Βικιθήκη
elwikisource
https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1
MediaWiki 1.47.0-wmf.9
first-letter
Μέσο
Ειδικό
Συζήτηση
Χρήστης
Συζήτηση χρήστη
Βικιθήκη
Συζήτηση Βικιθήκη
Αρχείο
Συζήτηση αρχείου
MediaWiki
Συζήτηση MediaWiki
Πρότυπο
Συζήτηση προτύπου
Βοήθεια
Συζήτηση βοήθειας
Κατηγορία
Συζήτηση κατηγορίας
Σελίδα
Συζήτηση σελίδας
Μεταγραφή
Συζήτηση μεταγραφής
Συγγραφέας
Συζήτηση συγγραφέα
Πύλη
Συζήτηση πύλης
TimedText
TimedText talk
Module
Module talk
Event
Event talk
Η κατάκτηση του ψωμιού/Ευημερία για όλους (μετάφραση Khayman)
0
1295
166763
83538
2026-07-05T14:07:58Z
~2026-38302-48
22684
διορθ.
166763
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα
| τίτλος = Η κατάκτηση του ψωμιού
| συγγραφέας = Πέτρος Κροπότκιν
| μεταφραστής =
| ενότητα = Ευημερία για όλους (μετάφραση Khayman)
| προηγούμενο = [[../Ο Πλούτος μας|Ο Πλούτος μας]]
| επόμενο = [[../Αναρχοκομουνισμός|Αναρχοκομουνισμός]]
| commons =
| commonscat =
| βικιπαίδεια =
| βικιφθέγματα =
| σημειώσεις =
}}
===I===
Η ΕΥΗΜΕΡΙΑ για όλους δεν ειναι απλά ενα όνειρο. Ειναι εφικτή,
υλοποιήσιμη χαρει σε όλα αυτά που έκαναν οι πρόγωνοι μας για να αυξήσουν
τις παραγωγικές δυνατότητες μας.
Γνωρίζουμε, πράγματι, πως οι παραγωγοί, παρ'οτι αποτελούν λιγότερο απο
το ένα τρίτο των κατοίκων των πολιτισμένων χωρών, ακόμα και αυτή τη
στιγμή μπορούν να παράγουν τις απαραίτητες ποσότητες αγαθών ωστε να
εξασφαλιστεί σε κάποιο βαθμό η άνεση σε κάθε οικογενειακή εστία.
Επιπροσθέτως, γνωρίζουμε πως αν εκείνοι που σπαταλούν σήμερα τον καρπό
του μόχθου των υπολοίπων αναγκάζονταν να μετατρέψουν τη σχόλη τους σε
κάποια μορφή χρήσιμης εργασείας, ο πλούτος μας θα αυξανόταν
[κατ'αντιστοιχία του αυξημένου αριθμού παραγωγών], και ακόμα
περισσότερο. Τέλος, γνωρίζουμε πως αντίθετα απο την θεωρία του Malthus
-- της αυθεντίας αυτής της μεσοαστικής Οικονομίας -- οι παραγωγικές
ικανότητες του ανθρώπινου γένους αυξάνονται με μια με πολύ ταχύτερους
ρυθμούς απο οτι η αναπαραγωγικές ικανότητες του. Οσο πιο
πυκνοκατοικημένη ειναι μια περιοχή, τόσο πιο ταχύρυθμη ειναι η ανάπτυξη
της πλουτοπαραγωγικής τους ικανότητας.
Ετσι, παρ'οτι ο πληθυσμός της Αγγλίας αυξήθηκε την περίοδο 1844 με 1890
μόνο κατα 62 τοις εκατό, η παραγωγή της έχει αυξηθεί, τουλάχιστον εις
διπλούν, κατα 130 τοις εκατό. Στη Γαλλία, οπου ο πληθυσμός ακολούθησε
πιο αργούς ρυθμούς ανάπτυξης, η αύξηση του πληθυσμού ειναι αρκετά
γρήγορη. Σε πείσμα των κρίσεων που έχουν πλήξει τη γεωργία, σε πείσμα
της εμπλοκής του Κράτους, του φόρου αίματος (στρατολόγηση), και του
κερδοσκοπισμού του εμπορίου και της οικονομίας, η παραγωγή σιτηρών στη
Γαλλία έχει τετραπλασιαστεί και η βιομηχανική παραγωγή δεκαπλασιαστεί με
την πάροδο των τελευταίων οχτώ ετών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η πρόοδος
ειναι ακόμα πιο εντυπωσιακή. Παρά το κύμα της μετανάστευσης, ή,
επακριβέστερα, της συνεχούς εισροής ενος πλεονάσματος εργατικής δύναμης
απο την Ευρώπη, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δεκαπλασιάσει τον πλούτο τους.
Ωστόσο, αυτοί οι αριθμοί δίνουν μόνο μια αχνή εικόνα των διαστάσεων που
θα μπορούσε να πάρει ο πλούτος μας κάτω απο καλύτερες συνθήκες. Κι αυτό
γιατι πέρα απο την ταχύτατη ανάπτυξη των πλουτοπαραγωγικών δυνατοτήτων
μας υπάρχει μια [σημαντική] άυξηση του πλήθους των αργόσχολων και των
μεσάζοντων. Αντί να παρουσιάζεται σταδιακά μια συγκέντρωση του κεφαλαίου
σε λιγοστά χέρια, ωστε να ειναι απαραίτητη η ανατροπή μόνο αυτών των
λίγων εκατομμυριούχων και η επαναφορά του πλούτου στους νόμιμους
κληρονόμους του -- αντί οι προβλέψεις του Σοσιαλισμού να επαληθεύονται,
συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Η ορδή των παρασίτων συνεχώς αυξάνεται.
Στη Γαλλία δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα ουτε καν δέκα παραγωγοί ανα
τριάντα κατοίκους. Ολόκληρος ο αγροτικός πλούτος της χώρας προέρχεται
απο την εργασία λιγότερων απο εφτά εκατομμυρίων ανθρώπων και στους δυο
μεγάλους βιομηχανικούς τομείς, τον μεταλλευτικό και τον υφαντουργικό, οι
αριθμοί ειναι αντίστοιχα δύο και ενάμισι εκατομμύρια. Ομως, πόσοι ειναι
οι εκμεταλλευτές του μόχθου αυτού; Στην Αγγλία (εξαιρουμένης της Σκοτίας
και της Ιρλανδίας) μόνο ένα εκατομμύριο εργάτες -- άνδρες, γυναίκες και
παιδιά -- απασχολούνται στην υφαντουργία ενώ λίγο περισσότεροι απο μισό
εκατομμύριο στα ορυχεία και κάτι λιγότερο απο μισό εκατομμύριο στην
καλλιέργεια του εδάφους, κάτι που αναγκάζει τους στατιστικολόγους να
παραφουσκώνουν τους αριθμούς τους ωστε να φτάσουν στο συμπέρασμα πως ο
ανώτατος αριθμός εργαζομένων ειναι οχτώ εκατομμύρια σε έναν πληθυσμό
εικοσι έξι εκατομμυρίων κατοίκων. Για να μιλήσουμε με ακρίβεια, οι
δημιουργοί των αγαθών που εξάγονται απο την Βρετανία σε όλες τις γωνιές
της γης δεν ξεπερνούν τα έξι με εφτά εκατομμύρια εργάτες. Και ποιό ειναι
το σύνολο των μετόχων και των μεσαζόντων εκείνων που καρπόνωνται το
αποτέλεσμα του μόχθου απο οπου κι αν αυτό προέρχεται και συγκεντρώνουν
οφέλη τα οποία δεν έχουν δικαίως κερδίσει με το να μπαίνουν με τη βία
ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή πληρώνοντας τον πρώτο ουτε το
ένα πέμπτο, οχι, ούτε το ένα δωδέκατο απο το ποσό που αποκομίζουν απο
τον δεύτερο;
Αλλα ούτε αυτό αρκεί. Οι κάτοχοι του κεφαλαίου μειώνουν συνεχώς την
απόδοση μεσω του περιορισμού της παραγωγής. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε
τα φορτηγά γεμάτα στρύδια που πετάσονται στη θάλασσα ωστε να μη γίνει
μια λιχουδιά, που ως τώρα ήταν προνόμιο των πλουσίων, απο το να γίνει
τροφή για τον λαό. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε τις χίλιες και μία
πολυτέλειες -- [προσωπικά είδη], τρόφιμα, κλπ, κλπ -- που έχουν την ίδια
τύχη με τα στρύδια. Αρκεί μόνο να θυμηθούμε τον τρόπο με τον οποίο
περιορίζεται η παραγωγή των βασικών αγαθών. Λεγεώνες ολόκληρες απο
εργαζόμενους σε ορυχεία ειναι διατεθιμένες να εξορύξουν γαιάνθρακα σε
καθημερινή βάση ωστε να το προμηθεύσουν σε αυτούς που τρέμουν απο το
κρύο, κι ομως, συχνά, το ένα τρίτο, ή ακόμα και τα δύο τρίτα των εργατων
αυτών δεν επιτρέπεται να δουλέψουν παραπάνω απο τρείς μέρες την εβδομάδα
γιατι, ορίστε μας, πρέπει η τιμή του γαιάνθρακα να παραμείνει υψηλή; Σε
χιλιάδες [υφαντείς] δεν επιτρέπεται να δουλέψουν στον αργαλειό, παρ'οτι
οι γυναίκες και τα παιδιά τους παραμένουν ρακένδυτοι και παρα το γεγονός
οτι τα τρία τέταρτα του πληθυσμού της Ευρώπης δεν διαθέτουν επαρκή
ρουχισμό.
Εκατοντάδες υψικάμινοι, χιλιάδες εργαστάσια παραμένουν κατα περιόδους σε
κατάσταση αδράνειας, ενω άλλα λειτουργουν στο μισό των ικανοτήτων τους
-- την ίδια στιγμή που σε κάθε πολιτισμένο έθνος υπαρχει σε μόνιμη βάση
ενας πληθυσμός περίπου δύο εκατομμυρίων που δεν ζητούν τίποτα παραπάνω
απο μια δουλειά, και στους οποίους αυτή η δουλειά στερείται.
Πόσο πρόθυμα θα ήταν αυτά τα πλήθη να επανορθώσουν τα αχρησιμοποίητα
εδάφη ή να μεταμορφώσουν χωράφια εκείνα στα οποία η παραγωγή γίνεται με
λάθος τρόπο σε γώνιμη γη, πλούσια σε σοδειά! Ενας μόνο χρόνος ορθής
οργάνωσης θα ήταν αρκετός για να πενταπλασιαστεί η παραγωγή του εδάφους
στη νότια Γαλλία, το οποίο αυτή τη στιγμή δεν παράγει παρα οχτώ δεμάτια
σιτηρών ανα [εκτάρι]. Ομως ολοι αυτοί οι άνθρωποι, που με χαρά θα
γίνονταν ακατάβλητοι [πιονιέροι] σε τόσους πολλούς κλάδους της
πλουτοπαραγωγικής διαδικασίας, ειναι αναγκασμένοι να μείνουν στα σπίτια
τους επειδή οι ιδιοκτήτες του εδάφους, των ορυχείων και των εργοστασείων
προτιμούν να επενδύσουν το κεφάλαιο τους -- το οποίο αρχής γενομένης
εχουν κλέψει απο την κοινότητα -- σε Τουρκικά και Αιγυπτιακά εντοκα
γραμμάτια ή στα χρυσορυχεία της Παταγονίας μετατρέποντας έτσι σε
μισθωτούς σκλάβους τους Αιγύπτιους [φελάχους], τους Ιταλούς εξόριστους
και τους Κινέζους ανειδίκευτους εργάτες.
Τοσα πολλά γίνονται με σκοπό τον άμεση και εσκεμμένο περιορισμό της
παραγωγής. Ωστόσο υπάρχει και ενας περιορισμός έμμεσος και οχι
προσχεδιασμένος, που συνίσταται στην σπατάλη του ανθρώπινου μόχθου σε
αντικείμενα απολύτως αχρηστα ή προορισμένα να ικανοποιήσουν τίποτα αλλο
απο την στενομυαλη ματαιοδοξία των πλουσίων.
Ειναι αδύνατον να αποδώσουμε με αριθμούς το εύρος αυτού του έμμεσου
περιορισμού του πλούτου, το εύρος της ενέργειας που κατασπαταλείται και
η οποία θα μπορούσε να έχει αφιερωθεί στην παραγωγή, και πάνω απ'ολα
στην προετοιμασία των μηχανημάτων που χρειάζονται για την παραγωγή.
Αρκεί να σκεφτούμε τα απίστευτα ποσά που ξοδεύτηκαν απο την Ευρώπη για
στρατιωτκο εξοπλισμό, με μόνο σκοπό τον έλεγχο των αγορών, ωστε να γινει
εφικτή η επιβολη των δικών της εμπορικών όρων στις γειτονικές περιοχές
κάνοντας παράλληλα την εκμετάλλευση στο εσωτερικό της ευκολότερη. Τα
εκατομμύρια που πληρώνονται κάθε χρόνο οι αξιωματούχοι κάθε λογής, η
πρακτική λειτουργία των οποίων ειναι η διαφύλαξη του δικαιώματος της
μειοψηφίας -- του δικαιώματος , δηλαδή, των ελάχιστων πλουσίων -- να
διαχειρίζονται τις οικονομικές δραστηριότητες του έθνους. Τα εκατομμύρια
που σπαταλούνται σε δικαστές, φυλακές, αστυνομικούς και σε όλο τα
συναπτόμενα της δήθεν δικαιοσύνης -- κατασπαταλημένα για κανέναν
απολύτως λόγο, διοτι πλέον γνωρίζουμε πως κάθε μείωση, οσο ανεπαίσθητη
κι αν ειναι αυτή, της εξαθλίωσης των μεγάλων μας πόλεων ακολουθείται
πάντα απο μια πολύ σημαντική ελάττωση της εγκληματικότητας. Τέλος, τα
εκατομμύρια που ξοδεύονται στην προπαγάνδα [ολέθριων] δογμάτων με τη
χρήση του Τύπου, στην "επινόηση" ειδήσεων προς εξυπηρέτηση των
συμφερόντων της μιας ή της άλλης πλευράς, του τάδε πολιτικού ή της τάδε
εταιρείας εκμεταλλευτών.
Πανω απ'ολα ομως θα πρέπει να λάβουμε υπ'οψιν μας ολον αυτό τον μόχθο
που χαραμίζεται απροκάλυπτα στην συντήρηση των σταύλων, των κυνοτροφείων
και της κουστωδίας των πλουσίων. Στην ικανοποίηση των καπρίτσιων της
κοινωνίας και των φαύλων ορέξεων του όχλου των κοσμικών. Στον
πειθαναγκασμό απο τη μια του καταναλωστή να αγοράσει αυτό που δέν
χρειάζεται, [ή στην πίεση που του ασκείται μέσω της κολακείας να
προτιμήσει ενα κατώτερης ποιότητας ένδυμα], και απο την άλλη στην
παραγωγή [επικινδυνων προϊόντων], που παρ'ολα αυτά αποφέρουν κέρδος στον
κατασκευαστή τους. Η σπατάλη αυτή θα επαρκούσε για τον διπλασιασμό του
πραγματικού μας πλούτου ή για την παροχή των μύλων και των εργοστασίων
με αρκετά μηχανήματα ωστε να μπορουν να πλημμυρήσουν τα μαγαζιά με όλα
οσα στερούνται αυτή τη στιγμήτα δύο τρίτα του έθνους. Κάτω απο τις
συνθήκες του τωρινού μας συστήματος το ένα τέταρτο των παραγωγών του
κάθε εθνους υποχρεώνεται να παραμένει αδρανές για τρείς ή τέσσερις μήνες
του χρόνου ενώ ο μόχθος ενός άλλου τετάρτου, αν όχι ενός δευτέρου, δεν
παράγει τίποτα απολύτως πέρα απο την διασκέδαση των πλουσίων ή την
εκμετάλλευση του λαού.
Ετσι, αν συνυπολογίσουμε απο τη μία την ταχύτητα με την οποία τα
πολιτισμένα έθνη αυξάνουν την παραγωγική τους ισχύ, και απο την άλλη
τους περιορισμους που τίθενται σε αυτή, άμεσα ή εμμεσα, υπο τις παρούσες
συνθήκες, δεν μπορούμε παρα να συμπεράνουμε πως ενα ελάχιστα πιο
[πεφωτισμένο] οικονομικό σύστημα θα μας επέτρεπε μέσα σε λίγα χρόνια να
συγκεντρώσουμε τόσα πολλά χρήσιμα προϊόντα ωστε να πρέπει στο τέλος να
συγκρατηθούμε για να μη φωνάξουμε "Φτάνει! Εχουμε αρκετό γαιάνθρακα και
ψωμί και ρουχισμό! Ας αναπαυτούμε και ας αναλογιστούμε πως να
χρησιμοποιήσουμε τις δυνάμεις μας, τον ελεύθερο μας χρόνο, με τον
καλύτερο δυνατό τρόπο."
Οχι, η [αφθονία για όλους] δεν ειναι όνειρο -- αν και ήταν πράγματι
όνειρο εκείνες τις παλιές μέρες οπου ο άνθρωπος, παρ'όλους τους κόπους
του, δεν μπορούσε να κερδίσει παραπάνω απο ένα δεμάτι σιτάρι απο ενα
εκτάρι γης και δεν μπορούσε να κατασκευάσει μόνος του ολα τα εργαλεία
εκείνα οπυ χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία και τη γεωργία. Τώρα πια δεν
ειναι ονειρο, γιατι ο άνθρωπος έχει εφεύρει τον [κινητήρα], ο οποίος, με
λίγο σίδερο και μερικά κιλά [κάρβουνα], του δίνει τον έλεγχο πάνω σε ενα
πλάσμα δυνατό και υπάκουο σαν άλογο και ικανό να θέσει σε κίνηση την πιο
περίπλοκη μηχανή.
Αν ομως, η [αφθονία για όλους] πρόκειται να υλοποιηθεί, αυτο το αχανές
κεφάλαιο -- πόλεις, σπίτια, βοσκότοποι, καλλιεργήσιμες εκτάσεις,
εργοστάσεια, οδικές αρτηρίες, εκπαιδευτικά συστήματα -- ολα θα πρέπει να
πάψουν να υφίστανται σαν ιδιωτική περιουσία, διαθέσιμα στο μονοπώλιο να
τα κάνει οτι θέλει.
Αυτή η πλούσια κληρονομιά, που τόσο επίπονα κερδίθηκε, κατασκευάστηκε ή
επινοήθηκε απο τους προγόνους μας, πρέπει να γίνει κοινή ιδιοκτησία,
ωστε να μπορέσει το συλλογικό συμφέρον των ανθρωπων να αποκομίσει όσο το
δυνατόν περισσότερα οφέλη για όλους.
Πρέπει να υπάρξει [απαλλοτρίωση, να πάψει να υπάρχει ιδιοκτησία]. Η
ευημερία ολων ειναι ο σκοπός. Και η [Απαλλοτρίωση] ειναι το μέσο. [ΣτΜ,
ειναι πολύ σημαντικό να δωθεί σωστή ερμηνεία στη λέξη expropriation, και
η "απαλλοτρίωση" δεν νομίζω οτι αρκεί.
===ΙΙ===
[Απαλλοτρίωση], ιδου λοιπόν το πρόβλημα που θέτει η Ιστορία στον άνθρωπο
του εικοστού αιώνα : την επιστροφή στον Κομμουνισμό μέσω όλων εκείνων
που πρεσβεύουν την ευημερία του ανθρώπου.
Ωστόσο αυτό το πρόβλημα δεν μπορεί να ληθεί μέσα απο τη νομοθεσία.
Κανείς δεν φαντάζεται κάτι τέτοιο. Οι φτωχοί, όσο και οι πλούσιοι
κατανοούν πως καμμία απο τις παρούσες Κυβερνήσεις καθώς και καμμία απο
όσες θα προκύψουν μέσα απο πιθανές πολιτικές αλλαγές, δεν ειναι ικανή να
βρεί λύση σε αυτό το πρόβλημα. Νιώθουμε την αναγκαιότητα μιας κοινωνικής
επανάστασης, πλούσιοι και φτωχοί ταυτόχρονα αναγνωρίζουν πως μια τέτοια
επανάσταση ειναι επικείμενη, πως μπορεί να ξεσπάσει οποτεδήποτε μέσα στα
επόμενα χρόνια.
Μια σπουδαία αλλαγή πλεύσης στην σκέψη έχει πραγματοποιηθεί το τελευταίο
μισό του δεκάτου ενάτου αιώνα, ομως, [κατεσταλμένο] ομως καθώς ήταν απο
τις προνομιούχες τάξεις, και στερημένο απο την δυνατότητα φυσικής
ανάπτυξης, το νέο αυτό πνεύμα πρέπει τώρα να αποτινάξει τα δεσμά του
μέσω της βίας και να πραγματωθεί μέσα απο την επανάσταση.
Απο που ομως θα έρθει αυτή η επανάσταση και πως θα αναγγείλει την άφιξη
της; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει αυτη την ερώτηση. Το μέλλον ειναι
κρυμμένο. Εκείνοι, ωστόσο, που παρατηρούν και σκέφτονται δεν
παρερμηνεύουν τα σημάδια : εργάτες και εκμεταλλευτές, Επαναστάτες και
Συντηριτικοί, διανοούμενοι και άνθρωποι της δράσης, ολοι νιώθουν πως η
επανάσταση βρίσκεται προ των πυλών.
Λοιπον! Τι πρέπει εμείς να κάνουμε οταν ο κεραυνός θα έχει πέσει;
Μελετάμε όλοι την [εντυπωσιακή] πλευρά της επανάστασης τόσο πολύ, και
την πρακτική της πλευρά τόσο λίγο, ωστε ειμαι ικανοί να διακρίνουμε μόνο
τα [σκηνικά τεχνάσματα], που λέει ο λόγος, αυτών των μεγάλων κινημάτων.
Τις μάχες των πρώτων ημερών, τα οχυρώματα. Ομως αυτός ο αγώνας, αυτη η
πρώτη μάχη, κάποτε τελειώνει, και η πραγματική δουλειά της επανάστασης
αρχίζει μόνο μετά την ανατροπή του παλιού καθεστώτος.
Εξασθενημένοι και ανίσχυροι, δεχόμενοι επιθεση απο όλες τις πλευρές, οι
παλαιοί άρχοντες παρασύρονται απο την πνοή της εξέγερσης. Μέσα σε λίγες
μέρες η μεσοαστική μοναρχία του 1848 έπαψε να υπάρχει και την ίδια
στιγμή που ο Louis Philippe δραπέτευε μέσα σε μια άμαξα, το Παρίσι είχε
ήδη ξεχάσει τον "πολίτη βασιλέα" του. Η κυβέρνηση [των Thiers]
εξαφανίστηκε στις 18 Μαρτίου 1871 αφήνοντας, μέσα σε λίγες ώρες, το
Παρίσι αφέντη της μοίρας του. Κι ομως το 1848 και το 1871 επρόκειτο απλά
για εξεγέρσεις. Μπροστά σε αυτές τις λαϊκές εξεγέρσεις οι αφέντες της
"παλαιάς τάξης" εξαφανίζονται με εκπληκτική ταχύτητα. Οι υποστηρικτές
της σπεύδουν στο εξωτερικό για να συνομωτήσουν με ασφάλεια και να
μηχανευτούν τη μέθοδο της επιστροφής τους.
Με τη μεχρι πρώτινος Κυβέρνηση να έχει εξαφανιστεί, ο στρατός,
φοβούμενος την λαϊκή αντίδραση, παυει να υπακούει τους αρχηγούς του, οι
οποίοι εχουν κι αυτοί εγκαίρως γίνει άφαντοι. Οι στρατευμένοι
παρακολουθούν χωρίς να επεμβένουν, ή ενώνονται με τους εξεγερμένους. Οι
αστυνομικοί, σε στάση ανάπαυσης, ειναι αβέβαιοι σχετικά με το αν πρέπει
να αναχαιτίσουν το πλήθος ή να φωνάξουν "Ζήτω η Κομμούνα!" ενώ μερικοί
απο αυτούς αποσύρονται στα διαμερίσματα τους "εν αναμονή της άφιξης μιας
νέας Κυβέρνησης". Οι πλούσιοι πολίτες μαζεύουν τα πράγματα τους και
αποχωρούν προς ασφαλέστερα μέρη. Ο λαός παραμένει. Όλα αυτά συνοδεύουν
μια επανάσταση. [Σε πολλές μεγάλες πόλεις διακηρύσσεται η Κομμούνα].
Στους δρόμους περιπλανιούνται χιλιάδες άνθρωποι, που μαζεύονται τα
απογεύματα σε αυτοσχέδιες συγκεντρώσεις και διερωτούνται : "Τι θα
κάνουμε;" και συζητούν με θέρμη [δημόσιες υποθέσεις], συζητήσεις για τις
οποίες όλοι δείχνουν ενδιαφέρον. Εκείνοι που χθες ήταν οι πιο αδιάφοροι
συχνά γίνονται οι πιο ένθερμοι συμμετέχοντες. Παντού υπάρχουν καλές
προθέσεις και η επιθυμία να διασφαλιστεί η νίκη. Ειναι καιροί υπέρτατης
αφοσίωσης. Οι άνθρωποι ειναι έτοιμοι να προχωρήσουν.
Ολα αυτά ειναι θαυμάσια, υπέροχα. Ομως, δεν ειναι επανάσταση. Οχι, διοτί
τώρα ειναι που ξεκινά η δουλειά των επαναστατών.
Αναμφισβήτητα η δίψα για εκδίκηση πρέπει να βρει ικανοποίηση. Οι
[Watrins] και οι [Thomases] θα πληρώσουν το τίμημα για την [αντιλαϊκές
τους προθέσεις], αλλα αυτό ειναι απλά φυσικό τμήμα του αγώνα, οχι
επανάσταση.
