶ συντρόφων εἶπα νὰ λύσουν τὰ πρυμόσκοινα, κι ἀπάνω ν' ἀνεβοῦνε. {{r|145}} Κι αὐτοὶ στὸ πλοῖο ἀνέβηκαν, καὶ κάθισαν στοὺς πάγκους, καὶ τὸν ἀστραφτερὸ γιαλὸ μὲ τὰ κουπιὰ βαροῦσαν. Καὶ πίσω ἀπ' το μαυρόπλωρο καράβι στέλνει ἡ Κίρκη ἡ φοβερὴ κι ἡ ὡριόμαλλη κι ἡ ἀνθρωπολαλοῦσα, πρύμο καλὸ καὶ φιλικὸ ποὺ τὰ πανιὰ φουσκῶναν. {{r|150}} Καὶ τ' ἄρμενα σὰ σιάξαμε, καθίσαμε, κι ὁδήγα ὁ ἀγέρας τὸ καράβι μας μαζὶ μὲ τὸν ποδότη. Τότε εἶπα μὲ βαρειὰ καρδιὰ στοὺς φίλους μου συντρόφους·      “Καλὸ δὲν εἶναι, φίλοι μου, νὰ ξέρη ἕνας μονάχα ἢ δυὸ, τὰ λόγια τὰ ἱερὰ ποὺ μοῦ 'πε ἡ θεία Κίρκη· {{r|155}} μόνε τὰ κρένω καὶ σ' ἐσᾶς, νὰ ξέρουμε ἂν θὰ βροῦμε ζωή, ἢ ἂν θὰ ξεφύγουμε τὴ μοῖρα τοῦ θανάτου. Πρῶτα, νὰ φεύγω ἀπ' τὴ φωνὴ τῶ φοβερῶ Σειρήνων κι ἀπὸ τ' ἀνθολιβάδια τους, παράγγειλε μου ἡ Κίρκη. Κι ἐγὼ μονάχος, εἶπε μου, ν' ἀκούσω τὴ φωνή τους· {{r|160}} στοῦ καταρτιοῦ τὴ ρίζα ἐσεῖς δέστε με τώρα ὁλόρθο, καὶ καλοσφίξτε τῶ σκοινιῶν τὶς ἄκρες στὸ κατάρτι, γερὰ κρατώντας με, κι ἐγὼ σὰ λέω νὰ μὲ ξελύστε, ἐσεῖς ἀκόμα πιὸ σφιχτὰ νὰ δένετε τοὺς κόμπους.”      Ἐκεῖ ποὺ αὐτὰ τοὺς ἔλεγα καὶ τοὺς καλοξηγοῦσα, {{r|165}} στῶ δυὸ Σειρήνων τὸ νησὶ τ' ὥριο καράβι φτάνει, ποὺ ὁ πρύμος τὸ γοργόσπρωχνε. Κι ἀμέσως καταπέφτει τ' ἀγέρι, κι ἔρχεται λαμπρὴ στὴ θάλασσα γαλήνη, σὰν κάποιος ν' ἀποκοίμισε θεὸς τὰ κύματά της. Τότες αὐτοὶ σηκώθηκαν καὶ τὰ πανιὰ διπλῶσαν, {{r|170}} μὲς στὸ καράβι τά 'θεσαν, κι ἀράδα καθισμένοι, μὲ τὰ καλόξυστα κουπιὰ τὶς θάλασσες ἀσπρίζαν· Λιανίζω ἐγὼ τροχὸ κερὶ μὲ κοφτερὸ μαχαίρι, καὶ μὲ τ' ἀντρειωμένα μου τὸ καλοσφίγγω χέρια. Καὶ τὸ κερὶ τὸ ζέσταινε ἡ μεγάλη δύναμη μου, {{r|175}} κι ὁ Ἥλιος ὁ Ὑπερίονας μὲ τὶς θερμές του ἀχτίδες· ἀράδα τότες ἔφραξα τ' αὐτιά τους ὁλωνῶνε, κι ἐκεῖνοι χεροπόδαρα μὲ δέσανε στὸ πλοῖο ὁλόρθο, καὶ καλόσφιξαν τὶς ἄκρες στὸ κατάρτι· καὶ τὸν ἀστραφτερὸ γιαλὸ μὲ τὰ κουπιὰ βαροῦσαν. {{r|180}} Σὰν ἤρθαμε τόσο κοντὰ ποὺ ἀκούγεται ἂν φωνάξης, γοργὰ τραβώντας, τό 'νιωσαν αὐτὲς τοῦ καραβιοῦ μας τὸ διάβα, καὶ μᾶς σύρανε ψιλόφωνο τραγούδι·      “Ἔλα, καμάρι τῶν Ἀχαιῶν, πολύμνητε Ὀδυσσέα, τὸ πλοῖο σου κράτα, τὴ γλυκειὰ φωνή μας γιὰ ν' ἀκούσης, {{r|185}} Δὲν πέρασε ἀπ' ἐδῶ κανεὶς μὲ μελανὸ καράβι, χωρὶς ν' ἀκούση ἀπὸ κοντὰ τὸ γλυκολάλημά μας, παρὰ μισεύει χαίροντας ποὺ ἔμαθε κι ἄλλα ἀκόμα, τὶ ξέρουμε ὅσα τράβηξαν μὲς στὴν πλατειὰ Τρωάδα καὶ Τρωαδῖτες κι Ἀχαιοί, καθὼς οἱ θεοὶ τὰ ὁρίσαν, {{r|190}} καὶ ξέρουμε ὅσα γίνουνται στὴ γῆς τὴν πολυθρόφα.”      Αὐτὰ μᾶς γλυκολάλησαν κι ἐγὼ ὅλο λαχταροῦσα ν' ἀκούσω, καὶ τοὺς ἔγνεφα τοὺς ἄλλους νὰ μὲ λύσουν· μὰ ἐκεῖνοι πέσαν στὸ κουπὶ κι ὀμπρὸς γοργοτραβοῦσαν. Κι ὁ Εὐρύλοχος σηκώθηκε μαζὶ κι ὁ Περιμήδης {{r|195}} καὶ μὲ δεσμὰ περσότερα μὲ δέναν καὶ μὲ σφίγγαν. Καὶ σὰν τὶς προσπεράσαμε, καὶ πιὰ μήτ' ἡ λαλιά τους καὶ μήτε τὰ τραγούδια τους κοντά μας δὲν ἐρχόνταν, ἔβγαλαν τότες τὸ κερὶ οἱ ἀγαπημένοι φίλοι, ποὺ ἐγὼ στ' αὐτιὰ τοὺς ἄλειψα, κι ἀπ' τὰ δεσμὰ μὲ λῦσαν. {{r|200}}      Μὰ ὅταν ἐκεῖνο τὸ νησὶ τ' ἀφήκαμε πιὰ πίσω, βλέπω ἕνα κῦμα καὶ καπνὸ, κι ἀχὸ μεγάλο ἀκούγω. Τρομάξαν ὅλοι, τὰ κουπιὰ τοὺς φύγαν ἀπ' τὰ χέρια, καὶ στὰ νερὰ βροντήξανε· καὶ στάθη τὸ καράβι, ποὺ δὲν κρατοῦσαν πιὰ κουπιὰ μακριὰ γιὰ νὰ τὸ σπρώξουν. {{r|205}} Κι ἐγὼ στὸ πλοῖο γύριζα, καὶ κάθε σύντροφό μου ζυγώνοντας, μὲ μαλακὰ τοὺς προσμιλοῦσα λόγια·      “Ἀδέρφια, ἐμεῖς ἀμάθητοι δὲν εἴμαστε ἀπὸ πάθια· πάθημα αὐτὸ χειρότερο δὲν εἶναι δὰ ἀπ' ἐκεῖνα ποὺ ἡ δύναμη τοῦ Κύκλωπα μᾶς ἔδωκε στὸ σπήλιο· {{r|210}} ὅμως καὶ τότε ἡ γνώση μου κι ὁ νοῦς κι ἡ ἀντρειοσύνη μᾶς γλύτωσαν, καὶ πάντα αὐτὰ θὰ τὰ θυμᾶστε ἐλπίζω. Ἐλᾶτε τώρα, κι ὅ,τι πῶ νὰ τὸ καλοδεχτοῦμε. Ἐσεῖς αὐτοῦ μὲ τὰ, κουπιὰ στοὺς πάγκους καθισμένοι, βαρᾶτε τ' ἄγρια κύματα, κι ἴσως τὸ δώση ὁ Δίας {{r|215}} καὶ πάλι τοῦ ξολοθρεμοῦ ξεφύγουμε τὴ μοῖρα. Κι ἐσὺ, ποδότη, βάλε τὸ στὸ νοῦ σου ὅ,τι προστάζω, γιατὶ τὸ δοιάκι ἐσὺ κρατᾶς καὶ κυβερνᾶς τὸ πλοῖο. Ὄξω ἀπὸ κεῖνον τὸν καπνὸ κι ἀπὸ τὸ κῦμα βάστα, καὶ πρὸς τὸ βράχο ζύγωνε, τὸ πλοῖο νὰ μὴ σοῦ φύγη, {{r|220}} καὶ πάρη δρόμο κατακεῖ, καὶ στὸ χαμὸ μᾶς ρίξης.”      Αὐτὰ τοὺς εἶπα, κι ἄκουσαν τὰ λόγια μου ὅλοι τότες. Μὰ γιὰ τῆς Σκύλλας τὸ κακὸ τ' ἀγιάτρευτο, οὔτε λόγο δὲν εἶπα, μήπως φοβηθοῦν κι ἀφήσουν τὰ κουπιά τους, καὶ στὰ βαθιὰ τοῦ καραβιοῦ κατέβουν καὶ κρυφτοῦνε. {{r|225}} Καὶ τότες δὲν τὴν ψήφησα τῆς Κίρκης τὴν ὁρμήνεια, ποὺ μοῦ ἔλεγε νὰ μὴ φανῶ μὲ τὴν ἀρματωσιά μου, παρὰ στοῦ πλοίου ἀνέβηκα τὴν πλώρη ἀρματωμένος, κρατώντας δυὸ στὰ χέρια μου θεόμακρα κοντάρια· τὶ κατακεῖ περίμενα πὼς θὰ πρωτόβγη ἡ Σκύλλα, {{r|230}} τοῦ βράχου τὸ φριχτὸ θεριὸ, ποὺ μοῦ ἔφαγε τοὺς φίλους. Μὰ δὲν μποροῦσα νὰ τὴ δῶ· τὰ μάτια μου ἀποκάναν κοιτώντας καὶ ξετάζοντας τοῦ βράχου τὰ σκοτάδια.      Καὶ τὸ στενὸ περνούσαμε μὲ βόγγο καὶ λαχτάρα· ἐδῶθε ἡ Σκύλλα, κι ἀντικρὺ τῆς Χάρυβδης τὸ τέρας {{r|235}} ξαναρουφοῦσε τ' ἁρμυρὰ νερὰ τῆς κυματούσας. Καὶ σὰν τὰ ξέρναε, σὰ βρασμὸς μὲς στὸ πυρὸ καζάνι γουργούριζε ὅλη ἀνάκατη, κι ἡ ἄχνη ξεπετιόταν ψηλά, ὡς ἀπάνω στὶς κορφὲς τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου βράχου. Καὶ πάλε τ' ἁρμυρὰ νερὰ σὰν τὰ ξαναρουφοῦσε, {{r|240}} ἀνάκατη ἀπομέσαθε φαινόταν, καὶ βροντοῦσε ὁ βράχος γύρω φοβερά, καὶ κάτου ἡ γῆς φαινόταν μαύρη ἀπ' τὸν ἄμμο, κι ἔτρεμαν αὐτοὶ, χλωμοὶ ἀπ' τὸ φόβο. Κι ἐκεῖ καθὼς κοιτάζαμε, καταστροφὴ φοβώντας, μοῦ ἁρπάζει ἡ Σκύλλα ἀπ' τὸ βαθὺ καράβι ἕξι νομάτους, {{r|245}} στὰ χέρια καὶ στὴ δύναμη τὰ πρῶτα παλληκάρια. Κι ἐγὼ γυρίζοντας νὰ δῶ τοὺς ἄλλους στὸ καράβι, τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τους ἀπάνωθε ἀγναντεύω, ποὺ σηκωμένοι ἀνάερα χουγιάζανε μὲ πόνο, καὶ μὲ φωνάζανε στερνὴ φορὰ μὲ τ' ὅνομά μου. {{r|250}} Κι ὅπως ψαρὰς μ' ἕνα μακρὺ ραβδὶ ἀπ' τὸν κάβο ρίχνει στὰ μικρὰ ψάρια δόλωμα, καὶ κέρατο τινάζει καλοῦ βοδιοῦ στὴ θάλασσα, κι ἅμα πιαστῆ τὸ ψάρι στὴ γῆς ἀπάνω τὸ πετάει κι ἐκεῖνο σπαρταρίζει, κι αὐτοὶ ἔτσι σπαρταρίζοντας στὸ βράχο κουβαλιόνταν, {{r|255}} καὶ τὸ θεριὸ τοὺς ἔτρωγε, καὶ ξεφωνίζαν ὅλοι, σ' ἐμὲ τὰ χέρια ἁπλώνοντας στοῦ χάρου τὸν ἀγώνα. Ἄλλο πιὸ θλιβερὸ ἀπ' αὐτὸ τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν, ἀπ' ὅλα ποὺ δοκίμασα τὶς θάλασσες περνώντας.      Κι ἀπ' τὴ φριχτὴ τὴ Χάρυβδη, τὴ Σκύλλα, καὶ τοὺς βράχους {{r|260}} σὰ φύγαμε, στὸ ὁλόχαρο νησί 'ρθαμε τοῦ Ἥλιου, ποὺ οἱ ὥριες πλατυμέτωπες βοσκοῦσαν ἀγελάδες, καὶ πρόβατα μαζὶ παχιὰ ποὺ ὁρίζει ὁ θεὸς περίσσια. Ὄντας ἀκόμα στ' ἀνοιχτὰ γρικοῦσα ἀπ' τὸ καράβι τὰ βόδια ποὺ μουγκρίζανε κεῖ ποὺ ἦταν μαντρισμένα, {{r|265}} καὶ τῶν προβάτων τὶς φωνές. Κι ἦρθε στὸ νοῦ μου ὁ λόγος τοῦ Τειρεσία, τοῦ τυφλοῦ προφήτη ἀπὸ τὴ Θήβα, μὰ καὶ τῆς Κίρκης, ποὺ πολὺ μοῦ σύσταιναν κι οἱ δυό τους μακριὰ νὰ φεύγω ἀπ' τὸ νησὶ τοῦ Ἥλιου τοῦ φωτοδότη.      Καὶ τότες μὲ βαρειὰ καρδιὰ γυρνῶ καὶ λέω στοὺς φίλους· {{r|270}} “Ἀκοῦστε αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ, πολύπαθοι συντρόφοι. Νὰ δῆτε τὶ μοῦ μάντεψαν ὁ Τειρεσίας στὸν Ἅδη κι ἡ θεὰ τῆς Αἴας, ποὺ σοβαρὰ μοῦ σύστησαν κι οἱ δυό τους μακριὰ νὰ φεύγω ἀπ' τὸ νησὶ τοῦ φωτοδότη τοῦ Ἥλιου, τὶ φοβερή, λέει, συφορὰ μᾶς περιμένει ἐκεῖθε· {{r|275}} μόνε τραβᾶτε στ' ἀνοιχτὰ τὸ μελανὸ καράβι.”      Αὐτά εἰπα· καὶ ραγίστηκε ἡ καρδιά τους σὰν τ' ἀκοῦσαν. Τότες μὲ λόγια ὁ Εὐρύλοχος πικρὰ μοῦ ἀπολογιέται·      “Εἶσαι, Ὀδυσσέα, σκληρόκαρδος· μὲ δύναμη περίσσια, ἀκούραστο, ἔχεις τὸ κορμί· κι ἀλήθεια σιδερένιο {{r|280}} πρέπει νὰ σοῦ 'ναι τὸ σκαρί, ποὺ ὁ κόπος κι ἡ ἀγρύπνια δαμάζει τοὺς συντρόφους σου, κι ἐσὺ δὲν τοὺς ἀφήνεις στὸ θαλασσόλουστο νησὶ νὰ βγοῦν καὶ νὰ τοιμάσουν δεῖπνο, νὰ φᾶνε νὰ χαροῦν, παρὰ τὴ μαύρη νύχτα μᾶς θὲς νὰ παραδέρνουμε πάνω στ' ἀχνὰ πελάγη, {{r|285}} πέρ' ἀπ' ἐκεῖνο τὸ νησί. Κι ἀπὸ τὶς νύχτες βγαίνουν πάντα οἱ ἀνέμοι οἱ φοβεροί, τῶν καραβιῶν ὁ τρόμος· καὶ πῶς μπορῆς τὴ συφορὰ τοῦ χάρου νὰ ξεφύγης, ἂν ἄξαφνα κακὴ Νοτιὰ γιὰ δύστροπος Πονέντης σηκώση ἀνεμοστρόβιλο καὶ θαλασσοφουρτούνα, ποὺ δίχως νὰ ψηφάη θεοὺς τσακίζει τὰ καράβια;  {{r|290}} Μὰ ἂς κάνουμε τὸ θέλημα τῆς μαύρης νύχτας τώρα, δεῖπνο ἂς τοιμάσουμε κοντὰ στὸ βαθουλὸ καράβι, καὶ τὴν αὐγὴ τὸ βγάζουμε στὰ διάπλατα πελάγη.”      Αὐτὰ μοῦ λέει ὁ Εὐρύλοχος, κι οἱ ἄλλοι συφωνᾶνε, Τό 'νιωσα τότες πὼς θεὸς γυρεύει τὸ κακό μου, {{r|295}} καὶ μίλησά του κι εἶπα του μὲ λόγια φτερωμένα·      “Εὐρύλοχε, εἶμαι μόνος μου, κι ἐσεῖς μὲ βιάζετε ὅλοι· μὰ ἐλᾶτε, κι ὅρκο ἀμώσετε τώρα ὅλοι ἐσεῖς μεγάλο, πὼς ἂν κοπάδια τύχουμε βοδιῶνε καὶ προβάτων, δὲ θὰ σᾶς ἔρθη ἀστοχασιὰ νὰ κόψτε ἀρνιὰ καὶ βόδια, {{r|300}} παρὰ ἥσυχοι θὰ χαίρεστε τῆς Κίρκης τὶς προμήθειες.”        Εἶπα, καὶ μοῦ τ' ὁρκίστηκαν ἐκεῖνο ποὺ ζητοῦσα. Καὶ στοὺς θεοὺς σὰν ἄμωσαν, καὶ πῆρε ὁ ὅρκος τέλος, τ' ὥριο καράβι ἀράξαμε μὲς στὸ βαθιὸ λιμιώνα, {{r|305}} ποὺ εἶχε κοντὰ γλυκὸ νερό, καὶ βγῆκαν οἱ συντρόφοι ἔξω στὴ γῆς, καὶ τοίμασαν τὸ δεῖπνο τους πιδέξια. Κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους, θυμήθηκαν καὶ κλάψανε τοὺς δύσμοιρους συντρόφους, ποὺ ἅρπαξ' ἡ Σκύλλα κι ἔφαγε· κι ἐκεῖ ποὺ ἀκόμα κλαῖγαν,  {{r|310}} ἥμερος ὕπνος ἔρχεται καὶ τοὺς ἀποκοιμίζει.      Στὴν τρίτη βίγλα τῆς νυχτός, τότες ποὺ τ' ἄστρα γέρνουν, ἀνεμοζάλη σήκωσε ὁ Δίας ὁ συννεφάρης, κι ἄγρια φουρτούνα ξέσπασε, ποὺ τύλιγε μὲ νέφια στεριὲς μαζὶ καὶ πέλαγα, καὶ μαύριζε ὁ αἰθέρας. {{r|315}}      Σὰ φάνη ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, στὸ βαθὺ σπήλιο σύραμε τὸ μελανὸ καράβι· καὶ χοροστάσια εἶχαν ἐκεῖ κι ἕδρες λαμπρὲς οἱ Νύφες. Κι ἐγὼ τότες τοὺς σύναξα, καὶ μίλησα τους κι εἶπα·      “Νά καὶ φαγί, νά καὶ πιοτὸ μὲς στὸ καράβι, ὦ φίλοι· {{r|320}} ὥστε ἀπ' τὰ βόδια ἂς λείψουμε, κακὸ νὰ μὴ μᾶς ἔρθη· γιατὶ εἶναι φοβεροῦ θεοῦ τ' ἀρνιὰ κι οἱ ἀγελάδες, τοῦ Ἥλιου, ποὺ ἀποπάνωθε τηράει κι ἀκούει τὰ πάντα.”      Αὐτὰ εἶπα, κι ἡ λεβέντικη τὰ δέχτηκε ψυχή τους. Ὡς τόσο ἀνέπαυος Νοτιὰς φυσοῦσε ὅλο τὸ μήνα, {{r|325}} κι ἀπὸ Σιρόκο καὶ Νοτιὰ καιρὸς δὲ φύσαγε ἄλλος. Κι ὅσο τὸ στάρι βρίσκονταν καὶ τὸ κρασὶ τὸ μαῦρο, τὰ βόδια δὲν τ' ἀγγίζανε, φοβώντας τὴ ζωή τους. Μὰ σὰν ἀρχίσαν οἱ θροφὲς νὰ λείπουνε ἀπ' τ' ἀμπάρι, κυνήγι νὰ ζητήσουνε γυρίζαν ἀπ' ἀνάγκη, {{r|330}} πιάνοντας ψάρια καὶ πουλιά, κι ὅ,τι ἔβρισκαν ὀμπρός τους, τὶ ἡ πεῖνα τοὺς τὰ θέριζε τὰ σωθικά. Ἐγὼ τότες μὲς στὸ νησὶ τραβήχτηκα παράκληση νὰ κάμω, ἴσως καὶ μοῦ 'δειχνε ὁ θεὸς τοῦ γυρισμοῦ τὸ δρόμο. Σέρνω στὰ μέσα τοῦ νησιοῦ, μακριὰ ἀπὸ τοὺς συντρόφους, {{r|335}} σὲ τόπο νίβω ἀπάνεμο τὰ χέρια, καὶ κατόπι πρὸς ὅλους τοὺς ἀθάνατους προσεύκουμαι τοῦ Ὀλύμπου· κι ἐκείνοι στὰ ματόφυλλα γλυκὰ μοῦ χῦσαν ὕπνο. Τότε ὁ Εὐρύλοχος κακὴ πρωτάρχισε κουβέντα·      “Ἀκοῦστε, ὦ φίλοι, τὶ θὰ πῶ, πολὺ κι ἂν τυραννιέστε {{r|340}} πικρὸς ὁ κάθε θάνατος τῶν ἄμοιρων ἀνθρώπων, μὰ ἀπ' ὅλους εἶναι πιὸ φριχτὸς τῆς πείνας νὰ πεθάνης. Τοῦ Ἥλιου τὶς καλύτερες ἂς πάρουμε ἀγελάδες, κι ἂς σφάξουμε ἑκατοβοδιὲς στοὺς θεοὺς νὰ μᾶς βοηθήσουν. Κι ἂν φτάσουμε στὴν ποθητὴ πατρίδα μας, τὸ Θιάκι, {{r|345}} τοῦ Ἥλιου τοῦ Ὑπερίονα ναὸ θὰ χτίσουμε ὥριο, καὶ δῶρα μέσα διαλεχτὰ θὰ βάλουμε περίσσια. Κι ἂν πάλε τὰ ὀρθοκέρατα σὰ χάση βόδια ὁ Ἥλιος χολιάση, καὶ νὰ σπάση μας θελήση τὸ καράβι, κι οἱ ἄλλοι θεοὶ τὸ στέργουνε, κάλλιο στὸ κῦμα ἀπάνω {{r|350}} μιὰ καὶ καλὴ νὰ καταπιῶ νερὸ νὰ ξεψυχήσω, παρὰ νὰ λυώνω σιγανὰ σ' αὐτὸ τὸ ρημονήσι.”      Αὐτὰ τοὺς εἶπε ὁ Εὐρύλοχος, κι ἐκεῖνοι συμφωνοῦσαν. Καὶ τοῦ Ἥλιου τὶς καλύτερες μαζῶξαν ἀγελάδες ἐκεῖ σιμά,— δὲ βόσκανε μακριὰ ἀπ' τὸ μαῦρο πλοῖο οἱ ἀγελάδες οἱ ὄμορφες, λοξὲς καὶ κουτελάτες,— {{r|355}} κι ὁλόγυρά τους ἔλεγαν εὐκὲς τῶν ἀθανάτων, ἀπό 'να ἰδρὺ ἁψηλόκλωνο χλωρὰ μαδώντας φύλλα, τὶ ἀσπρουδερὸ δὲν εἴχανε κριθάρι στὸ καράβι. Καὶ σὰν προσευκηθήκανε, καὶ σφάξανε καὶ γδάραν, τότες λιανίσαν τὰ μεριά, τὰ τύλιξαν μὲ σκέπη, {{r|360}} τὰ δίπλωσαν κι ἀπὸ παντοῦ κομμάτια ὠμὰ τοὺς θέσαν, ὅμως κρασὶ δὲν εἴχανε στ' ἅγια σφαχτὰ νὰ χύσουν, μόνε τοὺς στάξανε νερὸ στὴ φλόγα σὰν ψηνόνταν. Καὶ σὰν καῆκαν τὰ μεριὰ καὶ γεύτηκαν τὰ σπλάχνα, κόψανε τ' ἄλλα κι ὕστερα τὰ πέρασαν στὴ σούβλα. {{r|365}}      Τότες ὁ ὕπνος ὁ γλυκὸς τὰ βλέφαρά μου ἀφῆκε, καὶ στ' ἀκρογιάλι κίνησα πρὸς τὸ γοργὸ καράβι. Μὰ μόλις στὸ καλόφτιαστο σιμὰ καράβι πῆγα, ἦρθε τῆς τσίκνας ὁ γλυκὸς καπνὸς ὁλόγυρά μου. Καὶ τότες στοὺς ἀθάνατους στενάζοντας φωνάζω·  {{r|370}}      “Δία πατέρα, καὶ θεοὶ μακαριστοὶ κι αἰώνιοι, σὲ ὕπνο βαρὺ μὲ ρίξατε γιὰ συφορά μου ἀλήθεια, κι αὐτοὶ ποὺ μείνανε φριχτὴ δουλειὰ μοῦ σοφιστῆκαν.”      Κι ἡ Λαμπετὴ ἡ μακρόπεπλη τρέχει μηνάει στὸν Ἥλιο πὼς τὶς καλές του πήγαμε καὶ σφάξαμε ἀγελάδες. {{r|375}} Κι ἐκεῖνος στοὺς ἀθάνατους φωνάζει χολωμένος·      “Δία πατέρα, καὶ θεοὶ μακαριστοὶ κι αἰώνιοι, τοὺς φίλους γδικιωθῆτε μου τοῦ Ὀδυσσέα, ποὺ πῆγαν καὶ μὄσφαξαν ἀδιάντροπα τὰ βόδια ποὺ χαιρόμουν νὰ τὰ θωρῶ ἀνεβαίνοντας τὸν οὐρανὸ μὲ τ' ἄστρα, {{r|380}} καὶ σὰ γυρνοῦσα πρὸς τὴ γῆς ἀπ' τ' οὐρανοῦ τὰ ὕψη. Κι ἂν πλερωμὴ πρεπούμενη δὲ δώσουνε, θὰ φύγω κάτου στὸν Ἅδη, στοὺς νεκροὺς τὸ φῶς μου νὰ χαρίζω.”      Κι ὁ Δίας τοῦ ἀποκρένεται ὁ συννεφομαζώχτης·      “Τὸ φῶς σου στοὺς ἀθάνατους χύνε ἐσὺ τώρα, ὦ Ἥλιε, {{r|385}} καὶ στοὺς θνητοὺς ποὺ κατοικοῦν τὴ γῆς τὴν τροφοδότρα, καὶ μὲ τ' ἀστροπελέκι μου, στὴ μέση τοῦ πελάγου, θὰ τοὺς τὸ σκίσω ἐγὼ στὰ δυὸ τὸ γοργοκάραβὀ τους.”      Τ' ἄκουσ' αὐτὰ ἀπ' τὴν Καλυψὼ τὴν ὀμορφομαλλοῦσα, ποὺ ἀπ' τὸν Ἑρμῆ τὸ μηνυτὴ μοῦ εἶπε πὼς τά 'χε ἀκούσει.  {{r|390}}      Καὶ στὸ γιαλὸ σὰν ἔφτασα καὶ πῆγα στὸ καράβι, τοὺς πῆρα καὶ τοὺς μάλωσα χώρια καθέναν, κι ὅμως γιατρειὰ δὲ βρίσκαμε καμιά· νεκρὲς πιὰ οἱ ἀγελάδες. Κατόπι μᾶς φανέρωσαν οἱ ἀθάνατοι σημάδια· πετσιὰ σερνόνταν, κρέατα μουγγρίζανε ἀπ' τὶς σοῦβλες, {{r|395}} ψητὰ κι ὠμὰ, κι ἀκούγαμε μουκανητὰ βοδιῶνε.      Ἕξι μερόνυχτα ἔτρωγαν οἱ βλάμηδες συντρόφοι τοῦ Ἥλιου τὰ πιὸ διαλεχτὰ ποὺ εἶχαν ἁρπάξει βόδια· σὰν ἔφερε τοῦ Κρόνου ὁ γιὸς τὴν ἕβδομη τὴ μέρα, ἔπεσε τότε ὁ ἄνεμος, σιγάνεψε ἡ φουρτούνα· {{r|400}} κι ἐμεῖς στὸ πλοῖο ποὺ μπήκαμε, τὸ βγάλαμε πελάγου, καὶ τὸ κατάρτι στήσαμε, μ' ἄσπρα πανιὰ ἁπλωμένα.      Μὰ τὸ νησὶ ἅμ' ἀφήσαμε, κι ἄλλη στεριὰ τριγύρω δὲ φαίνονταν, παρὰ οὐρανὸς καὶ θάλασσα παντοῦθε, σύννεφο μαῦρο ἀπάνω μας τοῦ Κρόνου ὁ γιὸς ἁπλώνει, {{r|405}} ποὺ θεοσκότεινα ἔγιναν τὰ πέλαγα ἀποκάτου. Πολλὴ ὥρα δὲν ἀρμένισε ἀπὸ τότες τὸ καράβι· τ' ἦρθε Πονέντης ἄξαφνος μ' ἄγρια μαζὶ φουρτούνα, κι ἔσπασε ὁ σίφουνας τὰ δυὸ τὰ ξάρτια στὸ κατάρτι· κι ἐπεσε πρὸς τὰ πίσω αὐτό, καὶ τ' ἄρμενα στ' ἀμπάρι· {{r|410}} καὶ τὸ κατάρτι πέφτοντας στὴν πρύμη τὸν ποδότη πὰς στὸ κεφάλι χτύπησε· λυῶμα τὰ καύκαλά του, κι αὐτὸς ἀπὸ τὸ κάσαρο σὰ βουτηχτὴς γκρεμίστη, καὶ πέταξε ἀπ' τὰ κόκκαλα ἡ λεβέντικη ψυχή του. Τότες ὁ Δίας βρόντηξε, καὶ μὲ τ' ἀστροπελέκι {{r|415}} χτυπάει τὸ πλοῖο, κι ὁλόβολο τ' ἀναποδογυρίζει, γεμάτο θειάφι· πέφτουνε στὴ θάλασσα οἱ συντρόφοι, γύρω στὸ μαυροκάραβο γυρνώντας σὰν κουροῦνες, καὶ χέρι θεοῦ τοὺς ἔκοβε τοῦ γυρισμοῦ τὴ γλύκα.      Ὡς τόσο ἐγὼ βαστιόμουνα μὲς στὸ καράβι, ὡσότου {{r|420}} ἀπ' τὴν καρίνα τὰ πλευρὰ ξεκάρφωσε ἡ φουρτούνα, κι ἔτσι γυμνὴ τὴν ἔσερνε τὸ κῦμα· τὸ κατάρτι σπασμένο χτύπαγε σ' αὐτή· μ' ἀπάνω του μαντάρι φτιαγμένο ἀπὸ βοδόπετσο κρατοῦσε περασμένο. Μ' αὐτὸ συνέδεσα τὰ δυὸ, καρίνα καὶ κατάρτι, κάθισ' ἀπάνω κι οἱ ἄνεμοι μὲ πῆραν οἱ ὀργισμένοι. {{r|425}}      Ἡ ἄγρια τότες ἔπαψε φουρτούνα τοῦ Πονέντη, κι ἦρθε καὶ φύσηξε Νοτιάς, σὲ πάθια νὰ μὲ ρίξη, στὴν τρομερὴ τὴ Χάρυβδη καὶ πάλε ν' ἀρμενίσω. Ὁλονυχτὶς δερνόμουνα, καὶ σάνε φάνη ὁ Ἥλιος στὴ μαύρη Χάρυβδη ἔφτασα καὶ στὸν γκρεμὸ τῆς Σκύλλας. {{r|430}} Καθὼς ρουφοῦσε ἡ Χάρυβδη τῆς θάλασσας τὴν ἅρμη, ἐγὼ κατὰ τὸν ἁψηλὸ τοῦ βράχου ὀρνιὸ πετιέμαι, καὶ τὸ κορμί μου κόλλησε σὰ νυχτερίδα ἀπάνω. Δὲν εἶχα ποῦ τὸ πόδι μου νὰ βάλω νὰ πατήσω, τὶ οἱ ρίζες ἤτανε μακριά, καὶ τὰ τρανὰ κλωνιά του {{r|435}} ἁπλώνονταν ἀνάερα τὴ Χάρυβδη νὰ ἰσκιώσουν. Ἐκεῖ γερὰ κρατιόμουνα, προσμένοντας τὸ τέρας νὰ μοῦ ξεράση στὰ νερὰ καρίνα καὶ κατάρτι. Ἀργὰ πολὺ φανήκανε, σὰ μ' ἔφαγε ἡ λαχτάρα· μόλις τὴν ὥρα ποὺ κριτὴς σηκώνεται γιὰ δεῖπνο, {{r|440}} ἀφοῦ τὶς διαφορὲς πολλῶν ἀνθρώπων καθαρίση, πομέσα ἀπὸ τὴ Χάρυβδη ξεπρόβαλαν τὰ ξύλα. Χέρια καὶ πόδια λεύτερα τότες ἀφήνω ἀμέσως, μέσα στὸ κῦμα βρόντηξα, παρόξω ἀπὸ τὰ ξύλα, καθίζω, καὶ τὰ χέρια μου κάνω κουπιὰ καὶ λάμνω. {{r|445}} Ὅμως τὴ Σκύλλα πιὰ νὰ δῶ δὲν ἄφησε ὁ πατέρας τῶν θεῶν κι ἀνθρώπων· εἰδεμή, κι ἐγὼ θ' ἀφανιζόμουν.      Μέρες ἐννιὰ πλανιόμουνα· τὴ δέκατη τὴ νύχτα στὴν Ὠγυγία μὲ φέρανε οἱ θεοὶ, ποὺ λημεριάζει ἡ Καλυψὼ ἡ ὡριόμαλλη κι ἡ φοβερὴ θεούλα. Μ' ἀγάπαε καὶ μὲ νοιάζονταν. Τί νὰ τὰ ξαναλέγω ; {{r|450}} Ἐχτὲς μὲς στὸ παλάτι σου κι ἐσὲ καὶ τῆς κυρᾶς σου, σᾶς τὰ διηγήθηκα ὅλ' αὐτά· καὶ δὲ μ' ἀρέσει ἐκεῖνα ποὺ καθαρὰ ἀνιστόρησα, νὰ τὰ διηγέμαι πάλε. </poem> 27vkewl5ol3f8cbtmb4fxie715jb1if Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/ν 0 15746 166725 93724 2026-06-26T19:36:41Z Sarri.greek 10495 κάθε 5ο στίχο {{r|5}} 166725 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία ν | επόμενο = [[../ξ|Ραψωδία ξ]] | προηγούμενο= [[../μ|Ραψωδία μ]] | σημειώσεις = }} <poem> Αὐτὰ τοὺς εἶπε, κι ὅλοι τους σωπαίνανε ὀμπροστά του, δεμένοι ἀπὸ τὸ μάγιο του μὲς στὰ ἰσκιερὰ παλάτια. Τότες ἀπολογιέται του ὁ Ἀλκίνος καὶ τοῦ κρένει·      “Μιὰς κι ἦρθες στὰ χαλκόστρωτα καὶ στ' ἁψηλά μου σπίτια, θαρρῶ πὼς δὲ θὰ πλανεθῆς, Δυσσέα, στὸ γυρισμό σου, {{r|5}} μόνε ὅσα πρὶν κι ἂν ἔπαθες, στὸν τόπο σου θὰ φτάσης. Καὶ στὸν καθέναν ἀπὸ σᾶς ποὺ μέσα στὸ παλάτι τὸ διαλεχτό μου πίνετε κρασὶ καὶ τὸ φλογάτο, καὶ τὰ τραγούδια χαίρεστε, νά, τὶ θὰ πῶ, κι ἀκοῦτε. Μέσα στὸ λαμπροκάμωτο σεντούκι 'ναι τὰ ροῦχα, {{r|10}} τὸ δουλεμένο μάλαμα καὶ τὰ φιλέματα ὅλα, ποὺ ἐδῶ τοῦ ξένου φέρανε οἱ ἀρχόντοι τῶ Φαιάκων· τώρα μεγάλο τρίποδα ἂς τοῦ βροῦμε καὶ λεβέτι καθένας μας κατόπι ἐμεῖς συνάζουμε ἀπ' τὸ δῆμο· τὶ εἶναι βαρὺ ἀπ' ἐλόγου του νὰ δίνη ἕνας μονάχος.” {{r|15}}      Εἶπε ὁ Ἀλκίνος, κι ἄρεσαν τὰ λόγια του στοὺς ἄλλους. Καθένας τότες κίνησε στὸ σπίτι νὰ πλαγιάση. Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, καὶ μὲ τὸ στέριο χάλκωμα πᾶνε γιὰ τὸ καράβι. Ἴδιος του μπῆκε ὁ ἀντρόκαρδος ὁ Ἀλκίνος στὸ καράβι, {{r|20}} καὶ μέσα τὰ καλόθεσε στοὺς πάγκους ἀποκάτου, νὰ μὴ σκοντάβουν σὰν τραβᾶν κουπὶ τὰ παλληκάρια. Κι ἐκεῖνοι πῆγαν νὰ χαροῦν τοῦ Ἀλκίνου τὸ γιορτάσι.      Καὶ βόδι αὐτὸς τοὺς ἔσφαξε, θυσία στὸ γιὸ τοῦ Κρόνου, τὸ Δία τὸ μαυρονέφελο, πού 'ναι ὅλων βασιλέας. {{r|25}} Καὶ τὰ μεριὰ σὰν ἔκαψαν, στὸ θεόλαμπρο τραπέζι φραινόνταν· καὶ τραγούδα τους ὁ κοσμοτιμημένος καὶ θεϊκὸς τραγουδιστὴς Δημόδοκος. Ὡς τόσο συχνὰ στὸν ἥλιο γύριζε τὴν κεφαλὴ ὁ Δυσσέας, τὸ γέρμα λαχταρίζοντας, καὶ γυρισμὸ ποθώντας. {{r|30}} Καὶ σὰν ποὺ δεῖπνο ὀρέγεται ὁ ἀργάτης ποὺ ὁλημέρα τὰ μαῦρα βόδια τοῦ 'σερναν τὸ ἀλέτρι στὰ χωράφια, καὶ βλέπει μὲ χαρὰ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου νὰ βασιλεύη, καὶ στὸ φαγὶ πηγαίνοντας τὰ γόνατά του τρέμουν, τέτοια χαρά 'φερε τοῦ ἥλιου τὸ γέρμα στὸ Δυσσέα. {{r|35}} Καὶ γλήγορα στοὺς Φαίακες ποὺ τὸ κουπὶ ἀγαπᾶνε, μὰ στὸν Ἀλκίνο ξέχωρα, μίλησε τότες κι εἶπε·      “Ἀλκίνο, πρῶτε βασιλιά, καὶ τῶ λαῶν καμάρι, κάμετε στάξες, στεῖλτε με μὲ τὸ καλό, καὶ γειά σας. Τὶ τώρα πιὰ τελέστηκαν ὅσα ἤθελε ἡ καρδιά μου, {{r|40}} ταξίδι καὶ χαρίσματα, ποὺ οἱ θεοὶ νὰ τὰ βλογᾶνε, νὰ ξαναβρῶ τὸ σπίτι μου καὶ τὴν καλὴ γυναίκα, καὶ νὰ γυρίσω ἀνάμεσα στοὺς ἀκριβούς μου φίλους. Κι ἐσεῖς ποὺ ἐδῶ ἀπομνήσκετε, νά 'στε ἡ χαρὰ γιὰ πάντα τῶ γυναικῶν καὶ τέκνω σας, κι οἱ θεοὶ νὰ σᾶς φυλᾶνε, {{r|45}} καὶ συφορὲς ἡ χώρα σας ποτὲς νὰ μὴ γνωρίση.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ τὰ λόγια του καλοδεχτῆκαν ὅλοι, κι εἶπαν ὁ ξένος νὰ σταλῆ, γιατὶ σωστὰ μιλοῦσε. Καὶ λάλησε τοῦ κήρυκα ὁ ἀντρόψυχος ὁ Ἀλκίνος·      “Σμίξε, Ποντόνε, τὸ κρασὶ καὶ μοίρασέ το σὲ ὅλους· {{r|50}} μὲς στὸ παλάτι, προσευκὲς νὰ κάμουμε τοῦ Δία, κι ἀπὲ νὰ προβοδήσουμε τὸν ξένο στὸ νησί του.”      Εἶπε, καὶ πρόσγλυκο κρασὶ τοὺς ἔσμιξε ὁ Ποντόνος, καὶ σ' ὅλους γύρω μοίρασε· κι ἐκεῖνοι ἀπὸ τὶς ἕδρες στοὺς τρισμακάριστους θεοὺς πού 'ναι στὰ οὔράνια, στάξαν. {{r|55}} Τότες σηκώθηκε ὁ τρανὸς Δυσσέας, στῆς Ἀρήτης τὰ χέρια τὸ διπλόκουπο παράδωσε ποτήρι, καὶ λάλησε της κι εἶπε της μὲ φτερωμένα λόγια·      “Γειά σου, χαρά σου ὁλοζωῆς, βασίλισσα, ὥσπου νά 'ρθουν τὰ γερατειὰ κι ὁ θάνατος, ποὺ τοὺς θνητοὺς προσμένουν· {{r|60}} μισεύω τώρα, κι εὔκουμαι νὰ χαίρεσαι ἐδῶ μέσα τὰ τέκνα σου καὶ τὸ λαὸ καὶ τὸ γενναῖο Ἀλκίνο.”      Εἶπε, καὶ διάβηκε ὁ λαμπρὸς Δυσσέας τὸ κατώφλι, καὶ κήρυκα ὁ ἀντρόκαρδος ὁ Ἀλκίνος στέλνει ὀμπρός του, νὰ τόνε φέρη στὸ γιαλὸ πρὸς τὸ γοργὸ καράβι· {{r|65}} κι ἡ Ἀρήτη δοῦλες τοῦ 'βαλε νὰ τόνε συνοδέψουν. Σκουτὶ καλοπλυμένο ἡ μιὰ σηκώνει καὶ χιτώνα, ἄλλη σεντούκι κουβαλάει καλόφτιαστο, καὶ τρίτη μὲ τὸ κρασὶ τὸ κόκκινο καὶ μὲ θροφή ἀκλουθοῦσε.      