Βικιθήκη
elwikisource
https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1
MediaWiki 1.47.0-wmf.9
first-letter
Μέσο
Ειδικό
Συζήτηση
Χρήστης
Συζήτηση χρήστη
Βικιθήκη
Συζήτηση Βικιθήκη
Αρχείο
Συζήτηση αρχείου
MediaWiki
Συζήτηση MediaWiki
Πρότυπο
Συζήτηση προτύπου
Βοήθεια
Συζήτηση βοήθειας
Κατηγορία
Συζήτηση κατηγορίας
Σελίδα
Συζήτηση σελίδας
Μεταγραφή
Συζήτηση μεταγραφής
Συγγραφέας
Συζήτηση συγγραφέα
Πύλη
Συζήτηση πύλης
TimedText
TimedText talk
Module
Module talk
Event
Event talk
Ιλιάδα (Πολυλάς)/β
0
15764
166743
93735
2026-07-03T15:45:34Z
Sarri.greek
10495
{{r|5}} σε κάθε 5ο στίχο
166743
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = Ιλιάδα
| συγγραφέας = Όμηρος
| μεταφραστής= Ιάκωβος Πολυλάς
| ενότητα = Ραψωδία β
| επόμενο = [[../γ|Ραψωδία γ]]
| προηγούμενο= [[../α|Ραψωδία α]]
| σημειώσεις =
}}
<poem>
῞Ολοι κοιμῶντ’ ὁλονυκτὶς θεοὶ καὶ πολεμάρχοι,
ἀλλ’ ὕπνος δὲν κατέβαινε στὰ μάτια τοῦ Κρονίδη
κι ἐμεριμνοῦσε πῶς τιμὴν νὰ δώση τοῦ ᾽Αχιλλέως
καὶ ἀφανισμὸν τῶν Ἀχαιῶν νὰ φέρη ἐκεῖ στὰ πλοῖα·
καὶ τούτ’ ἡ συμφερώτερη βουλὴ στὸν νοῦν του ἐφάνη {{r|5}}
νὰ στείλη πλάνον ῎Ονειρον εὐθὺς εἰς τὸν ᾽Ατρείδην,
κι ἐκεῖνον ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα:
«῎Ονειρε πλάνε, στὰ γοργὰ τῶν ᾽Αχαιῶν καράβια
κατέβα, τοῦ ᾽Αγαμέμνονος μὲς στὴν σκηνὴν τοῦ ᾽Ατρείδη,
ὅλ’ ἀπαράλλακτα νὰ εἰπῆς αὐτὰ ποὺ σὲ προστάζω. {{r|10}}
Τῶν ἀνδρειωμένων ᾽Αχαιῶν τὰ πλήθη ἂς ἀρματώση
ὀλα, καὶ τώρα θά ᾽παιρνε τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου,
ποὺ πλέον δὲν διχογνωμοῦν οἱ κάτοικοι τοῦ ᾽Ολύμπου,
ἀφοῦ τοὺς παρακάλεσεν ἡ ῞Ηρα κι ἐσυγκλίναν
καὶ πόνου ὥρα κρέμαται στὴν κεφαλὴν τῶν Τρώων». {{r|15}}
Ἅμα τὸν λόγον ἄκουσε, στῶν ᾽Αχαιῶν τὰ πλοῖα
ἐχύθη εὐθὺς ὁ ῎Ονειρος, μὲς στὴν σκηνὴν τοῦ ᾽Ατρείδη
καὶ σ’ ὕπνον μέσ’ ἀμβρόσιον τὸν ἦβρε βυθισμένον˙
στὴν κεφαλήν του ἐστήθηκεν ἐπάνω καὶ ὁμοιώθη
τοῦ Νηλεΐδη Νέστορος, ποὺ ἐκεῖνον ὁ Ἀτρείδης {{r|20}}
ἀπὸ τοὺς ἄλλους γέροντες ἐξαίρετα ἐτιμοῦσε.
Μ’ αὐτὸν ὁ θεῖος Ὄνειρος ὁμοιώθη καὶ τοῦ εἶπε:
« Κοιμᾶσ᾽, υἱὲ τοῦ ἀνδράγαθου τοῦ πολεμάρχου ᾽Ατρέως;
Καὶ νὰ κοιμᾶται ὁλονυκτὶς δὲν πρέπει ὁ βουληφόρος,
ποὺ σ’ αὐτὸν κρέμονται οἱ λαοὶ καὶ ἔχει φροντίδες τόσες· {{r|25}}
τώρ,’ ἄκουσέ με· μηνυτὴν σ’ ἐσὲ μὲ στέλνει ὁ Δίας
ποὺ καὶ μακρὰν σὲ συμπονεῖ πολὺ καὶ σ’ ἐλεεῖται.
Τοὺς ἀνδρειωμένους ᾽Αχαιοὺς σοῦ λέγει ν’ ἀρματώσης
ὅλους· καὶ τώρα θά ᾽παιρνες τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου,
ποὺ πλέον δὲν διχογνωμοῦν οἱ κάτοικοι τοῦ ᾽Ολύμπου, {{r|30}}
ἀφοῦ τοὺς παρακάλεσεν ἡ Ἤρα κι ἐσυγκλίναν,
καὶ ὁ Δίας κρέμασ’ ὄλεθρον στὴν κεφαλὴν τῶν Τρώων.
Αὐτὸ στὸν νοῦν σου φύλαξε, νὰ μὴ τὸ λησμονήσης
ὅταν ὁ ὕπνος ὁ γλυκὺς τὰ μέλη σου θ’ ἀφήση».
Εἶπε καὶ αὐτοῦ τὸν ἄφησε νὰ ἔχη μὲς στὸν νοῦν του {{r|35}}
ἐκεῖνα ποὺ ἀληθινὰ δὲν ἔμελλαν νὰ γίνουν·
νὰ πάρη ἐθάρρευε ὁ τυφλὸς ἐκείνην τὴν ἡμέραν
τὴν Τροίαν καὶ δὲν γνώριζε τί μελετοῦσε ὁ Δίας,
πόμελλε ἀκόμη στεναγμοὺς ·καὶ πόνους νὰ γεννήση
τῶν Τρώων καὶ τῶν Δαναῶν μὲ φοβεροὺς πολέμους. {{r|40}}
᾽Εξύπνησε ποὺ ἔπλεε τριγύρ’ ὁ θεῖος λόγος.
᾽Εκάθισε καὶ μαλακὸν ἐπέρασε χιτώνα,
εὔμορφον, νέον, κι ἔβαλε μεγάλο ἐπανωφόρι,
στὰ λαμπρὰ πόδια σάνδαλα προσέδεσεν ὡραῖα,
ξίφος ἀργυροκάρφωτον ἐζώσθη καὶ τὸ σκῆπτρον {{r|45}}
προγονικό του κι ἄφθαρτον ἐπῆρε καὶ μ’ ἐκεῖνο
τῶν χαλκοφόρων Ἀχαιῶν ἐπῆγε στὰ καράβια.
Ἅμα ἡ θεὰ στὸν ῎Ολυμπον ᾽Ηὼς ἀνεβασμένη
τοῦ Δία καὶ ὅλων τῶν θεῶν τὸ φῶς ἐπρομηνοῦσε,
τοὺς ψηλοφώνους κήρυκες ἐπρόσταζεν ἐκεῖνος {{r|50}}
τοὺς ἀνδρειωμένους ᾽Αχαιοὺς στὴν σύνοδο νὰ κράξουν.
᾽Εκεῖνοι ἐκράξαν καὶ γοργὰ συνάζοντο τὰ πλήθη.
Καὶ πρῶτα ἐκάθισε βουλὴν τῶν σεβαστῶν γερόντων,
ὅπου τῆς Πύλου ὁ βασιλιὰς τὸ πλοῖον εἶχε, ὁ Νέστωρ.
Κι ἔστρωσ’ ἐμπρός τους βούλημα σοφὸ ποὺ ἐβρῆκε ὁ νοῦς του: {{r|55}}
«᾽Ακούσετέ με, ἀγαπητοί· μὲς στὴν ἁγίαν νύκτα
ὁ θεῖος μ’ ἦβρεν ῎Ονειρος καὶ εἶχε τοῦ γενναίου
Νέστορος τὸ ἀνάστημα, τὴν πλάση καὶ τὴν ὅψη·
στὴν κεφαλήν μου ἐστάθηκεν ἐπάνω καὶ μοῦ εἷπε:
«Κοιμᾶσ᾽, υἱὲ τοῦ ἀνδράγαθου, τοῦ πολεμάρχου Ἀτρέως; {{r|60}}
Καὶ νὰ κοιμᾶται ὁλονυκτὶς δὲν πρέπει ὁ βουληφόρος
ποὺ σ’ αὐτὸν κρέμονται οἱ λαοὶ κι ἔχει φροντίδες τόσες·
τώρ’ ἄκουσέ με· μηνυτὴν σ’ ἐσὲ μὲ στέλνει ὁ Δίας
ποὺ καὶ μακρὰν σὲ συμπονεῖ πολὺ καὶ σ’ ἐλεεῖται·
τοὺς ἀνδρειωμένους ᾽Αχαιοὺς σοῦ λέγει ν’ ἀρματώσης {{r|65}}
ὅλους˙ καὶ τώρα θά ᾽παιρνες τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου
ποὺ πλέον δὲν διχογνωμοῦν οἱ κάτοικοι τοῦ ᾽Ολύμπου,
ἀφοῦ τοὺς παρακάλεσεν ἡ ῞Ηρα κι ἐσυγκλίναν
καὶ ὁ Δίας ὄλεθρον κρεμᾶ στὴν κεφαλὴν τῶν Τρώων.
Τοῦτα στὸν νοῦν σου φύλαξε». Εἶπεν αὐτὰ κι ἐχάθη, {{r|70}}
κι ἐμέν’ ὁ ὔπνος ἄφησε· τώρ’ ἄς ἐβροῦμε τρόπον
πῶς νὰ πεισθοῦν ν’ ἀρματωθοῦν καὶ πρῶτα, ὡς θέλ’ ἡ ἀνάγκη,
γιὰ νὰ τοὺς δοκιμάσω ἐγὼ θὰ τοὺς εἰπῶ νὰ φύγουν
μὲ τὰ γοργὰ καράβια τους καὶ σεῖς ἀπ’ ἄλλο μέρος
μὲ νουθεσίες ὅλοι σας θὰ τοὺς κρατῆτε ὀπίσω». {{r|75}}
Αὐτὰ εἶπε κι ἐκάθισε καὶ ὁ Νέστωρ ἐσηκώθη
ὁ γέρος ποὺ ἐβασίλευεν εἰς τὴν ἀμμώδη Πύλον·
κι εἶπε καλοπροαίρετα: « ῏Ω φίλοι πολεμάρχοι,
ὦ τῶν Ἀργείων ἀρχηγοί, ἂν τ’ ὄνειρον ἀπ’ ἄλλον
τῶν Ἀχαιῶν ἀκούαμεν, θὰ λέγαμε πὼς εἶναι {{r|80}}
μύθος νὰ τ’ ἀψηφήσωμεν˙ ἀλλὰ τὸ εἷπε ὁ πρῶτος,
ὁ ὑπέρτατος τῶν ᾽Αχαιῶν, κι ἐλᾶτε ἄς κινηθοῦμε,
ἂν γίνεται, νὰ ὁπλίσωμεν τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη».
Εἶπε κι ἐβγῆκε ἀπ’ τὴν βουλὴν πρῶτος αὐτὸς κι οἱ ἄλλοι
εἰς τοῦ ποιμένος τῶν λαῶν τὸν λόγον ὑπακοῦσαν {{r|85}}
οἱ σκηπτροφόροι βασιλεῖς κι ἐτάραξαν τὰ πλήθη
καὶ ὡσὰν μελίσσια στριμωκτὰ μέσ’ ἀπὸ κούφιον βράχον
βλέπεις νὰ βγαίνουν ἄπειρα καὶ πάντοτε ἀναβρύζουν
κι ἐδῶ πολλὰ κι ἐκεῖ πολλά, πετώντας τριγυρίζουν
καὶ στ’ ἅνθη τ’ ἀνοιξιάτικα σταφυλωτὰ κρεμιῶνται, {{r|90}}
ὁμοίως ἀπὸ τὲς σκηνὲς τὰ πλήθη κι ἀπ’ τὰ πλοῖα
νὰ μυρμηγκιάζουν ἕβλεπες στ’ ἀπέραντο ἀκρογιάλι
καὶ αὐτοῦ μηνύτρα τοῦ Διὸς τοὺς ἄναβεν ἡ Φήμη,
ὅσον ὁποὺ στὴν σύνοδον συναθροισθῆκαν ὅλοι.
Τάραχον εἷχε ἡ σύνοδος, κ ἐβόγγα ἡ γῆ στὸν κρότον {{r|95}}
καθὼς τὰ πλήθη ἐκάθιζαν καὶ κήρυκες ἐννέα
βροντόφωνοι δὲν πρόφθαναν νὰ τοὺς εἰποῦν νὰ παύσουν
τὴν χλαλοὴ γιὰ ν’ ἀκουσθοῦν οἱ βασιλεῖς οἱ θεῖοι·
τέλος τὰ πλήθ’ ἡσύχασαν κι ἐκάθισαν τριγύρω
καὶ ὁ κραταιὸς σηκώθηκεν Ἀτρείδης κι ἐφοροῦσε {{r|100}}
τὸ σκῆπτρον, ἔργο θαυμαστὸ τοῦ φιλοτέχνου ῾Ηφαίστου.
Πρῶτα τὸ ἐδώρησε ὁ θεὸς στὸν ὕψιστον Κρονίδην,
ὁ Δίας τό ᾽δωσε τοῦ ῾Ερμῆ καὶ ὁ μέγας Ἀργοφόνος
τοῦ ἱπποδάμου Πέλοπος, καὶ ὁ Πέλοψ στὸν Ἀτρέα,
καλὸν ποιμένα τῶν λαῶν, καὶ τοῦτος, πρὶν πεθάνη, {{r|105}}
τό ᾽δωσε στὸν πολύαρνον Θυέστην, καὶ ὁ Θυέστης
τ’ ἀφῆκε τοῦ ᾽Αγαμέμνονος νὰ τὸ κρατῆ στὸ χέρι,
νὰ βασιλεύη στὰ πολλὰ νησιὰ καὶ στ’ Ἄργος ὅλο·
σ’ αὐτὸ ἐπάνω στέκονταν ὁ ᾽Ατρείδης καὶ τοὺς εἶπε:
« ῞Ηρωες φίλοι Δαναοί, θεράποντες τοῦ Ἄρη, {{r|110}}
βαριὰ πολὺ μ’ ἐτύφλωσε καὶ μ’ ἔμπλεξε ὁ Κρονίδης.
Μοῦ ὑποσχέθηκε ὁ σκληρὸς τὴν πυργωμένην Τροίαν
πὼς θὰ πορθήσω κι ἔνδοξος θὰ γύρω στὴν πατρίδα
καὶ δόλον τώρα ἐσκέφθηκε καὶ ἀδόξως εἰς τὸ Αργος
θέλει νὰ γύρω, ἀφοῦ πολὺς λαὸς ἐδῶ μοῦ ἐχάθη· {{r|115}}
ναί, τοῦτο ἀρέσει, ὡς φαίνεται, τοῦ ὑπερηφάνου Δία,
ὁποὺ πολλῶν πολιτειῶν ἡ ἄκρα δύναμίς του
τὲς κορυφὲς ἐξέκαμε καὶ θὰ ξεκάμη ἀκόμα·
εἶν’ ἐντροπή μας κι ἄκουσμα κακὸ στοὺς ἀπογόνους,
τόσος λαὸς τῶν Ἀχαιῶν καὶ τόσο ἀνδρειωμένος {{r|120}}
πόλεμον ἀνωφέλευτον μ’ ἐχθροὺς ὀλιγοτέρους
τόσους καιροὺς νὰ πολεμᾶ καὶ νὰ μὴ φαίνετ’ ἄκρη˙
ὅτι τωόντι ἂν θέλαμεν, οἱ ᾽Αχαιοὶ καὶ οἱ Τρῶες,
δεμένοι μ’ ὅρκους ἱεροὺς ἐδῶ νὰ μετρηθοῦμε,
ἐκεῖνοι νὰ ξεδιαλεχθοῦν οἱ κάτοικοι τῆς, Τροίας, {{r|125}}
καὶ εἰς δεκάδες οἱ ᾽Αχαιοὶ νὰ διαιρεθοῦμεν ὅλοι
καὶ ἀπὸ τοὺς Τρῶας κεραστὴ νὰ πάρ’ ἡ καθεμία,
θὰ ἔλειπεν ὁ κεραστὴς ἀπὸ πολλὲς δεκάδες·
τόσα ᾽ναι τ’ ᾽Αχαιόπαιδα πλειότερα τῶν Τρώων,
ὅσοι στὴν πόλιν κατοικοῦν· ἀλλ’ ἀπὸ χῶρες ἄλλες {{r|130}}
πολλὲς τοὺς ἦλθαν σύμμαχοι κονταροσεῖστες ἄνδρες,
ἐκεῖνοι μὲ ὀπισθοδρομοῦν πολὺ καὶ δὲν μ’ ἀφήνουν
τὴν πόλιν τὴν περήφανην τῶν Τρώων νὰ πατήσω.
Κι ἐννέα τώρα διάβηκαν χρόνια τοῦ ·ὑψίστου Δία
καὶ τὰ καράβια σάπησαν, τὰ ξάρτια τους ἐλιῶσαν {{r|135}}
καὶ κάθονται οἱ γυναῖκες μας μὲ τὰ μικρὰ παιδιά μας
στὰ σπίτια μας καὶ καρτεροῦν καὶ αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς μὲ πόθον
ἤλθαμ’ ἐδῶ νὰ κάμωμεν ποσῶς δὲν κατωρθώθη·
ἀλλὰ δεχθῆτε ὅ,τι θὰ εἰπῶ· νὰ φύγωμεν σᾶς λέγω
ὅλοι μὲ τὰ καράβια μας γιὰ τὴν γλυκιὰ πατρίδα, {{r|140}}
ὅτι δὲν γίνεται ποτὲ νὰ πάρωμε τὴν Τροίαν».
Οἱ λόγοι αὐτοὶ κατάκαρδα ἐτάραξαν τὰ πλήθη
ποὺ δὲν γνωρίζουν στὴν βουλὴν ποιὰ σκέψις εἶχε γίνει
κι ὅλη ἐκινήθ’ ἡ σύνοδος σὰν τοῦ ᾽Ικαρίου πόντου
τ’ ἀγριωμένα κύματα ποὺ ὁ Νότος μὲ τὸν Εὖρον {{r|145}}
ἀπὸ τὰ νέφη τοῦ Διὸς ὁρμώντας τὰ σηκώνουν·
ἢ ὅπως τὸ βαθὺ σπαρτὸ μ’ ὅλα τὰ στάχυα κλίνει,
ἂν ἔλθη ξάφνου Ζέφυρος σφοδρὸς νὰ τὸ κινήση,
ὅμοια κινήθ’ ἡ σύνοδος καὶ μὲ βοὴν στὰ πλοῖα
χύνονταν καὶ ἀπ’ τὰ πόδια των ἐφούντωνεν ἡ σκόνη {{r|150}}
ἀνάερα κι ἐσπρώχνονταν νὰ σύρουν τὰ καράβια,
εἰς τὴν ἁγίαν θάλασσαν, κι ἐκάθαιρναν τοὺς λάκκους·
καὶ ὁλοένα τὰ σκαριὰ σηκώναν κι ἡ βοή τους
στὸν οὐρανὸν ἀνέβαινε γιὰ τὴν γλυκιὰν πατρίδα.
Πρόμοιρα τότ’ ἡ ἐπιστροφὴ γινόνταν τῶν Ἀργείων, {{r|155}}
ἐὰν νὰ εἰπῆ τῆς ᾽Αθηνᾶς δὲν πρόφθανεν ἡ ῞Ηρα:
« Τωόντι, ὦ κόρη ἀδάμαστη τοῦ αἰγιδοφόρου Δία,
οἱ ᾽Αργεῖοι πίσω σχίζοντας τῆς θάλασσας τὰ πλάτη
θὰ φύγουν τώρα στὴν γλυκιὰ πατρίδα νὰ γυρίσουν;
Καὶ τοῦ Πριάμου καύχημα θ’ ἀφήσουν καὶ τῶν Τρώων {{r|160}}
τὴν ῎Αργισσαν ῾Ελένην τους, ἀφοῦ γι’ αὐτὴν χαθῆκαν
τόσοι στὴν Τροίαν ᾽Αχαιοὶ μακρὰν ἀπ’ τὴν πατρίδα;
᾽Αλλὰ κατέβα τώρα εὐθὺς στῶν ᾽Αχαιῶν τὰ πλήθη,
σὺ τὸν καθένα κράτησε μὲ τὰ γλυκά σου λόγια,
στὴν θάλασσαν τὰ ἰσόπλευρα καράβια νὰ μὴ σύρουν». {{r|165}}
Καὶ ἡ γλαυκόματη θεὰ ὑπάκουσε στὸν λόγον
καὶ ἀπὸ τοῦ ᾽Ολύμπου τὴν κορφὴ στὰ γρήγορα καράβια
κατέβηκε τῶν ᾽Αχαιῶν κι ἐκεῖ τὸν ᾽Οδυσσέα
εὕρηκε, αὐτὸν ποὺ ἐταίριαζε στὴν γνώση μὲ τὸν Δία˙
τὸ χέρι του δὲν ἅπλωνεν εἰς τὸ καράβι ἐκεῖνος, {{r|170}}
ἀλλ’ ἔστεκε περίλυπος καὶ καταπικραμένος.
Καὶ ἡ γλαυκόματη Ἀθηνᾶ πλησίασε καὶ τοῦ ᾽πε:
« Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε ᾽Οδυσσέα,
τωόντι στὰ καλόσκαρμα καράβια θὰ ριχθῆτε
ὀπίσω νὰ γυρίσετε στὴν ποθητὴν πατρίδα; {{r|175}}
Καὶ τοῦ Πριάμου καύχημα θ’ ἀφῆστε καὶ τῶν Τρώων
τὴν Ἄργισσαν ῾Ελένην σας, ἀφοῦ γι’ αὐτὴν χαθῆκαν
τόσοι στὴν Τροίαν ᾽Αχαιοὶ μακρὰν ἀπ’ τὴν πατρίδα;
᾽Αλλ’ ἄμε καὶ τῶν Ἀχαιῶν πλησίασε τὰ πλήθη
μὲ τὸ γλυκό σου μίλημα νὰ πιέσης τὸν καθέναν {{r|180}}
στὴν θάλασσαν τὰ ἰσόπλευρα καράβια νὰ μὴ σύρουν».
Εἶπε ἡ θεὰ κι ἐγνώρισεν ἐκεῖνος τὴν φωνήν της,
κι ἐχύθη τὴν χλαμύδα του πετώντας· καὶ τὴν πῆρε
ὁ ᾽Ιθακήσιος του ὀπαδὸς ὁ κήρυξ Εὐρυβάτης·
κι ἦβρε τὸν ᾽Αγαμέμνονα ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας, {{r|185}}
τὸ σκῆπτρο ἐπῆρε τ’ ἄφθαρτο προγονικὸ τοῦ ᾽Ατρείδη
καὶ τῶν ἀνδρείων Ἀχαιῶν κατέβη στὰ καράβια.
Κι ἂν ἀπαντοῦσε βασιλιὰ κι ἄνδρ’ ἄλλον τῶν προκρίτων,
νὰ τὸν κρατήση ἐπάσχιζε μὲ λόγια μελωμένα:
«῎Ανθρωπε νὰ δειλιάζης σύ, σὰν ἄνανδρος δὲν πρέπει, {{r|190}}
στάσου καὶ σὺ καὶ νὰ σταθοῦν παράγγειλε τοὺς ἄλλους,
ὅτι δὲν ξεύρεις καθαρὰ τί κρύβει ὁ νοῦς τοῦ ᾽Ατρείδη·
μᾶς δοκιμάζει κι ὕστερα, θαρρῶ, θὰ μᾶς πατάξη˙
καὶ ὅ,τ’ εἶπε μέσα στὴν βουλὴν δὲν τὸ ἀκούσαμ’ ὅλοι,
ἀλίμονο στοὺς ᾽Αχαιοὺς, ἐκεῖνος ἄν θυμώση, {{r|195}}
ὅτι μεγάλ’ εἶν’ ἡ ψυχὴ τοῦ θείου βασιλέως
ποὺ τὸν δοξάζει καὶ ἀγαπᾶ ὁ πάνσοφος Κρονίδης».
Κι ἄνθρωπον ὄταν τοῦ λαοῦ ποὺ φώναζε ἀπαντοῦσε,
κακὰ τὸν ἐφοβέριζε καὶ μὲ τὸ σκῆπτρο ἐκτύπα:
« Σίγα, χαμένε, ὑπάκουσε εἰς τοὺς καλύτερούς σου· {{r|200}}
ἄνανδρος σὺ καὶ οὐτιδανὸς καθόλου δὲν μετριέσαι
στὸν πόλεμον ἢ στὴν βουλήν· μήπως θαρρεῖς πὼς ὅλοι
θὰ βασιλεύωμεν ἐδῶ; Πολυαρχία βλάπτει˙
ἕνας θὰ εἶναι ὁ ἀρχηγός, ὁ βασιλέας ἕνας,
ποὺ σ’ αὐτὸν ἔδωσ’ ὁ υἱὸς τοῦ κρυπτοβούλου Κρόνου {{r|205}}
τὸ σκῆπτρο καὶ τὰ νόμιμα νὰ βασιλεύη σ’ ὅλους».
Μὲ τοῦτ’ αὐτὸς διόρθωνε τὰ πλήθη κι ἐχυνόνταν
ὀπίσω πρὸς τὴν σύνοδον ἀπὸ σκηνὲς καὶ πλοῖα
μὲ ἀλαλαγμόν, καθὼς βροντοῦν σ’ ἀπέραντο ἀκρογιάλι
τὰ κύματα κι ἀντιβοοῦν τὰ πλάτη τῆς θαλάσσης. {{r|210}}
῞Ολος ἡσύχασε ὁ λαὸς κι ἐκάθιζαν τριγύρω·
μόνο; ἀκόμη ὁ φλύαρος Θερσίτης θορυβοῦσε,
ποὺ λόγια γνώριζ’ ἄπρεπα πολλὰ νὰ ἐφεύρη ὁ νοῦς του,
νὰ λοιδορῆ τοὺς βασιλεῖς, ὡς τύχαινε, καὶ μόνον
νὰ δώση κάποιαν ἀφορμὴν στὰ πλήθη νὰ γελάσουν {{r|215}}
κι ἄσχημος ἄλλος σὰν αὐτὸν δὲν ἦλθε στὴν Τρωάδα·
ἦταν λοξόποδος, χωλὸς ἀπὸ τὸ ἕνα πόδι,
μὲ κυρτοὺς ὤμους ὁποὺ ἐμπρὸς τοῦ πλάκωναν τὸ στῆθος,
μὲ κεφαλὴν οτενόμακρην κι ἐπάν’ ὀλίγες τρίχες·
τοῦ ᾽Αχιλλέως μισητὸς πολὺ καὶ τοῦ ᾽Οδυσσέως, {{r|220}}
ὅτι συχνὰ τοὺς ὕβριζε· καὶ τότε τὸν Ἀτρείδη
κρώζοντας ἐγλωσσόδερνε καὶ τὸν μισοῦσαν ὅλοι
στὰ στήθη τους οἱ Ἀχαιοὶ καὶ τὸν ἐκατακραίναν.
Καὶ αὐτὸς βοώντας ἔλεγε κάθε κακὸ τοῦ ᾽Ατρείδη:
«᾽Ατρείδη, πάλιν τί ζητεῖς; Εἰπέ μας τί σοῦ λείπει; {{r|225}}
Πλῆθος χαλκὸν εἰς τὲς σκηνές, πολλὲς γυναῖκες ἔχεις
ποὺ διαλεκτὲς σοῦ δίδομεν ἐσέν’ ἀπ’ ὅλους πρῶτα
κάθε φορὰ ποὺ τοῦ ἐχθροῦ πορθοῦμεν πολιτείαν.
῎Η καὶ χρυσάφι λαχταρεῖς, ἐδῶ νὰ σοῦ τὸ φέρη
κάποιος τῶν Τρώων ποθητὸ παιδὶ νὰ ἐξαγοράση {{r|230}}
ποὺ ἐγὼ ἢ κι ἄλλος ᾽Αχαιὸς θὰ ἐσύραμε δεμένον;
῍Η γιὰ νὰ γλυκοκοιμηθῆς γυναίκα θέλεις νέαν,
μόνος σου νὰ τὴν χαίρεσαι; Καὶ σὺ πού ᾽σαι ἀρχηγός τους
δὲν ἔπρεπε τοὺς ᾽Αχαιοὺς νὰ καταβασανίζης.
῏Ω λέρες! πλέον ᾽Αχαιοὶ δὲν εἶσθ’ ἀλλ’ ᾽Αχαιίδες! {{r|235}}
Στὰ σπίτια μας ἂς γύρωμε, κι ἂς μείνη ἐδῶ στὴν Τροία
τὰ δῶρα νὰ χωνεύη αὐτός, νὰ μάθη τότε ἂν κάτι
τὸν βοηθούσαμε κι ἐμεῖς. Κι ἔχει ἀτιμάσει τώρα
ἄνδρ’ ἀπ’ αὐτὸν καλύτερον πολὺ τὸν ᾽Αχιλλέα,
ὅτι τοῦ ἀφαίρεσ’ ἄδικα τῶν ᾽Αχαιῶν τὸ δῶρον. {{r|240}}
Κι ἂν αὐτὸς εἶχε μέσα του χολήν, ἂν εἶχεν αἷμα,
θὰ ἦταν ὕστερη φορὰ ποὺ ἀδίκησες, ᾽Ατρείδη! »
Τὸν μέγαν ᾽Αγαμέμνονα μ’ αὐτὰ κακολογοῦσε
τότε ὁ Θερσίτης, κι ἔφθασεν ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας
καὶ λόγια τοῦ ᾽πε φοβερὰ μὲ ἦθος ἀγριωμένο: {{r|245}}
« Ἄν καὶ λαμπρὸς ὁμιλητής, μωρόλαλε Θερσίτη,
βουβάσου καὶ τοὺς βασιλεῖς μὴ ψέγε σὺ καὶ μόνος,
ὅτι ἀπὸ σὲ χειρότερον κανέναν δὲν γνωρίζω
ἀπ’ ὅσους ἔφθασαν ἐδῶ μαζὶ με τοὺς ᾽Ατρεῖδες·
παῦσε λοιπὸν τοὺς βασιλεῖς συχνὰ πυκνὰ νὰ σέρνης {{r|250}}
στὸ στόμα σου καὶ νὰ τηρᾶς τοῦ γυρισμοῦ τὴν ὥρα
καὶ ἀκόμη δὲν γνωρίζομεν αὐτὰ πῶς θὰ τελειώσουν,
ἂν γιὰ καλὸν ἢ γιὰ κακὸ θὰ γίνη ὁ γυρισμός μας˙
σὺ κάθεσαι καὶ τοῦ λαοῦ τὸν ἀρχηγὸν ᾽Ατρείδην
κατηγορεῖς ποὺ οἱ Δαναοὶ τοῦ δίδουν πολεμάρχοι {{r|255}}
δῶρα πολλὰ καὶ οἱ λόγοι σου φαρμάκ’ εἶναι γεμάτοι·
ἀλλ’ ἄκουσε καὶ πίστευσε ποὺ ὅ,τι θὰ εἰπῶ θὰ γίνη˙
ἂν σ’ ἔβρω νὰ λυσσομανᾶς κι ἄλλην φοράν, ὡς τώρα,
ἡ κεφαλὴ νὰ μὴ σταθῆ στοὺς ὤμους τοῦ ᾽Οδυσσέως,
μήτε πατέρα νὰ μὲ εἰποῦν τοῦ Τηλεμάχου πλέον, {{r|260}}
ἂν δὲν σὲ πιάσω εὐθὺς ἐγὼ νὰ σὲ γυμνώσω ἀπ’ ὅλα
ὅσα φορεῖς καὶ ἀκόμ’ αὐτὰ ποὺ τὰ κρυφὰ σκεπάζουν,
καὶ νὰ σὲ διώξω ἐλεεινὰ δαρμένον, ποὺ νὰ κλαίης
φεύγοντας ἀπ’ τὴν σύνοδον ὡς τὰ γοργὰ καράβια».