Σοσιαλιστές πολιτικοί, ριζοσπαστες, [παραμελλημένες ιδιοφυίες της
δημοσιογραφίας], ρήτορες, μεσοαστο και εργάτες τρέχουν στο Δημαρχείο και
τα Κυβερνητικά γραφεία και καταλαμβάνουν τις άδειες [καρέκλες]. Κάποιοι
ευφραίνονται απο τα χρυσοποίκιλτα αντικείμενα, θαυμάζουν τους εαυτούς
τους σε υπουργικούς καθρέφτες και μαθαίνουν να δίνουν διαταγές με τον
αέρα της βαρύτητας της νέας τους θέσης. Πρέπει οπωσδήποτε να αποκτήσουν
έναν κόκκινο τελαμώνα, ένα κεντημένο καπέλο και τις ανάλογες αρχοντικές
χειρονομίες ώστε να εντυπωσιάσουν τους συντρόφους τους στο γραφείο ή το
εργαστήριο! Άλλοι θάβονται κάτω από τόνους επίσημων εγγράφων,
προσπαθώντας, όσο καλύτερα μπορούν, να αποφανθούν για το τι αφορούν.
Συντάσσουν νόμους και εκδίδουν μεγαλεπίβολα διατάγματα τα οποία κανείς
δεν μπαίνει στον κόπο να εκτελέσει -- γιατί η επανάσταση έχει έρθει. Για
να δώσουν στους εαυτούς μια [λειψή] εξουσία αποζητούν την ισχύ της
παλιάς φόρμας της Κυβέρνησης. Χρησιμοποιούν τίτλους όπως "Μεταβατική
Κυβέρνηση", "Επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας", "Δήμαρχος", "Κυβερνήτης του
Δημαρχείου", "Επίτροπος Δημοσίου Συμφέροντος" και ότι άλλο μπορείτε να
φαταστείτε. Εκλεγμένοι ή αυτόκλητοι, συγκαλούν Συνέδρια ή Δημόσια
Συμβούλια. Αυτά τα σώματα συμπεριλαμβάνουν ακολούθους δέκα ή είκοσι
διαφορετικών σχολών, που, αν δεν πρόκειται για "[private chapels]"
συμπεριλαμβάνουν τόσες πολλές διαφορετικές σέκτες, τόσες πολλές
διαφορετικές αντιλήψεις για το φάσμα, τις μεθόδους και τον σκοπό της
επανάστασης. [Possibilitists], [Κολλεκτιβιστές], Ριζοσπάστες, Ιακωβίνοι
και [Μπλανκιστές] συμπλέκονται όλοι μαζί και σπαταλούν τον χρόνο τους σε
λεκτικές συρράξεις. Ειλικρινείς άνθρωποι έρχονται σε επαφή με
φιλόδοξους, των οποίων το μόνο όνειρο είναι η εξουσία και οι οποίοι
περιφρονούν το πλήθος από το οποίο ξεπήδησαν. Προερχόμενοι από χώρους με
τόσο διαμετρικά αντίθετες θεωρήσεις, αναγκάζονται να σχηματίσουν
εφήμερες συμμαχίες που δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν για παραπάνω από
μια μέρα ώστε να κερδίσουν την πλειοψηφία. Διαπληκτίζονται, αποκαλούν οι
μεν τους δε αντιδραστικούς, αυταρχικούς, απατεώνες, ανίκανοι να
καταλήξουν σε συμφωνία σε οποιοδήποτε επίπεδο, εμπλέκονται σε συζητήσεις
για το ασήμαντο, παράγοντας τίποτα άλλο από στομφώδεις εξαγγελίες,
παίρνοντας παρ'ολα αυτά τον εαυτό τους σοβαρά, ανίκανοι να καταλάβουν
πως η πραγματική δύναμη του κινήματος βρίσκεται στους δρόμους.
Όλα αυτά μπορεί να ευχαριστήσουν όσους αγαπούν το θέατρο, αλλά δεν είναι
επανάσταση. Τίποτα ακόμα δεν έχει κερδιθεί. Εν τω μεταξύ ο λαός
υποφέρει. Τα εργοστάσια είναι αδρανή, τα εργαστήρια κλειστά. Η
βιομηχανία έχει ακινητοποιηθεί. Ο εργάτης δεν κερδίζει τώρα ούτε καν
αυτόν τον ισχνό μισθό του που του άνηκε στο παρελθόν. Η τιμή των
τροφίμων ανεβαίνει. Με την ηρωική αφοσίωση που πάντα τον χαρακτηρίζει,
και που σε περιόδους μεγάλων κρίσεων αγγίζει το ανυπέρβλητο, ο λαός
περιμένει υπομονετικά. "Θέτουμε αυτούς τους τρείς μήνες της ανέχειας
στην υπηρεσία της [Δημοκρατίας]", είπαν το 1848, την ίδια στιγμή που "οι
εκπρόσωποι τους" και οι κύριοι της νέας Κυβέρνησης, μέχρι και τον
τελευταίο γραφιά, παρελάμβαναν τους μισθούς τους κανονικότατα.
Ο λαός υποφέρει. Με την πίστη που θυμίζει παιδί, με την ανέχεια της
μάζας που πιστεύει στους ηγέτες της, θαρρούν πως "εκεί πέρα", στο
[House], στο Δημαρχείο, στην Επιτροπή Δημοσίας Ασφαλείας φροντίζουν για
την ευμάρεια τους. Αλλά "εκεί πέρα" συζητούν για οτιδήποτε υπάρχει κάτω
από τον ήλιο εκτός από την ευμάρεια του λαού. Το 1793, και ενώ ο λιμός
ρίμαζε τη Γαλλία και σακάτευε την Επανάσταση, ενώ ο λαός έπεφτε στα βάση
της δυστυχίας, ενώ τα Ηλύσια Πεδία ήταν γεμάτα από πολυτελέστατες άμαξες
μέσα στις οποίες γυναίκες επεδείκνυαν τα κοσμήματα και τα πλούτη τους, ο
Ροβεσπιέρος προέτρεπε τους Ιακωβίνους να συζητήσουν την πραγματεία του
για το Αγγλικό [Σύνταγμα]. Ενόσω ο εργάτης υπέφερε το 1848 από τη γενική
παύση των εμπορικών δραστηριοτήτων, η Μεταβατική Κυβέρνηση και το
[House] λογομαχούσαν πάνω στο θέμα των στρατιωτικών συντάξεων και της
[σοφρωνιστικών ποινών], χωρίς να ανησυχούν ούτε για μια στιγμή για το
πώς θα μπορέσει ο λαός να επιβιώσει από αυτή την κρίση. Και αν κάποιος
μπορεί να μομφευθεί την Παρισινή Κομμούνα, που γεννήθηκε υπό τους ήχους
του Πρωσσικού κανονιού και διήρκησε μόνο 70 ημέρες, θα ήταν για αυτό
ακριβώς το σφάλμα -- την αδυναμία να γίνει αντιληπτό πως η Επανάσταση
δεν μπορεί να θριαμβεύσει αν εκείνοι που πολεμούν για αυτοί δεν έχουν
τροφή και πως με δεκαπέντε πένες την ημέρα ένας άνθρωπος δεν μπορεί να
πολεμήσει στους προμαχώνες και ταυτόχρονα να στηρίξει την οικογένεια του.
Ο λαός υποφέρει και ρωτά : "Πως θα βρούμε λύση για αυτές τις δυσκολίες;"
===ΙΙΙ===
Γίνεται φανερό πως υπάρχει μόνο μια απάντηση σε αυτή την ερώτηση :
Πρέπει να αναγνωρίσουμε και να διακηρύξουμε δυνατά πως ο καθένας,
οποιοδήποτε κι αν ήταν το αξίωμα του στην παλαιά κοινωνία, είτε ισχυρός
ή αδύναμος, ικανός ή ανίκανος, έχει, πάνω από όλα, ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΖΕΙ,
και πως η κοινωνία είναι αναγκασμένη να παρέχει σε όλους, χωρίς εξαίρεση
όλα τα μέσα που διαθέτει για την εξασφάλιση της διαβίωση. Οφείλουμε να
το αναγνωρίσουμε αυτό και να το διακηρύξουμε δυνατά, και να αναλάβουμε
τις κατάλληλες ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση.
Οφείλουμε να κατορθώσουμε, από την πρώτη μέρα της επανάστασης, να γίνει
γνωστό στον εργάτη πως μια νέα εποχή ανοίγεται μπροστά του. Πως από εδώ
και στο εξής κανείς δεν χρειάζεται να βρίσκει καταφύγιο κάτω από τις
γέφυρες όταν τριγύρω του υπάρχουν παλάτια , πως κανείς δεν χρειάζεται να
πεινάσει όταν τριγύρω υπάρχει παντού τροφή, κανείς δεν χρειάζεται να
χαθεί από την παγωνιά δίπλα από ένα μαγαζί γεμάτο γούνες. Πως όλα
προορίζονται για όλους, στην πράξη όσο και στη θεωρία, και πως,
επιτέλους, για πρώτη φορά στην ιστορία, έχει επιτευχθεί μια επανάσταση
που αντιμετωπίζει πρωτίστως τις ΑΝΑΓΚΕΣ του λαού πριν τον δασκαλέψει για
τις ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ του.
Τούτο δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω Κοινοβουλευτικούς Νόμους, αλλά μόνο
μέσα απο την άμεση και αποτελεσματική κατάληψη όλων όσων είναι
απαραίτητα για την εξασφάλιση της ευημερίας για όλους. Αυτός είναι ο
μόνος πραγματικά [επιστημονικός] τρόπος για να ενεργήσουμε, ο μόνος
τρόπος που θα κάνει την Επανάσταση κατανοητή και επιθυμητή από τις
λαϊκές μάζες. Πρέπει να πάρουμε στα χέρια μας, στο όνομα του λαού, τους
σποβολώνες, τα γεμάτα ρούχα μαγαζιά και τις κατοικίες. Τίποτα δεν πρέπει
να σπαταληθεί. Πρέπει να οργανώσουμε δίχως χρονοτριβές την διανομή των
τροφίμων στους πεινασμένους, την ικανοποίηση της κάθε ανάγκης, της κάθε
επιθυμίας, να παράγουμε, όχι για το συγκεκριμένο όφελος του ενός ή του
άλλου, αλλά για την εξασφάλιση της ευημερίας και της ανάπτυξης της
κοινωνίας στο σύνολο της.
Αρκετά πια με διφορούμενες [έννοιες] όπως "το δικαίωμα του εργάζεσθαι"
με το οποίο παραπλανήθηκε ο λαός το 1848 και οι οποίες χρησιμοποιούνται
ακόμα και σήμερα για την παραπλάνηση του. Ας έχουμε το θάρρος να
αναγνωρίσουμε πως η Ευημερία για όλους, όντας εφεξής εφικτή, πρέπει να
πραγματωθεί.
Όταν οι εργάτες απαίτησαν το δικαίωμα στην εργασία το 1848, εθνικά και
δημοτικά [εργαστήρια] οργανώθηκαν και οι εργάτες στάλθηκαν εκεί για να
μοχθήσουν για [1s. 8d. (μιλάει για νομίσματα;)] την ημέρα! Όταν ζήτησαν
την καλύτερη οργάνωση της εργασίας η απάντηση ήταν : "Υπομονή, φίλοι, η
Κυβέρνηση θα φροντίσει για αυτό. Στο μεταξύ, ορίστε τα [1s. 8d.] σας.
Αναπαυθείτε τώρα, γενναίοι δουλευτές, μετά τον ισόβιο αγώνα σας για
τροφή!". Εν τω μεταξύ τα κανόνια ετοιμάστηκαν, οι έφεδροι
επιστρατεύτηκαν και οι ίδιοι οι εργάτες αποδιοργανώθηκαν με τις δεκάδες
μεθόδους που γνωρίζει καλά η [μέση τάξη], ώσπου μια μέρα τους διέταξαν
να αποικήσουν την Αφρική ή να εκτελεστούν.
Το αποτέλεσμα θα είναι πολύ διαφορετικό αν οι εργάτες διεκδικήσουν το
δικαίωμα στην ευημερία! Η διεκδίκηση αυτού του δικαιώματος είναι η
διεκδίκηση του πλούτου της κοινότητας -- η κατάληψη των οικιών για να
τις κατοικήσουν, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε οικογένειας, η κατάληψη
των αποθηκών τροφίμων και η σύλληψη της έννοιας της αφθονίας, μετά από
όλον αυτό τον καιρό κατά τον οποίο είχαν εμπεδώσει μόνο τον λιμό.
Διακηρύσσουν το δικαίωμα τους σε ολόκληρο τον πλούτο -- τον καρπό του
μόχθου των γενεών του παρελθόντος και του παρόντος -- και μαθαίνουν
μέσα από αυτή τη διαδικασία να [τερφθούν] τις ανώτερες απολαύσεις της
τέχνης και της επιστήμης που μονοπωλήθηκαν για τόσο πολύ καιρό από τις
[μέσες τάξεις].
Και με τη διασφάλιση αυτή του δικαιώματος τους να ζουν με άνεση,
διασφαλίζουν κάτι ακόμα σημαντικότερο, το δικαίωμα τους να αποφασίσουν
μόνοι τους ποιά θα είναι αυτή η άνεση, τι χρειάζεται να παραχθεί για να
την εξασφαλίσει και τι να απορριφθεί πλέον ως άχρηστο.
Το "δικαίωμα στην ευημερία" σημαίνει την δυνατότητα να ζούμε ανθρώπινα
και να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας ώστε να γίνουν μέλη μιας κοινωνίας
καλύτερης από τη δική μας, ενώ το "δικαίωμα του εργάζεσθαι" σημαίνει
απλά το δικαίωμα της παντοτινής έμμισθης σκλαβιάς, της ειλωτείας, της
υποταγής και της εκμετάλλευσης του μέλλοντος τους από την μέση τάξη του
μέλλοντος. Το δικαίωμα στην ευημερία είναι η Κοινωνική Επανάσταση, το
δικαίωμα του εργάζεσθαι δεν σημαίνει τίποτα παραπάνω από [the Treadmill
of Commercialism]. Είναι επιτέλους καιρός για τον εργάτη να διασφαλίσει
το δικαίωμα του στην κοινή κληρονομιά όλων και να την πάρει στην κατοχή του.
[[fr:La Conquête du pain:L'aisance pour tous]]
dbmv1uzytfjvr16qb706oq1r5txtj7r
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ε
0
15767
166765
93738
2026-07-06T03:37:40Z
Sarri.greek
10495
{{r|5}} σε κάθε 5ο στίχο
166765
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = Ιλιάδα
| συγγραφέας = Όμηρος
| μεταφραστής= Ιάκωβος Πολυλάς
| ενότητα = Ραψωδία ε
| επόμενο = [[../ζ|Ραψωδία ζ]]
| προηγούμενο= [[../δ|Ραψωδία δ]]
| σημειώσεις =
}}
<poem>
Δύναμιν τότ’ ἡ Ἀθηνᾶ καὶ θάρρος τοῦ Διομήδη
ἔδωκεν ὥστ’ ἐξαίσια στὰ πλήθη τῶν Ἀργείων
νὰ δοξασθῆ καὶ ὑπέρλαμπρην φήμην παντοῦ νὰ λάβη.
Ἀπὸ τὸ κράνος τοῦ ἄναβε καὶ ἀπ’ τὴν ἀσπίδα φλόγα
ποὺ ἀκτινοβόλ’ ἀκοίμητη, τοῦ φθινοπώρου ὡς τ’ ἄστρο {{r|5}}
λουσμένο ἀπ’ τὸν ᾽Ωκεανὸν ὁλόφωτο ἀναλάμπει·
φῶς τόσο ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀνάβει καὶ ἀπ’ τοὺς ὤμους
κι ἔσπρωξε αὐτὸν κεῖ πόβραζε σφοδρότερος ὁ ἀγώνας.
῏Ηταν Τρωαδίτης ἄνθρωπος, ὁ Δάρης, ἱερέας
τοῦ ῾Ηφαίστου, πλούσιος, ἄψεγος· καὶ τέκνα τὸν Φηγέα {{r|10}}
καὶ τὸν ᾽Ιδαῖον εἶχε δυό, κι ἦσαν πολέμων γνῶστες·
κινῆσαν ἐναντίον του κι οἱ δυό τους ἀπ’ τὴν τάξιν,
στ’ ἁμάξι αὐτοί, κι ἐμάχετο πεζὸς ὁ Διομήδης.
Καί, ἅμ’ ἀφοῦ προχώρησαν, ἀντίκρυς ἐσταθῆκαν,
ἔριξε πρῶτος τὸ μακρὺ κοντάρι του ὁ Φηγέας· {{r|15}}
ξάκρισε ἡ λόγχη ἀριστερὰ τὸν ὦμον τοῦ Τυδείδη
καὶ δὲν τὸν πῆρε· ἀκόντισε καὶ αὐτὸς κι ὄχι χαμένα.
᾽Αλλὰ στὸ στηθοκόκαλο τὸν κτύπησ’ ὥστε χάμω
τὸν κρήμνισ’ ἀπ’ τὴν ἅμαξαν· ἐπήδησεν ὁ ᾽Ιδαῖος
τ’ ὄμορφο ἁμάξι ἀφήνοντας, οὐδ’ ἔλαβε τὴν τόλμην {{r|20}}
τοῦ φονευμένου του ἀδελφοῦ φρουρὸς αὐτοῦ νὰ μείνη,
ὅτι οὐδ’ αὐτὸς θὲ νά ᾽φευγε τὸν χάρον, ἀλλ’ ἐσώθη
ἀπὸ τὸν ῞Ηφαιστον, ὁποὺ τὸν ἔζωσε μὲ σκότος,
νὰ μὴ τοῦ μείνη ὁ γέροντας χωρὶς παρηγορίαν.
Τ’ ἄλογα τότ’ ἐξέζεψεν ὁ ἔνδοξος Τυδείδης {{r|25}}
καὶ τῶν συντρόφων τά ᾽δωκε νὰ πάρουν εἰς τὰ πλοῖα,
Καὶ οἱ Τρῶες στὴν γενναίαν των ψυχὴν ἐταραχθῆκαν
ποὺ τοὺς υἱοὺς τοῦ Δάρητος, τὸν ἕναν φονευμένον
εἶδαν, τὸν ἄλλον ἄφαντον· κι ἡ γλαυκομάτ’ Ἀθήνη
τὸν ἄγριον ῎Αρη ἔπιασεν ἀπὸ τὸ χέρι κι εἶπε: {{r|30}}
«῏Ω ῎Ἄρη φονικότατε, ὦ Ἄρη τειχοπλήκτη,
μόνους δὲν τοὺς ἀφήνομε τοὺς ᾽Αχαιοὺς καὶ Τρῶας
νὰ μάχωνται, καὶ ἂς δοξασθοῦν ὅποιοι θελήση ὁ Δίας;
Ἀπὸ τὴ μέση ἂς λείψωμε μήπως σ’ ἐμᾶς θυμώση.»
Αὐτά ᾽πε κι ἀπ’ τὸν πόλεμον τὸν ἄγριον Ἄρη ἐπῆρε {{r|35}}
κι ἔβαλε αὐτὸν ν’ ἀναπαυθῆ στὲς ὄχθες τοῦ Σκαμάνδρου·
τότ’ ἔγειραν οἱ Δαναοὶ τοὺς Τρῶας καὶ ἀπὸ ἔνα
κάθε ἀρχηγός τους φόνευε˙ καὶ πρῶτος ὁ ᾽Αγαμέμνων
ἀπὸ τ’ ἁμάξι τὸν τρανὸν ἔριξε κάτ’ ᾽Οδίον,
τῶν Ἁλιζώνων ἀρχηγόν, πού, ὡς πρῶτος ᾽στράφη, ἐμπήχθη {{r|40}}
τ’ ἀκόντι μὲς στοὺς ὤμους του καὶ ἀπὸ τὰ στήθη ἐβγῆκε.
Πέφτει μὲ βρόντον καὶ ἀντηχοῦν ἐπάνω τ’ ἄρματά του.
᾽Εφόνευσ’ ὁ ᾽Ιδομενεὺς τὸν Φαῖστον ἀπ’ τὴν Τάρνην
τὴν μεγαλόσβολην, υἱὸν τοῦ Βώρου Μαιονίδου.
Αὐτὸν ἐκεῖ ποὺ ἀνέβαινε σ’ ἁμάξι μὲ κοντάρι {{r|45}}
στὸν δεξιὸν ὦμον λόγχισεν ὁ μέγας στρατηλάτης.
Κάτω ἐκρημνίσθη, κι ἔζωσεν αὐτὸν θανάτου σκότος.
Καὶ οἱ σύντροφοι τὸν γύμνωναν ἐκεῖ τοῦ ᾽Ιδομενέως·
τότε ὁ Μενέλαος φόνευσε μὲ λόγχην τὸν Στροφίδην
Σκαμάνδριον, ποὺ ἦταν ἔξοχος εἰς τὸ κυνήγι γνώστης {{r|50}}
ὅτι τὸν εἶχ’ ἡ Ἅρτεμις ἡ ἴδια μορφωμένον
ὅλα τ’ ἀγρίμια νὰ κτυπᾶ ποὺ στ’ ὄρος τρέφει ὁ λόγγος.
Τότε ὄμως οὔτ’ ἡ Ἄρτεμις τὸν ἔσωσε ἡ τοξεύτρα,
οὔτ’ οἱ μακροβολίες του ποὺ τόσο τὸν δοξάσαν·
τὸν κτύπησ’ ὁ Μενέλαος ὁ ἀνδρεῖος Ἀτρεΐδης, {{r|55}}
μὲ λόγχην, ὅπως ἔφευγεν ἐμπρός του, μὲς στοὺς ὤμους
στὴν ράχιν· καὶ ἀπ’ τὸ στῆθος του ἡ ἄκρη πέρα ἐβγῆκε·
᾽πίστομα πέφτει καὶ βροντοῦν ἐπάνω τ’ ἄρματά του.
Τὸν ῾Αρμονίδην Φέρεκλον φονεύει ὁ Μηριόνης
αὐτόν, ποὺ μὲ τὰ χέρια θαυμάσια τεχνουργοῦσε, {{r|60}}
ὅτ’ ἡ Παλλὰς ἡ ᾽Αθηνᾶ περίσσα τὸν ἀγάπα.
Καὶ τοῦ ᾽Αλεξάνδρου ἔκαμε αὐτὸς τὰ ἰσόπλευρα καράβια
τ’ ἀρχέκακα, ποὺ ἐγέννησαν κακὸ στοὺς Τρῶας ὅλους
καὶ εἰς αὐτόν, ποὺ τῶν θεῶν τὰ ρήματ’ ἀγνοοῦσε.
Καὶ αὐτὸν ὡς τὸν κατάτρεχεν, προφθάνει ὁ Μηριόνης {{r|65}}
καὶ τὸν κτυπᾶ στὸ δεξιὸ μερὶ καὶ ἀντίκρ’ ἡ λόγχη
στὴν φούσκαν βγαίνει, ἀφοῦ περνᾶ στὸ κόκαλο ἀποκάτω.
Βογγᾶ, πέφτει στὰ γόνατα καὶ ὁ θάνατος τὸν ζώνει.
᾽Εφόνευσε τὸν Πήδαιον Ἀντηνορίδη ὁ Μέγης,
νόθον καὶ αὐτόν· ἡ Θεανώ, θεία γυνή, πρὸς χάριν {{r|70}}
τοῦ ἀνδρός της, καλοανάτρεφεν ὡς τ’ ἀκριβὰ παιδιά της.
᾽Εκεῖνον τότ’ ἀπὸ σιμὰ ὁ ἀνδρεῖος Φιλεΐδης
κτύπησε στ’ ἀντικέφαλο μ’ ἀκονισμένην λόγχην·
τὴν γλώσσαν ἔκοψ ὁ χαλκὸς κάτ’ ὡς τὰ δόντια πέρα·
πέφτει· σφίγγουν τὰ δόντια του τὸ σίδερο τὸ κρύο. {{r|75}}
Τὸν θεῖον τότε ῾Υψήνορα, τοῦ ὑπερηφάνου ἐκείνου
ποῦ Δολοπίονος υἱόν, ἱερέα τοῦ Σκαμάνδρου,
ὁποὺ ὁ λαὸς ὁλόκληρος ὡσὰν θεὸν τιμοῦσε,
ὁ Εὐαιμονίδης ὁ λαμπρὸς Εὐρύπυλος τὸν φθάνει,
ἐμπρός του ὡς ἔφευγε, καὶ αὐτοῦ τοῦ θέρισε ἀπ’ τὸν ὦμον {{r|80}}
μὲ μάχαιραν τὸ δυνατό του χέρι· καὶ αὐτὸ πέφτει
αἱματωμένο κατὰ γῆς· τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ κλεῖσαν
ἡ μοίρα ἡ παντοδύναμη καὶ τοῦ θανάτου σκότος.
Ετσι ἐνεργοῦσαν στὸν σφοδρὸν ἀγώνα τοῦ πολέμου·
καὶ τότε δὲν θὰ γνώριζες μὲ ποιοὺς εἶναι ὁ Τυδείδης, {{r|85}}
ἂν πάη μὲ τοὺς Ἀχαιοὺς ἤ μὲ τοὺς Τρωαδίτες,
ὅτι στὸ σιάδι ἐμάνιζεν, ὡς φουσκωτὸ ποτάμι
ποὺ παίρνει κάθε πρόχωμα μὲ τὴν σφοδρὰν ροήν του·
οὔτε προχώματα κρατοῦν ἐκείνου τὴν πλημμύραν,
οὔτε τῶν κήπων στερεοὶ φραγμοὶ τὴν ἐμποδίζουν, {{r|90}}
ἔξαφν’ ἄν φθάση, ἂν τοῦ Διὸς νεροποντιὰ πληθύνη˙
καὶ καταστρέφει γεωργῶν ἔργα πολλὰ καὶ ὡραῖα·
ὅμοια τὲς πυκνὲς φάλαγγες ἐτάραζε ὁ Τυδείδης
τῶν Τρώων καὶ τὰ πλήθη των δὲν στέκονταν ἐμπρός του.