Καὶ στὸ γιαλὸ σὰ φτάσανε, καὶ στὸ καράβι μπῆκαν, {{r|70}} τὰ παλληκάρια οἱ προβοδοὶ στὸ κουφωτὸ καράβι πῆραν καὶ βάλαν τὰ πιοτὰ καὶ τὶς προμήθειες ὅλες· καὶ τοῦ Ὀδυσσέα στρώσανε βελέντζα καὶ σεντόνι στοῦ καραβιοῦ τὸ κάσαρο, γιὰ νὰ γλυκοκοιμᾶται στὴν πρύμη· αὐτὸς ἀνέβηκε καὶ πλάγιασ' ἐκεῖ τότες {{r|75}} σιωπώντας· κι αὐτοὶ κάθισαν ἀραδιαστοὶ στοὺς πάγκους, καὶ τὸ παράγγι ξέλυσαν ἀπὸ τὴν τρύπια δέστρα. Καὶ πίσω καθὼς γέρνανε καὶ τὰ νερὰ σκορποῦσαν, ὕπνος βαρὺς κατέβαινε πὰς στὰ ματόφυλλά του, βαθὺς περίσσια καὶ γλυκός, μὲ θάνατο παρόμοιος. {{r|80}} Σὰν ποὺ σὲ κάμπο ἀλόγατα τετράζυγα βαρβάτα στοῦ μαστιγιοῦ τὸ χτύπημα μαζὶ χουμίζουν ὅλα, κι ἀναπηδώντας ἁψηλὰ μεγάλο δρόμο κόβουν, ἔτσι κι ἡ πλώρη ἀνέβαινε τοῦ ψήλου, κι ἀποπίσω τοῦ πολυτάραχου γιαλοῦ τὸ κῦμα ἀφρομανοῦσε. {{r|85}} Κι ἔτρεχ' ἐκεῖνο μιὰ χαρὰ, ποὺ μήτε κιρκινέζι, τὸ πιὸ γοργὸ πετάμενο, θὰ μπόρειε νὰ τὸ φτάξη Μὲ τέτοια φόρα διάβαινε στὶς θάλασσες ἀπάνω, φέρνοντας ἄντρα μὲ θεοὺς παρόμοιο στὴ σοφία, ποὺ ἀρίθμητα ἄλλοτες δεινὰ κι ἂν ἔπαθε ἡ ψυχή του, {{r|90}} σὲ ἀντρῶν πολέμους καὶ φριχτὰ ταξίδια τοῦ πελάγου, τώρα κοιμόταν ἥσυχα, τὰ πάθια του ξεχνώντας.      Σὰν πρόβαλε τὸ φωτερὸ τ' ἀστέρι ποὺ στὰ οὐράνια τῆς νυχτογέννητης αὐγῆς πρωτομηνάει τὴ φέξη, τὸ πλοῖο τὸ πελαγόδρομο ζύγωνε πιὰ στὸ Θιάκι. {{r|95}}      Βρίσκετ' ἐκεῖ τοῦ Φόρκυνα, τοῦ πελαγήσου γέρου, κάποιο λιμάνι, καὶ σ' αὐτὸ δυὸ κάβοι ποὺ προβάλλουν, βραχόσπαρτοι, πρὸς τὴν μπασιὰ τοῦ λιμανιοῦ συγκλίνουν, κι ὄξω κρατοῦν τὰ κύματα ποὺ οἱ τρικυμιὲς σηκώνουν· μὰ μέσα τὰ καλόφτιαστα συχάζουνε καράβια, {{r|100}} δίχως δεσίματα, ἅμα μποῦν καὶ βροῦνε ἀραξοβόλι. Εἶναι κι ἐλιὰ μακρόφυλλη βαθιὰ μὲς στὸ λιμάνι· καὶ δίπλα της ἀχνόθαμπη σπηλιὰ χαριτωμένη, ἱερὸ λημέρι τῶν Νυφῶν ποὺ λέγουνται Ναϊάδες. Κροντήρια καὶ διπλόχερες λαγῆνες ἐκεῖ βρίσκεις, {{r|105}} ποὺ τὰ μελίσσια μέσα τους πηγαίνουν καὶ φωλιάζουν. Εἶναι καὶ πέτρινοι ἀργαλειοὶ περίτρανοι, ποὺ οἱ Νύφες φαίνουν σκουτιὰ πορφυρωτὰ ποὺ βλέπεις καὶ θαμάζεις. Ἔχει κι ἀστείρευτα νερά, καὶ θύρες δυό· μιὰ θύρα πρὸς τὸ Βοριὰ ποὺ δύνουνται ν' αὐλίζουνται καὶ ἀνθρῶποι, {{r|110}} κι ἡ ἄλλη, θεϊκιά, πρὸς τὸ Νοτιά, ποὺ ἀνθρῶποι δὲν περνᾶνε, μόνε εἶναι τῶν ἀθάνατων ἡ θύρα ἐκείνη δρόμος.      Αὐτὰ ἀπὸ πρὶν γνωρίζοντας μπῆκαν ἐκεῖ ν' ἀράξουν, καὶ τὸ καράβι στὴ στεριὰ ἔξω ἔπεσε ὡς τὴ μέση· μὲ τέτοια ὁρμὴ τὸ σπρώχνανε στὰ ὀμπρὸς οἱ λαμνοκόποι. {{r|115}} Καὶ στὴ στεριὰ σὰ βγήκανε ἀπ' τὸ γερὸ καράβι, πρῶτ' ἀπ' τὸ πλοῖο τὸ κουφωτὸ τὸν Ὀδυσσέα σηκῶσαν· μὲ τὸ σεντόνι τὸ λινὸ καὶ τὸ λαμπρὸ στρωσίδι στὴν ἀμμουδιὰ τὸν ἔθεσαν καθὼς βαριοκοιμόταν, κι ὕστερα βγάλαν τὰ καλὰ ποὺ οἱ Φαίακες τοῦ δῶκαν {{r|120}} ποὺ ἐρχόταν μὲ τῆς Ἀθηνᾶς τὴ χάρη στὴ πατρίδα. Τά 'θεσαν ὅλα στῆς ἐλιᾶς τὴ ρίζα σωριασμένα, ὄξω ἀπ' τὸ δρόμο, μὴν τὰ δῆ περαστικὸς κανένας, καὶ πάη καὶ τὰ πειράξη πρὶν ξυπνήση ὁ Ὀδυσσέας. Κι αὐτοὶ ξαναγυρίζανε στὸν τόπο τους. Μὰ ὁ Σείστης {{r|125}} δὲν ξέχναε τὶς φοβέρες του στο θεϊκὸ Ὀδυσσέα, καὶ πῆγε τοῦ Δία στὸν Ὄλυμπο τὴ γνώμη νὰ ρωτήξη·      “ Δία πατέρα, ἐγὼ τιμὴ δὲ θά 'χω πιὰ καὶ δόξα μὲς στοὺς θνητούς, μιὰς καὶ θνητοὶ δὲ μὲ τιμοῦν ἐμένα, οἱ Φαίακες δά, ποὺ λέγουνται κι ἀπόγονοι δικοί μου. {{r|130}} Γιὰ τὸ Δυσσέα τὸ εἶπα ἐγὼ πὼς στὴν πατρίδα θά 'ρθη, πολλὰ σὰν πάθη· γυρισμὸ νὰ τοῦ ἀρνηθῶ ποτές μου δὲ θέλησα, τὶ τό 'ταξες ἐσὺ πὼς θὰ γυρίση. Καὶ τώρα αὐτοὶ τὸν πέρασαν μὲ τὸ γοργὸ καράβι καθὼς βαθιοκοιμότανε, τὸν ἔβγαλαν στὸ Θιάκι, {{r|135}} καὶ τοῦ 'δωκαν ἀρίφνητα χαρίσματα, χρυσάφι, χαλκὸ καὶ δουλευτὰ σκουτιά, ποὺ τόσα κι ἀπ' τὴν Τροία δὲ θά 'φερνε ἂν ἐρχότανε ἀποκεῖθε δίχως βλάβη, μὲ τὸ σωστὸ μερίδιο του ἀπὸ λάφυρα γυρνώντας.”      Κι ὁ Δίας τοῦ ἀποκρένεται ὁ συννεφομαζώχτης· “Σείστη, μεγαλοδύναμε, τὶ λόγο πῆγες κι εἶπες; {{r|140}} Δὲ σ' ἀψηφοῦν οἱ ἀθάνατοι· καὶ πῶς θ' ἀποκοτοῦσαν ἐσένα τὸ μεγάλο τους καὶ πρῶτο ν' ἀψηφήσουν; Κι ἂν ἄντρας κάποιος δυνατὸς κι ἀπόκοτος θελήση νὰ σὲ προσβάλη, ἐσὺ μπορεῖς νὰ γδικιωθῆς κατόπι. Κάμε ὅπως θέλεις, καὶ καθὼς καλὸ τὸ κρίνει ὁ νοῦς σου.” {{r|145}}      Κι αὐτὰ τοῦ ἀπολογήθηκε ὁ σείστης Ποσειδώνας· “Μεμιάς, ὦ μαυροσύννεφε, θά 'κανα αὐτὸ ποὺ κρένεις, μὰ πάντα τὸ θυμό σου ἐγὼ φοβᾶμαι κι ἀποφεύγω. Καὶ τώρα θέλω τ' ὄμορφο καράβι τῶν Φαιάκων ποὺ θά 'ρθη ἀπὸ προβόδωμα στὰ θαμπερὰ πελάγη, {{r|150}} νὰ σπάσω καὶ στὴ χώρα τους βουνὸ νὰ ρίξω γύρω, νὰ πάψουν καὶ νὰ μὴ μποροῦν νὰ προβοδοῦν ἀνθρώπους.”      Κι ὁ Δίας τοῦ ἀποκρένεται ὁ συννεφομαζώχτης· “Αὐτὸ θαρρῶ καλύτερο μέσα στὸ νοῦ μου, ὦ φίλε· ὅλοι ἀπ' τὴ χώρα σὰ θωροῦν τὸ πλοῖο ν' ἀρμενίζη, {{r|155}} ἐσὺ ἀποδίπλα στὴ στεριὰ βράχο νὰ τὸ πετρώσης, νὰ μοιάζη σὰν πλεούμενο, καὶ νὰ θαυμάζουνται ὅλοι· καὶ μὲ τρανὸ τὴ χώρα τους βουνὸ νὰ τριγυρίξης. ”      Αὐτὸ ἀπ' τὸ Δία σὰν ἄκουσε τοῦ κόσμου ὁ μέγας σείστης πρὸς τὴ Σκερία ξεκίνησε, τὸν τόπο τῶν Φαιάκων, {{r|160}} καὶ στάθηκε· σὰν πρόβαλε τ' ἀνάφρυδο καράβι στὸ κῦμα γοργολάμνοντας, ζυγώνει ὁ Ποσειδώνας, μὲ τήν παλάμη τὸ βαράει, στὰ βάθια τὸ ριζώνει, πέτρα τὸ κάνει, ξεκινάει καὶ χάνεται ἀποκεῖθε.      Κι οἱ Φαίακες οἱ μακρόλαμνοι κι οἱ θαλασσακουσμένοι {{r|165}} μὲ λόγια τότες φτερωτὰ μιλοῦσαν μεταξύ τους, κι ἕνας τους γύρναε κι ἔλεγε τοῦ διπλανοῦ του ἐτοῦτα·      “Ἀλλοίς, καὶ ποιός μᾶς ἔδεσε στὰ πέλαγα τὸ πλοῖο, στὴ χώρα καθὼς γύριζε κι ὁλόβολο φαινόταν;”      Αὐτὰ εἶπε καὶ τὶ γένηκε δὲ γνώριζε κανείς τους.  {{r|170}} Κι ὁ Ἀλκίνος τότε ὁ βασιλιὰς ξαγόρεψέ τους κι εἶπε·      “ Γιὰ δῆτε πῶς οἱ παλαιϊκὲς μᾶς βγαίνουν προφητεῖες τοῦ κύρη μου, σὰν ἔλεγε πὼς μᾶς φτονοῦσε ὁ Σείστης, ποὺ ὅλους ἐμεῖς ἀπείραχτοι στὴ γῆς τους προβοδᾶμε, κι εἶπε πὼς κάποιο Φαιακινὸ καλόφτιαστο καράβι {{r|275}} ποὺ θά 'ρθη ἀπὸ προβόδημα στὰ θαμπερὰ πελάγη, θὰ σπάση καὶ στὴ χώρα μας βουνὸ θὰ ρίξη γύρω. Αὐτὰ εἶπε τότε ὁ γέροντας, καὶ σήμερα τελιοῦνται. Μὰ ἐλᾶτε τώρα, κι ὅ,τι πῶ νὰ τὸ καλοδεχτοῦμε· μὴν προβοδᾶτε πιὰ θνητό, σὰν ἔρχεται κανένας {{r|180}} στὴ χώρα μας· κι ἂς σφάξουμε τοῦ Ποσειδώνα τώρα δώδεκα ταύρους διαλεχτούς, ἴσως καὶ σπλαχνιστῆ μας, καὶ μὲ τρανὸ τὴ χώρα μας βουνὸ δὲν τριγυρίξη.”      Εἶπε, κι αὐτοὶ φοβήθηκαν, καὶ τοίμασαν τοὺς ταύρους. Καὶ τότες προσευκήθηκαν στὸ ρήγα Ποσειδώνα {{r|185}} οἱ ἀφέντηδες κι οἱ προεστοὶ τῆς χώρας τῶ Φαιάκων, ὁλόρθοι γύρω στὸ βωμό. Κι ὁ μέγας ὁ Ὀδυσσέας σηκώθη ἀπὸ τὸν ὕπνο του στὴ γῆς τὴν πατρική του, καὶ μήτε τήνε γνώρισε, καιροὺς ξενιτεμένος· τὶ ἡ διογέννητη Ἀθηνᾶ μ' ἀχνὸ τὸν περεχοῦσε, {{r|190}} νὰ τὸν φυλάξη ἀγνώριστο, καὶ νὰ τὸν δασκαλέψη, μὴν τόνε νιώση ἡ σύγκοιτη κι οἱ φίλοι κι οἱ πολῖτες, πρὶν κάθε τους ἀδίκημα πλερώσουν οἱ μνηστῆρες. Γιὰ δαῦτο καὶ τοῦ σφάνταζαν ἀλλιώτικα ὅλα γύρω, τὰ μονοπάτια τὰ μακριὰ, τὰ ὁλόκλειστα λιμάνια, {{r|195}} τὰ δέντρα τὰ ὁλοφούντωτα, κι οἱ βραχουριὲς παντοῦθε. Πετιέται ἀπάνω, στέκεται, κοιτάζει τὴν πατρίδα, καὶ τότε θλιβερὰ βογγάει, καὶ τὰ μεριὰ βαρώντας μὲ τὶς παλάμες, κλαίγεται καὶ λέει μοιρολογώντας·      “Ἀλλοίς μου, καὶ σὲ τί λογῆς ἀνθρώπων ἦρθα χώρα; {{r|200}} νά 'ναι ἆραγες ἀσύστατοι κι ἀδικοπράχτες κι ἄγριοι, ἢ νά 'χουνε φιλοξενιὰ καὶ θεοφοβιὰ στὸ νοῦ τους; Ποῦ φέρνω αὐτοὺς τοὺς θησαυρούς ; καὶ ποῦ πλανιέμαι ἀτός μου; Μακάρι ἂς ἔμνησκαν αὐτοὶ στὴ χώρα τῶ Φαιάκων, καὶ τότε σὲ ἄλλο βασιλιὰ θὰ πρόσφευγα μεγάλο, {{r|205}} ποὺ θὰ μὲ καλοδέχουνταν καὶ θὰ μὲ προβοδοῦσε. Ποῦ τώρα νὰ τὰ θέσω αὐτὰ δὲν ξέρω, μήτε πάλε τ' ἀφήνω ἐδῶ, μὴν ἔρθουνε καὶ μοῦ τ' ἁρπάξουν ἄλλοι. Ἀλλοίς μου, σὲ ὅλα γνωστικοὶ δὲν ἤτανε καὶ δίκιοι οἱ ἀφεντάδες κι οἱ προεστοὶ τῶ Φαιάκων, τὶ μὲ φέραν {{r|210}} σὲ ξένη γῆς· μοῦ κρένανε πὼς τάχα θὰ μὲ πᾶνε στὸ Θιάκι μου τὸ ξάστερο, καὶ δὲ μοῦ τὸ τελέσαν. Ὁ Δίας ὁ συνακουστὴς γι' αὐτὸ νὰ τοὺς πλερώση, ποὺ ὅλους θωρεῖ ἀποπάνωθε, καὶ τοὺς κακοὺς παιδεύει. Μὰ τώρα ἂς πάω, τοὺς θησαυροὺς νὰ δῶ καὶ νὰ μετρήσω, {{r|215}} μὴν πῆραν κάτι φεύγοντας μὲ τὸ γοργὸ καράβι.”      Σὰν εἶπε αὐτά, τοὺς τρίποδες μετροῦσε τοὺς πανώριους, καὶ τὰ λεβέτια, τὰ σκουτιά, καὶ τὸ λαμπρὸ χρυσάφι, καὶ τίποτες δὲν τοῦ 'λειπε· μὰ ἔκλαιγε γιὰ τὴ γῆς του, καὶ πικραναστενάζοντας σερνότανε στὴν ἄκρη {{r|220}} τοῦ πολυτάραχου γιαλοῦ. Κι ἦρθε ἡ Ἀθηνᾶ σιμά του, μοιάζοντας νέο πιστικὸ ποὺ πρόβατα φυλάγει, περίσσια τρυφερόκορμο, καὶ σὰ βασιλοπαίδι. Εἶχε διπλὴ στὸν ὦμο της καλόφτιαση φλοκάτα, στὰ ὡραῖα πόδια σάνταλα, στὰ χέρια της κοντάρι, {{r|225}} Ἅμα τὴν εἶδε χάρηκε καὶ ζύγωσε ὁ Δυσσέας, καὶ φώναξέ την, κι εἶπε της μὲ λόγια φτερωμένα·      “Φίλε, ποὺ πρῶτος ἔλαχες σ' αὐτὴ τὴ χώρα ὀμπρός μου, γειά σου, καὶ μὴ μοῦ φέρνεσαι κακόγνωμα· μόν' σῶσε κι ἐτοῦτα ἐδῶ κι ἐμένανε· τὶ σὰ θεό μου ἐσένα {{r|230}} κοιτώντας καὶ δοξάζοντας στὰ γόνατά σου πέφτω. Καὶ τοῦτο τώρα ξήγα μου μὲ ἀλήθεια, νὰ τὸ ξέρω· Ποιά γῆ 'ναι αὐτή, καὶ ποιός λαός; τί ἀνθρῶποι ἐδῶ γεννιοῦνται; νά 'ναι νησάκι ξάστερο κι αὐτό, γιά μήπως ἄκρη τῆς καρπερῆς εἶναι στεριᾶς πρὸς τὸ γιαλὸ ἁπλωμένη;” {{r|235}}      Τότε γυρνᾶ καὶ τοῦ μιλᾶ ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα· “Γιά κούφιος εἶσαι, ὦ ξένε μου, γιὰ ἀπὸ μακριὰ μᾶς ἦρθες, καὶ μὲ ρωτᾶς γι' αὐτὴ τὴ γῆς. Δὲν εἶναι δὰ καὶ τόσο στὸν κόσμο ἀγνώριστη· πολλοὶ τὴν ξέρουν κι ὅσοι ζοῦνε πρὸς τοῦ ἥλιου τὴν ἀνατολή, κι ὅσοι στὰ μέρη ζοῦνε {{r|240}} ποὺ πέφτουν καταπίσωθε πρὸς τ' ἀχνερὰ σκοτάδια. Δὲν εἶναι γῆς γιὰ ἀλόγατα, παρὰ γεμάτη πέτρα· μὰ πάλε μήτε γῆς φτωχή, κι ἁπλόχωρη ἂς μὴν εἶναι. Στάρι περίσσιο καὶ κρασὶ καλὸ μᾶς δίνει ὁ τόπος, τὶ πάντα πέφτει ἐδῶ βροχὴ καὶ μᾶς δροσαίνουν πάχνες· {{r|245}} γίδια καὶ βόδια βρίσκουνε καλὴ βοσκὴ ἐδῶ πέρα, μὰ καὶ τὰ δέντρα μὲ νερὰ ποτίζουνται περίσσια. Κι ἔτσι τὸ Θιάκι ἀκούστηκε κι ὡς τὴν Τρωάδα ἀκόμα, ποὺ λένε ἀπ' τὴν Ἀχαϊκὴ τὴ γῆς μακριὰ πὼς εἶναι.”      Αὐτὰ εἶπε, κι ἀναγάλλιασε ὁ μέγας ὁ Ὀδυσσέας, {{r|250}} βλέποντας πὼς ὁ τόπος του ἦταν ἡ γῆς ἐκείνη, ἀπ' ὅσα τοῦ φανέρωσε τοῦ Δία ἡ θυγατέρα. Καὶ φώναξε την κι εἶπε της μὲ λόγια φτερωμένα, ἀλήθεια ὅμως δὲν ἔλεγε, παρὰ τὸ λόγο γύρνα, πάντα μεγάλες πονηριὲς στὸ νοῦ του μελετώντας· {{r|255}}      “ Καὶ στὴν ἁπλόχωρη ἄκουγα τὴν Κρήτη γιὰ τὸ Θιάκι, πέρ' ἀπ' τὰ πέλαγα· κι ἐγὼ τώρα ἔρχουμαι ἀπατός μου, μ' αὐτοὺς ἐδῶ τοὺς θησαυρούς· στὰ τέκνα μου ἄλλα τόσα ἀφῆκα, σάνε σκότωσα τὸ γιὸ τοῦ Ἰδομενέα, τὸ γοργοπόδη Ὀρσίλοχο, καὶ ξέφυγα ἀποκεῖθε. {{r|260}} Κάθε ἄντρα σιταρόθρεφτο στὸ τρέξιμο νικοῦσε στὴν Κρήτη αὐτός· μὰ θέλησε τὰ τρωαδίτικα ὅλα νὰ μοῦ κρατήση λάφυρα, ποὺ ἐγώ 'παθα γιὰ δαῦτα, καὶ σὲ πολέμους ἀντρικοὺς καὶ στ' ἄγρια τὰ πελάγη, τὶ τοῦ γονιοῦ του ἀκόλουθος δὲν ἔστεργα νὰ γίνω {{r|265}} στὴν Τροία, παρὰ μαχόμουν μ' ἄλλους δικούς μου πρῶτος. Σιμὰ στὸ δρόμο τοῦ 'στησα μὲ φίλο μου καρτέρι, κι ἀπ' τὰ χωράφια ἐρχάμενο τὸν πῆρα μὲ κοντάρι. Ἤτανε νύχτα σκοτερὴ στὰ οὐράνια, καὶ κανένας δὲν ἔνιωσε, μόνε κρυφὰ τοῦ πῆρα τὴν ψυχή του. {{r|270}} Καὶ σὰν τόνε θανάτωσα μὲ σουβλερὸ κοντάρι, πῆγα σὲ πλοῖο σὲ Φοίνικες ἀρχόντους νὰ προσπέσω, καὶ δῶρα ἀκριβοπόθητα τοὺς ἔδινα ζητώντας μαζί τους νὰ μὲ πάρουνε στὴν Πύλο νὰ μ' ἀφήσουν, ἢ στὴν ἱερὴ τὴν Ἤλιδα ποὺ Ἐπειῶτες τὴν ὁρίζουν. {{r|275}} Ὅμως τοῦ ἀνέμου ἡ δύναμη τοὺς ἔσπρωχνε ἀποκεῖθε χωρὶς νὰ θέν· δὲ ζήταγαν αὐτοὶ νὰ μὲ γελάσουν. Καὶ τότες παραδέρνοντας φτάσαμ' ἐδῶ τὴ νύχτα, καὶ στὸ λιμένα μπήκαμε βαρὺ κουπὶ τραβώντας. Δὲ συλλογιόμασταν φαΐ, κι ἂς εἴχαμέ του ἀνάγκη· {{r|280}} μόνε ἀπ' τὸ πλοῖο βγήκαμε κι αὐτοῦ πλαγιάσαμε ὅλοι. Στ' ἀποσταμένο μου κορμὶ γλυκὸς κατέβηκε ὕπνος, κι ἐκεῖνοι τότες ἔβγαλαν τὰ πράματα ἀπ' τὸ πλοῖο, κι ἀπάνω ἐδῶ στὴν ἀμμουδιὰ ποὺ κοίτομουν τὰ θέσαν. Κατόπι στὴν ὡριόχτιστη κινῆσαν Σιδονία, {{r|285}} κι ἔμεινα ἐγὼ μονάχος μου μὲ τὴν καρδιὰ θλιμμένη.”      Εἶπε, καὶ χαμογέλασε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα, κι ἁπλώνοντας το χέρι της τὸν χάδεψε, καὶ φάνη σὰ δέσποινα ὥρια καὶ τρανὴ σ' ἔργα λαμπρὰ πιδέξια. Καὶ φώναξέ τον κι εἶπε του μὲ λόγια φτερωμένα·  {{r|290}}      “Μαριόλος καὶ παμπόνηρος θά 'ναι ὅποιος σὲ περάση σὲ κάθε ἀπάτη, μὰ καὶ θεὸς ἂν τύχη νά 'ναι ἀκόμα. Σκληρὲ καὶ μυριοσόφιστε κι ἀχόρταγε στοὺς δόλους, ὡς καὶ στὴ γῆς σου σὰ βρεθῆς δὲν τὸ ἀστοχᾶς τὸ ψέμα, μήτε τὰ λόγια τὰ πλαστά, ποὺ ἀρχῆθες τ' ἀγαποῦσες. {{r|295}} Μὰ τώρα αὐτὰ ἂς τ' ἀφήσουμε· σοφοὶ εἴμαστε κι οἱ δυό μας, πρῶτος κι ἐσὺ μὲς στοὺς θνητοὺς στὴ γνώση καὶ στὰ λόγια, καὶ πάλε ἐγὼ μὲς στοὺς θεοὺς γιὰ νοῦ καὶ γιὰ ξυπνάδα εἶμ' ἀκουσμένη. Τοῦ Διὸς τὴν κόρη τὴν Παλλάδα, τὴν Ἀθηνᾶ δὲ γνώρισες ἐσὺ, ποὺ μερανύχτα {{r|300}} σοῦ παραστέκω, σ' ὅλα σου τὰ πάθια φύλακάς σου, καὶ ποὺ ἔκαμα τοὺς Φαίακες νὰ σ' ἀγαπήσουν ὅλοι. Καὶ τώρα ἀκόμα βγῆκα ἐδῶ, γιὰ νὰ συλλογιστοῦμε πῶς νὰ σοῦ κρύψω τὰ καλὰ ποὺ οἱ Φαίακες σοῦ δῶκαν καθὼς ὁ νοῦς μου τὰ ὅρισε, μαζί σου νὰ τὰ φέρης. {{r|305}} Μὰ νὰ σοῦ πῶ, καὶ τί δεινὰ στὸ σπιτικό σου ἡ μοῖρα σοῦ φύλαξε· κι ἐσὺ καρδιὰ νὰ κάμης ν' ἁπομένης, καὶ σὲ κανένα μὴν ξηγᾶς οὔτ' ἄντρα οὔτε γυναίκα, πὼς ἀπ' τὰ ξένα γύρισες, παρὰ ὅσα κι ἂν παθαίνης ἀπὸ κακόβουλους θνητούς, ἀμίλητα νὰ τά 'χης.”  {{r|310}}      Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος γυρίζει καὶ τῆς κρένει· “Δύσκολα ὁ ἄνθρωπος, θεά, σὲ νιώθει ἂ σ' ἀγναντέψη, ὅσο κι ἂν ξέρη· γιατὶ ἐσὺ λογῆς μοιασίδια παίρνεις. Τοῦτο γνωρίζω ἐγὼ καλά, πὼς πρῶτα μοῦ ἤσουν φίλη, ὅσον καιρὸ μαχόμασταν οἱ Ἀχαιοὶ στὴν Τροία. {{r|315}} Μὰ ἀφότου ἐμεῖς κουρσέψαμε τὴ χώρα τοῦ Πριάμου, καὶ στὰ καράβια μπήκαμε, κι ὁ θεὸς μᾶς σκόρπισε ὅλους, δὲ σ' εἶδα μήτε σ' ἔνιωσα, διογέννητη, ἀπὸ τότες, μὲς στὸ καράβι μου νὰ ρθῆς καὶ νὰ μὲ διαφεντέψης. Παρὰ πλανιόμουν ἄπαυα μὲ τὴν καρδιὰ καμένη, {{r|320}} ὡσότου ἀπὸ τὰ βάσανα οἱ θεοὶ μὲ λευτερῶσαν, κι ἐσὺ πιὰ μὲ τὰ λόγια σου στὴν πλούσια γῆ τῶ Φαιάκων μὲ γκάρδιωνες, καὶ μ' ἔφερνες ἀτή σου μὲς στὴ χώρα. Μὰ στοῦ γονιοῦ σου τ' ὄνομα παρακαλῶ σε τώρα, τὶ δὲν πιστεύω νά 'φτασα στὸ ξάστερο μου Θιάκι, {{r|325}} μόνε πλανιέμαι σ' ἄλλη γῆς, κι αὐτὰ θαρρῶ ποὺ μοῦ 'πες, μὲ πονηριὰ μοῦ τά 'πλασες, τὸ νοῦ μου νὰ γελάσης· λέγε μου, ἀλήθεια, βρίσκουμαι στὴν ποθητὴ πατρίδα;”      Κι ἡ γαλανόματη Ἀθηνᾶ τοῦ ἀπολογήθη τότες· “ Μὲ τέτοιες πάντα συλλογὲς τὸ νοῦ σου βασανίζεις· {{r|330}} γι' αὐτὸ κι ἐγὼ στὰ πάθια σου μονάχο δὲ σ' ἀφήνω, πού 'σαι δὰ τόσο γνωστικός, καλὸς κι ἀνοιχτομάτης. Ἂν ἦταν ἄλλος κι ἔρχονταν στὸν τόπο του ἀπ' τὰ ξένα, θένα ' τρεχε, τὴ σύγκοιτη νὰ δῆ καὶ τὰ παιδιά του· μὰ ἀκόμα ἐσὺ δὲ λαχταρεῖς νὰ μάθης καὶ ν' ἀκούσης, {{r|335}} μόν' πρῶτα τὴ γυναῖκα σου ζητᾶς νὰ δοκιμάσης, ποὺ μὲς στὸν πύργο κάθεται καὶ τυραννιέται ἡ ἔρμη, κι οἱ νύχτες της, κι οἱ μέρες της περνᾶνε μὲ τὰ δάκρυα. Ποτὲς δὲν τὸ φοβόμουνα, μόν' τό 'χα ἐγὼ στὸ νοῦ μου, πὼς πίσω θένα 'ρθῆς χωρὶς κανένα σύντροφό σου· {{r|340}} ὅμως στὸν Ποσειδώνα ἐγώ, στ' ἀδέρφι τοῦ γονιοῦ μου, δὲν ἤθελα ν' ἀντισταθῶ, τὶ σοῦ ἦταν χολωμένος, τὸ μάτι ἀφότου τύφλωσες τοῦ ἀγαπημένου γιοῦ του. Τώρα τοὺς τόπους τοῦ Θιακιοῦ γιὰ νὰ πειστῆς σοῦ δείχνω. Νά, τοῦ παλιοῦ θαλασσινοῦ τοῦ Φόρκυνα ὁ λιμιώνας· {{r|345}} νά, κι ἡ μακρόφυλλη ἡ ἐλιὰ στοῦ λιμανιοῦ τὴν ἄκρη, καὶ δίπλα της ἡ ἀχνόθαμπη σπηλιά, ἡ χαριτωμένη, ἱερὸ λημέρι τῶν Νυφῶν ποὺ λέγουνται Ναϊαδες· ἐκεῖ 'ναι καὶ τὸ θολωτὸ τὸ σπήλιο ποὺ σ' ἐκεῖνες πολλὲς ἐσὺ ἑκατοβοδιὲς καλόδεχτες τελοῦσες· {{r|350}} νά, καὶ τὸ Νήριτο βουνό, τ' ὁλόσκεπο ἀπὸ δάσια.”      Εἶπε, καὶ σκόρπισε ὁ ἀχνός, καὶ φάνη ἡ γῆς τριγύρω· τὴν εἶδε κι ἀναγάλλιασε ὁ πολύπαθος Δυσσέας, καὶ χαίροντας σὰ φίλησε τὴ γῆς τὴν πλουτοδότρα, στὶς Νύφες προσευκήθηκε σηκώνοντας τὰ χέρια· {{r|355}}      “Ὦ Νύφες, κόρες τοῦ Διός, ν' ἀξιωθῶ σας πάλε δὲν τό 'λπιζα· σᾶς χαιρετῶ μὲ τὶς γλυκειὲς εὐκές μου, καὶ δῶρα θὰ σᾶς φέρνουμε σὰν πρῶτα ἐμεῖς περίσσια, ἂν ἡ νικήτρια ἡ Ἀθηνᾶ, τοῦ Δία ἡ θυγατέρα, ζωὴ μοῦ δώση, καὶ ἀντρειὰ στὸ γιὸ τὸν ἀκριβό μου.”  {{r|360}}      Κι ἡ γαλανόματη Ἀθηνᾶ τοῦ λάλησε καὶ τοῦ εἶπε· “Θάρρος· γι' αὐτὰ ἂς μὴ νοιάζεται καθόλου τώρα ὁ νοῦς σου. Μόν' ἔλα, καὶ τὰ πράματα στὰ βάθια τ' ὥριου σπήλιου ἂς πᾶμε ν' ἀπιθώσουμε, κρυμμένα ἐκεῖ νὰ τά 'χης· κατόπι συλλογιόμαστε τί 'ναι καλὸ νὰ γίνη.” {{r|365}}      Εἶπε, καὶ μπῆκε ἡ θέαινα στὸ ἀχνόθαμπο τὸ σπήλιο, γιὰ νά 'βρη τοὺς κρυψῶνας του· καὶ τότες ὁ Ὀδυσσέας τῆς ἔφερε τὰ χρυσικὰ καὶ τὰ χαλκοστολίδια, καὶ τὰ καλόφτιαστα σκουτιὰ ποὺ οἱ Φαίακες τοῦ χαρίσαν. Κι ἀφοῦ καλὰ τ' ἀπίθωσε, βάζει τρανὸ λιθάρι {{r|370}} στοῦ σπήλιου τὸ ἔμπα ἡ Ἀθηνᾶ, τοῦ Δία ἡ θυγατέρα.      Τότες καθίσαν στῆς ἱερῆς ἐλιᾶς τὴ ρίζα οἱ δυό τους, νὰ δοῦν πὼς θὰ ξεκάμουνε τοὺς ἄτιμους μνηστῆρες. Κι ἄρχισε πρώτη ἡ Ἀθηνᾶ, ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα·      “ Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, {{r|375}} δὲς τώρα τοὺς ἀδιάντροπους μνηστῆρες πῶς θὰ σπάσης, ποὺ τρία χρόνια κυβερνοῦν τὸν πύργο σου, ζητώντας μὲ δῶρα ν' ἀποχτήσουνε τὸ ἰσόθεο σου ταίρι· κι ἐκείνη, πάντα κλαίγοντας, ποὺ ἀκόμα νὰ γυρίσης, ἐλπίδες καὶ ταξίματα τοῦ καθενοῦ τους δίνει, {{r|380}} καὶ τοὺς μηνάει μηνύματα, κι ἂς κλώθη ὁ νοῦς της ἄλλα.”      Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος γύρισε καὶ τῆς εἶπε· “Ἀλλοί, μὲ τοῦ Ἀγαμέμνονα τοῦ γιοῦ τοῦ Ἀτρέα τὴ μοῖρα, θάνατο θά 'βρισκα κακὸ κι ἐγὼ μὲς στὸ παλάτι, ἂν ὅλα δὲ μοῦ τά 'λεγες καθάρια ἐσὺ, ὦ θεά μου. {{r|385}} Καὶ τώρα ὁρμήνεψέ με πῶς νὰ πάω νὰ τοὺς παιδέψω· ἀτή σου στέκου πλάγι μου καὶ δίνε μου ἀντρειοσύνη, σὰν τότες ποὺ χαλνούσαμε τὰ ὥρια πυργιὰ τῆς Τροίας. Ἂν ἔτσι μοῦ παράστεκες λαμπρή, ὦ γαλανομάτα, καὶ μὲ τρακόσους θά 'βγαινα νὰ χτυπηθῶ νομάτους {{r|390}} σιμά σου, τὶ τὴν πρόθυμη διαφέντεψη σου θά 'χα.”      Κι ἡ γαλανόματη θεὰ τοῦ ἀπολογήθη τότες· “Σιμά σου θά 'μαι, καὶ πολὺ, καὶ δὲ θὰ σ' ἀστοχήσω σὰν ἔρθη ἡ ὥρα· καὶ θαρρῶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μνηστῆρες ποὺ τώρα κατατρώγουνε τὸ βιός σου θὰ σκορπίσουν {{r|395}} καὶ τὸ αἷμα τους καὶ τὰ μυαλὰ τότε στὸ χῶμα ἀπάνω. Μὰ πρῶτα πρέπει ἀγνώριστο στοὺς ἄλλους νὰ σὲ κάνω· θὰ σοῦ ζαρώσω τ' ὄμορφο καὶ λυγερὸ κορμί σου, θὰ σοῦ ἀφανίσω τὰ ξανθὰ μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς σου, καὶ θὰ ντυθῆς παλιόρουχο, νὰ σὲ σιχαίνουνται ὅλοι· {{r|400}} τὰ μάτια σου τὰ λαμπερά, θαμπὰ θὰ σοῦ τὰ κάνω, ποὺ τιποτένιος νὰ φανῆς καὶ στοὺς μνηστῆρες ὅλους, καὶ στὴ γυναίκα καὶ στὸ γιὸ ποὺ μὲς στὸ σπίτι ἀφῆκες. Καὶ πρῶτα τὸ χοιροβοσκὸ πήγαινε ν' ἀνταμώσης, ποὺ νοιάζεται τοὺς χοίρους σου, καὶ σὲ πονεῖ ἡ καρδιά του, {{r|405}} μὰ καὶ τὸ γιόκα σου ἀγαπᾶ, καὶ τὸ χρυσό σου ταίρι. Σιμὰ στὰ ζῶα θὰ κάθεται, ποὺ βόσκουνε στὴν πέτρα τοῦ Κόρακα, ποὺ εἶναι κοντὰ κι ἡ Ἀρέθουσα ἡ βρυσούλα. Τρῶν βαλανίδια νόστιμα, κι ἀχνὸ νεράκι πίνουν, καὶ καλοθρέφουνται μ' αὐτὰ καὶ πλήθιο πάχος πιάνουν. {{r|410}} Ἐκεῖ μαζί του κάθισε καὶ ρώτηξε τον ὅλα, ὥσπου στὴν καλογύναικη νὰ πάω ἐγὼ τὴ Σπάρτη, τὸ γιό σου τὸν Τηλέμαχο, Ὀδυσσέα μου, νὰ φωνάξω· αὐτὸς στὴ Λακεδαίμονα, τοῦ Μενελάου τὴ χώρα, πῆγε νὰ μάθη ἂν τάχα ζῆς κι ἀκούγεσαι στὸν κόσμο.” {{r|415}}      Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος ἀπολογήθη κι εἶπε· “Τί δὲν τοῦ τό 'λεγες ἐσὺ, ποὺ ὅλα .τὰ ξέρει ὁ νοῦς σου; ἢ τάχα μὲς στὰ πέλαγα κι αὐτὸς γιὰ νὰ πλανιέται μὲ βάσανα, καὶ νὰ τοῦ τρῶν οἱ ἄλλοι τὰ καλά του;”      Κι ἡ γαλανόματη θεὰ τοῦ ἀπολογήθη τότες· {{r|420}} “ Γι' αὐτὸν μὴν πολυνοιάζεσαι· ἐγὼ τὸν ὁδηγοῦσα ποὺ τ' ὄνομά του ν' ἀκουστῆ πηγαίνοντας κεῖ κάτω. Βάσανα αὐτὸς δὲν ἔχει ἐκεῖ, μόν' κάθεται στοὺς πύργους τοῦ γιοῦ τοῦ Ἀτρέα, καὶ χαίρεται τ' ἀρίφνητα καλά του. Μὲ μαῦρο πλοῖο οἱ ἄγουροι κι ἂν τοῦ 'στησαν καρτέρι, {{r|425}} τὸ χαλασμό του θέλοντας στὸ Θιάκι πρὶ γυρίση, δὲν τὸ φοβᾶμαι αὐτό· θαρρῶ πὼς κάμποσους μνηστῆρες θὰ φάη ἡ γῆς, ποὺ σήμερα τὸ βιός σου καταλοῦνε.”      Αὐτὰ σὰν εἶπε, μὲ ραβδὶ τὸν ἄγγιξε ἡ Παλλάδα, καὶ ζάρωσε τὸ λυγερὸ καὶ τ' ὄμορφο κορμί του, {{r|430}} καὶ τὰ ξανθά του ἀφάνισε μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς του, καὶ σκέπασε μὲ γέρικο πετσὶ τὰ μέλη του ὅλα· τὰ δυό του μάτια θάμπωσε ποὺ πρῶτα ἀστραποφέγγαν, καὶ μ' ἄσκημα παλιόρουχα τοῦ 'ντυσε τὸ κορμί του, κουρελιασμένα καὶ λερὰ καὶ μαῦρα ἀπὸ καπνίλα, {{r|435}} μ' ἀπάνω λάφινη προβιὰ μακριὰ καὶ μαδημένη· τοῦ δίνει καὶ ραβδὶ χοντρό, κι ἕναν τορβὰ στὸν ὦμο σκισμένο καὶ μὲ πρόστυχο σκοινὶ γιὰ κρεμαστήρι.      Αὐτὰ εἶπαν, καὶ χωρίστηκαν κι ἐκείνη πῆγε νά 'βρη στὴ θεία τὴ Λακεδαίμονα τ' ἀγόρι τοῦ Ὀδυσσέα.  {{r|440}} </poem> 0dm3nfeg7xf2qlslgwl37wfgvyyaqm4 Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/ξ 0 15747 166724 93725 2026-06-26T19:28:56Z Sarri.greek 10495 κάθε 5ο στίχο {{r|5}} 166724 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία ξ | επόμενο = [[../ο|Ραψωδία ο]] | προηγούμενο= [[../ν|Ραψωδία ν]] | σημειώσεις = }} <poem> Κι ἀπ' τὸ λιμάνι πῆρε αὐτὸς βουνήσιο μονοπάτι σὲ δάσια μέσα, ποὺ ἡ θεὰ τοῦ τό 'χε πῆ πὼς ζοῦσε ὁ πάγκαλος χοιροβοσκὸς ποὺ νοιάζουνταν τὸ βιός του πιότερο ἀπ' ὅλους ποὺ ὁ τρανὸς Δυσσέας εἶχε δικούς του. Τὸν βρῆκε καὶ καθότανε στὰ ξώθυρα μονάχος, {{r|5}} μπρὸς σὲ μεγάλο αὐλόγυρο ἁψηλόστεκο κι ὡραῖο, μὲ δρόμο γύρω, ποὺ ἴδιος του τὸν εἶχε ἐκεῖ φτιασμένο γιὰ τοῦ ξενιτεμένου του τοῦ ἀφεντικοῦ τοὺς χοίρους, δίχως νὰ ξέρη ἡ ἀφέντισσα κι ὁ γέρος ὁ Λαέρτης, ἀπὸ βουνόπετρες συρτές, μ' ἀγριαπιδιὲς φραγμένο. {{r|10}} Κι ἀπόξω ὀρθόστησε πολλὰ παλούκια πυκνωμένα γύρω τριγύρω ἀπὸ ἰδρυὰ καλὰ πελεκημένα· καὶ χοιρομάντρες δώδεκα μὲς στὴν αὐλὴ εἶχε χτίσει κοντὰ κοντά, κι ἡ καθεμιὰ κλειοῦσε πενήντα μάνες γουροῦνες χαμοπλαγιαστές· τ' ἀσερνικὰ μαντρίζαν {{r|15}} ἔξω, πολὺ πιὸ λιγοστά· τὶ οἱ θεϊκοὶ οἱ μνηστῆρες τὰ τρῶγαν, κι ὁ χοιροβοσκὸς τοὺς ἔφερνε ὁλοένα κι ἀπό 'να, τὸ καλύτερο καὶ πιὸ παχὺ θρεφτάρι·   τρακόσα ἑξήντα ἀρσενικὰ τοῦ μνήσκανε μονάχα. {{r|20}} Τέσσερεις σκύλοι σὰ θεριὰ ξενύχτιζαν κοντά τους, ποὺ ὁ πρῶτος τῶ χοιροβοσκῶν τοὺς εἶχε ἀναθρεμμένους. Καινούργια ἐκεῖνος ταίριαζε στὰ πόδια του τσαρούχια, βόδινο κόβοντας πετσὶ καλοχρωματισμένο· γυρίζαν οἱ ἄλλοι ἐδῶ κι ἐκεῖ μὲ τὰ χοιροκοπάδια, {{r|25}} οἱ τρεῖς· τὸν τέταρτο ὁ βοσκὸς στὴ χώρα εἶχε σταλμένο, θρεφτάρι στοὺς ἀπόκοτους μνηστῆρες γιὰ νὰ φέρη, γιὰ νὰ τὸ σφάξουνε, νὰ φᾶν καὶ κρέας νὰ χορτάσουν.      Καὶ ξάφνω τὰ μαντρόσκυλα σὰν εἶδαν τὸ Δυσσέα, τοῦ χύθηκαν γαυγίζοντας· τότες μὲ γνώση χάμου {{r|30}} κάθισε αὐτός, μὰ τοῦ 'πεσεν ἡ ράβδα ἀπὸ τὸ χέρι, κι ἐκεῖ θὰ κακοπάθαινε, στὴ στάνη τοῦ ἀποδίπλα, μὰ χούμιξε γοργόποδος ξοπίσω ὁ χοιροτρόφος στὴν ξώπορτα, καὶ τὸ πετσὶ τοῦ ξέφυγε ἀπ' τὸ χέρι. Καὶ τὰ σκυλιά του ἐδῶ κι ἐκεῖ σὰ σκόρπισε μὲ πέτρες {{r|35}} καὶ μὲ φοβέρες, γύρισε κι αὐτὰ εἶπε στὸν ἀφέντη·      “Ἀκόμα λίγο, κι ἄξαφνα σὲ ξέσκιζαν οἱ σκύλοι, κι ἀπ' ἀφορμή σου, γέρο μου, πολὺ θὰ ντροπιαζόμουν. Μὰ κι ἄλλα οἱ θεοὶ παθήματα καὶ στεναγμοὺς μοῦ δῶκαν, τὶ κάθουμαι καὶ κλαίγω ἐδῶ θεόμοιαστον ἀφέντη· {{r|40}} κοιτάζω τὰ θρεφτάρια αὐτὰ γιὰ νὰ τὰ τρῶνε οἱ ξένοι, κι ἐκεῖνος δίχως πόρεψη πλανιέται μερονύχτα σὲ χῶρες μέσα ἀλλόγλωσσων ἀνθρώπων καὶ λημέρια, ἂ ζῆ δὰ ἀκόμα κι ἂν θωρῆ τοῦ γήλιου τὴ λαμπράδα. Μὰ ἔλα, γέρο, τώρα ἐσὺ, κι ἂς πᾶμε στὴν καλύβα, {{r|45}} κι ἀπὸ ψωμὶ κι ἀπὸ κρασὶ ἡ καρδιά σου σὰ χορτάση, λὲς ἀποποῦθε φάνηκες, καὶ ποιὰ τὰ βάσανα σου.”      Εἶπε ὁ καλὸς χοιροβοσκός, καὶ μέσα τόνε πῆρε, καὶ τοῦ ' στρωσε δασιὰ κλαδιὰ μ' ἀγριογιδιοῦ ἀποπάνω προβιὰ τριχάτη καὶ τρανή, ποὺ στρῶμα του τὴν εἶχε. {{r|50}} Κι αὐτὸς μ' ἐδαῦτα χάρηκε, καὶ φώναξέ τον κι εἶπε·        “Ὁ Δίας κι οἱ ἀθάνατοι θεοὶ ἂς σοῦ δίνουν, ξένε, γιὰ τὸ καλό σου δέξιμο, τὰ ποὺ ζητάει ἡ καρδιά σου.”      Κι ἐσὺ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, τοῦ ἀπολογήθης κι εἶπες· {{r|55}} “ Μὰ κι ἀπὸ σένα πιὸ μικρὸς νὰ ἐρχότανε, δὲ θά 'ταν, ὦ ξένε μου, πρεπούμενο νὰ μὴν τιμήσω ξένο· τ' εἶναι τοῦ Δία ὅλ' οἱ φτωχοὶ κι οἱ ξένοι· κι ἀρεστό 'ναι τὸ λίγο ποὺ ἐμεῖς δίνουμε· νόμος αὐτὸς τῶ δούλων, ποὺ τὸν καινούργιο ἀφέντη τους τόνε, φοβοῦνται πάντα. {{r|60}} Τὶ τοῦ 'κοψαν οἱ ἀθάνατοι τὸ γυρισμό του ἐκείνου, ποὺ θὰ μ' ἀγάπαε γκαρδιακὰ καὶ θά 'δινέ μου πλούτια, σπίτι καὶ χτῆμα καὶ μαζὶ γυναίκα ζηλεμένη, κι ὅσα ὁ ἀφέντης ὁ καλὸς χαρίζει σὲ ἄνθρωπό του, ποὺ καλοδούλεψε, κι ὁ θεὸς τὰ ἔργατά του ἀξαίνει, {{r|65}} καθὼς ἐμένα τὰ ἔργατα ποὺ κάνω αὐτὰ μοῦ ἀξαίνει. Ἂ γέραζε κι ὁ ἀφέντης μου δῶ πέρα, τί χαρά μου. Μὰ χάθηκε, ποὺ ἂς χάνουνταν ἡ φύτρα τῆς Ἑλένης ἁλάκερη, ποὺ ἀντρῶν ψυχὲς πλῆθος γι' αὐτὴ χαθῆκαν· γιατί γιὰ τοῦ Ἀγαμέμνονα τὴ χάρη κι αὐτὸς πῆγε {{r|70}} στὸ Ἴλιο τ' ἀλογάρικο, τοὺς Τρῶες νὰ πολεμήση.”      Εἶπε, καὶ στὸ χιτώνα του σφιχτόδεσε τὴ ζώνη, καὶ πρὸς τὶς μάντρες κίνησε, ποὺ ἦταν κλεισμένοι χοῖροι. Δυὸ πῆρε καὶ τοὺς ἔσφαξε, κι ἀπὲ καψάλισε τους, τοὺς λιάνισε καὶ πέρασε τὰ κρέατα στὶς σοῦβλες, {{r|75}} καὶ σὰν καλοψηθήκανε τὰ φέρνει τοῦ Ὀδυσσέα, ὁλόζεστα μὲ τὰ σουβλιά, καὶ μ' ἄσπρο ἀλεύρι ἀπάνω. Σμίγει καὶ τὸ μελόγλυκο κρασὶ μὲς στὸ καρδάρι, καθίζει ἀγνάντια, τὸν καλεῖ, κι αὐτὰ τοῦ συντυχαίνει·      “ Τρῶγε ἀπὸ δούλου χοιρινὸ κρεάσι τώρα, ὦ ξένε· {{r|80}} τὰ παχουλὰ θρεφτάρια μας τὰ χαίρουνται οἱ μνηστῆρες, ποὺ μέσα τους εἶναι ἄσπλαχνη κι ἀθεόφοβη ἡ ψυχή τους. Μὰ τ' ἄνομα οἱ μακαριστοὶ θεοὶ δὲν τ' ἀγαπᾶνε, παρὰ τὰ δίκια καὶ καλὰ τιμοῦν καμώματά μας. Κι ἂν κακοπράχτες κι ἄτιμοι πατήσουνε γῆς ξένη, {{r|85}} καὶ λάφυρα ν' ἁρπάξουνε τοὺς βοηθήση ὁ Δίας, τὸ πλοῖο φορτώνουν, καὶ γοργὰ στὸν τόπο τους γυρνοῦνε, τὶ τήν ψυχή τους τυραννεῖ θεϊκῆς ὀργῆς τρομάρα. Μὰ ἐτοῦτοι ἀπὸ θεοῦ φωνή θ' ἀκοῦσαν καὶ θὰ μάθαν τὸ μαῦρο τέλος του ἐπειδὴς δὲν προξενεύουν δίκια, {{r|90}} μήτε γυρνοῦν στὰ σπίτια τους, μόν' κάθουνται καὶ τρῶνε, τὰ πλούτια μας μ' ἀδιαντροπιὰ χωρὶς νὰ τὰ λυποῦνται. Τὶ κάθε μέρα καὶ νυχτιὰ ποὺ μᾶς χαρίζει ὁ Δίας, ἕνα σφαχτὸ δὲ σφάζουνε, καὶ μήτε δυὸ μονάχα· ἀτέλειωτα καὶ τὸ κρασὶ τραβοῦν καὶ τὸ ρουφᾶνε, {{r|95}} γιατ' εἶχε βιὸς ἀρίφνητο, κι ὅσο κανένας ἄλλος δὲν εἶχε στὴ μαυροστεριὰ μηδὲ στὸ Θιάκι μέσα. Εἴκοσι ἀρχόντοι μαζωχτοὶ δὲν ἔχουν τόσα πλούτια· νὰ σ' τὰ μετρήσω. Δώδεκα κοπὲς βοδιῶνε κεῖθε· κι εἶναι ἄλλες τόσες πρόβατα, κι ἀκόμα τόσες χοῖροι· {{r|100}} γίδια κοπάδια δώδεκα, ἁπλωτά, ποὺ οἱ πιστικοί του τὰ βόσκουν καὶ τὰ νοιάζουνται, καὶ ξένοι καὶ δικοί του. Κι ἐδῶ, στὴν ἄκρη τοῦ νησιοῦ, γιδιῶν κοπάδια βόσκουν ἕντεκα, καὶ καλόβουλοι τὰ σαλαγᾶνε ἀνθρῶποι. Καθεμερνὰ καθένας τους θὰ φέρη στοὺς μνηστῆρες {{r|105}} ἀπὸ τὰ γίδια τὰ παχιὰ τὸ πιὸ καλὸ ποὺ βρίσκει. Ἐγὼ φυλάω καὶ νοιάζουμαι τοὺς χοίρους ἐδῶ ἐτούτους, καὶ πάντα τὸν καλύτερο διαλέγω καὶ τοὺς στέλνω. ”      Εἶπε· κι ἐκεῖνος ἁρπαχτὰ τρωγόπινε σωπώντας, καὶ μέσα του κρυφόπλεχνε κακὸ γιὰ τοὺς μνηστῆρες. {{r|110}} Καὶ σάνε καλοδείπνησε καὶ φράνθηκε ἡ καρδιά του, ὁ ἄλλος τὸ ποτήρι του ποὺ γιὰ πιοτὸ κρατοῦσε, κρασὶ γεμάτο τοῦ 'δωσε, κι αὐτὸς τὸ καλοδέχτη, καὶ φώναξέ του κι εἶπε του μὲ λόγια φτερωμένα·      “ Φίλε, καὶ ποιὸς σ' ἀγόρασε μὲ βιὸς δικό του ἐσένα, {{r|115}} μεγάλος καὶ βαθιόπλουτος, καθὼς τὸν παρασταίνεις, καὶ λὲς γιὰ τοῦ Ἀγαμέμνονα τὴ χάρη θά 'χη πέσει; Πές μου, μὴν τόνε γνώρισα ποιός ἦταν· γιατὶ ὁ Δίας κι οἱ ἄλλοι θεοὶ θὰ ξέρουν ἂν τὸν εἶδα κι ἐδῶ φέρνω μαντάτα του· τὶ γύρισα μέρη πολλὰ στὸν κόσμο.” {{r|120}}      Κι ὁ πρῶτος τῶ χοιροβοσκῶν ἀπάντησε καὶ τοῦ πε, “ Μήδ' ἡ γυναίκα μήτε ὁ γιός, ὦ γέρο, δὲν ἀκούγει τὸν ταξιδιώτη ποὺ ἔρχεται καὶ λέει μαντάτα φέρνει· πολλοὶ πλανιοῦνται κι ἔρχουνται γιὰ λίγη πόρεψή τους, μὰ τοὺς γελοῦν μὲ ψέματα καὶ κρύβουν τὴν ἀλήθεια. {{r|125}} Ἂν τύχη κοσμογυριστὴς καὶ φτάση ἐδῶ στὸ Θιάκι, ἔρχεται, λόγια πλανερὰ στὴ δέσποινα μου κρένει, κι αὐτὴ τὸν καλοδέχεται, κι ὅλα ζητάει νὰ μάθη, χύνοντας δάκρυα περισσά, σὰν πού 'ναι τὸ συνήθειο κάθε γυναίκας ποὺ ἄντρα της στὰ ξένα ἔχει χαμένο. {{r|130}} Ἔτσι κι ἐσὺ θὰ σκάρωνες, ὦ γέρο, παραμύθια, σ' ὅποιον χλαμύδα σοῦ 'δινε νὰ βάλης καὶ χιτώνα. Ὡς τόσο ἐκειοῦ θὰ τοῦ 'γδαραν τὰ κόκκαλά του οἱ σκύλοι καὶ τὰ ὅρνια τὰ γοργόφτερα, καὶ τέλειωσε ἡ ζωή του· ἢ ψάρια τόνε φάγανε στὴ θάλασσα, καὶ τώρα {{r|135}} τὰ κόκκαλά του στὴ στεριὰ κοίτουνται μὲς στοὺς ἄμμους. Χάθηκ' ἐκεῖνος, καὶ σ' ἐμᾶς τοὺς φίλους μὰ σ' ἐμένα ἀκόμα πιότερο ἄφησε τῆς στέρησης τὸν πόνο· τὶ τέτοιο ἀφέντη πάγκαλο δὲ θά 'βρω ὅπου κι ἂν πάω, μήτε στῆς μάνας μου ξανὰ καὶ στοῦ κυροῦ ἂ γυρίσω {{r|140}} τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα, καὶ μ' ἔθρεψαν ἐκεῖνοι. Μήτε γιὰ κείνους τόσο ἐγὼ δὲ θά 'κλαιγα, κι ἂς θέλω νὰ τοὺς χαροῦν τὰ μάτια μου στὴν ποθητὴ πατρίδα· μὰ τοῦ Ὀδυσσέα ποὺ χάθηκε μὲ συνεπαίρνει ὁ πόθος. Ποὺ τ' ὄνομά του ντρέπουμαι νὰ πῶ, κι ἂς λείπη, ὦ ξένε, {{r|145}} τὶ μ' ἀγαποῦσε ὁλόψυχα καὶ μὲ πονοῦσε ἐκεῖνος· φίλο ἀδερφὸ τὸν κράζω ἐγώ, κι ἂς βρίσκεται μακριά μου.”      Τότες τοῦ λάλησε ὁ τρανὸς, πολύπαθος Δυσσέας· “Φίλε, ποὺ ἀρνιέσαι ὁλότελα νὰ πῆς πὼς θὰ ξανάρθη ἐκεῖνος πάλε, κι ἄπιστος ὁλοένα μένει ὁ νοῦς σου, {{r|150}} ἐγὼ τοῦ βρόντου δὲ μιλῶ, παρὰ σοῦ λέω μὲ ὅρκο, πὼς ὁ Δυσσέας ἔρχεται· κι ὅσο γιὰ συχαρίκια, εὐτὺς ποὺ στὰ παλάτια του ὁ ἀφέντης σου πατήση, μὲ ὥρια χλαμύδα καὶ καλὸ χιτώνα θὰ μὲ ντύσης· πρὶν ὅμως δὲν τὰ δέχουμαι, πολλὴ κι ἂν τά 'χω ἀνάγκη· {{r|155}} τὶ ὅσο ἐγὼ σιχαίνουμαι τὶς μαῦρες πόρτες τοῦ Ἅδη, τόσο κι ἐκεῖνον ποὺ ψευτιὲς σοφίζεται ἀπὸ φτώχεια. Ὁ Δίας νά 'ναι μάρτυρας, τὸ ξενικὸ τραπέζι, κι ἐτούτη ἡ στιὰ τοῦ θεόλαμπρου Ὀδυσσέα ποὺ μὲ δέχτη, πὼς ὅλ' αὐτὰ θὰ τελεστοῦν καθὼς ἐγὼ τὰ λέγω. {{r|160}} Μέσα στὸ χρόνο αὐτὸν ἐδῶ θὰ φτάση ὁ Ὀδυσσέας. Τοῦτος ὁ μήνας ἅμα βγῆ, κι ἅμα πατήση ὁ ἄλλος, θὰ ρθῆ πάλε στὸ σπίτι του, καὶ θὰ παιδέψη ἐκείνους ποὺ βρίζουν τὴ γυναίκα του καὶ τὸ χρυσό του γιόκα.”      Κι ἐσὺ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, τοῦ ἀπολογήθης, κι εἶπες· {{r|165}} “Μήτε σοῦ δίνω ἐγὼ ποτὲς τὰ συχαρίκια, ὦ γέρο, καὶ μήτε ὁ Ὀδυσσέας θὰ ρθῆ στὸ σπίτι του· μόν' πίνε ἤσυχα ἐσὺ, καὶ πίνοντας ἄλλη κουβέντα ἂς βροῦμε, κι αὐτὰ μὴ μοῦ θυμίζης τα, γιατί πονεῖ ἡ καρδιά μου σὰ μοῦ θυμίζουν ἄξαφνα τὸ δοξαστό μου ἀφέντη. {{r|170}} Καὶ τώρα ἂς τὸν ἀφήσουμε τὸν ὅρκο, ἂν καὶ μακάρι νά 'ρθη ὁ Δυσσέας, καθὼς κι ἐγὼ ποθῶ κι ἡ Πηνελόπη, κι ὁ θεόμοιαστος Τηλέμαχος κι ὁ γέρος ὁ Λαέρτης.      Ὡς τόσο τὸν Τηλέμαχο, τὸ τέκνο τοῦ Ὀδυσσέα, τὸν πικροκλαίω, ποὺ οἱ θεοὶ τὸν θρέψαν σὰ βλαστάρι, {{r|175}} κι εἶπα, δὲ θά 'βγη πιὸ ἀχαμνὸς ἀπ' τὸ λαμπρὸ γονιό του, τὸν ξακουστὸ στὴν ὀμορφιὰ καὶ στὸ κορμί, μὰ τώρα κάποιος θνητὸς ἢ ἀθάνατος τοῦ θάμπωσε τὰ φρένα·, στὴν ὥρια Πύλο τράβηξε ν' ἀκούση τοῦ γονιοῦ του μαντάτα. Κι οἱ καμαρωτοὶ μνηστῆρες τοῦ 'χουν στήσει {{r|180}} καρτέρι πὰς στὸ γυρισμό, γιὰ νὰ χαθῆ τὸ γένος καὶ τ' ὄνομα τοῦ ἰσόθεου τοῦ Ἀρκείσιου ἀπ' τὸ Θιάκι. Μὰ ἂς τὸν ἀφήσουμε, ἢ πιαστῆ ἀπ' αὐτούς, ἢ καὶ γλυτώση, σὰ βάλη ὁ Δίας τὸ χέρι του καὶ τόνε διαφεντέψη. Μόνε ἔλα, γέρο, κι ὅλα σου δηγήσου μου τὰ πάθια· {{r|185}} πές μου κι ἐτοῦτο ξάστερα· ποιός εἶσαι, κι ἀποποῦθε; ποιοί 'ν' οἱ γονιοί σου, ὁ τόπος σου; μὲ τί καράβι φάνης; οἱ ναῦτες πῶς σὲ φέρανε στὸ Θιάκι ; ποιοί παινιένται πὼς εἶναι ; τί θαρρῶ πεζὸς ἐδῶ δὲ μᾶς ὁρίζεις.”       {{r|190}}      Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· “Ὅλα σωστὰ κι ἀληθινὰ θὰ σοῦ τὰ πῶ ἐγὼ τοῦτα. Καὶ νά 'χαμε γιὰ κάμποσον καιρὸ μὲς στὴν καλύβα φαῒ καὶ γλυκερὸ κρασί, καὶ καλοκαθισμένοι νὰ τρώγαμε, νὰ πίναμε, κι οἱ ἄλλοι νὰ δουλεῦαν, {{r|195}} θὰ σοῦ μιλοῦσα ἁλάκερο τὸ χρόνο δίχως κόπο, καὶ πάλε δὲ θὰ τέλειωνα τὰ πάθια τῆς ψυχῆς μου, ὅσα ἀπὸ θέλημα θεῶν σωρὸς μοῦ μαζωχτῆκαν. Ἀπ' τὴν ἁπλόχωρη βαστάει ἡ φύτρα μου τὴν Κρήτη, καὶ πλούσιου ἀνθρώπου εἶμαι παιδί· κι ἄλλους πολλοὺς στὸ σπίτι {{r|200}} γέννησε γιοὺς κι ἀνάθρεψε μὲ τὴ στεφανωτή του, μὰ ἐμένα ἐκεῖ μὲ γέννησε σκλάβα ἀγαπητικιά του. Ὅμως σὰν τ' ἄλλα του παιδιὰ κι ἐμένα μὲ τιμοῦσε, ὁ Κάστορας τοῦ Ὕλακα· θρέμμα του ἐγὼ παινιέμαι, ποὺ τόνε λάτρευε σὰ θεὸ στὴν Κρήτη ὁ κόσμος ὅλος, {{r|205}} τὶ πλούτια καὶ καλοτυχιὰ καὶ ξακουστὰ εἶχε τέκνα. Μὰ τοῦ θανάτου οἱ δαίμονες στὸν Ἅδη σὰν τὸν πῆγαν, τὰ παλληκάρια του τὸ βιὸς μοιράστηκαν μὲ κλήρους, κι ἐμένα λίγο μερτικὸ μοῦ ἀφῆκαν, κι ἕνα σπίτι.       Κόρη γονιῶν μυριόπλουτων πῆρα γυναίκα τότες, {{r|210}} ἀπὸ δική μου λεβεντιά, γιατί ἄναντρος δὲν ἤμουν μήτε ἀνωφέλευτος ἐγώ· τώρα μου λεῖψαν ὅλα. Μὰ κι ἀπ' τὴν καλαμιὰ θαρρῶ ποὺ βλέπεις, θὰ μὲ νιώσης,   τὶ ἤμουν πριχοῦ μὲ ζώσουνε τὰ βάσανα κι οἱ πόνοι. {{r|215}} Θάρρος καὶ τόλμη ἡ Ἀθηνᾶ κι ὁ Ἄρης μοῦ χαρίσαν, ποὺ ἀσκέρια ὀμπρός μου σπάζανε· σὰν ἔπαιρνα μαζί μου παλληκαράδες διαλεχτούς, καὶ στήναμε καρτέρι, μεγάλο πλέχνοντας κακὸ τοῦ ὀχτροῦ, ἡ ἀντρειωμένη ψυχή μου τότες θάνατο δὲ λόγιαζε ὀμπροστά της, {{r|220}} μόν' πρῶτος πρῶτος χούμιζα, κι ὅποιος ὀχτρὸς δὲ μπόρειε νὰ μὲ ξεφύγη, τοῦ 'παιρνα τὴ ζωὴ μὲ τὸ κοντάρι.  Τέτοιος ἐγὼ στὸν πόλεμο· δὲ μ' ἄρεζαν χωράφια καὶ σπιτικά, ποὺ συνηθοῦν λαμπρὰ παιδιὰ νὰ θρέφουν, μόνε ὅλο πλοῖα μὲ τὰ κουπιὰ λαχτάραγε ἡ καρδιά μου, πολέμους, καὶ καλόξεστα κοντάρια καὶ σαγίτες, {{r|225}} κακά, ποὺ φόβο σὲ ἀλλονοὺς κι ἀνατριχίλα δίνουν. Μὰ πάλε, τὰ ὅσα μοῦ 'βαζε ὁ θεὸς στὸ νοῦ ἀγαποῦσα· τὶ ἄλλα ὁ ἕνας κυνηγάει, κι ἄλλα ζητάει ὁ ἄλλος. Καὶ πρὶν ἀκόμα οἱ Ἀχαιοὶ πατήσουνε στὴν Τροία, ἐννιὰ φορὲς ἐγὼ ἀρχηγὸς μὲ τὰ καράβια βγῆκα {{r|230}} σὲ ξένους τόπους, καὶ πολλὰ μάζευα τότες πλούτια. Διάλεγα μέρος, καὶ πολλὰ μοῦ πέφταν καὶ στὸν κλῆρο. Μεγάλωσε κι ἀρχόντηνε μεμιὰς τὸ σπιτικό μου, κι ὅλοι τὴν Κρήτη μ' ἔβλεπαν μὲ σεβασμὸ καὶ φόβο. Μὰ σὰ στοχάστη ὁ βροντηχτής ὁ Δίας τὸ ταξίδι {{r|235}} τὸ τρομερό, ποὺ ἀρίθμητους ἀφάνισε λεβέντες, ἐμένα καὶ τὸν ξακουστὸ Ἰδομενέα προστάξαν νὰ πᾶμε οἱ δυό μας ἀρχηγοὶ στὸ Ἴλιο μὲ τὰ πλοῖα. Δὲν ἦταν τρόπος ν' ἀρνηθῶ· βαρὺς τοῦ λαοῦ ὁ λόγος. Χρόνους ἐννιὰ χτυπιούμασταν Ἀχαιοὶ μὲ Τρωαδῖτες, {{r|240}} στοὺς δέκα χρόνους, πήραμε τὴ χώρα τοῦ Πριάμου· ὅμως στὸ γυρισμὸ θεὸς μᾶς σκόρπισε τὰ πλοῖα, κι ἐμένα ὁ Δίας συφορὲς τοῦ δόλιου μελετοῦσε· τὶ μόλις μήνα χάρηκα παιδιά, γυναίκα, πλούτια, καὶ πόθος μοῦ 'ρθε στὴν καρδιὰ καράβια ν' ἀρματώσω, {{r|245}} καὶ μὲ συντρόφους διαλεχτοὺς στὴν Αἴγυπτο νὰ σύρω. Ἐννιὰ καράβια ἀρμάτωσα, καὶ τρέξαν μέσα κόσμος, Ἕξι μερόνυχτα οἱ καλοὶ συντρόφοι τρωγοπίναν,   καὶ τότε ἐγὼ τοὺς ἔδινα παχιὰ σφαχτὰ ὁλοένα, {{r|250}} νὰ θυσιάζουνε στοὺς θεούς, νὰ γεύουνται κι ἀτοί τους. Ἕβδομη μέρα, ἀπ' τὴν πλατειὰ τὴν Κρήτη ξεκινώντας μὲ δυνατὸ καλὸ Βοριὰ ἀρμενίζαμε στὰ πρύμα, ποὺ ρέμα λὲς μᾶς ἔσερνε· μήτ' ἕνα ἀπ' τὰ καράβια δὲν ἔπαθε, μόν' ἄβλαβοι καθόμασταν, κι ἐκεῖνα {{r|255}} τὰ πήγαινε ἴσια ὁ ἄνεμος μαζὶ μὲ τοὺς ποδότες, Σὲ μέρες πέντε φτάσαμε στοῦ ποταμοῦ τοῦ Αἰγύπτου τὸ καλὸ ρέμα· καὶ ἄραξα τὰ δίπλωρα καράβια. Πρόσταξα τότες τοὺς καλοὺς συντρόφους μου νὰ μείνουν αὐτοῦ, πλάϊ στὰ καράβια τους, γιὰ νὰ τὰ διαφεντεύουν, {{r|260}} κι ἔστειλα βίγλες νὰ τηροῦν ἀπ' τὶς κορφὲς τριγύρω· μὰ ἐκεῖνοι ξεπαρθήκανε κι ὅπου ἤθελαν τραβῆξαν· τῶν Αἰγυπτίων κουρσέψανε τὰ ὁλόμορφα χωράφια, καὶ παῖρναν γυναικόπαιδα, χαλνούσανε τοὺς ἄντρες. Κι ἦρθε ὡς τὴ χώρα τὸ βουητό, κι ἀκοῦν αὐτοὶ καὶ τρέχουν {{r|265}} σὰν ἔφεξε· καὶ γέμισε πεζούρα καὶ καβάλα ὅλος ὁ κάμπος, κι ἄστραφτε ὁ χαλκός· κι ὁ βροντοχάρης ὁ Δίας στοὺς συντρόφους μου ρίχνει κακὴ φευγάλα, κι ἕνας δὲν κόταε νὰ σταθῆ κι ὀχτρό του ν' ἀντικρύση, γιατί παντοῦθε ἀφανισμὸς κακὸς τοὺς εἶχε ζώσει. {{r|270}} Τότες πολλοὺς μοῦ σκότωσαν τὰ κοφτερὰ σπαθιά τους, κι ἄλλους τοὺς πιάσαν ζωντανοὺς καὶ στὴ σκλαβιὰ τοὺς ρίξαν. Ὡς τόσο αὐτὸ τὸ στοχασμὸ μοῦ φέρνει ὁ Δίας στὸ νοῦ μου, ἂν καὶ μακάρι ὁ θανατος νὰ μ' εὕρισκε ἐκεῖ πέρα, τὶ κι ἄλλα μὲ προσμένανε παθήματα κατόπι. {{r|275}} Βγάζω καὶ θέτω καταγῆς τὸ κράνος, τὴν ἀσπίδα, καὶ τὸ κοντάρι, κι ἀντικρὺ στοῦ βασιλέα τ' ἁμάξι πηγαίνοντας, προσπέφτω του, φιλῶ τὰ γόνατά του· κι ἐκεῖνος μὲ σπλαχνίστηκε, μὲ κάθισε στ' ἁμάξι, καὶ μέσα στὰ παλάτια του μὲ πῆρε δακρυσμένο. {{r|280}} Πολλοὶ μὲ τὰ κοντάρια τους χυνόντανε ἀφρισμένοι, γιὰ νὰ μὲ κόψουνε, μὰ αὐτὸς ἀλάργα τοὺς κρατοῦσε· φοβότανε τὴ μάνητα τοῦ Δία τοῦ ξενοσώστη, ποὺ τὰ ἔργα τὰ παράνομα τά 'χει σὲ μέγα μῖσος. Ἔμεινα ἐκεῖ χρόνους ἑφτά, καὶ τότε ἀπὸ τοὺς ντόπιους {{r|285}} μάζεψα πλούτια ἀρίφνητα, γιατὶ ὅλοι τους μοῦ δίναν. Σὰν ἔγιναν τὰ χρόνια ὀχτώ, τότε ἦρθε κάποιος ἄντρας ἀπ' τὴ Φοινίκη, μάστορης στὸ ψέμα καὶ στὸ δόλο, κι ἀχόρταγος, ποὺ πάμπολλους εἶχε ἀδικήσει ἀνθρώπους. Ἐκεῖνος μὲ κατάπεισε νὰ πᾶμε στὴ Φοινίκη, {{r|290}} ποὺ βρίσκονταν τὰ σπίτια του καὶ τ' ἄλλα χτήματά του, Ἔμεινα χρόνο ἁλάκερο μαζί του στὴ Φοινίκη. Μὰ οἱ μῆνες σάνε διάβηκαν κι οἱ μέρες σὰν τελειῶσαν, κι ὁ χρόνος σάνε γύρισε κι οἱ ἐποχὲς ξανάρθαν, μὲ πελαγόδρομο σκαρὶ μὲ παίρνει στὴ Λιβύα, {{r|295}} μὲ ἀπάτη, τάχα τὸ φορτιὸ μαζί του γιὰ νὰ φέρω, μὰ μὲ σκοπό, σὰν πάω ἐκεῖ νὰ μ' ἀκριβοπουλήση. Τὸν ἔνιωσα, μὰ ἀνέβηκα στὸ πλοῖο του ἀπ' ἀνάγκη. Μὲ δυνατὸ καλὸ βοριὰ τραβοῦσε τοῦ πελάγου πέρ' ἀπ' τὴν Κρήτη· χαλασμὸ τοὺς μελετοῦσε ὁ Δίας. {{r|300}} Τὴν Κρήτη σὰν ἀφήσαμε, κι ἄλλη στεριὰ τριγύρω δὲ φαίνονταν, παρὰ οὐρανὸς καὶ θάλασσα παντοῦθε, σύννεφο μαῦρο ἀπάνω μας τοῦ Κρόνου ὁ γιὸς ἁπλώνει, ποὺ θεοσκότεινα ἔγιναν τὰ πέλαγα ἀποκάτου. Τότες ὁ Δίας βρόντηξε, καὶ μὲ τ' ἀστροπελέκι {{r|305}} χτυπάει τὸ πλοῖο, κι ὁλόβολο τ' ἀναποδογυρίζει γεμάτο θειάφι· πέφτουνε στὴ θάλασσα οἱ συντρόφοι, γύρω στὸ μαυροκάραβο γυρνώντας σὰν κουροῦνες καὶ χέρι θεοῦ τοὺς ἔκοβε τοῦ γυρισμοῦ τὴ γλύκα. Μὰ ἐμένα τοῦ πολύπαθου τετράψηλο κατάρτι {{r|310}} μοῦ βάζει ἀπ' τὸ μαυρόπλωρο καράβι ὁ γιὸς τοῦ Κρόνου στὰ χέρια, ἀπὸ τὴ συφορὰ γιὰ νὰ γλυτώσω ἐκείνη. Τ' ἀγκάλιασα, καὶ μ' ἔπαιρναν οἱ λυσσασμένοι ἀνέμοι. Μέρες ἐννιὰ πλανιόμουνα, τὴ δέκατη τὴ νύχτα μεγάλο κῦμα μ' ἔρριξε στῶν Θεσπρωτῶν τὴ χώρα. {{r|315}} Ἐκεῖ μὲ δέχτη ὁ Φείδωνας ὁ ρήγας, δίχως λύτρα τὶ ὁ γιός του, ποὺ μὲ πρόφτασε ἀπ' τὸ κρύο κι ἀπ' τὸν κόπο κατακομμένο μ' ἔφερε στὸ πατρικὸ παλάτι, κι ὁ ρήγας τότες μ' ἔντυσε χλαμύδα καὶ χιτώνα.       Γιὰ τὸ Δυσσέα ἔμαθα ἐκεῖ, τὶ μοῦ 'λεγε κι ὁ ἴδιος {{r|320}} πὼς τόνε δέχτη φιλικά, στὸν τόπο του σὰ γύρνα· καὶ μοῦ 'δειξε ὅσους θησαυροὺς εἶχε ὁ Δυσσέας συνάξει, χαλκό, χρυσάφι, σίδερο μὲ τέχνη δουλεμένο,   ποὺ σῶναν καὶ τὴ δέκατη νὰ θρέψουνε γενιά του· {{r|325}} τόσα τοῦ μένανε καλὰ στοῦ βασιλέα τὰ σπίτια. Καὶ στὴ Δωδώνη μοῦ 'λεγε πὼς εἶχε αὐτὸς περάσει, ἀπ' τ' ἁψηλόκορφο τὸ ἰδρὺ τὸ θέλημα τοῦ Δία ν' ἀκούση πὼς θὰ ξαναρθῆ στὸ πλούσιο τὸ νησί του, κρυφὰ μαθὲς ἢ φανερά, τόσον καιρὸ ποὺ λείπει. {{r|330}} Καὶ μὲς στὸ σπίτι στάζοντας μοῦ ὁρκίστη πὼς τὸ πλοῖο ἦταν ριγμένο, κι ἕτοιμοι στεκόνταν οἱ συντρόφοι, στὴ γῆς νὰ τόνε φέρουνε τῆς ποθητῆς πατρίδας. Ἐμένα ὅμως πρωτόστειλε, γιατ' ἔτυχε καράβι Θεσπρωτικὸ νὰ ξεκινάη στὸ καρπερὸ Δουλίχι. {{r|335}} Στὸ βασιλέα τὸν Ἄκαστο τοὺς εἶπε νὰ μὲ φέρουν, μὰ αὐτοὶ κακὰ βουλεύτηκαν, γιὰ νὰ τραβήξω κι ἄλλα παθήματα καὶ συφορές· κι ἀπ' τὴ στεριὰ σὰ βγῆκε πολὺ ἀνοιχτὰ τὸ πλεούμενο, σοφίστηκαν νὰ βροῦνε τὸν τρόπο νὰ μὲ ρίξουνε μὲς στῆς σκλαβιᾶς τὰ πάθια. {{r|340}} Μοῦ βγάλαν τὴ χλαμύδα μου, μοῦ βγάλαν τὸ χιτώνα, κι ἄλλο παλιὸ μὲ ντύσανε κουρέλι καὶ χιτώνα, αὐτὰ ἐδῶ τὰ παλιόρουχα ποὺ βλέπεις κι ἔχω τώρα· καὶ πρὸς τὸ βράδυ φτάσανε στὸ ξάστερο τὸ Θιάκι. Σφιχτὰ μὲς στὸ καλόθρονο σὰ μ' ἔδεσαν καράβι, {{r|345}} καὶ μὲ σκοινὶ πολύστρεφτο, πηδήξανε μὲ βιάση στὴ γῆς, καὶ καλοκάθισαν νὰ φᾶνε στ' ἀκρογιάλι. Ὡς τόσο γλήγορα οἱ θεοὶ μοῦ ξέλυσαν τὸν κόμπο, κι ἐγὼ μὲ τὸ παλιόρουχο σκεπάζοντας τὴν ὅψη, ἀπ' τὸ καλοπελέκητο κατέβηκα τιμόνι, {{r|350}} πάνω στὴ θάλασσα ἔρριξα τὸ στῆθος, καὶ τὰ χέρια ἁπλώνοντας κολυμπητὰ βγαίνω στὴ γῆς, καὶ τρέχω κι ἀνάμερα τους κρύβουμαι στὰ φυλλωτὰ τὰ δάσια. Τοῦ κάκου γύριζαν αὐτοὶ καὶ δυνατὰ φωνάζαν. μὰ δὲν τὸ κρίνανε καλὸ παρέκει νὰ ζητήσουν, {{r|355}} καὶ γύρισαν καὶ μπήκανε στὸ βαθουλὸ καράβι· κι ἔτσ' οἱ θεοὶ μὲ κρύψανε καλὰ καὶ δίχως κόπο, καὶ στὴν αὐλὴ μὲ φέρανε φρόνιμου ἀνθρώπου. Βλέπεις, ἀκόμα εἶναι τῆς μοίρας μου στὸν κόσμο αὐτὸν νὰ ζήσω.”      Κι ἐσὐ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, τοῦ ἀπολογήθης κι εἶπες· {{r|360}} “Ἄμοιρε ξένε, περισσὰ μὲ λύπησες δηγώντας ἕνα ἕνα τὰ ὅσα τράβηξες καὶ τὰ ὅσα πῆγες κι ἦρθες. Μὰ δὲ λαλεῖς, θαρρῶ, σωστά, καὶ μήτε θὰ μὲ πείσης μὲ τὰ ὅσα μοῦ δηγήθηκες ἐσὺ γιὰ τὸ Δυσσέα. Γιατί μαθὲς νὰ κάθεσαι καὶ ψέματα νὰ κρένης; {{r|365}} Καὶ μοναχός μου ξέρω ἐγὼ τὸ ἂν θὰ γυρίση ἐκεῖνος· ξέρω πὼς ὅλ' οἱ ἀθάνατοι τὸν ἔχουνε μισήσει, καὶ νὰ χαθῆ δὲ στέρξανε στοὺς Τρωαδῖτες μέσα, γιά ἀπὸ τὸν πόλεμο ὕστερα σ' ἀγαπητὲς ἀγκάλες. Καὶ τότες οἱ Παναχαιοὶ θὰ τοῦ 'στηναν μνημούρι, {{r|370}} κι ὄνομα θά 'βγαζε λαμπρὸ ν' ἀφήση τοῦ παιδιοῦ του.     Μὰ τώρα οἱ Ἅρπυιες ἄδοξα τὸν πῆραν, κι ἐγὼ μένω στὴ μάντρα μου ὁλομόναχος· μήτε στὴ χώρα κάτου δὲν πάω, ἐξὸν ἡ φρόνιμη σὰν τύχη Πηνελόπη νὰ μὲ φωνάξη, μήνυμα ἀπὸ κάπου σὰν τῆς ἔρθη. Καθίζουν τότες κι ὅλοι τους ψιλορωτοῦν τὸν ξένο, {{r|375}} κι αὐτοὶ ποὺ κλαῖνε καὶ πονοῦν γιὰ τὸ χαμὸ τοῦ ρήγα, κι αὐτοὶ ποὺ χαίρουν, καὶ τὸ βιὸς ἀπλέρωτα τοῦ τρῶνε· μὰ ἐγὼ κανένα δὲ ρωτῶ πιὰ ἀπ' τὸν καιρὸ ποὺ κάποιος μὲ γέλασε Αἰτωλὸς φονιάς, ποὺ σὲ χωριὰ καὶ χῶρες       πλανέθηκε, κι ἦρθ' ὡς ἐδῶ, κι ἐγὼ τὸν καλοδέχτην. {{r|380}} Καὶ πὼς τὸν εἶδε μοῦ 'λεγε στοῦ Ἰδομενέα στὴν Κρήτη, τὰ πλοῖα του σὰ διόρθωνε τ' ἀνεμοτσακισμένα, καὶ πὼς μὲ τοὺς ἰσόθεους συντρόφους του θὰ φτάση    τὸ θέρο ἢ τὸ χινόπωρο μὲ πλούτια φορτωμένος. {{r|385}} Κι ἐσὺ, ποὺ θεὸς σὲ φέρνει ἐδῶ, πολύπαθέ μου γέρο, νὰ μοῦ κερδίσης μὴ ζητᾶς μὲ δόλους τὴν καρδιά μου· μ' αὐτὰ δὲ θὰ σὲ σεβαστῶ, καὶ δὲ θὰ σ' ἀγαπήσω, παρ' ἀπὸ φόβο τοῦ Διὸς κι ἀπὸ ψυχοπονιά μου.”      