Καὶ μὲ τὸ σκῆπτρο τοῦ ᾽πληξε τὴν ράχιν καὶ τοὺς ὤμους· {{r|265}}
κυρτώθη ἐκεῖνος καὶ θερμὸ τοῦ ἐκύλησε τὸ δάκρυ·
τὸ χρυσὸ σκῆπτρο ἐσήκωσε στὴν ράχιν φουσκαλίδα
καὶ πονεμένος τρέμοντας ἐκάθισε ὁ Θερσίτης,
χαμένα γύρω ἐκοίταξε κι ἐσφόγγισε τὸ δάκρυ·
κι ὅλος ἐγέλασ’ ὁ λαὸς ἂν κι ἦταν πικραμένος· {{r|270}}
κι ἐστράφη κάποιος κι ἔλεγεν ἐκεῖ στὸν πλαγινόν του:
« ῎Ω ἔργα πόσα ἐξαίσια κατόρθωσ’ ὁ ᾽Οδυσσέας,
σύμβουλος πρῶτος, συνετὸς καὶ ἄξιος πολεμάρχος!
Ἀλλὰ τώρα εὐεργέτησε μεγάλως τοὺς Ἀργείους
πού τὴν αὐθάδειαν ἔπαυσε τοῦ κακογλώσσου ἀχρείου· {{r|275}}
πολὺ θ’ ἀργήσ’ ἡ ἀπότολμη ψυχή του νὰ τὸν σπρώξη
πάλι μὲ λόγι’ ἀναίσχυντα τοὺς βασιλεῖς νὰ ψέγη».
᾽Ορθὸς ὡστόσ’ ὁ πορθητὴς κρατοῦσεν ᾽Οδυσσέας
το σκῆπτρο, καὶ στὸ πλάγι του μὲ κήρυκος τὴν ὄψιν,
ἡ Ἀθηνᾶ παράγγελνε τὰ πλήθη νὰ σωπάσουν, {{r|280}}
ὥστε τὸν λόγον οἱ Ἀχαιοὶ ἀπ’ ἄκρην σ’ ἄκρην ὅλοι
ν’ ἀκούσουν καὶ τὴν συμβουλὴν νὰ πάρουν εἰς τὸν νοῦν τους˙
καὶ αὐτὸς με γνώμην ἀγαθὴν ὁμίλησε στὰ πλήθη·
« Σήμερα θέλουν οἱ ᾽Αχαιοί, ᾽Ατρείδη βασιλέα,
ἐσὲ νὰ κάμουν ἄτιμον ἐμπρὸς στὸν κόσμον ὅλον· {{r|285}}
καὶ ἰδοὺ τὸν λόγον ἀθετοῦν ποὺ ἀπ’ ἀρχῆς σοῦ δῶσαν,
ὅταν στὴν Τροίαν ἔρχονταν ἀπ’ τὸ ἱπποτρόφον ῎Αργος,
ὁπὼς θὰ γύρης πορθητὴς τῶν πύργων τοῦ Πριάμου.
Καὶ τώρα ὡσὰν μικρὰ παιδιὰ καὶ ἀπόχηρες γυναῖκες
τοὺς πῆρε τὸ παράπονο νὰ ἰδοῦν τὰ γονικά τους· {{r|290}}
καὶ πῶς νὰ μὴ τὸ ἐπιθυμοῦν μὲ τόσα ποὺ ὑποφέρουν;
῾0 ἄνθρωπος ἀδημονεῖ κι ἕνα φεγγάρι ἂν μείνη,
μακρὰν ἀπ’ τὴν γυναίκα του, στὸ πλοῖον ἂν τὸν κλεῖσαν
χειμῶνος ἄνεμοι κακοὶ καὶ θάλασσ’ ἀγριωμένη.
Κι ἐμᾶς ὁ χρόνος ἔνατος στὸν κύκλον του μᾶς ἦβρε {{r|295}}
ἀκόμη ἐδῶ νὰ μένωμεν· γιὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν ψέγω
τοὺς ᾽Αχαιοὺς ποὺ ἀδημονοῦν, ἀλλ’ ὅμως εἷν’ αἰσχύνη
πολὺν νὰ ἔμεινες καιρὸν καὶ ἄδειος νὰ γυρίσης.
Λάβετε, ὦ φίλ᾽, ὑπομονὴν καὶ καρτερεῖτε ὀλίγο
νὰ ἰδοῦμ’ ἐὰν τοῦ Κάλχαντος τὰ ρήματ’ ἀληθεύσουν. {{r|300}}
Εἶναι στὸν νοῦν μας ζωντανὰ καὶ μάρτυρες εἶσθ’ ὅλοι
ὅσους δὲν πῆρε ὁ θάνατος, ὁπόταν στὴν Αὐλίδα —
χθὲς ἢ προχθὲς μοῦ φαίνεται — συνάζονταν τὰ πλοῖα
τῶν ᾽Αχαιῶν καταστροφὴν νὰ φέρουν εἰς τοὺς Τρῶας·
κι ἐμεῖς στοὺς ἱεροὺς βωμούς, ὅπου μιὰ βρύση ἐκύλα {{r|305}}
κάτω ἀπ’ ὡραῖον πλάτανον τὰ ὄμορφα νερά της,
τῶν ἀθανάτων καίαμεν ἐξαίσιες ἑκατόμβες·
μέγα σημάδι ἐφάνη ἐκεῖ, μαῦρος σὰν αἷμα δράκος,
τἑρας ποὺ ἔβγαλε στὸ φῶς ὁ ἴδιος ὁ Κρονίδης,
ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ βωμοῦ στὸν πλάτανον ἐχύθη. {{r|310}}
᾽Εκεῖ φωλιάζαν σπούργιτες, ἀφτέρωτα πουλάκια
εἰς τὸ ὑψηλότατο κλαδὶ κρυμμένα μὲς στὰ φύλλα
ὀκτώ, κι ἐνάτ’ ἡ μάνα τους ποὺ τά ᾽χε γεννημένα.
Τά ᾽τρωγε αὐτὸς ποὺ ἔτριζαν ἐλεεινὰ καὶ γύρω
πετοῦσε ἡ μάνα κλαίοντας τὰ τέκνα της κι ὁ δράκος {{r|315}}
᾽στράφη, ἐτινάχθη κι ἔπιασεν ἀπ’ τὸ φτερὸ κι ἐκείνην·
καὶ ἀφοῦ τὰ τέκνα ὅλά ᾽φαγε και ἀκόμη τὴν μητέρα,
θαῦμα τὸν ἔστησε ὁ θεὸς ὁποὺ τὸν εἶχε δείξει·
ἐκεῖ τὸν πέτρωσ’ ὁ υἱὸς τοῦ κρυπτοβούλου Κρόνου˙
κι ἐμεῖς ὅλοι ἀπορούσαμε σ’ αὐτὸ ποὺ ἐγίνη ἐμπρός μας· {{r|320}}
κι ὡς ἦλθαν ξάφνου ἀνάμεσα στὲς θεῖες ἑκατόμβες
τέρατα τόσα φοβερά, τὸν λόγον πῆρε ὁ Κάλχας:
«Πῶς ὅλοι στέκεσθ’ ἄφωνοι; Τὸ μέγ’ αὐτὸ σημεῖον
ὁ Ζεὺς μᾶς τό ᾽δειξε ὁ σοφός, κι ὅ,τι δηλοῖ θὰ γίνη
μὲ τοὺς καιρούς, ἀλλ’ ἔνδοξο θὰ μείνη στὸν αἰώνα· {{r|325}}
καθὼς τὰ τέκνα ὅλά ᾽φαγε καὶ τὴν μητέρα ἐκεῖνος,
ὀκτώ, κι ἐνάτη ἧταν αὐτὴ ποὺ τά ᾽χε γεννημένα,
κι ἐμεῖς θὰ πολεμήσωμεν αὐτοῦ χρόνους ἐννέα,
καὶ ἡ πόλις ἡ πλατύδρομη στὸν δέκατον θὰ πέση».
Αὐτὰ μᾶς ἔλεγε καὶ ἰδοὺ ποὺ τώρα γίνοντ’ ὅλα. {{r|330}}
Καί, ὦ μεγαλόψυχοι Ἀχαιοί, νὰ μείνετε σᾶς λέγω,
ὡσότου νὰ πατήσωμε τοὺς πύργους τοῦ Πριάμου».
Εἶπε καὶ ὅλοι ἐφώναξαν καὶ τρομερὰ τὰ πλοῖα
ἀπ’ τὴν βοὴν τῶν ᾽Αχαιῶν ὡς πέρα ἠχολογῆσαν,
τόσον εἰς ὅλους ἄρεσαν οἱ λόγοι τοῦ ᾽Οδυσσέως. {{r|335}}
Τότ’ εἶπεν ὁ Γερήνιος ὁ Νέστωρ ἱππηλάτης:
« ᾽Ωιμέ, νὰ συναθροίζεσθε καὶ νὰ δημηγορῆτε,
ὡς θά ’καναν ἀνήλικα καὶ ἀπόλεμα παιδία!
Λοιπὸν οἱ συμφωνίες μας κι οἱ ὅρκοι τί θὰ γίνουν;
Θὲ νὰ καοῦν οἱ συμβουλὲς κι οἱ γνῶμες τῶν ἠρώων, {{r|340}}
οἱ ἁγνὲς σπονδὲς καὶ τῶν χεριῶν ποὺ ἐδώκαμεν ἡ πίστις;
Λογομαχοῦμεν μάταια καὶ τρόπον νὰ σωθοῦμε,
τόσους καιροὺς ποὺ ᾽μεθα ἐδῶ δὲν ἔχομ’ ἔβρει ἀκόμη·
καὶ σὺ ᾽Ατρείδη πάλι ὡς πρὶν ἀσάλευτος στὴν γνώμην,
σὺ τῶν Ἀργείων ἀρχηγὸς νὰ εἶσαι εἰς τοὺς ἀγῶνες, {{r|345}}
κι ἄφησ’ ἐκεῖνοι νὰ χαθοῦν, ἕνας ἢ δύο ποὺ χώρια
βουλεύονται ἀπ’ τοὺς ᾽Αχαιούς, καὶ τοῦ κακοῦ κοπιάζουν,
στὸ ῎Ἄργος νὰ γυρίσωμεν πρὶν μάθωμ’ ἂν ἀλήθεια
ἤ ψέμα θά ᾽ν’ ἡ ὑπόσχεση τοῦ αἰγιδοφόρου Δία.
Ναί, λέγ’ ὅτι τὴν ἔδωκεν ὁ ὑπέρτατος Κρονίδης {{r|350}}
ἀστράφτοντας στὰ δεξιὰ μὲ φανερὰ σημεῖα
τὴν ὥραν ὅπου ἀνέβαιναν στὰ γρήγορα καράβια
οἱ Ἀργεῖοι μαῦρον θάνατον νὰ φέρουν εἰς τοὺς Τρῶας.
Ὅθεν κανεὶς ἂς μὴ βιασθῆ νὰ γύρη στὴν πατρίδα,
πρὶν λάβη στὲς ἀγκάλες του γυναίκ’ ἀνδρὸς τῆς Τροίας, {{r|355}}
καὶ δικαιωθοῦν οἱ στεναγμοὶ κι οἱ πόνοι τῆς ῾Ελένης·
καὶ ἂν κάποιος θέλη φοβερὰ νὰ γύρη στὴν πατρίδα
τὸ χέρι στὸ κακόστρωτο κρεβάτι του ἂς ἁπλώση,
καὶ πρὶν τῶν ἄλλων γρήγορα θὰ κακοθανατίση.
᾽Αλλὰ καὶ ἀτός σου, κύριε, σκέψου καλὰ καὶ σ’ ἄλλον {{r|360}}
πείθου καὶ λόγον ποὺ θὰ εἰπῶ μὴ τὸν καταφρονέσης
κατὰ φυλὲς νὰ χωρισθοῦν καὶ κατὰ γέν’ οἱ ἄνδρες,
ὥστε φυλὴ νὰ βοηθῆ φυλὴν καὶ γένος γένος.
Καὶ ἄν τοῦτο κάμης κι οἱ ᾽Αχαιοὶ στὸν λόγον σου ὑπακούσουν,
τῶν ἀρχηγῶν καὶ τῶν λαῶν θὰ ἰδῆς ποιὸς εἶναι ἀνδρεῖος {{r|365}}
καὶ ποιὸς δειλός, ὡς χωριστὰ θὰ πολεμᾶ καθένας·
θὰ ἰδῆς ἂν εἶναι ἀπὸ θεοῦ τὴν πόλιν νὰ μὴ πάρης
ἢ ἀπὸ δειλίαν τῶν ἀνδρῶν καὶ ἀμάθειαν τοῦ πολέμου».
Τότε σ’ αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης:
«Στὲς συμβουλὲς πόσο νικᾶς τοὺς ᾽Αχαιούς, ὦ γέρε! {{r|370}}
πατέρα Δία καὶ ᾽Αθηνᾶ καὶ ᾽Απόλλων, ὦ θεοί μου,
ἂν εἶχα δέκα ὡσὰν ἐσὲ συμβούλους στὸ πλευρό μου·
στὴν δύναμίν μας γρήγορα ἡ πόλις τοῦ Πριάμου
θὰ ἔσκυφτε, καὶ χαλασμὸς κι ἐρμιὰ θὰ τὴν πλακῶναν.
᾽Αλλὰ μ’ ἐταλαιπώρησεν ὁ ὑπέρτατος Κρονίδης, {{r|375}}
πού σ’ ἔχθρες ἀδιόρθωτες καὶ σ’ ἔριδες μ’ ἐμπλέκει·
ὅτι ἐλογομαχήσαμεν ἐγὼ καὶ ὁ Πηλείδης
χάριν τῆς κόρης καὶ βαρὺς ἐδείχθηκα ἐγὼ πρῶτος·
ἀλλ’ ἂν ὁμογνωμήσωμε καὶ παλ’ ἐμεῖς οἱ δύο,
δὲν θὲ ν’ ἀργήση οὐδὲ στιγμὴν ὁ ὄλεθρος τῶν Τρώων. {{r|380}}
Τώρα θὰ γευματίσετε, κατόπι ἀρματωθῆτε·
σιάσετε τὲς ἀσπίδες σας τροχίσετε τὲς λόγχες·
ἄφθονην δώσετε τροφὴν στὰ γρήγορα πουλάρια,
τ’ ἁμάξια θεωρήσετε, μὲ τοῦτο στὴν καρδιά σας,
ποὺ θὰ κρατοῦμε ὁλήμερα τὸν φονικὸν ἀγώνα {{r|385}}
καὶ δὲν θὰ ἔχη ὁ πόλεμος ξανάσασμα κανένα
ως νά ᾽λθ’ ἡ νύκτα τὴν ὁρμὴν νὰ κόψη τῶν ἀνδρείων·
στὰ στήθη σας καὶ τὸ λουρὶ τῆς κυκλωτῆς ἀσπίδος
θὰ ἱδρώση καὶ τὸ χέρι σας στὴν λόγχην θ’ ἀποκάμη,
καὶ θὰ ἱδρώσουν τ’ ἄλογα στ’ ἁμάξι τανυσμένα. {{r|390}}
Κι ἂν ἀπ’ τὸν πόλεμον μακρὰν εἰς τὰ κυρτὰ καράβια
μείνη κανεὶς καὶ τὸν ἰδῶ, νὰ μὴν ἐλπίση ἐκεῖνος
ποὺ δὲν θὰ γίνη σπάραγμα τῶν ὄρνεων καὶ τῶν σκύλων».
Εἶπε καὶ ὅλοι ἐβόησαν, καθὼς βοᾶ τὸ κύμα
ἀπὸ τοῦ Νότου τὴν ὁρμὴν ἐπάνω σ’ ἀκρωτήρι, {{r|395}}
ποὺ βγαίνει ἐμπρὸς στὴν θάλασσαν καὶ πάντοτε τὸ δέρνουν
τὰ κύματ’ ὅπως ἔρχονται ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνέμους.
Τὰ πλήθη τότ’ ἐσκόρπισαν τριγύρω στὰ καράβια,
φωτιὰ στὲς σκηνὲς ἄναψαν κι ἐκάθισαν νὰ φάγουν˙
κι εἰς ἕναν ἀπὸ τοὺς θεοὺς θυσίαζε ὁ καθένας {{r|400}}
κι εὔχονταν νά ᾽βγη ζωντανὸς ἀπ’ τὸν φρικτὸν ἀγώνα˙
ἀλλὰ βόδι πεντάχρονον ὁ μέγας Ἀγαμέμνων
παχύτατο ἐθυσίασε τοῦ φοβεροῦ Κρονίδη,
καὶ τῶν Παναχαιῶν ἐκεῖ τοὺς γέροντας καλοῦσε
καὶ πρώτιστα τὸν Νέστορα καὶ τὸν ᾽Ιδομενέα, {{r|405}}
τοὺς δυὸ κατόπιν Αἴαντες, καὶ τὸν Τυδείδην, κι ἔκτον
τὸν ᾽Οδυσσέα, πόμοιαζε στὴν γνώση μὲ τὸν Δία,
καὶ μόνος αὐτοκάλεστος τοῦ ἦλθεν ὁ γενναῖος
Μενέλαος ποὺ ἐγνώριζε πόσες φροντίδες εἶχε·
καὶ ἀφοῦ στὸ βόδι ὁλόγυρα ἐπῆραν τὰ κριθάρια, {{r|410}}
ἄρχισ’ ὁ Ἀτρείδης τὴν εὐχήν: « ῾Υπέρτατε Κρονίδη,
ἔνδοξε, μαυρονέφελε, ἐγκάτοικε τοῦ αἰθέρος,
δῶσε πρὶν πέση ὁ ἥλιος καὶ τὸ σκοτάδι φθάση
χάμω στὴν γῆν τὸ μέγαρον νὰ ρίξω τοῦ Πριάμου
ἀσβολωτὸ καὶ στὴ φωτιὰ τὲς πύλες του νὰ λιώσω, {{r|415}}
καὶ τὸν ῾Εκτόρειον θώρακα μὲ τὸ σπαθὶ νὰ σχίσω
στὰ αἱματωμένα στήθη του, κι ἐπίστομα στὴν σκόνη
γύρω του σύντροφοι πολλοὶ τὸ χῶμα νὰ δαγκάσουν».
Εἶπε, ἀλλ’ ὁ Δίας τὴν εὐχὴν δὲν ἔστεργε, κι ἐδέχθη
τὴν προσφορὰν καὶ δυνατὸν τοῦ ἑτοίμαζεν ἀγώνα· {{r|420}}
καὶ ἀφοῦ τὲς εὐχὲς ἔκαμαν κι ἐρίξαν τὰ κριθάρια,
τὸν τράχηλον τοῦ ἐσήκωσαν, τὸ σφάξαν καὶ τὸ γδάραν,
καὶ ἀφοῦ χωρίσαν τὰ μεριὰ μὲ διπλωτὸ κνισάρι
τὰ σκέπασαν κι ἐπάνω των ὠμὰ κομμάτια θέσαν·
καὶ αὐτὰ μὲ σχίζες ἄφυλλες ἐκαῖαν, καὶ τὰ σπλάχνα {{r|425}}
ἐσούβλισαν καὶ στὴν φωτιὰν ἐπάνω τὰ κρατοῦσαν·
καὶ ἀφοῦ καῆκαν τὰ μεριὰ κ ἐγεύθηκαν τὰ σπλάχνα
ἐλιάνισαν τὰ ἐπίλοιπα, τὰ ἐπέρασαν στὲς σοῦβλες,
καὶ ἀφοῦ μὲ τέχνην τά ᾽ψησαν ἀπ’ τὴν φωτιὰ τὰ πῆραν.
Κι ἅμ’ ἀπ’ τὸν κόπον ἔπαυσαν, κι ἑτοίμασαν τὸ γεῦμα, {{r|430}}
ἔτρωγαν κι ὅλ’ ἰσόμοιρα χαρῆκαν τὸ τραπέζι,
καὶ ἅμα ἐφάγαν κι ἔπϊαν ὅσ’ ἤθελε ἡ ψυχή τους,
ὁ Νέστωρ εἶπε πρὸς αὐτούς: «Ἀτρείδη βασιλέα,
μὲ ὁμιλίες τὸν καιρὸ μὴ τρίβωμ’ ἐδῶ πέρα,
καὶ ἀνάγκη εἶναι ν’ ἀρχίσωμε χωρὶς ἀργοπορίαν {{r|435}}
τὸ ἔργον τοῦτο, ποὺ ὁ θεὸς μᾶς ἔδωκε στὸ χέρι·
καὶ οἱ κήρυκες τῶν Ἀχαιῶν τὰ χαλκοφόρα πλήθη
ἂς κράξουν νὰ συναθροισθοῦν ἀπ’ ὅλα τὰ καράβια,
κι ἐμεῖς ἄς πᾶμε ὅλοι μαζὶ στὸ στράτευμα τριγύρω
στὰ στήθη των ν’ ἀνάψωμεν τὴν λύσσαν τοῦ πολέμου». {{r|440}}
Αὐτὰ εἶπεν ὁ γέροντας, καὶ ὁ μέγας Ἀγαμέμνων
τοὺς ψηλοφώνους κήρυκες παράγγειλε νὰ κράξουν
στὸν πόλεμον τῶν Ἀχαιῶν τ’ ἀντρειωμένα πλήθη
καὶ γρήγορα στὸ κήρυγμα συναθροιζόνταν ὅλοι.
Τοὺς διαχωρίζαν μὲ σπουδὴν οἱ βασιλεῖς οἱ θεῖοι {{r|445}}
μὲ τὸν Ἀτρείδη κι ἡ Ἀθηνᾶ στὴν μέσ’ ἡ γλαυκομάτα
μὲ ἀτίμητην, ἀγέραστην, ἀθάνατην αἰγίδα·
ποὺ ἑκατὸν κρόσες γύρω της ὁλόχρυσες κρεμόνταν,
καλοπλεγμένες κι ἑκατὸν ἀξίζει βόδια ἡ μία·
μὲ αὐτὴν περνοῦσε ὡς ἀστραπὴ τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη {{r|450}}
καὶ τ’ ἄναφτε κι ἐγέμιζε τὰ στήθη τους ἀνδρείαν
νὰ μάχωνται νὰ πολεμοῦν καὶ παῦσιν νὰ μὴ θέλουν.
Καὶ ἀγάπησαν τὸν πόλεμον καλύτερα ἢ νὰ γύρουν
μὲ τὰ βαθιὰ καράβια τους, στὴν ποθητὴν πατρίδα.
Ὅπως κακὴ πυρκαϊὰ μεγάλο δάσος καίει, {{r|455}}
σ’ ἄκρην βουνοῦ καὶ φαίνεται μακρὰν ἡ ἀναλαμπή της,
ὁμοίως ἀπ’ τὸν ἄπειρον χαλκόν, καθὼς κινοῦντο,
ὁ αἰθέρας ὡς τὸν οὐρανὸν λαμποκοποῦσεν ὅλος.
Καὶ ὅπως πλήθη ἀμέτρητα πουλιῶν συμμαζωμένα,
χηνῶν κοπάδ’ ἢ γερανῶν ἢ κύκνων μακρολαίμων {{r|460}}
στ’ Ἄσιο λιβάδι, στὲς ροὲς σιμὰ τοῦ Καϋστρίου
φτεροκοποῦν περήφανα στό ᾽να καὶ στ’ ἄλλο μέρος
κι ὅταν καθίζουν κλαγγηκτὰ καὶ ὁ κάμπος ἀντηχάει,
τόσα τὰ πλήθη τῶν ἀνδρῶν ἀπὸ σκηνὲς καὶ πλοῖα
στὸ σιάδι τὸ Σκαμάνδριον χυνόνταν κι ἀπ’ τὸν κτύπον {{r|465}}
ἵππων καὶ ἀνδρῶν τρομακτικὰ ἡ γῆ βροντοκοποῦσεν·
κι ἔμειναν στὸ Σκαμάνδριον λιβάδι τὸ ἀνθοφόρο
ἄπειροι ὡσὰν τῆς, ἄνοιξης τὰ ἄνθῃ καὶ τὰ φύλλα.
Κι ὅπως σωρεύοντ’ ἄπειρες οἱ μύγες εἰς τὴν στάνην
τὴν ἄνοιξιν ὁποὺ τ’ ἀγγειὰ μὲ γάλα ξεχειλίζουν, {{r|470}}
ὁμοίως καὶ τῶν Ἀχαιῶν τ’ ἀνδρειωμένα πλήθη
στὴν πεδιάδ’ ἀμέτρητα, πυκνότατα, ἐστεκόνταν
κι ἐλαχταροῦσαν ὄλεθρον νὰ φέρουν εἰς τοὺς Τρῶας.
Καὶ ὅπως εὔκολα γιδιῶν κοπάδια σκορπισμένα
καὶ στὴν βοσκὴν ἀνάμεικτα χωρίζουν οἱ ποιμένες, {{r|475}}
ὁμοίως εἰς τὸν πόλεμον ἐσύνταζαν τὰ πλήθη
οἱ ἀρχηγοὶ καὶ ἀνάμεσα ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης
στὰ μάτια καὶ στὴν κεφαλὴν ἀστραποφόρος Δίας
στὴν ζῶσιν ῎Αρης ἔδειχνε καὶ Ποσειδῶν στὰ στήθη.
Κι ὅπως σ’ ἀγέλην ἔξοχος ἀπ’ ὅλους εἶναι ὁ ταῦρος, {{r|480}}
καὶ στὴν βοσκὴν διακρίνεται, ὁμοίως τὸν Ἀτρείδην
ὁ Βροντητὴς ἠθέλησεν ἐκείνην τὴν ἡμέραν
λαμπρὸν νὰ κάμη κι ἔξοχον στὸ πλῆθος τῶν ἡρώων.
Μοῦσες, τοῦ ᾽Ολύμπου κάτοικες, διδάξετέ με τώρα —
εἶσθε θεὲς καὶ βρίσκεσθε παντοῦ καὶ ἠξεύρετ’ ὅλα, {{r|485}}
τίποτ’ ἐμεῖς δὲν ξεύρομεν, τὴν φήμην μόνο ἀκοῦμε,—
τῶν Δαναῶν οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἄρχοι τίνες ἧσαν·
τοῦ πλήθους τὰ ὀνόματα νὰ εἰπῶ δὲν θὰ ἠμποροῦσα
ἐγὼ κι ἂν δέκα στόματα κι ἂν δέκα γλῶσσες εἶχα,
κι ἂν εἶχ’ ἀσύντριφτην φωνὴν καὶ χάλκινα τὰ στήθη· {{r|490}}
μόνον οἱ κόρες τοῦ Διὸς αἰγιδοφόρου, οἱ Μοῦσες
᾽Ολυμπιάδες θά ᾽λεγαν πόσοι στὴν Τροίαν ἦλθαν·
ἀλλὰ θὰ εἰπῶ τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ ὅλα τὰ καράβια.
Τῶν Βοιωτῶν οἱ ἀρχηγοὶ Πηνέλαος, Κλονίος,
Προθήνωρ, ᾽Αρκεσίλαος, καὶ Λῆτος διοικοῦσαν {{r|495}}
ὅσους ἀπόστειλ’ ἡ Αὐλὶς πετρώδης, ἡ ῾Υρία,
ἡ Σχοῖνος, ὁ ᾽Ετεωνὸς πολύλοφος, ἡ Σκῶλος,
ἡ εὐρύχωρη Μυκαλησσός, ἡ Θέσπεια κι ἡ Γραία,
ὅσους τὸ ῞Αρμ’ ἀπόστειλε, τὸ Εἰλέσιον, οἱ ᾽Ερύθρες,
ἀκόμη ὅσους ὁ ᾽Ελεών, ὁ Πετεών, ἡ Ὕλη, {{r|500}}
ὁ Μεδεὼν πόλις καλὴ καὶ ὅσους ἡ ᾽Ωκαλέη,
ἡ Θίσβ’ ἡ πολυτρύγονη, ἡ Εὔτρησις, οἱ Κῶπες,
κι ὁ χλοερὸς ῾Αλίαρτος, κι ὅσους ἀκόμη ἐστεῖλαν
ὁ Γλίσας, ἡ Κορώνεια, ἡ Πλάταια καὶ ἡ πόλις
ὡραία τῶν ῾Υποθηβῶν, καὶ ἡ πόλις ἡ ἁγία {{r|505}}
ἡ ῎Ογχηστος, πολύδενδρο τοῦ Ποσειδῶνος κτῆμα,
ἡ θεία Νίσα, ἡ Μίδεια, ἡ ῎Αρνη ἀμπελοφόρα,
καὶ ὅσοι ἀπὸ τὴν ἔσχατην ἔφθασαν ᾽Ανθηδόνα.
Πενήντα σαν τὰ πλοῖα των κι ἐπάνω στὸ καθένα
ἦσαν ἑκατὸν εἴκοσι τῶν Βοιωτῶν ἀγόρια. {{r|510}}
Τοῦ ᾽Ορχομενοῦ τῶν Μινυῶν τοὺς ἄνδρες καὶ ᾽Ασπληδόνος
ἐδιοικοῦσε ὁ ᾽Ιάλμενος καὶ Ἀσκάλαφος, ἀγόρια
τοῦ Ἄρη καὶ τῆς θυγατρὸς τοῦ ῎Ακτορος Ἀζείδη
τῆς Ἀστυόχης, ὁποὺ ἁγνὴ στ’ ἀνώγι της ἀνέβη
κι ὁ Ἄρης, δυνατὸς θεός, μὲ αὐτὴν κρυφὰ κοιμήθη· {{r|515}}
κι εἶχαν τριάντα βαθουλὰ κατόπι τους καράβια.
Μὲ τοὺς Φωκεῖς ὁ ᾽Επίστροφος ἐρχόταν καὶ ὁ Σχεδίος
υἱοὶ τοῦ μεγαλόψυχου ᾽Ιφίτου Ναυβουλίδη.
Τοὺς ἔστειλε ἡ Κυπάρισσος καὶ ἡ Πυθὼ πετρώδης,
ἡ θεία Κρίσα καὶ ἡ Δαυλίς, ὁ Πανοπεὺς καὶ ἀκόμη {{r|520}}
τὰ μέρη τῆς ῾Υαμπόλεως, καὶ τῆς ᾽Ανεμωρείας
κι αὐτὰ ποὺ ὁ θεῖος ποταμὸς ο Κηφισὸς ποτίζει,
καὶ ἡ Λίλαια ποὺ κτίστηκεν ἐπάνω στὲς πηγές του·
κι εἶχαν σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι τους καράβια
καὶ κολλητὰ στοὺς Βοιωτούς, στὸ ἀριστερό τους πλάγι {{r|525}}
οἱ πολεμάρχοι ἐσύνταζαν τὰ πλήθη τῶν Φωκέων.
Τῶν Λοκρῶν ἦταν ἀρχηγὸς ὁ Οἰλείδης ταχὺς Αἴας
πολὺ πολὺ μικρότερος τοῦ Τελαμωνιάδη
στὸ σῶμα, καὶ μικρόσωμος λινοθωρακωμένος
τῶν Πανελλήνων καὶἈχαιῶν εἰς τὸ κοντάρι πρῶτος· {{r|530}}
ἦλθαν ἀπ’ τὴν Καλλίαρον, τὴν Κύνον, τὸν ᾽Οπούντα,
ἀπ’ τὲς ὡραῖες Αὐγειές, τὴν Βήσσαν καὶ τὴν Σκάρφην,
τὴν Τάρφην καὶ τὸ Θρόνιον, τοῦ Βοαγρίου πόρον·
καὶ αὐτὸν σαράντα ὁλόμαυρα καράβι’ ἀκολουθοῦσαν
τῶν Λοκρῶν πού ᾽ναι ἀντίπερα τῆς ἱερᾶς Εὐβοίας. {{r|535}}
Καὶ τοὺς ἀνδρείους Ἄβαντας κατοίκους τῆς Εὐβοίας
ἀπὸ Χαλκίδ’ ᾽Ερέτριαν καὶ ἀπ’ τὴν σταφυλοφόραν
῾Ιστίαιαν καὶ Κήρινθον ἀκρόγιαλην καὶ ἀκόμη
ἀπὸ τὸ Δίον τὸ ὑψηλό, τὴν Κάρυστον καὶ Στύρα,
τοὺς διοικοῦσε ὁ φοβερὸς στὴν μάχην ᾽Ελεφήνωρ {{r|540}}
Χαλκωδοντιάδης ἀρχηγὸς τῶν ψυχερῶν Ἀβάντων.