Τὸν εἶδε τοῦ Λυκάονος ὁ υἱὸς ὁ ἐπαινεμένος {{r|95}}
τὲς φάλαγγες μὲ μάνιτα νὰ σπάνη στὴν πεδιάδα·
τὸ κυρτὸ τόξο ἐτέντωσε ἐνάντιά του, ὡς ὁρμοῦσε
ἐπάνω του˙ τὸν πίτυχε στοῦ θώρακος τὸ κύτος,
στὸν δεξιὸν ὦμον˙ τὸ πικρὸν ἀκόντι ἀνοίγει δρόμον
ἀντίπερα κι ὁ θώρακας ἐγέμισ’ ὅλος αἷμα. {{r|100}}
Φώναξε τότε ὁ Πάνδαρος μακριὰ νὰ τὸν ἀκούσουν:
«Γενναῖοι Τρῶες, κεντηταὶ τῶν ἵππων, κινηθῆτε·
λαβώθ’ ἰδοὺ τῶν Ἀχαιῶν ὁ πρῶτος καὶ θὰ πέση
ἀπ’ τὸ σφοδρό μου ἀκόντισμα˙ ἂν μ’ ἔσπρωξε τωόντι
ὁ Ἀπόλλων τοῦ Διὸς υἱὸς ὡς ἦλθ’ ἀπ’ τὴν Λυκίαν». {{r|105}}
Αὐτά ᾽πε αὐτὸς καυχώμενος· δὲν ἔπεσε ἀπ’ τὸ βέλος
κεῖνος, ἀλλ’ ἀναμέρισε κι ἐμπρὸς στ’ ἁμάξι ἐστάθη
καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σθένελον, υἱὸν τοῦ Καπανέως :
«῎Ελα, Καπανειάδη μου, κατέβ’ ἀπὸ τ’ ἁμάξι
ἀπὸ τὸν ὦμον τὸ πικρὸν ἀκόντι νὰ μοῦ σύρης». {{r|110}}
Εἶπε καὶ χάμου ὁ Σθένελος ἐπήδησ’ ἀπ’ τὸ ἁμάξι
καὶ ἀπὸ τὸν ὦμον μέσαθε τοῦ ἐτράβηξε τὸ ἀκόντι
καὶ τὸ αἷμα εὐθὺς πετάχθηκεν ἀπ’ τὸν κρουστὸν χιτώνα·
καὶ τότ’ εὐχήθη ὁ ξακουστὸς στὲς μάχες Διομήδης:
«Ἄκου με, κόρη ἀδάμαστη τοῦ αἰγιδοφόρου Δία, {{r|115}}
ἐὰν ποτὲ στὸν πόλεμον ἐδείχθης τοῦ πατρός μου
καλὴ βοηθός, ἀγάπησε κι ἐμέ, θεά μου, τώρα·
τὸν ἄνδρα ποὺ μ’ ἐλάβωσε κι ἐπαίρεται καὶ λέγει
ποὺ ὀλίγο ἀκόμη θὰ χαρῶ τὸ λαμπρὸ φῶς τοῦ ἡλίου,
δὸς νὰ τὸν φθάσ’ ἡ λόγχη μου νεκρὸς νὰ πέση ἐμπρός μου». {{r|120}}
Αὐτὰ δεήθη, κι ἡ θεὰ τὴν δέησιν ἐδέχθη,
τὰ μέλη τοῦ ᾽καμ’ ἐλαφρά, τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια,
κι ἦλθε σιμά του κι εἶπε του μὲ λόγια φτερωμένα:
«Διομήδη, τώρα θαρρετὰ πολέμησε τοὺς Τρῶας,
ὅτι στὰ στήθη σοῦ ᾽βαλα τὴν πατρικὴν ἀνδρείαν {{r|125}}
ἀτρόμητην, ὡς ὁ Τυδεὺς τὴν εἷχε ὁ ἀσπιδοφόρος
καὶ τὴν κατάχνια ἀφαίρεσα ποὺ σκέπαζε τὸ φῶς σου,
ὅπως θεὸν ἀπὸ θνητὸν εὐκόλως ξεχωρίσης.
Διὰ τοῦτο ἂν ἔλθη ἐδῶ θεὸς γιὰ νὰ σὲ δοκιμάση,
μ’ ἄλλον ἀθάνατον θεὸν ἐσὺ μὴ πολεμήσης {{r|130}}
κανέναν· ἀλλ’ ἂν τοῦ Διὸς ἡ κόρ’ ἡ Ἀφροδίτη
ἔλθη στὸν πόλεμον αὐτὴν μὲ λόγχην θὰ κτυπήσης».
Αὐτά ᾽πε καὶ ἀναχώρησεν ἡ γλαυκομάτ’ Ἀθήνη.
Εἰς τοὺς προμάχους ὅρμησε καὶ πάλιν ὁ Τυδείδης
καὶ ἂν ἦταν πρόθυμος καὶ πρὶν νὰ πολεμᾶ τοὺς Τρῶας, {{r|135}}
τώρ’ εἶχε τρίδιπλην ὁρμήν, ὡς ἔχει τὸ λεοντάρι,
ποὺ ὅταν πηδήση στὴν αὐλὴν τῶν μαλλιαρῶν προβάτων
καὶ τὸ σκαρφίση ὁ φύλακας, χωρὶς νὰ τὸ φονεύση,
ἀνδρειὰ τοῦ δίδει καὶ ποσῶς δὲν τοῦ ἀντιστέκει πλέον,
μέσα στὲς στάνες κρύβεται καὶ τά ᾽ρημα σκορπιοῦνται· {{r|140}}
ἐκεῖνα ἐπανωβιάζονται κι ἐκεῖνο ἀπ’ τὴν βαθεῖαν
αὐλὴν μὲ μέγα πήδημα στὴν ἐξοχὴν πετιέται·
ἔτσι στοὺς Τρῶας χύθηκεν ὁ δυνατὸς Τυδείδης.
Κτυπᾶ κεῖ τὸν ᾽Αστύνοον κι ῾Υπείρονα τὸν ἄρχον·
κεῖνον ἐπάνω στὸν μαστὸν μὲ λογχοφόρο ἀκόντι, {{r|145}}
τὸν ἄλλον μὲ τρανὸ σπαθὶ μέσα στὴν ὠμοπλάτην
καὶ ἀπ’ τὸν αὐχένα ἐχώρισε τὸν ὦμον καὶ ἀπ’ τὰ νῶτα.
᾽Εκεῖθε στὸν Πολύιδον καὶ Ἄβαντα περνάει,
υἱοὺς τοῦ Εὐρυδάμαντος, τοῦ γέρου ὀνειροκρίτου·
σ’ αὐτοὺς δὲν ξήγησ’ ὄνειρα ὁπότε ἀναχωροῦσαν, {{r|150}}
ἀλλὰ νεκροὺς τοὺς γύμνωσεν ὁ δυνατὸς Διομήδης.
Τὸν Ξάνθον καὶ τὸν Θόωνα, δυὸ τέκνα καὶ τὰ δύο
ἀγαπητὰ τοῦ Φαίνοπος, πού ᾽χε κακὸ τὸ γῆρας,
ὅτι ἄλλον δὲν ἐγέννησε τὸ βιό του νὰ τοῦ ἀφήση.
Τοὺς πῆρε τὴν γλυκιὰ ζωὴν κι ἐγύμνωσε ὁ Τυδείδης {{r|155}}
καὶ ἄφην’ εἰς δάκρυα καὶ ὀδυρμοὺς τὸν ἄκληρον πατέρα,
ποὺ δὲν τοὺς διέχθη ζωντανοὺς ὀπίσω ἀπὸ τὴν μάχην
καὶ μακρινοί του συγγενεῖς τὸ βιός του ἐμοιρασθῆκαν.
Τοῦ Δαρδανίδου πιάνει αὐτοῦ, δυὸ τέκνα, τοῦ Πριάμου
ποὺ σ’ ἕνα ἁμάξι ἐκάθονταν, ᾽Εχέμμων καὶ Χρομίος. {{r|160}}
Καὶ ὡσὰν λιοντάρι ποὺ εἰς κοπὴν βοδιῶν μέσα στὸν λόγγον
ὁρμᾶ καὶ ἀπὸ τὸν τράχηλον τραβᾶ μοσχάρι ἢ ταῦρον,
ὁμοίως ἀπ’ τὴν ἅμαξαν ἐκεῖνος καὶ τοὺς δύο
κακόσυρε καὶ γύμνωσε νεκρούς· καὶ τ’ ἄλογά των
ἔδωκε τῶν συντρόφων του νὰ φέρουν εἰς τὰ πλοῖα. {{r|165}}
Τὸν εἶδ’ ὁ Αἰνείας τῶν ἀνδρῶν τὲς φάλαγγες νὰ στρώνη
καὶ μέσ’ ἀπὸ τὴν ταραχὴν διαβαίνει κι ἀπ’ τ’ ἀκόντια,
καὶ τὸν ἰσόθεον Πάνδαρον ζητοῦσε ν’ ἀπαντήση·
κι ἐβρῆκε τὸν ἀσύγκριτον καὶ τὸν ἀνδρειωμένον
Λυκαονίδην, κι ἔμεινεν ἐμπρός του καὶ τοῦ εἶπε: {{r|170}}
«Πάνδαρε, ποῦ τὸ τόξο, ποῦ τὰ φτερωτά σου βέλη,
ἡ δόξα ποῦ ; Καὶ ἰσόπαλον κανένα ἐδῶ δὲν ἔχεις,
οὐδὲ μὲς στὴν Λυκίαν σου δὲν εἶναι ἀνώτερός σου.
Ἀλλ’ ἔλα, εὔχου τοῦ Διὸς καὶ βέλος ρίξε εἰς τοῦτον
τὸν ἄνδρα ποὺ μανίζει ἐδῶ καὶ ἀφάνισε τοὺς Τρῶας, {{r|175}}
ὅτι τὰ γόνατ’ ἔλυσε πολλῶν καὶ ἀνδρειωμένων,
ἐκτὸς ἄν εἶναι τις θεὸς ποὺ ὠργίσθη διὰ θυσίες
στοὺς Τρῶας· εἶναι φοβερὴ ἡ ὀργὴ τῶν ἀθανάτων».
Τότε ὁ λαμπρὸς ἀπάντησε σ’ αὐτὸν Λυκαονίδης:
«Τῶν χαλκοφράκτων Τρωαδιτῶν, ὦ βουληφόρ’ Αἰνεία, {{r|180}}
εἰς ὅλα φαίνεταί μου αὐτὸς ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης,
διακρίνω τὴν ἀσπίδα του, τὸ κωνικό του κράνος
καὶ τ’ ἄλογα· πλὴν καθαρὰ δὲν ξεύρω ἂν θεὸς εἶναι.
Καὶ ἂν εἶναι αὐτὸς ποὺ λέγω ἐγὼ ὁ ἀνδρεῖος Τυδεΐδης,
δὲν εἶναι ἀνθρώπου ἡ λύσσ’ αὐτὴ καὶ κάποιον στὸ πλευρό του {{r|185}}
ἔχει θεὸν ἀθώρητον μὲ νέφος τυλιγμένον,
ποὺ ἔγυρε ἀλλοῦ τὸ πτερωτὸν ἀκόντι ποὺ τὸν πῆρε,
ὅτι ἤδη βέλος τοῦ ᾽ριξα καὶ τὸν δεξιόν του ὦμον
τοῦ πέτυχα κι ἐπέρασα τοῦ θώρακος τὸ κύτος
κι ἐθάρρουν πὼς τὸν ἔστειλα στὸ δῶμα τοῦ Ἀϊδωνέως, {{r|190}}
καὶ ὅμως δὲν τὸν φόνευσα· θεὸς εἶναι ὀργισμένος.
Τοὺς ἵππους μου διὰ ν’ ἀνεβῶ τ’ ἁμάξια ἐδῶ δὲν ἔχω,
ἀλλὰ μὲς στοῦ Λυκάονος τὰ μέγαρ’ εἶναι ἁμάξια
ἕνδεκα νέα κι εὔμορφα, μὲ πέπλους σκεπασμένα
κι εἰς κάθε ἁμάξ’ εἶναι σιμὰ ζευγαρωτὰ πουλάρια, {{r|195}}
στέκουν καὶ τρώγουν τὴν ζειὰ καὶ τὸ λευκὸ κριθάρι.
Πολὺ τωόντι ὁ γέροντας πολεμιστὴς Λυκάων
μὲ νουθετοῦσ’ ὅτ’ ἄφηνα τὰ ὡραῖα μέγαρά μας·
μοῦ ᾽λεγεν εἰς τ’ ἁμάξια μου καὶ στ’ ἄλογ’ ἀναβάτης
νὰ ὁδηγῶ Τρῶας στοὺς δεινοὺς ἀγῶνες τοῦ πολέμου˙ {{r|200}}
καὶ τὴν καλήν του συμβουλὴν δὲν ἄκουσ’ ἀπὸ φόβον
γιὰ τ’ ἄλογά μου εἰς ἄφθονην τροφὴν συνηθισμένα,
μήπως εἰς τόπον, ὅπου κλειοῦν ἐχθροί, τροφὴ τοὺς λείψη·
τ’ ἄφηκ’ αὐτοῦ, κι ἦλθα πεζὸς στὸ ῎Ιλιον, θαρρώντας
στὸ τόξο, ἀλλὰ δὲν ἔμελλεν αὐτὸ νὰ μ’ ὠφελήση. {{r|205}}
Διότι ὡς τώρα ἐτόξευσα τῶν πολεμάρχων δύο,
τὸν Ἀτρείδην, ἔπειτα τὸν Διομήδη κι αἷμα
τὸ βέλος μου τοὺς ἔβγαλε διὰ ν’ ἀγριεύσουν πλέον.
Σ’ ὥραν κακὴν ξεκρέμασα λοιπὸν τὸ τόξο τοῦτο,
ὅταν ἀνδρείων ἀρχηγὸς διὰ τὴν τερπνὴν Τρωάδα {{r|210}}
τοῦ ἰσοθέου ῞Εκτορος πρὸς χάριν ξεκινοῦσα.
Καὶ ἄν γύρω ἀπὸ τὸν πόλεμον καὶ ἴδω τὴν πατρίδα,
τὴν ποθητὴν συμβιαν μου καὶ τὸ ὑψηλό μου δῶμα,
τὴν κεφαλήν μου ἂς κόψη ἐχθρός, ἐὰν μ’ αὐτὰ τὰ χέρια
τὸ τόξο αὐτὸ συντρίμματα δὲν κάνω, ἂν δὲν τὸ ρίξω {{r|215}}
στὲς φλόγες, ὅτι ἀνώφελα αὐτὸ μὲ συνοδεύει».
Ὁ Αἰνείας τοῦ ἀπάντησε, τῶν Τρώων πολεμάρχος:
«Αὐτὰ μὴ λέγης· παντελῶς τὸ πράγμα δὲν θ’ ἀλλάξη·
ἀπ’ τὴν ζεμένην ἅμαξαν ῍ἀν δὲν δοκιμασθοῦμε
στὸν ἄνδρα τοῦτον ἄντικρυ, μὲ ὅλα τ’ ἅρματά μας. {{r|220}}
᾽Εμπρός, στ’ ἁμάξι ἀνέβα ἐδῶ, διὰ νὰ γνωρίσης ποῖα
τ’ ἄλογα εἶναι τοῦ Τρωός, πῶς ξεύρουν στὴν πεδιάδα,
κυνηγοῦντ’ εἴτε κυνηγοῦν, γοργότατα νὰ τρέχουν·
καὶ αὐτὰ στὴν πόλιν ἄσφαλτα μᾶς σώζουν, ἂν τὴν νίκην
εἰς τοῦ Τυδέως τὸν υἱὸν χαρίση πάλι ὁ Δίας. {{r|225}}
Καὶ πάρε σὺ τὴν μάστιγα καὶ τὰ λαμπρὰ λουρία,
στ’ ἁμάξι θ’ ἀνεβῶ κι ἐγώ, νὰ μάχωμαι, ἢ σὺ δέξου
τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου τὴν ὁρμήν, κι ἐγὼ τ’ ἁμάξι βλέπω».
Ἀντεῖπε τοῦ Λυκάονος ὁ υἱὸς ὁ ἐπαινεμένος:
«Ὁ ἴδιος λάβε τὰ λουριὰ καὶ τ’ ἄλογά σου, Αἰνεία˙ {{r|230}}
μὲ κυβερνήτην τους γνωστὸν καλύτερα θὰ παίρνουν
τ’ ἁμάξι, ἂν μᾶς κυνηγᾶ καὶ πάλιν ὁ Τυδείδης·
μὴν ἀπὸ φόβον ὀκνηρά, ποθώντας τὴν φωνήν σου,
ἐμᾶς νὰ φέρουν ἀρνηθοῦν μακρὰν ἀπ’ τὸν ἀγώνα,
καὶ τότ’ ὁρμήση ἐπάνω μας ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης {{r|235}}
καὶ μᾶς φονεύση καὶ τοὺς δυὸ καὶ πάρη καὶ τοὺς ἵππους·
ἀλλὰ ἐσὺ τοὺς ἵππους σου κυβέρνα καὶ τ’ ἁμάξι,
καὶ τὴν ὁρμὴν τοῦ ἀνδρὸς ἐγὼ μὲ λόγχην θ’ ἀπαντήσω».
Αὐτά ’παν κι’ ἅμ’ ἀνέβηκαν στ’ ὡραϊσμένο ἁμάξι
κινῆσαν τὰ γοργ’ ἄλογα μὲ ὁρμὴν πρὸς τὸν Τυδείδην. {{r|240}}
Τοὺς εἶδε ὁ Σθένελος, λαμπρὸς υἱὸς τοῦ Καπανέως,
καὶ στὸν Τυδείδην εἶπ’ εὐθὺς μὲ λόγια φτερωμένα:
«Τυδείδη, ἀγαπημένε μου Διομήδη, βλέπω δύο
ἀνδρειωμένους ὁποὺ ὁρμοῦν μὲ σὲ νὰ πολεμήσουν
καὶ ἄμετρην ἔχουν δύναμιν· ὁ Πάνδαρος τοξότης {{r|245}}
καλὸς καὶ τοῦ Λυκάονος καυχᾶτ’ ὅτ’ εἶναι γόνος,
ὁ Αἰνείας πάλι ὅτ’ εἶναι υἱὸς καυχᾶται τοῦ γενναίου
Ἀγχίση καὶ μητέρα του τὴν Ἀφροδίτην ἔχει.
Κι ἔλα στ’ ἁμάξι ἀνάμερα μ’ ἐμέ καὶ στοὺς προμάχους
μὴ τόσο μοῦ λυσσομανᾶς, μὴ χάσης τὴν ζωήν σου». {{r|250}}
Μὲ λοξὸ βλέμμ’ ἀπάντησεν ὁ δυνατὸς Διομήδης:
«Μὴ κάμης λόγον διὰ φυγήν, ποσῶς δὲν θὰ μὲ πείσης·
ὅτι δὲν τό ᾽χω φυσικὸ τὴν μάχην ν’ ἀποφεύγω
ἤ νὰ δειλιάζω· ἀσάλευτην ἔχω καρδιὰν ἀκόμη˙
μοῦ ᾽ναι τ’ ἁμάξι βαρετὸ κι ἐνάντια τους θὰ ὁρμήσω {{r|255}}
ὡς εἷμαι τώρα κι ἡ Ἀθηνᾶ δὲν στέργει ἐγὼ νὰ φεύγω.
Καὶ μ’ ὅλα τὰ γοργ’ ἄλογα δὲν θὰ σωθοῦν ἐκεῖνοι·
ὁ ἕνας ἀπ’ τὰ χέρια μας θὰ πέση, ἂν καὶ ὄχ’ οἱ δύο.
Καὶ ἄλλο τι ἀκόμα θὰ σοῦ εἰπῶ καὶ βάλε το στὸ νοῦ σου˙
ἂν ἡ πολύβουλη ᾽Αθηνᾶ τὴν δόξαν μᾶς χαρίση {{r|260}}
κι οἱ δυὸ νὰ πέσουν, τ’ ἄλογα σὺ κράτει τὰ δικά σου
αὐτοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἅμαξαν τοὺς χαλινούς των δέσε
καὶ χύσου εὐθὺς εἰς τ’ ἄλογα τοῦ Αἰνεία νὰ τὰ φέρης
εἰς τοὺς γενναίους ᾽Αχαιοὺς ἀπ’ τὸν στρατὸν τῶν Τρώων,
ὅτι κρατοῦν ἀπ’ τ’ ἄλογα ποὺ ὁ βροντητὴς Κρονίδης {{r|265}}
τοῦ Τρωὸς ἔδωκε ἀμοιβὴν τοῦ υἱοῦ του Γανυμήδη,
ὡς τὰ καλύτερα ἄλογα στὸν ἥλιον ἀποκάτω.
Ἀπ’ τὴν σποράν τους ἔκλεψεν ὁ Ἀγχίσης βασιλέας
κρυφ’ ἀπ’ τὸν Λαομέδοντα μὲ θηλυκὰ δικά του
καὶ ἕξι τοῦ γεννήθηκαν πουλάρια κι ἐκρατοῦσε {{r|270}}
τὰ τέσσερα κι ἀνάτρεφε στὴν φάτνην του καὶ τοῦτα
τὰ δύο, πρόξενα φυγῆς, ἐχάρισε τοῦ Αἰνεία.
᾽Εκεῖν’ ἂν πάρωμε, θὰ εἶν’ ἡ δόξα μας μεγάλη».
Τοὺς λόγους τούτους ἔλεγαν ἐκεῖνοι ἀνάμεσόν τους
κι εὐθὺς μὲ τὰ γοργ’ ἄλογα πλησίασαν οἱ δύο. {{r|275}}
Καὶ πρῶτος τοῦ Λυκάονος ὁ λαμπρὸς γόνος εἶπε:
«῏Ω γόνε σιδηρόκαρδε τοῦ θαυμαστοῦ Τυδέως,
τὸ γοργὸ βέλος τὸ πικρὸ δὲν σ’ ἔριξε· καὶ τώρα
μὲ τὸ κοντάρι δοκιμὴν θὰ κάμω, ἂν σ’ ἐπιτύχω».
Εἶπε καὶ τὸ μακρόσκιον κοντάρι σφενδονίζει {{r|280}}
καὶ τὴν ἀσπίδα τρύπησε τοῦ Διομήδη πέρα
ἡ χάλκιν’ ἄκρη κι ἔφθασε τὸν θώρακα νὰ ἐγγίξη
κι ἐφώναξεν ὁ Πάνδαρος μακρὰν νὰ τὸν ἀκούσουν:
«Εἰς τὸ λαγγόνι περαστὰ σὲ λάβωσα· καὶ ὀλίγην
ἔχεις ζωήν· καὶ καύχημα σ’ ἐμὲ ἔδωκες μεγάλο». {{r|285}}
Καὶ ἀτρόμητος τοῦ ἀπάντησεν ὁ δυνατὸς Διομήδης:
«῎Εσφαλες, δὲν μ’ ἐπέτυχες· ἀλλὰ δὲν θὰ ἡσυχάστε,
πρὶν πέση ἀπὸ τοὺς δύο σας ὁ ἕνας καὶ χορτάσω
στὸ αἷμα τὸν ἀδάμαστον πολεμιστὴν τὸν Ἄρη».
Ρίχνει τ’ ἀκόντι· κι ἡ Ἀθηνᾶ τ’ ὁδήγησε στὴν μύτην, {{r|290}}
σιμὰ στὸ μάτι· καὶ ὁ σκληρὸς χαλκὸς τὰ λευκὰ δόντια
τοῦ πέρασε καὶ τοῦ ᾽κοψε τὴ γλώσσαν εἰς τὴ ρίζα,
κι ἡ χάλκιν’ ἄκρη κάτωθεν ἐφάνη ἀπ’ τὸ πηγούνι.
Πέφτει ἀπ’ τ’ ἁμάξι καὶ βροντοῦν ἐπάνω τ’ ἄρματά του
τὰ εὔμορφα καὶ ὁλόλαμπρα καὶ ἀνάμερα ἀπὸ φόβον {{r|295}}
συρθῆκαν τὰ γοργ’ ἄλογα· κι ἐκεῖνος ἐνεκρώθη.
Μὲ τὴν ἀσπίδα ἐπήδησε καὶ τὸ μακρὺ κοντάρι
ὁ Αἰνείας, μήπως οἱ Ἀχαιοὶ τοῦ πάρουν τὸν νεκρόν του˙
καὶ ὡς θαρρετὸ στὴν ρώμην του λιοντάρι διασκελοῦσε
γύρω του μὲ τ’ ἀκόντι ἐμπρὸς καὶ τὴν γλιστρὴν ἀσπίδα, {{r|300}}
ἔτοιμος νὰ φονεύση αὐτὸν ποὺ στὸν νεκρὸν σιμώση
κι ἐφώναζε τρομακτικά· κι ἐσήκωσε ὁ Τυδείδης
πέτραν τρανήν, θεόρατην· δὲν θὰ τὴν παῖρναν δύο
τῶν τωρινῶν θνητῶν καὶ αὐτὸς τὴν ἔπαιζε καὶ μόνος.