Τότε ὁ Δυσσέας μίλησε ὁ πολύβουλος καὶ τοῦ εἶπε· {{r|390}} “Ἄπιστη ἀλήθεια τὴν καρδιὰ μέσα στὰ στήθια σου ἔχεις· τοῦ κάκου πᾶν οἱ ὅρκοι μου, καὶ δὲ σὲ καταπείθω. Μὰ συμφωνία ἂς κάμουμε, καὶ μάρτυρες ἂς εἶναι οἱ ἀθάνατοι ἀποπάνωθε, ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια· σ' ἐτοῦτο ἂν ὁ ἀφέντης σου στὸ σπίτι του γυρίση, {{r|395}} ἐσὺ μοῦ δίνεις φόρεμα χλαμύδα καὶ χιτώνα, καὶ στὸ Δουλίχι στέλνεις με, ποὺ τὸ ποθεῖ ἡ καρδιά μου· μὰ ἂν ὁ ἀφέντης δὲ φανῆ καθὼς ἐγὼ σοῦ κρένω, τοὺς δούλους βάλε ἀπ' τὸν γκρεμνὸ νὰ πᾶνε νὰ μὲ ρίξουν, ποὺ ἄλλος φτωχὸς νὰ μὴν κοτάη νὰ σὲ ξαναγελάση.”  {{r|400}}       Κι ὁ πάγκαλος χοιροβοσκὸς τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· “Μεγάλη δόξα καὶ τιμὴ στὸν κόσμο θά 'χα, ὦ ξένε, καὶ τώρα καὶ κατοπινά, στὸ σπίτι μου μιᾶς κι ἦρθες, καὶ σοῦ 'δωκα νὰ φᾶς νὰ πιῆς, κατόπι ἂν σὲ χαλνοῦσα, καὶ δίχως πόνο σοῦ 'παιρνα τὴν ποθητὴ ζωή σου. {{r|405}} Μὲ τί καρδιὰ θὰ πρόσφερνα τότες εὐκὴ τοῦ Δία ; Μὰ ὥρα γιὰ δεῖπνο· ἂς ἔρχουνταν ἀμέσως οἱ συντρόφοι, τραπέζι νὰ μᾶς στρώσουνε λαμπρὸ μὲς στὸ καλύβι.”      Αὐτὰ καθὼς μιλούσανε τὰ λόγια μεταξύ τους, ζυγώνουν οἱ χοιροβοσκοὶ καὶ φέρνουνε τοὺς χοίρους. {{r|410}} Τοὺς κλείσανε νὰ κοιμηθοῦν ἐκεῖ ποὺ συνηθοῦσαν, κι αὐτοί, στὶς μάντρες μπαίνοντας, βγάζαν ἀχὸ μεγάλο. Κι ὁ πάγκαλος χοιροβοσκὸς φωνάζει στοὺς συντρόφους·      “ Φέρτε μου τὸ καλύτερο καπρὶ γιὰ νὰ τὸ σφάξω τοῦ ξένου ἐδῶ, μὰ καὶ γιὰ μᾶς καλό, ποὺ μερονύχτα {{r|415}} πολλὰ τραβᾶμε ὅλο γι' αὐτὰ τ' ἀσπρόδοντα καπριά μας, κι ἄλλοι μᾶς τρῶν τὸν κόπο μας χωρὶς νὰ μᾶς πλερώνουν.”      Αὐτὰ τοὺς εἶπε, κι ἔσκισε τὰ ξύλα μ' ἀξινάρι, κι αὐτοὶ τοῦ φέρανε παχὺ καπρὶ πέντε χρονῶνε, ἐκεῖ παράδιπλα τῆς στιᾶς· τοὺς θεοὺς δὲν ἀστοχοῦσε {{r|420}} ὁ γέρος ὁ χοιροβοσκός, τί 'χε στὰ φρένα γνώση. Ἔκοψε τρίχες ἀπαρχὴ ἀπ' τοῦ χοίρου τὸ κεφάλι, καὶ στὴ φωτιὰ τὶς ἔρριξε· καὶ τῶν θεῶν εὐκόταν νὰ φέρουνε στὸ σπίτι του τὸ γνωστικὸ Ὀδυσσέα. Κατόπι σήκωσε δαυλὸ ποὺ δὲν τὸν εἶχε σκίσει, {{r|425}} καὶ βάρεσε καὶ σκότωσε τὸ ζῶ· κι οἱ ἄλλοι τότες τὸ σφάξαν, τὸ καψάλισαν, τὸ κόψανε κομμάτια, καὶ στοίβαξε αὐτὸς τὰ ὠμὰ ποὺ τά 'κοβε ἀπ' ὁλοῦθε, μέσα στὴν σκέπη τὴν παχειά, καὶ τά 'καμε ἀπαρχή του· καὶ σὰν τ' ἀλεύρωσε καλά, πὰς στὴ γωνιὰ τὰ βάζει. {{r|430}} Καὶ τ' ἄλλα τὰ λιανίσανε, τὰ πέρασαν στὶς σοῦβλες, τὰ ψήσανε μὲ προσοχή, τὰ ξεσουβλίσαν ὅλα, καὶ στοὺς ταβλάδες τά 'ριξαν· καὶ στάθη τότε ὁ γέρος, ποὺ ἔνιωθε πάντα τὸ σωστό, νὰ τὸ καλομοιράση. Σὲ μέρη ἑφτὰ τὰ χώρισε· στὶς Νύφες θεὲς τὸ πρῶτο {{r|435}} καὶ στὸν Ἑρμῆ, τῆς Μαίας τὸ γιό, μαζὶ μ' εὐκὲς προσφέρνει, καὶ τ' ἄλλα στὸν καθένα τους· καὶ τοῦ Ὀδυσσέα χωρίζει τὸ ψαρονέφρι ἁλάκερο τοῦ χοίρου γιὰ τιμή του· καὶ τὸ εἶδε αὐτὸς καὶ χάρηκε, κι ὀνόμασέ τον κι εἶπε·      “Ὅσο σ' ἀγάπησα, Εὔμαιε, κι ὁ Δίας νὰ σ' ἀγαπήση, {{r|440}} ποὺ ἐμένα τὸν ἀσήμαντο τιμᾶς μὲ τέτοια δῶρα.”      Κι ἐσὺ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, τοῦ ἀπολογήθης κι εἶπες· “Τρῶγε, καλέ μου ξένε, ἐσὺ καὶ τὰ καλά μας χαίρου· τὸ ἕνα ὁ θεὸς χαρίζει μας, καὶ τ' ἄλλο μᾶς τ' ἀρνιέται ὅπως στὸ νοῦ του βουληθῆ, τὶ δύνεται τὰ πάντα.” {{r|445}}      Αὐτὰ εἶπε, κι ἔκαψε ἀπαρχὲς στοὺς θεούς τοὺς παναιώνιους, κι ἔσταξε, κι ἔβαλε καυκὶ λαμπρὸ κρασὶ γεμάτο μὲς στοῦ Ὀδυσσέα τοῦ κουρσευτῆ τὰ χέρια· τότε δίπλα στὸ μερτικό του κάθισε· καὶ μοίραζε ὁ Μεσαύλης ψωμί, ποὺ ὁ Εὔμαιος δοῦλο του τὸν εἶχε ἀγορασμένο {{r|450}} ἀτός του ἀπὸ τοὺς Ταφινούς, σὰν ἔλειπε ὁ ἀφέντης, δίχως νὰ ξέρη ἡ ἀφέντισσα κι ὁ γέρος ὁ Λαέρτης· κι ἁπλῶσαν χέρια στὰ ἕτοιμα φαγιὰ πού 'χαν ὀμπρός τους. Κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους, πῆρ' ὁ Μεσαύλης τὸ ψωμί, κι ἐκεῖνοι χορτασμένοι {{r|455}} ἀπὸ ψωμὶ καὶ κρέατα κινῆσαν νᾶ πλαγιάσουν.      Νύχτα ἦρθε χασοφέγγαρη κι ἀγριωπή, ποὺ ὁ Δίας ἔβρεχε, κι ἄνεμος ὑγρὸς ὁλονυχτὶς φυσοῦσε. Τότες τοῦ γέρου μίλησε ὁ Δυσσέας, νὰ δοκιμάση ἂν ὁ ἴδιος τὴ χλαμύδα του θὰ βγάλη νὰ τοῦ δώση, {{r|460}} ἢ σὲ ἄλλο σύντροφο θὰ πῆ, ἀφοῦ τόση τοῦ εἶχε ἀγάπη·      “Ἄκουσε τώρα, ὦ Εὔμαιε, κι ὅλοι οἱ συντρόφοι γύρω κάτι ἔταξα, καὶ θὰ τὸ πῶ· τὶ τὸ τρελλὸ μ' ἀνάβει κρασὶ ποὺ καὶ τοὺς γνωστικοὺς κινάει νὰ τραγουδᾶνε, μὲ γέλια νὰ γλεντίζουνε, καὶ στοὺς χοροὺς νὰ βγαίνουν, {{r|465}} μὰ καὶ νὰ λὲν ὅσα ἤτανε καλὸ νὰ μὴ λεχτοῦνε. Τώρα κι ἐγὼ, ποὺ ἀρχίνησα νὰ λέω, δὲ θὰ τὸ κρύψω. Μακάρι νιότη ν'άχα ἐγώ, καὶ τέτοια γερωσύνη, σὰν ποὺ εἶχα σάνε στήσαμε καρτέρι ὀμπρὸς στὴν Τροία. Ὁ γιὸς τοῦ Ἀτρέα ὁ Μενέλαος κι ὁ μέγας Ὀδυσσέας {{r|470}} ἤτανε τότες ἀρχηγοί, κι ἐμένα βάλαν τρίτο. Στὴ χώρα φτάνοντας σιμὰ καὶ στ' ἁψηλὸ τὸ κάστρο, ἐκεῖ τριγύρω στὰ πηχτὰ χαμόδεντρα, στοῦ βάλτου τὶς καλαμιὲς πλαγιάσαμε κρυμμένοι στ' ἄρματα μας· καὶ νύχτα πλάκωσε κακή, Βοριὰς πολὺς φυσοῦσε, {{r|475}} ποὺ ὅλα παγῶναν, καὶ ψυχρὸ σὰν πάχνη ἔπεφτε χιόνι, καὶ τὸ κρουστάλλι ὁλόγυρα κολνοῦσε στὶς ἀσπίδες. Ὅλοι εἶχαν καὶ φορούσανε χλαμύδες καὶ χιτῶνες, κι ἀναπαυόνταν ἥσυχα κάτω ἀπὸ τὶς ἀσπίδες· ἐγὼ ὅμως τὴ χλαμύδα μου σὲ σύντροφο εἶχ' ἀφήσει {{r|480}} ἀστόχαστα· δὲν τό 'λεγα ποτὲς νὰ ξεπαγιάσω· μόνο τὴ ζώνη τὴ λαμπρὴ καὶ τὴν ἀσπίδα πῆρα. Στὴν τρίτη βίγλα τῆς νυχτός, τότες ποὺ τ' ἄστρα γέρνουν, μὲ τὸν ἀγκώνα σάλεψα τὸν Ὀδυσσέα σιμά μου, κι αὐτὸς μεμιὰς μ' ἀγρίκησε· καὶ φώναξά τον κι εἶπα· {{r|485}} “ Γιὲ τοῦ Λαέρτη Διογενῆ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, πάω νὰ πεθάνω· κάποιος θεὸς μὲ γέλασε νὰ μείνω μὲ τὸ χιτώνα μοναχά, καὶ γλυτωμὸ δὲ βλέπω.”   Ἔτσ' εἶπα, καὶ στὰ φρένα του νά, τί στοχάστη ἐκεῖνος, {{r|490}} μεγάλος καθὼς ἤτανε στὸ νοῦ καὶ στοὺς πολέμους· σιγομιλώντας ἔσκυψε καὶ μοῦ 'πε· “Σώπα τώρα, μὴν τύχη κι ἄλλος Ἀχαιὸς κανένας σ' ἀγρικήση.” Κατόπι στὸν ἀγκώνα του τὴν κεφαλὴ ἀκουμπώντας, μίλησε· “Ἀκοῦστε, φίλοι μου, κι ὄνειρο μοῦ 'ρθε θεῖο {{r|495}} στὸν ὕπνο· βγήκαμε πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὰ καράβια, κι ἂς πάη τοῦ Ἀγαμέμνονα κάποιος νὰ πῆ, τοῦ ἀφέντη, ἀπ' τὰ καράβια πιὸ πολλοὺς νὰ στείλη ἐδῶ νά 'ρθοῦνε.” Εἶπε, κι ὁ Θόας τοῦ Ἀντραίμονα ὁ γιὸς πηδάει ἀμέσως καὶ τὴν πορφυροχρώματη χλαμύδα του πετώντας {{r|500}} τρέχει στὰ πλοῖα· τυλίχτηκα τότες ἐγὼ τὸ ροῦχο χαρούμενος, καὶ πλάγιασα· καὶ φάνηκε ἡ Αὐγούλα λάμποντας ἡ χρυσόθρονη. Καὶ νά 'χα τώρα ἐκεῖνα τὰ νιάτα καὶ τὴ δύναμη, θὰ μοῦ 'δινε χλαμύδα κάποιος μὲς στῶ χοιροβοσκῶν τὶς μάντρες, ἀπ' ἀγάπη {{r|505}} καὶ σεβασμὸ πρὸς ἄνθρωπο καλὸ καὶ παινεμένο· μὰ τώρα μ' ἀψηφοῦν, γιατὶ μὲ βλέπουν μὲ κουρέλια.”      Κι ἐσύ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, τοῦ ἀπολογήθης κι εἶπες· “ Καλὰ μᾶς τὴ δηγήθηκες τὴν ἱστορία σου, γέρο, δὲν εἶπες τίποτε ἄτοπο, μηδὲ ποὺ θὰ σὲ βλάψη· δὲ θὰ σοῦ λείψη μήτ' αὐτό, μηδ' ὅ,τι ἄλλο ταιριάζει {{r|510}} σὲ ἱκέτη ποὺ ἔπαθε πολλά, καὶ ποὺ ἔρχεται ὀμπροστά μας· ὅμως σὰ φέξη πάλε αὐγή, θὰ βάλης τὰ παλιά σου. Γιατ' ἀλλαξὲς δὲν ἔχουμε χλαμύδες καὶ χιτῶνες ἐδῶ πολλές, παρ' ἀπὸ μιὰ καθένας μας τὴν ἔχει. Ὅμως σὰν ἔρθη ὁ ἀκριβογιος τοῦ αφέντη τοῦ Ὀδυσσέα, {{r|515}} τότε θένα σοῦ δώση αὐτὸς χλαμύδα καὶ χιτώνα, κι ὅπου ἡ καρδιά σου λαχταρεῖ θὰ σὲ ξεπροβοδήση.”      Σὰν εἶπε αὐτὰ σηκώθηκε καὶ τοῦ ἔφτιασε τὸ στρῶμα σιμὰ στὴ στιὰ, ὅπου ἔβαλε γιδιῶνε καὶ προβάτων προβιές, κι ἀπάνω τοῦ ἔρριξε, σὰν πλάγιασε ὁ Δυσσέας, {{r|520}} τρανὴ χλαμύδα καὶ χοντρή, ποὺ κι ἄλλη εἶχε δική του, νὰ τὴ φορῆ σὰν πλάκωνε πολὺ βαρὺς χειμώνας.      Ἔτσι ὁ Δυσσέας κοιμήθηκε, κοιμήθηκαν καὶ τ' ἄλλα τὰ παλληκάρια πλάγι του· μὰ ὡς τόσο ὁ χοιροτρόφος δὲν ἔστεργε νὰ κοιμηθῆ μακριάθε ἀπὸ τοὺς χοίρους, {{r|525}} μόνε ἀρματώθηκε νὰ βγῆ· καὶ χάρηκε ὁ Δυσσέας ποὺ γιὰ τὸ βιός του νοιάζουνταν σὰν ἔλειπε ὁ ἀφέντης. Πρῶτα στοὺς ὤμους τοὺς πλατιοὺς κρεμάζει τὸ σπαθί του, βάζει χλαμύδα χοντρουλή, προφύλαμα τοῦ ἀνέμου, κι ἔρριξ' ἀπάνω του προβιὰ παχειᾶς μεγάλης γίδας, {{r|530}} πῆρε κοντάρι σουβλερό, νὰ διώχνη σκύλους κι ἄντρες, καὶ πῆγε πλάγιασε κοντὰ στ' ἀσπρόδοντα θρεφτάρια, κάτου ἀπὸ πέτρα θολωτὴ καὶ στοῦ Βοριᾶ τὸ ἀπάγγιο. </poem> 0f3m5j3uftaqrwoynyynjlg5tb7huzg Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/ο 0 15748 166722 93726 2026-06-26T19:19:27Z Sarri.greek 10495 κάθε 5ο στίχο {{r|5}} 166722 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία ο | επόμενο = [[../π|Ραψωδία π]] | προηγούμενο= [[../ξ|Ραψωδία ξ]] | σημειώσεις = }} <poem> Κι ἡ Ἀθηνᾶ στὴ διάπλατη τὴ Λακεδαίμονα ἦρθε, στὸν ἄξιο γιὸ τοῦ ἀντρόψυχου Ὀδυσσέα νὰ θυμίση τὸ γυρισμό του νὰ νοιαστῆ, καὶ νά 'ρθη στὴν πατρίδα. Τὸν βρῆκε μὲ τοῦ Νέστορα τὸ γιὸ τὸν παινεμένο στὸ πρόσπιτο τοῦ δοξαστοῦ Μενέλαου πλαγιασμένο· {{r|5}} βαθιὰ γλυκοκοιμότανε τοῦ Νέστορα τὸ τέκνο, ὄχι ὅμως κι ὁ Τηλέμαχος, ποὺ ἀκοίμητο τὸν κράτα ἡ συλλογὴ τοῦ κύρη του στὴ θεία τὴ νύχτα μέσα. Σιμά του στάθη κι εἶπε του ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα·      “ Τηλέμαχε, δὲν πρέπει πιὰ στὰ ξένα νὰ πλανιέσαι, {{r|10}} στὸ σπίτι βιὸς ἀφήνοντας κι ἀγέρωχους ἀνθρώπους, μὴν τύχη αὐτοὶ καὶ μοιραστοῦν καὶ καταλύσουν ὅλους τοὺς θησαυρούς σου, καὶ σοῦ βγη χαμένο τὸ ταξίδι. Τρέχα πὲς στὸν τρανόφωνο Μενέλαο νὰ σὲ στείλη στὸ σπίτι, ἀκόμα γιὰ νὰ βρῆς τὴν ἀκριβή σου μάνα, {{r|15}} ποὺ τώρα τὴν παρακινοῦν κι ὁ κύρης καὶ τ' ἀδέρφια νὰ πάρη τὸν Εὐρύμαχο, ποὺ τοὺς μνηστῆρες ὅλους καὶ στ' ἀντιπροίκια πέρασε καὶ στὰ περίσσια δῶρα. Μὴν τύχη κι ἄθελά σου αὐτὴ πάρη τὸ βιὸς καὶ φύγη. Τὶ τῆς γυναίκας τὴν ψυχὴ τὴν ξέρεις δὰ πῶς εἶναι· {{r|20}} θέλει ν' ἀξαίνη τὰ καλὰ τοῦ ἀντρὸς ποὺ θὰ τὴν πάρη, μὰ τὰ προτερινὰ παιδιὰ καὶ τὸν ἀγαπημένο τὸ σύγκοιτο ποὺ πέθανε, δὲ θέλει νὰ τοὺς ξέρη. Πήγαινε τώρα, τὸ ἔχει σου νὰ μπιστευτῆς στὰ χέρια τῆς παρακόρης ποὺ θὰ δῆς πιὸ τίμια ἀπὸ τὶς ἄλλες, {{r|25}} ὡσότου νύφη δοξαστὴ οἱ θεοὶ σοῦ φανερώσουν. Κι ἄλλο ἕνα λόγο θὰ σοῦ πῶ, κι ἐσὺ στὸ νοῦ σου βάλ' τον· κρυφὸ καρτέρι σοῦ 'στησαν οἱ πρῶτοι ἀπ' τοὺς μνηστῆρες, μὲς στὸ στενὸ ποὺ ἀνάμεσο Θιάκι καὶ Σάμη πέφτει, γιὰ νὰ σοῦ πάρουν τὴ ζωὴ στὸν τόπο σου πρὶν φτάσης. {{r|30}} Δὲν τὸ φοβᾶμαι αὐτό· θαρρῶ πὼς κάμποσους μνηστῆρες θὰ φάη ἡ γῆς, ποὺ σήμερα τὸ βιός σου καταλοῦνε. Ὡς τόσο βάστα ἀπ' τὰ νησιὰ μακριὰ τ' ὡριὸ καράβι, κι ὅλο τὴ νύχτα ἀρμένιζε· καὶ πρύμο θὰ σοῦ στείλη ἀγέρα ὅποιος ἀθάνατος σὲ διαφεντεύει πάντα. {{r|35}} Στὸ πρῶτο πρῶτο τοῦ Θιακιοῦ τ' ἀκρόγιαλο ποὺ φτάσης στεῖλε μὲ τοὺς συντρόφους σου μαζὶ τὸ πλοῖο στὴ χώρα, καὶ πρῶτα ἀπ' ὅλα ἐσὺ νὰ πᾶς νὰ βρῆς τὸ χοιροτρόφο, ποὺ νοιάζεται τοὺς χοίρους σου, καὶ σὲ πονεῖ ἡ καρδιά του. Ἐκεῖ τὴ νύχτα πέρασε, καὶ στεῖλ' τονε στὴ χώρα {{r|40}} τὴν εἴδηση τῆς γνωστικιᾶς νὰ φέρη Πηνελόπης, πὼς γλύτωσες, κι εἶσ' ἄβλαβος, κι ἔφτασες ἀπ' τὴν Πύλο.”      Εἶπε, καὶ τράβηξε ψηλὰ στὸν Ὄλυμπο ν' ἀνέβη. Κι αὐτὸς τὸ γιὸ τοῦ Νέστορα σκουντώντας μὲ τὸ πόδι, ἀπ' τὸ θεόγλυκο ὕπνο του τὸν ξύπνησε, καὶ τοῦ εἶπε· {{r|45}}      “ Πεισίστρατε τοῦ Νέστορα, σήκου, στ' ἁμάξι ζέψε τ' ἄλογα τὰ μονόνυχα, νὰ πάρουμε τὸ δρόμο. ”      Και τότε ὁ γιὸς τοῦ Νέστορα τοῦ ἀντίσκοψε καὶ τοῦ εἶπε·      “ Δὲ γίνεται, Τηλέμαχε, νὰ βγοῦμε μὲς στὴ νύχτα, βιάση πολλὴ κι ἂν ἔχουμε· θὰ φέξη ὅπου καὶ νά 'ναι. {{r|50}} Περίμενε ὥσπου ὁ δοξαστὸς Μενέλαος τοῦ Ἀτρέα φορτώση πᾶς στ' ἁμάξι σου τὰ δῶρα ποὺ σοῦ δίνει, καὶ μὲ γλυκοὺς χαιρετισμοὺς σοῦ πῆ τὸ κατευόδιο· τὶ ἀπ' ὅσους τὸν φιλοξενοῦν θυμᾶται ὁ ξενος πάντα ἐκεῖνον ποὺ μὲ ξέχωρη τὸν καλοδέχτη ἀγάπη.” {{r|55}}      Αὐτὰ εἶπε, κι ἡ χρυσόθρονη φάνηκε εὐτὺς ἡ Αὐγούλα. Κι ἔρχεται ὁ μεγαλόφωνος Μενέλαος σιμά τους, ἅμα σηκώθη ἀπ' τὸ πλευρὸ τῆς ὥριας σύγκοιτής του. Καὶ σὰν τὸν εἶδε ὁ ἀκριβογιὸς τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα, ντύνεται ἀμέσως βιαστικὰ τὸ λαμπερὸ χιτώνα, {{r|60}} στοὺς ἀντρειωμένους ὤμους του ρίχνει βαρειὰ φλοκάτα, καὶ βγαίνει καὶ προστέκεται· κι αὐτὰ τοῦ συντυχαίνει τὸ παλληκάρι ὁ ἀκριβογιὸς τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα·      “ Γιὲ τοῦ Ἀτρέα διόθρεφτε, Μενέλαε βασιλέα, εἶναι ὥρα νὰ μὲ στείλης πιὰ στὴν ποθητὴ πατρίδα, {{r|65}} γιατ' ἡ καρδιά μου λαχταρεῖ νὰ ξαναρθῶ στὸ σπίτι.”      Καὶ τότε ὁ μεγαλόφωνος Μενέλαος τοῦ κρένει· “Νὰ σὲ κρατήσω ἐδῶ πολὺ, Τηλέμαχε, δὲ θέλω, τὸ γυρισμό σου ἀφοῦ ποθεῖς· ὅποιος περίσσια δείχνει. στὸν ξένο ἀγάπη γιά ὄχτρητα, τὸν κατακρίνω ἐτοῦτον· {{r|70}} σ' ὅλα τὸ μέτριο πιὸ καλό· κακό νὰ λὲς τοῦ ξένου νὰ φύγη, ἂ δὲν τὸ θέλη αὐτός· κακό, καὶ νὰ κρατᾶς τον στὴ βιάση του. Σὰ βρίσκεται σιμά σου, φίλευέ τον· ἂν πάλε θέλη μισεμό, καλοπροβόδιζέ τον. Μεῖνε ὅμως πρῶτα νὰ μὲ δῆς στ' ἁμάξι ν' ἀπιθώνω {{r|75}} τὰ ὥρια σου δῶρα, καὶ νὰ πῶ τῶ γυναικῶνε μέσα μὲ τὰ πολλὰ βρισκούμενα τραπέζι νὰ μᾶς στρώσουν. Δόξα περίλαμπρη γιὰ μᾶς, καὶ γιὰ τὰ σένα κέρδος, ποὺ πᾶτε δρόμο μακρινό, νὰ φᾶτε καὶ νὰ πιῆτε. Καὶ στὴν Ἑλλάδα ἂν θὲς νὰ βγῆς, καὶ σ' ὅλο τὸ Ἄργος μέσα, {{r|80}} ἔρχουμαι ἀντάμα σου κι ἐγώ· τὸ ἁμάξι θὰ σοῦ ζέψω, καὶ θὰ σὲ πάρω σὲ πολλὲς ἀνθρώπων πολιτεῖες· κανένας τότες μ' ἀδειανὰ δὲ θὰ μᾶς στείλη χέρια, παρὰ σ' ἐμᾶς ἢ τρίποδα καλόχαλκο, ἢ λεβέτι, ἢ δυὸ μουλάρια, ἢ καὶ χρυσὸ ποτήρι θὰ χαρίση.” {{r|85}}      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κρένει· “Τοῦ Ἀτρέα γόνε διόθρεφτε, Μενέλαε βασιλέα, θέλω νὰ πάω στὸν τόπο μου, τὶ δὲν ἀφῆκα πίσω σὰν ἔφευγα κανένανε νὰ μοῦ φυλάη τὸ βιός μου· μὴν τύχη ὁ ἴδιος μου χαθῶ τὸν κύρη μου ζητώντας, {{r|90}} ἢ χάσω πολυτίμητο στολίδι ἀπ' τὰ παλάτια.”      Σὰν ἄκουσε ὁ τρανόφωνος Μενέλαος ἐτοῦτο, παράγγειλε στὴ σύγκοιτη καὶ στὶς γυναῖκες μέσα μὲ τὰ πολλὰ βρισκούμενα τραπέζι νὰ τοιμάσουν. Μόλις σηκώθηκε, ἔφτασε κοντὰ κι ὁ Ἐτεωνέας, {{r|95}} ποὺ δὲν καθόταν μακριά· καὶ τοῦ 'πε ὁ γιὸς τοῦ Ἀτρέα ν' ἀνάψη ἀμέσως τὶς φωτιές, τὰ κρέατα νὰ ψήση, κι ἄκουσ' αὐτὸς τὴν προσταγή. Κι ὁ ἴδιος πῆγε τότε στὸ θάλαμο ὁ Μενέλαος τὸ μοσκομυρισμένο, μὲ τὴν Ἑλένη ἀντάμα του καὶ μὲ τὸ Μεγαπένθη. {{r|100}} Κι ἐκεῖ ποὺ φυλαγόντουσαν οἱ θησαυροὶ σὰ φτάσαν, πῆρε στὸ χέρι ὁ βασιλιὰς διπλόκουπο ποτήρι, κι εἶπε του γιοῦ του εν' ἀργυρὸ κροντηρι νἀ σηκώση· κι ἡ Ἑλένη στὰ σεντούκια της ζυγώνει, ποὺ εἶχε μέσα ὡριόπλουμα φορέματα, δουλειὰ δική της ὅλα. {{r|105}} Ἕν' ἀπὸ κεῖνα σήκωσε καὶ πῆρε η ὥρια Ἑλένη, ἀπ' ὅλα τὸ πλατύτερο καὶ πιὸ ὄμορφο στὸ ξόμπλι, ποὺ σὰν ἀστέρι ἦταν λαμπρό, καὶ κάτω ἀπ' ὅλα τό 'χε. Καὶ στὸν Τηλέμαχο ἤρθανε περνώντας τὰ παλάτια, κι ὁ ξανθομάλλης βασιλιὰς τοῦ μίλησε καὶ τοῦ εἶπε·    {{r|110}}         “ Τὸ γυρισμὸ ποὺ λαχταρᾶς, Τηλέμαχε, ἂς σοῦ δώση ὁ Δίας ὁ πολύβροντος, ὁ σύγκοιτος τῆς Ἥρας. Κι ἀπ' ὅσα δῶρα σπίτι μου φυλάω θησαυρισμένα, σοῦ δίνω τ' ὀμορφότερο, τὸ πιὸ βαριότιμό μου. Σοῦ δίνω ψιλοδούλευτο κροντήρι, ὅλο ἀσήμι, {{r|115}} κι ἀπάνωθε τὰ χείλη του μὲ μάλαμα σμιγμένα· δουλειὰ τοῦ Ἡφαίστου· ὁ Φαίδιμος ὁ ἥρωας τό 'χει δώσει, ὁ ρήγας τῶ Σιδωνιτῶν, τότες ποὺ ἐδῶ γυρνώντας στ' ἀρχοντικό του κόνεψα· δικό σου θέλω νά 'ναι.”      Εἶπε καὶ τὸ διπλόκουπο τοῦ πρόσφερε ποτήρι {{r|120}} τοῦ Ἀτρέα ὁ γιὸς ὁ ἥρωας· καὶ τότε ὁ ἀντρειωμένος ὁ Μεγαπένθης ἔφερε κι ἀπίθωσε ὀμπροστά του τ' ἀστραφτερὸ κροντήρι του τ' ἀσημοδουλεμένο· Κατόπι ἡ κρινομάγουλη στάθη ὀμπροστά του Ἑλένη σηκώνοντας τὸ φόρεμα, κι ὀνόμασέ τον κι εἶπε·      “Τοῦτο κι ἐγώ, παιδάκι μου, τὸ δῶρο σοῦ χαρίζω, {{r|125}} ἀπ' τὴν Ἑλένη θύμημα γιὰ τὴ χρυσὴ τὴν ὥρα τοῦ γάμου σου, νὰ τὸ φορῆ ἡ καλή σου, κι ὡς τὰ τότες, ἂς τὸ φυλάη ἡ ἀγαπητὴ μανούλα σου στὸ σπίτι. Τώρα μὲ γειὰ καὶ μὲ χαρὰ νὰ τ' ἀξιωθῆς νὰ φτάσης στ' ἀρχοντικὸ παλάτι σου, στὴν ποθητή πατρίδα.”      Εἶπε, καὶ τοῦ τὸ πρόσφερε, κι αὐτὸς τὸ καλοδέχτη. {{r|130}} Παίρνοντας τότες ὁ ἥρωας Πεισίστρατος, τὰ δῶρα, τὰ θάμασε καὶ τά 'βαλε μὲς στ' ἁμαξιοῦ τὴν κόφα. Κι ὁ ξανθουλὸς Μενέλαος τοὺς ἔφερε στὸν πύργο, κι ἐκεῖνοι ἀράδα στὰ θρονιὰ καθίσαν καὶ στὶς ἕδρες. Καὶ μπρίκι γιὰ τὸ νίψιμο τοὺς φέρνει τότε ἡ βάγια, {{r|135}} ὥριο χρυσό, καὶ χύνει τους στὴν ἀργυρὴ λεγένη γιὰ νὰ πλυθοῦν, καὶ στρώνει τους τὸ γυαλιστὸ τραπέζι. Σεμνὴ κελάρισσα ἔφερε ψωμὶ καὶ παραθέτει, κι ἀπὸ τὰ καλοφάγια της τοὺς ἔβαλε περίσσια. Κι ὁ Ἐτεωνέας ἔκοβε καὶ μοίραζε τὸ κρέας, {{r|140}} καθὼς κρασὶ τοὺς κέρνα ὁ γιὸς τοῦ δοξασμένου ρήγα. Κι αὐτοὶ ἅπλωναν τὰ χέρια τους στὰ φαγητὰ ὀμπροστά τους. Κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους, πᾶνε ὁ Τηλέμαχος κι ὁ γιὸς τοῦ Νέστορα καὶ ζεύουν, καὶ μὲς στ' ἁμάξι μπαίνουνε τ' ὀμορφοπλουμισμένο, {{r|145}} καὶ βγαίνουν ἀπ' τὰ πρόθυρα κι ἀπ' τὸν πολύβοο πύργο. Τότες τοὺς ἦρθε ὁ ξανθουλὸς Μενέλαος τοῦ Ἀτρέα, χρυσὸ ποτήρι μὲ κρασὶ θεόγλυκο κρατώντας στὸ δεξὶ χέρι, στάξιμο νὰ κάμουν πρὶν κινήσουν. Καὶ στάθηκε ὀμπρὸς στ' ἄλογα, καὶ χαιρετώντας εἶπε· {{r|150}}           “Γειά σας, παιδιά, καὶ πῆτε του τοῦ Νέστορα τοῦ ρήγα παρόμοια εὐκή· σὰν ἀγαθὸς μοῦ στάθηκε πατέρας ὅσον καιρὸ μαχόμασταν οἱ Ἀχαιοὶ στὴν Τροία.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· “Σὰ φτάσουμε, ὦ διόθρεφτε, θὰ τοῦ τὰ ποῦμε ἐκείνου {{r|155}} ὅλα καθὼς ἐσὺ τὰ λὲς· μακάρι καὶ στὸ Θιάκι ἔτσι νὰ φτάσω, καὶ νὰ βρῶ τὸν Ὀδυσσέα στὸ σπίτι, καὶ πόση ἀγάπη μοῦ 'δειξες νὰ πῶ, καὶ πῶς γυρίζω μαζί μου φέρνοντας λαμπρὰ καὶ πάμπολλα σου δῶρα.”      Κι αὐτὰ σὰν εἶπε, πέταξε πουλὶ πρὸς τὰ δεξά του, {{r|160}} ἀϊτός, κι εἶχε στὰ νύχια του λευκὴ πελώρια χήνα, ἥμερη, μέσ' ἀπ' τὴν αὐλή· καὶ τρέχανε κατόπι γυναῖκες κι ἄντρες κράζοντας· καὶ τὸ πουλὶ κοντά τους ἦρθε καὶ χούμηξε δεξὰ στ 'ἄλογα ὀμπρὸς πετώντας· κι εἶδαν αὐτοὶ καὶ χάρηκαν κι ἀναγαλλιάσαν ὅλοι. {{r|165}} Καὶ τότες ὁ Πεισίστρατος τοῦ Νέστορα αὐτὰ εἶπε·      “ Στοχάσου τώρα, διόθρεφτε Μενέλαε, βασιλέα, ἂν τὸ σημάδι αὐτὸ ὁ θεὸς τὸ δείχνη ἐμᾶς ἢ ἐσένα.”      Εἶπε, κι ὁ πολεμόχαρος Μενέλαος συλλογιόταν νὰ βρῆ τὸ νόημα καὶ σωστὰ νὰ τοῦ τὸ ξεδιαλύνη. {{r|170}} Μὰ ἡ λαμπροφόρα πρόλαβε ἡ Ἑλένη καὶ τοὺς εἶπε·      “Ἀκοῦτε, ἐγὼ σᾶς τὸ ξηγῶ καθὼς στὸ νοῦ μου μέσα οἱ ἀθάνατοι τὸ βάζουνε, καὶ λέω πὼς ἔτσι θά 'βγη. Σὰν πού 'ρθε ὁ ἀϊτὸς ἀπ' τὸ βουνό, ποὺ ἔχει γενιὰ καὶ φύτρα, κι ἀπ' τὴν αὐλή της ἅρπαξε τὴ φυλαγμένη χήνα, {{r|175}} ἔτσι ὁ Δυσσέας στὸ σπίτι του, σὰν πλανηθῆ καὶ πάθη, θένα 'ρθη καὶ θὰ γδικιωθῆ· μπορεῖ καὶ νά 'ρθε κιόλας, καὶ νὰ σκαρώνη φοβερὰ δεινὰ γιὰ τοὺς μνηστῆρες. ”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε· “Νὰ δώση ὁ Δίας ὁ βροντηχτής, ὁ σύγκοιτος τῆς Ἥρας, {{r|180}} κι ἀπὸ κεῖ πέρα τότ' ἐγὼ σᾶ θεὰ θὰ σὲ δοξάζω.”      Καὶ τ' ἄλογα μαστίγωσε, καὶ κεῖνα πῆραν δρόμο, κι ἀπὸ τὴ χώρα διάβηκαν καὶ χύθηκαν στὸν κάμπο· Πὰς στὰ λαιμά τους ὁ ζυγὸς ὁλημερὶς κουνοῦσε, μὰ ὁ ἥλιος σὰ βασίλεψε κι ἀπόσκιωσαν οἱ δρόμοι, {{r|185}} στὶς Φῆρες σταματήσανε, στοὺς πύργους τοῦ Διοκλέα, ποὺ ἤτανε γιὸς τοῦ Ὀρσίλοχου, καὶ τ' Ἀλφειοῦ ἦταν 'γγόνι. Ἐκεῖ ξενύχτισαν, κι αὐτὸς φιλόξενα τοὺς δέχτη.      Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, ζέψανε κι ἀνεβήκανε στὸ πλουμισμένο ἁμάξι, {{r|190}} καὶ βγῆκαν ἀπ' τὰ πρόθυρα κι ἀπ' τὸν πολύβοο πύργο· δίνει βιτσιὰ στ' ἀλόγατα, κι αὐτὰ γοργοπετάξαν. Γλήγορα φτάνουν στ' ἁψηλὰ τῆς Πύλος κατατόπια, καὶ τότε εἶπε ὁ Τηλέμαχος στοῦ Νέστορα τὸ τέκνο·      “ Καλέ μου, τάχα θά 'στεργες ὅ,τι σοῦ πῶ νὰ κάνης; {{r|195}} Παινιόμαστε πὼς ἄπειρη μᾶς ἔφερε φιλία ἡ ἀγάπη τῶν πατέρων μας, κι ὁμήλικους μᾶς δένει· μὰ πιὸ βαθιὰ ἑνωθήκαμε μὲ τὸ ταξίδι ἐτοῦτο. Μὴν προσπεράσης, διόθρεφτε, τὸ πλοῖο, μόν' ἄφησέ με ἐδῶ, μὴν τύχη σπίτι του καὶ μὲ κρατήση ὁ γέρος {{r|200}} νὰ μὲ φιλέψη, ὅσο πολὺ κι ἂ βιάζουμαι νὰ φτάσω.”      Εἶπε, κι ὁ γιὸς τοῦ Νέστορα στοχάστη μὲς στὸ νοῦ του πὼς κάλλιο στοῦ Τηλέμαχου τὸ θέλημα νὰ στέρξη. Καὶ νά, τί συλλογίστηκε πὼς εἶναι πιὸ συφέρο· κατὰ τὸ πλοῖο στὸ γιαλὸ τ' ἀλόγατα γυρίζει, {{r|205}} κι ὅλα τὰ δῶρα τὰ λαμπρὰ στὴν πρύμνη μέσα ἀδειάζει, ποὺ τοῦ 'δωσε ὁ Μενέλαος, φόρεμα καὶ χρυσάφι· καὶ τότες τὸν παρακινεῖ μὲ λόγια φτερωμένα·      “ Τρέξε κι ἀνέβα τώρα ἐσὺ, πὲς νά 'ρθουν κι οἱ συντρόφοι, πρὶν φτάσω ἐγὼ στὸν πύργο μας, καὶ πρὶν τ' ἀκούση ὁ γέρος. {{r|210}} Γιατὶ καλὰ κατέχω το στὰ φρένα καὶ στὸ νοῦ μου, πὼς ὄντας δυνατόγνωμος, δὲ θὰ σ' ἀφήση, θά 'ρθη νὰ σὲ φωνάξη, κι ἄπραγος θαρρῶ δὲ θὰ γυρίση, τὶ τὴν ψυχή του ἀκράτητος θυμὸς θά 'χη πιασμένη.”      Καὶ τὰ λαμπρότριχα ἄλογα χτυπάει μὲ τὸ μαστίγι, {{r|215}} κατὰ τὴν Πύλο, καὶ γοργὰ στ' ἀρχοντικό τους φτάνει. Συνάμα κι ὁ Τηλέμαχος προστάζει τοὺς συντρόφους·      “ Γιὰ συγυρίστε τ' ἄρμενα, παιδιὰ, στὸ μαῦρο πλοῖο, κι ἂς ἀνεβαίνουμε κι ἐμεῖς ν' ἀρχίζουμε τὸ δρόμο.”      