Γοργόποδοι μὲ τὰ μαλλιὰ στὲς πλάτες ἁπλωμένα,
λογχιστὲς ἦσαν πρόθυμοι μὲ τὰ μακριὰ κοντάρια
στὰ στήθη ἐπάνω τῶν ἐχθρῶν τοὺς θώρακες νὰ σπάσουν·
καὶ αὐτὸν σαράντα ὁλόμαυρα καράβια ἀκολουθοῦσαν. {{r|545}}
Ἄνδρες οἱ Ἀθῆνες ἔστειλαν, καλοκτισμένη πόλις·
κι ἦταν ἡ χώρα τοῦ ὑψηλοῦ στὸ φρόνημα ᾽Ερεχθέως·
τὸν γέννησεν ἡ δότρα Γῆ καὶ τοῦ Διὸς ἡ κόρη
ἡ Ἀθηνᾶ τὸν ἔθρεψε, καὶ στὸν λαμπρὸν ναόν της
τὸν ἔθεσε, καὶ μὲ κριοὺς καὶ ταύρους, κάθε χρόνο {{r|550}}
τ’ ἀγόρϊα τῶν ᾽Αθηνῶν εὐφραίνουν τὴν ψυχή του˙
ὁ Μενεσθεὺς τοῦ Πετεῶ τοὺς διοικοῦσε, ὁ μόνος
ἵππους νὰ τάξ’ εἰς πόλεμον καὶ ἀσπιδοφόρους ἄνδρες,
καὶ σ’ ὅλους μέσα τοὺς θνητοὺς ἀντίπαλον δὲν εἶχεν
ἄλλον παρὰ τὸν Νέστορα, τὸν γεροντότερόν του· {{r|555}}
καὶ αὐτὸν πενήντα ὁλόμαυρα καράβια ἀκολουθοῦσαν.
῾0 Αἴας πρύμνες δώδεκα τῆς Σαλαμῖνος εἶχε,
κι ἐστάθηκε στὲς φάλαγγες σιμὰ τῶν ᾽Αθηναίων.
῎Ανδρες τὸ ῎Αργος ἔστειλε κι ἡ πυργωμένη Τίρυνς
ἀπ’ τὸ βαθὺ λιμάνι τους ἡ ᾽Ασίνη κι ἡ ῾Ερμιόνη, {{r|560}}
ἡ ἀμπελωμένη ᾽Επίδαυρος, τὰ μέρη τῆς Τροιζῆνος,
τῶν ᾽Ηιονῶν, τοῦ Μάσητος, ἀκόμη τῆς Αἰγίνης·
τοὺς διοικοῦσαν ὁ καλὸς στὴν μάχην Διομήδης
καὶ ὁ Σθένελος· τοῦ δοξαστοῦ υἱὸς τοῦ Καπανέως,
καὶ τρίτος ὁ Εὐρύαλος, ὁ θεῖος, ποὺ ἐγεννήθη {{r|565}}
ἀπ’ τὸν υἱὸν τοῦ Ταλαοῦ τὸν ἄρχον Μηκιστέα˙
ἀλλ’ ἦταν ὅλων ἀρχηγὸς ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης·
κι εἷχαν ὀγδόντα ὁλόμαυρα κατόπιν τους καράβια.
Καὶ οἱ Μυκῆνες οἱ λαμπρές, ἡ Κόρινθος πλουσία,
οἱ Κλεωνὲς καλόκτιστες, τῶν ᾽Ορνειῶν τὰ μέρη, {{r|570}}
ἡ ᾽Αραιθυρέα πάντερπνη, ἡ πόλις Σικυῶνος,
ἐκεῖ ποὺ πρῶτ’ ὁ ῎Αδραστος ἐγίνη βασιλέας,
ἡ ῾Υπερησία, καὶ ἡ ψηλὴ Γονούσσα καὶ ἡ Πελλήνη,
ὁ Αἰγιαλός, τὸ Αἴγιον κι ἡ ἁπλωμένη ῾Ελίκη
ἔστειλαν ἄνδρες σ’ ἑκατὸ καράβια ἀνεβασμένους {{r|575}}
καὶ ἀρχηγὸς ἦτ’ ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων.
᾽Εκεῖνος εἶχε τὰ πολλὰ καὶ ἀνδρειωμένα πλήθη,
κι ἄστραφτεν ὅλος στ’ ἄρματα κι ἐπαίρετο ἡ ψυχή του
ὡς ἦταν εἰς τὴν δύναμιν ὁ πρῶτος τῶν ἡρώων,
ὅτ’ εἶχε αὐτὸς πλιότερον λαὸν ὁλόγυρά του. {{r|580}}
῎Εστειλεν ἄνδρες ἡ κλειστὴ στὰ ὄρη Λακεδαίμων,
ἡ Μέσσ’ ἡ πολυτρύγονη, ἡ Σπάρτη καὶ ἡ Φάρις,
οἱ Βρυσειές, οἱ Αὐγειὲς οἱ πάντερπνες, οἱ ᾽Αμύκλες,
τὸ ῞Ελος, χώρ’ ἀκρόγιαλη, τὸ Οἴτυλος καὶ ὁ Λάας
καὶ τούτους ὁ Μενέλαος ὁ ἀνδρεῖος ἀδελφός του {{r|585}}
ἐδιοικοῦσε κι ἔφερνε μαζί του ἑξήντα πλοῖα·
καὶ ἀνάμερ’ ἀρματώνονταν καὶ αὐτὸς μὲ προθυμίαν
στὴν μέση τους ἐπρόβαινε καὶ τοὺς παρακινοῦσε
στὸν πόλεμον καὶ τοῦ ᾽καιε τὰ σπλάχνα μέσα ὁ πόθος
νὰ ἐκδικηθῆ τοὺς στεναγμούς, τὰ δάκρυα τῆς ῾Ελένης. {{r|590}}
῾Η Πύλος ἄνδρες ἔστειλε καὶ ἡ πάντερπνη Ἀρήνη
τὸ Θρύον, πόρος τοῦ Ἀλφειοῦ, τὸ Αἰπὺ λαμπρό, τὰ μέρη
καὶ τοῦ Κυπαρισσήεντος καὶ τῆς Ἀμφιγενείας,
τοῦ ῞Ελους καὶ τῆς Πτελεοῦ, τὸ Δώριον, ὅπου οἱ Μοῦσες
ἦβραν τὸν Θράκα Θάμυριν καὶ ἀλάλητον τὸν κάμαν, {{r|595}}
ὡς γύριζε ἀπ’ τὸν Εὔρυτον τὸν ἄρχον Οἰχαλίας·
πὼς θὰ ἐνικοῦσ’ ἐπαίρονταν αὐτὸς καὶ ἂν τραγουδοῦσαν
οἱ Μοῦσες κόρες τοῦ Διὸς κι ἐκεῖνες χολωμένες
τὸν τύφλωσαν· καὶ τῆς ὠδῆς τὸ χάρισμα τὸ θεῖον
καὶ ἀκόμη τὸ κιθάρισμα τὸν κάμαν ν’ ἀστοχήση {{r|600}}
καὶ τούτους ὁ Γερήνιος ὁ Νέστωρ διοικοῦσε,
κι ἦσαν καράβια βαθουλὰ κατόπι του ἐνενήντα.
῾Η ᾽Αρκαδία κάτωθεν ἀπ’ τ’ ὄρος τῆς Κυλλήνης
ποὺ ὁ τάφος εἶν’ ὁ Αἰπύτιος καὶ τρέφει λογχοφόρους
ὁ ᾽Ορχομενὸς πολύαρνος, ἡ ἀνεμισμένη ᾽Ενίσπη, {{r|605}}
ἡ Ρίπη καὶ ὁ Φενεὸς ἐστεῖλαν κι ἡ Στρατία
ἡ Μαντινέα πάντερπνη, ἡ Στύμφαλος κι ἀκόμη
ἡ Παρρασία, κι ἔστειλεν ἡ χώρα τῆς Τεγέας·
καράβια ἑξήντα εἶχε μ’ αὐτοὺς ὁ γόνος τοῦ Ἀγκαίου
ὁ Ἀγαπήνωρ ἀρχηγός, καὶ στὸ καθένα πλῆθος {{r|610}}
Ἀρκάδες ἦσαν πρακτικοὶ στὴν τέχνην τοῦ πολέμου.
Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν γνώριζαν τὰ ἔργα τῆς θαλάσσης,
τοὺς εἶχε δώσει ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης ᾽Αγαμέμνων
τὰ πλοῖα τὰ καλόστρωτα νὰ σχίζουν τὰ πελάγη.
Καὶ ἀπὸ τὴν θείαν ῎Ηλιδα κι ἀπ’ τὸ Βουπράσιον ἦλθαν
ἀπὸ τοὺς τόπους ὅπου κλειοῦν ἡ Μύρσινος, στὴν ἄκρην,
ἡ ῾Υρμίνη, τὸ ᾽Αλείσιον κι ἡ ᾽Ωλενία πέτρα·
τέσσαρες ἦσαν ἀρχηγοὶ κι εἶχε ὁ καθένας δέκα
καράβια καὶ τὰ γέμιζαν τῶν ᾽Επειῶν τὰ πλήθη.
῞Ενας ὁ Θάλπιος υἱὸς τοῦ Ἀκτορίδη Εὐρύτου, {{r|620}}
δεύτερος ὁ ᾽Αμφίμαχος, ὁ γόνος τοῦ Κτεάτου·
ὁ ᾽Αμαρυγκείδης ὁ καλὸς Διώρης ἦταν τρίτος,
τέταρτος, ὁ Πολύξενος λαμπρὸ τοῦ ᾽Αγασθένους
τοῦ βασιλέως γέννημα καὶ ἔγγονος τοῦ Αὐγείου.
Καὶ τὰ νησιὰ τὰ ἱερὰ τῆς ῎Ηλιδος ἀντίκρυ {{r|625}}
᾽Εχίνες καὶ Δουλίχιον, σαράντα ἐστεῖλαν πλοῖα
κι ὁ Μέγης ἦταν ἀρχηγὸς ἰσόπαλος τοῦ Ἄρη,
καὶ τὸν ἐγένησε ὁ Φυλεύς, ἀγαπητὸς τοῦ Δία,
ποὺ ἕναν καιρόν, ὡς ἔπεσε στὴν ἔχθραν τοῦ πατρός του,
εἰς τὸ Δουλίχιον πέρασεν ἐκεῖ νὰ κατοικήση. {{r|630}}
Κατόπ’ οἱ μεγαλόψυχοι ἐρχόνταν Κεφαλλῆνες,
ἡ ᾽Ιθάκη, τὰ σεισόφυλλα προπόδια τοῦ Νηρίτου,
τοὺς στεῖλαν, τὰ Κροκύλεια, ἡ Αἰγίλιψ ἡ τραχεῖα,
τοὺς ἔστειλεν ἡ Ζάκυνθος, ἡ Σάμος καὶ τὰ μέρη
τῆς στερεᾶς τ’ ἀντίπερα· καὶ εἶχαν ἀρχηγό τους {{r|635}}
τὸν ᾽Οδυσσέα πόμοιαζε στὴν γνώση μὲ τὸν Δία,
καὶ εἶχαν πλοῖα δώδεκα μὲ κόκκινες τὲς πλῶρες.
Τῶν Αἰτωλῶν ἦτο ἀρχηγὸς ὁ ᾽Ανδραιμονίδης Θόας·
τοὺς ἔστειλ’ ἡ ἀκρόγιαλη Χαλκὶς καὶ ἡ Πυλήνη,
ἡ ῎Ωλενος καὶ ὁ Πλευρών, καὶ ἡ Καλυδὼν πετρώδης· {{r|640}}
καὶ ὡς εἶχε λείψ’ ἡ γενεὰ τοῦ ἀνδρειωμένου Οἰνέως
μὲ τὸν ξανθὸν Μελέαγρον, γι’ αὐτὸ καθ’ ἐξουσία
ἐδόθηκε τοῦ Θόαντος στῶν Αἰτωλῶν τὰ πλήθη·
κι εἶχε σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι του καράβια.
Καὶ τῶν Κρητῶν ἦτο ἀρχηγὸς ὁ ᾽Ιδομενεὺς ὁ ἀνδρεῖος, {{r|645}}
ὅσους ἀπόστειλε ἡ Κνωσὸς καὶ ἡ πυργωμένη Γόρτυς
καὶ ὁ λευκόγειος Λύκαστος καὶ ἡ Μίλητος καὶ ἡ Λύκτος,
τὸ Ρύτιον καὶ ἡ Φαιστὸς χῶρες λαμπρὲς καὶ ἄλλοι
ὁποὺ τὴν ἑκατόμπολιν ἐκατοικοῦσαν Κρήτην·
ὅλων αὐτῶν ἦτο ἀρχηγὸς ὁ ᾽Ιδομενεὺς ὁ ἀνδρεῖος, {{r|650}}
καὶ ὁ Μηριόνης ὅμοιος τοῦ ἀνθρωποφόνου ῎Αρη·
κι εἶχαν ὀγδόντα ὁλόμαυρα κατόπι τους καράβια.
Καὶ ὁ Τληπόλεμος τρανὸς καὶ ὡραῖος ῾Ηρακλείδης
ἐννέα πρύμνες ἔφερνε Ροδίων περηφάνων
ποὺ εἰς τρεῖς μοιράσαν τὸ νησὶ τῆς Ρόδου χῶρες ὅλο {{r|655}}
τῆς Λίνδου, τῆς ᾽Ιαλισοῦ καὶ τῆς λευκῆς Καμείρου˙
καὶ τὸν λαμπρὸν Τληπόλεμον ἀπὸ τὸν ῾Ηρακλέα
ἡ ᾽Αστυόχη ἐγέννησε, ποὺ ἀπ’ ὅπου τὴν ᾽Εφύραν
βρέχει ὁ Σελλήεις ποταμός, τὴν εἶχε πάρει ἐκεῖνος,
ἀφοῦ πολλὲς ξολόθρευσε χῶρες ἀνδρῶν ἡρώων· {{r|660}}
καὶ τοῦτος ὁ Τληπόλεμος, ἅμα στὸ σπίτι ἀνδρώθη,
ξάφνου τὸν θεῖον μητρικὸν φονεύει τοῦ πατρός του
τὸν γέροντα Λικύμνιον· κι εὐθὺς κατασκευάζει
καράβια καὶ ἀφοῦ σύναξε πολλὰ μαζί του πλήθη
εἰς τὰ πελάγη ἐρίχθηκεν, ὀτι τοῦ ῾Ηρακλέους {{r|665}}
οἱ ἄλλ’ υἱοὶ καὶ ἔγγονοι δεινὰ τὸν φοβερίζαν.
Καὶ ἀφοῦ πολὺ παράδειραν ἐφθάσαν εἰς τὴν Ρόδον
καὶ τριμερῶς κατοίκησαν κατὰ φυλὲς τὴν νῆσον,
καὶ τοὺς ἀγάπησε ὁ θεὸς ποὺ σ’ ὅλους βασιλεύει
καὶ πλουτισμοῦ τοὺς ἔχυσε πλημμύραν, ὁ Κρονίδης. {{r|670}}
Ἀπὸ τὴν Σύμην ὁ Νιρεὺς καράβια φέρνει τρία,
τῆς Ἀγλαΐας ὁ Νιρεὺς καὶ τοῦ Χαρόπου ἀγόρι,
ὁποὺ στὸ κάλλος, ὁ Νιρεύς, ἂν ἔλειπε ὁ Πηλείδης.,
θὰ ἐπρώτευε τῶν Δαναῶν ὅσ’ ἦλθαν εἰς τὴν Τροίαν·
ἀλλὰ ἦταν ἀπόλεμος καὶ ὀλίγους εἶχεν ἄνδρες. {{r|675}}
Τοὺς ἄνδρες ἀπ’ τὴν Νίσυρον, τὴν Κάρπαθον, τὴν Κάσον,
καὶ ἀπ’ τὲς Καλύδνες καὶ ἀπ’ τὴν Κῶν τὴν πόλιν τοῦ Εὐρυπύλου
ἐδιοικοῦσε ὁ ῎Αντιφος καὶ ὁ Φείδιππος, βλαστάρια
τοῦ βασιλέως Θεσσαλοῦ τοῦ γόνου τοῦ ῾Ηρακλέους·
κι εἶχαν τριάντα βαθουλὰ κατόπι τους καράβια. {{r|680}}
Καὶ ἀπ’ τ’ Ἄργος τὸ Πελασγικὸν ὅσ’ ἦλθαν καὶ ἀπ’ τὴν Ἄλον
καὶ ἀπ’ τὴν Τρηχίνα πληθυσμοὶ καὶ ἀπ’ τὴν Ἀλόπην ὅσοι
κι ὅσοι ἀπ’ τὴν καλλιγύναικα ῾Ελλάδα καὶ τὴν Φθίαν,
καὶ Μυρμιδόνες καὶ Ἀχαιοὶ καὶ ῞Ελληνες λεγόνταν,
πενήντα πλοῖα καὶ ἀρχηγὸς εἰς ὅλους, ὁ Πηλείδης. {{r|685}}
Ἀπὸ τὸν φρικτὸν πόλεμον ἐσχόλαζαν ἐκεῖνοι,
ὅτι δὲν εἶχαν ἀρχηγὸν νὰ τοὺς συντάξ’ εἰς μάχην,
ὡς ἔμενεν ὁ ᾽Αχιλλεὺς στὲς πρύμνες χολωμένος,
ἀφ’ ὅτου τὴν καλόκομην τοῦ ἐπῆραν Βρισηίδα,
ὁποὺ μ’ ἀγών’ ἀπόκτησεν ὅτ’ ἔριξε τὰ τείχη {{r|690}}
τῆς Θήβης καὶ τῆς Λυρνησσοῦ καὶ τ’ ἀνδρειωμέν’ ἀγόρια
᾽Επίστροφον καὶ Μύνητα τοῦ Εὐήνου βασιλέως
Σεληπιάδη ἐνίκησεν· μὲ αὐτὸν τὸν πόνον στέκει
ἀργός, ἀλλὰ τὰ ἄρματα νὰ πιάση δὲν θ’ ἀργήση.
Ἄνδρες ἡ Πύρασος χλωρή, ποὺ ἡ Δήμητρα ἔχει δάσος, {{r|695}}
ἡ ῎Ιτων ἡ πολύαρνη καὶ ἡ Φυλάκη ἐστεῖλαν,
καὶ τῆς ᾽Αντρῶνος οἱ γιαλοὶ καὶ ἡ Πτελεὸς χλοώδης·
ὁ ἀνδρεῖος Πρωτεσίλαος ἦτο ἀρχηγός τους πρῶτα·
τότε τὸν εἶχε ἡ μαύρη γῆ, καὶ ἔρμη στην Φυλάκην
τὸν ᾽μοιρολόγα ἡ χήρα του στὸ ἄκλερό του σπίτι· {{r|700}}
Δαρδάνου ἀκόντι ἐνέκρωσεν αὐτὸν κεῖ ποὺ πηδοῦσε
πρῶτος τῶν ἄλλων Ἀχαιῶν ἀπὸ τὴν πλώρην μόνος·
καὶ αὐτὸν ποθοῦσεν ὁ λαός, ἄν κι ἦταν ἀρχηγός τους
ἄλλο τοῦ Ἄρη βλάστημα, ὁ ἀνδράγαθος Ποδάρκης,
υἱὸς τοῦ πολυπρόβατου ᾽Ιφίκλου Φυλακίδη {{r|705}}
καὶ αὐτάδελφος τοῦ ἤρωος λαμπροῦ Πρωτεσιλάου·
ἀλλὰ στὰ χρόνι’ ἀνώτερος, καθὼς καὶ στὴν ἀνδρείαν
ἦταν ὁ Πρωτεσίλαος καὶ ἂν ἀρχηγὸν ἐλάβαν,
ὅμως ἐκεῖνον τὸν καλὸν μὲς στὴν καρδιά τους εἶχαν·
κι εἷχαν σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι τους, καράβια. {{r|710}}
῎Εστειλαν ἄνδρες καὶ οἱ Φερὲς πού ᾽ναι ἡ Βοιβία λίμνη,
κι ἡ Βοίβη κι ἡ ᾽Ιαωλκὸς ὡραία καὶ οἱ Γλαφύρες·
τοὺς διοικοῦσ’ ὁ Εὔμηλος κι ἕνδεκα πρύμνες εἶχε·
ἡ Ἄλκηστις ἡ ἀσύγκριτη τὸν γέννησε τοῦ Ἀδμήτου,
ἡ κόρ’ ἡ ὡραιότερη ἀπ’ ὅλες τοῦ Πελίου. {{r|715}}
Τῆς Θαυμακίας στάλθηκαν καὶ τῆς Μηθώνης ἄνδρες
τῆς ᾽Ολιζῶνος πετρωτῆς καὶ ὁμοῦ τῆς Μελιβοίας·
καὶ ὁ Φιλοκτήτης ἀρχηγός, ἐξαίσιος τοξότης,
μ’ ἑπτὰ καράβια ὁλόμαυρα· κι ἐπάνω στὸ καθένα
ἦσαν τοξότες θαυμαστοὶ πενήντα κουπηλάτες· {{r|720}}
ἀλλὰ ἐκεῖνος ἔμενε στὴν Λῆμνον τὴν ἁγίαν
ποὺ τὸν ἀφῆκαν οἱ Ἀχαιοὶ φρικτὰ βασανισμένον
ἀπ’ τὴν πληγὴν ποὺ τοῦ ᾽φερεν ὀλέθρια νεροφίδα.
᾽Εκεῖ θλιμμένος ἔμενεν· ἀλλ’ ἔμελλαν οἱ ᾽Αργεῖοι
ὀγρήγορα νὰ ἐνθυμηθοῦν τὸν μέγαν Φιλοκτήτην· {{r|725}}
καὶ αὐτὸν ποθοῦσεν ὁ λαός, ἂν κι ἄναρχοι δὲν ἦσαν·
ἦταν ὁ Μέδων ἀρχηγός, ἐκεῖνος ὁποὺ νόθον
ἀπ’ τὸν Οἰλέα πορθητὴν ἐγέννησεν ἡ Ρήνη.
Κι ὅσοι τῆς Τρίκκης κάτοικοι καὶ τῆς τραχιᾶς ᾽Ιθώμης
κι ὅσοι τῆς χώρας κάτοικοι τοῦ Εὐρύτου Οἰχαλίας, {{r|730}}
εἶχαν τριάντα βαθουλὰ καράβια κι ἀρχηγοί τους
ἦσαν ὁ Ποδαλείριος κι ὁ ἀδελφὸς Μαχάων
ἰατροὶ καλοί, τοῦ ᾽Ασκληπιοῦ δυὸ τέκνα δοξασμένα.
Ὅσοι τ’ ᾽Ορμένιον ἄφησαν τὴν βρύσιν ῾Υπερείας,
τ’ ᾽Αστέριον καὶ τὲς κορυφὲς τὲς ἄσπρες τοῦ Τιτάνου, {{r|735}}
τοὺς διοικοῦσε ὁ Εὐρύπυλος λαμπρὸς Εὐαιμονίδης
κι εἶχε σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι του καράβια.
Ἀπὸ Γυρτώνην, Ἄργισσαν, ἀπ’ Ὄρθην, ἀπ’ τὴν πόλιν
᾽Ηλώνην καὶ ἀπὸ τὴν λευκὴν ᾽Ολοοσσὸν ὅσ’ ἦλθαν,
τοὺς διοικοῦσ’ ὁ ἀτρόμητος στὴν μάχην Πολυποίτης, {{r|740}}
ποὺ ἔγγονος ἦταν τοῦ Διὸς κι υἱὸς τοῦ Πειριθόου,
μὲ τὸν Πειρίθοο ἡ ξακουστὴ τὸν γέννησ’ ῾Ιπποδάμεια,
ὅταν ἐκεῖνος πάταξε τὰ δασερὰ θηρία
καὶ τά ᾽διωξε ἀπ’ τὸ Πήλιον στὴν χώραν τῶν Αἰθίκων·
κι ἦταν μ’ αὐτὸν συναρχηγοὶ ὁ Λεοντεὺς ἀνδρεῖος {{r|745}}
κι εἶχαν σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι τους καράβια.
῏Ηλθε ἀπ’ τὴν Κύφον ὁ Γουνεὺς μὲ εἰκοσιδύο πρύμνες·
εἶχ’ ῾Ενιήνων πληθυσμὸν καὶ Περραιβῶν γενναίων,
ὅσοι στὴν κακοχείμωνην Δωδώνην κατοικῆσαν, {{r|750}}
καὶ ὅσοι ἀπ’ τὸν Τιταρήσιον ποτίζουν τοὺς ἀγρούς των,
ποὺ χύνει μὲς στὸν Πηνειὸν τὰ πρόσχαρα νερά του
καὶ μὲ τὲς ἀργυρὲς στροφὲς τοῦ Πηνειοῦ δὲν σμίγει
καὶ καθαρὸς ἐπάνωθεν ὡσὰν τὸ λάδι πλέει
ὅτι ἀπ’ τὴν Στύγα ἐκόπηκε καὶ αὐτή ᾽ναι μέγας ὅρκος. {{r|755}}
῾0 γοργοπόδης Πρόθοος, υἱὸς τοῦ Τενθρηδόνος,
ἦτο ἀρχηγὸς στοὺς Μάγνητες, ποὺ τοῦ κινησιφύλλου
Πηλίου καὶ τοῦ Πηνειοῦ τὰ μέρη ἐκατοικοῦσαν˙
κι εἶχε σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι του καράβια.
῏Ησαν αὐτοὶ τῶν Δαναῶν οἱ πρῶτοι πολεμάρχοι. {{r|760}}
Τώρα ποιός ἄνδρας κάλλιστος, ποιός ἵππος ἦτο ἀπ’ ὅσους
μὲ τοὺς ᾽Ατρεῖδες στράτευσαν, σύ, Μούσα, δίδαξέ με·
τοῦ Φηρητιάδη ἐπρώτευαν οἱ ἐξαίσιες φοράδες,
τὲς ἔζεψεν ὁ Εὔμηλος καὶ ὡσὰν πουλιὰ πετοῦσαν,
ὁμότριχες, ὁμήλικες, μὲ νῶτα σταφνισμένα· {{r|765}}
τὲς ἔθρεψ’ ὁ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων στὴν Πηρείαν,
φυγῆς καὶ τρόμου πρόξενα, δυὸ θηλυκὰ πουλάρια·
καὶ τῶν ἀνδρῶν ἐπρώτευεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας,
ἐνόσω ἀκόμη ἐθύμωνεν ὁ ἀσύγκριτος Πηλείδης·
καὶ σ’ ὅλους πάλι ἐπρώτευαν οἱ ἵπποι τοῦ Ἀχιλλέως. {{r|770}}
᾽Εκεῖνος ἔμενεν ἀργὸς στὰ ποντοπόρα πλοῖα
αὐτοῦ νὰ τρέφη τὸν θυμὸν ποὺ εἶχε στὸν ᾽Ατρείδην·
κι ἐπάνω στὴν ἀκρογιαλιὰ τὰ πλήθη διασκεδάζαν
μὲ δίσκους, μὲ ἀκόντια, ποὺ ρίχναν καὶ μὲ τόξα,
κι οἱ ἵπποι στέκονταν σιμὰ στ’ ἁμάξι του καθένας {{r|775}}
κι ἐτρῶγαν βαλτοσέλινα καὶ τρυφερὸ τριφύλλι·
κι ἦσαν τ’ ἁμάξια στὲς σκηνές, ὡς πρέπει, σκεπασμένα·
καὶ οἱ κύριοι τὸν ἀρχηγὸν ποθοῦσαν τὸν ἀνδρεῖον
καὶ στὸν στρατὸν ἐγύριζαν μακρὰν ἀπὸ τὴν μάχην.
Κι ἐρχόνταν ὡς νὰ ἔβοσκε φωτιὰ στὸν τόπον ὅλον {{r|780}}
κι ὅλη ἀποκάτω ἐβόγγα ἡ γῆ, σὰν ὅταν θυμωμένος
ὁ βροντητὴς δέρνει τὴν γῆν ποὺ θλίβει τὸν Τυφώνα,
ποὺ λέγουν ὅτι κείτεται στὴν χώραν τῶν Ἀρίμων,
τόσον ἀπ’ τὸν ποδόκτυπον αὐτῶν, ὡς προχωροῦσαν,
βογγοῦσε ἡ γῆ, καὶ μὲ σπουδὴν τὴν πεδιάδα ἐσχίζαν. {{r|785}}
Καὶ ἀποσταλμένη τοῦ Διὸς ἡ ἀνεμόποδ’ ῎Ιρις
ἦλθε τὸ μήνυμα πικρὸ νὰ φέρη ἐκεῖ στοὺς Τρῶας
κι εἶχαν ἐκεῖνοι σύνοδον στὴν θύραν τοῦ Πριάμου
συναθροισμένοι ὅλοι μαζὶ καὶ γέροντες καὶ νέοι·
σ’ αὐτοὺς πλησίασε ἡ θεά, καὶ στὴν φωνὴν ὁμοιώθη {{r|790}}
μὲ τοῦ Πριάμου τὸν υἱὸν Πολίτην· καὶ τῶν Τρώων
αὐτὸς ἐκάθιζε σκοπός, ὡς ἦταν φτεροπόδης,
ψηλὰ στὸν τάφον πόσκεπε τὸν γέροντ’ Αἰσυήτην,
κι ἐτήρα πότ’ οἱ Ἀχαιοὶ θὰ ὁρμοῦσαν ἀπ’ τὰ πλοῖα.
Μ’ αὐτὸν ὁμοιώθη στὴν φωνὴν ἡ ῎Ιρις καὶ τοὺς εἶπε: {{r|795}}
« ῏Ω γέρε, οἱ λόγοι περισσοὶ σ’ ἀρέσουν, σὰν ἀκόμη
νά ᾽χαμε εἰρήνην· κι ἔφθασεν ὥρα φρικτοῦ πολέμου·
μάχες ἀνδρῶν εἶδαν πολλὲς τὰ μάτια μου, ἀλλ’ ἀκόμα
τόσον δὲν εἶδα ἐγὼ λαὸν καὶ τόσο ἀνδρειωμένον,
ὅτι ὡσὰν φύλλ’ ἀμέτρητον τωόντι ἢ σὰν τὸν ἄμμον {{r|800}}
τοὺς βλέπω ἐδῶ νὰ χύνωνται τὴν πόλιν νὰ κτυπήσουν·
ὦ ῞Εκτωρ, ἐσὺ μάλιστα τὸν λόγον μου ν’ ἀκούσης·
ὡς εἶναι οἱ βοηθοὶ πολλοὶ στὴν πόλιν τοῦ Πριάμου
καὶ γλῶσσαν ἄλλην χωριστὴν τὸ κάθε γένος ἔχει,
νὰ διοικῆ κάθε ἀρχηγὸς τοὺς ἰδικούς του κάμε {{r|805}}
καὶ νὰ ὁδηγῆ στὸν πόλεμον μὲ τάξιν τοὺς πολίτες».
Εἶπε καὶ ἀπὸ τὸν ῞Εκτορα γνωρίσθ’ ἡ φωνὴ θεία,
κι ἔλυσ’ εὐθὺς τὴν σύνοδον, καὶ ἀρματωθῆκαν ὅλοι·
οἱ πύλες ὅλες ἄνοιξαν, κι ἐχύνονταν τὰ πλήθη
πεζοὶ καὶ ἱππεῖς καὶ ἀλαλαγμὸς μεγάλος ἀκουόνταν. {{r|810}}
᾽Εμπρὸς στὴν πόλιν ὑψηλὴ σηκώνεται μιὰ ράχη
στὴν πεδιάδ’ ἀνάμερα κι ἐλεύθερη τριγύρω
καὶ τάφον τῆς πολύσκιρτης Μυρίνας τὴν ἐλέγαν
οἱ ἀθάνατοι καὶ Βάτειαν οἱ ἄνθρωποι ὀνομάζαν·
ἐκεῖ ἐξεχωρίσθηκαν οἱ βοηθοὶ καὶ οἱ Τρῶες. {{r|815}}
Τῶν Τρώων ἦταν ἀρχηγὸς ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ
ὁ Πριαμίδης, καὶ λαὸς πλιότερος καὶ ἀνδρεῖος
στὸ πλάγι του ἐσυντάζονταν γιὰ μάχη διψασμένος.
Τῶν Δαρδανίων ἀρχηγὸς ἦτ’ ὁ λαμπρὸς Αἰνείας·
τοῦ ᾽Αγχίση τὸν ἐγέννησεν ἡ ἀσύγκριτη Ἀφροδίτη, {{r|820}}
ὁποὺ θεὰ μ’ ἄνδρα θνητὸν στὴν ῎Ιδην ἐκοιμήθη·
κι εἶχε κοντὰ συναρχηγοὺς τοῦ ᾽Αντήνορος δύο τέκνα,
Ἀρχέλοχον καὶ Ἀκάμαντα στὸν πόλεμον τεχνίτες.
Ἀπὸ τῆς ῎Ιδης τὲς ποδιὲς οἱ Τρῶες τῆς Ζελείας,
πλούσιος λαὸς ποὺ τὸ βαθὺ πίνει νερὸ τοῦ Αἰσήπου, {{r|825}}
τ’ ἀγόρι τοῦ Λυκάονος τοὺς διοικοῦσ’ ὁ θεῖος
ὁ Πάνδαρος, ποὺ ἔλαβε τὸ τόξο ἀπὸ τὸν Φοῖβον.