Καὶ τὸν Αἰνείαν κτύπησε μ’ αὐτὴν στὸ μέρος, ὅπου {{r|305}}
στρέφεται ὁ γόφος στὸ μερὶ καὶ λέγεται κουτάλα˙
καὶ τὴν κουτάλα σύντριψε καὶ τὰ δυὸ νεῦρ’ ἀκόμη·
ὁ τραχὺς λίθος τοῦ ᾽γδαρε τὸ δέρμα· πέφτει ὁ ἥρως
στὰ γόνατά του καὶ στὴν γῆν μὲ τὸ παχύ του χέρι
στηρίχθη καὶ τὰ μάτια του μαύρη σκεπάζει νύκτα. {{r|310}}
Κι ἔχανε τότε τὴν ζωὴν ὁ βασιλεὺς Αἰνείας,
ἀλλ’ ἡ Ἀφροδίτη τοῦ Διὸς ἡ κόρη εὐθὺς τὸν εἶδε,
ὁποὺ στῶν μόσχων τὲς βοσκὲς τὸν γέννησε τοῦ Ἀγχίση·
ἔζωσε αὐτὴ μὲ τὲς λευκὲς ἀγκάλες τὸ παιδί της
καὶ ὁ φωτοβόλος πέπλος της στὲς δίπλες του τὸν κρύβει, {{r|315}}
φράγμα στὰ βέλη, μὴ κανὲν ἀκόντι χαλκοφόρο
τῶν ταχυΐππων Δαναῶν τὸν εὕρη μὲς στὸ στῆθος.
Κι ἐνῶ ἀπ’ τὴν μάχην ἔπαιρνε τὸν ποθητὸν υἱόν της
ἐκείνη, δὲν λησμόνησεν ὁ υἱὸς τοῦ Καπανέως
αὐτὰ ποὺ τοῦ παράγγειλεν ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης· {{r|320}}
καὶ τὰ δικά του ἄλογα μακρὰν ἀπὸ τὸν κρότον
ἔστησε καὶ τοὺς χαλινοὺς προσέδεσε στ’ ἁμάξι.
Καὶ τὰ καλότριχ’ ἄλογα τοῦ Αἰνεία παίρνει ἀμέσως
πρὸς τοὺς γενναίους Ἀχαιοὺς ἀπ’ τὸν στρατὸν τῶν Τρώων·
τά ᾽δωκε στὸν Δηίπυλον, τὸν σύντροφον ποὺ ἀπ’ ὅλους {{r|325}}
προτίμα τοὺς ὁμήλικες, ὅτ’ εἶχαν μίαν γνώμην,
νὰ τὰ ὁδηγήση στὰ βαθιὰ καράβια· τότ’ ὁ ἥρως
στ’ ἁμάξι ἀνέβη κι ἔπιασε τὰ ὁλόλαμπρα λουρία
καὶ τὰ στερεόποδ’ ἄλογα πρὸς τὸν Τυδείδην σπρώχνει.
Τοῦτος τὴν Κύπριν μ’ ἄπονο κοντάρι ἐκυνηγοῦσε, {{r|330}}
ὅτ’ ἤξευρε πού ᾽ν’ ἄνανδρη θεὰ καὶ δὲν ὁμοιάζει
μὲ τὲς θεές, ὁποὺ ἀρχηγοῦν στὴν μάχην τῶν ἀνδρείων,
οὔτε ἡ πορθήτρα ᾽Ενυώ, οὔτε ἡ Παλλὰς Ἀθήνη.
Ἀλλ’ ὅτε τὴν ἐπρόφθασε στὸ μέγα πλῆθος μέσα
τινάχθη, ἐπήδησ’ ὁ υἱὸς τοῦ θαυμαστοῦ Τυδέως {{r|335}}
καὶ μὲ τ’ ἀκόντι ἐσκάρφισε τὸ τρυφερό της χέρι·
τὸν πέπλον της, ἀμβρόσιον ὑφάδι τῶν Χαρίτων,
πέρασ’ ἡ λόγχη κι εὕρηκε τὴν ἄκρην τῆς παλάμης˙
ρέει τὸ αἷμα τῆς θεᾶς καὶ ἄφθαρτον εἶν’ ἐκεῖνο,
τὸ ἔχουν μόν’ οἱ μάκαρες θεοὶ καὶ ἰχὼρ τὸ λέγουν˙ {{r|340}}
οἶνον δὲν πίνουν οἱ θεοί, μήτε σιτάρι τρώγουν,
κι εἶναι διὰ τοῦτο ἀναίματοι καὶ ἀθάνατοι καλοῦνται.
Φώναξ’ ἐκείνη θλιβερὰ καὶ ἀφήνει τὸν υἱόν της·
στὰ χέρια του τὸν σήκωσεν ὁ Ἀπόλλων καὶ μὲ νέφος
μαῦρο τὸν ζώνει, μὴ κανὲν ἀκόντι χαλκοφόρο {{r|345}}
τῶν ταχυΐππων Δαναῶν τὸν εὕρη μὲς στὸ στῆθος.
Μακρὰν τότ’ ἔσυρε κραυγὴν ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης:
«Φεῦγε, ὦ κόρη τοῦ Διός, τῆς μάχης τοὺς ἀγῶνε.
Ἤ δὲν σοῦ ἀρκεῖ ποὺ ξεπλανᾶς τὲς ἄνανδρες γυναῖκες;
Θαρρῶ πὼς ἄν εἰς πόλεμον καὶ πάλιν λάβης μέρος, {{r|350}}
θ’ ἀνατριχιᾶς κι ἐὰν μακρὰν διὰ πόλεμον ἀκούσης».
Αὐτά ᾽πε κι ἔφευγε ἡ θεὰ μὲ ζάλην καὶ μὲ πόνους
σκληροὺς κι ἐγίνη μελανὸ τὸ ρόδινό της σῶμα·
κι ἡ ῎Ιρις ἡ ἀνεμόποδη τὴν πῆρε ἀπὸ τὸ πλῆθος
τὸν ἄγριον ῎Αρη ἀριστερὰ τῆς μάχης καθισμένον {{r|355}}
ἦβρε· καὶ ὁμίχλη σκέπαζε τὴν λόγχην καὶ τοὺς ἵππους.
Τότ’ ἐγονάτισε ἡ θεὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἀδελφόν της
τὰ χρυσοστέφαν’ ἄλογα πολὺ θερμὰ ζητοῦσε :
«Γλυκέ, βοήθα με, ἀδελφέ, καὶ δός μου τ’ ἄλογά σου
νὰ μεταβῶ στὸν ῎Ολυμπον, ἕδραν τῶν ἀθανάτων· {{r|360}}
πληγὴ μὲ σφάζει ὁποὺ θνητὸς μοῦ ἔκαμε, ὁ Τυδείδης,
ποὺ τώρα μάχην θά ᾽καμνε καὶ στὸν πατέρα Δία».
Τὰ χρυσοστέφαν’ ἄλογα τῆς ἔδωκεν ὁ Ἄρης·
στ’ ἁμάξι ἀνέβ’ ἡ θλιβερή· στὸ πλάγι της ἡ ῎Ιρις
κάθισε καὶ τοὺς χαλινοὺς στὰ χέρια της ἐπῆρε· {{r|365}}
κτυπᾶ κι ἐκεῖνα πρόθυμα πετοῦν καὶ γοργὰ φθάνουν
εἰς τὸν ὑψηλὸν Ὄλυμπον, τῶν ἀθανάτων ἔδραν˙
τ’ ἄλογ’ αὐτοῦ σταμάτησεν ἡ ἀνεμόποδ’ ῎Ιρις
καὶ ἀφοῦ τὰ ξέζεψε, τροφὴν τοὺς ἔβαλε ἀμβροσίαν·
κι ἡ Ἀφροδίτη ἔπεσε στὸν κόλπον τῆς μητρός της {{r|370}}
Διώνης· τούτη ἀγκάλιασε τὴν ποθητήν της κόρην,
μὲ τὸ χέρι τὴν χάιδευσε κι εἶπε σ’ αὐτήν : «Παιδί μου,
ποιός τῶν θεῶν τόσ’ ἄπρεπα σοῦ ᾽καμε αὐτὰ ποὺ βλέπω,
ὡς νά ᾽χε σ’ ἔβρει φανερὰ κάποιο κακὸ νὰ κάμνης; »
Σ’ ἐκείνην ἡ φιλόγελη ἀπάντησε Ἀφροδίτη: {{r|375}}
«᾽Εμένα ὁ μεγαλόψυχος ἐλάβωσε Τυδείδης,
διότι ἀπὸ τὸν πόλεμον ἔπαιρνα τὸν υἱόν μου
Αἰνείαν, ποὺ ὑπεραγαπῶ, καθὼς κανέναν ἄλλον.
Διότι Τρώων καὶ ᾽Αχαιῶν δὲν εἶναι μάχη πλέον·
πολεμοῦν ἤδ’ οἱ Δαναοὶ καὶ μἐ τοὺς ἀθανάτους». {{r|380}}
Καὶ πρὸς αὐτὴν ἀπάντησεν ἡ σεβαστὴ Διώνη:
«Μὲ ὑπομονὴν τὸ πάθος σου, παιδί μου, νὰ βαστάσης·
ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους πάθαμε πολλοὶ τῶν Ὀλυμπίων,
ὡς ἐμεῖς δίδομε ἀφορμὴν κακῶν ἀνάμεσόν μας.
Βάσταξ’ ὁ Ἄρης π’ ἄλυτα τὸν έδεσεν ὁ ῏Ωτος {{r|385}}
καὶ ὁ ᾽Εφιάλτης ὁ δεινός, τὰ τέκνα τοῦ ᾽Αλωέως˙
κι ἔμεινε μῆνες δεκατρεῖς στὸ χάλκινον ἀγγεῖον˙
καὶ τότε ὁ πολεμόδιψος ὁ Ἄρης θὰ ἐχανόνταν,
ἡ μητρυιά του ἄν τοῦ ῾Ερμῆ δὲν τό ᾽λεγεν, ἡ ὡραία
᾽Ηεριβοίη· κι ἔκλεψεν αὐτὸς τὸν Ἄρη, ὁπόταν {{r|390}}
ἐκόντευε ὁ σκληρὸς δεσμὸς νὰ πάρη τὴν πνοήν του.
Βάσταξ’ ἡ ῞Ηρα, ὅτε ὁ δεινὸς ᾽Αμφιτρυωνιάδης,
μ’ ἀκόντι τρίγωνο ἔπληξε τὸν δεξιὸν μαστόν της
καὶ τὴν θεὰν ἀγιάτρευτος βασάνιζεν ὁ πόνος.
Βάσταξε καὶ ὁ θεόρατος ὁ Ἅδης πικρὸ βέλος· {{r|395}}
ὁ ἴδιος ἄνδρας, ὁ υἱὸς τοῦ αἰγιδοφόρου Δία,
ὀδυνηρὰ τὸν πλήγωσε εἰς τῶν νεκρῶν τὴν πύλην˙
κίνησε πρὸς τὸν ῎Ολυμπον στὸ δῶμα τοῦ Κρονίδη
περίλυπος καὶ στὴν καρδιὰ τὸν ἔπιαναν οἱ πόνοι,
ὅτι τὸν μέγαν ὦμον του τ’ ἀκόντ’ εἶχε περάσει. {{r|400}}
Μὲ βότανα παυσίπονα, ποὺ τοῦ ᾽βαλε ὁ Παιήων,
τὸν γιάτρευσεν ὅτι θνητὸς δὲν ἦτο αὐτὸς πλασμένος·
ὁ ἄθλιος, ὁ αὐθαδέστατος ἐργάτης ἀσεβείας,
ποὺ τοὺς θεοὺς ποὺ κατοικοῦν στὸν ῎Ολυμπο κτυποῦσε,
καὶ αὐτὸν τώρα ἐναντίον σου ἡ Ἀθήνη τὸν Τυδείδην {{r|405}}
ἔβαλε καὶ δὲν σκέπτεται ὁ μωρὸς ποὺ ὀλίγες ἔχει
ἡμέρες ὅποιος πόλεμον κινεῖ τῶν ἀθανάτων,
καὶ ὀπίσω ἀπὸ τὸν πόλεμον δὲν θά ᾽λθη νὰ τοῦ πέσουν
στὰ γόνατά του τὰ παιδιά, παπὰ νὰ τοῦ ψελλίζουν.
Διὰ τοῦτο, ἂν κι ἔχη δύναμιν μεγάλην ὁ Τυδείδης, {{r|410}}
ἄς συλλογιέται ἀντίμαχον μὴν ἔβρη ἀνώτερόν σου·
μὴν ἡ Αἰγιάλεια ποτέ, ἡ φρόνιμη ᾽Αδρηστίνη,
ξυπνήση τοὺς ἀνθρώπους της θρηνώντας ποὺ τῆς λείπει
ὁ νυμφευτός της σύντροφος τῶν ᾽Αχαιῶν ὁ πρῶτος,
τοῦ ἱπποδάμου ἡ θαυμαστὴ γυνή, τοῦ Διομήδη». {{r|415}}
Εἶπε· καὶ μὲ τὰ χέρια της σφογγίζει τὸν ἰχώρα
ἀπ’ τὴν παλάμην κι ἔκλεισ’ ἡ πληγὴ κι οἱ πόνοι ἐπαῦσαν.
Κι ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος ἡ ᾽Αθηνᾶ κι ἡ ῞Ηρα, ἐνῶ τηράζουν,
μὲ λόγια μετωριστικὰ κεντοῦσαν τὸν Κρονίδην.
Καὶ πρώτη τότ’ ὁμίλησεν ἡ γλαυκομάτ’ Ἀθήνη: {{r|420}}
«Δία πατέρα, ὅτι θὰ εἰπῶ μὴ σὲ θυμώση τάχα;
Ἄσφαλτα ἡ Κύπρις ἤθελε καμίαν Ἀχαιΐδα
τῶν Τρώων ποὺ ὑπεραγαπᾶ νὰ φέρη στὲς ἀγκάλες·
κι ἐκεῖ ποὺ τὴν λαμπρόπεπλον ἐχάιδευεν ὡραίαν,
χρυσὴ βελόνη ἐσκάρφισε τὸ τρυφερό της χέρι». {{r|425}}
Εἰς τοῦτο ἐγλυκογέλασεν ὁ ὕψιστος πατέρας
καὶ τὴν χρυσὴν προσκάλεσ’ Ἀφροδίτην καὶ τῆς εἶπε:
«Τὰ ἔργα τὰ πολεμικά, παιδί μου, δὲν σοῦ ἀνήκουν˙
στοῦ γάμου σὺ τὲς ζηλευτὲς φροντίδες καταγίνου
καὶ τ’ ἄλλα ἔχ’ ἡ Ἀθηνᾶ καὶ ὁ μανιωμένος Ἄρης». {{r|430}}
Τοὺς λόγους τούτους ἔλεγαν ἐκεῖνοι ἀνάμεσόν τους,
καὶ στὸν Αἰνείαν ὅρμησεν ὁ ἀνδρεῖος Τυδεΐδης,
ἂν κι ἤξευρε ποὺ σκέπει αὐτὸν τοῦ ᾽Απόλλωνος τὸ χέρι·
ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι θεοῦ μεγάλου, θὰ φονεύση
καὶ ἀπ’ τὰ λαμπρά του ἄρματα θὰ γδύση τὸν Αἰνείαν. {{r|435}}
Καὶ τρεῖς ἐχύθηκε φορὲς μὲ ὁρμὴν νὰ τὸν φονεύση
καὶ τρεῖς τοῦ ἑτίναξε ὁ θεὸς τὴν φωτεινήν του ἀσπίδα˙
ἀλλὰ τὴν τέταρτην φορὰν ποὺ ὡς δαίμων ἐπετάχθη,
μὲ φοβερὰν κραυγὴν φρικτὰ τὸν ἀποπῆρε ὁ Φοῖβος:
«Σκέψου Τυδείδη, στρέψε αὐτοῦ· καὶ μὴ τὸν ἑαυτόν σου {{r|440}}
ἴσον νομίσης τῶν θεῶν, ὅτι πολὺ διαφέρει
τὸ γένος τῶν θνητῶν τῆς γῆς ἀπὸ τοὺς ἀθανάτους».
Εἶπε· καὶ ὀπίσω ἐσύρθηκεν ὀλίγον ὁ Τυδεΐδης,
ὅτι ἐφοβήθη τὴν ὀργὴν τοῦ μακροβόλου Φοίβου.
Καὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος ἔπαιρνεν ὁ Ἀπόλλων τὸν Αἰνείαν {{r|445}}
εἰς τὴν ἁγίαν Πέργαμον, ὅπ’ εἶχε τὸν ναόν του.
Καὶ ἡ τοξοφόρα Ἄρτεμις μὲ τὴν Λητὼ στὰ βάθη
τοῦ ἱεροῦ τὸν ἔγιαναν καὶ λάμψιν τοῦ χαρίζαν.
Καὶ ὁ Φοῖβος ὁ ἀργυρότοξος ἐποίησ’ ἕνα πλάσμα
ὁλόμοιον εἰς τὸ πρόσωπο καὶ στ’ ἄρματα τοῦ Αἰνεία, {{r|450}}
στὸ φάσμα ἐκεῖνο οἱ Ἀχαιοὶ καὶ οἱ Τρῶες ἐκτυπιόνταν
καὶ διὰ νὰ φθάσουν εἰς τοῦ ἐχθροῦ τὸ στῆθος πελεκοῦσαν
ἀσπίδες ὁλοστρόγγυλες καὶ ἐλαφρὰ σκουτάρια.
Τότε τὸν ἄγριον φώναξε τὸν Ἄρην ὁ Ἀπόλλων:
«Ἄρη, ὦ Ἄρη, φονικέ, ἄπονε, τειχοπλήκτη, {{r|455}}
δὲν σέρνεις ἀπ’ τὸν πόλεμο ἐκεῖνον τὸν Τυδείδην,
ποὺ μάχην τώρα θά ’καμνε καὶ στὸν πατέρα Δία;
Πρῶτα τὴν Κύπριν λάβωσε στὸ χέρι καὶ κατόπιν
κι ἐμὲ τὸν ἴδιον χύθη αὐτὸς ὡς δαίμων νὰ κτυπήση».
Εἶπε κι ἐκάθισεν αὐτὸς στὴν ἄκρην τῆς Περγάμου˙ {{r|460}}
κι ὁ ῎Αρης τὸν ᾽Ακάμαντα τὸν Θράκα βασιλέα
ὅμοιασε κι ἐκινοῦσ’ ἐμπρὸ τὲς φάλαγγες τῶν Τρώων·
καὶ στοὺς Πριαμίδες φώναξε : «Διοθρέπτου βασιλέως,
ὦ τέκνα, τοῦ Πριάμου σεῖς διόθρεπτα, καὶ ὡς πότε
θ’ ἀφήσετε ἀπ’ τοὺς Ἀχαιοὺς νὰ σφάζεται ὁ λαός σας; {{r|465}}
Νὰ φθάσ’ ἡ μάχη θέλετε στὲς πύλες; ῎Επεσ’ ἄνδρας
ποὺ σὰν τὸν θεῖον ῞Εκτορα δοξάζαμεν, ὁ Αἰνείας,
τοῦ ᾽Αγχίση υἱὸς τοῦ δοξαστοῦ· προφθάστε, κινηθῆτε
τὸν δοξαστόν μας σύντροφον νὰ σώσωμε ἀπ’ τὸν κτύπον».
Εἶπε καὶ εἰς ὅλους αὔξησεν εἰς τὴν καρδιὰ τὸ θάρρος· {{r|470}}
τότε ἀποπῆρε ὁ Σαρπηδὼν τὸν ῞Εκτορα τὸν θεῖον:
«Ἕκτορ, ποῦ εἶναι ἡ πρώτη σου μεγάλη ἀνδραγαθία;
Χωρὶς λαούς, χωρὶς βοηθοὺς εἶπες νὰ σώσης μόνος
τὴν πόλιν σὺ μὲ τοὺς γαμβροὺς καὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς σου˙
καὶ αὐτῶν κανένα τώρα ἐγὼ δὲν βλέπω, δὲν ξανοίγω, {{r|475}}
ἀλλ’ ὡσὰν σκύλοι κρύβονται, πόχουν λεοντάρι ἐμπρός τους,
κι ἐμεῖς ὅσ’ εἴμασθε βοηθοί, τὸν πόλεμον κρατοῦμεν.
Τῶν βοηθῶν εἶμαι κι ἐγώ, πολὺ μακρόθεν ἦλθα.
Πέρα στοῦ Ξάνθου τὲς ροὲς ἐπάνω εἶν’ ἡ Λυκία,
ποθητὴν ὅπου σύντροφον καὶ βρέφος ἔχω ἀφήσει {{r|480}}
καὶ πολὺ βιὸ ποὺ τὸ ποθοῦν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν τό ᾽χουν.
Καὶ ὅμως ἐγὼ παρακινῶ στὴν μάχην τοὺς Λυκίους
καὶ ἀτός μου ἀντίπαλον ζητῶ, ἂν καὶ δὲν ἔχω πράγμα
νὰ μοῦ ἀφαιρέσουν οἱ Ἀχαιοὶ ἢ πέρα νὰ τὸ πάρουν.
Σὺ στέκεις, οὐδὲ τοὺς λαοὺς παρακινεῖς τοὺς ἄλλους {{r|485}}
γυναῖκες καὶ παιδία τους μ’ ἀνδρειὰ νὰ ὑπερασπίσουν˙
καί, ὡς ἀπὸ δίκτυ ὁλάρπαγο πιασμένοι στὲς θηλιές τους,
μὴν ηὕρεμα καὶ σπάραγμα γενῆτ’ ἐχθρῶν ἀνθρώπων·
καὶ τὴν ὡραίαν πόλιν σας γρήγορ’ αὐτοὶ θὰ πάρουν.
Κι ὅλ’ αὐτὰ πρέπει νά ᾽χης σὺ στὸν νοῦν σου νύκτα ἡμέρα {{r|490}}
τοὺς ἄρχους νὰ παρακαλῆς τῶν ξένων βοηθῶν σου
ν’ ἀνδρειευθοῦν· τότε κανεὶς δὲν θέλει σ’ ὀνειδίση».
Οἱ λόγοι αὐτοὶ κατάκαρδα τὸν ῞Εκτορα πληγῶσαν·
καὶ ἀπὸ τ’ ἁμάξι ἐβρόντησε στὴν γῆν ἀρματωμένος,
δυὸ λόγχες σείει καὶ παντοῦ στὸ στράτευμα γυρίζει, {{r|495}}
στὴν μάχην σπρώχνει καὶ δεινὴν πολέμου φλόγ’ ἀνάφτει.
Στρἐψαν κι ἐνάντια στήθηκαν τῶν Ἀχαιῶν οἱ Τρῶες
κι οἱ Ἀργεῖοι τοὺς ἀπάντησαν πυκνοὶ καὶ δὲν δειλιάσαν,
καθὼς ὁπόταν στὰ ἱερὰ τ’ ἁλώνια ποὺ λιχνίζουν,
τ’ ἄχυρα παίρν’ ὁ ἄνεμος καὶ ὡς σπρώχνουν οἱ ἀέρες, {{r|500}}
τ’ ἄχυρο ἡ ξανθὴ Δήμητρα καὶ τὸν καρπὸν χωρίζει
καὶ ἀσπρίζουν ὅλες οἱ ἀχυριές˙ ὁμοίως ἄσπριζ’ ὅλους
τοὺς Ἀχαιοὺς ὁ κονιορτός, ποὺ ὡς τ῏ οὐρανοῦ τὸν θόλον
τὸν χάλκινον ἐσήκωνε ποδόκτυπος τῶν ἵππων
ὁποὺ στὴν σμίξην ἔμπαζαν ὀπίσω οἱ κυβερνῆτες, {{r|505}}
κι ἴσια τὸν κτύπον ἔφερναν· καὶ βοηθὸς τῶν Τρώων
ὁ ἄγριος Ἄρης κύκλωσε μὲ σκότος τὸν ἀγώνα,
παντοῦ φερόμενος· μ’ αὐτὸ προστάγματα ἐνεργοῦσε
τοῦ χρυσοξίφου ᾽Απόλλωνος ποὺ τοῦ ᾽χε παραγγείλει
τοὺς Τρῶας νὰ ἐμψυχώση εὐθὺς ἅμ’ εἶδεν ὅτι ἡ Ἀθήνη {{r|510}}
ἀναχωροῦσε, ἡ βοηθὸς τῶν Δαναῶν· κι ἐκεῖνος
ἔστειλε ἀπὸ τὸ πάμπλουτον ἱερόν του τὸν Αἰνείαν
καὶ θάρρος τοῦ ᾽βαλε πολὺ στὰ στήθη καὶ κατέβη
ὁ Αἰνείας στοὺς συντρόφους του· χαρὰ τοὺς πῆρε ἅμ’ εἶδαν
τὸν ἀρχηγόν τους ζωντανόν, γερὸν κι ἐμψυχωμένον, {{r|515}}
ἀλλὰ δὲν τὸν ἐρώτησαν ὅτ’ εἶχαν τὸν ἀγώνα
ποὺ ὁ Φοῖβος ὁ ἀργυρότοξος τοὺς ἄναψε καὶ ὁ Ἄρης
ὁ φονικὸς καὶ ἡ λυσσερὴ τῆς ῎Εριδος μανία.
Οἱ Αἴαντες, ὁ ᾽Οδυσσεὺς κινοῦσαν καὶ ὁ Τυδείδης
στὸν πόλεμον τοὺς Δαναούς· καὶ τοῦτοι ἀφ’ ἑαυτοῦ των {{r|520}}
στοὺς κτύπους καὶ στὸν θόρυβον τῶν Τρώων δὲν δειλιάζαν,
ἄλλ’ ἔμεναν ὡς σύννεφα ὁποὺ ὁ Κρονίδης σταίνει
εἰς τῶν βουνῶν τὲς κορυφὲς μὲ τὴν ἀνανεμίαν,
ἀτάραχ’ ὅσο τοῦ Βοριᾶ καὶ τῶν σφοδρῶν ἀνέμων
ὅλων κοιμᾶται ἡ δύναμις, ποὺ ἐκεῖνοι διασκεδάζουν {{r|525}}
μὲ τὸ ἠχηρό τους φύσημα τὰ σκιοφόρα νέφη·
ἀτάρακτ’ ἔτσι οἱ Δαναοὶ τοὺς Τρῶας ἀπαντοῦσαν˙
καὶ μὲς στὰ πλήθη ἐγύριζε κι ἐνουθετοῦσ’ ὁ Ἀτρείδης:
«Ἄνδρες, σταθῆτε· κάμετε, φίλοι, καρδιὰ καὶ θάρρος,
ἕνας τὸν ἄλλον στοὺς δεινοὺς ἀγῶνες ἐντραπῆτε· {{r|530}}
νὰ σώση δύνατ’ ἡ ἐντροπὴ τοὺς ἄνδρες, ὄχι ὁ φόβος.