Εἶπε, κι ἐκεῖνοι πρόθυμα τὴν προσταγή του ἀκοῦσαν, {{r|220}} καὶ μπῆκαν καὶ καθίσανε στοῦ καραβιοῦ τοὺς πάγκους. Αὐτὰ νοιαζόταν, κι ἔκανε σιμὰ στὴν πρύμνη στάξες καὶ προσευκὲς στὴν Ἀθηνᾶ· κι ἦρθε σιμά του ξένος μάντης ποὺ σκότωσε ἄνθρωπο, καὶ νὰ ξεφύγη ζήτα· ἀπ' τὸν Μελάμποδα ἔρχονταν ἡ φύτρα κι ἡ γενιά του, {{r|225}} ποὺ μιὰ φορὰ ζοῦσε κι αὐτὸς στὴν ἀρνοθρέφτρα Πύλο, κι εἶχε ἐκεῖ πλούτια ἀρίφνητα κι ἀρχοντικὰ παλάτια· κατόπι ξενιτεύτηκε κι ἀφῆκε τὸ Νηλέα, τὸ ρήγα τὸν τρανόψυχο, τοῦ κόσμου τὸ καμάρι, ποὺ χρόνο κράταε ἁλάκερο τὸ βιός του μὲ τὴ βία, {{r|230}} ὅταν ἐκεῖνος κλειότανε στοὺς πύργους τοῦ Φυλάκου, δεμένος μὲ τὶς ἅλυσες, καὶ βάσανα τραβώντας γιὰ τοῦ Νηλέα τὴν κορασιά, κι ἀπ' τὴν βαρειὰ τὴν τρέλλα ποὺ ἡ Ἐρινύα ἡ φοβερὴ θεὰ τοῦ 'ριξε ἀπάνω. Ὡς τόσο τότες γλύτωσε, καὶ μπόρεσε νὰ φέρη {{r|235}} τὰ βόδια τὰ μουγγρόφωνα στὴν Πύλο ἀπ' τὴ Φυλάκη, γδικιώνοντας τὴν ἄνομη πράξη τοῦ θείου Νηλέα, κι ἔτσι ἔφερε τὴν κορασιὰ στ' ἀδέρφι του στεφάνι. Κατόπι ξενιτεύτηκε στ' ἀλογοβόσκητο Ἄργος, γιατ' ἤτανε γραφτό του ἐκεῖ νὰ ζήση καὶ νὰ γίνη {{r|240}} ρήγας περίσσιων Ἀργιτῶν. Καὶ πῆρ' ἐκεῖ γυναίκα, κι ἔστησε σπίτι ἀρχοντικό, καὶ γέννησε δυὸ τέκνα, δυὸ δυνατοὺς λεβέντηδες, τὸ Μάντιο κι Ἀντιφάτη. Καὶ τὸν τρανόψυχο Ὀϊκλῆ γέννησε ὁ Ἀντιφάτης, κι ὁ Ὀϊκλῆς τὸν Ἀμφιάραο, τῆς λεβεντιᾶς τὸν πύργο, {{r|245}} ποὺ τοῦ 'χε ἀγάπη περισσὴ κι ὁ αἰγιδοφόρος Δίας, κι ὁ Φοῖβος· μὰ δὲν ἔφτασε στῶ γερατειῶν τὴ θύρα, παρὰ στὴ Θήβα χάθηκε ἀπ' τὰ δῶρα τῆς γυναίκας. Δυὸ γιοὺς αὐτός, Ἀμφίλοχο κι Ἀλκμαίωνα, εἶχε κάμει. Ὁ Μάντιος πάλι γέννησε Κλεῖτο καὶ Πολυφείδη· τὸν Κλεῖτο στοὺς ἀθάνατους ἡ Αὐγὴ ἡ χρυσοθρονοῦσα {{r|250}} τὸν πῆρε γιὰ τὰ κάλλη του· τὸν Πολυφείδη ὁ Φοῖβος Ἀπόλλωνας τὸν ὅρισε τοῦ κόσμου πρῶτο μάντη σὰν πέθαν' ὁ Ἀμφιάραος· μὰ στὴν Ὑπερησία, σὰ μάλωσε μὲ τὸ γονιό, νὰ κατοικήση πῆγε, καὶ σ' ὅλους τοὺς θνητοὺς τῆς γῆς προφήτευε ἀποκεῖθε. {{r|255}}      Ἐκείνου ὁ γιός, Θεοκλύμενο τὸν ἔλεγαν, τότε ἦρθε καὶ στάθη στὸν Τηλέμαχο κοντά, στὴν ὥρα ἀπάνω ποὺ προσευκόταν κι ἔσταζε σιμὰ στὸ μαῦρο πλοῖο, καὶ φώναξέ τον, κι εἶπε του μὲ λόγια φτερωμένα·      “Ὦ φίλε, ἀφοῦ σὲ βρῆκα ἐδῶ στὴν ὥρα τῆς θυσίας, {{r|260}} παρακαλῶ σε, γιὰ τὸ θεό, γι' αὐτὰ ποὺ θυσιάζεις, μὰ καὶ γιὰ ἐσένα, καὶ γι' αὐτοὺς ποὺ ἐδῶ σὲ συντροφεύουν, λέγε μου αὐτὸ ποὺ σὲ ρωτῶ, καὶ τίποτα μὴν κρύβης· ποιός εἶσαι ; ποιά 'ναι ἡ φύτρα σου, κι ἡ χώρα κι οἱ γονιοί σου;”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κρένει· {{r|265}} “Μὲ ἀλήθεια ἐγὼ θὰ σοῦ τὰ πῶ τὰ πού ρωτᾶς, ὦ ξένε· τὸ Θιάκι ἐμένα ὁ τόπος μου, Ὀδυσσέας ὁ γονιός μου, σὰ ζοῦσε κι ἦταν· τώρ' αὐτὸν κακὸ τὸν βρῆκε τέλος. Γι' αὐτὸ δὰ πῆρα συντροφιά, καὶ βγῆκα μὲ καράβι, νὰ μάθω γιὰ τὸν κύρη μου, τὸν πολυπλανεμένο.” {{r|270}}      Κι ὁ θεόμορφος Θεοκλύμενος ἀπάντησέ του κι εἶπε· “Κι ἐγὼ ἀπ' τὸν τόπο μου ἔφυγα, τὶ σκότωσα πατριώτη, ποὺ ἦταν πολλὰ κι ἀρίθμητα τ' ἀδέρφια κι οἱ γενιές του, στ' Ἄργος τ' ἀλογοβόσκητο, τῶν Ἀχαιῶν οἱ πρῶτοι. Μιὰς κι ἀπ' ἐκείνους μπόρεσα τὸ χάρο νὰ γλυτώσω {{r|275}} φεύγω μακριά, κι εἶναι γραφτὸ στὸν κόσμο νὰ πλανιέμαι. Προσπέφτω σου, καὶ πάρε με στὸ πλοῖο, γιατὶ κιόλα θαρρῶ μὲ κυνηγοῦν αὐτοὶ γιὰ νὰ μὲ θανατώσουν.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε· “Ἀπ' τὸ καλόφτιαστό μου ἐγὼ καράβι δὲ σὲ διώχνω· {{r|280}} ἀνέβα, κι ὅ,τι βρίσκεται στὸ πλοῖο θὰ σὲ φιλέψω.”      Εἶπε, κι ἀπὸ τὸ χέρι του τὸ χάλκινο κοντάρι πῆρε, καὶ δίπλα τό 'θεσε μὲς στὸ γερτὸ καράβι· ἀπάνω στὸ πλεούμενο κι ὁ ἴδιος του ἀνεβαίνει, καὶ παίρνει τὸ Θεοκλύμενο στὴν πρύμνη καὶ σιμά του. {{r|285}} Ὡς τόσο τὰ πρυμόσκοινα ξελῦσαν οἱ συντρόφοι, καὶ πρόσταξε ὁ Τηλέμαχος καλώντας τους νὰ πιάσουν νὰ βάλουν τ' ἄρμενα· κι αὐτοὶ μὲ βιάση τὸν ἀκοῦσαν. Σηκώσανε καὶ στήσανε τὸ ἐλάτινο κατάρτι στὸ μεσοδόκι τὸ σκαφτό, τὸ δέσανε μὲ ξάρτια, {{r|290}} καὶ μὲ καλόστριφτα λουριὰ τ' ἄσπρα πανιὰ τραβῆξαν. Τότες ἡ δέσποινα Ἀθηνᾶ πρύμο ἄνεμο τοὺς στέλνει, ποὺ ἀπ' τὸν αἰθέρα χύνονταν, γοργὰ γιὰ ν' ἀρμενίση πὰς στὶς ἁρμυροθάλασσες τὸ πλοῖο. Καὶ πέρασαν ἀπόξω ἀπ' τοὺς Κρουνοὺς κι ἀπ' τὴν καλόνερη Χαλκίδα. {{r|295}}      Κι ὁ γήλιος σὰ βασίλευε, κι ἀπόσκιωναν οἱ δρόμοι, μὲ τοῦ Διὸς τὸν ἄνεμο γιὰ τὶς Φεὲς τραβοῦσε, καὶ γιὰ τὴ θεία τὴν Ἤλιδα, ποὺ Ἐπειῶτες τὴν ὁρίζουν· καὶ στὰ βραχόσπαρτα νησιὰ πλώρη ἔβαλε ἀποκεῖθε, ἂν θὰ γλυτώση ἢ θὰ χαθῆ στὸ νοῦ του μελετώντας.    {{r|300}}         Ὡς τόσο στὴν καλύβα ἐκεῖ δειπνοῦσε ὁ Ὀδυσσέας μὲ τὸ χοιροβοσκό· σιμὰ δειπνούσανε κι οἱ ἄλλοι. Κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους, ρωτάει ὁ Δυσσέας τὸν καλὸ βοσκό, νὰ δοκιμάση ἂν τὸν πονάη εἰλικρικὰ κι ἂν θᾶ τοῦ πῆ νὰ μείνη {{r|305}} ἐκεῖ στὴ στάνη, ἢ θὰ τοῦ πῆ στὴ χώρα νὰ κινήση·      “Ἄκουσε τώρα, ὦ γέροντα, κι οἱ ἄλλοι ἐσεῖς συντρόφοι, στὴ χώρα θέλω τὸ ταχὺ νὰ πάω νὰ διακονεύω, νὰ μὴ σᾶς γίνω βαρετὸς κι ἐσὲ καὶ στοὺς συντρόφους. Τὴ συμβουλή σου δῶσε μου, καὶ βάλε μου κανέναν {{r|310}} νὰ μ' ὁδηγήση ἐκεῖ· κι ἐγὼ μονάχος θὰ γυρίζω ἴσως καὶ κάποιος φέρη μου κανάτα καὶ κάρβέλι. Καὶ στὰ παλάτια θά 'φτανα τοῦ θείου τοῦ Ὀδυσσέα, τῆς Πηνελόπης τῆς καλῆς νὰ δώσω τὰ μαντάτα· ἐκεῖ καὶ τοὺς ἀγέρωχους θένα 'σμιγα μνηστῆρες, {{r|315}} καὶ δεῖπνο ἀπὸ τ' ἀμέτρητα θὰ μοῦ 'διναν καλά τους, τὶ θὰ στεκόμουν πρόθυμος σ' ὅ,τι δουλειὰ γυρεῦαν, Ἄκουσ' ἐδῶ καὶ πρόσεξε τὸ τί σοῦ συντυχαίνω· μὲ τοῦ μαντάτορα τοῦ Ἑρμῆ τὴ συνεργειά, ποὺ σὲ ὅλων αὐτὸς τὰ ἔργα τῶν θνητῶν χάρη καὶ δόξα δίνει, {{r|320}} κανένας νὰ μοῦ παραβγῆ στὴ μαστοριὰ δὲν εἶναι, νὰ καλοανάβω τὶς φωτιές, ξερὰ νὰ σκίζω ξύλα, νὰ καλοψήνω, νὰ κερνῶ, τὰ κρέατα νὰ μοιράζω, κι ὅσ' ἄλλα στοὺς ἀφεντικοὺς οἱ δοῦλοι πάντα φτιάνουν.”      Κι ἐσύ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, βαριὰ πονώντας τοῦ εἶπες· {{r|325}} “Ἀλλοί, πῶς τέτοιος στοχασμὸς ἦρθε στὸ νοῦ σου, ὦ ξένε; Τέλος κακὸ νὰ σοῦ 'ρθη ἐκεῖ γυρεύεις χωρὶς ἄλλο, καὶ μὲς στὴ συντροφιὰ ζητᾶς νὰ πέσης τῶ μνηστήρων, ποὺ τ' ἄχτι τους κι ἡ ἀδιαντροπιὰ στὰ οὐράνια φτάνει ἀπάνω. Κι οἱ δοῦλοι ποὺ τοὺς νοιάζουνται δὲ μοιάζουνε μ' ἐσένα, {{r|330}} παρὰ εἶναι νέοι μ' ἀρχοντικὰ φορέματα ντυμένοι, μὲ μυρωμένα τὰ μαλλιὰ μὲ πρόσωπα πανώρια· κι ἀπάνω σὲ καλόφτιαστα τραπέζια ὁλοτριγύρω, ψωμιὰ καὶ κρέατα ὅσα θές, καὶ τὸ κρασὶ περίσσιο. Μεῖνε μαζί μας, κανενὸς ἐδῶ, μὰ μήτ' ἐμένα {{r|335}} μήτ' ἀλλονοῦ συντρόφου μου δὲ θένα δώσης βάρος. Καὶ σὰ γυρίση ὁ ἀκριβογιὸς τοῦ ἀφέντη τοῦ Ὀδυσσέα, τότε θὰ σοῦ φορέση αὐτὸς χλαμύδα καὶ χιτώνα, κι ὅπου ἡ καρδιά σου λαχταρεῖ θὰ σὲ ξεπροβοδήση.”      Κι ἀπολογήθηκε ὁ λαμπρός, πολύπαθος Δυσσέας· {{r|340}} “Ἄμποτε ὅσο σ' ἀγάπησα νὰ σ' ἀγαπάη κι ὁ Δίας, ποὺ ἀπ' τὴ βαρειὰ τοῦ ζήτουλα κακομοιριὰ μὲ σώζεις. Ἕρμος στὰ ξένα σὰ γυρνᾶς, χειρότερο δὲν εἶναι· μόνε γιὰ μιὰ παλιοκοιλιὰ τόσα τραβοῦν οἱ ἀνθρῶποι, σὰν τοὺς πλακώνη ἡ ρήμαξη κι ἡ συφορὰ κι ὁ πόνος. {{r|345}} Καὶ τώρα ποὺ κρατᾶς με ἐσὺ νὰ μείνω ὡς νά 'ρθη ἐκεῖνος, ἔλα καὶ πὲς γιὰ τοῦ θεϊκοῦ τοῦ Ὀδυσσέα τὴ μάνα, καὶ τὸ γονιό, ποὺ ἀφῆκε τον στῶ γερατειῶν τὶς θύρες, ἂν εἶναι ἀκόμα ζωντανοί, τὸ φῶς τοῦ ἥλιου ἂ βλέπουν, ἢ ἀπέθαναν καὶ βρίσκουνται στοῦ Ἅδη τὰ κατατόπια.”    {{r|350}}         Κι ὁ πρῶτος τῶ χοιροβοσκῶν ἀπολογήθη κι εἶπε· “Μὲ ἀλήθεια καὶ γιὰ δαῦτα ἐγὼ θὰ σοῦ μιλήσω, ὦ ξένε. Ὁ Λαέρτης ζῆ, μὰ ἀνέπαυα παρακαλεῖ τὸν Δία νὰ τόνε σβήση ὁ θάνατος στὴν κατοικιά του μέσα. Μοιρολογάει καὶ δέρνεται γιὰ τὸ χαμένο γιό του, {{r|355}} καὶ τὴν καλή του σύγκοιτη, καὶ κλαίει τὸ θάνατό της, ποὺ τοῦ 'φερε τὰ γερατειὰ πριχοῦ νὰ ρθῆ ὁ καιρός του. Ὁ πόνος τήνε μάρανε τοῦ ἀγαπητοῦ παιδιοῦ της, κι ἀπέθανε· ποὺ θάνατος παρόμοιος νὰ μὴν πάρη κανένα μας συγκάτοικο καὶ καλοπράχτη φίλο. {{r|360}} Ἐκείνη ὅσο βρισκότανε, βαρὺ καημὸ κι ἂν εἶχε, πάντ' ἀγαποῦσα νὰ ρωτῶ γι' αὐτὴ καὶ νὰ μαθαίνω, γιατὶ μ' ἀνάθρεψε μαζὶ μὲ τὴν καλὴ Χτιμένη, τὴ ζουλεμένη κόρη της, τὸ πιὸ στερνὸ παιδί της· μαζὶ μ' αὐτὴ ἀναθράφηκα, καὶ μὲ τιμοῦσαν ὄχι {{r|365}} πολὺ λιγώτερο ἐκεινῆς. Κι ἡ ὥρα μας σὰν ἦρθε, καὶ γλυκανθοῦσε ἀπάνω μας χαριτωμένη νιότη, στὴ Σάμη τήνε στείλανε καὶ μύρια δῶρα πῆραν. Κι ἐμένα σὰ μὲ στόλισε μὲ χλαίνα καὶ χιτώνα, καὶ μοῦ 'δωκε ποδήματα στὰ πόδια νὰ φορέσω, μ' ἔστειλ' ἐδῶ στὴν ἐξοχή, καὶ πάντα μ' ἀγαποῦσε. {{r|370}} Ἐκεῖνα τώρα λείπουνε· μὰ αὐτὸ μοῦ τὸ ἔργο μνήσκω ἀκόμα, κι οἱ μακαριστοὶ θεοὶ μοῦ τὸ βλογᾶνε· ἔφαγα κι ἤπια ἀπ' ὅλ' αὐτά, καὶ μοίρασα καὶ σὲ ἄλλους. Μὰ λόγο ἢ ἔργο τῆς κυρᾶς γλυκὸ πιὰ δὲν ἀκοῦμε, ἀφότου ἐκεῖ στὸ σπίτι της ἡ συφορὰ κατέβη {{r|375}} μὲ τοὺς ἀπόκοτους αὐτούς. Κι οἱ δοῦλοι ἔχουν ἀνάγκη νὰ τῆς μιλᾶνε τῆς κυρᾶς, νὰ τῆ ρωτᾶνε γιὰ ὅλα, νὰ τρῶνε καὶ νὰ πίνουνε, νὰ παίρνουνε καὶ κάτι μαζί τους ὄξω, ἀπ' τὰ καλὰ ποὺ λαχταρεῖ ἡ ψυχή τους. ”      Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· {{r|380}} “Ἀλλοίμονο, πόσο μικρός, καλὲ χοιροβοσκέ μου, ἀπὸ πατρίδα καὶ γονιοὺς στὰ ξένα πῆρες δρόμο. Μὰ πές μας τώρα ξάστερα καὶ ξήγησέ μου ἐτοῦτο· τάχα πλατύδρομη θνητῶν ρημώθη πολιτεία, ποὺ μέσα κατοικούτανε κι ἡ μάνα σου κι ὁ κύρης, {{r|385}} ἢ μοναχὸ σὲ βρήκανε μὲ πρόβατα καὶ βόδια δύστροποι ἀνθρῶποι, κι ἄξαφνα σὲ ρίξαν στὸ καράβι, καὶ σ' ἔφεραν σὲ πούλησαν σ' αὐτοῦ τοῦ ἀντρὸς τὰ σπίτια;”      Κι ὁ πρῶτος τῶν χοιροβοσκῶν ἀπάντησέ του κι εἶπε· “Ξένε, σὰ μὲ ρωτᾶς κι αὐτὰ, καὶ θέλεις νὰ τὰ μάθης, {{r|390}} σώπα, ἄκουγε, καὶ γλέντιζε, καὶ πίνε τὸ κρασί σου καθούμενος· ἀπέραντες οἱ νύχτες τώρα· κι ἔχεις καιρὸ καὶ γιὰ νὰ κοιμηθῆς, καιρὸ καὶ γιὰ ν' ἀκούγης καὶ νὰ γλεντᾶς· νὰ κοιμηθῆς δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀκόμα κι ὁ πολὺς ὕπνος βαρετός. Ὅποιου τραβάει ἡ καρδιά του, {{r|395}} ἂς ἔβγη κι ἂς πλαγιάση αὐτός· καὶ σὰ χαράξη ἡ μέρα, ἂς φάη, καὶ τοῦ ἀφεντικοῦ τοὺς χοίρους ἂς βοσκήση. Ἐμεῖς μὲς στὴν καλύβα μας ἐδῶ φαγοποτώντας γλεντοῦμε τὰ μεγάλα μας ἀνιστορώντας πάθια ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου· γλέντι του τοῦ καταντοῦν οἱ πόνοι {{r|400}} τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔπαθε πολλά, καὶ ποὺ πολυπλανήθη. Καὶ τώρα τοῦτο θὰ σοῦ πῶ ποὺ μὲ ρωτᾶς νὰ μάθης.      Νησί 'ναι, ἂν τό 'χης ἀκουστά, Συρία τ' ὄνομά του, ἀπὸ τὴν Ὀρτυγία, ψηλά, πού 'ναι οἱ τροπὲς τοῦ ἥλιου· κόσμο δὲν ἔχει καὶ πολύ, μὰ καρπερὸ καὶ πλούσιο {{r|405}} σὲ πρόβατα καὶ σὲ βοσκές, σὲ ἀμπέλια καὶ σιτάρι. Ἡ πεῖνα ἐκεῖ δὲν ἔρχεται, μήτ' ἄλλη μαύρη ἀρρώστια δὲν πέφτει τοὺς κακόμοιρους ἀνθρώπους νὰ θερίζη· παρὰ στὴν πολιτεία τους οἱ ἀνθρῶποι σὰ γεράσουν, ὁ Φοῖβος ὁ ἀργυρότοξος κι ἡ Ἄρτεμη μὲ σαΐτες {{r|410}} ἀνέπονες πηγαίνουνε καὶ τοὺς γλυκοκοιμίζουν. Δυὸ πολιτεῖες εἶν' ἐκεῖ, καὶ τά 'χουν μοιρασμένα· ἕνα γνωρίζουν βασιλιά, τὸν κύρη μου κι οἱ δυό τους, ἄντρα θεόμοιαστο πολύ, τὸ Χτήσιο τοῦ Ὀρμένου.      Κι ἤρθανε τότες Φοίνικες θαλασσοξακουσμένοι, {{r|415}} ἁρπάχτες, καὶ μ' ἀρίθμητα στολίδια στὸ καράβι. Εἶχε ὁ γονιός μου Φοίνισσα στὸ σπίτι του γυναίκα, ὥρια καὶ μεγαλόκορμη, σ' ἔργα λαμπρὰ τεχνίτρα· αὐτὴ τήνε ξελόγιασαν οἱ Φοίνικες οἱ πλάνοι, καὶ καθὼς ἔπλενε σιμὰ στὸ μελανὸ καράβι, {{r|420}} κάποιος τὴν πρωταγκάλιασε καὶ τὸ φιλὶ τῆς πῆρε, ποὺ τὴ γυναίκα ξεπλανάει ὅσο καλή κι ἂν εἶναι. Καὶ τήνε ρώταγε ὕστερα ποιά νά 'ταν κι ἀποποῦθε· κι ἐκείνη ἀμέσως τοῦ 'δειξε τὸν πύργο τοῦ γονιοῦ μου· “Ἀπ' τὴν πολύχαλκη ἔρχουμαι Σιδώνα, κι εἶμαι κόρη {{r|425}} τοῦ Ἀρύβαντα, ποὺ ὁ πύργος του βιὸς ἤτανε γεμάτος· μὰ ἐμένα κλέφτες Ταφινοὶ μὲ βρῆκαν καὶ μ' ἁρπάξαν ἐρχάμενη ἀπ' τὴν ἐξοχὴ, καὶ πέρα ἐκεῖ μὲ φέραν, στοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ τ' ἀρχοντικό, κι ἀγόρασέ με ἐκεῖνος.”      Κι ὁ ἄντρας ποὺ τῆς ἔδωσε κρυφὸ φιλὶ τῆς κρένει· {{r|430}} “Δὲν ἔρχεσαι στὸν τόπο σου μαζί μας τώρα πίσω, νὰ ξαναδῆς τὸ σπίτι σου, τὸν κύρη, τὴ μανούλα; τὶ ζοῦν ἀκόμα, καὶ μὲ βιὸς πολὺ τοὺς λογαριάζουν.”      Κι ἐκείνη τότες μίλησε κι ἀπάντησε του κι εἶπε· “ Κι αὐτὸ θὰ γίνη ἂ δέχεστε νὰ μ' ὁρκιστῆτε, ὦ ναῦτες, {{r|435}} πὼς ἄβλαβη στὸν τόπο μου πίσω θενὰ μὲ πᾶτε.”      Αὐτὰ εἶπε, κι ὅλοι ὁρκίστηκαν καθὼς ζητοῦσε ἐκείνη. Κι οἱ ναῦτες σὰν ἀμώσανε καὶ τέλειωσαν τὸν ὅρκο, πάλε τοὺς ξαναμίλησε καὶ τοὺς ξανάειπε ἐκείνη·      “ Σωπᾶτε τώρα· καὶ κανεὶς ἀπ' ὅλους τοὺς συντρόφους {{r|440}} ἂς μὴ μιλάη σὰ μ' ἀπαντάη στὸ δρόμο ἢ καὶ στὴ βρύση, μὴν πάη κανένας καὶ τὰ πῆ τοῦ γέρου στὸ παλάτι, καὶ νιώση, καὶ σὲ φοβερὰ μέσα δεσμὰ μὲ ρίξη, φέρη ξολοθρεμὸ κι ἐσᾶς· μόνε στὸ νοῦ φυλᾶτε τὸ μυστικό, καὶ γλήγορα ψουνίστε τὴν πραμάτεια· {{r|445}} καὶ σὰ γεμίση βιὸς πολὺ τὸ μελανὸ καράβι, στὸν πύργο ἂς μοῦ 'ρθη μήνυμα, κι ἐγὼ σᾶς φέρνω τότες κι ἀπὸ χρυσάφι ὅσο μπορεῖ στὰ χέρια μου νὰ πέση. Μὰ κι ἄλλο θὰ σὰς πλέρωνα μὲ τὴν καρδιά μου ναῦλο. Ἐγώ 'χω τοῦ ἀρχοντόπουλου τὴν ἔννοια στὸ παλάτι· {{r|450}} ξυπνὸ παιδάκι, ποὺ ὅπου βγῶ κι αὐτὸ μαζί μου τρέχει ἂ σᾶς τὸ φέρω, ἀρίθμητα θένα σᾶς δώση κέρδη, ὅπου τὸ πᾶτε, ἀνάμεσα σὲ ἀλλόγλωσσους ἀνθρώπους.”      Σὰν εἶπε αὐτὰ, ξεκίνησε πρὸς τὰ λαμπρὰ παλάτια. Ὅλο τὸ χρόνο μείνανε στὰ μέρη μας ἐκεῖνοι, {{r|455}} μὲ βιὸς πολὺ γεμίζοντας τὸ βαθουλὸ καράβι. Μὰ σὰν τὸ καλοφόρτωσαν κι ἦταν καιρὸς νὰ σύρουν, στείλανε τότες μήνυσαν τῆς ὄμορφης γυναίκας. Κι ἦρθε ἄνθρωπος πολύξερος στὸν πύργο τοῦ γονιοῦ μου, ποὺ εἶχε ἀλυσίδα μάλαμα πλεκτὴ μὲ κεχριμπάρι, {{r|460}} κι ἡ μάνα ἡ πολυσέβαστη κι οἱ παρακόρες ὅλες τὴν ἔψαχναν τὴν κοίταζαν ζητώντας ν' ἀγοράσουν. Τῆς κρυφογνέφει τότε αὐτὸς καὶ φεύγει στὸ καράβι, Ἀπὸ τὸ χέρι παίρνει με κι ὄξω μὲ βγάζει ἐκείνη, καὶ βρίσκει μὲς στὸ πρόσπιτο ποτήρια καὶ τραπέζια, {{r|465}} τὶ ἐκεῖ σὰν καλοφάγανε τοῦ γέρου καλεσμένοι, κινήσανε στὴ συντυχιὰ τοῦ δήμου νὰ καθίσουν. Παίρνει καὶ κρύβει γλήγορα στὸν κόρφο τρία ποτήρια, καὶ βγαίνει· ἀστόχαστα κι ἐγὼ κατόπι ἀκολουθοῦσα. Κι ὁ ἥλιος σὰ βασίλευε κι ἀπόσκιωναν οἱ δρόμοι, {{r|470}} τρεχάτοι κατεβήκαμε στὸν ὄμορφο λιμιώνα, ποὺ τὸ γοργὸ περίμενε καράβι τῶ Φοινίκων. Μᾶς πήρανε καὶ μπήκανε καὶ τράβηξαν πελάγου, καὶ πρύμο ἔστελν' ἄνεμο τοῦ Κρόνου ὁ γιὸς ὁ Δίας. Ἑξάμερο ἀρμενίζαμε νύχτα καὶ μέρα τὸ ἴδιο, {{r|475}} μὰ ὅταν ὁ Δίας ἔφερε τὴν ἕβδομη τὴ μέρα, μιὰ σαϊτιὰ τῆς Ἄρτεμης βαραίνει τὴ γυναίκα, κι αὐτὴ βροντώντας ἔπεσε στοῦ καραβιοῦ τ' ἀμπάρι, καθὼς μέσα στὴ θάλασσα βουτάει τὸ βουτηστάρι. Τὴ ρίξανε ξεφάντωμα στὶς φῶκες καὶ στὰ ψάρια, καὶ μοναχός μου ἀπόμεινα μὲ τὴν καρδιὰ θλιμμένη. {{r|480}} Στὸ Θιάκι ἐδῶ τοὺς ἔφεραν οἱ θάλασσες κι οἱ ἀνέμοι, καὶ μὲ τὰ πλούτια ποὺ ὅριζε μ' ἀγόρασε ὁ Λαέρτης. Ἔτσι τὰ μάτια μου τὴ γῆς αὐτὴ πρωτογνωρίσαν.”      Καὶ τότε ὁ διογέννητος τοῦ ἀπάντησε Ὀδυσσέας· “Πολὺ βαθιὰ τὴν ἄγγιξες, ὦ φίλε, τὴν καρδιά μου, {{r|485}} ἕνα πρὸς ἕνα λέγοντας τὰ πάθια τῆς ψυχῆς σου. Ὅμως μαζὶ μὲ τὸ κακὸ σοῦ 'δωκ' ἐσένα ὁ Δίας καὶ τὸ καλό· πολλά 'παθες, μὰ νά, ποὺ βρῆκες ἄντρα καλὸ, ποὺ πρόθυμα νὰ τρῶς σοῦ δίνει καὶ νὰ πίνης, καὶ καλοζῆς· μὰ ἐγὼ πολλὲς μὲς στὰ πλανέματά μου {{r|490}} χῶρες ἀνθρώπων πέρασα, καὶ τώρα ἐδῶ ξεπέφτω.”      Τέτοια μιλοῦσαν κι ἔλεγαν ἐκεῖνοι ἀνάμεσο τους, κι ὕστερα πλάγιασαν· πολὺ δὲ μεῖναν πλαγιασμένοι, τὶ γλήγορα γλυκόφεξε ἡ χρυσόθρονη ἡ Αὐγούλα. Ὡς τόσο τοῦ Τηλέμαχου στ' ἀκρόγιαλο οἱ συντρόφοι {{r|495}} γοργὰ ξελῦναν τὰ σκοινιὰ καὶ βγάζαν τὸ κατάρτι, καὶ στ' ἄραγμα σὰ φέρανε μὲ τὰ κουπιὰ τὸ πλοῖο, φουντάρανε τὴν ἄγκουρα, καὶ δέσαν τὶς πρυμάτσες. Κατόπι βγῆκαν κι ἴδιοι τους στῆς θάλασσας τὴν ἄκρη, φαῒ τοιμάσαν κι ἔσμιξαν τὸ φλογερὸ κρασί τους. Κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σᾶ φράνθηκε ἡ καρδιά τους, {{r|500}} ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος μ' αὐτὰ τὰ λόγια ἀρχίζει·      “ Τώρα στὴ χώρα φέρτε ἐσεῖς τὸ μαῦρο μας καράβι, κι ἐγὼ πρὸς τὰ χωράφια μου καὶ τοὺς βοσκοὺς πηγαίνω, καὶ σὰν τὰ δῶ τὰ κτήματα, στὴ χώρα θᾶ κατέβω τὸ βράδυ· στὸ ξημέρωμα γιὰ πλερωμὴ θὰ στρώσω {{r|505}} τραπέζι μὲ γλυκὸ κρασί, μὲ κρέατα περίσσια.”      Καὶ τότες ὁ θεόμοιαστος Θεοκλύμενος τοῦ κρένει· “Καὶ ποῦ νὰ πάω, ὦ γιέ μου, ἐγώ ; σὲ τίνος νά 'ρθω σπίτι ἀπ' ὅσους ἄντρες κυβερνοῦν τὸ πετρωτὸ τὸ Θιάκι; Ἢ λὲς νὰ πάω στὴ μάνα σου καὶ στὸ παλάτι σου ἴσια;” {{r|510}} Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε· “ Σ' ἄλλους καιροὺς στὸν πύργο μας θὰ σὲ καλοῦσα νά 'ρθης· δὲν ἀψηφοῦν τὸν ξένο ἐκεῖ· μὰ γιὰ κακό σου θά 'ναι, τὶ ἐγὼ θὰ λείπω, καὶ νὰ δῆς τὴ μάνα δὲ θὰ μπόρειες· στὸν πύργο ἐκείνη τοὺς γαμπροὺς συχνὰ δὲν ἀντικρύζει, {{r|515}} μόνε στ' ἀνώγι κάθεται καὶ τὸ πανὶ της φαίνει. Σὲ κάποιον ἄλλον θὰ σοῦ πῶ νὰ πᾶς, κι ἐτοῦτος εἶναι ὁ Εὐρύμαχος, ὁ ὡραῖος γιὸς τοῦ φρόνιμου Πολύβου, ποὺ σὰ θεὸ τόνε θωροῦν ὅλοι στὸ Θιάκι μέσα· πρῶτος τους εἶναι, καὶ ζητάει μὲ περισσὴ λαχτάρα {{r|520}} νὰ πάρη καὶ τὴ μάνα μου καὶ τοῦ γονιοῦ τὶς δόξες. Μὰ αὐτὰ μονάχα ὁ κάτοικος τοῦ Ὀλύμπου, ὁ Δίας, τὰ ξέρει, ἂν θὰ τοὺς φέρη τὴν κακὴ τὴ μέρα πρὶν τὸ γάμο.”      Τέτοια καθὼς τοῦ μίλησε, πετάει πουλὶ δεξά του, τοῦ Ἀπόλλωνα μαντάτορας γοργόφτερος πετρίτης· {{r|525}} εἶχε ἀγριοπερίστερο στὰ νύχια καὶ μαδοῦσε, κι ἀνάμεσα Τηλέμαχου καὶ καραβιοῦ σκορποῦσε φτερὰ. Κι ὁ Θεοκλύμενος τὸν πῆρε ἀπὸ τοὺς ἄλλους μακριά, τὸ χέρι τοῦ 'σφιξε, καὶ μίλησε του κι εἶπε·       “Ἀπὸ θεό 'ναι τὸ πουλὶ, Τηλέμαχε, ποὺ φάνη {{r|530}} δεξά σου· τό εἰδα, κι ἔνιωσα πὼς μαντικὸ πουλί 'ναι. Βασιλικώτερη γενιὰ δὲν ἔχει ἀπ' τὴ δική σας τὸ Θιάκι, καὶ μεγάλοι ἐσεῖς θὰ ζῆτε ἐδῶ γιὰ πάντα.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε· “Μακάρι αὐτὸς ὁ λόγος σου νὰ βγῆ, καλέ μου ξένε· {{r|535}} ἀγάπες καὶ χαρίσματα πολλὰ θὰ σοῦ 'χα τότες, ποὺ ὅλοι ἐδῶ θὰ σ' ἔβλεπαν καὶ θὰ σὲ μακαρίζαν. ”      Καῖ στὸν πιστό του σύντροφο τὸν Πείραιο τότες εἶπε· “ Γιὲ τοῦ Κλυτίου, ποὺ ἀπ' τὰ παιδιὰ ποὺ μ' ἔφεραν στὴν Πύλο, ἐσὺ πολὺ πιὸ πρόθυμα τὰ λόγια μου ἀγρικοῦσες, {{r|540}} καὶ τώρα τοῦτον πάρε μου στὸ σπίτι σου τὸν ξένο, καὶ φίλευε καὶ τίμα τον ὁλόψυχα ὥσπου νά 'ρθω.”      Κι ὁ ξακουστὸς κονταριστὴς ὁ Πείραιος τοῦ ἀπαντοῦσε· “Κι ἂν ἔμνησκες πολὺν καιρό, Τηλέμαχε, ἐδῶ πέρα, καλὰ τὸν ξένο θὰ δεχτῶ, καὶ θά 'χη τὸ ὅ,τι ὁρίζει.” {{r|545}}      Καὶ στὸ καράβι ἀνέβηκε, καὶ φώναξε τοὺς ἄλλους νὰ λύσουν τὰ πρυμόσκοινα καὶ ν' ἀνεβοῦν κι ἐκεῖνοι. Καὶ μπῆκαν καὶ καθίσανε στοῦ καραβιοῦ στοὺς πάγκους. Καὶ φόρεσε ὁ Τηλέμαχος τὰ σάνταλα τὰ ὡραῖα, καὶ πῆρε ἀπὸ τὸ κάσαρο βασταγερὸ κοντάρι {{r|550}} μὲ μύτη χάλκινη· κι αὐτοὶ ξελῦσαν τὶς πρυμάτσες· κινῆσαν καὶ τραβούσανε κατὰ τὴ χώρα τότες, καθὼς τοὺς εἶπε ὁ ἀκριβογιὸς τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα. Κι αὐτὸς γοργὰ περπάτηξε ὥσπου ἦρθε στὴν αὐλή του, ποὺ ἤτανε χοῖροι ἀρίθμητοι δικοί του, καὶ σιμά τους {{r|555}} ξενύχταε ὁ χοιροβοσκὸς ποὺ ἀγάπαε τοὺς ἀφέντες. </poem> ss7w8xyepyyphzxz4fnvc3od7dixuvw Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/π 0 15749 166720 93727 2026-06-26T19:00:13Z Sarri.greek 10495 κάθε 5ο στίχο {{r|5}} 166720 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία π | επόμενο = [[../ρ|Ραψωδία ρ]] | προηγούμενο= [[../ο|Ραψωδία ο]] | σημειώσεις = }} <poem> Καὶ στὸ καλύβι ὁ πάγκαλος βοσκὸς μὲ τὸ Δυσσέα, ἀνάψαν τὴν αὐγὴ φωτιὰ καὶ τὸ φαῒ τοιμάζαν, καὶ στεῖλαν ὄξω τοὺς πιστοὺς μαζὶ μὲ τὰ κοπάδια. Κι οἱ σκύλοι στὸν Τηλέμαχο ποὺ ἐρχόταν, τὴν οὐρά τους σαλεῦαν καὶ δὲ γαύγιζαν· τοὺς νιώθει ὁ Ὀδυσσέας, {{r|5}} ἀκούει τὸ ποδοβολητό, καὶ λέει εὐτὺς τοῦ γέρου·        “Κάποιος ἐδῶ θὰ σοῦ 'ρχεται, καλέ μου, σύντροφός σου, ἢ κι ἄλλος γνώριμος, ἀφοῦ δὲν ἀλυχτοῦνε οἱ σκύλοι, μόν' ὅλο σειοῦνε τὴν οὐρὰ· καὶ πόδια ἀνθρώπου ἀκούγω.” {{r|10}}      Tὸ λόγο δὲν ἀπόσωσε, κι ὁ ἀκριβογιός του φάνη, καὶ στάθηκε στὰ ξώθυρα· ξαφνίζεται ὁ γερούλης, ἀναπηδάει, καὶ τοῦ 'πεσαν ἀπὸ τὰ χέρια οἱ κοῦπες, ποὺ τὸ φλογάτο μέσα τους καλόσμιγε κρασί του· κι ἔτρεξε, βρέθηκε ὀμπροστὰ στὸν ἀκριβό του ἀφέντη, τοῦ φίλησε τὴν κεφαλή, τὰ δυὸ λαμπρά του μάτια, {{r|15}} τὰ δυό του χέρια, κι ἔχυσε δάκρυο μαργαριτάρι. Καὶ σὰν ποὺ τρυφερόκαρδος γονιὸς παιδὶ ἀγκαλιάζει, σὰν ἔρχετ' ἀπ' τᾶ μακρινά, ποὺ ἔλειπε χρόνους δέκα, κι ἦταν στερνὸ καὶ μοναχό, καὶ τοῦ 'καιγε τὰ σπλάχνα, ἔτσι ὁ καλὸς χοιροβοσκὸς τὸ θεόμοιαστό του ἀφέντη {{r|20}} στὴν ἀγκαλιά του σφίγγοντας, γλυκὰ τόνε φιλοῦσε, τὸ χάρο σὰ νὰ ξέφυγε, καὶ τοῦ 'λεγε θρηνώντας·      “Τηλέμαχε, γλυκό μου φῶς, ἦρθες, κι ἐγὼ δὲ θάρριουν πὼς θὰ σὲ δῶ, σὰν κίνησες στὴν Πύλο μὲ καράβι. Ἔμπα, παιδάκι μου ἀκριβό, νὰ σὲ χαρῆ ἡ ψυχή μου, {{r|25}} θωρώντας σε ἀπ' τὰ μακρινὰ κοντά μας νιοφερμένο· τὶ στὴν ξοχὴ δὲν ἔρχεσαι συχνὰ καὶ στοὺς βοσκούς σου, μόνε στὴ χώρα κάθεσαι, κι αὐτὸ ποθεῖ ἡ καρδιά σου, νὰ βλέπης πάντα τοὺς κακοὺς μνηστῆρες μαζεμένους.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπάντησε του κι εἶπε· {{r|30}} “Μετὰ χαρᾶς, κυρούλη μου, γιὰ σένα ἦρθα δῶ πέρα, νὰ δῶ σε μὲ τὰ μάτια μου, τὸ τί θὰ πῆς ν' ἀκούσω, στὸν πύργο ἂ μνήσκη ἡ μάνα μου, ἢ κάποιος ἂν τὴν πῆρε ἀπ' τοὺς ἡρώους, κι ἔμεινε τοῦ Ὀδυσσέα ἡ κλίνη ἔρμη ἀπὸ στρώματα μαθὲς καὶ καταραχνιασμένη.” {{r|35}}      Κι ὁ πρῶτος τῶ χοιροβοσκῶν τοῦ λάλησε καὶ τοῦ εἶπε· “Κάθετ' ἀκόμα ἡ μάνα σου μ' ἁπομονὴ περίσσια μὲς στ' ἁψηλὰ παλάτια σου, ποὺ μαῦρα μερονύχτια ἔρχουνται πάντα καὶ περνοῦν, κι αὐτὴ ὅλο χύνει δάκρυα.”      