Τῆς ᾽Αδραστείας καὶ ᾽Απαισοῦ καὶ τῆς ψηλῆς Τηρείας
καὶ τῆς Πιτύας τοὺς λαοὺς ἐδιοικοῦσαν δύο,
ὁ ἄδραστος καὶ ὁ ῎Αμφιος λινοθωρακισμένος, {{r|830}}
τοῦ Περκωσίου Μέροπος υἱοί, τοῦ ἐξόχου μάντη·
καὶ νὰ μὴ πᾶν ἐξόρκιζε ὁ γέρος τὰ παιδιά του
στὸν ἀνδροφθόρον πόλεμον· καὶ αὐτοὶ δὲν τὸν ἀκοῦσαν,
ὅτ’ οἱ κακὲς τοὺς ἔσερναν μαύρου θανάτου μοῖρες.
Ὅσ’ ἦλθαν ἀπὸ Πράκτιον, ἀπὸ Περκώτην ἄνδρες, {{r|835}}
ἀπὸ Σηστόν, ἀπ’ ῎Αβυδον καὶ ἀπ’ τὴν λαμπρὴν ἀρίσβην,
ὁ ῾Υρτακίδης ῎Ασιος τοὺς διοικοῦσε ὁ μέγας.
Καὶ αὐτὸν ἀπ’ τὸν Σελλήεντα, ποτάμι τῆς ἀρίσβης,
ἵπποι μεγάλοι ἀστραφτεροὶ ἐφέραν τὸν ἀνδρεῖον.
Τὰ γένη ἀκόμη Πελασγῶν καλῶν κονταρομάχων, {{r|840}}
ποὺ τῆς Λαρίσης κατοικοῦν στὰ κάρπιμα πεδία·
ὁ ῾Ιππόθοος καὶ ὁ Πύλαιος τὰ διοικοῦσαν δύο
τέκνα τοῦ Λήθου Πελασγοῦ τοῦ Τευταμίδη ἀνδρεῖα.
ὁ Ἀκάμας καὶ ὁ Πείροος τοὺς Θρᾶκας διοικοῦσαν
ὅσ’ εἷναι ἀπ’ τὸν ὁρμητικὸν ῾Ελλήσποντον κλεισμένοι. {{r|845}}
Ὁ Εὔφημος ἦτο ἀρχηγὸς τῶν λογχιστῶν Κικόνων·
τὸν γέννησε ὁ θεοφίλητος ὁ Τροίζηνος Κεάδης.
Οἱ τοξοφόροι Παίονες μὲ τὸν Πυραίχμην ἦλθαν
μακρόθε, ἀπὸ τὸν ᾽Αξιόν, πλατύροο ποτάμι
τὸ ὡραιότεοο τῆς γῆς, καὶ ἀπὸ τὴν Ἀμυδώνα. {{r|850}}
Τοὺς Παφλαγόνας ἔφερεν ὁ ἀνδρεῖος Πυλαιμένης
ἀπὸ τὴν γῆν τῶν ᾽Ενετῶν, π’ ἄγρια μουλάρια τρέφει,
τοὺς ἔστειλεν ἡ Κύτωρος, ἡ Σήσαμος ποὺ ἔχουν
στοῦ Παρθενίου τὴν ροὴν λαμπρὲς τὲς κατοικίες,
ἡ Κρώμνα καὶ ὁ Αἰγιαλὸς κι οἱ ἀπόκρημνοι ᾽Ερυθίνοι. {{r|855}}
Τοὺς ῾Αλιζῶνας ἔφεραν οἱ ᾽Επίστροφος καὶ ῾Οδίος,
ὅθεν μακρὰν ὁ ἄργυρος γεννᾶται, στὴν Ἀλύβην.
Ὁ Χρόμις εἶχε τοὺς Μυσοὺς κι ὁ ῎Εννομος ὁ μάντις·
καὶ μ’ ὅλην του τὴν μαντικὴν δὲν ξέφυγε τὴν μοίραν,
ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ἐφόνευσεν ὁ γρήγορος Πηλείδης {{r|860}}
μὲς στὸ ποτάμι, ὅπ’ ἔσφαξε καὶ τόσους ἄλλους Τρῶας.
Τοὺς Φρύγας τοὺς πολεμικοὺς ἀπὸ τὴν Ἀσκανίαν
ὁ θεϊκὸς ᾽Ασκάνιος καὶ ὁ Φόρκυς διοικοῦσαν.
Ὁ Ἄντιφος τοὺς Μήονας καὶ ὁ Μέσθλης διοικοῦσαν
ποὺ ὁ Ταλαιμένης γέννησε καὶ ἡ Γυγαία λίμνη· {{r|865}}
τοὺς Μήονας ποὺ κατοικοῦν εἰς τὲς ποδιὲς τοῦ Τμώλου.
Ὁ Νάστης πάλιν τῶν Καρῶν, λαῶν βαρβαροφώνων,
ἦτο ἀρχηγὸς ποὺ τῶν Φθειρῶν τοὺς ἔστειλαν τὰ πλάγια
πολύδενδρα καὶ ἡ Μίλητος καὶ οἱ πέτρες τῆς Μυκάλης
δύο τέκνα τοῦ Νομίονος, ἀγόρια παινεμένα, {{r|870}}
ἦσαν ἐκείνων οἱ ἀρχηγοί, Ἀμφίμαχος καὶ Νάστης,
ποὺ ὡς κόρη χρυσοστόλιστος στὸν πόλεμον κινοῦσε·
μωρὸς καὶ ἀπὸ τὸν θάνατον μὲ τοῦτον δὲν ἐσώθη,
ἀλλὰ νεκρὸν τὸν ἔστρωσεν ὁ τρομερὸς Πηλείδης
μὲς στὸ ποτάμι κι ἔπειτα τοῦ ἐπῆρε τὸ χρυσάφι. {{r|875}}
Καὶ τοὺς Λυκίους ἔφεραν ὁ Σαρπηδὼν καὶ ὁ Γλαῦκος
ἀπ’ τῆς Λυκίας τοὺς ἀγροὺς ὁποὺ ποτίζει ὁ Ξάνθος.
</poem>
gt4lqtz21oiufmgzty880abox5vxgzl
Ιλιάδα (Πολυλάς)/γ
0
15765
166744
93736
2026-07-03T17:18:06Z
Sarri.greek
10495
{{r|5}} σε κάθε 5ο στίχο
166744
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = Ιλιάδα
| συγγραφέας = Όμηρος
| μεταφραστής= Ιάκωβος Πολυλάς
| ενότητα = Ραψωδία γ
| επόμενο = [[../δ|Ραψωδία δ]]
| προηγούμενο= [[../β|Ραψωδία β]]
| σημειώσεις =
}}
<poem>
Καὶ ἀφοῦ σιμὰ στοὺς ἀρχηγοὺς ἐσυνταχθῆκαν ὄλοι,
οἱ Τρῶες ἀλαλάζοντας, σὰν τὰ πτηνὰ κινοῦντο·
καθὼς διαβαίνουν γερανοὶ καὶ κρώζουν στὸν αἰθέρα,
ὡς φεύγουν τὲς νεροποντὲς καὶ τὸν βαρὺν χειμώνα
νὰ φθάσουν στὸν ᾽Ωκεανόν, κι ἅμα χαράξη ἀρχίζουν {{r|5}}
πόλεμον φονικότατον στὸ γένος τῶν Πυγμαίων·
κι οἱ ᾽Αχαιοί, μ’ ἀνδρειᾶς πνοήν, σιωπηλοὶ κινοῦντο,
ἕνας τὸν ἄλλον πρόθυμοι στὴν μάχην νὰ βοηθήσουν,
κι ὅπως ὁ Νότος καταχνιὰ σὲ κορφοβούνι χύνει,
ποὺ δὲν ἀρέσει τοῦ βοσκοῦ, κι εἶναι χαρὰ τοῦ κλέφτη. {{r|10}}
Καὶ τῆς νυκτὸς καλύτερη, καὶ τόσ’ εἶναι ἡ μαυρίλα
ποὺ κεῖ ποὺ πέτραν ἔριξες μόλις τὸ μάτι φθάνει,
ἔτσι πυκνὴ σηκώνονταν ἀπ’ τὴν ποδοβολή τους
ἡ σκόνη, καθὼς ἔσχιζαν γοργὰ τὴν πεδιάδα.
Καὶ ὁπόταν ἐπροχώρησαν κι, ἐβρέθηκαν ἀντίκρυ, {{r|15}}
ὁ θεϊκὸς Ἀλέξανδρος προμάχιζε τῶν Τρώων·
φορεῖ στοὺς ὤμους παρδαλήν, τὸ ξίφος καὶ τὸ τόξο,
στὰ χέρια δυὸ κοντάρϊα τινάζει χαλκοφόρα
καὶ τῶν Ἀργείων προκαλεῖ τοὺς πρώτους πολεμάρχους
νά ᾽λθουν μ’ αὐτὸν νὰ μετρηθοῦν στὸν φονικὸν ἀγώνα· {{r|20}}
κι ὡς ἔρχονταν ἐμπρὸς ἐμπρὸς μὲ διάσκελα μεγάλα,
τὸν νόησεν ὁ ψυχερὸς Μενέλαος κι ἐχάρη,
σὰν πεινασμένος λέοντας μεγάλο σῶμ’ ἂν ἔβρη,
ἐλάφ’ ἢ τράγον ἄγριον, καὶ ὁλάκερον τὸν τρώγει,
ἂν καὶ τοῦ χύνονται σκυλιὰ κι ἀνδρειωμέν’ ἀγόρια, {{r|25}}
ὁμοίως ὁ Μενέλαος ἐχάρη ὡς εἶδ’ ἐμπρός του
τὸν θεϊκὸν ᾽Αλέξανδρον, θαρρώντας πού ᾽χε φθάσει
ἡ ὥρα νὰ ἐκδικηθῆ τὸν ἄνομον ἐχθρόν του
καὶ ἀπὸ τ’ ἁμάξι ἐπήδησε στὴν γῆν μὲ τ’ ἄρματά του.
Καὶ ὁ θεϊκὸς ᾽Αλέξανδρος ἅμ’ εἶδε αὐτὸν ποὺ ἐφάνη {{r|30}}
μὲς στοὺς προμάχους, ἡ καρδιὰ τοῦ ἐσπάραξε στὰ στήθη
καὶ νὰ σωθῆ ἐσύρθηκε στὴν μέση τῶν συντρόφων.
Σὰν ἄνθρωπος ποὺ ἀπάντησε φίδι κακὸ στὸν λόγγον,
γυρίζει ὀπίσω, τρέμοντας εἰς ὅλα του τὰ μέλη
καὶ στρέφει ἀπὸ τὸν δρόμον του στὴν ὄψη κερωμένος, {{r|35}}
ὁμοίως εἰς τὲς φάλαγγες ἐκρύφθηκε τῶν Τρώων
ὁ θεϊκὸς Ἀλέξανδρος νὰ φύγη ἀπ’ τὸν Ἀτρείδην·
καὶ ὁ ῞Εκτωρ τὸν ὀνείδισε πικρῶς ἅμα τὸν εἶδε:
« Δύσπαρι, ἐξαίσιε στὴν εἰδή, γυναιμανῆ καὶ πλάνε,
ποτὲ νὰ μὴ εἶχες γεννηθῆ ἢ νά ᾽χες ἀποθάνει {{r|40}}
ἄγαμος, κι ὄχι νὰ σὲ ἰδῶ, καθὼς σὲ βλέπω τώρα,
νὰ γίνεσ’ ἐξουθένωμα καὶ μίσος τῶν ἀνθρώπων·
ἄ! πόσο θὰ χασκογελοῦν τῶν ᾽Αχαιῶν τὰ πλήθη,
ποὺ ἀνδρειωμένον σ’ ἔλεγαν ἀπ’ τὴ λαμπρὴ θωριά σου·
καὶ θάρρος σὺ καὶ δύναμιν στὰ σπλάχνα σου δὲν ἔχεις· {{r|45}}
τέτοιος ὡς εἶσαι ἐτόλμησες μὲ ποντοπόρα πλοῖα
καὶ μὲ συντρόφους διαλεκτοὺς τὰ πέλαγα νὰ σχίσης
καὶ νὰ πατήσης ξένων γῆν, κι ἀπὸ μακρινὰ μέρη,
νὰ φέρης ὡραιότατην νύφην ἀνδρῶν ἡρώων
καὶ τοῦ πατρός σου συμφορὰ καὶ τῆς πατρίδος ὅλης, {{r|50}}
χαρὰ μεγάλη τῶν ἐχθρῶν, δική σου καταισχύνη;
Γιατὶ δὲν στέκεσ’ ἔμπροσθεν τοῦ ἀνδρείου Μενελάου,
τότε νὰ ἰδῆς τίνος ἀνδρὸς τὴν νύφην ἀγκαλιάζεις;
Κιθάρα, ἀκόμη κι ὀμορφιὰ καὶ ὅσες χάρες ἔχεις
τῆς Ἀφροδίτης, θὰ χαθοῦν, ἂν κυλιστῆς στὸ χῶμα· {{r|55}}
ἄχ! τόσα ἔπραξες κακὰ πού, ἂν εἶχαν αἷμα οἱ Τρῶες,
θὰ ἐφοροῦσε πέτρινον χιτώνα τὸ κορμί σου».
Κι ὁ θεϊκὸς Ἀλέξανδρος τοῦ ἀπάντησε καὶ εἶπε:
«῞Εκτορ᾽, ἀφοῦ μὲ δίκαιον μὲ ψέγεις κι ὄχι ἀδίκως, —
εἶναι ἡ καρδιά σου ἀμάλακτη σὰν τὴν σκληρὴν ἀξίνη {{r|60}}
ποὺ σχίζει δέντρο δυνατὸ στοῦ ξυλουργοῦ τὸ χέρι
κι εἶναι στὴν τέχνην βοηθὸς καὶ στὴν ὁρμὴν τοῦ ἀνθρώπου·
ὁμοίως εἷναι ἀτρόμητος στὰ στήθη μέσα ὁ νοῦς σου —
τὰ γλυκὰ δῶρα τῆς χρυσῆς θεᾶς μὴ μοῦ ὀνειδίζης
ποιὸς θ’ ἀψηφήση τὰ λαμπρὰ τῶν ἀθανάτων δῶρα; {{r|65}}
Καὶ στανικῶς δὲν παίρνονται, τὰ δίδ’ ἡ θέλησίς των
καὶ τώρα ἐὰν ἐπιθυμᾶς ἐγὼ νὰ πολεμήσω,
τοὺς Τρῶας καὶ τοὺς ᾽Αχαιούς, σὺ κάμε νὰ ἡσυχάσουν
καὶ βάλτε τὸν Μενέλαον κι ἐμὲ ν’ ἀγωνισθοῦμε
γιὰ τὴν ῾Ελένην κι ὅλους της τοὺς θησαυροὺς οἱ δύο· {{r|70}}
καὶ αὐτὸς ποὺ θά ᾽βγη νικητής, στὰ γονικά του ἄς πάρη
τὴν νέαν καὶ τοὺς θησαυρούς, καὶ σεῖς οἱ ἄλλοι ὀμόστε
εἰρήνην καὶ τὴν κάρπιμην Τρωάδα μας χαρῆτε.
Κι ἐκεῖνοι στὴν πατρίδα τους, στὸ ἱπποτρόφον ῎Αργος
καὶ στὴν ὀμορφοπάρθενην ἂς γύρουν ᾽Αχαΐαν». {{r|75}}
Εἶπε, κι ὁ ῞Εκτωρ χάρηκε στὸν λόγον καὶ στὴν μέσην
ἐβγῆκε κι ἐσταμάτησε τὲς φάλαγγες τῶν Τρώων
μὲ τὸ κοντάρι, καὶ ὅλα εὐθὺς ἐκάθισαν τὰ πλήθη,
καὶ οἱ καλλίκομοι Ἀχαιοί, καθὼς ἐπροχωροῦσε,
μὲ τόξα τὸν σημάδευσαν, μ’ ἀκόντια, μὲ λιθάρια· {{r|80}}
καὶ τρανὴν ἔσυρε φωνὴν ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων:
« Σταθῆτε, ᾽Αργεῖοι, παύσετε, τῶν ᾽Αχαιῶν ἀγόρια,
κάτι νὰ εἰπῆ, θέλει σ’ ἐμᾶς ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ».
Αὐτὰ εἶπε κι ἐλούφαξαν τὰ πλήθη στὴν φωνήν του·
τότε στὴν μέσην τῶν στρατῶν ὁμίλησεν ὁ Ἕκτωρ: {{r|85}}
« Σεῖς Τρῶες καὶ σεῖς Ἀχαιοί, ἀκοῦστε ὅ,τι προβάλλει
ὁ ᾽Αλέξανδρος, αὐτὸς ἀρχὴ τοῦ φοβεροῦ πολέμου·
οἱ Τρῶες ὅλοι κι οἱ Ἀχαιοὶ σᾶς λέγει ν’ ἀποθέσουν
τὰ λαμπρὰ ἄρματα χαμαὶ στὴν γῆν τὴν πολυθρέπτραν·
κι αὐτὸς καὶ ὁ Μενέλαος ν’ ἀγωνισθοῦν στὴν μέσην {{r|90}}
γιὰ τὴν ῾Ελένην κι ὅλους της τοὺς θησαυρούς της μόνοι,
κι ὅποιος φανῆ καλύτερος καὶ τὸν δοξάσ’ ἡ νίκη,
τὴν νέαν καὶ τοὺς θησαυροὺς στὰ γονικά του ἂς πάρη,
οἱ ἄλλοι μὲ ὅρκους στερεοὺς νὰ κλείσωμεν ἀγάπην».
Αὐτὰ εἶπε, κι ἐσίγησαν, ἄφωνοι ἐμεῖναν ὅλοι. {{r|95}}
Καὶ ὁ ψυχερὸς Μενέλαος τὸν λόγον πῆρε κι εἶπε:
« Τώρα ν’ ἀκούσετε κι ἐμέ, ποὺ ἐξόχως θλίβει ὁ πόνος
νὰ χωρισθῆτ’ ἦλθ’ ὁ καιρός, κι ἐγὼ τὸ βλέπω, Ἀργεῖοι
καὶ Τρῶες, ἀφοῦ ἐπάθετε τόσα κακὰ γιὰ μένα
ἀπὸ τὴν ἔχθραν π’ ἄναψεν ἡ πρᾶξις τοῦ Ἀλεξάνδρου· {{r|100}}
καὶ σ’ ὅποιον ὅρισε ἀπὸ ἐμᾶς τὸν θάνατον ἡ μοίρα,
ἂς ἀποθάνη καὶ οἱ λοιποὶ μἐ ἀγάπην χωρισθῆτε˙
καὶ ἀρνάδα ὁλόμαυρην τῆς Γῆς, κάτασπρο ἀρνὶ τοῦ ῾Ηλίου
φέρετε σεῖς, καὶ τοῦ Διὸς ἐμεῖς θὰ φέρωμ’ ἄλλο
καὶ ἄς ἔλθη ὁ Πρίαμος, αὐτὸς νὰ κάμη τὴν θυσίαν {{r|105}}
τῶν ὅρκων, ὅτ’ εἶναι ἄπιστα καὶ αὐθάδη τὰ παιδιά του,
μὴν ἀσεβήσουν ἄνομα στοὺς ὅρκους τοῦ Κρονίδη.
Γνωρίζουμε ποὺ ἀνάερος ὁ νοῦς τῶν νέων εἶναι·
καὶ ὅπου εἶναι γέροι καὶ τὰ ἐμπρὸς καὶ τὰ κατόπι βλέπουν,
κι ὅ,τι συμφέρει προνοοῦν στό ᾽να καὶ στ’ ἄλλο μέρος». {{r|110}}
Αὐτὰ εἶπε κι ἐχάρηκαν οἱ Ἀχαιοὶ καὶ οἱ Τρῶες,
ὡς ἔλπιζαν τὸ ξύφασμα τοῦ ὀδυνηροῦ πολέμου.
Καὶ ἀράδιασαν τ’ ἁμάξια τους, ἐκατεβῆκαν ὅλοι,
τὰ ἄρματά τους ἔβγαλαν καὶ τ’ ἀποθέσαν χάμου
οἱ δυὸ στρατοὶ καὶ διάστημα τοὺς χώριζεν ὀλίγο˙ {{r|115}}
καὶ ἀπόστειλε δυὸ κήρυκες ὁ ῞Εκτωρ εἰς τὴν πόλιν
κεῖθεν νὰ φέρουν τὰ σφακτὰ καὶ ἀμέσως νὰ καλέσουν
τὸν Πρίαμον· καὶ ἀπόστειλεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων
στὰ πλοῖα τὸν Ταλθύβιον νὰ φέρη τὸ κριάρι·
καὶ ὑπάκουσε ὁ Ταλθύβιος στὸν κραταιὸν ᾽Ατρείδην. {{r|120}}
Μηνύτρα στὴν λευκόχερην ῾Ελένην ἦλθ’ ἡ ῎Ιρις
καὶ ὁμοιώθη μὲ τὴν ἀδελφὴν τοῦ ἀνδρός της Λαοδίκην,
πού ᾽χε τὸν ῾Ελικάωνα Ἀντηνορίδην ἄνδρα
ἀπ’ ὅλες ὡραιότερη τὲς κόρες τοῦ Πριάμου.
Τὴν ἦβρεν ὁποὺ ὕφαινε διπλὸ μεγάλο ὑφάδι {{r|125}}
πορφύριο κι ἐπάνω του κεντοῦσε τοὺς πολέμους
τῶν χαλκοφόρων Ἀχαιῶν, τῶν ἱπποδάμων Τρώων
ποὺ ἐξ ἀφορμῆς της ἀπαρχῆς ἐκεῖνοι ἐπολεμοῦσαν.
᾽Εστάθηκ’ ἡ γοργόποδη θεὰ ἐμπρός της κι εἶπε:
« ῎Ελα, γλυκιά μου, πράγματα νὰ ἰδῆς καὶ νὰ θαυμάσης {{r|130}}
τῶν χαλκοφόρων Ἀχαιῶν, τῶν ἱπποδάμων Τρώων,
αὐτοὶ ποὺ τὸν πολύθρηνον ἀγώνα τοῦ πολέμου
ν’ ἀρχίσουν ἦσαν πρόθυμοι, τώρα ἡσυχάζουν ὅλοι˙
ἔπαυσ’ ὁ πόλεμος καὶ αὐτοῦ γυρμένοι στὲς ἀσπίδες
κάθονται κι ἔστησαν ὀρθὰ σιμά τους τὰ κοντάρια, {{r|135}}
κι ὁ ψυχερὸς Μενέλαος κι ὁ Πάρις ἐκεῖ κάτω
μὲ τὰ μακριὰ κοντάρια τους γιὰ σὲ θὰ πολεμήσουν·
καὶ ὁ νικητὴς ὁμόκλινην θὰ σ’ ἔχη ἀγαπημένην».
Εἶπε ἡ θεὰ καὶ τρυφερὴν τῆς βάζει ἐπιθυμίαν
τοῦ πρώτου ἀνδρός, τῆς χώρας της καὶ τῶν γλυκῶν γονέων. {{r|140}}
Κι εὐθὺς ἀπὸ τὸν θάλαμον μ’ ἕνα λευκὸ μαγνάδι
ἡ ῾Ελένη ἐχύθη καὶ θερμὰ τὰ δάκρυα της κυλοῦσαν.
Καὶ δύο της θεράπαινες, ἡ κόρη τοῦ Πιτθέως
Αἴθρα καὶ ἡ μεγαλόφθαλμη Κλυμένη ἀκολουθοῦσαν.
Καὶ τῶν Σκαιῶν Πυλῶν εὐθὺς τὸν πύργον ἀνεβῆκαν. {{r|145}}
Καὶ ὁ Πρίαμος, ὁ Πάνθοος, ὁ Λάμπος, ὁ Θυμοίτης,
ὁ ῾Ικετάων, βλάστημα τοῦ Ἄρη, καὶ ὁ Κλυτίος,
καὶ δύο φρονιμότατοι ᾽Αντήνωρ καὶ Οὐκαλέγων,
ὅλοι τῶν Τρώων ἀρχηγοὶ καὶ σύμβουλοι ἐκαθόνταν
στὸν πύργον τῶν Σκαιῶν Πυλῶν, ποὺ γέροντες ὡς ἦσαν {{r|150}}
εἶχαν ἀφήσει τ’ ἄρματα, ἀλλ’ ἦσαν δημηγόροι
ἐξαίρετοι καὶ ὁμοίαζαν τοὺς τσίτσικες ποὺ χύνουν
ἀπὸ τὸ πυκνὸ φύλλωμα τὴν ἱλαρὴ λαλιά τους.
Κι ἅμ’ εἶδαν, ὡς ἐσίμωνε στὸν πύργον τὴν ῾Ελένην,
συνομιλοῦσαν σιγανὰ μὲ λόγια πτερωμένα: {{r|155}}
« Κρίμα δὲν ἔχουν οἱ ᾽Αχαιοί, δὲν ἔχουν κρίμα οἱ Τρῶες
χάριν ὁμοίας γυναικὸς τόσον καιρὸν νὰ πάσχουν·
τωόντι ὁμοιάζει ὡσὰν θεᾶς ἡ τρομερὴ θωριά της·
ἀλλὰ καὶ ὡς εἶναι ἀσύγκριτη καλύτερα νὰ φύγη
παρὰ νὰ μείνη συμφορὰ σ’ ἐμᾶς καὶ στὰ παιδιά μας». {{r|160}}
Καὶ ὁ Πρίαμος ἐκάλεσε σιμά του τὴν ῾Ελένην:
« Προχώρησε, παιδί μου, ἐδῶ κοντά μου νὰ καθίσης
τὸν πρῶτον ἄνδρα σου νὰ ἰδῆς, τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους·
σὺ δὲν μοῦ πταίεις, οἱ θεοὶ μοῦ πταίουν, ὁποὺ ἐκεῖνοι
μ’ ἔριξαν στὸν πολύθρηνον τῶν Ἀχαιῶν ἀγώνα· {{r|165}}
κι ἐκεῖνον τὸν θεόρατον νὰ μοῦ ὀνομάσης ἄνδρα
ποὺ ἀνάμεσα τῶν Ἀχαιῶν τόσο λαμπρὰ φαντάζει.
Ἀλήθεια, στὸ ἀνάστημα τὸν ὑπερβαίνουν κι ἄλλοι,
ἀλλ’ ἄνδρα ὡς αὐτὸν καλὸν καὶ σεβαστὸν δὲν εἶδα
εἰς τὴν ζωήν μου· φαίνεται τωόντι βασιλέας». {{r|170}}
Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ἡ ῾Ελένη γυνὴ θεία:
« Σέβας καὶ φόβον, ὦ γλυκέ, σοῦ ἔχω, πενθερέ μου·
κάλλιο νὰ εἶχα σκοτωθῆ, παρὰ νὰ φύγ᾽, ὀιμένα,
μὲ τὸν υἱόν σου, ἀφήνοντας τὸν θάλαμον, τοὺς φίλους,
τὲς τρυφερές μου ὁμήλικες, τὴν μόνην θυγατέρα· {{r|175}}
ἀλλ’ ἔζησα· νὰ φθείρεται στὰ κλάιματα ἡ ζωή μου.
Ἀλλὰ σ’ αὐτὸ ποὺ μ’ ἐρωτᾶς ἐγὼ θὰ σοῦ ἀπαντήσω.
Ἐκεῖνος εἶναι ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης ᾽Αγαμέμνων,
συνάμα βασιλιὰς καλὸς καὶ ἀνδρεῖος πολεμάρχος
καὶ ἀνδράδελφον, ἕναν καιρόν, ἐγὼ τὸν εἶχα ἡ σκύλα»! {{r|180}}
Καὶ ὁ γέρος τὸ ἐθαύμασε καὶ εἶπε: « Εὐτυχισμένε
Ἀτρείδη, θεαγάπητε, καλόμοιρε, τωόντι
σοῦ πρέπει τόσων ᾽Αχαιῶν ἐσὺ νὰ βασιλεύης·
καὶ στῆς Φρυγίας μιὰ φορὰ τ’ ἀμπελοφόρα μέρη
ἐπῆγα κι εἶδα πληθυσμὸν Φρυγῶν τῶν ἱππομάχων, {{r|185}}
ποὺ τότ’ ἐστρατοπέδευαν στὲς ὄχθες τοῦ Σαγγάρου,
τοῦ θείου Μύγδονος λαοὶ συνάμα καὶ τοῦ ᾽Οτρέως,
ὅτι βοηθός τους ἔφθασα κι ἐγὼ νὰ πολεμήσω,
ὅταν αὐτοὶ τὲς ἴσανδρες κτυποῦσαν Ἀμαζόνες·
ἀλλ’ ἦσαν ὀλιγότερει τῶν Ἀχαιῶν ἐκεῖνοι». {{r|190}}
Εἶδε κατόπι ὁ Πρίαμος τὸν ᾽Οδυσσέα κι εἶπε:
« Παιδί μου, τώρα λέγε μου ποιός εἶναι πάλι ἐκεῖνος˙
τοῦ Ἀτρείδη Ἀγαμέμνονος στ’ ἀνάστημα δὲν φθάνει,
ἀλλ’ ἔχει αὐτὸς πλατύτερα τὰ στήθη καὶ τοὺς ὤμους.
Ἄφησε κάτω τ’ ἄρματα στὴν γῆν τὴ πολυθρέπτραν, {{r|195}}
καὶ μόνος περιφέρεται στὲς τάξεις τῶν ἀνδρείων·
τὸν παρομοιάζω μὲ τρανὸ δασύμαλλο κριάρι,
ὁποὺ διαβαίνει ἀπέραντην κοπὴν λευκῶν προβάτων».
῾Η ῾Ελένη κόρη τοῦ Διὸς σ’ ἐκεῖνον ἀπαντοῦσε:
« Αὐτὸς εἶναι ὁ πολύβουλος Λαερτιάδης ᾽Οδυσσέας {{r|200}}
ὁποὺ ἀνετράφη στὸ νησὶ τῆς πετρωτῆς ᾽Ιθάκης
καὶ πολλοὺς δόλους καὶ ἄπειρα σοφίσματα γνωρίζει».
Καὶ πρὸς αὐτὴν ἀπάντησεν ὁ συνετὸς Ἀντήνωρ:
« Λόγον τωόντι ἀληθινόν, ὦ δέσποινα, μᾶς εἶπες·
γιατ’ ἦλθ’ ἐκεῖνος ἄλλοτε γιὰ σέν’ ἀποσταλμένος {{r|205}}
ἐδῶ μὲ τὸν Μενέλαον καὶ φιλικὰ στὸ σπίτι
τοὺς δέχθηκα κι ἐγνώρισα τὴν πλάση καὶ τῶν δύο
καὶ τὴν μεγάλην σύνεσιν· ἀλλ’ ὅταν ἐσταθῆκαν
τῶν Τρώων εἰς τὴν σύνοδον ὁ Ἀτρείδης τὸν περνοῦσε
μὲ τοὺς μεγάλους ὤμους του καὶ ὀτ’ ἦσαν καθισμένοι {{r|210}}
ἐφάνη σεβαστότερος ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας·
ἀλλ’ ὅταν λόγους συνετοὺς νὰ εἰποῦν στὰ πλήθη ἀρχίσαν,
γοργότατα ὁ Μενέλαος καὶ σύντομα ὁμιλοῦσε,
ἀλλὰ κοφτά, γλυκὰ πολύ, χωρὶς στιγμὴν νὰ φύγη
ἀπ’ τὸν σκοπόν, νεώτερος ἂν κι ἦταν τοῦ ᾽Οδυσσέα· {{r|215}}
ἀλλ’ ὅταν ὁ πολύβουλος σηκώθηκε ᾽Οδυσσέας,
στέκονταν μὲ τὰ μάτια του στὴ γῆ προσηλωμένα,
καὶ μήτ’ ἐμπρὸς τὸ σκῆπτρο του κινοῦσε μήτ’ ὀπίσω
καὶ τὸ βαστοῦσε ἀσάλευτο σὰν πράξη νὰ μὴν εἶχε,
θά ᾽λεγες πού ᾽ναι ἕνας μωρὸς κι ἀπὸ χολὴν γεμάτος. {{r|220}}
Ἀλλ’ ἅμ’ ἀπὸ τὰ στήθη του βγῆκε ἡ φωνὴ ἡ μεγάλη
καὶ ὡσὰν πυκνὲς χιονόψιχες οἱ λόγοι του πετιόνταν,
θνητὸς δὲν ἦταν ἄξιος νὰ μετρηθῆ μ’ ἐκεῖνον·
καὶ τότε δὲν μᾶς ξίπασεν ἡ ὄψις του ὡσὰν πρῶτα».
Καὶ τρίτον εἶδ’ ὁ γέροντας τὸν Αἴαντα κι ἐρώτα: {{r|225}}
« Καὶ αὐτὸς ποιός εἶν’ ὁ ἐξαίσιος ποὺ τοὺς μεγάλους ὥμους
ὑψώνει καὶ τὴν κεφαλὴν ἐπάνω τῶν Ἀργείων »;
Ἀπάντησε ἡ μακρόπεπλη ῾Ελένη γυνὴ θεία:
« Ὁ Αἴας ὁ γιγάντινος, τῶν Ἀχαιῶν ὁ στύλος·
πλησίον στέκει ὡσὰν θεὸς μὲς στῶν Κρητῶν τὰ πλήθη {{r|230}}
ὁ ᾽Ιδομενεὺς καὶ ὁλόγυρα οἱ Κρῆτες πολεμάρχοι·
συχνὰ τὸν φιλοξένησε στὸ σπίτι μας ὁ ἀνδρεῖος
Μενέλαος, ὅτ’ ἔρχονταν ἐκεῖνος ἀπ’ τὴν Κρήτην˙
κι ὅλους τοὺς ἄλλους ᾽Αχαιοὺς καὶ βλέπω καὶ γνωρίζω
καὶ θὰ ἠμποροῦσ’ ἀλάθευτα νὰ εἰπῶ τὰ ὀνόματά τους, {{r|235}}
καὶ δύο μόνον βασιλεῖς νὰ ἰδῶ δὲν κατορθώνω
τὸν Κάστορα ἱπποδαμαστήν, τὸν πύκτην Πολυδεύκην·
κι εἶναι ἀδελφοί μου, ἀπὸ μιὰ μητέρα γεννημένοι·
μήπως στὴν Λακεδαίμονα τὴν ποθητὴν ἐμεῖναν,
ἢ μὲ τοὺς ἄλλους ἔφθασαν κι ἐκεῖνοι στὴν Τρωάδα, {{r|240}}
ἀλλὰ δὲν θέλουν νὰ φανοῦν στὲς μάχες τῶν ἀνδρείων,
μὴν πάρουν ἀπὸ τ’ ὄνειδος καὶ ἀπὸ τὴν ἐντροπή μου »;
Αὐτά ᾽λεγε καὶ ἀπὸ καιρὸν τοὺς εἶχε ἡ γῆ σκεπάσει
ἐκεῖ στὴν Λακεδαίμονα, στὴν ποθητὴν πατρίδα.
Καὶ οἱ κήρυκες τὲς προσφορὲς τῆς ἔνορκης θυσίας, {{r|245}}
δύο κριάρια κι ἕν’ ἀσκὶ γλυκὸ κρασὶ γεμάτο,
μέσ’ ἀπ’ τὴν πόλιν ἔφερναν· καὶ ὁ κήρυξ ὁ ᾽Ιδαῖος
ἕναν κρατήρα ὁλόκληρον μὲ τὰ χρυσὰ ποτήρια.
Κι ἐσίμωσε στὸν γέροντα καὶ τὸν παρακινοῦσε:
« Σήκω», τοῦ εἷπε, « ὦ Πρίαμε, σὲ προσκαλοῦν οἱ πρῶτοι {{r|250}}
τῶν Τρώων καὶ τῶν ᾽Αχαιῶν νὰ κατεβῆς νὰ κάμης
μ’ αὐτοὺς θυσίαν ἔνορκην˙ θὰ πολεμήσουν τώρα
ὁ Πάρις καὶ ὁ Μενέλαος μὲ τὰ μακριὰ κοντάρια·
καὶ ὅποιος νικήση ἀπὸ τοὺς δυὸ θὰ λάβη τὴν ῾Ελένην
μὲ ὅσους ἔχει θησαυρούς· κι ἐμεῖς οἱ ἄλλ’ εἰρήνην {{r|255}}
θὰ ὁμόσωμεν ἀσάλευτην καὶ θὰ χαροῦν οἱ Τρῶες
τὴν κάρπιμη Τρωάδα τους κι ἐκεῖνοι ὀπίσω στ’ Ἄργος
καὶ στὴν ὀμορφοπάρθενην θὰ γύρουν Ἀχαΐαν».
Καὶ ὁ γέροντας ἐπάγωσε καὶ τῶν συντρόφων εἶπε
εὐθὺς νὰ ζέψουν τ’ ἄλογα καὶ ἀνέβηκε μαζί του {{r|260}}
ὁ Ἀντήνωρ εἰς τὴν ἅμαξαν καὶ ὁ Πρίαμος ὀπίσω
τὰ χαλινάρια ἐτέντωνε καὶ τ’ ἄλογα τοὺς φέραν
ἀπὸ τὲς Πύλες τὲς Σκαιὲς στὴν πεδιάδα κάτω·
καὶ ἅμ’ ἔφθασαν εἰς τοὺς στρατοὺς κατέβηκαν καὶ οἱ δύο
κι ἐβάδιζαν ἀνάμεσα τῶν ᾽Αχαιῶν καὶ Τρώων. {{r|265}}
Σηκώθη τότε ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης καὶ σιμά του
σηκώθη ὁ θεῖος ᾽Οδυσσεύς· οἱ κήρυκες ἐφέραν
τῶν θείων ὅρκων τὰ σφαχτὰ καὶ ἀφοῦ μὲς στὸν κρατήρα
ἐσυγκεράσαν τὸ κρασί, τὸ νίψιμο κατόπι
εἰς τὲς παλάμες ἔχυναν τῶν θείων βασιλέων· {{r|270}}
κι ἔσυρ’ ὁ Ἀτρείδης μάχαιραν ποὺ πάντοτ’ ἐκρεμόταν
εἰς τὴν λαβὴν τοῦ ξίφους του καὶ ἀπόκοψε τὲς τρίχες
ἀπ’ τῶν κριῶν τὲς κεφαλές, καὶ ἀφοῦ τὲς διαμοιράσαν
οἱ κήρυκες στοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων,
ψηλὰ τὰ χέρια σήκωσεν ὁ Ἀτρείδης κι ἐδεήθη: {{r|275}}
« Δία πατέρα, δοξαστέ, μεγάλε, ὅπου δεσπόζεις
ἀπὸ τὴν ῎Ιδην, κι ῞Ηλιε, ποὺ ἀκοῦς καὶ βλέπεις ὅλα,
καὶ ποταμοί, καὶ γῆ, καὶ σεῖς θεοί, ποὺ ἐκεῖ στὸν Ἅδη
κάθ’ ἐπιόρκου τὴν ψυχὴν ὡς πρέπει τιμωρεῖτε,
γίνεσθε τώρα μάρτυρες καὶ φύλακες τῶν ὅρκων· {{r|280}}
ἀνίσως τὸν Μενέλαον ὁ Πάρις θανατώση
μὲ ὅλους της τοὺς θησαυροὺς θὰ ἔχη τὴν ῾Ελένην
κι ἐδῶθ’ ἐμεῖς θὰ φύγουμε μὲ τὰ γοργὰ καράβια·
κι ἂν ὁ ξανθὸς Μενέλαος τὸν Πάριν θανατώση
ἐκείνην μὲ τοὺς θησαυροὺς οἱ Τρῶες θ’ ἀποδώσουν {{r|285}}
καὶ θὰ πληρώσουν πρόστιμον, ὡς πρέπει τῶν Ἀργείων,
ποὺ καὶ στὲς ἄλλες γενεὲς νὰ φθάση τ’ ἄκουσμά του,
κι ἂν ὕστερ’ ἀπ’ τὸν θάνατον τοῦ Πάριδος δὲν θέλουν
νὰ τὸ πληρώση ὁ Πρίαμος καὶ οἱ παῖδες τοῦ Πριάμου,
θὰ μείνω ἐδῶ τὸν πόλεμον ν’ ἀκολουθήσ’ ὡσότου {{r|290}}
μοῦ πληρωθῆ τὸ πρόστιμο καὶ βρῶ τοῦ ἀγῶνος ἄκρην».
Εἶπε καὶ μὲ τὸ ἀλύπητο μαχαίρι τὰ κριάρια
ἔσφαξε καὶ σπαρταριστὰ ξαπλώθηκαν στὸ χῶμα
χωρὶς πνοήν, ἅμα ὁ χαλκὸς τὴν δύναμιν τοὺς πῆρε·
καὶ ἀπ’ τὸν κρατήρα παίρνοντας κρασὶ μὲ τὰ ποτήρια {{r|295}}
τὸ χύναν καὶ προσεύχονταν καὶ ᾽Αχαιοὶ καὶ Τρῶες
καὶ αὐτὲς προφέρναν τὲς εὐχές: « ῏Ω ὕψιστε Κρονίδη,
καὶ ὅλοι οἱ ἀθάνατοι θεοί, τῶν δολερῶν ποὺ πρῶτοι
ἐπιορκήσουν ὁ μυελὸς νὰ ρεύση καθὼς ρέει
τοῦτ’ ὁποὺ χύνω τὸ κρασί, καὶ αὐτῶν καὶ τῶν παιδιῶν τους {{r|300}}
καὶ ἀγκάλες ἄλλων νὰ χαροῦν τὰ ἔρμα θηλυκά τους».
Εἶπαν, ἀλλ’ ὅμως τὴν εὐχὴν δὲν ἔστερξε ὁ Κρονίδης.
Καὶ ὁ Δαρδανίδης Πρίαμος ἐμπρὸς εἰς ὅλους εἶπε:
« Ἀκούσετέ με, Ἀχαιοί, ἀκούσετέ με, Τρῶες,
θὰ γύρω ἐγὼ στὴν ῎Ιλιον τὴν πολυανεμισμένην, {{r|305}}
ὅτι ἡ καρδιὰ δὲν μοῦ βαστᾶ τὸν ποθητὸν υἱόν μου
νὰ ἰδῶ μὲ τὸν Μενέλαον στὸν φονικὸν ἀγώνα·
μόν’ οἱ ἀθάνατοι θεοὶ κι ἐξόχως ὁ Κρονίδης
γνωρίζ’ εἰς ποῖον διόρισε τὸν θάνατον ἡ μοίρα».
Εἶπε, στ’ ἁμάξι τοὺς κριοὺς ἐπῆρε ὁ θεῖος ἄνδρας, {{r|310}}
ἀνέβη καὶ τοὺς χαλινοὺς ἐτέντωσεν ὀπίσω,
καὶ πλαγινός του ἐκάθισεν ὁ Ἀντήνωρ εἰς τ’ ἁμάξι.
Κι ἐνῶ τοῦτοι στὴν ῎Ιλιον ὀπίσω ἀναχωροῦσαν,
μὲ τὸν Πριαμίδην ῞Εκτορα ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας
τὸν τόπον πρῶτα ἐμέτρησαν, λαχνοὺς κατόπι ἐπῆραν {{r|315}}
καὶ μέσα εἰς κράνος χάλκινο τοὺς τίναζαν νὰ δείξη
τὴν λόγχην ποιὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ θὲ ν’ ἀκοντίση πρῶτος·
καὶ τῶν θεῶν εὐχήθηκε μὲ χέρια σηκωμένα
ὁ λαὸς ὅλος κι ἔλεγαν καὶ Ἀχαιοὶ καὶ Τρῶες:
« Δία πατέρα, δοξαστέ, μεγάλε, ποὺ δεσπόζεις {{r|320}}
ἀπὸ τὴν ῎Ιδην, κάμε σὺ νὰ κατεβῆ στὸν Ἅδη
ἐκεῖνος ποὺ πρῶτ’ ἄναψε τὴν ἔχθραν μεταξύ μας·
καὶ αὐτοὺς σ’ ἐμᾶς στερέωνε τοὺς ὅρκους τῆς ἀγάπης».
Καὶ τοὺς λαχνοὺς ἐτίναζεν ὁ μέγας Πριαμίδης
κι ἔβλεπε ὀπίσω· καὶ ὁ λαχνὸς πετάχθη τοῦ Ἀλεξάνδρου· {{r|325}}
καὶ τότε χάμω ἐκάθισαν σειρὲς σειρὲς τὰ πλήθη
καθένας εἰς τοὺς ἵππους του σιμὰ καὶ στ’ ἄρματά του.
Κι ἔβαλε τὴν ὑπέρλαμπρην ἀρματωσιά του ὁ θεῖος
Ἀλέξανδρος, ὁ σύγκλινος τῆς ὄμορφης ῾Ελένης.
Τὰ σκέλη πρῶτα μὲ λαμπρὲς κνημίδες περιζώνει, {{r|330}}
μὲ τὲς περόνες ἀργυρὲς καλὰ θηλυκωμένες,
μὲ θώρακα τοῦ ἀδελφοῦ Λυκάονος ὡραῖον,
ποὺ στὸ κορμί του ἐταίριαζε, τὸ στῆθος περικλείει-
ξίφος ἀσημοκόμπωτον ἐκρέμασε ἀπ’ τοὺς ὤμους
χάλκινον, κι ἔπειτα τρανὴν βαρύτατην ἀσπίδα. {{r|335}}
Εἰς τὴν ἀνδρείαν κεφαλὴν καλὸν ἔβαλε κράνος
καὶ μὲ τὴν χαίτην σείονταν φρικτὸς. ἐπάν’ ὁ λόφος
καὶ ἁρμόδιο στὴν παλάμην του δεινὸ κοντάρι ἐπῆρε.
Παρόμοια φόρεσ’ ἄρματα καὶ ὁ ψυχερὸς ᾽Ατρείδης.
Καὶ ἀφοῦ μακρὰν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ οἱ δυὸ θωρακισθῆκαν, {{r|340}}
στὴν μέσην ἐπροχώρησαν τῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων
μὲ βλέφαρο τρομακτικὸ καὶ τ’ ἀνδρειωμένα πλήθη
τῶν Τρώων καὶ τῶν Ἀχαιῶν τοὺς βλέπαν κι ἐθαυμάζαν·
στήθηκαν ἀντιμέτωποι στὸν μετρημένον τόπον
καὶ μὲ τὸ μίσος στὴν καρδιὰ τινάζαν τὰ κοντάρια. {{r|345}}
Πρῶτος ὁ Πάρις ἔριξε τὸ μακρινὸ κοντάρι
καὶ τοῦ ᾽Ατρείδη ἐκτύπησε τὴν κυκλωτὴν ἀσπίδα·
δὲν ἔσπασε τὴν δυνατὴν ἀσπίδα ἡ χάλκιν’ ἄκρη
κι ἐλύγισε· καὶ δεύτερος ὁ Ἀτρείδης ἐπετάχθη
καὶ πρῶτα εὐχήθη μέσα του: « Κάμε, ὦ πατέρα Δία, {{r|350}}
νὰ ἐκδικηθῶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀδίκησέ με πρῶτα,
τὸν θεῖον Πάριν νὰ σβησθῆ στὴν λόγχην μου ἀποκάτω,
γιὰ νὰ τρομάζη στὸ ἑξῆς καθένας ν’ ἀδικήση
τὸν ἄνθρωπον ποὺ σπίτι του φιλόξενα τὸν δέχθη».
Εἶπε καὶ τὸ μακρόσκιον ἐτίναξε κοντάρι {{r|355}}
καὶ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐκτύπησε τὴν κυκλωτὴν ἀσπίδα.
Ἔσπασε ἡ λόγχ’ ἡ δυνατὴ τὴν φωτεινὴν ἀσπίδα,
καὶ στὸν ὡραῖον θώρακα ἐμπήχθη πέρα πέρα·
καὶ τὸν χιτώνα τοῦ ᾽σχισε στὸ μέρος τῆς λαπάρας.
῎Εσκυψε καὶ τὸν θάνατον ἐξέφυγεν ὁ Πάρις· {{r|360}}
τὸ ξίφος τ’ ἀσημόκομπον ἐσήκωσεν ὁ Ἀτρείδης
κι ἐκτύπησε τὸ μέτωπο τῆς περικεφαλαίας·
τὸ ξίφος τρίμματ’ ἔγινε καὶ τοῦ ᾽πεσε ἀπ’ τὸ χέρι·
κι ἐστράφη πρὸς τὸν οὐρανὸν κι ἐγόγγυσ’ ὁ Ἀτρείδης
« Δία πατέρα, ποιός θεὸς ὀλέθριος εἶναι ὡς εἶσαι; {{r|365}}
Θαρροῦσα πὼς τὸν Πάριδα θ’ ἀντικακώσω τώρα,
καὶ ἰδοὺ τὸ ξίφος μοῦ ᾽σπασε στὰ χέρια καὶ τὴν λόγχην
ἔριξ’ ἀπ’ τὴν παλάμην μου χωρὶς νὰ τὸν φονεύσω».
Καὶ ὅρμησ’ εὐθύς, τὸν ἅρπαξεν ἀπ’ τὸ δασύ του κράνος,
τὸν ἔστριψε, τὸν ἔσερνε στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη· {{r|370}}
τὸν ἔπνιγε στὸν τρυφερὸν λαιμό του ἀνεβασμένο
τὸ πολυκέντητο λουρὶ τῆς περικεφαλαίας·
κι εἶχε τὸν σύρει καὶ λαμπρὴν τὴν δόξαν θ’ ἀποκτοῦσε,
ἀλλ’ ἔγκαιρα τὸ ἐνόησεν ἡ Ἀφροδίτ’ ἡ θεία
κι ἔκοψε ἀμέσως τὸ λουρί, σκληρὸ βοδιοῦ τομάρι· {{r|375}}
ἄδειο τὸ κράνος πήγαινε μὲ τ’ ἀνδρειωμένο χέρι
τοῦ Ἀτρείδη, ὥσπου τὸ πέταξε στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη·
κι οἱ σύντροφοι τὸ ἐδέχθηκαν· κι ὅρμησε αὐτὸς ὀπίσω
λυσσώντας μὲ τὸ χάλκινο κοντάρι νὰ τὸν σχίση.
Ἀλλ’ εὔκολα, ὡσὰν θέαινα, τὸν σήκωσ’ ἡ Ἀφροδίτη· {{r|380}}
μὲ καταχνιὰ τὸν ἔζωσε καὶ μὲς στὸν μυροβόλον
θάλαμον τὸν ἐκάθισε· κι ἡ ἴδια τὴν ῾Ελένην
ἐβγῆκε νὰ καλέση εὐθύς, καὶ τὴν ἐβρῆκ’ ἐπάνω
στὸν πύργον κι εἶχε Τρώισσες πολλὲς ὁλόγυρά της.
Ἀπ’ τὸ νεκτάριο φόρεμα τὴν τράβηξε κι ἐφάνη {{r|385}}
μὲ τὴν μορφὴν γερόντισσας, ὁποὺ τὴν εἶχε γνέστραν
ἡ ῾Ελένη στὴν πατρίδα της νὰ τῆς δουλεύη ὡραῖα
κάθε πολύτιμο μαλλὶ καὶ τὴν ὑπερηγάπα·
μὲ αὐτὴν ὁμοιώθηκε ἡ θεὰ καὶ τῆς ῾Ελένης εἶπε:
« ῎Ελα καὶ ὁ Πάρις σὲ καλεῖ στὸ σπίτι νὰ γυρίσης· {{r|390}}
στὸν θάλαμον, στὰ τορνευτὰ κλινάρια λαμπροφόρος
ἀστράφτει ἀπὸ τὴν ὀμορφιά· δὲν θά ᾽λεγες πὼς ἦλθε
ἐκεῖνος ἀπ’ τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ὄτ’ ἢ θὰ πηγαίνη
εἰς τὸν χορόν, ἢ ἀπὸ χορὸν ν’ ἀναπαυθῆ καθίζει».
Εἶπε καὶ τὴν ἐτάραξε μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ βάθη˙ {{r|395}}
ἀλλ’ ἅμα εἶδε τῆς θεᾶς τὰ ἐρωτεμένα στήθη
καὶ τὸν πανώραιον λαιμὸν καὶ τῶν ματιῶν τὴν λάμψιν
φόβος τὴν πῆρεν ἔξαφνα καὶ πρὸς ἐκείνην εἶπε:
« Παμπόνηρη, τί προσπαθεῖς μ’ αὐτὰ νὰ μὲ πλανέσης;
Εἰς ποίαν χώραν μακρινὴν ἀκόμη θὰ μὲ βγάλης, {{r|400}}
στῆς Μαιονίας τὸν τερπνὸν ἀέρα ἢ τῆς Φρυγίας,
ἂν κάποιον ἔχης ὡς καὶ αὐτοῦ θνητὸν ἀγαπημένον,
ἀφοῦ τώρα ὁ Μενέλαος, ποὺ ἐνίκησε τὸν Πάριν,
βούλετ’ ἐμὲ τὴν μισητὴν νὰ πάρη στὴν πατρίδα;
Διὰ τοῦτο ἐδῶ κατέβηκες μὲ δόλο νὰ μὲ πιάσης; {{r|405}}
Ἄμε, μαζί του κάθισε, μακρὰν τῶν Ἀθανάτων,
καὶ οἱ πόδες σου στὸν ῎Ολυμπον νὰ μὴ σὲ ξαναφέρουν,
ἀλλὰ νὰ λιώνεσαι μ’ αὐτόν, νὰ τὸν προσέχης μεῖνε,
ὡς νὰ θελήση σύντροφον ἢ δούλην νὰ σὲ κάμη.
Θὰ ἦταν καταισχύνη μου νὰ ὑπάγω ἐκεῖ ποὺ θέλεις, {{r|410}}
νὰ εἶμ’ ἐκείνου ὁμόκλινη· καὶ οἱ σεβαστὲς μητέρες
τῆς Τροίας θὰ μὲ ὀνείδιζαν καὶ ἀρκοῦν ὅσα ὑποφέρω».
Ὀργίσθη καὶ ἀποκρίθηκεν ἡ Ἀφροδίτ’ ἡ θεία:
« Μὴ μὲ θυμώνης, δύστυχη, μὲ αὐτὰ καὶ μ’ ἀναγκάσης,
ἀφοῦ πολὺ σ’ ἀγάπησα, πολὺ νὰ σὲ μισήσω, {{r|415}}
καὶ ἰδῆς νὰ σπείρω ἀνάμεσα τῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων
ἔχθρητες νέες, φοβερὲς καὶ κακοθανατίσης».
᾽Ετρόμαξε στὸν λόγον της ἡ ῾Ελένη καὶ στὸν πέπλον
κλεισμένη τὸν ὁλόασπρον κατόπι της κινοῦσε
σιγά, χωρὶς οἱ Τρώισσες ποσῶς νὰ τὸ νοήσουν, {{r|420}}
κι ὅταν στὰ δώματ’ ἔφθασαν τὰ ὡραῖα τοῦ Ἀλεξάνδρου,
ἀμέσως οἱ θεράπαινες στὰ ἔργα τους στραφῆκαν,
καὶ στὸν ὑψηλὸν θάλαμον ἀνέβ’ ἡ γυνὴ θεία,
κι ἔπιασεν ἡ φιλόγελη ἀθάνατη Ἀφροδίτη
ἔνα θρονὶ καὶ τό ᾽στησεν ἀντίκρυ τοῦ Ἀλεξάνδρου˙ {{r|425}}
σ’ αὐτὸ ἡ ῾Ελένη ἐκάθισε, τοῦ Δία θυγατέρα,
κι ὀνείδιζε τὸν ἄνδρα της μὲ ἀντίστροφο τὸ βλέμμα:
« ῏Ηλθες ἀπὸ τὸν πόλεμον, στὸν τόπον νά ᾽χες μείνει
σφαγμένος ἀπ’ τὸν ἥρωα ποὺ πρῶτος μου ἦταν ἄνδρας,
καὶ ὅμως πρῶτα ἐπαίρεσο πὼς ἤσουν καὶ στὰ χέρια {{r|430}}
καὶ στὸ κοντάρι ἀνώτερος τοῦ ἀνδρείου Μενελάου·
ἐμπρὸς λοιπὸν προκάλεσε καὶ πάλιν τὸν ἀνδρεῖον
Μενέλαον στὸν πόλεμον· ἀλλὰ σὲ συμβουλεύω
νὰ ἡσυχάσης στὸ ἑξῆς, μὴ σὰν μωρὸς θελήσης
μὲ τὸν ξανθὸν Μενέλαον νὰ κτυπηθῆς καὶ πάλιν, {{r|435}}
μὴ πέσης γρήγορα νεκρὸς στὴν λόγχην του ἀποκάτω».
Καὶ ὁ Πάρις τῆς ἀπάντησε: « Γυνή, μὴ μ’ ὀνειδίζης
τόσο πικρά, καὶ ἂν σήμερον μ’ ἐνίκησεν ὁ ᾽Ατρείδης
μὲ βοηθὸν τὴν ᾽Αθηνᾶν, κι ἐγὼ θὰ τὸν νικήσω
ἄλλην φοράν· ὅτι θεοὶ καλοὶ κι ἐμᾶς δὲν λείπουν· {{r|440}}
ἀλλ’ ἔλα τώρα ἐρωτικὰ νὰ γλυκοκοιμηθοῦμε·
ποτὲ τόσον δὲν ἄναψεν ὁ πόθος τὴν ψυχήν μου,
μηδ’ ὅταν ἀπ’ τὴν Σπάρτην σου τὴν πρόσχαρην σ’ ἐπῆρα
τότε κι ἐπλέαμε μαζὶ στὰ ποντοπόρα πλοῖα
κι ἔσμιξα ἐρωτικὰ μ’ ἐσὲ στὴν νῆσο τῆς Κρανάης, {{r|445}}
ὅσο γιὰ σὲ τώρα γλυκὸς μὲ συνεπαίρνει ὁ πόθος».
Εἶπε, στὴν κλίνην ἔπεσε κι ἐκείνη εὐθὺς κατόπι.
Κι ἐνῶ ἐκεῖνοι ἐπλάγιαζαν στὴν τορνευμένην κλίνην,
ὡσὰν θηρίον γύριζεν ὁ ᾽Ατρείδης μὲς στὰ πλήθη
κάπου νὰ ἰδῆ τὸν Πάριδα, ἀλλὰ δὲν ἐδυνήθη {{r|450}}
τῶν Τρώων καὶ τῶν βοηθῶν κανεὶς νὰ φανερώση
τὸν θεϊκὸν ᾽Αλέξανδρον τοῦ θείου Μενελάου
κι ὅμως δὲν θὰ τὸν ἔκρυβε κανένας ἀπ’ ἀγάπην,
ὅτι ὡς τὸν μαῦρον θάνατον τὸν ἐμισοῦσαν ὅλοι·
καὶ εἶπε τότε ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων: {{r|455}}
« Σεῖς Τρῶες, καὶ σεῖς Δάρδανοι, σεῖς σύμμαχοι, ὅλοι ἀκοῦτε·
ἡ νίκη ἐφανερώθηκε τοῦ ἀνδρείου Μενελάου·
σεῖς τώρα παραδώσετε τὴν ῎Αργισσαν ῾Ελένην
μὲ ὅσους ἔχει θησαυροὺς καὶ πρόστιμον ἀκόμη,
ποὺ καὶ στὲς ἄλλες γενεὲς νὰ φθάση τ’ ἄκουσμά του». {{r|460}}
Αὐτά ᾽πε καὶ τῶν ᾽Αχαιῶν τὰ πλήθη συμφωνοῦσαν.
</poem>
9l3my4px0yeocnw23g7cxusc7px9rvw
Ιλιάδα (Πολυλάς)/δ
0
15766
166752
93737
2026-07-04T02:49:31Z
Sarri.greek
10495
{{r|5}} σε κάθε 5ο στίχο
166752
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = Ιλιάδα
| συγγραφέας = Όμηρος
| μεταφραστής= Ιάκωβος Πολυλάς
| ενότητα = Ραψωδία δ
| επόμενο = [[../ε|Ραψωδία ε]]
| προηγούμενο= [[../γ|Ραψωδία γ]]
| σημειώσεις =
}}
<poem>
Σύνοδον εἶχαν οἱ θεοὶ στὸ πλάγι τοῦ Κρονίδη,
στὸ δῶμα τὸ χρυσόστρωτον καὶ τοὺς κερνοῦσε ἡ θεία
῞Ηβη τὸ νέκταρ καὶ φαιδροὶ μὲ τὰ χρυσὰ ποτήρια
ἀντιπροπίναν κι ἔβλεπαν τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου.
Καὶ νὰ πειράξ’ ἠθέλησε τὴν ῞Ηραν ὁ Κρονίδης {{r|5}}
καὶ λόγον εἶπε ἀνάσκεπον πικρὰ νὰ τὴν κεντήση:
« Δύο θεὲς εἶναι, θαρρῶ, βοηθοὶ τοῦ Μενελάου,
ἡ Ἄργισσ’ ῞Ηρα κ ἡ Ἀθηνᾶ, ἡ σώστρα τῶν ἀνδρείων·
ἀλλὰ κάθονται ἀνάμερα καὶ τέρπονται νὰ βλέπουν˙
τὸν ἄλλον ἡ φιλόγελη θεὰ τὸν παραστέκει {{r|10}}
ἡ ᾽Αφροδίτη καὶ κακὸ νὰ πάθη δὲν ἀφήνει˙
καὶ ἰδοὺ τώρα τὸν ἔσωσε στὴν ὥρα τοῦ θανάτου·
ἀλλ’ εἶναι ἡ νίκη φανερὰ τοῦ ἀνδρείου Μενελάου.
Καὶ τώρα νὰ σκεφθοῦμ’ ἐμεῖς, πῶς τοῦτα θὰ τελειώσουν
ἂν πάλιν θὰ σηκώσουμε φρικτὸν πολέμου ἀγώνα, {{r|15}}
ἢ μεταξὺ τῶν δυὸ λαῶν θὰ φέρωμεν εἰρήνην;
Κι ἂν τὸ δεχθῆτε πρόθυμα μὲ τὴν καρδιά σας ὅλοι,
ἄς μείν’ ἡ πόλις ἄφθαρτη τοῦ γέροντος Πριάμου
κι ἂς λάβη ὁ Μενέλαος ὀπίσω τὴν ῾Ελένην».
Αὐτὰ εἶπε κι ἐγόγγυσαν ἡ Ἀθηνᾶ κι ἡ ῞Ηρα, {{r|20}}
σιμὰ καθίζαν κι ὄλεθρον τῶν Τρώων μελετοῦσαν
λόγον δὲν εἶπεν ἡ ᾽Αθηνᾶ καὶ στὸν πατέρα Δία
ἀπὸ χολὴν ἐμάνιζεν· ἀλλ’ ἡ χολὴ στῆς ῞Ηρας
τὸ στῆθος δὲν ἐχώρεσε, καὶ πρὸς ἐκεῖνον εἶπε:
« Τί ᾽πες, Κρονίδη τρομερέ; Πῶς ν’ ἀφανίσης θέλεις {{r|25}}
τοὺς κόπους, τὸν ἀγώνα μου, τὸν ἵδρον πόχω ἱδρώσει;
Καὶ τ’ ἄλογά μου ἀπόκαμαν, ὥσπου νὰ συναθροίσω
τόσον λαόν, στὸν Πρίαμον κακὸ καὶ στὰ παιδιά του;
Κάμε το, ἀλλ’ ὅμως οἱ θεοὶ δὲν συμφωνοῦμεν ὅλοι».
᾽Εβάρυνε˙ καὶ « ὦ τρομερή », τῆς εἶπεν ὁ Κοονίδης, {{r|30}}
« τί σοῦ ᾽καμεν ὁ Πρίαμος καὶ ὅλ’ ἡ γενεά του
κακὸ μεγάλο νὰ ὀργισθῆς καὶ τόσο νὰ μανίζης,
νὰ ἐξολοθρεύσης ἔρριζα τὴν πυργωμένην Τροίαν;
Τὲς πύλες της ἂν δὲν διαβῆς καὶ τὰ ὑψηλά της τείχη,
ὠμὸν νὰ φᾶς τὸν Πρίαμον καὶ τὰ παιδιά του κι ὅλους {{r|35}}
τοὺς Τρῶες, δὲν γιατρεύεται τὸ πάθος ποὺ σὲ καίει˙
κάμε ὅπως θέλεις, ἀλλ’ ἰδὲ μὴ τούτ’ ἡ διαφορά μας
κάποτε ἀνάψη πόλεμον κακὸν ἀνάμεσόν μας·
κι ἕν’ ἄλλο ἀκόμα θὰ σοῦ εἰπῶ, νὰ τὸ φυλάξη ὁ νοῦς σου·
ἐὰν ποτὲ προθυμηθῶ νὰ ἐξολοθρεύσω πόλιν, {{r|40}}
ὅπου τυχαίνουν ἄνθρωποι νὰ ζοῦν ἀγαπητοί σου,
μὴ στὴν ὀργήν μου ἀντισταθῆς, ἀλλ’ ἄφησε νὰ κάμω·
κι ἐγὼ σοῦ τὴν ἀπάφησα μὲ πόνον τῆς ψυχῆς μου·
καὶ ἀπὸ τὲς χῶρες τῶν θνητῶν ἀνθρώπων, ὅσες εἶναι
κάτω ἀπὸ τ’ ἄστρα τ’ οὐρανοῦ καὶ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, {{r|45}}
ὁλόψυχα ἐπροτίμησα τὴν ῎Ιλιον τὴν θείαν,
τὸν Πρίαμον καὶ τὸν λαὸν τοῦ δυνατοῦ Πριάμου,
ὅτι ποτὲ δὲν ἔλειψε τραπέζι ἀπ’ τὸν βωμόν μου,
σπονδὴ καὶ κνίσσα, οἱ προσφορὲς ποὺ τῶν θεῶν ἀνήκουν».