Καὶ σ’ ὅσους’ φεύγουν δύναμις καὶ δόξα δὲν γεννᾶται».
Εἶπε καὶ τὸν Δηϊκόωντα, τὸν σύντροφον τοῦ Αἰνεία,
τὸν Περγασίδην κτύπησε μ’ ἀκόντι στοὺς προμάχους,
ποὺ ὡς τοῦ Πριάμου τὰ παιδιὰ σέβονταν ὅλ’ οἱ Τρῶες, {{r|535}}
ὅτι ἐμαχόνταν πρόθυμος στὴν πρώτην τάξιν πρῶτος.
Αὐτὸν μ’ ἀκόντι κτύπησεν ὁ ᾽Ατρείδης στὴν ἀσπίδα
καὶ στὸν χαλκὸν δὲν βάσταξεν ἡ ἀσπίδα, ἀλλ’ ἐτρυπήθη
καὶ τὸν ζωστήρα ἐπέρασεν ὡς τὴν γαστέρα ἡ λόγχη·
πέφτει μὲ βρόντο καὶ ἀντηχοῦν ἐπάνω τ’ ἄρματά του. {{r|540}}
Τότε δυὸ πρώτους Δαναοὺς ἐφόνευσ’ ὁ Αἰνείας,
τὸν Κρήθωνα καὶ ᾽Ορσίλοχον, παιδιὰ τοῦ Διοκλέους,
ποὺ μέσα στὴν καλόκτιστην Φερὰν ἐκατοικοῦσε
πάμπλουτος καὶ ἀπ’ τὸν ᾽Αλφειὸν κρατοῦσεν ὅπου ρέει,
πλατὺ ποτάμι, ἀνάμεσα στὴν χώρα τῶν Πυλίων, {{r|545}}
κ’ ἐγέννα τὸν ᾽Ορσίλοχον πολλῶν ἀνθρώπων ἄρχον·
τοῦτος τὸν μεγαλόκαρδον ἐγέννησε Διοκλέα·
καὶ τοῦ Διοκλέους δίδυμα δυὸ τέκνα γεννηθῆκαν
ὁ Κρήθων καὶ ᾽Ορσίλοχος, γνῶστες πολέμου πρῶτοι˙
καὶ ἅμ’ ἀνδρωθῆκαν ἔπλευσαν στὴν εὔιππην Τρωάδα {{r|550}}
μὲ τοὺς Ἀργείους πρόθυμοι καὶ αὐτοὶ διὰ τοὺς Ἀτρεῖδες
Μενέλαον καὶ Ἀγαμέμνονα ἐκδίκησιν νὰ πάρουν.
Καὶ ὁ θάνατος ἐσκέπασεν αὐτοὺς στὸ χῶμα ἐκεῖνο·
ὅμοια μὲ δυὸ λιοντάρϊα, ποὺ μέσα εἰς πυκνὸ λόγγο
σ’ ὑψηλὸν ὄρος ἔθρεψε λεόντισσα μητέρα, {{r|555}}
ποὺ μόσχους ἀφοῦ ἅρπαξαν καὶ πρόβατα παχέα
καὶ στάνες ἀφοῦ ἐρήμωσαν πολλές, ἔρχεται ὥρα
ὁποὺ ἀπὸ χέρι ἀνθρώπινο καὶ αὐτὰ σφαμένα πέφτουν,
ὁμοίως, ὡς τοὺς ἔπιασεν ἡ δύναμις τοῦ Αἰνεία,
ὡς πέφτουν ἔλατ’ ὑψηλοὶ κι ἐκεῖνοι ἐξαπλωθῆκαν. {{r|560}}
Ὁ θάνατός τους πόνεσε τοῦ ἀνδρείου Μενελάου
κι ἐβγῆκε μὲ λαμπρ’ ἄρματα ζωσμένος στοὺς προμάχους
κι ἔσειε λόγχην· δολερὰ τὸν ἔσπρωχνεν ὁ Ἄρης,
ὅπως τὸν φέρη θάνατον νὰ λάβη ἀπ’ τὸν Αἰνείαν·
τὸν εἷδ’ ὁ Ἀντίλοχος, υἱὸς τοῦ Νέστορος γενναίου, {{r|565}}
καὶ στοὺς προμάχους πρόβαλε φοβούμενος μὴ πάθη
ὁ βασιλέας καὶ πολὺ τοὺς βλάψη τὸν ἀγώνα·
κι ἐνῶ κεῖνοι ἀντιμέτωποι καὶ χέρια καὶ κοντάρια
τεντῶναν ὁλοπρόθυμοι τὴν μάχην ν’ ἀρχινήσουν,
ἐστήθηκε ὁ Ἀντίλοχος στοῦ βασιλιᾶ τὸ πλάγι. {{r|570}}
Καί, ἂν καὶ δεινὸς πολεμιστής, ὁ Αἰνείας δὲν ἐστάθη
ἅμ’ εἶδε δύο μαχητὰς νὰ καρτεροῦν ἀντάμα
Καὶ ἀφοῦ τοὺς νεκροὺς ἔσυραν ἐκείνοι στὸν στρατόν τους
κι ἔβαλαν τ’ ἄμοιρα παιδιὰ στὰ χέρια τῶν συντρόφων,
ἐστράφηκαν κι ἐμάχονταν στὴν πρώτην τάξιν πάλιν. {{r|575}}
Τὸν Πυλαιμένεα φόνευσαν, ἰσόπαλον τοῦ Ἄρη,
τὸν ἀρχηγὸν τῶν ἀσπιστῶν γενναίων Παφλαγόνων.
Τοῦτον, ὀρθὸν στὴν ἅμαξαν, ὁ ἀνδρεῖος ᾽Ατρεΐδης
μέσα στὸ κλειδοκόκαλον ἐκτύπησε μ’ ἀκόντι·
ὁ ᾽Αντίλοχος τὸν Μύδωνα, τὸν ἄξιον κυβερνήτην {{r|580}}
Ἀτυμνιάδην, πόστρεφε τοὺς ἵππους, τὸν κτυπάει
μὲ πέτραν εἰς τὸν ἄγκωνα· τοῦ πέσαν ἀπ’ τὰ χέρια
τὰ ἐλεφαντόλαμπρα λουριά· κατόπιν τοῦ ἐχύθη
ὁ ᾽Αντίλοχος καὶ μὲ σπαθιὰ τὸν μήλιγγα τοῦ σχίζει·
ἔπεσεν ἐπικέφαλα βογγώντας ἀπ’ τ’ ἁμάξι {{r|585}}
κι ἐβύθισε τὸ καύκαλο στὸ χῶμα καὶ τοὺς ὤμους˙
πολληώρα ἐστάθη, ὡς εὕρηκεν αὐτοῦ βαθὺν τὸν ἄμμον,
ὥσπου τετραποδίζοντας οἱ ἵπποι τὸν ξαπλῶσαν,
ποὺ ράβδιζεν ὁ ᾽Αντίλοχος νὰ πάρη στὸν στρατόν του.
Τοὺς εἶδ’ ὁ ῞Εκτωρ, μὲ κραυγὴν ἐπάνω τους ἐχύθη· {{r|590}}
καὶ οἱ φάλαγγες κατόπι του οἱ δυνατὲς τῶν Τρώων·
ἡ σεπτὴ δέσποινα ‘Ενυὼ προεξάρχει μὲ τὸν ῎Αρη·
τὴν λύσσαν ἀδιάντροπον ἔφερνε αὐτὴ τοῦ φόνου·
κρατοῦσ’ ὁ Ἄρης κι ἔσειε θεόρατο κοντάρι
καὶ πότ’ ἐμπρὸς τοῦ ῞Εκτορος φαινόνταν πότε ὀπίσω. {{r|595}}
Καὶ ἅμα τὸν εἷδ’ ἐρίγησεν ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης·
καὶ ὡς ἀπὸ δρόμον μακρινὸν ὁδίτης μ’ ἀπορίαν
στέκει στὴν ὄχθην ποταμοῦ ποὺ ἀφροκοπᾶ καὶ ρέει
ὁρμητικὰ στὴν θάλασσαν καὶ ὀπίσω φεύγει ἐκεῖνος,
ἔτσι ὁ Τυδείδης σύρθηκε καὶ πρὸς τὸ πλῆθος εἶπε : {{r|600}}
«Φίλοι, τὸν θεῖον ῞Εκτορα θαυμάζομεν ὡς μέγαν
πολεμιστὴν ἀτρόμητον· καὶ ὡστόσο ἔχει σιμά του
πάντοτε κάποιον τῶν θεῶν ποὺ τὴν ζωὴν τοῦ σώζει·
καὶ τώρα ἰδέτε μὲ μορφὴν θνητοῦ τὸν Ἄρην ἔχει,
ἀλλ’ ὀπισθοποδήσετε γυρμένοι πρὸς τοὺς Τρῶας {{r|605}}
πάντοτε καὶ μὴ πόλεμον πρὸς τοὺς θεοὺς ζητεῖτε».
Αὐτά ᾽πε καὶ πολὺ σιμὰ τοὺς ἔσμιξαν οἱ Τρῶες.
Ὁ ῞Εκτωρ τὸν Ἀγχίαλον καὶ τὸν Μενέσθην ἄνδρες
ἀνδρειωμένους φόνευσεν εἰς ἕν’ ἁμάξι ἀντάμα˙
ὁ μέγας τοὺς λυπήθηκεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας, {{r|610}}
ποοχώρησε κι ἐστήθη αὐτοῦ κι ἐκτύπησε μ’ ἀκόντι
τὸν Σελαγίδην ῎Αμφιον, ποὺ στὴν Παισὸν κατοίκα
καὶ κτήματ’ εἶχε καὶ πολλὰ χωράφια, πλὴν ἡ μοίρα
στὸν Πρίαμον τὸν ἔφερε βοηθὸν καὶ στὰ παιδιά του.
Στὴν ζώνην τὸν ἐκτύπησεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας {{r|615}}
καὶ στὴν γαστέρα ἐμπήχθηκε τὸ ἀπέραντον ἀκόντι·
μὲ βρόντον πέφτει· τρέχει εὐθὺς τὰ ὅπλα νὰ τοῦ πάρη
ὁ μέγας Αἴας· κι ἔχυναν τὰ φονικά των βέλη
σ’ αὐτὸν οἱ Τρῶες πάμπολλα κι ἐπῆρε ἡ ἀσπίδα πλῆθος.
Καὶ ἀντιπατώντας ἔβγαλεν ἀπ’ τὸν νεκρὸν τ’ ἀκόντι· {{r|620}}
ἀλλ’ ὅμως δὲν τὸν ἄφηναν τ’ ἀκόντια νὰ τὸν γδύση
ἀπ’ τὰ λαμπρά του ἄρματα· φοβήθη τότ’ ὁ Αἴας
μὴ πάθη κύκλωσιν σφοδρὴν τῶν ἀγερώχων Τρώων,
ποὺ μὲ κοντάρι ἐπάνω του πολλοὶ καὶ ἀνδρειωμένοι,
ἂν κι εἶχε μέγα θαυμαστὸ παράστημα καὶ ὡραῖο, {{r|625}}
τὸν ἔσπρωξαν· τινάχθηκεν αὐτὸς κι ἐσύρθη ὀπίσω.
῎Ετσι ἐνεργοῦσαν στὸν σφοδρὸν ἀγώνα τοῦ πολέμου.
Κι ἔσπρωξ’ ἡ μοίρα ἀνίκητη τὸν μέγαν Ἡρακλείδην
Τληπόλεμον ἐνάντια στὸν θεῖον Σαρπηδόνα·
καὶ ἅμ’ ἀντικρὺ προχώρησαν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, {{r|630}}
ὁ ἔγγονος μὲ τὸν υἱὸν τοῦ βροντοφόρου Δία,
προσφώνησε ὁ Τληπόλεμος τὸν Σαρπηδόνα πρῶτος:
«Τί σ’ ἀναγκάζει, Σαρπηδών, ὦ τῶν Λυκίων ἄρχε,
ὡς ἄνθρωπος ἀπόλεμος νὰ κρύβεσ’ ἐδῶ πέρα;
Ψεύδοντ’ ἂν λέγουν πού ᾽σαι υἱὸς τοῦ αἰγιδοφόρου Δία {{r|635}}
κι εἶσαι πολὺ κατώτερος ἐκείνων τῶν ἡρώων
ὁποὺ στὲς πρῶτες γενεὲς ἔχει γεννήσει ὁ Δίας,
ὡς ἦταν ὁ πατέρας μου, ὡς λέγουν, ὁ ῾Ηρακλέας
λεοντόψυχος, ἀτρόμητος, ποὺ ὅτ’ ἦλθε ἐδῶ νὰ λάβη
τοὺς ἵππους τοῦ Λαομέδοντος, μ’ ἕξι καράβια μόνα {{r|640}}
καὶ μ’ ὀλιγότερον στρατόν, τὴν πόλιν τῆς ᾽Ιλίου
ἐπόρθησε καὶ ἀπὸ λαὸν ὀρφάνωσε τοὺς δρόμους·
καὶ σὺ ψυχὴν ἔχεις δειλὴν καὶ φθείροντ’ οἱ λαοί σου.
Οὐδὲ θαρρῶ πὼς στήριγμα θενά ᾽σαι σὺ τῶν Τρώων,
ἄν καὶ ἀνδρειωμένος βοηθὸς ἀπ’ τὴν Λυκίαν ἦλθες˙ {{r|645}}
ἀλλὰ θὰ ἰδῆς ποὺ ἡ λόγχη μου στὸν ῞Αδη θὰ σὲ στείλη».
Καὶ ὁ Σαρπηδὼν ἀπάντησε : «Τληπόλεμε, ὅτι ἐκεῖνος
τὴν ῎Ιλιον τότ’ ἐρήμωσε, προῆλθε ἀπ’ τὴν μωρίαν
τοῦ σεβαστοῦ Λαομέδοντος, ποὺ αὐτὸν ὁποὺ τὸν εἶχε
εὐεργετήσει ἐξύβρισε, κι ἔλειψε νὰ τοῦ δώση {{r|650}}
τοὺς ἵππους, ποὺ χάριν αὐτῶν μακρόθεν εἶχεν ἔλθει·
καὶ σένα λέγ’ ὅτι ἀπ’ ἐμὲ φόνον καὶ μαύρην μοίραν
ἐδῶ θὰ λάβης καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν λόγχην μου θὰ πέσης,
τὸ καύχημα νὰ πάρω ἐγὼ καὶ ὁ Ἅδης τὴν ψυχήν σου».
Κι ἐσήκωσε ὁ Τληπόλεμος τὸ φράξινο κοντάρι· {{r|655}}
σύγχρον’ ἀπὸ τὰ χέρια τους τ’ ἀκόντια πεταχθῆκαν
τὸ ζνίχι ὁ Σαρπηδὼν κτυπᾶ καὶ πέρα ἡ πικρὴ λόγχη
ἐβγῆκε καὶ τὰ μάτια του μαῦρο σκεπάζει σκότος.
Ἀλλὰ τ’ ἀριστερὸ μερὶ τοῦ Σαρπηδόνος εἶχε
ἤδη τρυπήσ’ ἡ μακριὰ τοῦ Τληπολέμου λόγχη {{r|660}}
καὶ μανιωμένη ξάκρισε ξυστὰ τὸ κόκαλό του·
ἀκόμη ἀπὸ τὸν θάνατον τὸν φύλαγε ὁ πατέρας.
Καὶ οἱ σύντροφοι ἀπ’ τὸν πόλεμον τὸν θεῖον Σαρπηδόνα
ἔπαιρναν· τὸν ἐβάρυνεν, ὡς τό ᾽σερνε, τὸ μέγα
κοντάρι ὅτι βιαζόμενοι καὶ στενοχωρημένοι {{r|665}}
κανεὶς δὲν σκέφθη, ὅπως αὐτὸς ἐλεύθερα πατήση,
νὰ τοῦ ἀφαιρέση ἀπ’ τὸ μερὶ τὸ φράξινο κοντάρι.
῾Ομοίως τὸν Τληπόλεμον ἐπαῖρναν οἱ γενναῖοι
οἱ ᾽Αχαιοὶ καὶ ὡς εἶδε αὐτοὺς ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας,
πάθος μεγάλο αἰσθάνθηκεν ἡ ἀνδράγαθη καρδιά του, {{r|670}}
κι ἐβάλθηκε στοῦ λογισμοῦ τὰ βάθη νὰ μετρήση·
θὰ κυνηγήση τὸν υἱὸν τοῦ βαρυκτύπου Δία
ἤ αὐτοῦ θὰ δώση θάνατον στὸ πλῆθος τῶν Λυκίων;
Ἀλλ’ ἀπ’ τὴν λόγχην τοῦ ὑψηλοῦ στὸ φρόνημα ᾽Οδυσσέως
νὰ πέση ὁ γόνος τοῦ Διὸς δὲν ἤθελεν ἡ μοίρα· {{r|675}}
κι ἡ ᾽Αθηνᾶ τὸν ἔκλινε στὸ πλῆθος τῶν Λυκίων.
Τὸν Κοίρανον καὶ Ἀλάστορα, τὸν Ἅλιον καὶ Χρομίον
τὸν Νοήμονα, τὸν ῎Αλκανδρον, τὸν Πρύτανιν φονεύει·
καὶ ἄλλους θὰ ἔκοφτε πολλοὺς ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας,
μακρόθε ἂν δὲν τὸν ἔβλεπεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ. {{r|680}}
Κι ἐβγῆκε μὲ λαμπρ’ ἄρματα ζωσμένος στοὺς προμάχους,
φόβος πολὺς τῶν Δαναῶν· ἅμα τὸν εἶδ’ ἐχάρη
ὁ Σαρπηδὼν ὁ διογενὴς καὶ θλιβερὰ τοῦ εἶπε:
«Πριαμίδη, μὴ στῶν Δαναῶν τὰ χέρια ᾽δῶ μ’ ἀφήσης
ἀλλὰ βοήθειαν δῶσε μου· κὰν στὴν δικήν σας πόλιν {{r|685}}
ἂς ξεψυχήσω, ἀφοῦ σ’ ἐμὲ δὲν ἦταν διορισμένο
νὰ γύρω στὴν ἀγαπητὴν πατρίδα νὰ χαρύνω
τὴν ποθητήν μου σύντροφον καὶ τὸ γλυκό μου βρέφος».
Τίποτε δὲν τοῦ ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ,
ἀλλὰ μὲ ὁρμὴν προσπέρασε ποθώντας ν’ ἀποδιώξη {{r|690}}
τοὺς Δαναοὺς καὶ ἄνδρες πολλοὺς νὰ θανατώση ἀκόμη.
Κι ἐκάθισαν οἱ σύντροφοι τὸν θεῖον Σαρπηδόνα
κάτω ἀπ’ τὴν εὔμορφην ὀξυὰ τοῦ αἰγιδοφόρου Δία
καὶ ὅπως τοῦ βγάζει ἀπ’ τὸ μερὶ τὸ φράξινο κοντάρι
ὁ ποθητός του σύντροφος Πελάγων ὁ γενναῖος, {{r|695}}
ἔχαν’ ἐκεῖνος τὴν ψυχήν, τὰ μάτια του θαμπῶναν·
καὶ πάλι ἐπῆρε ἀνάσαμα καὶ ὁ δροσερὸς Βορέας,
φυσώντας τὴν μισόσβηστην ψυχὴν τοῦ ζωντανεύει.
Καὶ ἂν καὶ τοὺς κτύπησ’ ὁ ῞Εκτορας καὶ ἂν καὶ τοὺς κτύπησ’ ὁ Ἄρης
οἱ ᾽Αργεῖοι δὲν ἐστρέφοντο νὰ φύγουν πρὸς τὰ πλοῖα, {{r|700}}
ἀλλ’ οὔτε ὁρμοῦσαν πρὸς αὐτούς, ἀλλ’ ὀπισθοποδοῦσαν
πάντοτ’ εὐθὺς ποὺ νόησαν τὸν ῎Αρη μὲς στοὺς Τρῶας.
Τότε ποιόν πρῶτον φόνευσεν, ποιόν ὕστερον ὁ ῞Εκτωρ
ὁ Πριαμίδης καὶ μ’ αὐτὸν ὁ χαλκοφόρος ῎Αρης;
Ὁ θεῖος Τεύθρας ἔπεσεν, ὁ πλήξιππος ᾽Ορέστης, {{r|705}}
ὁ Αἰτώλιος, Τρῆχος λογχιστής, ὁ Οἰνόμαος, ὁ Οἰνοπίδης
Ἕλενος καὶ ὁ λαμπρόζωνος ᾽Ορέσβιος ποὺ στὴν ῞Υλην
ἐγκάτοικος ἐφρόντιζε πολλὰ νὰ θησαυρίζη,
σιμὰ στοὺς ἄλλους Βοιωτοὺς ὁποὺ στῆς Κηφισίδος
λίμνης τὰ πλάγια χαίρονται τῆς γῆς τὴν ἀφθονίαν. {{r|710}}
Καὶ ἄμα ἡ θεὰ τοὺς νόησεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα
ὁποὺ στὸν σφοδρὸν πόλεμον χαλοῦσαν τοὺς ᾽Αργείους,
προσφώνησε τὴν Ἀθηνᾶ μὲ λόγια φτερωμένα:
«Ὀιμένα, κόρη ἀδάμαστη τοῦ αἰγιδοφόρου Δία,
ἂν νὰ λυσσάξη ἀφήσωμεν τὸν Ἄρην, ὡς τὸν βλέπεις, {{r|715}}
ὁ λόγος θὰ ματαιωθῆ, ποὺ ἐδώκαμε τοῦ Ἀτρείδη,
πὼς θὰ γυρίση πορθητὴς τοῦ πυργωμένου ᾽Ιλίου.
Κι ἔλα κι ἐμεῖς τὸν πόλεμον ἂς θυμηθοῦμε τώρα».
Αὐτά ᾽πε· τὴν ὑπάκουσεν ἡ γλαυκομάτ’ ᾽Αθήνη,
τὰ χρυσοφάλαρ’ ἄλογα τότ’ εὐτρεπίζ’ ἡ ῞Ηρα {{r|720}}
τοῦ ὑψίστου Κρόνου σεβαστὴ κόρη κι εὐθὺς ἡ ῞Ηβη
στὸν σιδερένιο ἄξονα τῆς ἅμαξας περνάει
τροχοὺς ὁπού ᾽ναι χάλκινοι μὲ ὀκτὼ στὴ μέση ἀκτίνες.
Καὶ τῶν τροχῶν εἶν’ ἄφθαρτος χρυσὸς ὁ γύρος ὅλος
κι ἔχει στεφάνια χάλκινα π’ ὅποιος τὰ ἰδῆ θαυμάζει. {{r|725}}
Καὶ ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη ὁλάργυρο τὸ κεφαλάρι ἀστράφτει·
σύρματα ὁλάργυρα, χρυσὰ στηρίζουν τεντωμένα
τὸν θρόνον πόχει ἕνα πλευρὸ κυρτὸ στὸ κάθε μέρος˙
εἰς τὸ τιμόνι ὁλάργυρο σμίγει χρυσὸν ὡραῖον
ζυγὸν μὲ τὰ ζυγόλουρα πού ᾽ναι χρυσὰ κι ἐκεῖνα· {{r|730}}
κι ἔφερε κάτω ἀπ’ τὸν ζυγὸν τὰ γρήγορα πουλάρια
ἡ ῞Ηρα ποὺ τὴν ἔριδα διψᾶ καὶ τὸν ἀγώνα·
κι ἡ ᾽Αθηνᾶ, κόρη σεμνὴ τοῦ αἰγιδοφόρου Δία,
εἰς τοῦ πατρὸς τὸ ἔδαφος τὸν πέπλον ἀπολνάει
τὸν ἀγανόν, τὸν πλουμιστὸν πού ᾽χε ποιήσει ἐκείνη. {{r|735}}
Καὶ ὡς τὸν χιτώνα ἐνδύθηκε τοῦ ἀστραποδόρου Δία,
στὴν μάχῃν τὴν πολύθρηνον νὰ ὁρμήση ὁπλίζετ’ ὅλη.
Στοὺς ὤμους βάζει τὴν φρικτήν, τὴν κροσωτὴν ἀσπίδα,
πόχει τριγύρω τὴν φυγὴν κι ἡ ῎Ερις εἶναι μέσα,
ἡ Δύναμις καὶ ὁ Διωγμός, ὁποὺ καρδιὲς παγώνει, {{r|740}}
καὶ τῆς Γοργοῦς ἡ κεφαλή, τρομακτικὸ καὶ μέγα
τέρας, ποὺ δείχνει τῶν θνητῶν ὁ αἰγιδοφόρος Δίας.
Κράνος δικέφαλο φορεῖ, τετράλοφον, ὡραῖον,
χρυσό, ποὺ πόλεων ἑκατὸν στρατοὺς ἀντισηκώνει. {{r|745}}
Καὶ ἀνέβηκε στὸ φλογερὸν ἁμάξι καὶ κοντάρι
φουκτώνει μέγα, στερεὰ μ’ αὐτὸ δαμάζ’ ἡρώων
τὰ πλήθη σ’ ὅποιους ὀργισθῆ φρικτοῦ πατρὸς ἡ κόρη.
Κι ἡ ῞Ηρα μὲ τὴν μάστιγα σφοδρὰ κινεῖ τοὺς ἵππους·
βροντᾶ ἡ πύλη τ’ οὐρανοῦ αὐτάνοικτη ἔμπροσθέν τους,
ὁποὺ τοῦ ἀπέραντ’ οὐρανοῦ φυλάκτρες καὶ τοῦ ᾽Ολύμπου {{r|750}}
τὴν φράζουν μὲ τὸ σύγνεφον ἢ τ’ ἀφαιροῦν οἱ ῟Ωρες.
