Βικιθήκη elwikisource https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 MediaWiki 1.47.0-wmf.9 first-letter Μέσο Ειδικό Συζήτηση Χρήστης Συζήτηση χρήστη Βικιθήκη Συζήτηση Βικιθήκη Αρχείο Συζήτηση αρχείου MediaWiki Συζήτηση MediaWiki Πρότυπο Συζήτηση προτύπου Βοήθεια Συζήτηση βοήθειας Κατηγορία Συζήτηση κατηγορίας Σελίδα Συζήτηση σελίδας Μεταγραφή Συζήτηση μεταγραφής Συγγραφέας Συζήτηση συγγραφέα Πύλη Συζήτηση πύλης TimedText TimedText talk Module Module talk Event Event talk Πρότυπο:Νέα κείμενα 10 1801 166762 166733 2026-07-05T09:15:05Z Texniths 8915 166762 wikitext text/x-wiki * [[Συγγραφέας:Ιωάννης Κονδυλάκης|Ιωάννη Κονδυλάκη]]: ''[[Η Κάκια μας]]'', ''[[Ο βρυκόλακας]]'' * [[Συγγραφέας:Κωστής Παλαμάς|Κωστή Παλαμά]]: ''[[Ο Μαύρος]]'', ''[[Η ματιά της κόρης]]'', ''[[Η ψυχή]]'', ''[[Φθινόπωρον]]'', ''[[Το ταξίδι]]'', ''[[Επιστολή]]'', ''[[Προσευχή (Παλαμά)|Προσευχή]]'', ''[[Το σχολείον]]'', ''[[Χειμωνιάτικη νυχτιά]]''. ''[[Χαμένα χρόνια (Παλαμά)|Χαμένα χρόνια]]'' * [[Συγγραφέας:Συλί Προυντόμ|Συλί Προυντόμ]]: ''[[Ο άπιστος]]'' (μετάφραση [[Συγγραφέας:Κωστής Παλαμάς|Κωστή Παλαμά]]) * [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Καβάφης|Κωνσταντίνου Καβάφη]]: ''[[(Για την φιλολογική παραγωγή των Aιγυπτιωτών Eλλήνων)]]'', ''[[(Για το Aτσαλένιες Kλωστές)]]'', ''[[(Για το ζήτημα του «Populisme»)]]'', ''[[(Για το θεατρικό έργο του Γρηγορίου Ξενοπούλου)]]'', ''[[(Για τον Aλέξανδρο Παπαδιαμάντη)]]'', ''[[(Για το O Eλληνισμός και η Nεωτέρα Aίγυπτος)]]'', ''[[Aι σκέψεις ενός γέροντος καλλιτέχνου]]'', ''[[Mία νυξ εις το Kαλιντέρι]]'', ''[[Tο Bουνό]]'', ''[[Ανεξαρτησία]]'' * [[Συγγραφέας:Ουίλλιαμ Σαίξπηρ|Ουίλλιαμ Σαίξπηρ]]: ''[[Με το ίδιο μέτρο]]'', ''[[Προς τας Κυρίας]]'' (μετάφραση [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Καβάφης|Κωνσταντίνου Καβάφη]]) * [[Συγγραφέας:Άνν Μπάρναρντ|Άνν Μπάρναρντ]]: ''[[Μάταιος, μάταιος Έρως]]'' (μετάφραση [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Καβάφης|Κωνσταντίνου Καβάφη]]) <noinclude>[[Κατηγορία:Πρότυπα Βικιθήκης|{{PAGENAME}}]]{{#invoke:protection banner|main|small=true|template}}</noinclude> hyp0dwpm1pd8y3lffwkr6azo63ylqai Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/σχεδίασμα Α 0 7499 166761 166740 2026-07-05T09:13:27Z Texniths 8915 Ανάκληση της επεξεργασίας από τον [[Special:Contributions/~2026-37310-31|~2026-37310-31]] ([[User talk:~2026-37310-31|συζήτηση]]) προς την τελευταία αναθεώρηση που είχε γίνει από την [[User:Αντιγόνη|Αντιγόνη]] 150555 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα | τίτλος = Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι | συγγραφέας = Διονύσιος Σολωμός | μεταφραστής= | ενότητα = σχεδίασμα Α | επόμενο = [[Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/σχεδίασμα Β|σχεδίασμα Β]] | προηγούμενο= | σημειώσεις = }} <poem> 1. Τότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι’ ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Mεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κι’ εσβενότουνε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε: «Το χάραμα επήρα Του Ήλιου το δρόμο, Κρεμώντας τη λύρα Τη δίκαιη στον ώμο, Κι’ απ’ όπου χαράζει Ώς όπου βυθά, Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.» 2. Παράμερα στέκει Ο άντρας και κλαίει· Αργά το τουφέκι Σηκώνει και λέει: «Σε τούτο το χέρι Τι κάνεις εσύ; Ο εχθρός μου το ξέρει Πως μου είσαι βαρύ.» Της μάνας ω λαύρα! Τα τέκνα τριγύρου Φθαρμένα και μαύρα Σαν ίσκιους ονείρου· Λαλεί το πουλάκι Στου πόνου τη γη Και βρίσκει σπυράκι Και μάνα φθονεί. 3. Γρικούν να ταράζη Του εχθρού τον αέρα Mιαν άλλη, που μοιάζει Τ’ αντίλαλου πέρα· Και ξάφνου πετιέται Mε τρόμου λαλιά· Πολληώρα γρικιέται, Κι’ ο κόσμος βροντά. 4. Αμέριμνον όντας Τ’ Αράπη το στόμα Σφυρίζει, περνώντας Στου Mάρκου το χώμα· Διαβαίνει, κι’ αγάλι Ξαπλώνετ’ εκεί Που εβγήκ’ η μεγάλη Του Mπάιρον ψυχή. 5. Προβαίνει και κράζει Τα έθνη σκιασμένα. 6. Και ω πείνα και φρίκη! Δε σκούζει σκυλί! 7. Και η μέρα προβαίνει, Τα νέφια συντρίβει· Νά, η νύχτα που βγαίνει Κι’ αστέρι δεν κρύβει. </poem> [[Κατηγορία:Υποσελίδες]] 1wiqmjjnsvw018f9lacro73ryqzizp2 Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/114 100 52709 166754 2026-07-05T00:18:20Z Αντιγόνη 235 /* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: {{δεξιά|{{x-larger|'''Ο ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ'''}}}} <section begin=s1 />Ἐπήγαινα ἀπὸ τὸ Μεραμπέλλο εἰς τὸ Ἡράκλειον. Καὶ ἐπειδὴ ἦτο θέρος, ἐπεκράτει δὲ τότε ἀσφάλεια εἰς αὐτὰ τὰ μέρη τῆς Κρήτῆς, ἐπροτίμησα νὰ ὁδοιπορήσω νύκτα διὰ ν’ ἀποφύγω τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας. Ὁ ἀγωγ... 166754 