Κι ἡ μεγαλόφθαλμη θεὰ τοῦ ἀπάντησεν ἡ ῞Ηρα: {{r|50}}
« Ἀπ’ ὅλες ὑπεραγαπῶ τρεῖς χῶρες εἰς τὸν κόσμον·
τὁ ῎Αργος, τὴν πλατύδρομην Μυκήνην καὶ τὴν Σπάρτην·
κατάστρεψέ τες, ἂν ποτὲ κινήσουν τὴν ὀργήν σου˙
δὲν θὰ μὲ ἰδῆς νὰ ὑπερμαχῶ γι’ αὐτὲς ἤ νὰ γογγύζω,
ὅτι δὲν θὰ κατόρθωνα ποσῶς νὰ σ’ ἀντισκόψω, {{r|55}}
ὅσα κι ἂν ἔκανα, ἐπειδὴ πολύ ᾽σαι ἀνώτερός μου·
ἀλλὰ καὶ σὺ τοὺς κόπους μου νὰ χάσω μὴ θελήσης,
ὅτι κι ἐγὼ εἶμαι θεὸς κι ἀπ’ τὴν δικήν σου ρίζαν,
ἐγὼ ἡ σεβαστότερη τοῦ Κρόνου θυγατέρα
καὶ ἀπὸ τὸ γένος ἔνδοξη καὶ ὅτ’ εἶμαι ὁμόκλινή σου, {{r|60}}
καὶ σύ ᾽σαι πρῶτος βασιλεὺς τῶν ἀθανάτων ὅλων·
ἀλλὰ τώρ’ ἂς συγκλίνωμεν, ἐγὼ πρὸς σὲ καὶ πάλιν
σὺ πρὸς ἐμὲ κι ὄλ’ οἱ θεοὶ θὰ μᾶς ἀκολουθήσουν·
σὺ στεῖλ’ εὐθὺς τὴν Ἀθηνᾶν στῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων
τ’ ἀντίμαχα στρατεύματα, νὰ ἐφεύρη ἐκείνη τρόπον {{r|65}}
ὥστε τοὺς ὅρκους πρότερον νὰ παραβοῦν οἱ Τρῶες,
προσβάλλοντας τοὺς Ἀχαιοὺς ποὺ ἐπαίρονται στὴν νίκην».
Σ’ αὐτὰ ἐπείσθη τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων ὁ πατέρας
κι ἐστράφη πρὸς τὴν Ἀθηνᾶν: « Κατέβα εὐθὺς » τῆς εἶπε,
«στ’ ἀντίμαχα στρατεύματα τῶν ᾽Αχαιῶν καὶ Τρώων, {{r|70}}
κάμε τοὺς ὅρκους πρότερον νὰ παραβοῦν οἱ Τρῶες,
προσβάλλοντας τοὺς ᾽Αχαιοὺς ποὺ ἐπαίρονται στὴν νίκην».
Καὶ αὐτοπροαίρετα ἡ θεὰ στὸν λόγον του ἐτινάχθη
ἀπὸ τοῦ ᾽Ολύμπου τὲς κορφὲς κι ἐχύθη ὡσὰν τ’ ἀστέρι,
ὁποὺ ὁ Κρονίδης ἔριξε σημάδι στοὺς ἀνθρώπους, {{r|75}}
ἤ ναῦτες ἢ στρατόπεδο λαῶν ἐκτεταμένο·
λαμπρὸ ἀστέρι κι ἄπειρες οἱ σπίθες του πετιοῦνται·
ὁμοίως τότ’ ἡ ᾽Αθηνᾶ στὴν γῆν ἐροβολοῦσε
καὶ μὲς στὴν μέσην πήδησε τῶν ἱπποδάμων Τρώων,
τῶν χαλκοφόρων Ἀχαιῶν καὶ ἀπόρησαν τὰ πλήθη, {{r|80}}
καὶ μεταξύ τους ἔλεγαν: « ῍Η πάλιν τοῦ πολέμου
θὰ ξαναρχίση τὸ κακό, τὰ αἵματα καὶ οἱ φόνοι,
ἢ μεταξὺ τῶν δυὸ λαῶν ἀγάπην βάζει ὁ Δίας
ποὺ κυβερνᾶ τὸν πόλεμον, ὡς θέλει, τῶν ἀνθρώπων».
Αὐτὰ ἐλέγαν οἱ λαοί· κι ὡστόσο μὲς στὸ πλῆθος {{r|85}}
τῶν Τρώων γύριζε ἡ θεὰ μὲ τὴν μορφὴν ἀνθρώπου,
τοῦ ἀνδρειωμένου μαχητοῦ Λαοδόκου ᾽Αντηνορίδη
ζητώντας τοῦ Λυκάονος τὸ δοξασμένο ἀγόρι,
τὸν πολεμάρχον Πάνδαρον˙ τὸν ἦβρε ποὺ ἐστεκόνταν
στὲς φάλαγγες τὲς φοβερὲς λαῶν ἀσπιδοφόρων, {{r|90}}
ποὺ ἦλθαν ἀπ’ τὸν Αἴσωπον μαζί του στὴν Τρωάδα·
σιμά του ἐστήθη κι ἔλεγε μὲ λόγια φτερωμένα:
« Θενὰ πεισθῆς σ’ ὅτι θὰ εἰπῶ, Λυκαονίδη ἀνδρεῖε;
Θὰ ἐτόλμας στὸν Μενέλαον γοργὸ νὰ σύρης βέλος;
Δόξαν ἀπ’ ὅλον τὸν λαὸν καὶ χάριν θ’ ἀπολαύσης {{r|95}}
καὶ ὁ βασιλέας μάλιστα θὰ σὲ τιμήση ὁ Πάρις.
Πρῶτος αὐτὸς μὲ ὑπέρτιμα θὰ σὲ ἀνταμείψη δῶρα,
ἐὰν ἰδῆ στὴν θλιβερὰν πυρὰν ἀνεβασμένον
τὸν δυνατὸν Μενέλαον ἀπὸ δικό σου ἀκόντι˙
ἐμπρός, λοιπόν, ἀκόντισε τὸν ἔνδοξον Ἀτρείδην, {{r|100}}
ἀφοῦ στὸν φωτογέννητον Ἀπόλλωνα τοξότην
ἀρνιῶν πρωτόγονων ταχθῆς νὰ σφάξης ἑκατόμβην,
ἅμα στὴν θείαν Ζέλειαν, στὸ σπίτι σου, γυρίσης».
Στὰ λόγια τοῦτα ἐπείσθηκεν ὁ ἀνόητος κι ἐπῆρε
τὸ στιλβωμένο τόξο του, κέρατο ἀγρίου τράγου, {{r|105}}
ποὺ ἀπὸ καθίστραν εἶχε αὐτὸς κτυπήσει ἅμα τὸν εἶδε
νὰ βγαίνη μέσ’ ἀπὸ σπηλιά, καὶ κάτω ἀπὸ τὸ στῆθος
τὸν πέτυχε καὶ ἀνάσκελα τὸν ξάπλωσε στὸν βράχον·
μακριὰ δεκάξι σπιθαμὲς τὰ κέρατα ἐφοροῦσε·
αὐτὰ ἐργάσθη καὶ ἅρμωσε καλὸς κερατοξόος˙ {{r|110}}
τὸ ἔξυσ’ ὅλο καὶ χρυσὸ τοῦ πρόσθεσε κουλούρι·
τὸ τόξο ἐκεῖνο ἐτάνυσε καὶ καταγῆς ἀγάλι
τὸ ἔκλινε καὶ οἱ σύντροφοι κρατοῦσαν τὲς ἀσπίδες
ἐμπρός του, μήπως πεταχτοῦν οἱ ᾽Αχαιοὶ γενναῖοι,
πρὶν ἀκοντίση ὁ Πάνδαρος τὸν δυνατὸν Ἀτρείδην˙ {{r|115}}
κι ἀπ’ τὴν φαρέτραν σήκωσε τὸ σκέπασμα κι ἐπῆρε
ἄριχτο βέλος φτερωτό, μαύρην φωλιὰ θανάτου·
τὸ πικρὸ βέλος ἴσιασεν εἰς τὴν χορδὴν ἐπάνω,
καὶ πρὸς τὸν φωτογέννητον Ἀπόλλωνα τοξότην
νὰ σφάξη ἀρνιῶν πρωτόγονων ἐτάχθηκε ἑκατόμβην, {{r|120}}
ἅμα στὴν θείαν Ζέλειαν, στὸ σπίτι του γυρίση
καὶ μὲ τὲς κόκες τὴν χορδὴν τραβώντας τὴν σιμώνει
εἰς τὸ βυζὶ καὶ ἀπίθωσε τὸ σίδερο στὸ τόξο·
καὶ ὅταν εἰς κύκλον τέντωσε τὸ μέγα τόξο, ἀκούσθη
τριγμὸς τοῦ τόξου, τῆς χορδῆς βοὴ κι ἐξετινάχθη {{r|125}}
τὸ βέλος ἀνυπόμονο νὰ πέση μὲς στὰ πλήθη.
᾽Αλλὰ δὲ σ’ ἐλησμόνησαν, Μενέλαε, τοῦ ᾽Ολύμπου,
οἱ κάτοικοι οἱ μακάριοι κι ἡ ᾽Αθηνᾶ ποὺ ἐμπρός σου
εὐθὺς εὑρέθη κι ἔδιωξε τὸ πικροφόρο ἀκόντι
ἀπὸ τὸ σῶμα σου ἀρκετά, καθὼς μητέρα διώχνει {{r|130}}
μύγαν ἀπὸ τὸ βρέφος της, ἐνῶ γλυκὰ κοιμᾶται,
κι ἡ ἴδια τ’ ὁδήγησεν ὅπου οἱ χρυσὲς τῆς ζώνης
θηλιὲς κι ὁ θώραξ διπλωτὸς ἐσμίγαν σ’ ἕνα μέρος.
Τὸ πικρὸ βέλος ἔπεσε στὴν σφικτασφαλισμένην
ζώνην τὴν πολυδαίδαλην καὶ τὴν διαπέρασ’ ὅλην· {{r|135}}
καὶ μὲς στὸν λαμπρὸν θώρακα προχώρησ’ ὡς τὴν πλάκα
ὁποὺ στὰ βέλη ἀντίφραγμα στὸ σῶμα του ἐφοροῦσε
κι ἐξόχως τὸν προφύλαξεν, ἀλλ’ ἔσπασε κι ἐκείνην.
Καὶ τοῦ ἀνδρὸς ἐχάραξε τὸ δέρμα ἡ χάλκιν’ ἄκρη
κι ἔρρευσε ἀπὸ τὸ λάβωμα εὐθὺς τὸ μαῦρον αἷμα. {{r|140}}
῾Ως ὅταν Κάειρα ἢ Μαιονὶς γυνὴ κοκκινοβάφει
λευκὸν ἐλεφαντόδοντο, τοῦ ἀλόγου χαλινάρι,
πολλοὶ τὸ ζήλευσαν ἱππεῖς, καὶ μένει φυλαγμένο
στὸν θάλαμον γιὰ βασιλεῖς πολύτιμο στολίδι,
καὶ στ’ ἄλογο καλλώπισμα καὶ δόξα τοῦ ἀναβάτη· {{r|145}}
ὁμοίως, ὦ Μενέλαε, ἐβάφηκαν τὰ ὡραῖα
μεριά σου καὶ τὰ κνήμια σου καὶ οἱ φτέρνες εἰς τὸ αἶμα·
ἐπάγωσεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης ᾽Αγαμέμνων,
ἅμ’ εἶδε ἀπὸ τὸ λάβωμα νὰ τρέχη μαῦρον αἷμα,
πάγωσε καὶ ὁ Μενέλαος ὁ ἀνδρεῖος, ἀλλ’ ὡς εἶδε {{r|150}}
ὁποὺ τῆς λόγχης τὸ λουρὶ κι οἱ ἀγκίδες μεῖναν ἔξω,
τοῦ ἐπανῆλθεν ἡ ψυχή· καὶ ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων
μὲ στεναγμοὺς τοῦ ἔλεγε κρατώντας του τὸ χέρι,
καὶ οἱ φίλοι γύρω ἐστέναζαν: « Γλυκύτατε ἀδελφέ μου,
στοὺς ὅρκους σ’ ἐθανάτωνα, τὴν ὥρα ποὺ σὲ μόνον {{r|155}}
ἐμπρὸς τῶν Τρώων σ’ ἔσταινα γιὰ μᾶς νὰ πολεμήσης·
κι ἐκεῖν’ ἰδοὺ σ’ ἐκτύπησαν κι ἐπάτησαν τοὺς ὅρκους·
ἀλλὰ δὲν θὰ ματαιωθοῦν οἱ ὅρκοι καὶ ἡ θυσία,
οἱ ἁγνὲς σπονδὲς καὶ οἱ δεξιὲς ποὺ ἐσφίξαμε μὲ θάρρος
κι ἐὰν εὐθὺς δὲν τὸ ἐνεργῆ, στὸ ἑξῆς θὰ τὸ ἐνεργήση {{r|160}}
ὁ Δίας καὶ πολὺ βαριὰ τὸ κρίμα θὰ πληρώσουν
ἐκεῖνοι καὶ οἱ γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους ὅλα·
ὅτ’ εἶναι τοῦτο φανερὸ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου·
θὰ φθάση μέρα νὰ χαθῆ κι ἡ ῎Ιλιος ἡ ἁγία
καὶ ὁ Πρίαμος ὁ δυνατὸς μἐ ὅλον τὸν λαόν του, {{r|165}}
ὅταν ὁ αἰθεροκάτοικος Κρονίδης χολωμένος
γιὰ τούτην τὴν ἀπάτην τους ἐπάνω τους τινάξη
τὴν σκοτεινὴν αἰγίδα του· καὶ αὐτὰ θὰ γίνουν ὅλα.
Ἀλλ᾽, ὦ Μενέλαε, σκληρὸς ἐμὲ θὰ σφάζη πόνος,
ἄν ἀποθάνης καὶ κλεισθοῦν οἱ μέρες τῆς ζωῆς σου˙ {{r|170}}
στ’ ἄνανδρον ῎Αργος ἄτιμος μοῦ μέλλει νὰ γυρίσω,
ὅτ’ οἱ ᾽Αχαιοὶ θὰ θυμηθοῦν ἀμέσως τὴν πατρίδα
καὶ τοῦ Πριάμου καύχημα θὰ μείνη καὶ τῶν Τρώων
ἡ Ἄργισσα ῾Ελένη μας, καὶ ἡ γῆ τὰ κόκαλά σου,
χωρὶς νὰ γίνη τίποτε θὰ σέπη ἐδῶ στὴν Τροίαν· {{r|175}}
καὶ κάποιος τότε θέλ’ εἰπεῖ τῶν ἀποτόλμων Τρώων,
ἐνῶ στὸν τάφον θὰ σκιρτᾶ τοῦ ἐνδόξου Μενελάου:
« Νὰ χαρῆ πάντοτε ἡ χολὴ τοῦ Ἀτρείδη ὡς τώρα ἐχάρη
ποὺ στρατὸν ἔφερε Ἀχαιῶν ἀνώφελα ἐδῶ πέρα
καὶ μ’ ἄδεια πλοῖα γύρισεν εἰς τὴν πατρίδα, δίχως {{r|180}}
τὸν ἀγαθὸν Μενέλαον»· αὐτὰ θὰ εἰποῦν· κι ἐμένα
χάσμ’ ἂς ἀνοίξ’ ἡ μαύρη γῆ κι ἐπάνω μου νὰ κλείση».
Κι ειπε ὁ ξανθὸς Μενέλαος νὰ τὸν ἐγκαρδιώση:
« Κάμε καρδιά, τοὺς Ἀχαιοὺς ἀκόμη μὴ δειλιάζης·
δὲν ἦβρε μέρος ἀκριβὸ τὸ βέλος, ὅτ’ ἡ ζώνη {{r|185}}
ἡ πλουμιστὴ μ’ ἐφύλαξε καὶ κάτωθε τὸ ζῶμα
καὶ ἡ καλὴ πλάκα ὁποὺ χαλκεῖς κατασκευάσαν ἄνδρες».
Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων:
« Εἴθε, γλυκὲ Μενέλαε, νὰ εἶναι καθὼς λέγεις˙
ἰατρὸς θὰ ψάξη τὴν πληγὴν κι ἐπάνω της θὰ βάλη {{r|190}}
βοτάνια, τὲς φαρμακερὲς ὀδύνες νὰ πραΰνη».
Κι ἐστράφη πρὸς τὸν κήρυκα Ταλβύθιον καὶ τοῦ εἶπε:
« Ταλβύθιε, τὸν Μαχάονα κάλεσ’ εὐθύς, τὸν γόνον
τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ποὺ ἀσύγκριτος ἰατρὸς στὸν κόσμον ἦταν,
νά ᾽λθη νὰ ἰδῆ τὸν ψυχερὸν Μενέλαον Ἀτρείδην, {{r|195}}
ὁποὺ τὸν κτύπησ’ ἄξιος τοξότης ἢ τῶν Τρώων
ἢ τῶν Λυκίων, δόξα του καὶ σ’ ἐμᾶς ὅλους λύπη».
Αὐτὰ εἶπε καὶ ὑπάκουσεν ὁ κήρυξ εἰς τὸν λόγον,
καὶ τῶν ἀνδρείων ᾽Αχαιῶν ἐγύρνα μὲς στὰ πλήθη
νὰ ἔβρη τὸν Μαχάονα· τὸν εἶδε ποὺ ἐστεκόταν {{r|200}}
στὲς φάλαγγες τὲς φοβερὲς λαῶν ἀσπιδοφόρων
ποὺ ἀπὸ τὴν Τρίκκην ἔφθασαν μαζί του στὴν Τρωάδα˙
σιμά του ἐστάθη κι εἶπε του: « Πετάξου, Ἀσκληπιάδη,
ὁ κραταιὸς σὲ προσκαλεῖ Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων
νά ᾽λθης νὰ ἰδῆς τὸν ψυχερὸν Μενέλαον ᾽Ατρείδην, {{r|205}}
ὁποὺ τὸν κτύπησ’ ἄξιος τοξότης ἤ τῶν Τρώων
ἤ τῶν Λυκίων, δόξα του καὶ σ’ ἐμᾶς ὅλους λύπη».
Εἶπε καὶ τοῦ ἐτάραξε στὰ στήθη τὴν καρδίαν.
Καὶ μέσ’ ἀπ’ τὸν πλατὺν στρατὸν τῶν Ἀχαιῶν ἐφθάσαν
ὅπου ὁ ξανθὸς Μενέλαος στεκόνταν λαβωμένος {{r|210}}
καὶ κύκλον εἶχε ὁλόγυρα τῶν πρώτων πολεμάρχων,
ὁ ἄνδρας ὁ ἰσόθεος˙ κι εὐθὺς ἀπὸ τὴν ζώνην
τὴν δυνατὴν ἐτράβηξε τὸ βέλος· καὶ ὡς τραβοῦσε,
γυρτὲς ὀπίσω ἐκόπηκαν οἱ μυτερὲς ἀγκίδες.
Τὴν ζώνην ἔλυσ’ ἔπειτα, τὸ ζῶμα καὶ τὴν πλάκα, {{r|215}}
ποὺ κατασκεύασαν χαλκεῖς˙ καὶ ἅμ’ εἶδε ὅπου τὸ βέλος
φαρμακερὰ τὸν λάβωσεν, ἐβύζαξε τὸ αἷμα
κι ἔβαλ’ ἐπάνω βότανα πραϋντικὰ γνωστά του,
ποὺ ὁ Χείρων στὸν πατέρα του, σὰν φίλος εἶχε δώσει.
᾽Εκεῖνοι τὸν ἀνδράγαθον Μενέλαον θεραπεῦαν {{r|220}}
κι ἦλθαν ὡστόσο ἐπάνω τους οἱ φάλαγγες τῶν Τρώων
κι ἔπιασαν τ’ ἄρματα καὶ αὐτοὶ τὸν πόλεμον ν’ ἀρχίσουν·
ὀκνὸν τότε δὲν θά ᾽βλεπες τὸν δυνατὸν Ἀτρείδην
νὰ δειλιᾶ, νὰ κρύβεται, τὴν μάχην ν’ ἀποφεύγη,
ἀλλὰ νὰ ὁρμᾶ στὸν πόλεμον, ὅπου δοξάζοντ’ ἄνδρες˙ {{r|225}}
τὸ λαμπρὸ ἁμάξι, τ’ ἄλογα ποὺ φλογερὰ φυσοῦσαν,
ἀφήνει τοῦ Εὐρυμέδοντος υἱοῦ τοῦ Πτολεμαίου
τοῦ Πειραΐδη καὶ σιμὰ νὰ τά ᾽χη τὸν προστάζει
πρόχειρα, ὁπόταν κάματος τὰ μέλη του νικήση
ἐκεῖ ποὺ θὰ τακτοποιῆ σὰν ἀρχηγός, τὰ πλήθη· {{r|230}}
καὶ αὐτὸς πεζὸς τὲς φάλαγγες τῶν μαχητῶν περνοῦσε
κι ὅσους θωροῦσε Δαναοὺς στὴν μάχην νὰ σπουδάζουν,
λόγια τοὺς ἔλεγε καλὰ τὸ θάρρος τους ν’ αὐξήση:
«Ἀργεῖοι, μὴν ἀφήνετε τὴν ἀνδρικὴν ὁρμήν σας.
Δὲν βοηθεῖ τοὺς δολεροὺς ὁ ὕψιστος πατέρας· {{r|235}}
καὶ αὐτῶν ποὺ πρῶτοι ἀδίκησαν τοὺς ὅρκους των πατώντας
τὰ τρυφερά τους σώματα θὰ καταφάγουν γῦπες
καὶ τὲς γυναῖκες τους ἐμεῖς καὶ τὰ μικρὰ παιδιά τους,
ἀφοῦ τὴν πόλιν πάρωμε, θὰ σύρωμε στὰ πλοῖα».
Κι ὅσους τὸν φρικτὸν πόλεμον θωροῦσε νὰ τρομάζουν, {{r|240}}
«᾽Αργεῖοι », τοὺς ἐφώναζε, « τοῦ τόξου ἀνδρειωμένοι,
οὐτιδανοί, τάχα ἐντροπὴν δὲ θὰ αἰσθανθῆτε ἀκόμη;
Πῶς παγωμένοι στέκεσθε, ὡσὰν τὰ ἐλαφομόσχια,
ποὺ ὡς ἀποκάμαν τρέχοντας σ’ ἀπέραντην πεδιάδα
στέκονται, καὶ στὰ στήθη τους, ἡ δύναμις ἐκόπη; {{r|245}}
῞Ομοια κι ἐσεῖς παγώσατε, ποσῶς δὲν πολεμεῖτε·
νά ᾽λθουν οἱ Τρῶες θέλετε σιμὰ κεῖ ποὺ τὰ πλοῖα
στέκονται τὰ καλόπρυμνα στὴν ἄκρην τῆς θαλάσσης
νὰ ἰδῆτε ἄν χέρι σωστικὸ γιὰ σᾶς ὑψώση ὁ Δίας; »
Κι ὅπως αὐτὸς βασιλικὰ τὲς τάξες τῶν ἀνδρείων {{r|250}}
ἐθεωροῦσεν, ἔφθασε στὸ μέρος ποὺ ὁ γενναῖος
᾽Ιδομενεὺς ἐσύνταζε τοὺς Κρῆτας εἰς τὴν μάχην,
καὶ στοὺς προμάχους ἔστεκε μὲ τόλμην χοίρου ἀγρίου
καὶ τὲς ὀπίσω φάλαγγες κυβέρνα ὁ Μηριόνης.
Ἅμα τοὺς εἶδ’ ἐχάρηκεν ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης, {{r|255}}
κι ἐγλυκομίλησεν εὐθὺς πρὸς τὸν ᾽Ιδομενέα:
« Τῶν ἱππομάχων Δαναῶν τιμῶ σε ᾽Ιδομενέα,
ἐξόχως καὶ στὸν πόλεμον καὶ σ’ ὅ,τι ἄλλο ἀκόμη˙
καὶ στὸ τραπέζι ποὺ ἐκλεκτὸ κρασὶ καὶ πυρωμένο
εἰς τὸν κρατῆρα συγκερνοῦν οἱ πρῶτοι πολεμάρχοι {{r|260}}
οἱ ἀνδρειωμένοι Ἀχαιοὶ τὸ πίνουν μετρημένο
καθένας, ἀλλὰ πάντοτε σὺ ἔχεις τὸ ποτήρι
γεμάτο ἐμπρὸς ὡς τό ᾽χω ἐγώ, νὰ πίνης ὅταν θέλης·
ἀλλ’ ὅρμησε στὸν πόλεμον καὶ δείξου ὡς ἤσουν πρῶτα »
Καὶ τῶν Κρητῶν ὁ ἀρχηγὸς ὁ ᾽Ιδομενεὺς ἀντεῖπε: {{r|265}}
« Ἀγαπητόν σου σύντροφον θὰ μ’ ἔχης εἰς τὴν ἄκρην,
Ἀτρείδη, ὡς ἔστερξ’ ἀπ’ ἀρχῆς κι ὑπόσχεσιν ἐπῆρα
τοὺς ἀνδρειωμένους Ἀχαιοὺς τοὺς ἄλλους νὰ κινήσης
ν’ ἀρχίση εὐθὺς ὁ πόλεμος˙ ἀφοῦ τὴν συμφωνίαν
οἱ Τρῶες τώρα ἐχάλασαν˙ καὶ ὡς πάτησαν τοὺς ὅρκους {{r|270}}
καὶ πρῶτοι ἀδίκησαν, κακὸ τοὺς περιμένει τέλος».
Αὐτὰ εἶπε καὶ ὁλόχαρος προχώρησ’ ὁ Ἀτρείδης
στὸ στράτευμα ὅσο πόφθασεν ἐκεῖ ποὺ ἐσυνταζόνταν
οἱ Αἴαντες καὶ σύννεφο μ’ αὐτοὺς πεζῶν ἀνδρείων·
ὡς ὅταν σύννεφο βοσκὸς ἀπὸ ψηλὰ ξανοίγη {{r|275}}
νὰ προχωρῆ στὸ πέλαγος μὲ τὴν πνοὴν τοῦ ἀνέμου·
καὶ φαίνεται στὰ μάτια του κατάμαυρο σὰν πίσσα,
καθὼς τὸ πέλαγος περνᾶ γεμάτο ἀνεμοζάλες,
τὸν παίρνει φόβος καὶ ὁδηγεῖ μὲς στ’ ἄντρο τὸ κοπάδι·
ὁμοίως εἰς τὸν πόλεμον κινοῦνταν τῶν Αἰάντων {{r|280}}
πυκνότατες οἱ φάλαγγες ἀνδρειωμένων νέων
μαῦρες, καὶ λόγγον ἔκαναν λόγχες ὁμοῦ καὶ ἀσπίδες·
ἅμα τοὺς εἶδ’ ἐχάρηκεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης
κι εὐθὺς τοὺς ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα:
« Αἴαντες σεῖς, ὦ ἀρχηγοὶ τῶν θωρηκτῶν Ἀργείων, {{r|285}}
ἐσᾶς δὲν δίδω προσταγὴν ὅτι δὲν εἶναι πρέπον,
ἀφοῦ καὶ μόνοι τὸν λαὸν στὸν πόλεμον κινεῖτε·
καί, Ἀπόλλων, εἴθε, καὶ Ἀθηνᾶ, καὶ σύ, πατέρα Δία,
ἂν εἶχαν ὅλοι τὴν ψυχὴν πόχετε σεῖς στὰ στήθη,
εὐθὺς ἐμπρός μας θά ᾽σκυφτεν ἡ πόλις τοῦ Πριάμου {{r|290}}
ὁλόβολη ἀπ’ τὰ χέρια μας νὰ μείνη ἐρημασμένη».
Εἶπε, τοὺς ἄφησεν αὐτοῦ καὶ πέρασε στοὺς ἄλλους·
ἦβρε τὸν Νέστορα, γλυκὸν τῆς Πύλου δημηγόρον,
ποὺ ἐσύνταζε κι ἐγκάρδιωνε τοὺς ἄνδρες εἰς τὴν μάχην
μὲ τοὺς ἀνδρείους Αἵμονα, Πελάγοντα, Χρομίον, {{r|295}}
Ἀλάστορα καὶ Βίαντα, ποιμένα τῶν ἀνθρώπων.
Καὶ τοὺς ἱππεῖς ἔστησ’ ἐμπρὸς μὲ τὰ ζεμέν’ ἁμάξια,
ἔβαλε ὀπίσω τοὺς πεζοὺς πολλοὺς καὶ ἀνδρειωμένους,
πύργον πολέμου στερεόν, καὶ τοὺς κακοὺς στὴν μέση,
ν’ ἀναγκασθῆ νὰ μάχεται καὶ αὐτὸς ὁποὺ δὲν θέλει. {{r|300}}
Καὶ νὰ μὴ σπρώξουν τ’ ἄλογα στὴν ταραχὴν τῆς μάχης
εἰς τοὺς ἱππεῖς συμβούλευε. « Κανεὶς ἂς μὴ θαρρέψη
στὴν ἱππικὴ καὶ στὴν ἀνδρειὰ νὰ ὁρμήση ἐμπρὸς τῶν ἄλλων
μόνος ἐνάντια στὸν ἐχθρόν· ἀλλὰ μήτε νὰ γύρη
ὀπίσω· καὶ τὰ δυὸ κακὰ καὶ σᾶς ἀδυνατίζουν. {{r|305}}
Κι ὅποιος ἀπὸ τ’ ἁμάξι του στοῦ ἐχθροῦ τ’ ἁμάξι φθάση,
μὲ τὸ κοντάρι ἄς κτυπηθῆ, καὶ αὐτὸ συμφέρει πλέον·
αὐτὴν τὴν γνώμην ἔτρεφαν καὶ τὴν ψυχὴν στὰ στήθη
οἱ παλαιοί μας κι ἔπαιρναν τὲς χῶρες καὶ τὰ τείχη».
Αὐτὰ πολέμων ἔμπειρος ἐδίδασκεν ὁ γέρος. {{r|310}}
Ἅμα τὸν εἶδε χάρηκεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης,
κι εὐθὺς τὸν ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα:
« ῎Αμποτε, ὦ γέρε, ἀδάμαστην ὡς ἔχεις τὴν ψυχήν σου
νὰ εἶχες καὶ τὰ γόνατα κι ἀκέριαν τὴν ἀνδρείαν
ἀλλὰ τὸ γῆρας τὸ κοινὸ σὲ φθέρνει· κι ἄμποτ’ ἄλλος {{r|315}}
νὰ τό ᾽χε καὶ νὰ ἐβρίσκοσουν σὺ μεταξὺ τῶν νέων».
Καὶ ὁ Νέστωρ, ὁ Γερήνιος ἱππότης, τοῦ ἀποκρίθη:
«᾽Ατρείδη, τό ᾽θελα κι ἐγὼ νὰ εἶμαι ὡς ἤμουν πρῶτα
ποὺ τὸν ᾽Ερευθαλίωνα ἐφόνευσα τὸν θεῖον·
ἀλλὰ δὲν δίδουν στοὺς θνητοὺς οἱ ἀθάνατοι ὅλ’ ἀντάμα. {{r|320}}
᾽Αγόρι τότε ἤμουν κι ἐγώ, τώρα τὸ γῆρας μ’ ἦβρε,
ἀλλὰ καὶ ὡς εἶμαι, στοὺς ἱππεῖς ἀνάμεσα θὰ μείνω
νὰ συμβουλεύω· κι εἶναι αὐτὸ τὸ μέρος τῶν γερόντων.