Καὶ ὡς τὰ κεντοῦσαν, τ’ ἄλογα περάσαν ἀπ’ τὴν πύλην.
Καὶ τὸν Κρονίδην εὕρηκαν ἀνάμερ’ ἀπ’ τοὺς ἄλλους
θεοὺς στὴν ἄκρην κορυφὴν τοῦ πολυλόφου ᾽Ολύμπου.
Τοὺς ἵππους ἐκεῖ ἐκράτησεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα {{r|755}}
καὶ ὁμίλησε κι ἐξέτασε τὸν ὕψιστον Κρονίδην.
«Δία πατέρ᾽, ἀρέγουν σε τὰ ἔργ’ αὐτὰ τοῦ ῎Αρη;
Ἄδικ’ ἀφάνισε ἀπρεπῶς τόσον λαὸν ἀνδρεῖον
τῶν Ἀχαιῶν, λύπη σ’ ἐμέ, κι ἥσυχοι ὡστόσο ἐπάνω
εὐφραίνοντ’ ὁ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων κι ἡ Ἀφροδίτη {{r|760}}
πὼς ἀπολύσαν τὸν τρελὸν ποὺ νόμον δὲν γνωρίζει.
Τάχα σ’ ἐμὲ θὰ χολωθῆς, πατέρ᾽, ἂν ἐγὼ διώξω
μ’ ἐλεεινὰ κτυπήματα τὸν ῎Αρη ἀπὸ τὴν μάχην;»
Καὶ ὁ Δίας τῆς ἀπάντησεν ὁ νεφελοσυνάκτης:
«Τὴν ἀνδρειωμένην Ἀθηνᾶ σπρῶξε του εὐθὺς ἐπάνω· {{r|765}}
ποὺ συνηθᾶ μάλιστ, αὐτὴ μ’ ὀδύνες νὰ τὸν πλήττη».
Αὐτά ᾽πε καὶ τὸν ἄκουσεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα.
Καὶ τ’ ἄλογά της ράβδισε καὶ αὐτὰ μὲ προθυμίαν
πετοῦν ἀνάμεσα στὴν γῆν καὶ στ’ οὐρανοῦ τ’ ἀστέρια
καὶ ὅσος ἀέρας φαίνεται στοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἀνθρώπου {{r|770}}
ποὺ ἀπ’ ἀκρωτήρι θεωρεῖ τ’ ἀπέραντα πελάγη,
διάστημα τόσο τῶν θεῶν οἱ ἵπποι διασκελίζουν·
καὶ ὅτε στὴν Τροίαν ἦλθαν κεῖ, ποὺ δυὸ ποτάμια ρέουν
καὶ στοῦ Σκαμάνδρου σμίγεται τὰ ρεύματα ὁ Σιμόεις,
τ’ ἄλογ’ αὐτοῦ σταμάτησεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα˙ {{r|775}}
τὰ ξέζεψε καὶ ὁλόγυρα μὲ καταχνιὰ τὰ ζώνει.
Καὶ ἀμβρόσιο φύλλο ἐβλάστησε νὰ βόσκουν ὁ Σιμόεις.
Κι ἐκεῖνες μὲ τὸ βάδισμα πόχει δειλὴ τρυγόνα
πηγαῖναν ὁλοπρόθυμες νὰ σώσουν τοὺς Ἀργείους·
ἀλλ’ ὅτε εἰς μέρος ἔφθασαν πού ᾽σαν πολλοὶ καὶ ἀνδρεῖοι {{r|780}}
συμπυκνωμένοι ὁλόγυρα τοῦ τρομεροῦ Διομήδη,
ὁποὺ στὴν ὄψιν ὅμοιαζαν λεόντων ὠμοφάγων,
ἢ ἀγριοχοίρων φοβερῶν ποὺ ἀδάμαστά ᾽χουν στήθη,
ἐστάθη αὐτοῦ κι ἐκραύγασεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα,
μὲ τὴν φωνὴν τοῦ Στέντορος ποὺ χάλκιν’ εἶχε στόμα· {{r|785}}
κι ἐφώναζ’ ὅσο δὲν μποροῦν ἄνδρες ὁμοῦ πενήντα:
«Αἶσχος, Ἀργεῖοι θαυμαστοὶ στὴν ὄψιν, ἀλλ’ ἀχρεῖοι·
στὸν πόλεμον ὅσο ἔρχονταν ὁ θεῖος Ἀχιλλέας,
τὴν πύλην τὴν Δαρδανικὴν δὲν διάβαιναν οἱ Τρῶες
ποτέ· τόσο τῆς λόγχης του τὸ βάρος ἐτρομάζαν˙ {{r|790}}
τώρ’ ἀπ’ τὴν πόλιν τους μακρὰν σᾶς πολεμοῦν στὰ πλοῖα».
Αὐτά ᾽πε˙ καὶ ὅλων τῶν ἀνδρῶν ἐμψύχωσε τὸ στῆθος.
Καὶ στὸν Τυδείδην ἔδραμεν ἡ γλαυκομάτ’ Ἀθήνη
καὶ αὐτοῦ σιμὰ στ’ ἁμάξι του τὸν ἧβρε νὰ δροσίζη
τὸ λάβωμα ποὺ τοῦ ἄνοιξε τὸ βέλος τοῦ Πανδάρου· {{r|795}}
τὸν ἔκαιεν ὁ ἵδρωτας ἀπ’ τὸν πλατὺν ζωστήρα
τῆς κυκλωτῆς ἀσπίδος του· κι εἶχε βαρὺ τὸ χέρι·
καὶ τὸν ζωστήρα ἐσήκωσε κι ἐσφόγγιζε τὸ αἷμα·
καὶ τὸν ζυγὸν τῶν ἵππων του πιάν’ ἡ θεὰ καὶ λέγει:
«Υἱὸν ποὺ ὀλίγον τοῦ ᾽μοιασεν ἐγέννησε ὁ Τυδέας. {{r|800}}
῏Ητ’ ὁ Τυδέας μαχητής, ἄν καὶ μικρὸς τὸ σῶμα·
καὶ ὅτ’ ἐγὼ τὸν μπόδιζα νὰ δείξη τὴν ἀνδρειά του
εἰς τὸν καιρὸν ποὺ μηνυτὴς ἐπῆγεν εἰς τὲς Θῆβες
μόνος μακρὰν τῶν ᾽Αχαιῶν στὰ πλήθη τῶν Καδμείων,
νὰ ἡσυχάζη τοῦ ᾽λεγα στὴν τράπεζαν μαζί τους. {{r|805}}
Καὶ αὐτὸς ὁπού ᾽χε τὴν ψυχήν, ὡς πρότερα γενναίαν,
προκάλεσε κι ἐνίκησε τ ἀγόρια τῶν Καδμείων
εὐκόλως· ὅτι βοηθὸς εὑρέθην στὸ πλευρό του.
Καὶ ὁμοίως σὺ μ’ ἔχεις κοντὰ καὶ σὲ περιφυλάγω
καὶ σὲ κεντῶ μὲ προθυμιὰ νὰ κυνηγῆς τοὺς Τρῶας. {{r|810}}
Ἀλλ’ ἢ ὁ κόπος ὁ βαρὺς σοῦ μούδιασε τὰ μέλη
ἤ φόβος σ’ ἀπονέκρωσε καὶ γόνος τοῦ Οἰνείδη
Τυδέως τοῦ πολεμικοῦ τωόντι σὺ δὲν εἶσαι».
᾽Εκείνης τότε ἀπάντησεν ὁ δυνατὸς Διομήδης:
«Καλῶς γνωρίζω σε, θεά, σεπτὴ τοῦ Δία κόρη, {{r|815}}
ὄθεν προθύμως θὰ σοῦ εἰπῶ, χωρὶς τὸ οὐδὲν νὰ κρύψω.
῾Ο κόπος δὲν μ’ ἐμούδιασεν, οὔτε ποσῶς ὁ φόβος,
ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη ἐγὼ τί μόχεις παραγγείλει·
μ’ ἐμπόδιζες ἄλλους θεοὺς στὴν μάχην ν’ ἀντικρίσω˙
ἀλλὰ τὴν κόρην τοῦ Διός, στὸν πόλεμον ἂν ἔλθη, {{r|820}}
τὴν ᾽Αφροδίτην μοῦ ᾽λεγες μὲ λόγχῃν νὰ κτυπήσω.
Διὰ τοῦτο ἀτός μου ἀνάμερα καθίζω καὶ τῶν ἄλλων
Ἀργείων εἶπα νὰ σταθοῦν ἐδῶ συγκεντρωμένοι,
ὅτι τὸν Ἄρην ἀρχηγὸν στὴν μάχην τώρα βλέπω».
Τότε ἡ Γλαυκόφθαλμη θεὰ τοῦ ἀπάντησε καὶ τοῦ ᾽πε: {{r|825}}
«῏Ω τῆς καρδιᾶς μου ἀγαπητὲ Τυδείδη, διὰ τὴν ὥραν
τὸν ῎Αρην σὺ μὴ φοβηθῆς μήτε τῶν ἀθανάτων
κανέναν· ἀφοῦ βοηθὸς σοῦ εἶμαι· κι ἔλα σπρῶξε
τὰ στερεόποδ’ ἄλογα στὸν ῎Αρην ἐναντίον
καὶ κτύπα τον ἀπὸ κοντά, σέβας ποσῶς μὴν ἔχης {{r|830}}
στὸν μανιακόν, τὸν πάγκακον, τὸν ἄστατον, ποὺ πρῶτα
τῆς ῞Ηρας ἔλεγε κι ἐμοῦ πὼς θέλει πολεμήσει
τοὺς Τρῶας τάχα καὶ βοηθὸς θὰ γίνη τῶν ᾽Αργείων,
καὶ τώρα τὰ λησμόνησε κι ἐπῆγε μὲ τοὺς Τρῶας».
Καὶ μὲ τὸ χέρι ἐτράβηξε τὸν Σθένελον καὶ τοῦτος {{r|835}}
ἀπὸ τ’ ἁμάξι ἐπήδησε καὶ ἀνέβηκε ἀναμμένη
στὸν θρόνον ἡ ᾽Αθηνᾶ σιμὰ στὸν θεϊκὸν Τυδείδην.
᾽Απὸ τὸ βάρος βρόντησε τὸ δρύινον ἀξόνι,
ὅτ’ εἶχε ἐπάνω τρομερὰν θεὰν κι ἐξαίσιον ἄνδρα.
Τὴν μάστιγα, τοὺς χαλινοὺς ἔχ’ ἡ θεὰ καὶ σπρώχνει {{r|840}}
τὰ στερεόποδ’ ἄλογα στὸν Ἄρη ἐναντίον,
ἐκεῖ ποὺ τὸν θεόρατον Περίφαντα ᾽Οχησίδην
ἐγύμνωνε, τῶν Αἰτωλῶν ἐξαίσιον πολεμάρχον.
Τότε, νὰ γίνη ἀόρατη στὸν ἀνδροφόνον Ἄρη,
στοῦ Ἅδη ἐκρύφθη ἡ θεὰ τὴν περικεφαλαία. {{r|845}}
Καὶ ἅμ’ εἶδ’ ὁ Ἄρης ὁ σκληρὸς τὸν θεῖον Διομήδη,
ἄφησε τὸν θεόρατον Περίφαντα νὰ κεῖται
νεκρὸς ἐκεῖ ποὺ θάνατον τοῦ εἶχε δώσει πρῶτα
κι ἴσια στὸν ἱπποδαμαστὴν ἐχύθηκε Διομήδη.
κι’ ὅτ’ ἦσαν ἀντιμέτωποι, τὸ χάλκινο κοντάρι {{r|850}}
ξάμωσ’ ἐπάνω ἀπ’ τὸν ζυγὸν καὶ τὰ λουριὰ τῶν ἵππων
ὁ ῎Αρης ὁλοπρόθυμος νὰ πάρη τὴν ψυχήν του.
Τό ᾽πιασε μὲ τὸ χέρι της ἡ γλαυκομάτ’ ᾽Αθήνη
καὶ ἀπὸ τὸν θρόνον τό ᾽καμε χαμένο αὐτοῦ νὰ πέση˙
δεύτερος τότ’ ἐχύθηκε μὲ χάλκινο κοντάρι {{r|855}}
ὁ Διομήδης, κι ἡ θεὰ τ’ ἄμπωσεν ὥσπου ἐβρῆκε
ἡ λόγχη τὸ λαγγόνι αὐτοῦ ποὺ ζώστρα τὸ σκεπάζει˙
τὸν πλήγωσε αὐτοῦ κι ἔφαγε τὴν τρομερήν του σάρκα,
καὶ τὸ κοντάρι ἀνέσπασε· καὶ ὁ χαλκοφόρος Ἄρης
βόησε τόσ’ ὅσο βοοῦν ἐννιὰ δέκα χιλιάδες {{r|860}}
ἄνδρες, ἐνῶ συγκρούονται στὴν φλόγα τοῦ πολέμου.
Κι ἔπεσε τρόμος στὴν καρδιὰ τῶν ᾽Αχαιῶν καὶ Τρώων.
Τόσο σφοδρῶς ἐβόησεν ὁ αἱμόχαρος ὁ Ἄρης.
Καὶ ὡς ἀπὸ νέφη φαίνεται σκοταδερὸς ὁ ἀέρας,
ὅτ’ ἄνεμος σηκώνεται κακὸς ἀπὸ τὸ καῦμα, {{r|865}}
τοῦ Διομήδη ἐφαίνετο καὶ ὁ χαλκοφόρος Ἄρης
ὡς μὲς στὰ νέφη ἀνέβαινεν εἰς τ’ οὐρανοῦ τὸν θόλον.
Κι ἔφθασε εὐθὺς στὸν ῎Ολυμπον, ἕδραν τῶν ἀθανάτων,
καὶ λυπημένος κάθισε στὸ πλάγι τοῦ Κρονίδη
καὶ τ’ ἄφθαρτ’ αἷμα τοῦ ᾽δειχνε, ποὺ ἀπ’ τὴν πληγήν του ρέει, {{r|870}}
καὶ τοῦ ᾽λεγε ὀδυρόμενος μὲ λόγια φτερωμένα:
«Πατέρα Δία, στὸ κακὸ ποὺ βλέπεις δὲν θυμώνεις;
Φρικτὰ πάντοτ’ ἐπάθαμεν οἱ ἀθάνατοι ἀπὸ γνώμην
δικήν μας ὅταν παίρνωμεν μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέρος.
Καὶ ὅλοι σ’ ἐσὲ θυμώνομεν, διότι ἔχεις γεννήσει {{r|875}}
κόρην τρελήν, κακότροπην, ποὺ στ’ ἄνομα εἶναι ὁ νοῦς της.
Διότι οἱ ἐπίλοιποι θεοὶ στὸν Ὄλυμπον ὅσ’ εἶναι,
ὅλοι σοῦ ὑποτάσσονται, σ’ ἐσὲ καθείς μας κλίνει·
καὶ αὐτὴν ποσῶς δὲν τιμωρεῖς μὲ ἔργον ἢ μὲ λόγον,
ἀλλ’ ἐπειδὴ τὴν γέννησες κακὴν τὴν ὑποφέρεις, {{r|880}}
ποὺ τώρα τὸν περήφανον Διομήδην ἔχει σπρώξει
νὰ πολεμήση μανιακὸς αὐτοὺς τοὺς ἀθανάτους·
τὴν Κύπριν πρῶτα ἐλάβωσε στὸ χέρι καὶ κατόπιν
ὡς δαίμων ὤρμησε σ’ ἐμέ· καὶ ἂν οἱ γοργοί μου πόδες
δὲν μ’ ἔπαιρναν θὰ ἐκείτομουν πολὺν καιρὸν μὲ πόνους {{r|885}}
κεῖ μέσα στοὺς ἐλεεινοὺς σωροὺς τῶν πεθαμένων
ἤ ἄψυχον ζωντόνεκρον θὰ μ’ ἔκαμναν οἱ λόγχες».
Μ’ ἄγριο βλέμμ’ ἀπάντησεν ὁ νεφελοσυνάκτης:
«᾽Εδῶ μὴ κάθεσ᾽, ἄστατε, ὡσὰν παιδὶ νὰ κλαίης·
καὶ ἀπ’ τοὺς θεοὺς τοῦ ᾽Ολύμπου σὲ μισῶ μὲ τὴν καρδιά μου, {{r|890}}
ὅτι τὴν ἔριδ’ ἀγαπᾶς, τὲς μάχες, τοὺς πολέμους.
Τῆς μητρός σου ἔχεις τὴν ὁρμὴν ἀκράτητην, βαρεῖαν,
τῆς Ἥρας ὅπου οἱ λόγοι μου δυσκόλως τὴν δαμάζουν,
καὶ τώρ’ αὐτη σὲ πρόσταξε, θαρρῶ, καὶ αὐτὰ παθαίνεις.
Ἀλλὰ νὰ βασανίζεσαι δὲν θέλει ἐγὼ σ’ ἀφήσω, {{r|895}}
αἷμα μου εἶσαι, καὶ σ’ ἐμὲ σ’ ἐγέννησε ἡ μητέρα·
κακὸς ὡς εἶσαι, ἂν εἶχε σὲ θεὸς ἄλλος γεννήσει
ἀπὸ καιρὸν θὰ εὑρίσκεσο μακρὰν τῶν Οὐρανίων».
Εἶπε καὶ τὸν Παιήονα προστάζει νὰ τὸν ἰάνη.
Μὲ βότανα παυσίπονα πού τοῦ ᾽βαλε ὁ Παιήων {{r|900}}
τὸν ἰάτρευσεν ὅτι θνητὸς δὲν ἦτο αὐτὸς πλασμένος·
καὶ ὅπως γρήγορα ἡ πυτιὰ τὸ λευκὸ γάλα πήζει
ποὺ ὑγρὸν γοργὰ συσφίγγεται, καθὼς τὸ ἀνακατώνουν,
ἔτσι ἐθεράπευσε γοργὰ τὸν ἄγριον ῎Αρη ἐκεῖνος.
Καὶ ὁ Ἄρης, ὡς τὸν ἔλουσεν ἡ ῞Ηβη, λαμπροφόρος {{r|905}}
μὲ περηφάνια κάθισε στὸ πλάγι τοῦ Κρονίδη.
Καὶ πρὸς τὸ δῶμα τοῦ Διὸς τοῦ μεγαλοδυνάμου
γύρισε μὲ τὴν Ἄργισσαν Ἥραν ἡ σώστρ’ Ἀθήνη,
τὸν Ἄρην ἀφοῦ ἐμπόδισαν ἀπ’ τὲς ἀνδροφονίες.
</poem>
3yjtn6pusy52olm0iw1dc8ne8hhy2x6
Ιλιάδα (Πολυλάς)/ζ
0
15768
166766
93739
2026-07-06T03:46:52Z
Sarri.greek
10495
{{r|5}} κάθε 5ο στίχο
166766
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = Ιλιάδα
| συγγραφέας = Όμηρος
| μεταφραστής= Ιάκωβος Πολυλάς
| ενότητα = Ραψωδία ζ
| επόμενο = [[../η|Ραψωδία η]]
| προηγούμενο= [[../ε|Ραψωδία ε]]
| σημειώσεις =
}}
<poem>
Τῶν Τρώων καὶ τῶν Ἀχαιῶν ὁ ἀγώνας ἐμονώθη˙
καὶ ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη ὡς ἔριχναν τὰ χαλκοφόρ’ ἀκόντια,
πολὺν καιρὸν κυμάτισεν ἡ μάχη στὴν πεδιάδα,
ποὺ κλείουν μὲ τὲς ὄχθες των ὁ Ξάνθος καὶ ὁ Σιμόεις.
Πρῶτος, τὸ μέγα στήριγμα τῶν Ἀχαιῶν, ὁ Αἴας {{r|5}}
ἔσπασε Τρώων φάλαγγα καὶ οἱ σύντροφοι ἀναπνεῦσαν,
ποὺ ἐκτύπησ’ ἕναν τῶν Θρακῶν ἐξαίσιον πολεμάρχον,
τὸν ὑψηλὸν Ἀκάμαντα, λαμπρὸν υἱὸν τοῦ Εὐσσώρου.
Στὸν κῶνον τὸν ἐκτύπησε τῆς περικεφαλαίας
κι ἐμπήχθη μὲς στὸ μέτωπο κι ἐπέρασεν ἠ λόγχη {{r|10}}
τὸ κόκαλο· κι ἐσκέπασε τοὺς ὀφθαλμούς του σκότος.
Τὸν Τευθρανίδην Ἄξυλον ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης
φονεύει, ποὺ στὴν εὔμορφην ᾽Αρίσβην κατοικοῦσε,
πάμπλουτος, κοσμαγάπητος, διότι ὡς εἶχε ἐπάνω
στὸν δρόμον τὴν οἰκίαν του, φιλοξενοῦσεν ὅλους. {{r|15}}
Ἀλλ’ ἀπ’ αὐτοὺς τότε κανεὶς δὲν πρόβαλε τὸ στῆθος
διὰ νὰ τὸν σώση, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν καὶ τὸν ἀκόλουθόν του
Καλήσιον, ποὺ στὸ πλάγι του τοὺς ἵππους κυβερνοῦσε,
ἔστειλε κάτω ἀπὸ τὴν γῆν ἡ λόγχη τοῦ Τυδείδη.
Ἀφοῦ τὸν Δρῆσον γύμνωσε καὶ ἀντάμα τὸν ᾽Οφέλτιν {{r|20}}
ὁ Εὐρύαλος, στὸν Αἴσηπον καὶ Πήδασον ἐχύθη,
πού ᾽χε γεννήσ’ ἡ Ναϊάς, ἡ νύμφη Ἀβαρβαρέη,
τοὺ ἀψόγου Βουκολίωνος, ποὺ τέκνον ἦταν πρῶτο
τοῦ θείου Λαομέδοντος ἀπὸ κρυφὴν μητέρα·
ὡς ἔβοσκε τὰ πρόβατα κοιμήθη μὲ τὴν νύμφη {{r|25}}
καὶ δύο τέκνα δίδυμα τοῦ γέννησεν ἐκείνη·
αὐτῶν τῶν δύο νέκρωσε τ’ ἀνδρειωμένα μέλη
ὁ Μηκιστηάδης κι ἔπειτα καὶ τ’ ἄρματα τοὺς πῆρε.
Φονεύει τὸν ᾽Αστύαλον ὁ ἀνδρεῖος Πολυποίτης
καὶ τὸν Περκώσιον λόγχισε Πιδύτην ὁ ᾽Οδυσσέας· {{r|30}}
τὸν θεῖον ᾽Αρετάονα ὁ Τεῦκρος· καὶ μ’ ἀκόντι
τὸν ῎Αβληρον ὁ ᾽Αντίλοχος ἐπῆρε Νεστορίδης˙
ἡ ὁρμὴ τοῦ ᾽Αγαμέμνονος τὸν ῎Ελατον, ἀνδρεῖον
ἀπ’ τὴν ὑψηλὴν Πήδασον, ποὺ βρέχει ὁ Σατνιόεις.
Τὸν Φύλανον ποὺ ἔφευγεν ὁ Λήιτος φονεύει {{r|35}}
καὶ τὸν Μελάνθιον ἔριξεν ἡ λόγχη τοῦ Εὐρυπύλου·
καὶ ζωντανὸν τὸν ῎Αδραστον ἡ ἀνδρειὰ τοῦ Μενελάου
ἔπιασεν˙ ὅτι τ’ ἄλογα στὸν κάμπο ξαφνισμένα
σ’ ἕνα μυρίκι ἐσκόνταψαν κι ἐσπάσαν τὸ τιμόνι
τῆς ἅμαξας στὴν ἄκρη του, κι ἐτρέχαν πρὸς τὴν πόλιν, {{r|40}}
ἐκεῖ ποὺ πλῆθος ἄλλο ἀνδρῶν ἐφεῦγαν τρομασμένοι˙
ἐκεῖνος στὸν τροχὸν σιμὰ ροβόλησε ἀπ’ τὸν θρόνον
ἐπίστομα στὰ χώματα, καὶ αὐτοῦ κοντά του ἐστήθη
ὁ Ἀτρείδης ὁ Μενέλαος μὲ τὸ μακρὺ κοντάρι.
Τὸν ἔπιασε ἀπ’ τὰ γόνατα καὶ ἱκέτευσεν ἐκεῖνος: {{r|45}}
«Πάρε με, Ἀτρείδη, ζωντανὸν καὶ λάβε ἀντάξια λύτρα·
ἀπείρους ἔχει θησαυροὺς ὁ πλούσιος μου πατέρας·
ἔχει χρυσάφι, χάλκωμα καὶ σίδερο ἐργασμένο,
κι ἀπ’ ὅλα πλουσιοπάροχα θὰ σοῦ προσφέρη δῶρα,
ἂν μάθη πού ᾽μαι ζωντανὸς στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλοῖα». {{r|50}}
Εἶπε· καὶ τοῦ ἐπράυνε στὰ στήθη τὴν καρδίαν·
καὶ θὰ τὸν ἐπαράδιδεν εἰς τὸν ἀκόλουθόν του
στὰ πλοῖα νὰ τὸν πάρη εὐθύς, ἀλλ’ ἔτρεξε ὁ ἀδελφός του
σιμά του καὶ τοῦ φώναξε: «Μενέλαε, καλέ μου,
τί κάμνεις; Τὴν ζωήν τους σὺ λυπεῖσαι; Ναὶ τωόντι {{r|55}}
οἱ Τρῶες εἰς τὸ σπίτι σου πολὺ καλὸ σοῦ κάμαν·
κανεὶς ἀπὸ τὸν ὄλεθρον, στὰ χέρια μας ἂν πέση,
νὰ μὴ σωθῆ ποτέ· μηδὲ τ’ ἀγόρι, πού ᾽ναι ἀκόμη
μέσα στὰ σπλάχνα τῆς μητρός, νὰ μὴ σωθῆ καὶ ὅλοι
ἄταφοι καὶ ἄφαντοι ἂς χαθοῦν οἱ κάτοικοι τῆς Τροίας». {{r|60}}
Οἱ ὀρθοί του λόγοι ἐγύρισαν τὴν γνώμην τοῦ ἀδελφοῦ του,
καὶ μὲ τὸ χέρι ἐμάκρυνε τὸν Ἄδραστον· καὶ ὁ πρῶτος
Ἀτρείδης τὸν ἐπλήγωσε στὸ βάθος τῆς λαπάρας·
καὶ ὡς ἔπεσε τ’ ἀνάσκελα, τὸν πάτησεν ὁ Ἀτρείδης
στὸ στῆθος κι ἔξω ἀνέσπασε τὸ φράξινο κοντάρι. {{r|65}}
Καὶ ὁ Νέστωρ μεγαλόφωνα πρὸς τοὺς Ἀργείους εἶπε:
«Ἥρωες, φίλοι Δαναοί, θεράποντες τοῦ Ἄρη,
τώρα διὰ λάφυρα κανεὶς ὀπίσω ἂς μὴ ξεμείνη,
διὰ νὰ γυρίση μὲ πολλὰ στὰ γρήγορα καράβια,
ἀλλ’ ἄνδρες ἂς φονεύωμε· κατόπι μὲ ἡσυχίαν {{r|70}}
τὰ λείψανα θὰ γδύσετε στρωμένα στὴν πεδιάδα».