Καὶ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι του τὸ χάλκινο κοντάρι· {{r|40}} καὶ μπῆκε αὐτὸς καὶ πέρασε τὸ πέτρινο κατώφλι. Τότ' ὁ Δυσσέας σηκώνεται, τὸ κάθισμά του δίνει, μὰ ἐκεῖνος δὲν τὸν ἄφηνε, καὶ τοῦ εἶπε· “Κάθου, ὦ ξένε, μέσα στὸ σπίτι μας ἐμεῖς θὰ βροῦμε κι ἄλλον τόπο, κι ἐδῶ 'ναι κεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς τὸν προμηθέψη.” {{r|45}}      Εἶπε· καὶ ξαναγύρισε καὶ κάθισε ὁ Δυσσέας. Καὶ στρώνει ὁ Εὔμαιος κλωνιά, ρίχτει προβιὰ ἀποπάνω, κι ἐκεῖ ὁ ἀγαπημένος γιὸς τοῦ Ὀδυσσέα καθίζει. Τότες πινάκια κρέατα ψητὰ τοὺς παραθέτει ὁ Εὔμαιος ὁ χοιροβοσκός, ποὺ ἀποβραδὶς τοῦ μεῖναν. {{r|50}} Καὶ βιαστικὰ σὰ σώριασε ψωμὶ μὲς στὰ πανέρια, καὶ γλυκουλὸ καλόσμιξε κρασὶ μὲς στὸ καρδάρι, πῆγε κι ἀγνάντια κάθισε τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα. Τὰ χέρια τότες ἅπλωναν στὰ φαγητὰ ὀμπροστά τους. Κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους, {{r|55}} τοῦ ἄξιου μίλησε βοσκοῦ ὁ Τηλέμαχος, καὶ τοῦ εἶπε·      “Κυρούλη, πούθενε ἔρχεται δωπέρα αὐτὸς ὁ ξένος; οἱ ναῦτες πῶς τὸν φέρανε στὸ Θιάκι; ποιοί παινιένται πὼς εἶναι ; τί θαρρῶ πεζὸς ἐδῶ δὲ μᾶς ὁρίζει.”      Κι ἐσύ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, τοῦ ἀπολογήθης κι εἶπες· {{r|60}} “Τὴν πᾶσα ἀλήθεια, τέκνο μου, θ' ἀκούσης ἀπὸ μένα· ἀπ' τὴν πλατύχωρη κρατάει ἡ φύτρα του τὴν Κρήτη, καὶ λέει πὼς σὲ πολλὲς θνητῶν πλανήθηκε αὐτὸς χῶρες γυρνώντας· ἔτσι ἡ μοῖρα του τὸ θέλησε· καὶ τώρα ἀπὸ καράβι Θεσπρωτῶν πάλε ἔφυγε, καὶ φάνη {{r|65}} μὲς στὸ καλύβι μου· κι ἐγὼ τὸν παραδίνω ἐσένα. Πρᾶξε ὅπως βούλεσαι καὶ θές· ἱκέτη σου τὸν ἔχεις.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· “Ἀλλοίς, καὶ τί καρδιόπονο μοῦ φέρνει αὐτός σου ὁ λόγος· καὶ πῶς νὰ τὸν ἀποδεχτῶ τὸν ξένο ἐγὼ στὸ σπίτι, {{r|70}} ποὺ νέος ὄντας δύναμη στὸ χέρι μου δὲ νιώθω, μπρὸς σ' ἄντρα νὰ διαφεντευτῶ ποὺ θἀ μὲ βρίση πρῶτος· τῆς μάνας πάλε, μέσα της ὁ νοῦς της ἀναδεύει, τάχα τὴν κλίνη νὰ ντραπῆ τοῦ ἀντρός της καὶ τὸν κόσμο, κι ἔτσι μαζί μου μνήσκοντας νὰ κυβερνάη τὸ σπίτι, {{r|75}} γιά ἀπ' τοὺς μνηστῆρες Ἀχαιοὺς ν' ἀκολουθήση ἐκεῖνον, ποὺ τῆς φανῆ ὁ καλύτερος, καὶ φέρη πλέρια δῶρα. Ὅμως τὸν ξένο τώρα αὐτόν, στὸ σπίτι σου μιὰς κι ἦρθε, θὰ τόνε ντύσω μὲ λαμπρὸ χιτώνα καὶ χλαμύδα, σπαθί μου θά 'χη δίκοπο, καὶ σάνταλα στὰ πόδια, {{r|80}} θὰ τόνε στείλω ὅπου ἡ καρδιὰ κι ὁ νοῦς του ἀποθυμήση. Κάλλιο ἐσὺ κράτα τον ἂν θὲς ἐδῶ, καὶ φίλεψέ τον, κι ἐγὼ σοῦ στέλνω τὰ σκουτια καὶ τὶς προμήθειες ὅλες, νὰ μὴ σᾶς γίνεται ζημιὰ κι ἐσένα καὶ τῶν ἄλλων. Δὲν τὸν ἀφήνω ἐγὼ νὰ ρθῆ κειπέρα στοὺς μνηστῆρες, {{r|85}} πὄχουνε τόση ἀποκοτιὰ κι ἀδιαντροπιὰ καὶ κάκια· μὴν τὸν πειράξουν, κι ὕστερα καημὸ πολὺ θὰ τό 'χω. Στὸν ἄντρα ποὺ χτυπάει πολλούς, μὰ ἂς εἶν' κι ἀντρειωμένος, δύσκολη ἡ νίκη, τὶ πολὺ πιὸ δυνατοί 'ναι ἐκεῖνοι.”      Τότες τοῦ λάλησε ὁ τρανός, πολύπαθος Δυσσέας· {{r|90}} “Φίλε, ποὺ τώρα γίνεται κι ἐγὼ νὰ σοῦ μιλήσω, πόσο ἡ καρδιά μου σκίζεται, ν' ἀκούγω τὰ ὅσα λέτε, πὼς ἀνομιὲς σοφίζουνται στοὺς πύργους σου οἱ μνηστῆρες, μ' ὅλο ποὺ τέτοιος φαίνεσαι λεβέντης. Πές μου τώρα, νὰ τυραννιέσαι τάχα θές, ἢ σοῦ 'χει ὁ λαός σου μῖσος {{r|95}} μέσα στὸ δῆμο, τὴ φωνὴ κάποιου θεοῦ ἀκλουθώντας ; Ἢ τάχα φταῖν τ' ἀδέρφια σου, ποὺ αὐτοὶ σὰ σηκωθοῦνε, καὶ μάχη ἂ γίνη φοβερή, μᾶς φέρνουν πάντα θάρρος. Ὠχοῦ, καὶ νιὸς ἂν ἤμουνα μὲ τὴν καρδιά μου ἐδαύτη, ἢ τοῦ λαμπροῦ Ὀδυσσέα γιός, ἢ κι ἴδιος ὁ Ὀδυσσέας  {{r|100}} [ ἀπὸ τὰ ξένα φτάνοντας, κι ἐλπίδα μένει ἀκόμα ], θά 'θελα ὀχτρὸς νὰ μού 'κοβε τὴν κεφαλή μου ἐμένα, ἂ δὲν τοὺς ἔφερνα κακὸ μεγάλο ἐκείνους ὅλους, μὲς στὰ παλάτια μπαίνοντας τοῦ γόνου τοῦ Λαέρτη. Κι ἂν μὲ τὰ πλήθια τους αὐτοὶ τὸ μοναχὸν ἐμένα {{r|105}} μὲ δάμαζαν, ἂς ἔπεφτα κάλλιο νεκρὸς στὸν πύργο, παρὰ νὰ βλέπω ἀδιάκοπα τέτοια ἔργα ντροπιασμένα, τοὺς ξένους νὰ τοὺς βρίζουνε, μὰ καὶ τὶς παρακόρες ἀδιάντροπα νὰ σέρνουνε μὲς στὰ λαμπρὰ παλάτια, κρασὶ περίσσιο νὰ τραβοῦν καὶ τὶς θροφὲς νὰ τρῶνε, {{r|110}} κι ὅλα τοῦ κάκου, ἀνώφελα, γιὰ ἔργο ποὺ δὲ θὰ γίνη.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· “Γι' αὐτὰ ὅλα ἐγὼ ξάστερα θὰ σοῦ μιλήσω, ὦ ξένε· μήτ' ὁ λαὸς γιὰ μένανε δὲν ἔχει μῖσος κι ἔχτρα, καὶ μήτ' ἀδέρφια δὲ μοῦ φταῖν, ποὺ αὐτοὶ σὰ σηκωθοῦνε, {{r|115}} καὶ μάχη ἂ γίνη φοβερή, μᾶς φέρνουν πάντα θάρρος. Νά, πῶς ὁ Δίας μᾶς ἔκαμε μονόκληρο τὸ γένος· μοναχογιὸ τὸν γέννησε ὁ Ἀρκείσιος τὸ Λαέρτη· τὸν Ὀδυσσέα μοναχογιὸ τὸν εἶχε κι ὁ Λαέρτης· καὶ πάλε ὁ Ὀδυσσέας ἐμὲ μοναχοπαίδι μὲ εἶχε, καὶ στὸ παλάτι μ' ἄφησε, καὶ δὲ μὲ καλοχάρη.  {{r|120}} Καὶ τώρα ὀχτροὶ κακόβουλοι μᾶς γέμισαν τὸ σπίτι· γιατὶ ὅσοι γύρω στὰ νησιὰ πρωτοστατοῦν ἀρχόντοι, Δουλίχι, Σάμη, Ζάκυθο μὲ τὰ δασὰ τὰ δέντρα, κι ὅσοι στὸ βραχορίζωτο τὸ Θιάκι ἐδῶ ἀρχοντεύουν, ὅλοι ζητοῦν τὴν μάνα μου καὶ μοῦ χαλνοῦν τὸ βιός μου. {{r|125}} Κι ἐκείνη μήτε ἀρνιέται τους γάμο φριχτό, καὶ μήτε τέλος νὰ δώση δύνεται· κι ὁλοένα αὐτοὶ τὸ σπίτι μοῦ καταλοῦνε· γλήγορα κι ἐμένα θὰ μὲ φᾶνε. Στὰ χέρια ὡς τόσο τῶν θεῶν ἂς μείνουν ὅλα ἐτοῦτα· τρέξε, κυρούλη, τώρα ἐσύ, καὶ πὲς τῆς Πηνελόπης {{r|130}} τῆς φρόνιμης, πὼς ἔφτασα γερὸς ἀπὸ τήν Πύλο. Ἐγὼ θὰ μείνω ἐδῶ, κι ἐσὺ τὸ μήνυμα σὰ δώσης μόνο σ' αὐτή, γύρισε ἐδῶ· ὅμως Ἀχαιὸς κανένας νὰ μὴν τὸ μάθη, τὶ πολλοὶ γυρεύουν τὸ κακό μου.”      Κι ἐσύ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, τοῦ ἀπολογήθης κι εἶπες· {{r|135}} “Ξέρω καὶ νιώθω· τό 'χα ἐγὼ στὸ νοῦ μου ὅ,τι προστάζεις. Μὰ πές μου πάλε ξάστερα καὶ ξήγα μου κι ἐτοῦτο· νὰ πάω μαθὲς μαντάτορας ἂν πρέπη καὶ τοῦ Λαέρτη τοῦ δόλιου, ποὺ τὸν ἔτρωγε τοῦ γιοῦ του ὡς τώρα ὁ πόνος, κι ὡς τόσο κοίταε χτήματα, τρωγόπινε στὸ σπίτι {{r|140}} μὲ παραγιοὺς κάθε φορὰ πού τό 'θελε ἡ καρδιά του· μὰ τώρα ποὺ ὡς τὴν Πύλο ἐσὺ μὲ τὸ καράβι βγῆκες, δὲν τρώγει μήτε πίνει πιά, μήτε κοιτάζει χτῆμα, μόν' κάθεται καὶ δέρνεται καὶ βαριαναστενάζει, καὶ λυώνουν ὅλο οἱ σάρκες του στὰ κόκκαλά του γύρω.” {{r|145}}      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· “Κι ὅμως θὰ τὸν ἀφήσουμε, κι ἂς θλίβεται ἡ ψυχή μας· ἂν ἦταν ὅλα στῶν θνητῶν τὸ χέρι, πρῶτα πρῶτα γιὰ τὸ γονιὸ θὰ ὁρίζαμε τοῦ γυρισμοῦ τὴ μέρα. Μὰ κάλλιο γύρνα ἐδῶ σὰν πῆς τὸ μήνυμα τῆς μάνας, {{r|150}} καὶ μὴν πλανιέσαι σὲ ξοχὲς γιὰ νὰ τὸν ἀνταμώσης· πὲς μοναχὰ τῆς μάνας μου νὰ στείλη παρακόρη κρυφὰ στὸ γέρο γλήγορα, τὸ μήνυμα νὰ δώση.”      Σηκώθη τότε ὁ Εὔμαιος, τὰ σάνταλά τοῦ πῆρε, στὰ πόδια τὰ καλόδεσε, καὶ κίνησε στὴ χώρα. Τῆς Ἀθηνᾶς δὲν ξέφυγεν ὁ πηγαιμός του ὡς τόσο {{r|155}}, μόνε κατέβη ἡ θέαινα, πῆρε μορφὴ γυναίκας ὥριας καὶ μεγαλόκορμης, σ' ἔργα λαμπρὰ τεχνίτρας, ἔξω ἀπ' τὴ θύρα στάθηκε, καὶ φάνη τοῦ Ὀδυσσέα. Δὲν ἔνιωσε ὁ Τηλέμαχος μήτε εἶδε τὴν Παλλάδα, {{r|160}} τὶ θεὸς δὲ φανερώνεται καθάρια στὸν καθένα· μὰ ὁ Δυσσέας τὴν ξάνοιξε καὶ τὰ σκυλιὰ τὴν εἶδαν, καὶ δίχως γαύγισμα ἔφυγαν βογγώντας μὲς στὰ βάθια τῆς στάνης. Τοῦ 'γνεψε ἡ θεά, κι ἔνιωσ' αὐτὸς καὶ βγῆκε δίπλα στὸν τοῖχο τῆς αὐλῆς, καὶ στάθηκε ὀμπροστά της· {{r|165}} κι ἡ Ἀθηνᾶ κοιτώντας τον τοῦ μίλησε καὶ του εἶπε·      “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, ὅλα πιὰ τώρα ξήγα τα τοῦ γιοῦ σου, μὴν τὰ κρύβης· κι ἅμα τοιμάσετε μαζὶ τὸ φόνο τῶ μνηστήρων, στὴ χώρα τὴν περίλαμπρη νὰ πᾶτε· δὲ θ' ἀργήσω {{r|170}} κι ἐγὼ νὰ ἐρθῶ, ποὺ λαχταρῶ ν' ἀγωνιστῶ κοντά σας”.      Εἶπε, καὶ μὲ χρυσὸ ραβδὶ τὸν ἄγγιξε ἡ Παλλάδα καὶ φόρεμα σὰν τοῦ 'βαλε καθάριο καὶ χιτώνα, τοῦ λάμπρυνε ὅλο τὸ κορμὶ μὲ τὸν ἀνθὸ τῆς νιότης. Μελαχρινὸς ξανάγινε μὲ πιὸ γεμάτην ὄψη, {{r|175}} καὶ μὲ τὰ γένια ὁλόμαυρα τριγύρω στὸ πηγούνι. Αὐτὰ σὰν τοῦ 'καμε ἡ θεά, τὸν ἄφησε· κι ἐκεῖνος μὲς στὴν καλύβα γύρισε· κι ὁ γιός του σαστισμένος, γύρναε τὰ μάτια κατ' ἀλλοῦ, θεὸς μὴν τύχη κι ἦταν. Καὶ φώναξέ τον, κι εἶπε του με λόγια φτερωμένα·  {{r|180}}      “Ἀλλιώτικος μοῦ φάνηκες, ὦ ξένε, ἀπὸ τὰ πρῶτα· ἄλλα φορεῖς κι ἡ ὄψη σου κι αὐτὴ ἀλλαγμένη τώρα. Ἕνας θένα 'σαι ἀπ' τοὺς θεοὺς ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια. Ἐλέησέ μας, σοῦ τάζουμε καλόδεχτες θυσίες, καὶ δῶρα χρυσοδούλευτα· προσπέφτω σου, λυπήσου”. {{r|185}}      Τότες τοῦ ἀπάντησε ὁ τρανός, πολύπαθος Δυσσέας· “Θεὸς δὲν εἶμ' ἐγώ· γιατὶ μὲ θεοὺς μὲ παρομοιάζεις; παρὰ εἶμ' ἐγὼ πατέρας σου, ποὺ ἐσὺ γι' αὐτὸν πονώντας τόσα τραβᾶς ἀπὸ κακοὺς καὶ δύστροπους ἀνθρώπους.”      Μ' αὐτὰ τὰ λόγια φίλησε τὸ γιό του, καὶ τὰ δάκρυα {{r|190}} τοῦ τρέξαν ἀπ' τὰ μάγουλα, ποὺ ὡς τότες τὰ κρατοῦσε. Δὲν ἤθελε ὁ Τηλέμαχος νὰ τὸ πιστέψη ἀκόμα πὼς ἦταν ὁ πατέρας του, κι αὐτὰ τοῦ ἀπολογήθη·      “Δὲν εἶσ' ἐσὺ ὁ πατέρας μου ὁ Ὀδυσσέας, μόν' εἶσαι κάποιος θεὸς καὶ μὲ πλανᾶς, γιὰ νὰ τραβήξω κι ἄλλα· {{r|195}} τὶ δὲ θὰ μπόρειε αὐτὰ θνητὸς νὰ πλάση μοναχός του, δίχως νὰ ἐρθῆ κάποιος θεὸς σιμά, κι ὅπως τοῦ ἀρέσει, τὸν κάμη γέρο ἔτσι εὔκολα, κι ἄξαφνα πάλε νέο. Τὶ ὡς τώρα γέρος ἤσουνα καὶ φτωχικὰ ντυμένος, καὶ τώρα μοιάζεις τοὺς θεοὺς ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια.”  {{r|200}}      Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος ἀπάντησέ του κι εἶπε· “Κι ἂν τάχα ξαναφάνηκε, Τηλέμαχε, ὁ γονιός σου, δὲ σοῦ ταιριάζει ν' ἀπορῆς καὶ νὰ θαμάζης τόσο· ἄλλος πιὰ ἐδῶ κατόπι μου δὲν ἔρχεται Ὀδυσσέας· ἐγώ 'μαι αὐτός, κι ἀφοῦ πολὺ πλανήθηκα στὰ ξένα, {{r|205}} τώρα στὰ χρόνια τὰ εἴκοσι γυρίζω στὴν πατρίδα. Εἶναι κι αὐτὸ τῆς Ἀθηνᾶς τῆς νικηφόρας ἔργο, ποὺ ὅπως θελήση δύνεται νὰ κάνη με νὰ μοιάζω, πότε φτωχὸς καὶ ταπεινός, καὶ πότε πάλε νέος, μὲ τὸ κορμί μου ἀρχοντικὰ φορέματα ντυμένο. {{r|210}} Κι εἶν' εὔκολο γιὰ τοὺς θεοὺς ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια, ἢ νὰ δοξάσουν ἄνθρωπο θνητό, ἢ νὰ ταπεινώσουν.”      Εἶπε, καὶ κάθισε· κι ὁ γιὸς στὴν ἀγκαλιά του πῆρε τὸ δοξαστὸ πατέρα του μὲ θρήνους καὶ μὲ δάκρυα. Τότες κι οἱ δυὸ ξεβούρκωσαν, καὶ δυνατὰ στριγγλίζαν, {{r|215}} κι ἀπ' ὄρνια ξεφωνίζοντας πιὸ ἁψὰ κι ἀπὸ σπαράχτες ἀγιοῦπες ἢ θαλασσαϊτούς, ποὺ πῆραν τὰ μικρά τους, ἀκόμα πρὶ φτερώσουνε, τῆς ἐξοχῆς οἱ ἀργάτες· τόσο πικρὰ ἀπ' τὰ βλέφαρα τὰ δάκρυα τους χυνόνταν. Κι ὁ γήλιος θὰ βασίλευε, κι ἀκόμα αὐτοὶ θὰ κλαῖγαν, {{r|220}} ἂν ἄξαφνα ὁ Τηλέμαχος τὸν Ὀδυσσέα δὲ ρώτα·      “Μὲ τί καράβι φάνηκες ὡς τόσο ἐδῶ, πατέρα; κι οἱ ναῦτες ποὺ σὲ φέρανε ποιοί λέγανε πὼς ἦταν; Γιατὶ πεζὸς ἐσὺ θαρρῶ δὲν ἦρθες ὡς τὸ Θιάκι.”      Κι ἀπολογήθη του ὁ τρανός, πολύπαθος Δυσσέας· {{r|225}} “Ὅλη ἀπ' ἐμένα, τέκνο μου, θ' ἀκούσης τὴν ἀλήθεια. Μὲ φέραν ἐδῶ Φαίακες θαλασσοξακουσμένοι, ποὺ κάθε ξένον προβοδοῦν ποὺ φτάση στὸ νησί τους· μὲ τὸ γοργὸ καράβι τους, καθὼς γλυκοκοιμόμουν, ἦρθαν στὸ Θιάκι, μ' ἔβγαλαν, καὶ μὲ λαμπρὰ μ' ἀφῆκαν {{r|230}} δῶρα, χρυσὰ καὶ χάλκινα, καὶ μὲ φαντὰ περίσσια· ὅλα κρυμμένα σὲ σπηλιὰ μὲ θεϊκιὰ βοήθεια. Τώρα ἦρθα ἐδῶ, τῆς Ἀθηνᾶς τὰ λόγια ἀκολουθώντας, μαζὶ νὰ κανονίσουμε τὸ φόνο τῶν ὀχτρῶ μας. Καὶ τοὺς μνηστῆρας ἔλα ἐσὺ, κι ἕνα πρὸς ἕνα πές μου, {{r|235}} νὰ μάθω πόσοι εἶν' ὅλοι τους, καὶ ποιός εἶν' ὁ καθένας· καὶ μέσα στὸν ἀλάθευτο θὰ μελετήσω νοῦ μου, ἂν ἐμεῖς σώνουμε μαζὶ μ' ἐκείνους νὰ πιαστοῦμε δίχως βοηθοὺς καὶ μοναχοί, γιά κι ἄλλους θὰ χρειαστοῦμε.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπάντησε καὶ του εἶπε· {{r|240}} “Πατέρα, πάντα τ' ἄκουγα τὸ δοξαστὸ ὄνομά σου, πόσο στὸ χέρι μαχητής, στὸ νοῦ μεγάλος ἤσουν· ὅμως αὐτὸς ὁ λόγος σου τὰ φρένα μου σαστίζει· πῶς δυὸ νομάτοι θὰ πιαστοῦν μὲ τόσους ἀντρειωμένους; Κι αὐτοὶ δὲν εἶναι μήτε μιὰ μήτε καὶ δυὸ δεκάδες, {{r|245}} μόνε πολὺ περσότεροι· θὰ μάθης τώρα πόσοι. Ἀπὸ Δουλίχι πρόβαλαν πενήντα δυὸ μνηστῆρες, νέοι ἕνας κι ἕνας, καὶ μ' αὐτοὺς δοῦλοι ἕξ ἀκολουθᾶνε· ἔχουμ' εἰκοσιτέσσερεις λεβέντες ἀπὸ Σάμη. Ἀπὸ τή Ζάκυθο εἴκοσι παιδιὰ Ἀχαιῶν μᾶς ἦρθαν, {{r|250}} κι ἀπὸ τὸ Θιάκι δώδεκα μετροῦμε παλληκάρια. Εἶναι μ' αὐτοὺς κι ὁ Μέδοντας, ὁ κήρυκας καὶ θεῖος τραγουδιστής, μὲ δυὸ μαζὶ παράξιους μοιραστάδες. Σ' ὅλους αὐτοὺς ἂν πέσουμε σὰ βρίσκουνται ἐκεῖ μέσα, φοβᾶμαι, μὴ μᾶς βγῆ πικρὴ καὶ μαύρη ἡ γδίκιωσή μας. {{r|255}} Μόνε στοχάσου ἂ δύνεσαι νὰ βρῆς στὸ νοῦ σου μέσα διαφεντευτὴ ποὺ πρόθυμα βοήθεια θὰ μᾶς φέρη.”      Κι ἀπάντησε ὁ πολύπαθος, ὁ θεῖος Ὀδυσσέας· “Ἄκου τί λέω, καὶ πρόσεξε, καὶ σκέψου ἂν ἡ βοήθεια τῆς Ἀθηνᾶς καὶ τοῦ θεϊκοῦ πατέρα της μᾶς σώνει, {{r|260}} ἢ κι ἄλλονε διαφεντευτὴ πρέπει νὰ ψάξω νά 'βρω.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε· “Μεγάλοι ἀλήθεια εἶναι κι οἱ δυὸ βοηθοὶ ποὺ μοῦ ὀνομάζεις τὶ θρονιασμένοι στ' ἁψηλὰ τὰ σύννεφα κι οἱ δυό τους, θεοὺς μαζὶ κι ἀθάνατους στὸν κόσμο ἐξουσιάζουν.” {{r|265}}      Κι ἀπάντησε ὁ πολύπαθος, ὁ θεῖος Ὀδυσσέας· “Δὲ θέν' ἀργήσουν νὰ βρεθοῦν κι οἱ δυὸ στὴ μαύρη ἀμάχη, ἅμα τοῦ Ἄρη ἡ μάνητα κι ἐμᾶς καὶ τοὺς μνηστῆρες   μᾶς συνεπάρη. Ὡς τόσο ἐσύ, καθὼς γλυκοχαράξη, {{r|270}} τρέξε, καὶ τοὺς περήφανους ζύγωσ' ἐκεῖ μνηστῆρες· κατόπι ἐμένανε ὁ βοσκὸς στὴ χώρα θὰ μὲ φέρη, μὲ κακορίζικου μορφὴ καὶ γέρου διακονιάρη. Κι ἀνίσως μοῦ κακοφερθοῦν ἐκεῖνοι στὸ παλάτι, κράτα τὸν πόνο μέσα σου τὰ πάθια μου θωρώντας· {{r|275}} μὰ κι ἂ μὲ ποδοσέρνουνε στὴ θύρα, καὶ σαγίτες μοῦ ρίχτουν, στέκου ἀτάραγος ἐσὺ κι ἀπόμενέ τα· καὶ μόνε λέγε τους γλυκὰ τὴν τρέλλα τους νὰ πάψουν· ἀγκαλὰ αὐτοὶ δὲ θὰ σ' ἀκοῦν, τὶ ἡ ὥρα τους ἀγγίζει.  [ Κι ἄλλο ἕνα πρᾶμα θὰ σοῦ πῶ, κι ἔχε το ἐσὺ στὸ νοῦ σου· {{r|280}} ἡ Ἀθηνᾶ ἡ πολύβουλη σὰ μὲ φωτίση, τότες θὰ γνέψω μὲ τὴν κεφαλή, καὶ τότ' ἐσὺ θὰ νιώσης, κι ὅσα ἄρματα μᾶς βρίσκουνται στὸν πύργο θὰ μαζέψης,   καὶ μὲς στὰ βάθια τοῦ ἁψηλοῦ θαλάμου θὰ τὰ θέσης· {{r|285}} κι ὅταν ἐκεῖνοι, θέλοντας νὰ ξέρουν, σὲ ρωτᾶνε, ἐσὺ μὲ λόγια μαλακὰ γλυκαποκοίμιζέ τους, καὶ λέγε τους· “Ἀπ' τὸν καπνὸ τὰ πῆρα, τὶ δὲν εἶναι σὰν ποὺ ὁ Ὀδυσσέας τ' ἄφησε μισεύοντας στὴν Τροία, μόνε ἡ ἀχνίλα τῆς φωτιᾶς τὰ θόλωσε ἀπὸ τότες. {{r|290}} Μὰ κι ἄλλο μεγαλύτερο βάζει στὸ νοῦ μου ὁ Δίας· μὴν τύχη καὶ σὲ μάλωμα σᾶς ρίξη τὸ μεθύσι, καὶ χτυπηθῆτε, κι ἀτιμιὰ στὴν προξενιά σας φέρτε· γιατὶ μονάχο του τραβάει τὸ σίδερο τὸν ἄντρα.” Ὅμως ν' ἀφήσης ἕτοιμους δυὸ λάζους, δυὸ κοντάρια, {{r|295}} κι ἀσπίδες δυό, ποὺ βιαστικὰ ν' ἀδράξουμε στὰ χέρια, κι ὁ Δίας μὲ τὴν Ἀθηνᾶ θὰ τοὺς μαγέψουν τότες. ]   Μὰ κι ἄλλο τώρα θὰ σοῦ πῶ κι ἐσὺ ἔχε το στὸ νοῦ σου· παιδί μου ἀλήθεια ἂν εἶσαι ἐσύ, κι ἀπὸ δικό μας αἶμα, {{r|300}} κανένας νὰ μὴ μάθη ἐκεῖ πὼς ἦρθε ὁ Ὀδυσσέας. Λαέρτης καὶ χοιροβοσκὸς μὴν τύχη καὶ τ' ἀκούσουν· μήτε κανένας τοῦ σπιτιοῦ, καὶ μήτε ἡ Πηνελόπη, παρὰ μονάχοι ἐμεῖς οἱ δυὸ νὰ μάθουμε τὶς γνῶμες τῶ γυναικῶν, καὶ δοκιμὴ νὰ κάνουμε στοὺς ἄντρες, {{r|305}} ποιός ἀπ' τοὺς δούλους μᾶς τιμάει, κι ἀκόμα μᾶς φοβᾶται, καὶ ποιὸς ξεχνᾶ μας κι ἀψηφάει λεβέντη σὰν κι ἐσένα.”      Καὶ τότες ὁ μυριόχαρος τοῦ ἀπολογήθη γιός του· “Πατέρα, ἀργότερα θαρρῶ θὰ νιώσης τὴν ψυχή μου, καὶ πὼς δὲν ἔχω θένα βρῆς τὰ λογικά μου κούφια· {{r|310}} μὰ αὐτὸ ποὺ τώρα μελετᾶς δὲν τό 'χω γιὰ καλό μας. Στοχάσου το· πολὺν καιρὸ θὰ χάσης ἂν καθέναν νὰ δοκιμάσης ξέχωρα στὰ χτήματα γυρίζης· κι αὐτοὶ στὸ μεταξὺ θὰ τρῶν τὸ βιὸς μὲς στὰ παλάτια, ἀναπαμένοι, ἀδιάντροποι, καὶ δίχως νὰ λυποῦνται. {{r|315}} Καλό 'ναι ἀλήθεια νὰ κοιτᾶς νὰ μάθης τὶς γυναῖκες, ποιές ἄτιμα σοῦ φέρνουνται καὶ ποιές δὲν ἔχουν κρῖμα· μὰ νὰ γυρνοῦμε τὶς αὐλὲς νὰ δοκιμάζουμε ἄντρες, αὐτὸ δὲν τό 'θελα· στερνὰ νὰ γίνουν κάλλιο ἐτοῦτα, σημάδι ἂν ἔχης φανερὸ τοῦ αἰγιδοφόρου Δία.”  {{r|320}}      Τέτοια αὐτοὶ τότες λέγανε μονάχοι ἀνάμεσό τους· ὡς τόσο τὸ καλόφτιαστο καράβι ἦρθε στὸ Θιάκι, ποὺ τὸν Τηλέμαχο ἔφερε καὶ τοὺς συντρόφους ὅλους ἀπὸ τὴν Πύλο. Μπήκανε στὸ τρίσβαθο λιμάνι, τραβῆξαν ἔξω στὴ στεριὰ τὸ μελανὸ καράβι, {{r|325}} καὶ τ' ἄρματά τους σήκωσαν καμαρωτοὶ λεβέντες, καὶ στοῦ Κλυτίου φέρανε τὰ δῶρα τὰ πανώρια. Κατόπι στεῖλαν κήρυκα στοὺς πύργους τοῦ Ὀδυσσέα, τὸ μήνυμα τῆς φρόνιμης νὰ φέρη Πηνελόπης, πὼς πῆγε ὁ γιός της στὴν ξοχή, μὰ ἐκεῖνος εἶχε στείλει {{r|330}} στὴ χώρα τὸ καράβι του, νὰ μὴν τῆς ἔρθη φόβος τῆς δοξαστῆς βασίλισσας καὶ χύση θερμὰ δάκρυα. Κι ὁ κήρυκας μὲ τὸ βοσκὸ στὸν πύργο ἀντάμα φτάνουν, νὰ φέρουν τὸ ἴδιο μήνυμα κι οἱ δυὸ τῆς Πηνελόπης. Καὶ στὸ λαμπρὸ σὰν μπήκανε τοῦ Ὀδυσσέα παλάτι, {{r|335}} ὁ κήρυκας ἀνάμεσα στὶς παρακόρες εἶπε· “Ἦρθε ὁ μονάκριβός σου γιός, βασίλισσα, ἀπ' τὴν Πύλο.” Ζυγώνει κι ὁ χοιροβοσκὸς καὶ λέει τῆς Πηνελόπης ὅλα ὅσα τοῦ παράγγειλε τ' ἀγαπητὸ παιδί της. Κι ὅλα καθὼς τὰ πρόσταξε σὰν εἶπε ἕνα πρὸς ἕνα, {{r|340}} τοῦ πύργου ἀφήνει τὶς αὐλὲς καὶ ξεκινάει στὴ στάνη.      Καὶ τοὺς μνηστῆρες ἔπιασε βαρειὰ καρδιὰ καὶ λύπη· καὶ βγῆκαν δίπλα ἀπ' τῆς αὐλῆς τὸν τοῖχο τὸ μεγάλο, καὶ πήγανε, κι ὁλόμπροστα καθίσανε τῆς θύρας.      Καὶ τότες τοῦ Πολύβου ὁ γιὸς ὁ Εὐρύμαχος τοὺς εἶπε· {{r|345}} “Ἔργο τρανὸ ὁ Τηλέμαχος κατόρθωσε μὲ τόλμη, τέτοιο ταξίδι,— κι εἴπαμε πὼς δὲ θὰ τὸ τελέση· τώρα καράβι διαλεχτὸ μὲ λαμνοκόπους ἄξιους ἂς ρίξουμε, ποὺ ὁλόταχα τὸ μήνυμα νὰ φέρουν στοὺς φίλους, νὰ γυρίσουνε γοργὰ στὸ Θιάκι πίσω.”  {{r|350}}      Τὸ λόγο δὲν ἀπόσωνε, κι ὁ Ἀμφίνομος γυρνώντας τὰ μάτια του πρὸς τὸ βαθιὸ λιμιώνα, εἶδε τὸ πλοῖο καθὼς μαζώναν τὰ πανιά, καὶ πιάναν τὰ κουπιά τους. Καὶ ἀπ' τὴν καρδιά του γέλασε, καὶ φώναξε στοὺς ἄλλους·      “Τί θέλουμε τὸ μήνυμα πιὰ τώρα, αὐτοί 'ναι μέσα. {{r|355}} Ἢ κάποιος θεὸς τοὺς φώτισε, ἢ κι εἶδαν τὸ καράβι ποὺ πέρναε, καὶ δὲν πρόφταξαν νὰ πᾶν καὶ νὰ τὸ πιάσουν.”      Εἶπε, κι αὐτοὶ σηκώθηκαν, καὶ στ' ἀκρογιάλι πῆγαν· καὶ στὴ στερεὰ τραβήξανε τὸ μελανὸ καράβι, καὶ τ' ἄρματά τους σήκωσαν καμαρωτοὶ λεβέντες. {{r|360}} Κι ὅλοι μαζὶ στὴν ἀγορὰ κινῆσαν, μηδ' ἀφῆναν ἄλλον ἢ νέο ἢ γέροντα μαζί τους νὰ καθίση. Καὶ τότες τοῦ Εὐπείθη ὁ γιός ὁ Ἀντίνος, σ' αὐτοὺς εἶπε·      “Ὠχοῦ, πῶς ἀπ' τὸν ὅλεθρο οἱ θεοὶ τόνε γλυτωσαν; Στὰ βράχια τ' ἀνεμόδαρτα σκοποὶ καθόνταν πάντα, {{r|365}} κι ἀπανωτὰ ξαλλάζανε· καὶ σὰ βουτοῦσε ὁ ἥλιος, δὲν ξενυχτούσαμε στὴ γῆς, παρὰ μὲ τό καράβι γυρνούσαμε ὡς τὸ χάραμα, φυλάγοντας καρτέρι θάνατο στὸν Τηλέμαχο, νὰ πᾶμε πιάνοντάς τον. Κι ὡς τόσο θεὸς τὸ θέλησε, καὶ γύρισε στὸ Θιάκι. {{r|370}} Μὰ ἐμεῖς ἐδῶ ἂς κοιτάξουμε τὸ τέλος του τό μαῦρο, μὴ μᾶς ξεφύγη· τὶ θαρρῶ πὼς ὅσο ζῆ δὲ βγαίνει πέρα ἡ δουλειά μας, τὶ καὶ νοῦ καὶ γνώση ἐκεῖνος ἔχει, κι ἐμᾶς ἀγάπη ὁ λαὸς σὰν πρῶτα δὲ μᾶς ἔχει. Μόνε βιαστῆτε, πρὶν αὐτὸς σὲ συντυχιὰ καλέση {{r|375}} τοὺς Ἀχαιούς· γιατὶ ἄπραγος, θαρρῶ, δὲ θένα μείνη, παρὰ μὲ ὀργή θὰ σηκωθῆ καὶ σ' ὅλους θὰ κηρύξη πὼς σκοτωμὸ τοῦ πλέχναμε, μὰ πρόφταξε καὶ σώθη. Κι ἄνομα τέτοια ἀκούγοντας ἐκεῖνοι δὲ θὰ στέρξουν, κι ἴσως μᾶς φέρουνε κακό, κι ἀπ' τὴν πατρίδα ἀκόμα {{r|380}} μᾶς διώξουν, καὶ μᾶς κάμουνε νὰ φύγουμε στὰ ξένα. Μόνε μακριὰ στὴν ἐξοχή, παρέκει ἀπὸ τὴ χώρα ἂς τὸν βαρέσουμε ἄξαφνα, γιά καὶ στὸ δρόμο ἀπάνω· κατόπι μοιραζόμαστε τὸ βιὸς καὶ τὰ καλά του, καὶ τὰ παλάτια ἀφήνουμε τῆς μάνας του, νὰ τά 'χη {{r|385}} ὅποιος τὴν πάρη ταίρι του. Μὰ ἀνίσως κι ἐσεῖς πάλι δὲ δέχεστε, καὶ θέτε αὐτὸς νὰ ζῆ καὶ τὰ καλά του τὰ πατρικὰ νὰ χαίρεται, δῶ πέρα ἂς μὴ ζητοῦμε νὰ μαζευόμαστε, καὶ βιὸς πολὺ νὰ καταλοῦμε· μόν' προξενειὰ ἀπ' τὸ σπίτι του καθένας μας ἂς κάνη {{r|390}} μὲ δῶρα του, κι αὐτὴ ἂς δεχτῆ τὸν ἄντρα ποὺ θὰ δώση τὰ πιότερα καὶ τῆς φανῆ τῆς μοίρας ὁ σταλμένος.”      Αὐτά εἰπε, κι ὅλοι σώπασαν κι ἀμίλητοι ἀπομεῖναν. Μὰ ἀπάνω ἐκεῖ ὁ Ἀμφίνομος ξαγόρεψέ τους κι εἶπε, ὁ γιόκας ὁ μυριόχαρος τοῦ ρήγα Νίσου, γόνου {{r|395}} τοῦ Ἀρήτου, ποὺ ἦρθεν ἀρχηγὸς καὶ κάλλιος τῶ μνηστήρων ἀπ' τὸ Δουλίχι τὸ χλωρό, τὸ σιταροσπαρμένο, καὶ ποὺ τὰ λόγια του ἄρεσαν τῆς ὥριας Πηνελόπης, γιατ' εἶχε πάντα στὴν καρδιὰ περίσσια καλωσύνη. Αὐτὸς λοιπὸν καλόγνωμα ξαγόρεψέ τους κι εἶπε·      “Ὦ φίλοι, τὸν Τηλέμαχο ποτὲς δὲ θὰ χαλνοῦσα· {{r|400}} κακό, βασιλικὴ γενιὰ μὲ φονικὸ νὰ σβήσης· τὴ γνώμη κάλλιο ἂς μάθουμε τῶν ἀθανάτων πρῶτα. Ἂν εἶναι μὲ τὸ θέλημα τοῦ Δία τοῦ βροντορίχτη, κι ἴδιος ἐγὼ τόνε χαλνῶ, κι ὅλους τοὺς ἄλλους σπρώχνω· Μὰ ἂν τὸ μποδίζουνε οἱ θεοί, νὰ πάψετε σᾶς λέγω.” {{r|405}}      Εἶπε, καὶ σ' ὅλους ἄρεσαν τοῦ Ἀμφίνομου τὰ λόγια. Κι ἀμέσως σηκωθήκανε καὶ στοῦ Ὀδυσσέα πῆγαν τὸν πύργο, καὶ καθίσανε πὰς στὰ λαμπρὰ θρονιά του.      Τότες στὸ νοῦ τῆς φρόνιμης τῆς Πηνελόπης ἦρθε ὀμπρὸς στοὺς παραδιάντροπους νὰ κατεβῆ μνηστῆρες, {{r|410}} γιατὶ ἔμαθε πὼς γύρευαν τὸ τέλος τοῦ παιδιοῦ της, τὶ ὁ κήρυκας ὁ Μέδοντας ποὺ τ' ἄκουσε τῆς τό 'πε. Καὶ μὲ τὶς βάγιες συντροφιὰ μὲς στὰ παλάτια μπῆκε. Κι ἡ ζουλεμένη ἀρχόντισσα σὰν πῆγε στοὺς μνηστῆρες, σιμὰ στὸ στύλο στάθηκε τῆς δουλεμένης στέγης, {{r|415}} σηκώνοντας στὴν ὄψη της τὸ λιόλαμπρο φακιόλι, καὶ τὸν Ἀντίνο μάλωσε καὶ μίλησέ του κι εἶπε·      “Ἀντίνο, ἀδιάντροπε, κακέ, ποὺ μὲς στὸ Θιάκι σ' ἔχουν γιὰ πρῶτο ἀπ' τοὺς ὁμήλικους στὴ γνώση καὶ στὰ λόγια· μὰ τέτοιος δὲν ἤσουν ἐσύ. Ζουρλέ, πῶς πᾶς καὶ πλέχνεις {{r|420}} τοῦ γιοῦ μου μαῦρο θάνατο, καὶ μήτε καὶ σὲ μέλει γιὰ τοὺς ἱκέτες πὄχουνε τὸ Δία γιὰ μάρτυρά τους; Μεγάλο κρῖμα εἶναι κακὸ νὰ πλέχνη ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου. Ξεχνᾶς πὼς ὁ πατέρας σου μᾶς ἦρθε ἐδῶ ἱκέτης, σὰν ἔφευγε ἀπὸ τὸ λαὸ ποὺ χόλιασε μαζί του, {{r|425}} γιατ' εἶχε πάρει συντροφιὰ ληστὲς ἀπὸ τὴν Τάφο, καὶ χάλασε τοὺς Θεσπρωτοὺς πού 'ταν δικοί μας φίλοι. Καὶ νὰ τοῦ πάρουν τὴ γλυκειὰ ζωὴ γυρεῦαν τότες, κι ὅλο τ' ἀρίθμητό του βιὸς ν' ἁρπάξουν καὶ νὰ φᾶνε· μὰ ὅσο αὐτοὶ κι ἂ μάνιαζαν, τοὺς μπόδισ' ὁ Δυσσέας. {{r|430}} Καὶ τώρα, χωρὶς δίκιο ἐσὺ τοῦ καταλεῖς τὸ σπίτι, γυρεύεις τὴ γυναίκα του, σκοτώνεις τὸ παιδί του, κι ἐμένα μὲ λυπεῖς πικρά. Μὰ ἐγὼ σοῦ λέω νὰ πάψης, νὰ πῆς καὶ τῶ συντρόφω σου νὰ πάψουνε κι ἐκεῖνοι.”      