Καὶ μὲ κοντάρια θὰ κτυποῦν οἱ νέοι ποὺ ἀπὸ μένα
χρόνια ὀλιγότερα μετροῦν καὶ στὴν ἀνδρειὰ θαρρεύουν». {{r|325}}
῎Ακουσε τοῦτα καὶ φαιδρὸς προχώρησ’ ὁ ᾽Ατρείδης·
τὸν Μενεσθέα πλήξιππον τοῦ Πετεοῦ τὸν γόνον
ἦβρε στὴν μέση τῶν φρικτῶν στὲς μάχες ᾽Αθηναίων·
πλησίον ὁ πολύβουλος στεκόταν ᾽Οδυσσέας,
κι οἱ τάξεις οἱ ἀνίκητες, σιμά, τῶν Κεφαλλήνων· {{r|330}}
ὅτι τῆς μάχης ἡ βοὴ σ’ αὐτοὺς δὲν εἶχε φθάσει,
ἐνῶ μόλις οἱ φάλαγγες τῶν ἱπποδάμων Τρώων
κινοῦνταν καὶ τῶν ᾽Αχαιῶν, κι ἐκεῖνοι περιμέναν
ὁπόταν σῶμ’ ἄλλο ᾽Αχαιῶν νὰ φθάση καὶ νὰ ὁρμήση
στοὺς Τρῶας πρῶτον, ὥστε ἀρχὴ νὰ γίνη τοῦ πολέμου. {{r|335}}
Τοὺς εἶδ’ εὐθὺς καὶ ὀνείδισεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης
κι ἐκείνους ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα:
« ῏Ω γόνε, σύ, τοῦ Πετεοῦ διοθρέφτου βασιλέως,
καὶ σύ, ποὺ στὰ σοφίσματα ἐξέχεις καὶ στοὺς δόλους,
τί κρύβεσθε, τί μένετε μακρὰν ὡς νά ᾽λθουν ἄλλοι; {{r|340}}
Καὶ νὰ σταθῆτ’ ἔπρεπε σεῖς στὴν πρώτην τάξιν πρῶτοι
καὶ πρῶτοι ν’ ἀπαντήσετε τὴν φλόγα τοῦ πολέμου,
καθὼς δέχεσθε κάλεσμα στὴν τράπεζά μου πρῶτοι,
ὁπότε στρώνουμ’ οἱ ᾽Αχαιοὶ τραπέζι τῶν γερόντων.
Καὶ σᾶς ἀρέσει τὰ ψητὰ νὰ τρώγετε καὶ ὡραῖο {{r|345}}
κρασὶ νὰ πίνετ’ ἄφθονο καὶ τώρα σᾶς ἀρέσει
καὶ ἂν δέκα σώματ’ Ἀχαιῶν ἐβλέπετ’ ἔμπροσθέν σας
μὲ τ’ ἀνδροφόνο σίδερο ν’ ἀρχίσουν τὸν ἀγώνα».
Μ’ ἄγριο βλέμμα ὁ πολύγνωμος τοῦ ἀπάντησε ᾽Οδυσσέας·
«Ἀτρείδη, ἀπὸ τὰ χείλη σου ποῖος ἐβγῆκε λόγος! {{r|350}}
᾽Εμεῖς τὴν μάχην φεύγομεν; Ὅταν τὸν ἄγριον Ἄρη
κινήσωμ’ ὅλ’ οἱ ᾽Αχαιοὶ στοὺς ἱπποδάμους Τρῶες,
θὰ ἰδῆς, ἂν θέλης καὶ ἂν γι’ αὐτὸ σὲ μέλη, τὸν πατέρα
τοῦ Τηλεμάχου νὰ ριχθῆ τῶν ἱπποδάμων Τρώων
εἰς τοὺς προμάχους, καὶ ὅλ’ αὐτὰ ποὺ λέγεις παίρν’ ὁ ἀέρας». {{r|355}}
Καὶ ἅμ’ εἶδε τον ποὺ ἐθύμωνε, τὸν λόγον πῆρε ὀπίσω
καὶ τοῦ ᾽πε μὲ γλυκόγελον ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης:
« Λαερτιάδη διογενῆ, πολύτεχνε ᾽Οδυσσέα,
δὲν ὀνειδίζω ὑπέρμετρα ἐσένα οὔτε προστάζω·
γνωρίζ’ ὅτ’ ἡ καρδία σου καλὰ γιὰ μένα τρέφει {{r|360}}
αἰσθήματα κι ὅτι μ’ ἐμὲ τὴν ἴδιαν ἔχεις γνώμη,
καὶ θὰ τὰ καλοκάμωμε κατόπι, ἂν τώρα εἰπώθη
λόγος κακός, κι εἴθε οἱ θεοὶ νὰ τ’ ἀποσβήσουν ὅλα».
Εἶπε, τοὺς ἄφησεν αὐτοῦ καὶ πέρασε στοὺς ἄλλους.
Κι ἦβρε τὸν μεγαλόψυχον Τυδείδη Διομήδη {{r|365}}
ὀρθὸν εἰς τ’ ἄλογα σιμὰ καὶ τ’ ἁρμοσμέν’ ἁμάξια·
ἦταν σιμά του ὁ Σθένελος, υἱὸς τοῦ Καπανέως.
Τὸν εἶδε εὐθὺς κι ὀνείδισεν ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων
καὶ κεῖνον ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα:
« Ὀιμέν᾽, υἱὲ τοῦ συνετοῦ Τυδέα τοῦ ἱπποδάμου, {{r|370}}
τί κρύβεσαι; Τὲς γέφυρες τί βλέπεις τοῦ πολέμου;
Νὰ κρύβεται, ὅπως κρύβεσαι, δὲν ἤθελε ὁ Τυδέας,
καὶ τῶν συντρόφων πολὺ ἐμπρὸς στὴν μάχην ἐκινοῦσε.
Ἐγὼ δὲν τὸν ἀντάμωσα καὶ ἀπ’ ἄλλους, ποὺ τὸν εἶδαν
εἰς τὸν ἀγώνα τό ᾽μαθα, καὶ ὅτ’ εἶχε τὰ πρωτεῖα. {{r|375}}
Ὅτ’ ἧλθε αὐτὸς εἰρηνικὸς ὡς ξένος στὲς Μυκῆνες
καὶ ὁ Πολυνείκης ὁ λαμπρὸς ὁποὺ συνάζαν ἄνδρες
ὅταν στρατεῦαν στ’ ἅγια τῆς Θήβας τείχη ἐκεῖνοι·
κι ἐπαρακάλουν ἐκλεκτοὺς συμμάχους νὰ τοὺς δώσουν
καὶ πρόθυμ’ ἔστεργε ὁ λαὸς νὰ δώσουν, ἀλλ’ ὁ Δίας {{r|380}}
τὴν γνώμην τοὺς ἐγύρισε μ’ ἀντίστροφα σημεῖα.
Καὶ ὅτ’ ἔφυγαν, ἅμ’ ἔφθασαν, ὡς προχωροῦσε ὁ δρόμος,
στοῦ Ἀσωποῦ τὲς χορτερὲς ἄκρες γεμάτες σχοῖνον,
οἱ Ἀχαιοὶ γιὰ μηνυτὴν ἐστεῖλαν τὸν Τυδέα.
Κι ἐκεῖνος ἐπορεύθηκε κι ἦβρε πολλοὺς Καδμείους {{r|385}}
στοῦ δυνατοῦ ᾽Ετεοκλῆ τὸ δῶμα ὁποὺ συντρῶγαν·
τότε, καὶ ἂν ξένος ἔτυχε, ὁ ἱππόμαχος Τυδέας
δὲν ἐφοβεῖτο ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν Καδμείων,
ἀλλ’ εἰς ἀγώνα ἐκάλει αὐτούς, καὶ εἰς ὅλα τοὺς ἐνίκα
εὔκολα, τόσον ἡ ᾽Αθηνᾶ προθύμως τὸν βοηθοῦσε· {{r|390}}
καὶ θυμωμέν’ οἱ κεντηταὶ τῶν ἵππων οἱ Καδμεῖοι,
πενήντα νέους τοῦ ᾽στησαν καρτέρι στὴν ὁδόν του
καὶ τοὺς ὁδήγα ὁ Μαίονας ἰσόθεος Αἰμονίδης
μὲ τοῦ Αὐτοφόνου τὸν υἱὸν γενναῖον Πολυφόντην.
Ἀλλ’ ἄσχημα ἐθανάτωσε κι ἐκείνους ὁ Τυδέας· {{r|395}}
τοὺς φόνευσ’ ὅλους κι ἔστειλε μόν’ ἕνα στὴν πατρίδα,
τὸν Μαίον᾽, ὡς τὸν δίδαξαν τὰ θεϊκὰ σημεῖα.
᾽Ιδοὺ ποιὸς ἦταν ὁ Τυδεὺς ἀπὸ τὴν Αἰτωλίαν.
Ἀλλὰ τοῦτος ἐγέννησεν υἱὸν κατώτερόν του
στὴν μάχην, ἄν καὶ ἀνώτερον στὴ γλώσσα καὶ στοὺς λόγους». {{r|400}}
Λόγον σ’ αὐτὰ δὲν πρόφερεν ὁ δυνατὸς Διομήδης·
ἐντράπη τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ σεβαστοῦ κυρίου·
ἀλλὰ τοῦ ἀπάντησ’ ὁ υἱὸς τοῦ ἐνδόξου Καπανέως:
« ᾽Ενῶ σωστὰ ξέρεις νὰ εἰπῆς, μὴ ψεύδεσαι, Ἀτρείδη.
Εἴμασθε τῶν πατέρων μας πλιότερ’ ἀνδρειωμένοι· {{r|405}}
τὰ ἄρεια τείχη ἐπήραμε τῆς ἑπταπύλου Θήβης
ἐμεῖς, ἄν καὶ ὀλιγότερος λαὸς μᾶς ἀκολούθα,
θαρρώντας εἰς τὰ θεϊκὰ σημάδια καὶ στὸν Δία·
κι ἐκεῖνοι ἀντὶς ἐχάθηκαν ἀπ’ τ’ ἀσεβήματά των˙
ὅθεν μὲ τοὺς πατέρες μας ποτὲ μὴ μᾶς συγκρίνης». {{r|410}}
Μ’ ἄγριο βλέμμα τοῦ ὁμίλησεν ὁ δυνατὸς Διομήδης:
« Πατέρα, σώπα τώρ’ αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι σοῦ λέγω στέργε·
δὲν κατακρίνω ἐγὼ ποσῶς τὸν ἀρχηγὸν ᾽Ατρείδην,
ἂν τοὺς ἀνδρείους ᾽Αχαιοὺς παρακινῆ στὴν μάχην.
᾽Εκείνου ἡ δόξα θά ᾽ν᾽, ἐὰν οἱ Ἀχαιοὶ τοὺς Τρῶας {{r|415}}
νικήσουν καὶ τὴν ἱερὰ Τρωάδα ρίξουν κάτω·
κι ἐκείνου πάλι, ἄν χαλασθοῦν οἱ ᾽Αχαιοί, τὸ πένθος·
ἀλλ’ ἔλ’ ἀρχὴν ἂς βάλωμε κι ἐμεῖς εἰς τὸν ἀγώνα».
Εἶπε, ἀπ’ τ’ ἁμάξι ἐπήδησε στὴν γῆν μὲ τ’ ἄρματά του·
φοβερὰ ἐβρόντησε ὁ χαλκὸς στὰ στήθη τοῦ κυρίου, {{r|420}}
ὡς ὅρμησε, ὥστε θά ᾽παιρνεν τρομάραν καὶ ὁ γενναῖος.
Καὶ ὅπως στὴν πολύβροντην ἀκρογιαλιὰ τὸ κύμα,
ὡς τὸ σηκώνει ὁ Ζέφυρος ἐπανωτὸ κινεῖται,
φουσκώνει πρὶν στὸ πέλαγος καὶ στὴν στεριὰ κατόπι
σπώντας μουγγρίζει καὶ κυρτὸν ἔρχετ’ ἐμπρὸς καὶ γύρω {{r|425}}
στοὺς βράχους κάμνει κορυφὴν καὶ τὸν ἀφρὸν ξερνάει˙
ὁμοίως τότ’ ἐπανωτὲς τῶν Δαναῶν κινοῦντο
οἱ φάλαγγες στὸν πόλεμον˙ καὶ κάθε πολεμάρχος
τοὺς ἰδικούς του πρόσταζε˙ κι οἱ ἐπίλοιποι σωπαῖναν,—
ὡσὰν φωνὴν τόσος λαὸς στὰ στήθη νὰ μὴν εἶχε,— {{r|430}}
φοβούμενοι τοὺς ἀρχηγούς˙ ἐπάνω των ἐλάμπαν
τὰ πλουμιστά των ἅρματα, καθὼς ἐπροχωροῦσαν.
Καὶ οἱ Τρῶες, ὡς τὰ πρόβατα σ’ αὐλὴν ἀνδρὸς πλουσίου
ἄπειρα μένουν τὸ λευκὸ νὰ τοὺς ἀρμέγουν γάλα
καὶ ὅλο βελάζουν ὡς ἀκοῦν νὰ κράζουν τὰ κριάρια, {{r|435}}
ὁμοίως στὸν πλατὺν στρατὸν ἀλάλαζαν οἱ Τρῶες,
ὅτι δὲν ἦτο εἰς ὅλους μιὰ λαλιὰ καὶ γλώσσα μία,
ἀλλὰ μικτή, κι ἦσαν λαοὶ ποὺ πολλαχόθεν ἦλθαν.
Τούτους ὁ Ἄρης, ἡ Ἀθηνᾶ τοὺς Ἀχαιοὺς κεντάει,
ὁ Δεῖμος καὶ ὁ Φόβος κεῖ, ἡ λυσσασμένη ῎Ερις, {{r|440}}
πού ᾽ναι ἀδελφὴ καὶ σύντροφη τοῦ ἀνθρωποφόνου Ἄρη,
ὄπου προβαίνει ὡς ἄφαντη, κι ἐνῶ τὴν γῆν κατόπι
διασκελᾶ, στὸν οὐρανὸν τὴν κεφαλὴν στηρίζει,
ὅπου καὶ τότ’ ἐγέννησεν ἔχθραν σ’ αὐτοὺς ὁμοίαν
καὶ μὲς στὰ πλήθη ἐγύριζε τοὺς πόνους νὰ πληθύνη. {{r|445}}
Καὶ ὅτ’ ἔφθασαν κι ἐβρέθηκαν εἰς ἐνα τόπον ὅλοι,
τὰ τόμαρα καὶ τ’ ἄρματα καὶ τ’ ἀνδρειωμένα στήθη
τὰ χαλκοθώρηκτ’ ἔσμιξαν, κι οἱ ὀμφαλωτὲς ἀσπίδες
ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη ἐγγίζονταν καὶ ὁ κόσμος ἐβροντοῦσε˙
κι ἐκεῖ κραυγὴ χαρᾶς ἀνδρῶν ποὺ φόνευαν καὶ βόγγος {{r|450}}
ἀνδρῶν ὁποὺ ἐφονεύονταν καὶ ἡ γῆ πλημμύριζ’ αἷμα·
καὶ ὡς ὅταν δύο χείμαρροι, ποὺ ἀπὸ τὰ ὄρη ρέουν,
μέσ’ ἀπὸ κεφαλόβρυσα τ’ ἀκράτητα νερά τους
σμίγουν εἰς ἕνα σύρρυακο στὰ βάθη τοῦ βαράθρου –
μακρόθε ἀκούει στὰ βουνὰ τὸν βρόντον ὁ ποιμένας – {{r|455}}
ὅμοιος, κι ἐκεῖνοι ὡς ἔσμιξαν, ἀχὸς καὶ ἀγώνας ἦταν.
Ρίχνει πρῶτος ὁ ᾽Αντίλοχος πολεμιστὴν τῶν Τρώων
τὸν Θαλυσιάδη ᾽Εχέπωλον λαμπρὸν μὲς στοὺς προμάχους·
τῆς τριχοφόρου κόρυθος τοῦ κτύπησε τὸν κῶνον,
τὸ ἔμπηξε στὸ μέτωπον κι ἡ χάλκιν’ ἄκρη μέσα {{r|460}}
ἐπέρασε τὸ κόκαλο κι ἔχασε αὐτὸς τὸ φῶς του
καὶ ὡς πέφτει πύργος ἔπεσε στὸν φοβερὸν ἀγώνα.
Καὶ ἅμ’ ἔπεσε, ἀπ’ τὰ πόδια του τὸν ἔπιασ’ ὁ Ἐλεφήνωρ
Χαλκωδοντιάδης, ἀρχηγὸς τῶν ψυχερῶν ᾽Αβάντων,
καὶ νὰ τὸν σύρη ἐσπούδαζε μακρὰν ἀπὸ τὰ βέλη {{r|465}}
νὰ τὸν γυμνώση, ἀλλὰ πολὺ δὲν κράτησ’ ἡ ὁρμή του,
ὀτι ὡς τὸν εἶδ’ ὁ ψυχερὸς ᾽Αγήνωρ νὰ τὸν σέρνη,
εἰς τὸ πλευρὸν ποὺ ὡς ἔσκυφτε γυμνώθη ἀπ’ τὴν ἀσπίδα,
χάλκινο βέλος τοῦ ᾽ριξε καὶ τοῦ ᾽λυσε τὰ μέλη.
῎Ετσι τὸν ἄφηκε ἡ ψυχὴ κι ἐπάνω του ἐκροτήθη {{r|470}}
τῶν Τρώων καὶ τῶν ᾽Αχαιῶν ἔργον δεινόν· καὶ ὡς λύκοι
ὁρμοῦσαν γιὰ νὰ χαλασθοῦν κι ἄνδρας ἐφόνευ’ ἄνδρα.
Τὸν Σιμοείσιον κτύπησεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας
τοῦ ᾽Ανθεμίωνος λαμπρὸν ἀγόρι, ποὺ ἡ μητέρα
στὲς ὄχθες τοῦ Σιμόεντος ἐγέννησε, ὡς ἐρχόταν {{r|475}}
ἀπὸ τὴν ῎Ιδην στὲς βοσκὲς κατόπι στοὺς γονεῖς της,
ὀθεν τοῦ ἐβγάλαν τ’ ὄνομα˙ καὶ τῶν γλυκῶν γονέων
τὰ θρέπτρα δὲν ἀπέδωκεν ὅτ’ ἡ ζωή του ἐκόπη
ἀπ’ τοῦ μεγάλου Αἴαντος τὸ ἀνίκητο κοντάρι.
῞Οτι ἐνῶ πρῶτος πρόβαινε τὸν κτύπησε στὸ στῆθος {{r|480}}
σιμὰ στὸν δεξιὸν μαστόν· ἀντίκρυ ἐβγῆκε ἡ λόγχη
στὸν ὦμον· ἔπεσεν αὐτὸς στὰ χώματα, ὡσὰν λεύκα
ὁποὺ εἰς μεγάλην λιβαδιὰ γεννήθηκε κι ἀνδρώθη
ὁμαλὴ ὅλη καὶ ὑψηλὰ μόνον γεννᾶ τοὺς κλώνους˙
τὴν ἔκοψε ἁμαξοποιὸς μὲ τὴν λαμπρὴν ἀξίνην {{r|485}}
νὰ τὴν λυγίση γιὰ τροχὸν εἰς εὔμορφον ἁμάξι·
κείτεται αὐτοῦ καὶ φρύγεται στοῦ ποταμοῦ τὴν ὄχθην·
ὄμοιον τὸν Σιμοείσιον ἔστρωσε κάτ’ ὁ Αἴας.
Καὶ αὐτὸν ὁ λαμπροθώρηκτος ῎Αντιφος Πριαμίδης
μέσα στὰ στήθη ἀκόντισε, ἀλλ’ ἀντ’ αὐτοῦ τὸν Λεῦκον, {{r|490}}
τοῦ ᾽Οδυσσέως σύντροφον λαμπρόν, στὸ ριζομέρι
ἐπέτυχεν εἰς τὴν στιγμὴν πόσερνε ἀλλοῦ τὸ πτῶμα˙
καὶ ὅπως σωριάσθη τοῦ ᾽πεσε τὸ πτῶμ’ ἀπὸ τὸ χέρι.
᾽Εκείνου ὁ φόνος χόλωσε πολὺ τὸν ᾽Οδυσσέα·
εἰς τοὺς προμάχους σπρώχθη εὐθὺς κι ἔλαμπε στ’ ἄρματ’ ὅλος· {{r|495}}
ἐστάθη αὐτοῦ πολὺ σιμὰ καὶ γύρω του κοιτώντας
ἀκόντισε· τραβήχθηκαν στ’ ἀκόντισμά του οἱ Τρῶες·
τὸ βέλος του δὲν χάθηκεν, ἀλλ’ ἦβρε τοῦ Πριάμου
τὸν νόθον Δημοκόωντα, πού ᾽χ’ ἔλθει ἀπ’ τῆς Ἀβύδου
τὰ μέρη, ὅπου γοργόποδες ἀνάτρεφε φοράδες. {{r|500}}
᾽Εκεῖνον, γιὰ τὸν σύντροφον ὡς χόλωσ’ ὁ ᾽Οδυσσέας,
ἐκτύπησε στὸν μήλιγγα· κι ἡ χάλκιν’ ἄκρη ἐβγῆκε
στὸν ἄλλον μήλιγγ’ ἀντικρύ· τὸ φῶς του χάνει ἐκεῖνος,
μὲ κρότον πέφτει καὶ ἀντηχοῦν ἐπάνω τ’ ἄρματά του.
Κάμνουν τὰ ὀπίσω οἱ πρόμαχοι καὶ ὁ δοξασμένος ῞Εκτωρ· {{r|505}}
ἐκραύγασαν οἱ Ἀχαιοὶ καὶ τοὺς νεκροὺς ἐπῆραν
κι ἐμπρὸς πολὺ προχώρησαν· ὀργίσθη ὅπως τοὺς εἶδε
ὁ Φοῖβος ἀπ’ τὰ Πέργαμα κι ἐφώναζε τῶν Τρώων:
« Τρῶες, ξυπνᾶτε, ἱππόδαμοι, καὶ μὴν ὑποχωρεῖτε
τῶν Ἀχαιῶν, καὶ σίδερον ἡ σάρκα τους δὲν εἶναι {{r|510}}
ἢ λίθος, ὥστε τοῦ χαλκοῦ τὸ δάγκαμα νὰ διώχνη
οὔτ’ ὁ Ἀχιλλέας μάχεται, ὁ υἱὸς τῆς καλλικόμου
Θέτιδος, ἀλλὰ τὸν θυμὸν τρέφει σιμὰ στὰ πλοῖα».
Αὐτά ᾽πε ὁ φοβερὸς θεὸς ψηλάθε ἀπὸ τὴν πόλιν·
ἀλλ’ ἡ διογέννητη θεὰ τοὺς Ἀχαιοὺς κινοῦσε {{r|515}}
καὶ ἀνάμεσόν τους πήγαινε τὸ θάρρος τους ν’ αὐξήση.
῾Η μοίρα τότ’ ἐσπέδισε τὸν Διώρη ᾽Αμαρυγκείδην·
πέτρα τὸν πῆρε δοντερὴ στὴν δεξιάν του κνήμην
εἰς τ’ ἀστραγάλι· ὁ Πείροος τὴν ἔριξ’ ὁ ᾽Ιμβρασίδης˙
τῶν Θρακῶν ἦταν ἀρχηγὸς καὶ ἀπὸ τὸν Αἶνον ἦλθε˙ {{r|520}}
τὰ νεῦρα καὶ τὰ κόκαλα τοῦ σύντριψεν ὁ μέγας
λίθος καὶ κάτω ἔπεσε τ’ ἀνάσκελα στὴν σκόνη·
καὶ ὡς ξεψυχοῦσεν ἅπλωσε στοὺς ποθητοὺς συντρόφους
τὰ δυό του χέρια˙ ἔτρεξεν ὁ Πείροος, ποὺ τὸν εἶχε
κτυπήσει καὶ στὸν ὀμφαλὸν τὸν λόγχισε καὶ χάμου {{r|525}}
τὰ ἔντερά του χύθηκαν, κι ἔχασ’ εὐθὺς τὸ φῶς του.
Καὶ ὡς ἔφευγε τὸν κτύπησεν εἰς τὸν μαστὸν ἐπάνω
ὁ Αἰτωλὸς Θόας καὶ ὁ χαλκὸς μὲς στὸ πνευμόνι ἐμπήχθη·
τὸν σίμωσε καὶ τὸ βαρὺ κοντάρι ἀπὸ τὸ στῆθος
ἀπέσπασ᾽, ἔσυρ’ ἐν ταυτῶ τ’ ἀκονητό του ξίφος, {{r|530}}
μὲς στὴν κοιλιὰ τὸν κτύπησε καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ ἐπῆρε.
Δὲν τὸν ἐγύμνωσε, ὅτι αὐτὸν οἱ σύντροφοί του Θράκες
οἱ ἀκρόκομοι τὸν φύλαγαν μὲ τὰ μακριὰ κοντάρια,
καί, ἂν κι ἦταν μέγας καὶ λαμπρὸς καὶ ἀνδρειωμένος, ὅμως
τὸν ἔσπρωξαν˙ τινάχθηκεν αὐτὸς κι ἐσύρθη ὀπίσω· {{r|535}}
ἔτσι στὸ χῶμα ἐκείτονταν πλάγι μὲ πλάγ’ οἱ δύο
τῶν χαλκοφράκτων ᾽Επειῶν καὶ τῶν Θρακῶν ἀντάμα
οἱ ἀρχηγοί· κι ἄνδρες πολλοὶ τριγύρω ἐφονευόνταν.
Τότε πολὺ θὰ ἐθαύμαζεν ἐκεῖνον τὸν ἀγώνα
ἄνθρωπος, ἂν ἀκτύπητος καὶ ἀλάβωτος περνοῦσε {{r|540}}
ἀνάμεσόν τους κι ἡ Ἀθηνᾶ τὸν ἔπαιρνε ἀπ’ τὸ χέρι
καὶ τὸν ὁδήγα κι ἔδιωχνε τὰ βέλη ἀπὸ σιμά του·
ὅτ’ εἶδε Τρῶας καὶ Ἀχαιοὺς πολλοὺς ἡ μέρα ἐκείνη
πλάγι μὲ πλάγι ἐπίστομα στὸ χῶμα ἐξαπλωμένους.</poem>
fsaa5fo3iqp0uymsms2shsq95o6mzx3
Ο Κοσμολαΐτης
0
18653
166753
155535
2026-07-04T08:59:38Z
Nikos1nikos1
15046
166753
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = Ὁ Κοσμολαΐτης
| συγγραφέας = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
| μεταφραστής=
| ενότητα =
| επόμενο =
| προηγούμενο=
| σημειώσεις = (1903)
}}
Ἕνα καιρὸν ὁ πατήρ του ἦτον εὐκατάστατος ἔμπορος εἰς τὸν Πειραιᾶ, ὕστερον ἦλθον δυστυχίαι, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐξέπεσεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν διετηρεῖτο ἔκτοτε τὸ μαγαζί, εἶναι ζήτημα, ἂν ὁ Στέλιος θὰ εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπωφελῶς τὸ ἔργον μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός του. Εἶχε μάθει ὀλίγα κολλυβογράμματα. Ἔτρεφε καλογηρικὰς κλίσεις, ἐφοίτα εἰς τοὺς ναούς, εἶχε συλληφθῇ ἀπὸ τὸ πνευματικὸν ἀμφίβληστρον τοῦ ἱερομονάχου Μεθοδίου, ὅστις ἡσύχαζε κατ' ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἔν τινι μονυδρίῳ ἐπί τινος λόφου, ἐγγὺς τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ Στέλιος εἶχε γίνει ὁπωσοῦν καλὸς διαβαστὴς εἰς τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας. Ἐσείετο ὅλος, ὅταν ἐδιάβαζε τὸ Συναξάρι τῆς ἡμέρας. Ὅταν ἔψαλλε τὸν μικρὸν Πολυέλεον (ψαλμὸν τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ στίχοι λήγουσιν εἰς τὴν φράσιν "ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ", καὶ ἐντεῦθεν ὠνομάσθη "πολυέλαιος" καὶ τὸ πολυλάμπαδον τὸ κρεμάμενον εἰς τὸ μέσον τοῦ ναοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ σείουσι, καθ' ἥν ὥραν ψάλλεται ὁ ρηθεὶς ψαλμὸς) εἷς ὅστις ἤθελε νὰ κάμῃ τὸ ἀστεῖον - διότι δὲν λείπουν καὶ τὴν ὥραν τῆς ἀκολουθίας ἀκόμα τοιοῦτοι πειρασμοὶ ἐντὸς τοῦ ναοῦ - ἔλεγε "Μὴν κουνᾶτε τὸν πολυέλαιο, κουνιέται ὁ Καλοχεράκης".
Ὅταν κατεχώριζε καμμίαν μικρὰν διατριβὴν εἰς ἐφημερίδα, ὑπόγραφε "Στυλιανὸς Καλοχεράκης, δημοσιογράφος". Ἐπὶ μίαν σελήνην εἶχεν ἐκδώσει εἰς Πειραιᾶ ἐφημερίδα "Ὁ Θρίαμβος", θρησκευτικήν, πολιτικὴν καὶ ἐμπορικήν.
Τέλος ὁ Στέλιος ἐφάνη ὅτι ἔμελλε μίαν ἡμέραν νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα τοῦ προορισμοῦ του, εἰς τὸν πρόσκαιρον τοῦτον κόσμον. Κάποιος ἔκπτωτος ἡγούμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶχεν ἔλθει εἰς τὰς Ἀθήνας. Οὗτος δὲν εἶχε τὰς στενὰς ἰδέας ἐκείνων τῶν αὐστηρῶν μοναχῶν, τῶν μὴ ἐξελθόντων ποτὲ ἀπὸ τὸ Ὄρος, οἵτινες συνηθίζουν ν' ἀποθαρρύνουν σκληρῶς πάντα νέον προσερχόμενον μὲ πόθον, ὅπως ἐνδυθῇ τὸ μοναχικὸν σχῆμα.
"Ἡμεῖς, παιδί μου, ποὺ μᾶς βλέπεις ἐδῶ, εἴμεθα μετανοημένοι ποὺ ἤρθαμε, ἔτσι βρεθήκαμε κι ἡμεῖς. Τώρα εἶναι εἰς παρακμὴν τὸ μοναχικὸν τάγμα. Ἄχ! τὸ ἀγγελικὸν σχῆμα, παιδί μου, εἶναι μεγάλο πρᾶγμα... Βλέπεις τὸν καλόγηρον, πὼς τὸν ἔχουν ζωγραφίσει καρφωμένον εἰς τὸν Σταυρόν, εἰς ὅλους τοὺς νάρθηκας τῶν ναῶν, εἰς τὸ Ὅρος!... Σῦρε πίσω στὸν κόσμο, παιδί μου. Στὴν εὐχὴ τοῦ Θεοῦ! Εἰς ὁδὸν εἰρήνης, τέκνον μου".
Ἀλλὰ δέν ἐφρόνει οὕτω καί ὁ πρώην καθηγούμενος, ὁ ἐλθών εἰς Ἀθήνας. Οὗτος εἶχεν φιλοδοξίαν ἐπαινετὴν νὰ κάμῃ προσηλυτισμὸν διὰ τὸ Τάγμα. Εὑρίσκοντο τότε δέκα ἢ δώδεκα νέοι, τρέφοντες, ὅπως ἐφαντάζοντο τουλάχιστον, κλίσιν εἰς τὴν καλογηρικήν, ὅπως αὐτοὶ τὴν ἐνόουν. Πρὸς τούτοις δὲν ἦτο ἀνάγκη οὔτε διδαχῆς, οὔτε πειθοῦς μεγάλης. Ἦσαν προθυμότατοι, κι εὐκόλως ἐσχετίσθησαν μὲ τὸν πρώην ἡγούμενον. Τὸν ἄλλον μῆνα, ὅλη ἡ ἀγέλη ἐμβαρκαρίσθησαν μὲ ἱστιοφόρον ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ καὶ ἠκολούθησαν τὸν ἱερομόναχον εἰς τὸν Ἄθωνα.
Ἐπῆγαν εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Σιμμένου (Ἐσφιγμένου), εἰς τὴν βορειοτέραν ἐσχατιὰν τῆς χερσονήσου. Ὤ! μεγάλη δοκιμασία ἦτο δι' αὐτούς. Τόσον ἐπάγωσαν, ἅμα ἔφθασαν ἐκεῖ, τόσον ἐτρόμαξαν ἀπὸ τὸ μεγαλεῖον τῶν θρησκευτικῶν συνάξεων, ἀπὸ τὴν ἀκριβῆ τάξιν τοῦ κοινοβιακοῦ βίου, ἀπὸ τὴν αὐστηρότητα τῶν προσώπων ἐκείνων τῶν γηραιῶν μοναχῶν, ὥστε ἕνας ἀπ' αὐτούς, ὅπως ὁ ἴδιος διηγεῖτο ἀργότερα, εἰς τόσην ἀθυμίαν ἔφθασεν, ὥστε τοῦ ὑπέβαλεν ὁ διάβολος εἰς τὸν νοῦν νὰ ριφθῇ ἀπὸ τὴν "ἀπλωταριάν", τὸν ὑψηλὸν ἐξώστην τοῦ μοναστηρίου, καὶ αὐτοκτονήσῃ...
Τὸν ἄλλον μῆνα σχεδὸν ὅλοι, οἱ ἕνδεκα, ἐμβαρκαρίζοντο πάλιν ἀπὸ ἕνα μεσημβρινὸν ὅρμον, τὴν Δάφνην, κι ἐκουβαλοῦντο πίσω εἰς τὰς Ἀθήνας. Εἷς καὶ μόνος ἔμεινε κι ἐφόρεσε τὸν μοναχικὸν σχῆμα, ἀλλ' οὗτος, διὰ νὰ παρηγορηθῇ, ἐπανέκαμψε μετ' ὀλίγον εἰς τὰς Ἀθήνας, κι ἐζήτει θέσιν νεωκόρου εἰς ἕνα τῶν ἐνοριακῶν ναῶν.