Εἶπε καὶ εἰς ὅλους ἄναψε τὸ θάρρος τῆς ἀνδρείας.
Καὶ τότε ἀπ’ τὴν σφοδρὴν ὁρμὴν τῶν Ἀχαιῶν οἱ Τρῶες
στὴν ῎Ιλιον πάλε ἀνέβαιναν ἀνάνδρως συντριμμένοι,
ἂν ὁ Πριαμίδης ῞Ελενος, καλὸς ὀρνεοσκόπος, {{r|75}}
δὲν ἔρχονταν στὸν ῞Εκτορα νὰ εἰπῆ καὶ στὸν Αἰνείαν:
«Ἀφοῦ σ’ ὅλους ἀνάμεσα τοὺς Τρῶας καὶ Λυκίους,
«Αἰνεία κι ῞Εκτωρ, εἰς ἐσᾶς ὁ ἀγώνας κρέμετ’ ὅλος,
ὅτ’ εἶσθε καὶ στὸν πόλεμον κι εἰς πᾶσαν σκέψιν πρῶτοι,
σταθῆτε αὐτοῦ καὶ τὸν λαὸν κρατεῖτε πανταχόθεν {{r|80}}
ἐμπρὸς στὲς πύλες καὶ προτοῦ κυνηγημένοι πέσουν
στῶν γυναικῶν τὲς ἀγκαλιὲς καὶ ὅλοι χαροῦν οἱ ἐχθροί μας.
Καὶ ἀφοῦ τὲς φάλαγγες ἐσεῖς παρακινήσετ’ ὅλες,
ἐμεῖς ἐδῶ θὰ μείνωμε τὴν μάχην νὰ κρατοῦμε,
ἂν καὶ μ’ ἀγώνα φοβερόν, ὅτι τὸ θέλ’ ἡ ἀνάγκη. {{r|85}}
Καὶ σὺ στὴν πόλιν ν’ ἀνεβῆς καὶ λέγε τῆς μητρός μας
ἐπάνω εἰς τὴν ἀκρόπολιν αὐτὴ νὰ συναθροίση
τὲς σεβαστὲς γερόντισσες καὶ τὸν ναὸν τὸν θεῖον
τῆς γλαυκομάτας ᾽Αθηνᾶς μὲ τὸ κλειδὶ ν’ ἀνοίξη,
καὶ ἀπ’ ὅσους πέπλους διαλεκτοὺς στὸ δῶμα της φυλάγει {{r|90}}
τὸν μέγαν, τὸν λαμπρότερον, τὸν ἀκριβότερόν της
στῆς καλοπλέξουδης θεᾶς τὰ γόνατα νὰ θέση,
καὶ δώδεκα νὰ ὑποσχεθῆ χρονιάρικες μοσχάρες
θυσίαν, ἴσως ἡ θεὰ νὰ ἐλεηθῆ θελήση
τὴν πόλιν, τὲς γυναῖκες μας καὶ τὰ μικρὰ παιδιά μας, {{r|95}}
καὶ ἀπ’ τὴν ἁγίαν ῎Ιλιον μακρύνη τὸν Τυδείδην,
τὸν ἄγριον πολεμιστήν, δεινὸν φυγῆς ἐργάτην,
ποὺ ἐδείχθηκε τῶν Ἀχαιῶν ὁ πρῶτος στὴν ἀνδρείαν.
Τόσο δὲν μᾶς ἐτρόμαζεν ὁ μέγας Ἀχιλλέας,
ἂν κι ἐγεννήθη ἀπὸ θεάν, ὡς λέγουν, ἀλλὰ τούτου {{r|100}}
ἡ μάνιτα εἶναι ἀκράτητη καὶ ἀντίσταση δὲν ἔχει».
Εἶπε· καὶ ὁ ῞Εκτωρ ἔστρεξε στοὺς λόγους τοῦ ἀδελφοῦ του·
καὶ ἀπὸ τ’ ἁμάξι ἐβρόντησε στὴν γῆν μὲ τ’ ἄρματά του.
Δυὸ λόγχες σείε καὶ παντοῦ στὸ στράτευμα γυρίζει,
στὴν μάχην σπρώχνει καὶ δεινὴν πολέμου ἀνάφτει φλόγα. {{r|105}}
Τινάχθηκαν κι ἀντίκρισαν τοὺς Ἀχαιοὺς ἐκεῖνοι
καὶ τοῦτοι ὀπισθοπόδησαν κι ἐπαῦσαν ἀπ’ τοὺς φόνους
κι εἶπαν πὼς ἀπ’ τὸν κάταστρον αἰθέρα πρὸς τοὺς Τρῶας
βοηθὸς κατέβη ἕνας θεός· τόσην ὁρμὴν ἐδεῖξαν·
καὶ ὁ ῞Εκτωρ τότ’ ἐφώναξε παντοῦ νὰ τὸν ἀκούσουν: {{r|110}}
«Γενναῖοι Τρῶες καὶ βοηθοὶ μακρόθεν καλεσμένοι,
ἄνδρες φανῆτε μ’ ὅλην σας τὴν δύναμιν, ὦ φίλοι,
ὅσο στὴν ῎Ιλιον ν’ ἀνεβῶ νὰ εἰπῶ τῶν γυναικῶν μας
καὶ τῶν γερόντων βουλευτῶν εὐχὲς τῶν ἀθανάτων
νὰ κάμουν κι ἐξιλέωμα νὰ τάξουν ἑκατόμβες». {{r|115}}
Εἶπε· κι εὐθὺς ἐκίνησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ·
τὲς πτέρνες καὶ τὸν τράχηλον τὸ μαῦρο δέρμα ἐκτύπα,
καὶ γύρω τὴν ὀμφαλωτὴν ἐκύκλωνεν ἀσπίδα.
Καὶ τοῦ Τυδέως ὁ υἱὸς καὶ ὁ Γλαῦκος τοῦ ῾Ιππολόχου
τῶν δύο στρατῶν ἀνάμεσα νὰ κτυπηθοῦν ὁρμῆσαν {{r|120}}
καὶ ὁπόταν ἐπροχώρησαν κι ἐβρέθηκαν ἀντίκρυ,
στὸν ἄλλον πρῶτος ἔλεγεν ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης:
«Ἀπ’ ὅσους ἔχ’ ἡ γῆ θνητούς, ὦ θαυμαστέ, ποιός εἶσαι;
Στὴν μάχην, δόξαν τῶν ἀνδρῶν, ποτὲ δὲν σ᾽ εἶδ’ ἀκόμη·
καὶ τώρα μὲ τὴν τόλμην σου κάθ’ ἄλλον ὑπερβαίνεις, {{r|125}}
ἀφοῦ σὺ στὸ μακρόσκιον κοντάρι μου ἀντιστέκεις˙
τέκνα γονέων δυστυχῶν τὴν ρώμην μου ἀντικρίζουν.
᾽Αλλ’ ἂν ἀθάνατος θεὸς κατέβης οὐρανόθεν,
μάθε ὄτι ἐγὼ δὲν μάχομαι μὲ τοὺς ἐπουρανίους.
Καὶ ὁ τρομερὸς Λυκόοργος, τοῦ Δρύαντος ὁ γόνος {{r|130}}
ἐφιλονείκα μὲ θεούς, ἀλλ’ ἔζησεν ὀλίγο,
ποὺ ἕναν καιρὸ τοῦ μανικοῦ Διονύσου τὲς βυζάστρες
σκόρπισε στὰ πανάγια βουνὰ τοῦ Νυσηΐου·
μὲ βούκεντρ’ ὁ Λυκόοργος τὲς ἔπληττε ὁ φονέας,
ὥστε τοὺς κλάδους ἔριξαν, καὶ ὁ Διόνυσος στὰ βάθη {{r|145}}
τῆς θάλασσας ἐβύθισε, καὶ ἡ Θέτις στὴν ἀγκάλην
τὸν δέχθηκε ποὺ ἐτρόμαζεν ἀκόμη ἀπ’ τὴν βοήν του.
Αὐτὸν οἱ μάκαρες θεοὶ κατόπιν ὀργισθῆκαν
καὶ ὁ Δίας τὸν ἐτύφλωσε· καὶ ὀλίγες εἶδε ἡμέρες,
ἀφοῦ στὸ μίσος ἔπεσε τῶν ἀθανάτων ὅλων· {{r|140}}
οὐδ’ ἐγὼ θέλω πόλεμον μὲ τοὺς ἐπουρανίους.
Καὶ ἂν θνητὸς εἶσαι καὶ καρποὶ τῆς γῆς καὶ σένα τρέφουν,
πλησίασε, ταχύτερα νὰ ἰδῆς τὸν ὄλεθρόν σου».
Σ’ αὐτὸν ἀπάντησε ὁ λαμπρὸς τοῦ ῾Ιππολόχου γόνος·
«Τὴν γενεάν μου τί ἐρωτᾶς, ἀτρόμητε Τυδείδη; {{r|145}}
Καὶ τῶν θνητῶν ἡ γενεὰ τῶν φύλλων ὁμοιάζει·
τῶν φύλλων ἄλλα ὁ ἄνεμος χαμαὶ σκορπᾶ καὶ ἄλλα
φυτρώνουν, ὡς ἡ ἄνοιξη τὰ δένδρ’ ἀναχλωραίνει·
καὶ τῶν θνητῶν μιὰ γενεὰ φυτρώνει καὶ ἄλλη παύει.
Καὶ μάθε, ἀφοῦ τὸ ἐπιθυμεῖς, καλὰ νὰ τὴν γνωρίσεις {{r|150}}
τὴν ἰδικήν μας γενεάν, ἀφοῦ πολλοὶ τὴν ξέρουν·
ὑπάρχει πόλις ῎Εφυρα μὲς στὸ ἱπποτρόφον Ἄργος
κι εἶχε τὸν δολιότερον ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους,
τὸν Αἰολίδην Σίσυφον, ποὺ ἐγέννησε τὸν Γλαῦκον,
καὶ ὁ Γλαῦκος τὸν ἀσύγκριτον λαμπρὸν Βελλερεφόντην· {{r|155}}
κάλλος τοῦ δῶσαν οἱ θεοί, χάριν ὁμοῦ καὶ ἀνδρείαν,
ἀλλὰ κρυφίως ὄλεθρον ὁ Προῖτος τοῦ ἐσοφίσθη.
Ἀπ’ τ’ Ἄργος τὸν ἐξόρισεν, ὡς ἦτο ἀνώτερός του,
ὅτ’ εἶχ’ ἐπάνω στὸν λαὸν τὸ σκῆπτρο ἀπὸ τὸν Δία.
Ἀπὸ τὸν πόθον ἄναψε κρυφὰ μ’ αὐτὸν νὰ σμίξη {{r|160}}
ἡ δέσποινα Ἄντεια, γυνὴ τοῦ Προίτου· ἀλλὰ σ’ ἐκείνειν
δὲν ἔστεργε ὁ καλόγνωμος χρηστὸς Βελλερεφόντης
κι ἡ Ἄντεια ψευδολόγησε τοῦ Π ροίτου: «Ν’ ἀποθάνης,»
τοῦ εἶπε, «ὦ Προῖτε, ἢ φόνευσε σὺ τὸν Βελλερεφόντην,
ποὺ θέλ’ ἐμέν’ ἀθέλητην ἐκεῖνος νὰ φιλήση.» {{r|165}}
Καὶ ὁ βασιλέας χόλωσε, πλὴν νὰ φονεύση ξένον
ἐντράπη καὶ τὸν ἔστειλε νὰ ὑπάγη στὴν Λυκίαν·
καὶ μέσα εἰς κλειστὸν πίνακα τοῦ ἔδωκε σημεῖα,
ποὺ χάραξε κακόβουλα μὲ νόημα θανάτου,
τοῦ πενθεροῦ του νὰ δειχθοῦν διὰ νὰ τὸν ἀφανίση˙ {{r|170}}
καὶ μὲ τὸ ἅγιο τῶν θεῶν προβόδισμα κινοῦσε
πρὸς τὴν Λυκίαν κι ἔφθασεν ἐκεῖ ποὺ ὁ Ξάνθος ρέει·
καὶ ὁ βασιλέας πρόθυμα τὸν τίμησε κι ἐννέα
ἡμέρες τὸν ἐξένισε κι ἔσφαξ’ ἐννέα μόσχους.
Ἀλλ’ ὡς ἡ αὐγὴ στὸν οὐρανὸν ἐρόδισε ἡ δεκάτη {{r|175}}
ἐκεῖνος τὸν ἐξέτασε κι ἐζήτα νὰ γνωρίση
ὅ,τι σημάδι τοῦ ᾽φερεν. ἀπ’ τὸν γαμβρόν του Προῖτον.
Καὶ ὡς ἔλαβε τ’ ὀλέθριο σημάδι τοῦ γαμβροῦ του,
πρῶτον τὴν φρικτὴν Χίμαιραν τὸν στέλνει νὰ φονεύση·
καὶ αὐτὴ γένος ἀνθρώπινο δὲν ἦταν, ἀλλὰ θεῖον, {{r|180}}
δράκος ὀπίσω, λέοντας ἐμπρός, στὴν μέσην αἴγα,
κι ἦσαν τὰ σπλάχνα της φωτιὰ καὶ φλόγες ἡ πνοή της.
Τὴν φόνευσ’ ὅμως, θαρρετὸς στὰ θεϊκὰ σημεῖα·
δεύτερον, ἐπολέμησε τοὺς δοξαστοὺς Σολύμους,
κι εἰς μάχην τόσον τρομερὴν δὲν εἶχεν ἔμπη ἀκόμη· {{r|175}}
τρίτον τὲς ἀνδρικότατες ἐφόνευσε ᾽Αμαζόνες.
Καὶ ὡς γύριζεν, ἐπιβουλὴν τοῦ πλέκει ἐκεῖνος ἄλλην·
καρτέρι σταίνει διαλεκτῶν ἀνδρῶν ἀπ’ τὴν Λυκίαν,
ἀλλ’ ἀπ’ αὐτοὺς δὲν γύρισε κανεὶς εἰς τὴν πατρίδα·
τοὺς ἔστρωσ’ ὅλους τοῦ λαμπροῦ Βελλερεφόντ’ ἡ λόγχη. {{r|190}}
Καὶ ὅταν καλῶς ἐνόησε πὼς ἦταν θεοῦ γόνος,
τὸν κράτησε στὸ σπίτι του, τὸν ἔκαμε γαμβρόν του
καὶ τὴν βασιλικὴν τιμὴν ἐμοίρασε μαζί του·
καὶ οἱ Λύκιοι τοῦ χώρισαν ἐξαίσιο περιβόλι
νὰ τό ᾽χη κῆπον εὔμορφον καὶ κάρπιμο χωράφι. {{r|195}}
Τρία παιδιὰ γεννήθηκαν ἀπὸ τὴν νυμφευτήν του·
ὁ ῎Ισανδρος, ὁ ῾Ιππόλοχος, κι ἡ Λαοδάμεια, κόρη
ὁποὺ σιμά της πλάγιασεν ὁ πάνσοφος Κρονίδης,
κι ἔλαβ’ υἱὸν τὸν μαχητὴν ἰσόθεον Σαρπηδόνα.
Ἀλλ’ ὅταν ὅλ’ οἱ ἀθάνατοι κι ἐκεῖνον ἐμισῆσαν, {{r|200}}
νὰ φύγη ἀνθρώπου πάτημα παράδερνε στὸ Ἀλήιον
πεδίον μόνος κι ἔτρωγε τὰ ἔρμα σωθικά του.
Τὸν ῎Ισανδρον μαχόμενον μὲ τοὺς λαμπροὺς Σολύμους
ὁ Ἄρης τοῦ ἐθανάτωσε· στὴν κόρην του ἐχολώθη
ἡ χρυσοχάλινη Ἄρτεμις καὶ τὴν ζωὴν τῆς πῆρε· {{r|205}}
ὁ ῾Ιππόλοχος ἐγέννησεν ἐμέ, κι αὐτὸς στὴν Τροίαν
μ’ ἔστειλε καὶ πολὺ θερμὰ μοῦ ἔχει παραγγείλει
πάντοτε μέγας νὰ φανῶ καὶ τῶν ἀνδρείων πρῶτος,
καὶ ὡς πρέπει τῶν πατέρων μας τὸ γένος νὰ τιμήσω,
ποὺ ἔλαμψαν καὶ στὴν ῎Εφυραν καὶ στὴν πλατιὰν Λυκίαν. {{r|210}}
Τὴν γενεάν, τὸ αἷμ’ αὐτό, καυχῶμαι ἐγὼ πὼς ἔχω».
Στὰ λόγια τοῦτα ἐχάρηκεν ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης,
κι ἐστύλωσε τὴν λόγχην του στὴν γῆν τὴν πολυθρέπτραν,
καὶ εἰς τὸν ποιμένα τῶν λαῶν γλυκομιλοῦσε κι εἶπε:
«Μάθε ὅτι ξένος παλαιὸς μοῦ εἶσαι πατρικός μου· {{r|215}}
ὅτι ἄλλοτε τὸν ἄψεγον λαμπρὸν Βελλερεφόντην
ὁ Οἰνεὺς ἐφιλοξένησεν εἴκοσ’ ἡμέρες ὅλες·
καὶ λαμπρὰ δῶρα ἐχάρισεν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον,
ὁ Οἰνεὺς ζωστήρα πορφυρὸν καὶ ὁ πάππος σου ποτήρι
δίκουπο τοῦ ᾽δωκε χρυσὸ πού, ἐκεῖθεν ὅταν ἦλθα, {{r|220}}
στὰ δώματά του ἐσώζονταν ἀλλ’ ὅμως τὸν Τυδέα
δὲν τὸν θυμοῦμαι, ὅτι μικρὸν στὸ σπίτι μ’ ἔχει ἀφήσει,
ὅταν στὲς Θῆβες ὁ λαὸς ἐχάθη τῶν Ἀργείων.
Ὅθεν στὸ Ἄργος μέσα ἐγὼ φίλος σοῦ εἶμαι ξένος
καὶ σὺ σ’ ἐμένα, στὸν λαὸν ἂν ἔλθω τῶν Λυκίων. {{r|225}}
Καὶ ἄς μὴ σμιχθοῦν οἱ λόγχες μας οὐδ’ ὅπου ἡ μάχη βράζει·
πολλοί ᾽ναι Τρῶες κι ἔνδοξοι βοηθοί, διὰ νὰ φονεύω
ὅποιον θεὸς μοῦ φέρη ἐμπρὸς κι οἱ πόδες μου προφθάσουν·
καὶ Ἀχαιοὶ πάλι, ἂν δυνηθῆς, δὲν λείπουν νὰ φονεύσης·
καὶ τ’ ἄρματα ἄς ἀλλάξωμεν, ὅπως καὶ τοῦτοι μάθουν {{r|230}}
πού ᾽μαστε ξένοι πατρικοὶ κι εἶναι τιμὴ δική μας».
Εἶπαν· καὶ ἀπὸ τ’ ἁμάξι των ἐπήδησαν καὶ οἱ δύο,
τὰ χέρια πιάσαν κι ἔδωκαν βεβαίωσιν φιλίας.
Τοῦ Γλαύκου τότε ἀφαίρεσε τὲς φρένες ὁ Κρονίδης·
ἔλαβε χάλκιν’ ἄρματα ποὺ εννέα βόδι’ ἀξίζαν {{r|235}}
κι ἔδωκεν ἄρματα χρυσὰ ποὺ ἀξίζαν ἐνενήντα.
Στὲς Σκαιὲς πύλες ἔφθασεν ὁ ῞Εκτωρ καὶ στὸ φράξον,
κι οἱ κόρες τὸν τριγύρισαν τῶν Τρώων κι οἱ μητέρες
νὰ μάθουν διὰ τὰ τέκνα των, τοὺς ἀδελφούς, τοὺς ἄνδρες
καὶ συγγενεῖς· καὶ δέησες πρὸς τοὺς θεοὺς νὰ κάμουν {{r|240}}
εἰς ὅλες εἶπε· ἀλλ’ ἔμελλαν πολλὲς ν’ ἀναστενάξουν.
Καὶ ὡς ἔφθασε στὸ μέγαρο τ’ ὡραῖο τοῦ Πριάμου,
μὲ σκαλισμένες αἴθουσες κτισμένο, κι ἦσαν μέσα
θάλαμοι καλοσκάλιστοι μαρμάρινοι πενήντα,
ὅλοι κτισμένοι σύνεγγυς· καὶ αὐτοῦ μέσα ἐκοιμόνταν {{r|245}}
μὲ τὲς μνηστὲς γυναῖκες των οἱ παῖδες τοῦ Πριάμου˙
καὶ ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος στὴν αὐλήν, ἀντίκρυς, εἰς τ’ ἀνώγι,
θάλαμοι καλοσκάλιστοι μαρμάρινοι ἐκτισθῆκαν
δώδεκα σύνεγγυς καὶ αὐτοί· καὶ αὐτοῦ πάλι ἐκοιμόνταν
μὲ τὲς σεβάσμιες κόρες του οἱ ἀγαπητοὶ γαμβροί του, {{r|250}}
κεῖ τὸν ἀπάντησ’ ἡ ἀγαθὴ μητέρα ὁποὺ περνοῦσε
στὴν Λαοδίκην κόρην της στὸ κάλλος ἐξαισίαν·
τὸ χέρι τοῦ ᾽πιασε σφικτά, προσφώνησε τον κι εἶπε:
«Τέκνον, πῶς ἦλθες κι ἄφησες τὸν ἄγριον ἀγώνα;
Οἱ ἐπικατάρατοι Ἀχαιοὶ στενὰ μᾶς περιορίζουν {{r|255}}
κάτω ἀπ’ τὰ τείχη· κι ἔρχεσαι, καθὼς σοῦ ᾽πε ἡ καρδιά σου,
τὰ χέρια ἀπ’ τὴν ἀκρόπολην νὰ ὑψώσης πρὸς τὸν Δία.
Ἀλλ’ ἐδῶ μεῖνε, ὅσο γλυκὸ κρασὶ νὰ σοῦ προσφέρω,
καὶ νὰ σπονδίσης τοῦ Διὸς καὶ ὅλων τῶν ἀθανάτων,
καὶ σὺ νὰ λάβης ἄνεσιν, ἂν τὸ γευθῆς ὀλίγο· {{r|260}}
ἐνδυναμώνει τὸ κρασὶ τὸν κατακουρασμένον,
ὡς εἶσαι σύ, μαχόμενος νὰ σώσης τοὺς δικούς σου».
Καὶ ὁ μέγας τῆς ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ:
«Μὴ μοῦ προσφέρης τὸ γλυκὸ κρασὶ, σεπτὴ μητέρα,
καὶ ἀπολυθοῦν τὰ μέλη μου καὶ χάσω τὴν ἀνδρειά μου· {{r|265}}
ἄνιφτος τὸ γλυκὸ κρασὶ δὲν χύνω ἐγὼ στὸν Δία·
δὲν γίνεται μὲ αἵματα καὶ χῶμα μολυσμένοι
νὰ κάμωμεν στὸν βροντητὴν Κρονίδην τὲς εὐχές μας.
Ἀλλὰ σὺ τὲς γερόντισες πάρε σιμά σου καὶ ἄμε
εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἀθηνᾶς με ἀρώματα μαζί σου· {{r|270}}
καὶ ἀπ’ ὅσους πέπλους διαλεκτοὺς στὸ δῶμα σου φυλάγεις
τὸν μέγαν, τὸν λαμπρότερον, τὸν ἀκριβότερόν σου˙
στῆς καλοπλέξουδης θεᾶς τὰ γόνατα νὰ θέσης,
καὶ δώδεκα νὰ ὑποσχεθῆς χρονιάρικες μοσχάρες
θυσίαν, ἴσως ἡ θεὰ νὰ ἐλεηθῆ θελήση {{r|275}}
τὴν πόλιν, τὲς γυναῖκες μας καὶ τὰ μικρὰ παιδιά μας,
καὶ ἀπ’ τὴν ἁγίαν ῎Ιλιον μακρύνη τὸν Τυδείδην,
τὸν ἄγριον πολεμιστήν, δεινὸν φυγῆς ἐργάτην.
Καὶ στὸν ναὸν τῆς ᾽Αθηνᾶς σὺ πήγαινε, ὦ μητέρα,
κι ἐγὼ τὸν Πάριν τώρα εὐθὺς θὰ εὕρω νὰ καλέσω, {{r|280}}
ἂν θὰ μ’ ἀκούση· ν’ ἄνοιγαν τῆς γῆς τὰ βάθη ἐμπρός του!