Κι ὁ Εὐρύμαχος τῆς ἀπαντάει, ὁ γόνος τοῦ Πολύβου· “Ὦ Πηνελόπη γνωστικιά, τοῦ Ἰκάριου θυγατέρα, {{r|435}} θάρρος, κι ἂς μὴν τὰ νοιάζεται καθόλου ἐδαῦτα ὁ νοῦς σου. Δὲν ἦρθε ἀκόμα ἐδῶ στὴ γῆς καὶ μήτε θά 'ρθη ἐκεῖνος ποὺ χέρι στὸν Τηλέμαχο τὸ γιό σου θένα βάλη, ὅσο ἐγὼ ζῶ, καὶ βλέπουνε τὰ μάτια μου στὸν κόσμο.  Γιατὶ ἕνα λόγο θὰ σοῦ πῶ, κι ὁ λόγος μου θὰ γίνη· {{r|440}} θὰ τρέξη στὸ κοντάρι μου εὐτὺς τὸ μαῦρο του αἷμα, τὶ ὁ πολεμόχαρος συχνὰ κι ἐμένανε Ὀδυσσέας στὰ γόνατά του μ' ἔπαιρνε, καὶ μοῦ 'βαζε στὰ χέρια κρέας ψημένο καὶ κρασὶ στὰ χείλη πορφυρένιο. Γι' αὐτὸ καὶ τοῦ Τηλέμαχου περίσσια τοῦ 'χω ἀγάπη, {{r|445}} κι ἀπ' τοὺς μνηστῆρες θάνατο νὰ μὴ φοβᾶται ἐκεῖνος· μὰ ἂν εἶναι νά 'ρθη ἀπ' τοὺς θεούς, πῶς νὰ σωθῆ δὲν ἔχει.”      Μὲ τέτοια τήνε θάρρευε, μὰ φόνο μελετοῦσε. Κι ἐκείνη μὲς στ' ἀνώγια της τὰ θεόλαμπρα ἀνεβαίνει, καὶ κλαίει τὸν Ὀδυσσέα της, ὥσπου ἡ γαλανομάτα {{r|450}} θεὰ κατέβασε γλυκὸ στὰ βλέφαρά της ὕπνο.      Καὶ τὸ βραδὺ ὁ καλὸς βοσκὸς στὸν Ὀδυσσέα ξανάρθε, ποὺ μὲ τὸ γιό του τοίμαζε τὸ δεῖπνο, καὶ θρεφτάρι κάναν θυσία χρονιάρικο. Κι ἡ Ἀθηνᾶ κατέβη τότε, καὶ μὲ ραβδὶ τὸ γιὸ βαρώντας τοῦ Λαέρτη, {{r|455}} τὸν Ὀδυσσέα, τὸν ἔκαμε γέρο ξανὰ σὰν πρῶτα. Καὶ μὲ φτωχὰ τὸν ἔντυσε φορέματα, μὴν τύχη καὶ τόνε δῆ ὁ χοιροβοσκὸς καὶ τόνε νιώση ὀμπρός του, καὶ δὲν τὸ κρύψη, μόν' τὸ πῆ τῆς ὥριας Πηνελόπης.      Καὶ πρῶτος ὁ Τηλέμαχος τοῦ μίλησε καὶ τοῦ 'πε· {{r|460}} “Ἦρθες, καλέ μας· τί ἄκουσες στὴ χώρα νὰ δηγοῦνται; Ἀπ' τὸ καρτέρι γύρισαν οἱ θεότρανοι μνηστῆρες, ἢ ἀκόμα ἐκεῖ μὲ καρτεροῦν στὸ Θιάκι νὰ γυρίσω;”      Κι ἐσύ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, τοῦ ἀπολογήθης κι εἶπες· “Δὲν ἤθελα νὰ τὰ ρωτῶ καὶ νὰ τὰ μάθω ἐτοῦτα, {{r|465}} στὴ χώρα μέσα τρέχοντας· βιαζόμουνα νὰ δώσω τὸ μήνυμά μου ὁλόταχα, καὶ πίσω νὰ ξανάρθω. Καὶ κήρυκας μαντάτορας γοργός, ἀπ' τοὺς συντρόφους ἔφτασε ἀντάμα, κι ἔδωσε τῆς μάνας λόγο πρῶτος. Ξέρω κι ἕν' ἄλλο νὰ σᾶς πῶ ποὺ μὲ τὰ μάτια μου εἶδα· {{r|470}} πάνω ἀπ' τὴ χώρα, στὸ βουνὸ τοῦ Ἑρμῆ σὰν εἶχα φτάσει, καράβι ἀγνάντεψα γοργὸ νὰ μπαίνη στὸ λιμάνι, γεμάτο μὲ ἄντρες, κι ἤτανε μὲ ἀσπίδες φορτωμένο, καὶ μὲ κοντάρια δίστομα. Καὶ φάνηκε σὰν νά 'ταν μνηστῆρες ὅλοι τους αὐτοί, μὰ ἄλλο νὰ πῶ δὲν ξέρω.” {{r|475}}      Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ Τηλέμαχος χαμογελώντας ρίχτει ματιὰ πρὸς τὸν πατέρα του, κρυφὰ ἀπ' τὸ χοιροτρόφο.      Καὶ τὶς δουλειὲς σὰν τέλειωσαν καὶ τοίμασαν τὸ δεῖπνο, καθίσανε κι ἀπόλαψαν τοῦ τραπεζιοῦ τὰ δῶρα. Κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους, {{r|480}} τὴν κλίνη θυμηθήκανε, καὶ χάρηκαν τὸν ὕπνο. </poem> f98rcor8vz9ft4bdkgo2kzz0g1v6g50 Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/ρ 0 15750 166719 93728 2026-06-26T18:51:26Z Sarri.greek 10495 κάθε 5 στίχους {{r|5}} 166719 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία ρ | επόμενο = [[../σ|Ραψωδία σ]] | προηγούμενο= [[../π|Ραψωδία π]] | σημειώσεις = }} <poem> Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, κι ὁ πολυαγαπημένος γιὸς τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα τὰ θεόμορφά του σάνταλα στὰ πόδια του ἀποδένει, καὶ στὴν παλάμη παίρνοντας τὸ δυνατὸ κοντάρι στὴ χώρα γιὰ νὰ κατεβῆ, λέει τοῦ χοιροβοσκοῦ του· {{r|5}}      “Στὴ χώρα πάω, κυρούλη μου, γιὰ νὰ μὲ δῆ ἡ μανούλα, τὶ δὲ θὰ πάψη νὰ θρηνῆ καὶ νὰ μοιρολογιέται ἂ δὲ μὲ δῆ τὸν ἴδιο μου· καί, νὰ τί σοῦ προστάζω·   τὸν ξένο αὐτὸ τὸν ἄμοιρο φέρ' τον νὰ διακονεύη {{r|10}} στὴ χώρα· κι ὅποιος θέλει ἐκεῖ καρβέλι καὶ κανάτα τοῦ δίνει· ἐγὼ δὲ δύνεμαι, μέσα στὰ πάθια ἐδαῦτα ποὺ ἔχει ἡ ψυχή μου, πόρεψη τοῦ καθενὸς νὰ δίνω. Κι ὁ ξένος πάλε ἂν πειραχτῆ χειρότερο θὰ τοῦ 'βγη. Ἀλήθειες ξάστερες ἐγὼ πάντα νὰ λέω μ' ἀρέσει.” {{r|15}}      Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος ἀπάντησέ του κι εἶπε· “Φίλε μου, ἐδῶ δὲν ἤθελα κι ἐγὼ νὰ μὲ κρατήσουν. Κάλλιο στὴ χώρα ἡ διακονιά, παρὰ μὲς στὰ χωράφια· πάντα θὰ δώση ἐκεῖ μικρὴ βοήθεια ὅποιος θελήση. Δὲν εἶναι πιὰ τὰ χρόνια μου στὶς μάντρες γιὰ νὰ μνήσκω, {{r|20}} καὶ προσταγὲς τοῦ ἀφέντη μου σὲ καθετὶς ν' ἀκούγω. Μόν' ἄμε ἐσὺ, κι ὁ ἄνθρωπος ποὺ πρόσταξες μὲ φέρνει, σὰ ζεσταθῶ μὲ τὴ φωτιά, καὶ σφίξη τὸ λιοπύρι. Κουρέλια 'ναι τὰ ροῦχα μου, καὶ τῆς αὐγῆς ἡ πάχνη θὰ μὲ παγώση· κι εἴπατε πὼς εἶναι ἀλάργα ἡ χώρα.” {{r|25}}      Καὶ τράβηξε ὁ Τηλέμαχος ὁλόγοργ' ἀπ' τὴ στάνη, γιὰ τοὺς μνηστῆρες χαλασμὸ στὸ νοῦ του μελετώντας. Καὶ κάτου στὸ λαμπρόχτιστο σὰν ἔφτασε παλάτι, στὸ μακρὺ στύλο ἀκούμπησε τὸ σουβλερὸ κοντάρι, καὶ μπῆκε, τὸ κατώφλι του τὸ πέτρινο περνώντας.  {{r|30}}      Τὸν εἶδε πρώτη καὶ καλὴ ἡ Εὐρύκλεια ἡ παραμάνα, καθὼς ἀπίθωνε προβιὲς πὰς στὰ θρονιὰ τοῦ πύργου, καὶ δακρυσμένη ζύγωσε· ὁλόγυρά του κι οἱ ἄλλες οἱ δοῦλες μαζωχτήκανε τοῦ ἀδάμαστου Ὀδυσσέα, καὶ τὸν γλυκοφιλούσανε στὴν κεφαλή, στοὺς ὤμους. {{r|35}}      Κι ἡ φρόνιμη ἀπ' τὸ θάλαμο προβάλλει ἡ Πηνελόπη, σὰν Ἄρτεμη πανόμορφη, καὶ σὰ χρυσή Ἀφροδίτη· μὲ δάκρυα τὸ μονάκριβο παιδί της ἀγκαλιάζει, φιλώντας τὸ κεφάλι του καὶ τὰ λαμπρά του μάτια, καὶ μὲ κλαψιάρικη φωνὴ τοῦ μίλησε καῖ τοῦ εἶπε·  {{r|40}}      “Τηλέμαχε, γλυκό μου φῶς, ἦρθες, κι ἐγὼ δὲ θάρρουν πὼς θὰ σὲ δῶ σὰν πρύμισες κρυφά μου κι ἄθελά μου στὴν Πύλο, τοῦ πατέρα σου μαντάτα γιὰ ν' ἀκούσης. Ὡς τόσο τώρα ὅσ' ἄκουσες κι ὅσα εἶδες, ἔλα πές μου.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπάντησέ της κι εἶπε {{r|45}} “Μὴφέρνης πόνου βούρκωμα μὲς στὴ καρδιά μου, ὦ μάνα, τώρα ποὺ μόλις ξέφυγα κακὸ καὶ μαῦρο τέλος· μόνε σὰ λούσης τὸ κορμί, καὶ καθαρὰ τὸ ντύσης, ἀνέβαινε στ' ἀνώγι σου μὲ τὶς καλές σου βάγιες, καὶ σ' ὅλους ἑκατοβοδιὲς τοὺς ἀθανάτους τάξε, {{r|50}} ἴσως κι ὁ Δίας γδίκιωση γιὰ χάρη μας τελέση. Ἐγὼ θὰ πάω στὴν ἀγορά, τὸν ξένο νὰ καλέσω, ποὺ ἦρθε ἀπ' τὴν Πύλο ἀντάμα μου, γιὰ ἐδῶ σὰν ξεκινοῦσα, καὶ ποὺ μὲ τοὺς ὁμοιόθεους τὸν ἔστειλα συντρόφους στὸν Πείραιο, παραγγέλνοντας περίσσια νὰ τοῦ δείξη {{r|55}} τιμὴ μέσα στὸ σπίτι του κι ἀγάπη ὥσπου νὰ φτάσω.”      Αὐτὰ εἶπε· κι ἔμεινε ἄφτερος στὰ χείλη της ὁ λόγος· καὶ τὸ κορμί σὰν ἔλουσε καὶ ντύθηκα καθάρια, πῆγε, ἔταξε ἑκατοβοδιὲς στοὺς ἀθανάτους ὅλους, ἴσως κι ὁ Δίας γδίκιωση γιὰ χάρη της τελέση.  {{r|60}}      Βγῆκε ὕστερα ὁ Τηλέμαχος κρατώντας τὸ κοντάρι, καὶ δυὸ γοργόποδα σκυλιὰ κατόπι ἀκολουθοῦσαν. Μὲ χάρη τότε ἡ Ἀθηνᾶ θεϊκὴ τὸν περεχοῦσε, κι ὅλος ὁ κόσμος θάμαζε θωρώντας του τὰ κάλλη. Τριγύρω του οἱ θεότολμοι μαζεύτηκαν μνηστῆρες, {{r|65}} μὲ ὄμορφα λόγια, καὶ κακοὺς σκοποὺς στὸ λογισμό τους. Ὅμως αὐτὸς ἀπόφυγε τὸ πλῆθος τους, καὶ πῆγε κάθισ' ἐκεῖ ποὺ ὁ Μέντορας, ὁ Ἄντιφος κι ὁ Ἀλιθέρσης· παλιοί του φίλοι πατρικοὶ καθόντουσαν κι ἐκεῖνοι τόνε ρωτοῦσαν καθετίς. Κι ὁ Πείραιος, ὁ μεγάλος {{r|70}} κι ὁ ξακουστὸς κονταριστής, τὸν ξένο φέρνοντάς του, ἀπὸ τὴ χώρα πέρασε, στὴν ἀγορὰ κατέβη, καὶ ζύγωσε. Δὲ στάθηκε ὁ Τηλέμαχος μακριά τους, μόνε τὸν ξένο σίμωσε. Κι ὁ Πείραιος τότες πρῶτος τοῦ μίλησε· “Τηλέμαχε, στεῖλε μου εὐτύς γυναῖκες {{r|75}} τὰ δῶρα ποὺ ὁ Μενέλαος σοῦ 'δωσε γιὰ νὰ πάρουν.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπάντησέ του κι εἶπε· “Ὦ Πείραιε, δὲ γνωρίζουμε πῶς ὅλ' αὐτὰ θὰ βγοῦνε. Ἂν οἱ μνηστῆρες μυστικὰ στὸν πύργο μὲ σκοτώσουν, κι ὅλα κατόπι μοιραστοῦν τὰ πατρικά μου πλούτια, {{r|80}} κάλλιο ἔχε τα τὰ δῶρα ἐσὺ, παρ' ἀπ' αὐτοὺς κανένας· ἂν πάλε ἐγὼ ξολοθρεμὸ καὶ θάνατο τοὺς δώσω, τότες τὰ φέρνεις χαίροντας, καὶ χαίροντας τὰ παίρνω.”      Εἶπε, καὶ τὸν πολύπαθο ξένο ἔφερε στὸ σπίτι. Καὶ μέσα στὸ λαμπρόχτιστο σὰν ἔφτασαν παλάτι, {{r|85}} ἀπάνω σ' ἕδρες καὶ θρονιὰ τὶς χλαῖνες ἀποθέσαν, καὶ μὲς σὲ γοῦρνες σκαλιστὲς καθίσαν καὶ λουστῆκαν. Κι οἱ δοῦλες σὰν τοὺς ἔλουσαν κι ἀλεῖψαν τους μὲ λάδι, καὶ τοὺς φορέσανε κρουστὲς χλαμύδες καὶ χιτῶνες, ἀπ' τὰ λουτρά τους βγήκανε καὶ στὰ θρανιὰ καθίσαν. {{r|90}} Καὶ μπρίκι γιὰ τὸ νίψιμο τοὺς φέρνει τότε ἡ βάγια, ὥριο, χρυσό, καὶ χύνει τους στὴν ἀργυρὴ λεγένη γιὰ νὰ πλυθοῦν, καὶ στρώνει τους γυαλιστερὸ τραπέζι. Σεμνὴ κελάρισσα ἔφερε ψωμὶ καὶ παραθέτει, κι ἀπὸ τὰ καλοφάγια της τοὺς ἔβαλε περίσσια. {{r|95}} Κι ἀντίκρυ ἡ μάνα του, σιμὰ στοῦ παλατιοῦ τὸ στύλο, ἀναγερμένη σὲ θρονὶ ψιλόκλωθε μὲ ρόκα. Κι αὐτοὶ ἅπλωναν τὰ χέρια τους στὰ καλοφάγια ὀμπρός τους. Κι ἀπὸ πιοτὸ κι ἀπὸ φαῒ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους, ἡ Πηνελόπη ἡ γνωστικιὰ τὸ λόγο πρώτη ἀρχίζει·  {{r|100}}      “Τηλέμαχε, στ' ἀνώγι ἐγὼ θ' ἀνέβω νὰ πλαγιάσω στὴν κλίνη ποὺ μὲ στεναγμοὺς καὶ δάκρυα τὴ ραντίζω, ἀφότου στὸ Ἵλιο κίνησε ὁ Δυσσέας μὲ τοὺς Ἀτρεῖδες· κι ὅμως ἐσυ δὲ θὲς νὰ 'ρθῆς καὶ νὰ μοῦ πῆς καθάρια, μέσα στὸν πύργο πρὶ νὰ μποῦν οἱ θεότολμοι μνηστῆρες, {{r|105}} γιὰ τοῦ γονιοῦ σου ἂν ἔμαθες τὸ γυρισμὸ στὰ ξένα.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπάντησέ της κι εἶπε· “Τὸ καθετίς, μητέρα μου, θὰ δηγηθῶ μὲ ἀλήθεια, Στὴν Πύλο καὶ στὸ Νέστορα σὰ φτάσαμε τὸ ρήγα, μὲς στ' ἁψηλὰ παλάτια του μὲ δέχτηκε μὲ ἀγάπη {{r|110}} καὶ πόνο, σὰν ποὺ δέχεται γονιὸς ἀκριβοπαίδι, σὰν ἔρχετ' ἀπὸ ξενιτειές, ποὺ ἐκεῖ πλανιόταν χρόνια· ὅμοια μὲ δέχτηκε κι αὐτὸς κι οἱ ξακουσμένοι γιοί του, κι ἔλεγε πὼς ἀπὸ ἄνθρωπο δὲν ἄκουσε στὸν κόσμο ἂ ζουσε γιὰ ἂν ἀπέθανε ὁ ἀντρόψυχος Δυσσέας. {{r|115}} Ὅμως στὸν πόλεμόχαρο Μενέλαο τοῦ Ἀτρέα μὲ ἀλόγατα καὶ μὲ ἄρματα λαμπρὰ προβόδωσέ με, κι ἐκεῖ εἶδα τὴν Ἀργίτισσα Ἑλένη, ποὺ γιὰ κείνη κι οἱ Ἀργῖτες ἔπαθαν πολλὰ δεινὰ, κι οἱ Τρωαδῖτες, κατὰ τὸ θέλημα τῶν θεῶν. Καὶ τότες ὁ Μενέλαος {{r|120}} μὲ ρώτησε ὁ βροντόφωνος ποιά ἀνάγκη μὲ εἶχε φέρει στὴν ὥρια Λακεδαίμονα· καὶ τοῦ 'πα τὴν ἀλήθεια. Κι αὐτὸς ἀπολογήθηκε, κι αὐτὰ τὰ λόγια μοῦ εἶπε· “Ὠχοῦ, σὲ τί παλληκαρᾶ κλινάρι νὰ πλαγιάσουν τοὺς ἦρθεν ὄρεξη αὑτονοὺς τοὺς ἄναντρους, ἀλήθεια. {{r|125}} Καθὼς μὲς σ' ἄγριου λιονταριοῦ ρουμάνι ἡ ἀλαφίνα, κοιμίζει βυζαστάρικα νιογέννητα λαφούλια, καὶ παίρνει τὶς βουνοπλαγιὲς καὶ τὰ χλωρὰ λαγκάδια, καὶ βόσκει, μὰ ἄξαφνα γυρνάει μὲς στὴ μονιά του ἐκεῖνος,  καὶ φέρνει τέλος φοβερὸ σὲ μάνα καὶ λαφούλια, {{r|130}} ἔτσι κι ὁ Ὀδυσσέας φριχτὰ θὰ τοὺς τελειώση ἐκείνους. Κι, ὦ Δία Θεέ μου, κι Ἀθηνᾶ, κι Ἀπόλλωνα, ἂν ἐκεῖνος τοὺς πέση σὰν ποὺ φάνηκε στὴν ὄμορφη τὴ Λέσβο, ποὺ πρόβαλε καὶ πάλεψε μὲ τὸ Φιλομηλείδη, καὶ μονομιᾶς τὸν ἔρριξε, κι οἱ Ἀχαιοὶ χαρῆκαν, {{r|135}} ἂν τέτοιος ὁ Ὀδυσσέας ἐρθῆ καὶ πέση στοὺς μνηστῆρες, γλήγορο θά 'ν' τὸ τέλος τους, κι ὁ γάμος τους φαρμάκι, Κι αὐτὰ ποὺ τώρα μὲ ρωτᾶς καὶ ποὺ παρακαλεῖς με, δὲ θὰ τὰ πῶ τριγυριστὰ καὶ δὲ θὰ σὲ γελάσω, παρὰ ὅσα μοῦ 'πε ὁ ἄλαθος τῆς θάλασσας ὁ γέρος, {{r|140}} ἕνα πρὸς ἕνα θά 'χης τα καὶ λόγο δὲ θὰ κρύψω. Τὸν εἶδε, μοῦ 'πε, σὲ νησὶ δάκρυα πολλὰ νὰ χύνη, στῆς θέαινας τῆς Καλυψῶς, ποὺ δίχως θέλησή του κρατάει τον, καὶ δὲ δύνεται νὰ δῆ γλυκειὰ πατρίδα· τὶ μήτε πλοῖα μὲ τὰ κουπιά, μήτε συντρόφους ἔχει, {{r|145}} ποὺ νὰ τὸν πάρουν ἀπ' ἐκεῖ στῆς θάλασσας τᾶ πλάτια.”      Αὐτά 'πε ὁ πολεμόχαρος Μενέλαος τοῦ Ἀτρέα. Καὶ τότες πίσω γύρισα, καὶ πρύμο μοῦ χαρίσαν οἱ ἀθάνατοι, καὶ μ' ἔφερναν στὴν ποθητὴ πατρίδα.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ τῆς τάραξε στὰ στήθια τὴν καρδιά της. {{r|150}} Καὶ τότες ὁ θεόμοιαστος Θεοκλύμενος τοὺς εἶπε·      “Γυναίκα πολυσέβαστη τοῦ δοξαστοῦ Ὀδυσσέα, δὲν τὰ γνωρίζει αὐτὸς σωστά, καὶ κάλλιο ἐμένανε ἄκου, ποὺ σοῦ μαντεύω ἀλάθευτα, καὶ τίποτις δὲν κρύβω. Ὁ Δίας νά 'ναι μάρτυρας, τὸ ξενικὸ τραπέζι, {{r|155}} κι ἐτούτη ἡ στιὰ τοῦ θεόλαμπρου Ὀδυσσέα ποὺ μὲ δέχτη, ἐδῶ 'ναι στὴν πατρίδα του ὁ Δυσσέας, κι ἢ γυρίζει ἢ κάθεται, καὶ τὶς κακὲς αὐτὲς δουλειὲς μαθαίνει, καὶ σ' ὅλους φοβερὰ δεινὰ σκαρώνει τοὺς μνηστῆρες· εἶδα πουλὶ προφητικὸ στὸ πλοῖο σὰν καθόμουν, {{r|160}} καὶ τότες τοῦ Τηλέμαχου τὰ λάλησα καὶ τὰ εἶπα.”      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ γνωστικιὰ μ' αὐτὰ τοῦ ἀπολογιέται· “Μακάρι, ὦ ξένε, ὁ λόγος σου νὰ βγῆ καθὼς τὸν εἶπες· μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη μου θὰ σοῦ 'δινα καὶ δῶρα τόσο πολλά, π' ὅσοι ἔβλεπαν θένα σὲ μακαρίζαν.” {{r|165}}      Τέτοια λαλοῦσαν κι ἔλεγαν ἐκεῖνοι ἀνάμεσό τους· καὶ στοῦ Ὀδυσσέα κατάμπροστα οἱ μνηστῆρες τἁ παλάτια δισκοβολώντας γλέντιζαν καὶ ρίχνοντας κοντάρια σὲ γῆς στρωτή, ποὺ ἀδιάντροπα ἐκεῖ πάντα μαζευόνταν. Μὰ πρὸς τὸ γιόμα, ποὺ ἔφταναν ὁλοῦθε ἀπ' τὰ χωράφια {{r|170}} τὰ πρόβατα κι οἱ πιστικοὶ τὰ φέρνανε σὰν πάντα, τοὺς εἶπε τότε ὁ Μέδοντας, ὁ κήρυκας ποὺ ἀπ' ὅλους τοὺς ἄρεσε νὰ κάθεται μαζί τους στὸ τραπέζι·      “Τώρα, παιδιά, ποὺ φράνθηκε μὲ τὸν ἀγώνα ὁ νοῦς σας νὰ τοιμαστῆτε γιὰ φαγὶ μὲς στὸ παλάτι ἐλᾶτε, {{r|175}} τ' εἶναι καλὸ στὴν ὥρα του νὰ γίνη τὸ τραπέζι.”      Εἶπε, κι αὐτοὶ τὸν ἄκουσαν, καὶ σηκωθῆκαν, πῆγαν. Καὶ μέσα στὰ λαμπρόχτιστα σὰν μπήκανε παλάτια, ἀπάνω σ' ἕδρες καὶ θρονιὰ τὶς χλαῖνες ἀπιθῶσαν, κι ἔσφαξαν πρόβατα τρανὰ, καλοθρεμμένα γίδια, {{r|180}} θρεφτάρια χοίρους, καὶ παχὺ δαμάλι γιὰ νὰ φᾶνε. Ὡς τόσο ἀπὸ τὴν ἐξοχὴ στὴ χώρα ὁ Ὀδυσσέας μὲ τὸν καλόκαρδο Εὔμαιο νὰ σύρη τοιμαζόταν. Κι ὁ πρῶτος τῶ χοιροβοσκῶν μίλησε τότε κι εἶπε·      “Ξένε, ποὺ τώρα λαχταρᾶς στὴ χώρα νὰ κατέβης, {{r|185}} καθὼς ὁ ἀφέντης πρόσταξε, κι ἐγώ 'θελα νὰ μείνης ἐδῶ στὴ στάνη φύλακας· μὰ σέβας τοῦ 'χω μέγα καὶ φόβο, μήπως ὕστερα μανιάση· καὶ τοῦ ἀφέντη φοβᾶμαι τὰ μαλώματα. Μὰ ἂς πᾶμε τώρα, ἡ μέρα πάει νὰ μεσιάση κι ἡ δροσιὰ θά 'ναι κακὴ τὸ βράδυ.”  {{r|190}}      Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος ἀπάντησέ του κι εἶπε· “Ξέρω, καὶ νιώθω· τό 'χα ἐγὼ στὸ νοῦ μου αὐτὸ ποὺ μοῦ 'πες. Μὰ ἂς πᾶμε, κι ἐσὺ δεῖχνε μου τὸ δρόμο πέρα ὡς πέρα, καὶ δῶσ' μου, ἂν ἔχης πουθενά, κουτσόραβδο κομμένο, γιὰ ν' ἀκουμπῶ, τὶ δύσκολος εἶναι μοῦ λέτε, ὁ δρόμος.” {{r|195}}      Εἶπε, καὶ κρέμασε παλιὸ τορβὰ κουρελιασμένο στὸν ὦμο μὲ χοντρὸ σκοινί, καὶ τοῦ 'δωκε συνάμα ραβδὶ ὁ καλὸς χοιροβοσκός, καθὼς τὸ πεθυμοῦσε. Ξεκίνησαν, μὰ οἱ πιστικοὶ μὲ τὰ σκυλιὰ στὴ στάνη μεῖναν καὶ φύλαγαν κι αὐτὸς ὁδήγαε τὸν ἀφέντη, {{r|200}} ποὺ σὰ ζητιάνος φαίνονταν ἐλεεινὸς καὶ γέρος, καὶ στὸ ραβδί του ἀκούμπαγε παλιόρουχα ντυμένος.      Πῆραν τὸ πετρωτὸ στρατὶ καὶ ζύγωσαν τὴ χώρα, καὶ σάνε φτάσανε σιμὰ στὴν κρουσταλλένια βρύση, ποὺ ὁ κόσμος ἔπαιρνε νερό, κι ὁ Νήριτος τὴν εἶχε, {{r|205}} κι ὁ Ἴθακος κι ὁ Πολύχτορας, χτισμένη, κι ἦταν λεῦκες δάσος ἐκεῖ νερόθρεφτες ποὺ ὁλοῦθε τὴν κυκλῶναν, καὶ κατρακύλα κρυὸ νερὸ ψηλάθε ἀπὸ τὸ βράχο, κι ἦταν βωμὸς ἀπάνωθε χτισμένος, ποὺ θυσιάζαν  στὶς Νύφες ὅσοι διάβαιναν· κεῖ πέρα ὁ Μελανθέας {{r|210}} τοὺς βλέπει τοῦ Δολίου ὁ γιός, μὲ δυὸ βοσκοὺς κατόπι, ποὺ φέρναν τὰ πιὸ διαλεχτὰ τῶν κοπαδιῶνε γίδια γιὰ τῶ μνηστήρων τὸ φαγί· κι ἅμα τοὺς εἶδε ἐκεῖνος πειραχτικὰ τοὺς μίλησε καὶ μὲ μεγάλη κάκια, καὶ τὸ Δυσσέα πληγώνανε τ' ἀδιάντροπά του λόγια· {{r|215}}      “Ἕνας ἀχρεῖος τὸν ἄλλονε μὰ τὴν ἀλήθεια σέρνει κι ἔτσι παντοτινὰ ὁ θεὸς ὅμοιο στὸν ὅμοιον φέρνει. Ποῦ τάχα, ὦ βρώμικε βοσκέ, τὸν πᾶς αὐτὸν τὸν χάφτη τὸν παλιοζήτουλα, μωρέ, τῶν τραπεζιῶν τὴ λώβα; Σὲ πόσες πόρτες θὰ σταθῆ τὴ ράχη του νὰ τρίβη, {{r|220}} ὄχι λεβέτια καὶ σπαθιά, παρὰ βουκιὲς ζητώντας. Δῶσ' τον ἐμένα, φύλακα τῆς στάνης νὰ τὸν ἔχω, νὰ μοῦ σαρώνη τὸ μαντρί, χλωρόκλαδα νὰ φέρνη στὰ γίδια, καὶ νὰ πίνη ὀρό, παχιὰ μεριὰ νὰ κάνη. Τώρα ὅμως ποὺ κακόμαθε, δὲ θέ' δουλειὰ νὰ πιάση {{r|225}} μόνε τοῦ ἀρέσει σὲ χωριὰ νὰ σέρνεται καὶ χῶρες, νὰ θρέφη μὲ τὴ διακονιὰ τὴ λαίμαργη κοιλιά του. Μὰ ἔχω δυὸ λόγια νὰ σοῦ πῶ, κι ὅ,τι σοῦ λέω θὰ γίνη·   ἂν τύχη κι ἔρθη στοῦ θεϊκοῦ τοῦ Ὀδυσσέα τοὺς πύργους. {{r|230}} τριγύρω στὴν κεφάλα του πολλὰ σκαμνιὰ ριγμένα ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀντρῶν θὰ σπάσουν τὰ πλευρά του.”      Καὶ καθὼς πέρναε, τοῦ 'δωσε κλωτσιὰ ὁ χαζὸς στὸ γόφο· μὰ ἐκεῖνος δὲν ξεστράτισε, παρὰ ἔμεινε στὸ δρόμο· Τότες στὸ νοῦ του μέσα ὁ γιὸς ἀνάδευε τοῦ Λαέρτη, {{r|235}} νὰ ὁρμήση, καὶ μὲ μιὰ ραβδιὰ νὰ τόνε ξεπαστρέψη, ἢ ἁρπάζοντάς τον ἀπ' τ' αὐτιά, νὰ τοῦ βροντήξη χάμου τὴν κούτρα· μὰ τὸ ἁπόμεινε, καὶ βάσταξε ἡ καρδιά του. Κι ἀγριομιλώντας ὁ βοσκὸς στὸν ἄλλον ἀντικρύ του, ἔβγαλ' εὐκή ἁψηλόφωνη μὲ χέρια σηκωμένα·      “Νύφες τῆς βρύσης, καὶ τοῦ Διὸς ὦ κόρες, ἂν ποτές του {{r|240}} μεριὰ ὁ Δυσσέας σᾶς ἔκαψε σὲ πάχος τυλιγμένα γιδιῶν κι ἀρνιῶνε, τούτη μου τελέστε τὴ λαχτάρα· ἂς ἔρθη ἐκεῖνος πιά, καὶ θεὸς ἂς τόνε φέρη κάποιος. Αὐτὸς θὰ σοῦ τὰ σκόρπιζε στ' ἀλήθεια τὰ καμάρια ποὺ τώρ' ἀγέρωχα κρατᾶς στὴ χώρα τριγυρνώντας, {{r|245}} ἐνῶ ἀφανίζουνε κακοὶ βοσκοὶ τὰ πρόβατά σου.”      Κι ὁ Μελανθέας ἀπάντησε καὶ τοῦ 'πε· “Ὠχοῦ, τί κρένει, ὁ σκύλος ὁ παμπόνηρος, ποὺ ἐγὼ θὰ τὸν περάσω μακριὰ ἀπ' τὸ Θιάκι κάποτες μὲ μελανὸ καράβι κέρδος νὰ βγάλω περισσό. Ὅμως μακάρι τώρα {{r|250}} τοῦ Φοίβoυ τοῦ ἀργυρότοξου οἱ σα.ί,τες νὰ σκοτώσουν στὸν πύργο τὸν Τηλέμαχο, γιὰ κονταριὲς μνηστήρων, σὰν ποὺ ὁ γονιός του χάθηκε στὰ μακρινὰ καὶ ξένα.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ τοὺς ἄφησε σιγὰ νὰ περπατᾶνε, μὰ ἐκεῖνος γλήγορα ἔφτασε στοῦ ρήγα τὰ παλάτια, {{r|255}} καὶ μπῆκε εὐτὺς καὶ κάθισε μαζὶ μὲ τοὺς μνηστῆρες, ἀντίκρυ στὸν Εὐρύμαχο, ποὺ τὸν παραγαποῦσε. Τοῦ βάλαν ἀπ' τὰ κρέατα τὸ μερτικό του οἱ δοῦλοι, κι ἡ σεβαστὴ κελάρισσα ψωμὶ παράθεσέ του νὰ φάη· κι ἦρθαν ὁ πάγκαλος βοσκὸς μὲ τὸ Δυσσέα, {{r|260}} καὶ στάθηκαν κοντά· ὡς αὐτοὺς τῆς βαθουλῆς ἐρχόταν τῆς φόρμιγγας τό παίξιμο, τὶ τότες ἀρχινοῦσε κι ὁ Φήμιος τὸ τραγούδι του. Καὶ τοῦ 'σφιξε ὁ Δυσσέας τὸ χέρι τοῦ χοιροβοσκοῦ, καὶ μίλησέ του κι εἶπε·      “Εὔμαιε αὐτά 'ναι τὰ λαμπρὰ παλάτια τοῦ Ὀδυσσέα· κι ἀνάμεσα σὲ πάμπολλα μπορεῖς νὰ τὰ ξανοίξης. {{r|265}} Ἀπ' τό 'να στὸ ἄλλο μέσα πᾶς, κι ἔχουν αὐλὴ κλεισμένη μὲ τείχισμα στεφανωτὸ καὶ στεριωμένες πόρτες δικάνατες καὶ ποιός μπορεῖ νὰ τὰ καταφρονέση; Βλέπω καὶ μέσα περισσοὶ πίνουν καὶ τρῶνε ἀνθρῶποι· καπνοῦ προβάλλει μυρουδιά, κι ἀκούγουνται τῆς λύρας {{r|270}} οἱ κόρδες ποὺ οἱ ἀθάνατοι γιὰ τὰ τραπέζια ὁρίσαν.”      Κι ἐσὺ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, τοῦ ἀπολογήθης κι εἶπες· “Κι αὐτὸ μεμιὰς τὸ ἀπείκασες, σὰν ποὺ ὅλα ἐσύ τὰ νιώθεις. Μὰ τώρα πῶς θὰ κάμουμε καιρὸς νὰ στοχαστοῦμε. Γιὰ πρῶτος στὰ παλάτια ἐσὺ τὰ ὡριοχτισμένα μπαίνεις, {{r|275}} καὶ στοὺς μνηστῆρες προχωρεῖς, καὶ πίσω ἐγὼ προσμένω, γιὰ ἂν θέλης κοντοστάσου ἐσὺ, κι ὀμπρὸς ἐγὼ πηγαίνω. Μὰ μὴν ἀργῆς νὰ μὴ σὲ δοῦν ἀπόξω, κι ἢ σὲ διώξουν, ἢ σὲ βαρέσουν ἄξαφνα· στοχάσου αὐτὸ ποὺ σοῦ 'πα.”      Κι ἀπάντησε ὁ πολύπαθος κι ὁ μέγας Ὀδυσσέας· {{r|280}} “Ξέρω, καὶ νιώθω· τό 'χω ἐγὼ στὸ νοῦ μου αὐτὸ ποὺ μοῦ 'πες. Μόν' ἐσὺ τράβηξε ὀμπροστά, κι ἐγὼ θὰ μείνω πίσω· σὲ χτυπησιὲς καὶ σὲ ριξιὲς ἀνήξερος δὲν εἶμαι· βαστάει ἡ καρδιά μου, τὶ πολλὰ μοῦ 'ρθαν ἐμένα πάθια σὲ ἀμάχες καὶ σὲ κύματα· κι αὐτὸ μ' ἐκεῖνα ἂς ἔρθη. {{r|285}} Ὅμως τὴ λύσσα τῆς κοιλιᾶς δὲ δύνεσαι νὰ κρύψης, ποὺ ἡ ἔρμη ἀρίθμητα δεινὰ στὸν κόσμο πάντα φέρνει. Γιὰ κείνην ἀρματώνουνται καλόζυγα καράβια, ποὺ σκίζουνε τὰ πέλαγα καὶ τοὺς ὀχτροὺς χτυπᾶνε.”      Αὐτὰ καθὼς λαλούσανε κι ἀνάμεσό τους λέγαν, {{r|290}} σκυλὶ ποὺ κοίτουνταν, τ' αὐτιὰ καὶ τὸ κεφάλι ὀρθώνει, ὁ Ἄργος, ποὺ ὁ ἀντρόψυχος Δυσσέας τὸν εἶχε θρέψει, ὅμως δὲν τόνε χάρηκε, γιατ' εἶχε φύγει ἐκεῖνος στὴ Τροία τότες τὴν ἱερή· σ' ἄλλους καιρούς οἱ νέοι τὸν παίρνανε, νὰ κυνηγοῦν λαγούς, ζαρκάδια, γίδια. {{r|295}} Τώρα, π' ὁ ἀφέντης ἔλειπε, τὸν ἄφηναν πεσμένο στὴν σωριασμένη τὴν κοπριὰ βοδιῶν καὶ μουλαριῶνε, ποὺ ὀμπρὸς στὴ θύρα ἁπλώνονταν, κι οἱ παραγιοὶ ἀποκεῖθε τὴν σήκωναν καὶ κόπριζαν τοὺς κήπους τοῦ Ὀδυσσέα. Ἀπάνω αὐτοῦ κοιτότανε τσιμπουριασμένος ὁ Ἄργος. {{r|300}} Καὶ τώρα, ἅμα μυρίστηκε σιμὰ τὸν Ὀδυσσέα, γοργοσαλεύει τὴν οὐρά, τ' αὐτιά του κατεβάζει, μὰ πιὸ κοντὰ τοῦ ἀφέντη του δὲν μπόρειε νὰ ζυγώση. Γύρισ' αὐτὸς τὴν ὄψη του καὶ σφούγγισ' ἕνα δάκρυο κρυφὸ μὲ τρόπο, κι ὕστερα τὸν πιστικὸ ρωτοῦσε· {{r|305}}      “Μεγάλο θάμα, στὴν κοπριὰ νὰ μνήσκη τέτοιος σκύλος· ὄμορφος σκύλος, μὰ ἇραγες νά 'ναι καὶ γοργοπόδης κοντὰ στὴν τόση του ὀμορφιά, γιά νά 'ναι δὰ ἀπὸ κείνους ποὺ στὰ τραπέζια στολισμὸ τοὺς ἔχουν οἱ ἀφεντάδες;”       Κι ἐσὺ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, τοῦ ἀπολογήθης κι εἶπες· {{r|310}} “Εἶν' ἐκεινοῦ ποὺ ἀπέθανε στὰ ξένα αὐτὸς ὁ σκύλος. Ἂν ἦταν ἔτσι στὸ κορμί, καὶ στὰ ἔργα του σὰν τότες ποὺ ὁ Ὀδυσσέας τὸν ἄφησε κινώντας γιὰ τὴν Τροία, τότες θὰ κοίτας δύναμη καὶ γληγοράδα, ἀλήθεια. Ἀγρίμι δὲν τοῦ ξέφευγε μὲς στὰ βαθιὰ τοῦ λόγγου, {{r|315}} κάθε κυνήγι, ποὺ ἔβγαζε στ' ἀχνάρια μαθημένος. Μὰ παθιασμένος τώρ' αὐτός, ὁ ἀφέντης του στὰ ξένα χαμένος, καὶ δὲ νοιάζονται γι' αὐτὸν ἐδῶ οἱ γυναῖκες. Κι οἱ δοῦλοι, σὰ δὲ βρίσκεται ποπάνω τους ἀφέντης,  δουλειὰ νὰ κάμουνε σωστὴ δὲ θέλουνε πιὰ τότες· {{r|320}} τὶ παίρνει τὴ μισὴ ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου ὁ βροντορίχτης ὁ Δίας, ἄμα τῆς σκλαβιᾶς ἡ μαύρη τοῦ 'ρθη μέρα.”      