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{nop}}</noinclude> {{δεξιά|{{x-larger|'''Ο ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ'''}}}} <section begin=s1 />Ἐπήγαινα ἀπὸ τὸ Μεραμπέλλο εἰς τὸ Ἡράκλειον. Καὶ ἐπειδὴ ἦτο θέρος, ἐπεκράτει δὲ τότε ἀσφάλεια εἰς αὐτὰ τὰ μέρη τῆς Κρήτῆς, ἐπροτίμησα νὰ ὁδοιπορήσω νύκτα διὰ ν’ ἀποφύγω τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας. Ὁ ἀγωγιάτης, τὸν ὁποῖον εἶχα πάρει ἀπὸ τὴν Νεάπολην τοῦ Μεραμπέλλου, ὠνομάζετο Μαλλιώτης καὶ κατήγετο τωόντι ἀπὸ τὰ Μάλλια, ὡς μοῦ εἶπεν ὅταν ἐπλησιάζαμεν εἰς αὐτὸ τὸ χωριό. — Νὰ τὸ χωριό μου! εἶπεν ἐκτείνων τὸν βραχίονα πρὸς τἀριστερά. Τρία ἢ τέσσερα μικρὰ φῶτα ἐδείκνυαν τὴν θέσιν τοῦ χωριοῦ. Ἡ σελήνη δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη, ἀλλὰ τὸ σκότος ἦτο τόσον ἐλαφρὸν καὶ διαφανές, ὥστε διεκρίνοντο τὰ σχήματα τῶν πλησιεστέρων ἀντικειμένων. Ἐμάντευσα δὲ μᾶλλον παρὰ διέκρινα ὅτι δεξιὰ ἐξετείνετο χαμηλὸν ἁλίπεδον, ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ ὁποίου ἤρχετο ἐξησθενημένος ὁ ρόχθος τῆς θαλάσσης, ὡς πνοὴ κοιμωμένου θηρίου. — Χάνι ’ν’ αυτό; ἠρώτησα τὸν ἀγωγιάτην, δεικνύων μίαν υπόλευκον οἰκοδομὴν πλησίον τοῦ δρόμου. — Ὄχι, ἐκκλησά· εἶνε τὸ νεκροταφεῖο τοῦ χωριοῦ. Τὸ χάνι ἦτο παρακάτω καὶ ἐκεῖ ἐσταματήσαμεν ἐπ’ ὀλίγην ὥραν. Ἦταν ἀργὰ καὶ εἰς τὸ χωριὸ ἐπεκράτει ἡσυχία καὶ μόνον γαυγίσματα σκύλλων ἐχαιρέτισαν τὴν διάβασιν μας. Μετ’ ὀλίγον ἔσβυσαν καὶ τὰ ὀλίγα φῶτα. Ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ἁλίπεδον κάτω, ὅπου ἦσαν οἱ λαχανόκηποι τῶν Μαλλιωτῶν, τὸ βαρὺ τῆς θαλάσσης ἀνάσασμα συνώδευε μίαν μυριόστομον συμφωνίαν γρύλλων καὶ βα-<noinclude></noinclude> gz0oiijsbk8pomrichj04rpvp3j7nnp Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/115 100 52710 166755 2026-07-05T00:18:46Z Αντιγόνη 235 /* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: τράχων. Ἐνῷ δὲ καθήμενος εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ξενῶνος ἐπερίμενα τὸν ἀγωγιάτην καὶ τὸν ἡμίονόν του νὰ τελειώσουν τὸν δεῖπνόν των, ἡ βοὴ ἐκείνη μἔρριπτεν εἰς γλυκυτάτην ὕπνωσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν μὲ δυσαρέσκειαν μὲ ἀπέσπασεν ἡ φωνὴ τοῦ Μαλλιώτη διά... 166755 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|Ὁ Βρυκόλακας||111}}</noinclude>τράχων. Ἐνῷ δὲ καθήμενος εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ξενῶνος ἐπερίμενα τὸν ἀγωγιάτην καὶ τὸν ἡμίονόν του νὰ τελειώσουν τὸν δεῖπνόν των, ἡ βοὴ ἐκείνη μἔρριπτεν εἰς γλυκυτάτην ὕπνωσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν μὲ δυσαρέσκειαν μὲ ἀπέσπασεν ἡ φωνὴ τοῦ Μαλλιώτη διά νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν πορείαν μας. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ἡμιόνου ἐξηκολούθησα νὰ νυστάζω καὶ θὰ ἔπαιρνα καμμιὰν κουτρουβάλλαν, ἂν δὲν διεσκέδαζε τὴν νάρκην μου τὸ ἐνδιαφέρον μιᾶς ἱστορίας, τὴν ὁποίαν ἤρχισε νὰ μοῦ διηγῆται ὁ ἀγωγιάτης. Εἰς τὸ χωριὸ ἐκεῖνο κατοικοῦσε πρὸ ἐτῶν ἕνας γέρος πολὺ ἰδιότροπος, τόσον ἰδιότροπος, ὥστε νὰ θεωρῆται γενικῶς ἀπὸ τοὺς χωριανοὺς τρελλὸς καί, κάτι περισσότερον, νεραϊδοπαρμένος. Ὁ γέρο Τζιρίτης, ὡς ὠνομάζετο, συγγενεῖς στενοὺς δὲν εἶχεν, ἀλλὰ κάτι μακρινούς, τοὺς ὁποίους δὲν ἤθελε νὰ δῇ. Ἔζη μόνος του, ὡς θηρίον, εἰς ἕνα παλιόσπιτο. Περιουσίαν δὲν εἶχεν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐδιακόνευεν. Ἂν δὲν τὸν ἐλυποῦντο ἡ γυναῖκες νὰ τοῦ δίδουν ἕνα κομμάτι ψωμί, θὰ ψοφοῦσε, χωρὶς νὰ ζητήσῃ, χωρὶς νὰ μιλήσῃ. Κανεὶς δὲν ἐγνώριζε πῶς ἦτο μέσα στὸ σπίτι του, διότι κανένα δὲν ἀφῆκε ποτὲ νἄμπῃ. Καὶ ὅταν ἐπήγαιναν ἡ γυναῖκες νὰ τοῦ δώσουν κάτι νὰ φάῃ, τὸ ἄφηναν εἰς τὸ κατῶφλι τῆς πόρτας του καὶ τοῦ κτυποῦσαν νὰ τὸ πάρῃ. Ἤξευραν ὅτι ἦτο καλὸς νὰ σκοτώσῃ κεῖνον ποὺ θἄκανε νὰ μπῇ στὸ σπίτι του. Πολὺ σπανίως μιλοῦσε καὶ τότε γιὰ νὰ πῇ ὀλίγες λέξεις καὶ αὐτὲς τόσο σιγὰ καὶ τόσο γλήγωρα, ποὗτον δύσκολον ν’ ἀντιληφθῇ κανεὶς τί ἔλεγε. Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ τόσον ὀλιγόλογος μὲ τοὺς ἄλλους, μιλοῦσε ἀδιάκοπα σχεδὸν μὲ τὸν ἑαυτό του. Τὰ χείλη του ἐκινοῦντο διαρκῶς κι’ ἅμα τὸν ἐπλησίαζες ἄκουες κ’ ἕνα μουρμούρισμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν μποροῦσε κανεὶς νὰ διακρίνῃ τίποτε. Μιλοῦσε μὲ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ οἱ χωριανοὶ εἶχαν τὴν ἰδέαν ὅτι μιλεῖ μὲ καμμιά νεράϊδα ποῦ τοὖχε πάρει τὸ νοῦ. Αὐτὴ τὴν νεράϊδα θὰ τὴν εἶχε καὶ στὸ σπίτι του κ’ ἐζοῦσαν μαζῆ καὶ γιαὐτὸ<noinclude></noinclude> 60r3jubwszlwvcv3fboo5ljz7yl1yo5 Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/116 100 52711 166756 2026-07-05T00:19:25Z Αντιγόνη 235 /* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: δὲν ἤθελε νὰ μπῇ κανεὶς νὰ τὴν ἐνοχλήσῃ ἢ νὰ τὴ δῇ. Κάτι ψαράδες ἔλεγαν πῶς τὸν εἶδαν περασμένα μεσάνυκτα νὰ περπατῇ κάτω στ’ ἀκρογιάλι μὲς στὴ βοὴ τοῦ ἀνέμου καὶ τῶν κυμάτων. Καὶ βέβαια εἰς αὐτοὺς τοὺς νυκτερινοὺς περιπάτους θἆχε συντροφιὰ... 