Ὅσον διὰ τὸν Καλοχεράκην, οὗτος εἶχεν ὑπάγει μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους τρέφων ἀνωτέραν φιλοδοξίαν. Εἶχε μεταβῇ ἐκεῖ, ὡς αὐτὸς ἔλεγεν, ὑπὸ τὸν ρητὸν ὅρον νὰ διορισθῇ ἀμέσως γραμματεὺς τοῦ μοναστηρίου. Δὲν εἶναι πιθανὸν ὁ πρώην ἡγούμενος νὰ τοῦ ὑπέβαλε τοιαύτην ἰδέαν, ἴσως μόνον τὴν ἄφησε νὰ τρέφεται καὶ δὲν τὴν ἐπολέμησε φανερά.
Οὕτω πὼς γίνονται εἰς τὸν τόπον μας ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ παζάρια. Ἀλλ' ὁ Καλοχεράκης, ὅσα κολλυβογράμματα κι ἂν ἤξευρεν, ἦτο πολὺ ἀμφίβολον ἂν θὰ ἐλάμβανε ποτὲ τοιοῦτον ὀφφίκιον εἰς Μονὴν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καὶ ἂν ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὅλην ἔμενε μονάζων ἐκεῖ. Τοιοῦτον δὲ ἀξίωμα ἐπιζητῶν, ὡμοίαζε μᾶλλον μὲ τὸν Γλαύκωνα τοῦ Ἀρίστωνος, ὅστις ἐφιλοδόξει νὰ ἄρξῃ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ μελετήσει ποτὲ μήτε τὰ πολιτικά, μήτε τὰ οἰκονομικὰ καὶ στρατιωτικὰ πράγματα... Καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ἱκανώτεροι τοῦ Καλοχεράκη, θ' ἀπεκρούοντο ἐὰν μάλιστα κατήγοντο ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος.
{{αστεράκι|type=12}}
Ἐπέστρεψε λοιπὸν μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους μας. Διήρχετο τὸν βίον ἐν ραστώνῃ. Ἐσύχναζεν εἰς τὰ ἐξωκκλήσια. Ἐβοήθει τοὺς ἱερεῖς εἰς τὰς λειτουργίας. Ἔκτοτε ἀνελάμβανεν ἐργολαβικῶς ἱεροπραξίας. Ἐπεσκέπτετο τὰς οἰκίας τῶν "εὐλαβητικῶν", ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ὅσοι ἐσύχναζον εἰς θρησκευτικὰς συνάξεις. Ἐδέχετο πολλάκις περιποιήσεις, γεύματα κλπ. Κἄποτε εἰσέπραττε συνδρομάς, κατ' ἐντολὴν ἢ ἄνευ ἐντολῆς. Πότε ἔμενεν εὐχαριστημένος καὶ συχνότερον ἀπεγοητεύετο. Ὁ κυρ-Μικέλης ὁ Βάλθης, ἐντόπιος οἰκοκύρης, σεβάσμιος πρεσβύτης, ὅστις τὸν ἐτίμα διὰ τῆς φιλίας του, τὸν ἐπαρηγόρει συχνά, ἅμα τὸν ἔβλεπε στενοχωρημένον.
- Ὑπομονὴ καὶ φόρτσο γινάτι! τοῦ ἔλεγε.
Ὁ Καλοχεράκης περισσότερον ἐφουρκίζετο, ὅταν ἤκουε τὴν φράσιν αὐτήν. Ἀλλ' ὁ κυρ-Μικέλης τοῦ ἐξήγησεν ὅτι "γινάτι" δὲν σημαίνει ὀργή, ἀλλὰ θυμός, ὅτι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ τις ὑπομονήν, ἐὰν δὲν ἔχῃ "φόρτσο γινάτι", δηλ. ἰσχυρὸν θυμόν.
- Πρέπει νὰ μάθῃς νὰ σηκώνῃς πειρασμό, τοῦ ἔλεγεν.
{{αστεράκι|type=12}}
Ὁ Καλοχεράκης συνέβαινε νὰ λαμβάνῃ μικρὰς προκαταβολὰς ἐκ πέντε ἢ ὀκτὼ δραχμῶν πρὸς τελετὴν λειτουργίας ἢ παννυχίδος, διὰ νὰ φροντίσῃ νὰ εὕρῃ παπάν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὰ κηρία, διὰ τὸ πρόσφορον, τὴν ἀρτοκλασίαν κτλ. Εἶτα τὴν τεταγμένην ἡμέραν ἐγίνετο ἄφαντος, χωρὶς μήτε ν' ἀποδώσηῃ, μήτε νὰ χρησιμοποιήσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τὰ χρήματα. Ἔστελλε δὲ τότε γράμμα παραπονετικὸν πρός τούς ἐντολεῖς καὶ τοὺς προπληρώσαντας, γράφων ὅτι αὐτὸς "ἔκαμε τόσους κόπους" κτλ. Ἐγίνετο ἀόρατος κι ἐβράδυνε πλέον νὰ ἐμφανισθῇ.
Μίαν χρονιάν, εἰς τὰ 189..., ὁ Εὐαγγελισμὸς ἦτο τὴν Δευτέραν τοῦ Πάσχα. Ἐπρόκειτο εἰς ἓν παρεκκλήσιον νὰ γίνῃ παννυχίς, τὴν Δευτέραν ἐξημέρωμα. Ἡ κ. Π..., ἡ ἰδιοκτήτρια τοῦ ναΐσκου, εἶχε καλέσει εἰς δεῖπνον ἐν τῇ οἰκίᾳ της, τὴν ἑσπέραν τοῦ Πάσχα, δύο ἄλλους ἐκ τῶν μελλόντων νὰ συμμετάσχωσι τῆς παννυχίδος καὶ τόν Καλοχεράκην. Ἀφοῦ ἐτίμησαν καλὰ τὸ πασχαλινὸν δεῖπνον, κατέβησαν εἰς τὸν ναόν, δὰ ν' ἀρχίσουν τὴν ἀκολουθίαν. Ἀλλ' ὁ Καλοχεράκης ἔγινεν ἄφαντος "γαλλικῷ τῷ τρόπῳ" χωρὶς νὰ τοὺς ἀποχαιρετίσῃ, κι ἐπῆγε νὰ κοιμηθῇ. Εἶχε φάγει καὶ πίει πολὺ καλά.
[[Κατηγορία:Διηγήματα]]
s5bss988kv2fg2koxsm43qvobpij6kl
Η Κάκια μας
0
52702
166745
2026-07-04T01:25:16Z
Αντιγόνη
235
Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα |τίτλος = Ἡ Κάκια μας |συγγραφέας = Ιωάννης Κονδυλάκης }} <pages index="Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf" from=171 to=176 fromsection=s1 tosection=s1/> [[Κατηγορία:Διηγήματα]]
166745
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα
|τίτλος = Ἡ Κάκια μας
|συγγραφέας = Ιωάννης Κονδυλάκης
}}
<pages index="Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf" from=171 to=176 fromsection=s1 tosection=s1/>
[[Κατηγορία:Διηγήματα]]
4aehtoq82s9lcm3zdoruhccz1l3ksgw
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/171
100
52703
166746
2026-07-04T01:26:29Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: {{δεξιά|{{x-larger|'''Η ΚΑΚΙΑ ΜΑΣ'''}}}} <section begin=s1 />Ἐκείνη ἦτο κόρη τοῦ ἀφέντη τοῦ κτήματος καὶ ἐγὼ υἱὸς ἑνὸς τῶν γεωργῶν, ἑνὸς τῶν ὑπηρετῶν τοῦ κτήματος. Μεγάλη ἡ μεταξύ μας ἀπόστασις, ἀλλὰ τὴν ἐξεμηδένιζεν ἡ ἡλικία μας ἢ μᾶλλον ἡ ἡλικία της. Ἐγνωριζό...
166746
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{nop}}</noinclude>
{{δεξιά|{{x-larger|'''Η ΚΑΚΙΑ ΜΑΣ'''}}}}
<section begin=s1 />Ἐκείνη ἦτο κόρη τοῦ ἀφέντη τοῦ κτήματος καὶ ἐγὼ υἱὸς ἑνὸς τῶν γεωργῶν, ἑνὸς τῶν ὑπηρετῶν τοῦ κτήματος. Μεγάλη ἡ μεταξύ μας ἀπόστασις, ἀλλὰ τὴν ἐξεμηδένιζεν ἡ ἡλικία μας ἢ μᾶλλον ἡ ἡλικία της.
Ἐγνωριζόμεθα ἀπὸ μικρά. Ὅταν ἤρχοντο εἰς τὸ κτῆμα, ἔτρεχε καὶ μ’ εὕρισκε, μόλις ἔφθανε, διὰ νὰ παίζωμεν, δεικνύουσα πρὸς ἐμὲ ἰδιαιτέραν προτίμησιν μεταξὺ τῶν κορασίων καὶ τῶν παιδίων τοῦ χωρίου. Καὶ ἐρρίπτετο εἰς τὸν τράχηλόν μου καὶ μὲ κατεφίλει, καὶ μ’ ἐθώπευε μὲ τ’ ἁβρά της χεράκια, ὡς ἀδελφόν. Ἐγὼ δὲ ᾔσθανόμην τὴν παιδικήν μου καρδίαν κατανυσσομένην ὑπὸ ἀνεκφράστου συγκινήσεως καὶ ὑπερηφανείας, διότι, καίτοι μικρὸς τὴν ηλικίαν, εἶχα συναίσθησιν τῆς ἀποστάσεως ἡ ὁποία μᾶς ἐχώριζε. Μὅλον ὅτι δὲ μ’ εὐχαρίστουν αἱ θωπεῖαι τῆς μικρᾶς ἀρχοντοπούλας καὶ μ’ ἐπλήρου ὑπερηφανείας ἡ φιλία της, συνεστελλόμην καὶ δὲν ἐτόλμων νὰ τῆς ἀποδώσω τὰς θωπείας της. Ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον ἐπροθυμοποιούμην νὰ τῆς γίνωμαι εὐχάριστος καὶ τὴν ἐβοήθουν, ἐνίοτε δὲ καὶ τὴν ἐσήκωνα διὰ νὰ περνᾶ τὰ δύσβατα μέρη, ἀνερριχώμην εἰς τοὺς βράχους διὰ νὰ κόψω ὡραῖον ἄνθος καὶ τῆς τὸ προσφέρω, συνελάμβανα πεταλούδες τῶν ὁποίων τὸ ποικίλον πτέρωμα τῆς ἐκίνει τὸν θαυμασμόν, ἐπεδίωκα εὐκαιρίας διὰ νὰ γίνωμαι ὁ μικρός της αφωσιωμένος. Καὶ ἐπλανώμεθα καθ’ ὅλην σχεδὸν τὴν ἡμέραν εἰς τοὺς ἀγρούς, τρέχοντες, γελώντες, παίζοντες μὲ τὴν ἠχὼ τῶν κλάδων.
Ἀλλ’ ἡμέραν τινά, ἐνῷ ἐπεστρέφαμεν ἐκ τῆς ἐκδρομής μας,<noinclude></noinclude>
cl6gbjh1swhdrm76pg8k6xfe4vyhgzv
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/172
100
52704
166747
2026-07-04T01:26:56Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: συνηντήσαμεν πλησίον τῆς ἐπαύλεως τοὺς γονεῖς της, οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν μεγάλως δυσαρεστηθέντες. — Δὲν σοὖπα, Κάκια, νὰ μὴ πηγαίνῃς μ’ αὐτὸν πουθενά; εἶπεν ὁ πατὴρ σύνοφρυς. Ἀγόρι εἶσαι σὺ νὰ τρέχῃς μὲ τἀγόρια; — Καὶ δὲν ’ντρέπεσαι, προσέθηκεν ἡ...
166747
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|168||Ἡ Κάκια μας}}</noinclude>συνηντήσαμεν πλησίον τῆς ἐπαύλεως τοὺς γονεῖς της, οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν μεγάλως δυσαρεστηθέντες.
— Δὲν σοὖπα, Κάκια, νὰ μὴ πηγαίνῃς μ’ αὐτὸν πουθενά; εἶπεν ὁ πατὴρ σύνοφρυς. Ἀγόρι εἶσαι σὺ νὰ τρέχῃς μὲ τἀγόρια;
— Καὶ δὲν ’ντρέπεσαι, προσέθηκεν ἡ κυρία, νὰ πηγαίνῃς μὲ αὐτὸ τὸ χωριατόπαιδο, τὸν ὑπηρέτη σου;
Οἱ λόγοι οὗτοι μ’ ἐπλήγωσαν κατάκαρδα καὶ δάκρυα πικρά, δάκρυα πληβείου πρὸς τὸν ὁποῖον ρίπτουν κατάμουτρα τὴν εὐτέλειαν τῆς καταγωγῆς του, ἐπλήρωσαν τοὺς ὀφθαλμούς μου. Ἀλλ’ ἡ Κάκια ἔδραμε πλησίον μου, ὡς διὰ νὰ μὲ προστατεύσῃ, καὶ μὲ χάριεν χόλιασμα εἶπε πρὸς τοὺς γονεῖς της:
— Ἐγὼ μὲ τὸ Μῆτσο θέλω νὰ παίζω… ὁ Μῆτσος εἶνε καλός, δὲν εἶνε χωριατόπαιδο… Κι’ ἂν μ’ ἐμποδίσετε νὰ παίζω μαζῆ του, θἀρρωστήσω!
Ἡ Κάκια ἔθιξε τὴν εὐαίσθητον χορδὴν τῶν γονέων της, γνωρίζουσα πόσον ἔτρεμαν, ὁσάκις ἠσθένει. Τῳόντι δὲ οἱ γονεῖς της, πρὸς οὓς οἱ ἰατροὶ εἶχαν συστήσει νὰ τὴν ἀφήνωσι νὰ μένῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον εἰς τὸ ὕπαιθρον, διότι ἦτο ὀλίγον φιλάσθενος, δὲν ἐπέμειναν εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν.
Ἡ πικρία ὅμως, τὴν ὁποίαν ἐνεστάλαξεν εἰς τὴν παιδικήν μου καρδίαν τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο, ἐξητμίσθη ταχέως ὑπὸ τὰς θωπείας τῆς Κάκιας καὶ ταχέως ἐπανεῦρον τὴν ἀμεριμνησίαν τῆς ἡλικίας μου.
Τὰ ἔτη παρήρχοντο καὶ μετὰ τῆς ἡλικίας ηὔξανεν ἡ ζωηρότης τῆς μικρᾶς μου φίλης. Ὁ βίος τὸν ὁποῖον διῆγε καθ’ ἕκαστον θέρος εἰς τὴν ἐξοχὴν τὴν μεταμόρφωνεν εἰς εὔρωστον καὶ ροδοκόκκινον κοράσιον. Ἐπήδα ὡς ἐρίφιον, ἀνερριχᾶτο εἰς τὰ δένδρα ἢ εἰς τοὺς ὤμους μου διὰ νὰ κόπτῃ ὁπώρας ἢ ἄνθη, ἐπετροβόλει, ἀεικίνητος, γελαστή, θορυβοποιός, θεότρελλη, ἀλλὰ πάντοτε χαριτωμένη, πάντοτε πλήρης ἀγάπης πρὸς τὸν Μῆτσόν της, ὡς με ἀπεκάλει.
Καὶ ἐγὼ τὴν ἐλάτρευα. Δὲν λέγω ὑπερβολήν· τὴν ἐλάτρευα καὶ ἀπὸ συναίσθησιν τοῦ μεγέθους τῆς συγκαταβάσεώς της, κατα-<noinclude></noinclude>
eny8l75aecjvdwgsncp4zb1hh4p3pon
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/173
100
52705
166748
2026-07-04T01:27:30Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: δεχομένης νὰ θεωρῇ ὡς ἀδελφὸν ἐμὲ τὸν χωρικόν, τὸν ὑπηρέτην της. Ἦμουν μεγαλείτερος αὐτῆς κατὰ δύο ἔτη. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ Κάκια ὑπερέβη τὸ δωδέκατον ἔτος καὶ ἐγὼ τὸ δέκατον τέταρτον, ἡ αὐτὴ ἄδολος ἀγάπη μᾶς συνέδεεν. Ἐγὼ εἶχα ἀρχίσει νὰ βοηθῶ...
166748
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|Ἡ Κάκια μας||169}}</noinclude>δεχομένης νὰ θεωρῇ ὡς ἀδελφὸν ἐμὲ τὸν χωρικόν, τὸν ὑπηρέτην της.
Ἦμουν μεγαλείτερος αὐτῆς κατὰ δύο ἔτη. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ Κάκια ὑπερέβη τὸ δωδέκατον ἔτος καὶ ἐγὼ τὸ δέκατον τέταρτον, ἡ αὐτὴ ἄδολος ἀγάπη μᾶς συνέδεεν. Ἐγὼ εἶχα ἀρχίσει νὰ βοηθῶ τὸν πατέρα μου εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ κτήματος, ἐνίοτε δὲ ἐπετήρουν καὶ μικρὸν ποίμνιον ἐξ αἰγῶν καὶ προβάτων. Ἀλλ’ ὅπου καὶ ἂν ἤμουν μ’ εὕρισκεν ἡ καλή μου Κάκια καὶ μὲ παρελάμβανε σύντροφον εἰς τὰς ἐκδρομάς της. Καὶ ἐγὼ ὅμως ᾔσθανόμην ὅτι δὲν ἠδυνάμην πλέον νὰ ζήσω χωρὶς νὰ τὴν βλέπω, χωρὶς ν’ ἀκούω τὴν εὔθυμον καὶ γλυκεῖαν φωνήν της νὰ μὲ ἀποκαλῇ «Μῆτσό μου». Καὶ ὅταν κατὰ τὸ φθινόπωρον ἀνεχώρησε κατελήφθην ὑπὸ μελαγχολίας ἀπεριγράπτου. Ὁ χειμὼν ἐκεῖνος ὑπῆρξε δι’ ἐμὲ μαρτύριον φοβερὸν καὶ νομίζω ὅτι, ἐὰν δὲν μὲ ὑπεστήριζεν ἡ ἐλπὶς ὅτι θὰ τὴν ἐπανέβλεπα, ἴσως θ’ ἀπέθνησκα. Μαντεύετε ἑπομένως τὴν χαράν μου ὅταν τὴν ἐπανεῖδα κατὰ τὸ ἔαρ.
— Κάκια μου, τῆς εἶπα μὲ φωνὴν τρέμουσαν, ἂν ἔκανα ακόμη δέκα μέρες νὰ σὲ ’δῶ, δὲν θὰ μ’ εὕρισκες ζωντανό.
Καὶ οἱ ὀφθαλμοί μου ἐβούρκωσαν.
Ἡ Κάκια ἔλαβεν ἦθος σοβαρὸν καὶ μὲ ἠτένισε μὲ ὀξὺ ἐταστικὸν βλέμμα τελείας γυναικός, ἐννοησάσης τοὺς λόγους μου περισσότερον ἀφ’ ὅσον ἐγὼ τοὺς ἐνόουν. Ἔπειτα ἐγέλασε καὶ μοῦ εἶπε, προσβλέπουσά με ἀτενῶς:
— Μ’ ἀγαπᾷς λοιπὸν πολύ, πολύ;
— Ναί, σ’ ἀγαπῶ πολύ… ὅσο δὲν ἀγαπῶ κανένα… δεν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ πόσο!
— Ἀνόητε! μοῦ εἶπε μὲ θελκτικὸν μειδίαμα καὶ μοῦ ἔδωκεν ἐλαφρὸν ράπισμα.
Ἐγὼ ἐκ τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου δὲν ἐνόησα παρὰ μόνον ὅτι ἡ πρὸς τὴν Κάκιαν ἀγάπη μου ηὔξανε καὶ ὅτι ἡ Κάκια ἦτον ἀπαραίτητος εἰς τὴν ζωήν μου. Τὸ βέβαιον εἶνε ὅτι ἡ πρὸς τὴν Κάκιαν ἀγάπη μου εἶχεν ἀλλοιωθῆ, εἶχε χάσει πολὺ ἐκ τῆς πρώτης ἀθῳότητος, ἀντ’ αὐτῆς δὲ εἶχε προσλάβει μίαν περιπάθειαν φλο-<noinclude></noinclude>
mc9bsu8jou23kop99jjikt3w53p2yia
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/174
100
52706
166749
2026-07-04T01:27:58Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: γεράν. Καὶ τώρα ὑπὸ τὰς θωπείας αὐτῆς ἐσκίρτων ὡς ἠλεκτριζόμενος καὶ φρικίασις ἀμυθήτου ἡδύτητος διέτρεχε τὰ νευρά μου. Ἀλλὰ τὸ θέρος παρήρχετο καὶ μετὰ θλίψεως ἔβλεπα ὅτι ἔπλησίαζεν ὁ καιρὸς καθ’ ὃν θὰ ἐχωριζόμεθα. Ὑπὸ τῶν θλιβερῶν δὲ τούτω...
166749
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|170||Ἡ Κάκια μας}}</noinclude>γεράν. Καὶ τώρα ὑπὸ τὰς θωπείας αὐτῆς ἐσκίρτων ὡς ἠλεκτριζόμενος καὶ φρικίασις ἀμυθήτου ἡδύτητος διέτρεχε τὰ νευρά μου.
Ἀλλὰ τὸ θέρος παρήρχετο καὶ μετὰ θλίψεως ἔβλεπα ὅτι ἔπλησίαζεν ὁ καιρὸς καθ’ ὃν θὰ ἐχωριζόμεθα. Ὑπὸ τῶν θλιβερῶν δὲ τούτων διαλογισμῶν κατεχόμενος, ἐκαθήμην μίαν φθινοπωρινὴν ἡμέραν εἰς τὸ ἄκρον μικροῦ ἄλσους, ὅτε αίφνης δύο μικραὶ χεῖρες ἐτέθησαν ἐπὶ τῶν ὀφθαλμῶν μου.
— Ἂν νοιώσῃς! μοῦ εἶπε φωνή, τὴν ὁποίαν συνώδευεν ὁ κρυστάλλινος γέλως τῆς Κάκιας.
— Κι’ ἂν νοιώσω, τί μοῦ δίδεις;
— Ἕνα… φιλάκι.
Ἐγερθεὶς διὰ μιᾶς τὴν ἐνηγκαλίσθην καὶ ἐκόλλησα τὰ χείλη μου ἐπὶ τῶν χειλέων της.
Ἀλλὰ μετὰ τὴν στιγμιαίαν αὐτὴν παραφοράν, κατελήφθημεν ἀμφότεροι ὑπὸ ἀμηχανίας καὶ ἐπὶ πολὺ ἐμείναμεν ἄφωνοι. Ἡ Κάκια ἔγεινε περιπόρφυρος καὶ ἔτιλλε τὰ πέταλα τοῦ ρόδου, τὸ ὁποῖον ἐκράτει, ἐν ἀμηχανίᾳ. Ἀγνοῶ δὲ πῶς μόνον τὴν στιγμὴν ἐκείνην παρετήρησα ὅτι εἶχε πλέον ἀναπτυχθῆ εἰς τελείαν κόρην, ἀποκτήσασα ὅλην τὴν χάριν τῆς ἤβης, τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀναστήματος καὶ τὴν θελκτικὴν τοῦ στήθους καμπύλωσιν.
Ἀλλὰ κατόπιν ἐπανεύρομεν τὴν ἀφελῆ μας οἰκειότητα καὶ μὲ τὴν συνήθη ἀμεριμνησίαν ἠρχίσαμεν νὰ διατρέχωμεν τοὺς ἀγρούς. Ὅταν δ’ ἐφθάσαμεν ὑπὸ μίαν γηραιὰν καρυάν, ἡ Κάκια σταματήσασα καὶ δεικνύουσα αἰώραν δεμένην εἰς πλάγιον κλάδον τῆς καρυᾶς, μοῦ εἶπε, σκιρτῶσα ἐκ χαρᾶς:
— Τί ὡραῖα! νὰ μιὰ κούνια! Νἀνέβω νὰ μὲ κουνήσῃς;
Τὴν ἐβοήθησα καὶ ἀνέβη εἰς τὴν αἰώραν. Ἐνῷ δὲ τὴν ἀνύψωνα, τὰ χείλη μας ἦλθον εἰς ἐπαφὴν καὶ ἡνώθησαν εἰς ἓν ταχὺ φίλημα. Ἀφοῦ δ’ ἐκάθησεν ἐπὶ τῆς αἰώρας, ἔλαβα τὸ σχοινίον καὶ τοῦ ἔδωκα ἰσχυρὰν ὤθησιν. Καὶ ἡ Κάκια ἤρχισε νὰ διαγράφῃ μακρὰ ἡμικύκλια εἰς τὸν ἀέρα, εἰς τὸν ὁποῖον διέχυνε τὰ κρύσταλλα τοῦ δροσεροῦ της γέλωτος καὶ ὅπως ἐφέρετο ἐσχημάτιζεν ὡς<noinclude></noinclude>
bfddcgc601btalhhf7n0uaa0kk02wym
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/175
100
52707
166750
2026-07-04T01:28:34Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: γραμμὴν διάττοντος, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαμπεν ἡ χάρις τῆς δροσερᾶς της νεότητος. Καὶ ἐνῷ διήρχετο ὡς μετάρσιος μουσική, μοῦ ἔρριπτε βλέμματα τόσον γοητευτικά, ὥστε ἐμέθυα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Ἐπὶ τέλους δὲ ἔδωκα εἰς τὸ σχοινίον τόσῳ ἰσχυρὰν ὤθησιν,...
166750
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|Ἡ Κάκια μας||171}}</noinclude>γραμμὴν διάττοντος, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαμπεν ἡ χάρις τῆς δροσερᾶς της νεότητος. Καὶ ἐνῷ διήρχετο ὡς μετάρσιος μουσική, μοῦ ἔρριπτε βλέμματα τόσον γοητευτικά, ὥστε ἐμέθυα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Ἐπὶ τέλους δὲ ἔδωκα εἰς τὸ σχοινίον τόσῳ ἰσχυρὰν ὤθησιν, ὥστε ἡ αἰώρα ἔχασε τὴν κανονικήν της τροχιὰν καὶ εἰς τὴν ἐπιστροφὴν ἤρχετο οὕτως ὥστε οἱ πόδες τῆς κόρης, προτεταμένοι ὅπως ἦσαν, διηθύνοντο κατὰ τοῦ στήθους μου καὶ θὰ μὲ ἀνέτρέπεν, ἂν ἡ καλὴ Κάκια δὲν ἐλάμβανε τὴν πρόνοιαν νὰ τοὺς διαστείλῃ. Οὕτω δὲ ἡ κεφαλή μου ἐνέπεσεν εἰς τὸν στρόβιλον τῶν μεσοφορίων… καὶ ἀμφότεροι ἐκ τῆς συγκρούσεως ἐπέσαμεν ἐπὶ τῆς παχείας χλόης, ἀγκαλιασμένοι καὶ συμπεπλεγμένοι· Καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τί συνέβη κατόπιν. Τοῦτο μόνον παραμένει εἰς τὴν μνήμην μου, ὅτι ἡ Κάκια ἔφυγεν αἰφνιδίως καὶ ὅτι δὲν τὴν ἐπανεῖδα, διότι τὴν ἐπιοῦσαν ἀνεχώρησαν εἰς Ἀθήνας.
Παρῆλθον τρία ὁλόκληρα ἔτη κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπανῆλθεν ἡ Κάκια εἰς τὴν ἔπαυλιν. Δὲν δύναμαι νὰ διηγηθῶ τί ὑπέφερα κατὰ τὰ τρία ἐκεῖνα ἔτη, διότι εἶνε ἀνεκδιήγητα. Τί ἀπέγεινεν ἡ Κάκια; διατί δὲν ἤρχετο εἰς τὸ κτῆμα; Δὲν ἠδυνάμην νὰ μάθω τίποτε ἀκριβές. Οἱ μὲν ἔλεγαν ὅτι ἐταξείδευε μετὰ τῶν γονέων της κατὰ θέρος εἰς τὴν Εὐρώπην, ἄλλοι δὲ ὅτι οἱ γονεῖς τῆς ἡτοιμάζοντο νὰ τὴν ὑπανδρεύουν, κατὰ δὲ τὸ τρίτον ἔτος μάλιστα ἔμαθα ὅτι εἶχεν ἤδη ἀρραβωνισθῆ μετά τινος νέου πλουσίου.
Ἐγὼ εἶχα γείνει ὁριστικῶς ὁ ποιμὴν τῆς ἐπαύλεως καὶ διηρχόμην τὰς ἡμέρας μου κατάμονος εἰς τὰ λαγκάδια καὶ τὰ βουνά, ὅπου πάντοτε ἐσυλλογιζόμην τὴν καλήν, τὴν ὡραίαν μας Κάκιαν. Ἡ ἰδέα ὅτι ἠρραβωνίσθη, ὅτι θὰ ὑπανδρεύετο δὲν μὲ ἐπλήγωνε πολύ, διότι τὸ πρᾶγμα μοῦ ἐφαίνετο φυσικόν, τὸ ἐπερίμενα. Μίαν ἡμέραν θὰ ὑπανδρεύετο, καὶ ὁ σύζυγος τὸν ὁποῖον θὰ τῆς ἐξέλεγαν οἱ γονεῖς τῆς ἢ καὶ ἡ ἰδία δὲν θὰ ἦτο βεβαίως χωρικὸς καὶ πτωχός, ὡς ἐγώ, ἀλλὰ πλούσιος καὶ μορφωμένος, ὡς αὐτή. Ἀλλ’ ἐφοβούμην ὅτι θὰ μ’ ἐλησμόνει, ὅτι δὲν θὰ τὴν ἐπανέβλεπα πλέον συχνά<noinclude></noinclude>
g0v5sraonrr5aavgzd8qzhej8o0jxr4
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/176
100
52708
166751
2026-07-04T01:29:04Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: ὡς πρίν, ὅτι δὲν θὰ μ’ ἔλεγε πλέον μὲ τὴν γλυκεῖαν φωνήν της «Μῆτσό μου». Ἦμουν πλέον ἀπηλπισμένος, ὅτε κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον ἔμαθα μετ’ ἀνεκφράστου χαρᾶς ὅτι ἦλθεν ἡ Κάκια. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἐπέστρεφα ἐκ τῶν ἀγρῶ...
166751
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|172||Ἡ Κάκια μας}}</noinclude>ὡς πρίν, ὅτι δὲν θὰ μ’ ἔλεγε πλέον μὲ τὴν γλυκεῖαν φωνήν της «Μῆτσό μου».
Ἦμουν πλέον ἀπηλπισμένος, ὅτε κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον ἔμαθα μετ’ ἀνεκφράστου χαρᾶς ὅτι ἦλθεν ἡ Κάκια. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἐπέστρεφα ἐκ τῶν ἀγρῶν· καὶ ἐνῷ ἐπλησίαζα εἰς τὴν ἔπαυλιν εἶδα τὴν Κάκιαν ἐξερχομένην, ἀλλ’ οὐχὶ μόνην ὡς ἄλλοτε· ἐστηρίζετο εἰς τὸν βραχίονα ἑνὸς νέου ξανθοῦ, λίαν λεπτοφυοῦς καὶ ὠχροῦ, ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο ὡς πρὸ ὀλίγου ἀναρρώσσας ἐκ μακρᾶς ἀσθενείας. Ἐσκίρτησα ἐκ χαρᾶς καὶ ἔσπευσα τὸ βῆμα, ἕτοιμος νὰ τὴν φωνάξω: Κάκια μου!
Ἀλλ’ ἡ Κάκια μας δὲν ἦτο πλέον ἡ ἰδία· εἶχε γείνει μεγάλη καὶ σοβαρὰ κυρία καὶ δι’ ἑνὸς βλέμματος παγεροῦ μὲ ἐμαρμάρωσεν εἰς ἀπόστασιν.
— Εἶνε ὁ τσοπάνος μας, εἶπε πρὸς τὸν νεανίαν ὁ ὁποῖος τὴν συνώδευε.
Καὶ ἀφοῦ ἀπεμακρύνθησαν ὀλίγα βήματα, τοῦ εἶπε κάτι τι ἄλλο εἰς τὸ οὖς, γελῶσα βεβιασμένον γέλωτα. Ὁ δὲ νέος ἐστράφη καὶ ἀφοῦ μὲ παρετήρησεν ἐπὶ στιγμὴν μετὰ περιφρονητικῆς ἐκπλήξεως, ἐγέλασε καὶ αὐτός. Ἐγὼ εἶχα ἴσως μεγαλείτερον δικαίωμα νὰ γελάσω· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ γελάσω ἔκλαυσα καὶ κλαίω ἀκόμη.<section end=s1 />
{{κέντρο|{{κσγ|ΤΕΛΟΣ}}}}<noinclude></noinclude>
5k6ldjqdela2l9fl0pmzd6avp4x15tp