Αὐτὰ σὰν εἶπε, στὰ λαμπρὰ παλάτια μέσα μπηκε, καὶ πηγε τοὺς καμαρωτοὺς μνηστῆρες ν' ἀνταμώση. Ὅμως τὸν Ἄργο θάνατος μαῦρος κι ἀχνὸς τὸν πῆρε, {{r|325}} σὰν εἶδε τὸν ἀφέντη του, στὰ εἴκοσι χρόνια ἀπάνω.      Κι ὁ θεόμοιαστος Τηλέμαχος πρῶτος ἀπ' ὅλους εἶδε μὲς στὰ παλάτια τὸ βοσκό νὰ μπαίνη καὶ τοῦ γνέφει νὰ πάη σιμά του· γύρω του τηράει αὐτός, καὶ παίρνει  σκαμνὶ ποὺ τό 'χε ὁ μοιραστὴς ποὺ μοίραζε τὸ κρέας {{r|330}} στοὺς ἥρωες ποὺ τρωγόπιναν μὲς στὰ λαμπρὰ παλάτια. Ἀγνάντια στοῦ Τηλέμαχου ζυγώνει τὸ τραπέζι, κι ἐκεῖ καθίζει· ὁ κήρυκας τοῦ παραθέτει τότες μερίδα ὀμπρός του, καὶ ψωμὶ τοῦ δίνει ἀπ' τὸ πανέρι. {{r|335}}      Εὐτὺς κατόπι του ἔφτασε στοὺς πύργους κι ὁ Ὀδυσσέας, ὅμοιος μὲ κακορίζικο καὶ γέρο ψωμοζήτη, ἀκουμπισμένος σὲ ραβδί, καὶ κουρελοντυμένος. Καὶ καθὼς μπῆκε, κάθισε στὸ φράξινο κατώφλι, σὲ παραστάτη γέρνοντας ἀπ' ὥριο κυπαρίσσι, {{r|340}} ποὺ τό 'χε σιάξει τεχνικὰ μὲ στάφνη ὁ μάστορής του. Προσκάλεσε ὁ Τηλέμαχος τὸν πιστικὸ σιμά του, καὶ παίρνοντας ἁλάκερο ,ψωμὶ ἀπὸ τὸ πανέρι, καὶ κρέας ὅσο οἱ φοῦχτες του μαζὶ χωροῦσαν, τοῦ εἶπε·      “Πάρ' τα, τοῦ ξένου δῶσ' τα αὐτά, καὶ πές του δίνοντάς τα, {{r|345}} κι ἀπ' τοὺς μνηστῆρες ὁλονοὺς νὰ πάη καὶ νὰ γυρέψη. Σὰν ἔχη ἀνάγκη ὁ ἄνθρωπος, νὰ ντρέπεται δὲν πρέπει.”      Αὐτά εἰπε, κι ὁ χοιροβοσκὸς σὰν τ' ἄκουσε, πηγαίνει σιμά του, καὶ τοῦ προσμιλεῖ μὲ φτερωμένα λόγια· “Ξένε, ὁ Τηλέμαχος αὐτὰ σοῦ δίνει, καὶ μηνᾶ σου {{r|350}} κι ἀπ' τοὺς μνηστῆρες ὁλονοὺς νὰ πᾶς καὶ νὰ γυρέψης, τὶ λέει πὼς εἶναι ἀταίριαστη ἡ ντροπὴ σὲ διακονιάρη.”      Καὶ τότε ὁ πολυστόχαστος Δυσσέας ἀπάντησέ του· “Ὁ Δίας τοῦ Τηλέμαχου καλοτυχιὰ νὰ δίνη, κι ὅλ' ἂς τοῦ γίνουνε καθὼς ἀποθυμεῖ ἡ καρδιά του.” {{r|355}} Αὐτά εἰπε, καὶ τὰ δέχτηκε στὶς φοῦχτες του καὶ χάμου στὰ πόδια του τ' ἀκούμπησε στὸ φτωχικὸ σακί του. Κι ὅσο ὁ καλὸς τραγουδιστὴς τραγούδαε στὰ παλάτια, ἔτρωγε αὐτός· σὰν ἔπαψε νὰ τραγουδάη ἐκεῖνος, κι ἀπόφαγε ὁ Δυσσέας, βοὴ σηκῶσαν οἱ μνηστῆρες· {{r|360}} καὶ στάθη ὀμπρός του ἡ Ἀθηνᾶ καὶ τὸν παρακινοῦσε γύρω νὰ πάη μαζεύοντας καρβέλια ἀπ' τοὺς μνηστῆρες, ποιός εἶναι δίκιος καὶ καλός, ποιός ἄδικος, νὰ μάθη· μὰ κι ἔτσι ἡ θεὰ δὲν ἔμελλε κανένα νὰ γλυτώση. Ἄρχισ' αὐτὸς ἀπὸ δεξὰ καὶ καθενὸς ζητοῦσε {{r|365}} τὸ χέρι ἁπλώνοντας, παλιὸς σὰ νά 'τανε ζητιάνος. Κι αὐτοὶ πονώντας τοῦ 'διναν, ὅμως πολὺ ἀποροῦσαν, κι ἕνας τὸν ἄλλον ρώταγε ποιός ἦταν κι ἀποποῦθε. Καὶ τότες ὁ γιδοβοσκὸς ὁ Μελανθέας τοὺς εἶπε·      “Ἀκοῦστε με, τῆς δοξαστῆς βασίλισσας μνηστῆρες, {{r|370}} γι' αὐτὸν τὸν ξένο· ἐγὼ καὶ πρὶν τὸν εἶχα δῆ, καὶ βέβαια ὁ Εὔμαιος θὰ τὸν ἔφερνε σ' αὐτὸν τὸν πύργο τότες. Ποιός ὅμως εἶν' αὐτὸς καὶ ποιὰ ἡ γενιά του, δὲν κατέχω.”      Κι ὁ Ἀντίνος τὸ χοιροβοσκὸ μάλωσε τότες κι εἶπε· “Τί μᾶς τὸν ἔφερες, κι ἐσὺ χοιροβοσκέ, στὴ χώρα; {{r|375}} Λὲς τάχα δὲ μᾶς ἔφταναν τόσοι ἄλλοι γυρολόγοι παλιοζητιάνοι βαρετοί, τῶν τραπεζιῶνε λῶβες; Ἢ λίγοι ἐδῶ μαζώχτηκαν καὶ τρῶν τὸ βιὸς τοῦ ἀφέντη, καὶ πῆγες καὶ προσκάλεσες κι ἐτοῦτον ἐδῶ τώρα;”      Κι ἐσύ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, τοῦ ἀπολογήθης κι εἶπες· {{r|380}} “Σωστά, ὦ Ἀντίνε, δὲ λαλεῖς, ὅσο εὐγενὴς κι ἂν εἶσαι. Καὶ ποιός ποτές του γύρεψε νὰ προσκαλέση ξένον ἀλλοῦθε, ἐξὸν ἂν ἤτανε χρειαζούμενος τεχνίτης, κανένας μάντης, ἢ γιατρός, ἢ ξυλουργός, ἢ θεῖος τραγουδιστής, ποὺ μὲ γλυκὰ τραγούδια μας γλεντίζει; {{r|385}} αὐτοὶ δά, ποὺ ὡς τὰ πέρατα γυρεύουνται τοῦ κόσμου· ὅμως κανένας δὲν καλεῖ καταλυτὴ ζητιάνο. Μὰ ἐσύ 'σουν ὁ πιὸ δύστροπος ἀπ' ὅλους τοὺς μνηστῆρες γιὰ ὅλους κι ἐμένα χωριστὰ τοὺς δούλους τοῦ Ὀδυσσέα. Ὡς τόσο ἐγὼ δὲ σὲ ψηφῶ· σώνει νὰ ζῆ στοὺς πύργους {{r|390}} ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη κι ὁ θεόμοιαστος ὁ γιός της.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κρένει· “Σώπα, μὲ δαύτονε πολλὰ μιλήματα μὴν ἔχης· πάντα μὲ λόγια συνηθάει πικρὰ νὰ μᾶς χολώνη, μὰ καὶ τοὺς ἄλλους προσκαλεῖ παρόμοια νὰ μᾶς λένε.” {{r|395}}      Εἶπε, κι ἐκείνου μίλησε μὲ λόγια φτερωμένα· “Πολὺ ὄμορφα, καὶ σὰ γονιός, ὦ Ἀντίνε, μᾶς κοιτάζεις, ποὺ ἀπ' τὸ παλάτι ζήτησες εὐτὺς νὰ φύγη ὁ ξένος μὲ προσταγὴ τόσο βαρειά· ὁ θεὸς νὰ μὴν τὸ δώση. Μοίραζε, δὲ λυπᾶμαι ἐγώ· πρῶτος ἐγὼ τὸ θέλω. {{r|400}} Μὴ νοιάζεσαι τὴ μάνα μου μήτ' ἄλλον ἀπ' τοὺς δούλους, ποὺ βρίσκουνται μὲς στοῦ θεϊκοῦ Δυσσέα τὰ παλάτια. Μὰ τέτοιους στοχασμοὺς ἐσὺ στὰ φρένα σου δὲν ἔχεις, τὶ προτιμᾶς νὰ καλοτρῶς, παρ' ἀλλονοῦ νὰ δίνης.”      Κι ὁ Ἀντίνος τότες γύρισε κι αὐτὰ τοῦ ἀπολογήθη· {{r|405}} “Τηλέμαχε περήφανε κι ἀκράτητε, τί μοῦ 'πες; Ἂν ὅλοι τόση πόρεψη τοῦ δίναν οἱ μνηστῆρες, σωστοὺς τρεῖς μῆνες θά 'κανε στὸ σπίτι νὰ ζυγώση.”      Κι ἀπ' τὸ τραπέζι κάτωθε σκαμνὶ τραβάει καὶ δείχνει, ποὺ τὰ λαμπρά του ἀκούμπαγε τὰ πόδια σὰ δειπνοῦσε.  {{r|410}}      Ὡς τόσο οἱ ἄλλοι τοῦ 'διναν, καὶ μὲ ψωμὶ καὶ κρέας τὸ σάκο του γεμίσανε· καὶ κάνοντας νὰ σύρη πρὸς τὸ κατώφλι, νὰ γευτῆ τῶν Ἀχαιῶν τὰ δῶρα, σιμὰ τοῦ Ἀντίνου στάθηκε, καὶ μίλησέ του κι εἶπε· “Δῶσε μου, φίλε· ὁ πιὸ ἀχαμνὸς ἐδῶ θαρρῶ δὲν εἶσαι, {{r|415}} μόν' πρῶτος ἀπ' τοὺς Ἀχαιούς, τὶ βασιλιᾶς μοῦ μοιάζεις. Γι' αὐτὸ καὶ πιότερο ψωμὶ νὰ δώσης ἐσὺ πρέπει, καὶ τότες ὡς τὰ πέρατα τῆς γῆς θὰ σὲ δοξάζω. Κι ἐγὼ εἶχα σπίτια μιὰ φορὰ στὸν κόσμο, κι ἤμουν πλούσιος κι εὐτυχισμένος, κι ἔδινα σ' ἐκείνους ποὺ γυρνοῦσαν {{r|420}} καὶ γύρευαν, ὅποιοι ἤτανε, κι ἀπ' ὅ,τι εἶχαν ἀνάγκη· καὶ δούλους εἶχα ἀρίθμητους, κι ἄλλα καλὰ περίσσια, ποὺ ἔχουν αὐτοὶ ποὺ καλοζοῦν καὶ ποὺ τοὺς λένε ἀρχόντους. Μὰ ὁ Δίας ἄλλα θέλησε καὶ μοῦ τὰ ρήμαξε ὅλα, μὲ πολυπλάνητους ληστὲς σὰ μ' ἔβγαλε καὶ πῆγα {{r|425}} στὸν Αἴγυπτο τὸ μακρινό, νὰ χάσω ἐκεῖ τὰ πάντα. Στὸν ποταμὸ σὰν ἄραξα τὰ δίπλωρα καράβια, πρόσταξ' ἀμέσως τοὺς καλοὺς συντρόφους μου νὰ μείνουν αὐτοῦ, πλάϊ στὰ καράβια τους, γιὰ νὰ τὰ διαφεντεύουν, κι ἔστειλα βίγλες νὰ τηροῦν ἀπ' τὶς κορφὲς τριγύρω· {{r|430}} μὰ ἐκεῖνοι ξεπαρθήκανε κι ὅπου ἤθελαν τραβῆξαν· τῶν Αἰγυπτίων κουρσέψανε τὰ ὁλόμορφα χωράφια, καὶ παῖρναν γυναικόπαιδα, χαλνούσανε τοὺς ἄντρες. Κι ἦρθε ὡς τὴ χώρα τὸ βουητό, κι ἀκοῦν αὐτοὶ καὶ τρέχουν σὰν ἔφεξε· καὶ γέμισε πεζούρα καὶ καβάλλα {{r|435}} ὅλος ὁ κάμπος, κι ἄστραφτε ὁ χαλκός· κι ὁ βροντοχάρης ὁ Δίας στοὺς συντρόφους μου ρίχνει κακὴ φευγάλα, κι ἕνας δὲν κόταε νὰ σταθῆ κι ὀχτρό του ν' ἀντικρύση, γιατὶ παντοῦθε ἀφανισμὸς κακὸς τοὺς εἶχε ζώσει. Τότες πολλοὺς μοῦ σκότωσαν τὰ κοφτερὰ σπαθιά τους, {{r|440}} κι ἄλλους τοὺς πιάσαν ζωντανοὺς καὶ στὴ σκλαβιὰ τοὺς ρίξαν. Μένα σὲ φίλο μ' ἔδωκαν, ποὺ ἔτυχε ἐκεῖ, στοῦ Ἰάσου τὸ γιὸ τὸ Δμήτορα, τρανὸ τῆς Κύπρος βασιλέα. Ἀπὸ κεῖ πέρα τώρα ἐδῶ βασανισμένος ἦρθα.”      Κι ὁ Ἀντίνος τότες φώναξε· “Μὰ ποιός θεὸς μᾶς φέρνει {{r|445}} αὐτὸ τὸ μέγα βάσανο, τῶν τραπεζῶν τὴ λώβα; Μακριὰ ἀπὸ τὸ τραπέζι μου, στὴ μέση ποὺ εἶσαι, στάσου, σὲ πιὸ πικρὴ νὰ μὴ βρεθῆς ἄλλη Αἴγυπτο καὶ Κύπρο, ἀδιάντροπος κι ἀπόκοτος σὰν πού 'σαι διακονιάρης. Μὲ τὴν ἀράδα σ' ὅλους πᾶς, καὶ ξένοιαστα ὅλοι δίνουν, {{r|450}} τὶ κρατημὸ δὲν ἔχουνε καὶ λύπη, μόνε ρίχτουν ἀπὸ τὰ ξένα, ἀφοῦ πολλὰ καθένας ἔχει ὀμπρός του.”      Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος τραβήχτηκε καὶ τοῦ 'πε· “Κρῖμας ποὺ σὰν τὰ κάλλη σου κι ἡ γνώση σου δὲν εἶναι· μήτ' ἅλας ἀπ' τὸ σπίτι σου δὲ θά 'δινες ποτές σου, {{r|455}} ἀφοῦ σὲ ξένο κάθεσαι τραπέζι, καὶ νὰ δώσης βουκιὰ ψωμὶ δὲ βάσταξες, ποὺ τά 'χεις τόσα ὀμπρός σου.”      Εἶπε, κι ὁ Ἀντίνος πιὸ βαριὰ τότες χολώνει ἀκόμα, κι ἀγριοκοιτώντας τον, μ' αὐτὰ τοῦ μίλησε τὰ λόγια·      “Τώρα δὲν ἔχει πιὰ, γερὸς ἀπ' τὸ παλάτι ἐτοῦτο {{r|460}} πίσω θαρρῶ πὼς δὲ γυρνᾶς, ἀφοῦ μᾶς βρίζεις κιόλας.”      Εἶπε, κι ἁρπώντας τὸ σκαμνί, τοῦ τὸ πετάει στὴν ἄκρη τοῦ ὤμου τοῦ δεξοῦ· μὰ αὐτός, ἀσάλευτος σὰ βράχος, δὲ λύγισε ἀπ' τὸ χτύπημα τοῦ Ἀντίνου, μόν' σωπώντας τὴν κεφαλή του κούνησε, τ' εἶχε κακὸ στὸ νοῦ του. {{r|465}} Καὶ στὸ κατώφλι γύρισε, καὶ κάθισε, καὶ χάμου τ' ὁλόγεμό του βάζοντας σακί, στοὺς ἄλλους εἶπε·      “Ἀκοῦτε με, τῆς δοξαστῆς βασίλισσας μνηστῆρες, ὅσα ἐγὼ μέσα μου ἀγρικῶ θὰ σᾶς τὰ φανερώσω. Κανέναν πόνο ὁ ἄνθρωπος δὲν ξέρει, μήτε λύπη {{r|470}} σὰ χτυπηθῆ παλεύοντας νὰ σώση τὸ δικό του, ἂς εἶναι βόδια ἢ ἄσπρα ἀρνιά· μὰ ἐμένανε ὁ Ἀντίνος μὲ βάρεσε γιὰ τὴν κοιλιὰ τὴ σιχαμένη κι ἔρμη, καὶ ποὺ μ' ἀρίθμητα δεινὰ τὸν κόσμο βασανίζει. Ὅμως κι οἱ ζήτουλοι θεοὺς ἂν ἔχουν κι Ἐρινύες, {{r|475}} πρὶν ἔρθη ὁ γάμος, θάνατος θὰ σβήση τὸν Ἀντίνο.”      Κι ὁ Ἀντίνος τοῦ ἀποκρίθηκε· “Κάθου καὶ σώπα, ὦ ξένε, καὶ τρῶγε αὐτοῦ, ἢ φύγε ἀλλοῦ, τὶ ἀλλιῶς ἀπ' τὰ παλάτια οἱ νέοι μ' αὐτὰ τὰ λόγια σου τραβώντας σου τὰ πόδια ἢ καὶ τὰ χέρια, ἁλάκερο θένα σὲ γδάρουν ὄξω.”  {{r|480}}      Αὐτὰ εἶπε, κι ὅλους ἄξαφνα θυμὸς πολὺς τοὺς πῆρε· κι ἀπὸ τοὺς ξιππασμένους νιοὺς ἕνας αὐτὰ λαλοῦσε·      “Κακὰ ἔκαμες τὸ ζήτουλα, ὦ Ἀντίνε, νὰ βαρέσης, κακόμοιρε, ποὺ κάποιος θεὸς μπορεῖ ἐπουράνιος νά 'ναι. Τὶ μοιάζοντας οἱ θεοὶ συχνὰ μ' ἀλλομερῖτες ξένους {{r|485}} μορφὲς ἀλλάζουν, καὶ γυρνοῦν στὶς χῶρες τῶν ἀνθρώπων, νὰ ἰδοῦν ποιοί φέρνονται ἄνομα καὶ ποιοὶ ἔχουν δίκιους νόμους.”      Αὐτὰ οἱ μνηστῆρες λέγανε, μὰ ἐκεῖνος τ' ἀψηφοῦσε. Πικράθηκε ὁ Τηλέμαχος τὸ βάρεμα τηρώντας, μὰ δάκρυο ἀπὸ τὸ μάτι του δὲ χύθη, μόν' σωπώντας {{r|490}} τὴν κεφαλή του κούνησε, τ' εἶχε κακὸ στὸ νοῦ του. Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη σὰν ἔμαθε τοῦ Ἀντίνου τὸ κάμωμα, εἶπε στὶς καλὲς ἀγνάντια παρακόρες· “Κι αὐτὸν ὁ χρυσοδόξαρος ἔτσι ἂς χτυπήση ὁ Φοῖβος.”      Καὶ τότες ἡ κελάρισσα τῆς κάνει ἡ Εὐρυνόμη· {{r|495}} “Ἂν πιάσουν οἱ κατάρες μας, ἀπ' αὐτονοὺς κανένας νὰ ζήση ὡς τὴ χρυσόθρονη δὲ σώνει τὴν Αὐγούλα.”      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη γυρίζει καὶ τῆς κρένει· “Ὅλ' εἶναι ὀχτροί μας, μάνα μου, τὶ τὸ κακό μας θένε· μὰ αὐτὸς ἀκόμα πιότερο τὸ μαῦρο χάρο μοιάζει. {{r|500}} Ξένος βαριόμοιρος γυρνάει στὸν πύργο, κι ἀπ' τοὺς ἄντρες ψωμοζητάει, γιατὶ πολλὴ τὸν ἀναγκάζει φτώχεια· κάθε ἄλλος τοῦ 'δωσε θροφὴ καὶ πόρεψη περίσσια, κι αὐτὸς σκαμνὶ τοῦ πέταξε πὰς στὸ δεξὶ τὸν ὦμο.”      Αὐτὰ στὶς παρακόρες της στὸ θάλαμο καθόταν {{r|505}} ἡ Πηνελόπη κι ἔλεγε· κι ἔτρωγε ὁ θεῖος Δυσσέας. Τότες ἐκείνη φώναξε τὸν Εὔμαιο, καὶ τοῦ εἶπε·      “Ἄμε, ὦ καλὲ κυρούλη μου, προσκάλεσε τὸν ξένο, νὰ τὸν καλωσορίσω ἐγώ, καὶ νὰ τόνε ρωτήξω μήπως τοῦ καρτερόψυχου Δυσσέα μαντάτα ξέρη {{r|510}} ἢ μὴν τὸν εἶδε σὰν πολὺ ταξιδεμένος μοιάζει.”      Κι ὁ ἄξιος χοιροβοσκὸς τῆς ἀποκρίθη κι εἶπε· “Ἂς σώπαιναν οἱ Ἀχαιοί, βασίλισσα, ν' ἀκούσης τὰ ὅσα συντυχαίνει αὐτός, καὶ νὰ χαρῆ ἡ καρδιά σου. Τρία σωστὰ μερόνυχτα τὸν εἶχα στὴν καλύβα, {{r|515}} τὶ ἐκεῖ μοῦ πρωτοφάνηκε σὰν ξέφυγε ἀπ' τὸ πλοῖο, ὅμως δὲν πρόφταξε ὅλα του νὰ δηγηθῆ τὰ πάθια. Καθὼς καλὸς τραγουδιστής, ποὺ θεοὶ τόνε διδάξαν, βγαίνει καὶ τραγουδάει γλυκὰ τραγούδια στούς ἀνθρώπους, κι ὅλοι κοιτώντας τον ἀκοῦν μ' ἀχόρταγη λαχτάρα, {{r|520}} ὅμοια κι αὐτὸς μὲ μάγευε σιμά μου καθισμένος. Καὶ μοῦ 'πε φίλος πατρικὸς πὼς εἶναι τοῦ Ὀδυσσέα, καὶ πὼς στὴν Κρήτη κατοικεῖ, τοῦ Μίνωα τὴν πατρίδα. Ἀπὸ τὰ κεῖθε τώρα ἐδῶ τὸν πέταξαν τὰ πάθια, καὶ λέει καὶ γιὰ τὸ θεϊκὸ πὼς ἄκουσε Ὀδυσσέα, {{r|525}} ἐδῶ σιμά, πρὸς τὴν παχειὰ τῶν Θεσπρωτῶνε χώρα, πὼς ζῆ, καὶ φέρνει θησαυροὺς στοὺς πύργους του περίσσους.”      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη σ' ἐκεῖνον ἀποκρίθη· “Πήγαινε, κάλεσ' τον ἐδῶ, γιὰ νὰ τὰ πῆ μπροστά μου, κι ἐκεῖνοι ἂς παίζουν, ἢ ὀμπροστὰ στὶς θύρες καθισμένοι, {{r|530}} ἢ μὲς στοὺς πύργους αὐτουδά, μιὰς κι εἶναι ἀναπαμένοι, ποὺ μνήσκουνε στὰ σπίτια τους ἀκέρια τὰ καλά τους, σιτάρι καὶ γλυκὸ κρασὶ, καὶ μόνε οἱ δοῦλοι τρῶνε. Ὅμως ἐκεῖνοι ὁλοκαιρὶς σ' αὐτὸ τὸ σπίτι ζοῦνε, καὶ βόδια σφάζοντας κι ἀρνιὰ καὶ τὰ παχιά μας γίδια, {{r|535}} κάθουνται τρῶνε, καὶ μαζὶ κρασὶ φλογάτο πίνουν, τοῦ κάκου, καὶ τὰ σπαταλοῦν· τὶ δὲν εἶναι κανένας σὰν τὸ Δυσσέα, ἀπ' τὴν πληγὴ τὸ σπίτι νὰ γλυτώση. Μιὰς νά 'ρθη στὴν ἀγαπητὴ πατρίδα του ὁ Δυσσέας, καὶ μὲ τὸ γιό του γδικιωμὸ θὰ βρῆ τῆς ἀνομιᾶς τους.”  {{r|540}}      Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ Τηλέμαχος φτερνίστηκε μὲ κρότο, κι ὅλος ὁ πύργος βούηξε· γελάει ἡ Πηνελόπη, καὶ κρένει τοῦ χοιροβοσκοῦ μὲ λόγια φτερωμένα·      “Πήγαινε, κάλεσε, Εὔμαιε, τὸν ξένο ἐδῶ μπροστά μου. Δὲ βλέπεις πῶς φτερνίστηκε μ' αὐτὰ τὰ λόγια ὁ γιός μου; {{r|545}} Θὰ πῆ πὼς βέβαιος θάνατος θὰ βρῆ κάθε μνηστήρα· μήτ' ἕνας ἀπ' τὴ μαύρη του δὲ θὰ γλυτώση μοῖρα. Κι ἕνα ἄλλο λόγο θὰ σοῦ πῶ, κι ἐσὺ νὰ τὸν θυμᾶσαι· ἂ δῶ πῶς ὅλα βγαίνουνε σωστὰ ποὺ μᾶς δηγέται, θὰ τόνε ντύσω μὲ ὄμορφη χλαμύδα καὶ χιτώνα.”  {{r|550}}      Αὐτὰ ὁ καλὸς χοιροβοσκὸς σὰν ἄκουσε, πηγαίνει σιμὰ στὸν ξένο, στέκεται, καὶ τοῦ λαλεῖ· “Πατέρα, ἡ μάνα τοῦ Τηλέμαχου σὲ κράζει, ἡ Πηνελόπη· Ὅσο πολλὰ κι ἂν ἔπαθε, κι ὅσο ἂν πονῆ ἡ καρδιά της, νὰ σὲ ρωτήξη λαχταρεῖ γιὰ τὸν καλό της ἄντρα. {{r|555}} Κι ἂ δῆ πὼς ὅλα βγαίνουνε σωστὰ ποὺ μᾶς δηγέσαι, χιτώνα καὶ χλαμύδα αὐτὴ νὰ βάλης θὰ σοῦ δώκη, ποὺ ἔχεις ἀνάγκη· θὰ μπορῆς καὶ νὰ ζητᾶς παντοῦθε ψωμὶ νὰ βόσκης τὴν κοιλιά, καὶ θὰ σοῦ δίνουν ὅλοι.”      Κι ἀπολογιέται του ὁ τρανός, πολύπαθος Δυσσέας· {{r|560}} “Εὔμαιε, σωστὰ μεμιὰς ἐγὼ θὰ τὰ δηγόμουν ὅλα στὴν Πηνελόπη τὴ σεμνὴ τοῦ Ἰκάριου θυγατέρα, τὶ γνώρισα τὰ πάθια του μαζί του σὰν πλανιόμουν. Ὅμως φοβᾶμαι τῶν κακῶν μνηστήρων τὸ κοπάδι, ποὺ τ' ἄχτι τους κι ἡ ἀδιαντροπιὰ στὰ οὐράνια ἀπάνω φτάνει. {{r|565}} Γιατὶ καὶ τώρα ποὺ ἕνας τους, στὸν πύργο σὰ γυρνοῦσα, μὲ πόνεσε βαρώντας με, χωρὶς κακὸ νὰ πράξω, βοηθὸς μήτ' ὁ Τηλέμαχος μήτ' ἄλλος δὲ μοῦ στάθη. Πὲς τῆς λοιπὸν τῆς φρόνιμης κερᾶς νὰ περιμείνη, βιάση κι ἂν ἔχη περισσή, νὰ γείρη πρῶτα ὁ ἥλιος, {{r|570}} καὶ τότες γιὰ τὸ γυρισμὸ τοῦ ἀντρός της ἂς ρωτήξη, καθίζοντάς με ἐκεῖ στὴ στιά, τὶ εἶμαι κακοντυμένος, καθὼς γνωρίζεις κι ἴδιος σου, πού 'ρθα σ' ἐσένα πρῶτα.”      Ξεκίνησε ὁ χοιροβοσκὸς σὰν τοῦ 'πε αὐτὰ ὁ Δυσσέας· κι ἅμ' ἀπ' τὴ θύρα πέρασε, τοῦ κρένει ἡ Πηνελόπη· {{r|575}}      “Δὲ μοῦ τὸν ἔφερες, βοσκέ; ,τί κρένει ὁ διακονιάρης; ἢ κάποιος τόνε τρόμαξε; ἢ καὶ ντροπὴ τὸν πῆρε μέσα στὸν πύργο; Εἶναι κακὸς ὁ ντροπαλὸς ζητιάνος.”      Κι ἐσὺ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, τῆς ἀποκρίθης κι εἶπες· “Καλὰ στοχάζεται, ὦ κερά, κι ἔτσι θὰ κάναν ἄλλοι, {{r|580}} τῶν ἔρμων τὴν ἀποκοτιὰ μνηστήρω νὰ ξεφύγουν· καὶ νὰ προσμείνης σοῦ μηνάει ὥσπου νὰ γείρη ὁ ἥλιος. Καλύτερο, ὦ βασίλισσα, θαρρῶ 'ναι καὶ γιὰ σένα, μονάχη σου νὰ τοῦ μιλᾶς, νὰ τὸν ἀκοῦς μονάχη.”      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη γυρίζει καὶ τοῦ κρένει· {{r|585}} “Ὁ ξένος δὲν εἶν' ἄμυαλος· σωστὰ τὰ βλέπει ὁ νοῦς του· τὶ ἄλλους δὲν ἔχει ἐδῶ θνητοὺς ἀνθρώπους σὰν ἐτούτους, νὰ συλλογιένται τὸ κακό, καὶ ν' ἀδικοῦν τὸν κόσμο.”      Αὐτὰ εἶπε· κι ὁ χοιροβοσκὸς πρὸς τῶν μνηστήρων πῆγε τὸ πλῆθος, ἅμα τέλειωσε μὲ τὴν κερὰ τὸ λόγο. {{r|590}} Καὶ τοῦ Τηλέμαχου λαλεῖ μὲ φτερωμένα λόγια, σιμώνοντας τὴν κεφαλή, νὰ μὴν ἀκούσουν ἄλλοι·      “Ἐγὼ πηγαίνω τώρα ἐκεῖ τοὺς χοίρους νὰ φυλάξω καὶ τ' ἄλλα, πού 'ναι τὸ ἔχει σου, καὶ τὸ δικό μου τὸ ἔχει· κι ἐδῶ ἐσὺ τοῦτα φρόντιζε, καὶ πρῶτα τὸν ἑαυτό σου, {{r|595}} νὰ μὴ μᾶς πάθης τίποτα, τὶ ἔχουν πολλοὶ ἀπ' ἐτουτους κακὸ σκοπὸ γιὰ λόγου σου· ποὺ ὁ Δίας νὰ τοὺς λυώση πρὶ νὰ μᾶς ἔρθη τὸ κακὸ καὶ πρὶ μᾶς ξολοθρέψουν.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπάντησέ του κι εἶπε· “Κυρούλη μου, ἔτσι θὰ γενῆ· ξεκίνα ἐσὺ τὸ γέρμα,  καὶ γύρισε αὔριο τὴν αὐγὴ μὲ τὰ καλὰ σφαχτά σου· {{r|600}} τὰ ἐδῶ θὰ τὰ φροντίσω ἐγὼ κι οἱ ἀθάνατοι σιμά μου.”      Καὶ στὸ καλόφτιαστο θρονὶ κάθισε πάλε ἐκεῖνος· κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ χόρτασε ἡ καρδιά του, στὴ χοιρομάντρα γύρισε, κι ἀφῆκε τὰ παλάτια, γεμάτα κόσμο, ποὺ ἔτρωγαν καὶ ποὺ χαροκοποῦσαν {{r|605}} μὲ τὸ τραγούδι, μὲ χορούς, τὶ κόντευε τὸ βράδυ. </poem> 4vya70w2ru46w1n8qtnw66k07hbxtve Συζήτηση χρήστη:Nikos1nikos1 3 48944 166717 166716 2026-06-26T17:10:01Z Nikos1nikos1 15046 /* Από πού να ξεκινήσω? */ Απάντηση 166717 wikitext text/x-wiki <!-- Παρακαλώ χρησιμοποιείτε αυτό το πρότυπο με την λειτουργία subst --> <div align=left style="padding:15px;width:60%;border: green 1px solid; background:#eeffed"> [[Image:Wikisource-logo.svg|100px|right]] '''Καλώς ήρθες!''' Χρήστη {{BASEPAGENAME}}, καλώς ήρθες στην ελληνική [[Κύρια Σελίδα|Βικιθήκη]]! Ακολουθούν μερικοί χρήσιμοι σύνδεσμοι: *[[Βικιθήκη:Εισαγωγή|Εισαγωγή στη Βικιθήκη]] *[[Βοήθεια:Περιεχόμενα|Βοήθεια]] *[[Βικιθήκη:Πνευματικά δικαιώματα|Πνευματικά δικαιώματα]] *[[Βοήθεια:Πώς να επεξεργαστείτε μια σελίδα|Πώς να επεξεργαστείτε μια σελίδα]] *[[Βικιθήκη:Διαχειριστές|Διαχειριστές Βικιθήκης]] *[[Βικιθήκη:Διαγραφή άρθρων|Πολιτική διαγραφής άρθρων]] *[[Βικιθήκη:Προστασία κειμένων|Πολιτική προστασίας κειμένων]] *[[Βικιθήκη:Ποιότητα κειμένων|Έλεγχος ποιότητας κειμένων]] Ελπίζουμε στην θετική συνεισφορά σου. Καλή συνέχεια! </div>--<span style="font-family:Times;">''[[Χρήστης:Texniths|Τεχνίτης]]'' <small>([[Συζήτηση χρήστη:Texniths|ο Βικιθηκάριος]])</small></span> 16:57, 17 Δεκεμβρίου 2024 (UTC) == Από πού να ξεκινήσω? == Κύριε Νίκο, καλημέρα κι ευχαριστούμε για το νυχτοδροσοβόλι. Από ποια μεριά να ξεκινήσω δουλειά? από ρ προς τα πίσω ή από θ και μπρος? [[Οδύσσεια_(Μετάφραση_Εφταλιώτη)]]. Ευχαριστώ. &#8209;&#8209;[[User:Sarri.greek|Sarri.greek]]&nbsp;<sup>[[User talk:Sarri.greek|&#9835;]]</sup>&nbsp;[[Special:Contributions/Sarri.greek||]] 03:44, 26 Ιουνίου 2026 (UTC) :Γεια σας. Δεν έχω απεριόριστο ελεύθερο χρόνο γιατί εργάζομαι. Δεν είμαι συνταξιούχος. Το πρωί έκανα μία ραψωδία. Ξεκινήστε από ρ προς τα πίσω. Κάποτε θα το ολοκληρώσουμε. [[Χρήστης:Nikos1nikos1|Nikos1nikos1]] ([[Συζήτηση χρήστη:Nikos1nikos1|συζήτηση]]) 17:10, 26 Ιουνίου 2026 (UTC) bnvf6akv78pl5vggo599d5tgrfmxe9z 166728 166717 2026-06-26T19:47:54Z Sarri.greek 10495 /* Από πού να ξεκινήσω? */ Χίλια ευχαριστώ κ. Νίκο 166728 wikitext text/x-wiki <!-- Παρακαλώ χρησιμοποιείτε αυτό το πρότυπο με την λειτουργία subst --> <div align=left style="padding:15px;width:60%;border: green 1px solid; background:#eeffed"> [[Image:Wikisource-logo.svg|100px|right]] '''Καλώς ήρθες!''' Χρήστη {{BASEPAGENAME}}, καλώς ήρθες στην ελληνική [[Κύρια Σελίδα|Βικιθήκη]]! Ακολουθούν μερικοί χρήσιμοι σύνδεσμοι: *[[Βικιθήκη:Εισαγωγή|Εισαγωγή στη Βικιθήκη]] *[[Βοήθεια:Περιεχόμενα|Βοήθεια]] *[[Βικιθήκη:Πνευματικά δικαιώματα|Πνευματικά δικαιώματα]] *[[Βοήθεια:Πώς να επεξεργαστείτε μια σελίδα|Πώς να επεξεργαστείτε μια σελίδα]] *[[Βικιθήκη:Διαχειριστές|Διαχειριστές Βικιθήκης]] *[[Βικιθήκη:Διαγραφή άρθρων|Πολιτική διαγραφής άρθρων]] *[[Βικιθήκη:Προστασία κειμένων|Πολιτική προστασίας κειμένων]] *[[Βικιθήκη:Ποιότητα κειμένων|Έλεγχος ποιότητας κειμένων]] Ελπίζουμε στην θετική συνεισφορά σου. Καλή συνέχεια! </div>--<span style="font-family:Times;">''[[Χρήστης:Texniths|Τεχνίτης]]'' <small>([[Συζήτηση χρήστη:Texniths|ο Βικιθηκάριος]])</small></span> 16:57, 17 Δεκεμβρίου 2024 (UTC) == Από πού να ξεκινήσω? == Κύριε Νίκο, καλημέρα κι ευχαριστούμε για το νυχτοδροσοβόλι. Από ποια μεριά να ξεκινήσω δουλειά? από ρ προς τα πίσω ή από θ και μπρος? [[Οδύσσεια_(Μετάφραση_Εφταλιώτη)]]. Ευχαριστώ. &#8209;&#8209;[[User:Sarri.greek|Sarri.greek]]&nbsp;<sup>[[User talk:Sarri.greek|&#9835;]]</sup>&nbsp;[[Special:Contributions/Sarri.greek||]] 03:44, 26 Ιουνίου 2026 (UTC) :Γεια σας. Δεν έχω απεριόριστο ελεύθερο χρόνο γιατί εργάζομαι. Δεν είμαι συνταξιούχος. Το πρωί έκανα μία ραψωδία. Ξεκινήστε από ρ προς τα πίσω. Κάποτε θα το ολοκληρώσουμε. [[Χρήστης:Nikos1nikos1|Nikos1nikos1]] ([[Συζήτηση χρήστη:Nikos1nikos1|συζήτηση]]) 17:10, 26 Ιουνίου 2026 (UTC) :: Χίλια ευχαριστώ, κ Νίκο! Τελειώσαμε! Άξιζε τον κόπο ο Εφταλιώτης! Εγώ δεν εργάζομαι πια, δε μου το επιτρέπει η υγεία μου... έχω χρόνο. Απλώς, δεν μπορώ να έχω όρθιο τον κορμό για πολλήν ώρα. Οπότε, πολύ βοηθήσατε! &#8209;&#8209;[[User:Sarri.greek|Sarri.greek]]&nbsp;<sup>[[User talk:Sarri.greek|&#9835;]]</sup>&nbsp;[[Special:Contributions/Sarri.greek||]] 19:47, 26 Ιουνίου 2026 (UTC) 80gkigmqs9v6h6fyn6j5h0ugv24fxvn