166756 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|112||Ὁ Βρυκόλακας}}</noinclude>δὲν ἤθελε νὰ μπῇ κανεὶς νὰ τὴν ἐνοχλήσῃ ἢ νὰ τὴ δῇ. Κάτι ψαράδες ἔλεγαν πῶς τὸν εἶδαν περασμένα μεσάνυκτα νὰ περπατῇ κάτω στ’ ἀκρογιάλι μὲς στὴ βοὴ τοῦ ἀνέμου καὶ τῶν κυμάτων. Καὶ βέβαια εἰς αὐτοὺς τοὺς νυκτερινοὺς περιπάτους θἆχε συντροφιὰ τὴ νεράϊδα του. Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ πολλοὶ ἄνθρωποι ἐβρυκολάκιαζαν, ἐκακαθρώπιζαν, ὅπως τὤλεγαν στὴν Κρήτη. Ὅλοι λοιπὸν στὰ Μάλλια εἶχαν τὴν ἰδέαν ὅτι καὶ ὁ γέρο νεραϊδῆς ἦταν ἀδύνατον νὰ μὴ κακαθρωπίσῃ ὅταν θὰ πέθαινε. Ἀλλ’ ὁ Τζιρίτης ἐβάστα καλὰ καὶ πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ περίμεναν νὰ τὸν δοῦν βρυκόλακα πέθαναν κι’ αὐτὸς ἐξακολουθοῦσε νὰ κάνῃ τοὺς νυκτερινοὺς περιπάτους του μὲ τὴ νεράϊδα. Ἀλλὰ μιὰ μέρα πῆγε μεσημέρι κ’ ἡ πόρτα του δὲν ἄνοιξε. Μωρέ, μὴν ἀπέθανε; Τοῦ κτυποῦν, τοῦ φωνάζουν, ἀλλὰ τίποτε. Ἀποφάσισαν τότε κἔσπασαν τὴν πόρτα καὶ τὸν εὑρῆκαν πεθαμένο πάνω σὲ κάτι παλιόρρουχα. Ἦτο τότε συνήθεια, ἅμα πέθαινε κανείς, νὰ τοῦ ψάλλουν τὴν νεκρικὴν ἀκολουθίαν κ’ ἔπειτα νὰ τὸν πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία τοῦ νεκροταφείου καὶ νὰ τὸν ἀφήνουν ἐκεῖ ἕως τὴν ἄλλη μέρα ποῦ θὰ τὸν ἐνταφίαζαν. Ἐπειδὴ τὸν καιρὸ ἐκεῖνον γιατροὶ δὲν ὑπῆρχαν, συνέβαινε νὰ θάφτουν καὶ μερικοὺς ζωντανοὺς κατὰ λάθος. Γιαὐτὸ ἐκράτησε αὐτὴ ἡ συνήθεια. Τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ γιὰ τὸν Τζιρίτη καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε συγγενεῖς γιὰ νὰ μείνουν κοντά του, τὸν ἀφῆκαν κατάμονο στὸ ἐκκλησάκι τοῦ νεκροταφείου. Μερικὲς ἀπὸ τὶς γριές θἄμεναν ἴσως νὰ τοῦ κάμουν παραμονή· ἀλλὰ ποιὰ εἶχε τὸ θάρρος νὰ μείνῃ τὴ νύκτα κοντὰ σἕνα νεραϊδῆ πεθαμένον, ποῦ ἦτο καὶ φόβος νὰ βρυκολακιάσῃ; Ἀλλ’ ὁ γέρο Τζιρίτης δὲν ἔμεινε μόνος· φαίνεται ὅτι ἡ νεράϊδες καὶ τὰ ἄλλα ἀερικὰ ἔκαμαν σύναξι στὸ νεκροταφεῖο, διότι ἅμα νύκτωσε σηκώθηκε ἕνας φοβερὸς ἄνεμος κ’ ἐμπαινόβγαινε μὲ γογγυτὰ καὶ θρήνους ἀπὸ τὸ φεγγίτη τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ τὶς σχισμάδες τῶν παραθύρων. Τὰ καντήλια ἔσβυσαν κι’ ὁ Τζιρίτης ἔμεινε στὰ θεοσκότεινα. Τὴν ὥρα ἐκείνη ἐρχότανε ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Μεραμπέλλου<noinclude></noinclude> 4z71d1wn680m7tqo4meywxpvlmak7ra Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/117 100 52712 166757 2026-07-05T00:20:04Z Αντιγόνη 235 /* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: ἕνας γεροντάκος, καμπουριασμένος πάνω στὸ ραβδί του. Σὲ κάθε δυνατὸ φύσημα ἐστεκότανε κι’ ἀντιστηρίζετο μὲ τὸ ραβδί, γιὰ νὰ μὴν πέσῃ. Ὁ ἄνεμος ἦτο κρύος καὶ τοὔπιανε τὴν ἀναπνοή. Ἀλλ’ ἐπροχωροῦσε σιγὰ σιγά. Ὅταν ὅμως ἔφθασε μπροστὰ στὸ νεκροταφ... 166757 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|Ὁ Βρυκόλακας||113}}</noinclude>ἕνας γεροντάκος, καμπουριασμένος πάνω στὸ ραβδί του. Σὲ κάθε δυνατὸ φύσημα ἐστεκότανε κι’ ἀντιστηρίζετο μὲ τὸ ραβδί, γιὰ νὰ μὴν πέσῃ. Ὁ ἄνεμος ἦτο κρύος καὶ τοὔπιανε τὴν ἀναπνοή. Ἀλλ’ ἐπροχωροῦσε σιγὰ σιγά. Ὅταν ὅμως ἔφθασε μπροστὰ στὸ νεκροταφεῖο, δὲν εἶχε πιὰ δύναμι. Ἀδύνατον νὰ φθάσῃ στὸ χωριό. Ἀλλὰ κι’ ἂν πήγαινε στὸ χωριό, σὲ ποιὰ πόρτα νὰ κτυπήσῃ; Θὰ τὸν ἔβαζε κανεὶς στὸ σπίτι του τέτοια ὥρα ἕνα διακονιάρη; Καλλίτερα νὰ μὴν ἐνοχλήσῃ κανένα, ἀλλὰ νὰ πάῃ στὸ ἐκκλησάκι τοῦ νεκροταφείου, ὅπου καὶ ἄλλη φορὰ εἶχε ξωμείνει. Ἐπῆγε κ’ ἔσπρωξε τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας. Δὲν ἦτο κλειδωμένη· καὶ δὲν εἶχεν ἴσως καὶ κλειδωνιάν. Καὶ ἀπὸ τὸ βαρὺ τρίξιμο ποῦ ἔκαμε γιὰ ν’ ἀνοίξῃ ἀντιλάλησε ὁ θόλος. — Εὐχαριστῶ σε, Θέ μου, εἶπεν ὁ γέρος, ποῦ δὲ διώχνεις κανένα ἀπὸ τὸ σπίτι σου. Ἔκαμε τὸ σταυρό του στὰ σκοτεινὰ καὶ ἀφοῦ ἔκλεισε πάλι τὴν πόρτα ἐπῆγε κ’ ἐζάρωσε σὲ μιὰ γωνιά. Τὸ πρωὶ ἐξημέρωνε καθημερινὴ καὶ ὁ παπᾶς ἐβιάστηκε νὰ θάψῃ τὸ γέρο Τζιρίτη καὶ νὰ πάῃ ἔπειτα καὶ στὴ δουλειά του. Ἐπέρασε καὶ εἰδοποίησε μερικοὺς χωριανοὺς νὰ πᾶνε κἐτράβηξε μόνος στὸ νεκροταφεῖο. Δὲν εἶχε φωτίσει καλὰ ἀκόμη, γιατ’ ἤτονε καὶ συννεφιά. Ὁ παπᾶς ἔσπρωξε τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ εἶπε, ὡς νὰ μιλοῦσε τάχα τοῦ πεθαμένου: — Πῶς νὰ τὰ πέρασες ἀπόψε, εὐλογημένε, μὲ τόση ἀνεμικὴ καὶ κρυγιάδα! Κ’ ἐκεῖ ποὔκανε νἄμπῃ στὴν ἐκκλησία ἀκούει μιὰ τρεμουλιαστὴ φωνὴ νὰ τοῦ ἀποκρίνεται ἀπὸ μέσα: — Ὁ Θεὸς κ’ ἐγὼ κατέχω πῶς ἐπέρασα! Ὁ παπᾶς ἐμαρμάρωσε στὴν πόρτα. Τὸ πρόσωπό του κέρωσε καὶ τὰ γένεια του τρέμανε σὰν τὴν οὐρὰ τῆς σουσουράδας. Μποροῦσε νὰ μὴ τοῦ περάσῃ ἡ ἰδέα πῶς ὁ Τζιρίτης ἐβρυκολάκιασε; Ὅταν μάλιστα εἶδε νὰ προβάλῃ ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς ἐκκλησιᾶς μιὰ<noinclude></noinclude> ozjtcbtun02nulasxh2j55ayzihd2cr Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/118 100 52713 166758 2026-07-05T00:20:13Z Αντιγόνη 235 /* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: γεροντικὴ κεφαλή, δὲν τοὔμεινε ἀμφιβολία καὶ τὤβαλε στὰ πόδια. Ὅταν ἔφθασε στὸ σπίτι του ἔπεσε μὲ πυρετὸ καὶ στὰ παραμιλητά του ἔλεγε πῶς εἶδε τὸν Τζιρίτη κακαθρωπισμένον. Καὶ οἱ χωριανοὶ τὸ περίμεναν καὶ δὲν ἐδυσκολεύθηκαν νὰ τὸ πιστεύσουν. Ἔ... 166758 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|114||Ὁ Βρυκόλακας}}</noinclude>γεροντικὴ κεφαλή, δὲν τοὔμεινε ἀμφιβολία καὶ τὤβαλε στὰ πόδια. Ὅταν ἔφθασε στὸ σπίτι του ἔπεσε μὲ πυρετὸ καὶ στὰ παραμιλητά του ἔλεγε πῶς εἶδε τὸν Τζιρίτη κακαθρωπισμένον. Καὶ οἱ χωριανοὶ τὸ περίμεναν καὶ δὲν ἐδυσκολεύθηκαν νὰ τὸ πιστεύσουν. Ἔφεραν παπᾶ ἀπὸ ἄλλο χωριὸ κ’ ἔθαψαν τὸν Τζιρίτη μὲ τὴν ἰδιαίτερη ταφὴ ποὔκαναν τότε στοὺς βρυκολακιασμένους, γιὰ νὰ μὴ ξανασηκωθοῦν.<section end=1 /> {{rule|4em}}<noinclude></noinclude> qg8m62z9ppij3unwsi0wb5i0ps93pro 166759 166758 2026-07-05T00:21:11Z Αντιγόνη 235 166759 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|114||Ὁ Βρυκόλακας}}</noinclude>γεροντικὴ κεφαλή, δὲν τοὔμεινε ἀμφιβολία καὶ τὤβαλε στὰ πόδια. Ὅταν ἔφθασε στὸ σπίτι του ἔπεσε μὲ πυρετὸ καὶ στὰ παραμιλητά του ἔλεγε πῶς εἶδε τὸν Τζιρίτη κακαθρωπισμένον. Καὶ οἱ χωριανοὶ τὸ περίμεναν καὶ δὲν ἐδυσκολεύθηκαν νὰ τὸ πιστεύσουν. Ἔφεραν παπᾶ ἀπὸ ἄλλο χωριὸ κ’ ἔθαψαν τὸν Τζιρίτη μὲ τὴν ἰδιαίτερη ταφὴ ποὔκαναν τότε στοὺς βρυκολακιασμένους, γιὰ νὰ μὴ ξανασηκωθοῦν.<section end=s1 /> {{rule|4em}}<noinclude></noinclude> lg7r2u5gtjhn8mq2yse3lbs10jij0dz Ο βρυκόλακας 0 52714 166760 2026-07-05T00:21:48Z Αντιγόνη 235 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα |τίτλος = Ὁ Βρυκόλακας |συγγραφέας = Ιωάννης Κονδυλάκης }} <pages index="Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf" from=114 to=118 fromsection=s1 tosection=s1/> [[Κατηγορία:Διηγήματα]] 166760 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα |τίτλος = Ὁ Βρυκόλακας |συγγραφέας = Ιωάννης Κονδυλάκης }} <pages index="Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf" from=114 to=118 fromsection=s1 tosection=s1/> [[Κατηγορία:Διηγήματα]] f77wkx45cntz8106fk9ag3nxqf523hp