Διότι ὁ Ζεὺς τὸν ἔτρεφε μέγα κακὸ στοὺς Τρῶας,
εἰς τὸν γενναῖον Πρίαμον καὶ εἰς ὅλα τὰ παιδιά του.
Τὰ μάτια μου ἂν τὸν ἔβλεπαν νὰ κατεβῆ στὸν Ἅδη,
θαρρῶ πὼς ὅλοι θά ᾽παυαν οἱ πόνοι τῆς ψυχῆς μου». {{r|285}}
Τὸν ἄκουσε καὶ πρόσταξε τὲς κόρες νὰ συνάξουν
γύρωθεν τὲς γερόντισες· κατέβη ὡστόσο ἐκείνη
στὸν μυροβόλον θάλαμον, ὁποὺ πολλοὶ ἦσαν πέπλοι,
ἔργα θαυμάσια γυναικῶν ἀπ’ τὰ Σιδώνια μέρη,
ὁπόθεν ὁ θεόμορφος Ἀλέξανδρος τὲς πῆρε, {{r|290}}
τὰ πέλαγα ὅταν ἔσχιζεν εἰς τὸ ταξίδι ἐκεῖνο,
ὁποὺ τὴν λαμπρογέννητην ἀνέβαζεν ῾Ελένην.
Καὶ νὰ προσφέρη τῆς θεᾶς ἡ ῾Εκάβη ἐσήκωσ’ ἕναν
ἀπ’ ὅλους τὸν πλατύτερον κι ἐξαίσια κεντημένον,
ποὺ ὡσὰν ἀστέρας ἔλαμπε καὶ κάτω ἀπ’ ὅλους ἦταν· {{r|295}}
καὶ ὡς πήγαινε γερόντισσες πολλὲς ἀκολουθοῦσαν.
Καὶ ὁπόταν στὴν ἀκρόπολιν καὶ στὸν ναὸν ἐφθάσαν,
ἡ καλοπρόσωπη Θεανὼ τοὺς ἄνοιξε τὴν θύραν,
τοῦ Ἀντήνορος ἡ ὁμόκλινη καὶ κόρη τοῦ Κισσέως·
τῆς Ἀθηνᾶς ἱέρειαν τὴν εἶχαν βάλ’ οἱ Τρῶες· {{r|300}}
καὶ ὅλες μὲ θρήνους ὕψωσαν στὴν ᾽Αθηνᾶ τὰ χέρια,
καὶ ἡ κᾳλοπρόσωπη Θεανὼ τὸν πέπλον ποὺ τῆς δῶσαν
στῆς λαμπρομάλλας Ἀθηνᾶς τὰ γόνατ’ ἀποθέτει,
καὶ πρὸς τὴν κόρην τοῦ Διὸς κεραυνοφόρου εὐχήθη:
«Θεὰ θεῶν, ὦ Ἀθηνᾶ, σωσίπολις, ἁγία, {{r|305}}
τοῦ Διομήδη σύντριψε τὴν λόγχην, καὶ αὐτὸν κάμε
ἔμπροσθεν τῶν Σκαιῶν πυλῶν, ἐπίστομα νὰ πέσν,
κι εὐθὺς θὰ λάβης δώδεκα χρονιάρικες μοσχάρες,
ἂν εὐδοκήσης, ὦ θεά, νὰ ἐλεηθῆς τὴν πόλιν
τῶν Τρώων, τὲς γυναῖκες των καὶ τὰ μικρὰ παιδιά των». {{r|310}}
Εὐχήθη, ἀλλ’ ὅμως ἡ θεὰ σ’ αὐτὰ δὲν εὐδοκοῦσε.
Κι ἐνῶ τὴν κόρην τοῦ Διὸς αὐτὲς παρακαλοῦσαν,
ὁ ῞Εκτωρ πρὸς τὰ δώματα κινοῦσε τοῦ Ἀλεξάνδρου,
ποὺ ὡραῖα τά ᾽χε κάμει αὐτὸς μὲ διαλεκτοὺς τεχνίτες
καὶ ἦσαν τότ’ ἐξαίσιοι στὴν κάρπιμην Τρωάδα· {{r|315}}
αὐλὴν εἰς τὴν ἀκρόπολιν καὶ θάλαμον καὶ δῶμα
τοῦ ἔκτισαν στοῦ ῞Εκτορος σιμὰ καὶ τοῦ Πριάμου˙
καὶ ὁ θεῖος ῞Εκτωρ βάδιζ’ ἐκεῖ μέσα κι ἐκρατοῦσε
κοντάρι ἑνδεκάπηχο, ποὺ μὲ χρυσὸ στεφάνι
σπιθοβολοῦσε ἡ λόγχη του· κι ἦβρε τὸν ἀδελφόν του {{r|320}}
στὸν θάλαμο ποὺ τὰ λαμπρὰ συγύριζε ἄρματά του,
τὸ τόξο καὶ τὸν θώρακα καὶ τὴν καλὴν ἀσπίδα·
κι ἡ ῾Ελέν’ ἡ ᾽Αργεία κάθονταν καὶ ὁλόγυρα οἱ γυναῖκες
κι ἔφτιαναν ἔργ’ ἀμίμητα καθὼς τὲς ὁδηγοῦσε.
Καὶ ὁ ῞Εκτωρ τὸν ὀνείδισε πικρῶς ἅμα τὸν εἶδε: {{r|325}}
«Ἄθλιε, καλὰ δὲν ἔκαμες τόσην χολὴν νὰ πάρης·
πέφτουν μαχόμενοι λαοὶ στὰ τείχη μας τριγύρω
καὶ ἐξ ἀφορμῆς σου ἀλαλαγμός, φλόγα πολέμου ζώνει
τὴν πόλιν τούτην· καὶ ὅμως σὺ θὰ ὀνείδιζες καθέναν
ἄλλον ποὺ νά ᾽βλεπες μακρὰν νὰ φύγη ἀπ’ τὸν ἀγώνα· {{r|330}}
ἀλλὰ σηκώσου πρὶν τὸ πῦρ τὴν πόλιν καταλύση».
Τοῦ ἀπάντησε ὁ θεόμορφος Ἀλέξανδρος καὶ τοῦ ᾽πε:
«῞Εκτορ᾽, ἀφοῦ μὲ δίκαιον μ’ ἐλέγχεις καὶ ὄχι ἀδίκως,
θὰ σοῦ ὁμιλήσω καθαρὰ καὶ πρόσεχε ν’ ἀκούσης·
στοὺς Τρῶας πεῖσμα μήτε ὀργὴ δὲν μ’ ἔκαμε νὰ μείνω {{r|335}}
στὸν θάλαμον, ἀλλ’ ἤθελα τὴν θλίψιν μου νὰ τρέφω·
τώρα μὲ λόγια μαλακὰ μ’ ἐκίνησε ἡ γυνή μου
νὰ πολεμήσω· καὶ ὡς κι ἐγὼ καλύτερο τὸ κρίνω·
τοὺς ἄνδρες εἰς τὸν πόλεμον συχνὰ ξαλλάζ’ ἡ νίκη.
Ἀλλ’ ὅσο ἐγὼ ν’ ἀρματωθῶ, σὺ μὴν ἀναχωρήσης, {{r|340}}
ἤ, ἂν θέλης, πήγαινε, κι ἐγώ, θαρρῶ, θὰ σὲ προφθάσω».
Εἶπε˙ καὶ δὲν τοῦ ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ·
κι ἡ ῾Ελένη γλυκομίλητα τοῦ εἶπε: «Ἀνδράδελφέ μου,
ὀιμένα τῆς κακόπρακτης, τῆς ὀργισμένης σκύλας·
ἄχ! τὴν ἡμέρα ποὺ στὸ φῶς μὲ ἔφερε ἡ μητέρα, {{r|345}}
νὰ μ’ εἶχε ἁρπάξει ἀνεμικὴ κακή, νὰ μ’ εἶχε ρίξει
εἰς ὄρος ἢ στῆς θάλασσας τὸ φουσκωμένο κύμα
νὰ μὲ ρουφήση καὶ ὄχι αὐτὰ ποὺ ἐγίνηκαν νὰ γίνουν.
᾽Αλλ’ ἀφοῦ τοῦτα τὰ κακὰ οἱ ἀθάνατοι διορίσαν,
ἂς εἶχα κὰν καλύτερον τὸν ἄνδρα νὰ γνωρίζη {{r|350}}
τοῦ κόσμου τὴν κατακραυγὴν καὶ τοὺς ὀνειδισμούς του·
καὶ τοῦτος τώρα νοῦν ποσῶς δὲν ἔχει οὔτε θὰ λάβη,
ὥστε θὰ πάθη· ἀλλ’ ὅρισε, ἀνδράδελφε, ἐδῶ μέσα,
κάθισε εἰς τοῦτο τὸ θρονί· γνωρίζ’ ὅτ’ ἡ ψυχή σου
μάλιστα ἐκείνη αἰσθάνεται τὸν μόχθον ποὺ ἀπὸ ἐμένα {{r|355}}
τὴν σκύλαν καὶ ἀπ’ τὸ ἀνόμημα προῆλθε τοῦ Ἀλεξάνδρου,
ὁποὺ μᾶς κακομοίρανε ὁ Ζεὺς διὰ νὰ γενοῦμε
καὶ τῶν κατόπι γενεῶν τραγούδι ξακουσμένο».
Καὶ ὁ μέγας τῆς ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης Ἕκτωρ:
«᾽Εὰν κι ἐγκάρδια μὲ καλεῖς, δὲν θὰ καθίσω, ῾Ελένη, {{r|360}}
ὅτ’ ἡ ψυχή μου ἐπιθυμεῖ σφόδρα βοηθὸς νὰ δράμω
τῶν Τρώων ποὺ μὲ ἀναζητοῦν, ἀφοῦ μακράν τους εῖμαι˙
ἀλλὰ σὺ παρακίνησε τὸν Πάριν κι ἂς φροντίση
καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ του ὅσο εἶμ’ ἐγὼ στὴν πόλιν, νὰ μὲ φθάση,
ὅτι θὰ ὑπάγω σπίτι μου νὰ ἰδῶ τοὺς σπιτικούς μου, {{r|365}}
τὴν ποθητὴν συμβίαν μου καὶ τὸ γλυκό μου βρέφος,
Δὲν ξεύρω ἄν θὰ ξαναϊδοῦν ᾒ θέλει βουλὴ θεία
σήμερ’ ἀπὸ τῶν Ἀχαιῶν τὰ χέρια νὰ ἀποθάνω».
Αὐτὰ εἶπε· κι ἐκίνησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ.
Καὶ εἰς τὸ λαμπρό του μέγαρο δἕν ἄργησε νὰ φθάση. {{r|370}}
Ἀλλ’ ὅμως τὴν λευκόχερην δὲν ηὗρεν Ἀνδρομάχην·
ἐκείνη μὲ τὸ βρέφος της καὶ τὴν καλὴν βυζάστραν
ἄνω στὸν πύργον ἔστεκε νὰ ὀδύρεται, νὰ κλαίη·
καὶ ἀφοῦ μέσα δὲν εὕρηκε τὴν ἄψογην συμβίᾱν,
εἰς τὸ κατώφλι ἐστάθηκε καὶ πρὸς τὲς κόρες εἶπε:
«῏Ω κόρες, τὴν ἀλήθειαν εἰπῆτε μου νὰ μάθω· {{r|375}}
ἐδῶθεν ἡ λευκόχερη ποῦ ἐβγῆκεν Ἀνδρομάχη
Νὰ εὕρη συννυφάδα της ἢ ἀνδράδελφην ἐπῆγεν,
ἤ στὸν ναὸν τῆς Ἀθηνᾶς ὅπου κι οἱ ἄλλες εἶναι
δέσποινες καὶ τὴν τρομερὴν θεὰν ἐξιλεώνουν;» {{r|380}}
Τότε σ’ αὐτὸν ἀπάντησεν ἡ ἔξυπνη οἰκονόμα:
«῏Ω ῞Εκτωρ, τὴν ἀλήθειαν θὰ εἰπῶ, καθὼς προστάζεις˙
δὲν πῆγε εἰς συννυφάδα της ἤ ἀνδράδελφην καθόλου
ἤ στὸν ναὸν τῆς Ἀθηνᾶς, ὅπου κι οἱ ἄλλες εἶναι
δέσποινες καὶ τὴν τρομερὴν θεὰν ἐξιλεώνουν· {{r|385}}
ἀλλὰ στὸν πύργον ἔτρεξε τῆς πόλεως ἄμ’ ἀκούσθη
νίκη τρανὴ τῶν Ἀχαιῶν καὶ συντριμμὸς τῶν Τρώων·
καὶ ὡς φρενιασμένη θά ᾽φθασε στὰ τείχη τώρα κείνη,
κι ἔχει σιμά της ἡ τροφὸς τὸ βρέφος στὴν ἀγκάλη».
Καὶ ὡς τ’ ἄκουσε ἐπετάχθη εὐθὺς ὁ ῞Εκτωρ ἀπ’ τὸ δῶμα {{r|390}}
πάλι στοὺς δρόμους τοὺς λαμπροὺς πού ᾽χε περάσει πρῶτα,
κι ἔφθασε, τὴν πολύχωρη περνώντας πολιτείαν.
στὲς Σκαιὲς πύλες· στὴν στιγμὴν ποὺ ἐκίνα εἰς τὸ πεδίον,
μὲ ὁρμὴν ἐμπρός του ἐπρόβαλεν ἡ ἀσύγκριτη Ἀνδρομάχη
πολύδωρη συμβία του καὶ κόρη τοῦ γενναίου {{r|395}}
Ἀετίωνος, ποὺ κάτωθεν τῆς δενδρωμένης Πλάκου
τῆς Θήβης ἐβασίλευε καὶ τῶν Κιλίκων ὅλων.
Τοῦ πολεμάρχου ῞Εκτορος αὐτή ᾽ταν ἡ συμβία
ποὺ τότε τὸν ἀπάντησε μὲ τὴν τροφὸν σιμά της,
ὁποὺ βαστοῦσε τὸ μικρὸ μονάκριβο παιδί της, {{r|400}}
τὸν ῾Εκτορίδην, ὅμοιον μὲ εὔμορφον ἀστέρα·
Σκαμάνδριον ὁ πατέρας του, Ἀστυάνακτα τὰ. πλήθη
τὸν λέγαν, ὅτι ἔσωζεν ὁ ῞Εκτωρ τὴν Τρωάδα.
᾽Εκεῖνος χαμογέλασε κοιτώντας τὸ παιδί του
ἥσυχα˙ κι ἀπ’ τὸ χέρι του πιασμένη ἡ Ἀνδρομάχη {{r|405}}
ἐδάκρυσε καὶ τοῦ ᾽λεγεν: «Ὀιμέ! Θὰ σ’ ἀφανίση
τούτη σου ἡ τόλμη, ὦ τρομερέ˙ τὸ βρέφος δὲν λυπεῖσαι
τοῦτο κι ἐμὲ τὴν ἄμοιρην ποὺ χήρα σου θὰ γίνω
ὀγρήγορα, ὅτι ὀγρήγορα θὰ ὁρμήσουν ὅλοι ἀντάμα
νὰ σὲ φονεύσουν οἱ ἀχαιοί καὶ ἅμα σὲ χάσω, κάτω {{r|410}}
στὸν μαῦρον Ἅδη ἂς κατεβῶ, διότι ἂν ἀποθάνης
καὶ σύ, καμιὰ παρηγοριὰ δι’ ἐμὲ δὲν θ’ ἀπομείνη,
καὶ πόνοι μόνον· ἔχασα πατέρα καὶ μητέρα·
τὸν μέγαν Ἀετίωνα μοῦ φόνευσεν ὁ θεῖος
Πηλείδης, ὅταν ἔριξε τὴν πόλιν τῶν Κιλίκων, {{r|415}}
τὴν Θήβην τὴν ὑψίπυλον· ἀλλὰ τὸν ἐσεβάσθη
νεκρόν, δὲν τὸν ἐγύμνωσε, καὶ μ’ ὄλην τὴν λαμπρήν του
ἀρματωσιὰ τὸν ἔκαυσε κι ἐσήκωσέ του μνῆμα,
κι ὁλόγυρά του ἐφύτευσαν πεῦκα μεγάλα οἱ νύμφες
᾽Ορεστιάδες, τοῦ Διὸς αἰγιδοφόρου κόρες· {{r|420}}
ἦσαν ἑπτὰ στὸ σπίτι μας γλυκεῖς αὐτάδελφοί μου,
κι εἰς μιὰν ἡμέραν ὅλοι ὁμοῦ ροβόλησαν στὸν Ἅδη·
ὅλους τοὺς ἐθανάτωσεν ὁ θεῖος ᾽Αχιλλέας
τῶν μόσχων μέσα εἰς τὲς κοπὲς καὶ τῶν λευκῶν προβάτων.
Καὶ τὴν σεπτὴν μητέρα μου, βασίλισσαν στὴν Θήβην, {{r|425}}
δούλην ἐδῶ τὴν ἔφερε μὲ τ’ ἄλλα λάφυρά του.
Καὶ ἀφοῦ μὲ δῶρ’ ἀμέτρητα κατόπι ἐξαγοράσθη,
τὴν ἔσβησεν ἡ ἄρτεμις στὸ σπίτι τοῦ πατρός μου.
῞Εκτωρ, σὺ εἶσαι δι’ ἐμὲ πατέρας καὶ μητέρα,
σὺ ἀδελφός, σὺ ἀνθηρὸς τῆς κλίνης σύντροφός μου. {{r|430}}
Ἀλλὰ λυπήσου μας, καὶ αὐτοῦ μεῖνε στὸν πύργον, μήπως
ὀρφανὸ κάμης τὸ παιδὶ καὶ χήραν τὴν γυναίκα.
Κι ἐκεῖ στὴν ἀγριοσυκιὰ τοὺς ἄνδρες στῆσε ὁπού ᾽ναι
ἡ πόλις καλοανέβατη, καλόπαρτο τὸ τεῖχος·
τρεῖς τὸ δοκίμασαν φορὲς τῶν Ἀχαιῶν οἱ πρῶτοι, {{r|435}}
οἱ Αἴαντες, και ὁ δοξαστὸς ᾽Ιδομενεὺς καὶ οἱ δύο
Ἀτρεῖδες καὶ ὁ ἀτρόμητος Τυδείδης ἑνωμένοι·
ἢ τὸ φανέρωσε σ’ αὐτοὺς χρησμῶν ἐξαίσιος γνώστης,
ἤ τοὺς κινεῖ μόν’ ἡ ψυχὴ σ’ αὐτὸ καὶ τοὺς διδάσκει»
Καὶ πρὸς αὐτὴν ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ: {{r|440}}
«Ὅλα τὰ αἰσθάνομαι κι ἐγώ, γυνή μου, ἀλλὰ φοβοῦμαι
καὶ τῶν ἀνδρῶν τὸ πρόσωπο καὶ τῶν σεμνῶν μητέρων,
ἂν μ’ ἔβλεπαν ὡς ἄνανδρος νὰ φεύγω ἀπὸ τὴν μάχην·
οὐδ’ ἡ καρδιά μου θέλει το, ποὺ μ’ ἔμαθε νὰ εἶμαι
γενναῖος πάντοτε κι ἐμπρὸς νὰ μάχωμαι τῶν Τρώων {{r|445}}
χάριν τῆς δόξας τοῦ πατρὸς καὶ τῆς δικῆς μου ἀκόμη·
ὅτ’ εἶναι τοῦτο φανερὸ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου·
θὰ φθάσ’ ἡ μέρα νὰ χαθῆ κι ἡ ῎Ιλιος ἡ ἁγία
καὶ ὁ Πρίαμος ὁ δυνατὸς μὲ ὅλον τὸν λαόν του.
Ἀλλὰ τῶν Τρώων ἡ φθορὰ δὲν μὲ πληγώνει τόσο {{r|450}}
καὶ τοῦ πατρός μου ὁ θάνατος καὶ τῆς σεμνῆς μητρός μου
καὶ τῶν γλυκῶν μου ἀδελφῶν, ὁποὺ πολλοὶ καὶ ἀνδρεῖοι
ἀπὸ τὲς λόγχες τῶν ἐχθρῶν θὰ κυλισθοῦν στὸ χῶμα
ὅσ’ ὁ καημός σου, ὅταν κανεὶς τῶν Ἀχαιῶν σὲ πάρη
εἰς τὴν δουλείαν, ἐνῶ σὺ θὰ ὀδύρεσαι, θὰ κλαίης, {{r|455}}
εἰς τ’ Ἄργος ξένον ὕφασμα θὰ ὑφαίνης προσταγμένη·
ἀπ’ τὴν ῾Υπέρειαν πηγὴν ἢ ἀπὸ τὴν Μεσσηΐδα
νερὸ θὰ φέρνης στανικῶς, ἀπὸ σκληρὴν ἀνάγκην·
κι ἐνῶ σὺ κλαίεις θενὰ εἰποῦν: «᾽Ιδέτε τὴν συμβίαν
τοῦ ῞Εκτορος ποὺ πρώτευε τῶν ἱπποδάμων Τρώων {{r|460}}
στὸν πόλεμον, ποὺ ὁλόγυρα στὴν ῎Ιλιον πολεμοῦσαν».
Αὐτὰ θὰ εἰποῦν καὶ μέσα σου θὰ ξαναζήση ὁ πόνος
τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ὁποὺ δὲν ζῆ διὰ νὰ σὲ ἐλευθερώση.
Ἀλλὰ παρὰ τὸν θρῆνον σου καὶ τ’ ὄνειδος ν’ ἀκούσω
βαθιὰ στὴν γῆν καλύτερα νὰ μὲ σκεπάση ὁ τάφος». {{r|465}}
Καὶ ὁ μέγας ῞Εκτωρ ἅπλωσε τὰ χέρια στὸ παιδί του·
ἔσκουξ’ ἐκεῖνο κι ἔγειρε στὸ στῆθος τῆς βυζάστρας·
φοβήθη τὸν πατέρα του καθὼς εἶδε ν’ ἀστράφτουν
τ’ ἄρματα καὶ ἀπ’ τὴν κόρυθα τῆς περικεφαλαίας
τὴν χαίτην ποὺ τρομακτικῶς ἐπάνω του ἐσειόνταν· {{r|470}}
ἐγέλασε ὁ πατέρας του καὶ ἡ σεβαστὴ μητέρα·
καὶ ὁ μέγας ῞Εκτωρ ἔβγαλε τὴν περικεφαλαία
καὶ καταγῆς τὴν ἔθεσεν ὁποὺ λαμποκοποῦσε.
᾽Εφίλησε κι ἐχόρευσε στὰ χέρια τὸ παιδί του
κι ἔπειτα εὐχήθη στοὺς θεοὺς κι εἶπε: «῏Ω πατέρα Δία, {{r|475}}
κι ὅλ’ οἱ ἐπουράνιοι θεοί, δώσετε εἰς τὸ παιδί μου
τοῦτο, ὡς ἐδώκατε εἰς ἐμέ, στὸ γένος του νὰ λάμπη,
στ ἄρματα μέγας, δυνατὸς στὴν ῎Ιλιον βασιλέας,
καὶ ὡς ἔρχεται ἀπ’ τὸν πόλεμον μ’ ἄρματα αἱματωμένα
ἐχθροῦ ποὺ ἐφόνευσε, νὰ εἰποῦν: καλύτερος ἐδείχθη {{r|480}}
καὶ τοῦ πατρός του, καὶ χαρὰν θὰ αἰσθάνεται ἡ μητέρα».
῾Ως εἶπε αὐτά, στὴν ἀγκαλιὰ τῆς ποθητῆς συμβίας
τὸ βρέφος ἔβαλε καὶ αὐτὴ στὸ μυροβόλο στῆθος
τὸ πῆρε γελοκλαίοντας· τὴν ἐλυπήθη ἐκεῖνος,
ἐχάιδευσέ την κι ἔλεγε: «Ἀγαπητή, μὴ θέλης {{r|485}}
τόσο δι’ ἐμὲ νὰ θλίβεσαι, στοχάσου ὅτι στὸν Ἅδη
δὲν θὰ μὲ στείλη ἄνθρωπος ἡ ὥρα μου πρὶν φθάση·
καὶ ἄνθρωπος ἅμα γεννηθῆ εἴτε γενναῖος εἶναι,
εἴτε δειλὸς δὲν δύναται τὴ μοίρα ν’ ἀποφύγη.
᾽Αλλ’ ἄμε σπίτι, ἔχε στὸν νοῦν τὰ ἔργα τὰ δικά σου, {{r|490}}
τὴν ἠλακάτην, τ’ ἀργαλειό, καὶ πρόσταζε τὲς κόρες
νὰ ἐργάζωνται· στὸν πόλεμον θὰ καταγίνουν ὅλοι
οἱ ἄνδρες ποὺ ἐγεννήθησαν στὴν Τροίαν κι ἐγὼ πρῶτος».
Εἶπε καὶ πάλι ἐφόρεσε τὴν περικεφαλαίαν.
Καὶ πρὸς τὸ σπίτι ἐκίνησεν ἡ ἀγαπητὴ γυνή του {{r|495}}
κι ἐσυχνογύριζε νὰ ἰδῆ μὲ μάτια δακρυσμένα.
Εἰς τοῦ ἀνδροφόνου ῞Εκτορος τὴν ὑψηλὴν οἰκίαν
ἔφθασε κι εὕρηκεν ἐκεῖ τῶν γυναικῶν τὸ πλῆθος
κι ἀπ’ τὴν ψυχήν τους ἔκαμεν ὁ θρῆνος ν’ ἀναβρύση.
Καὶ ζωντανὸν τὸν ῞Εκτορα στὸ σπίτι του ἐθρηνοῦσαν, {{r|500}}
θαρρώντας ποὺ ἀπ’ τὸν πόλεμον κι ἀπ’ τ’ ἀνδρειωμένα χέρια
τῶν Ἀχαιῶν δὲν θὰ σωθῆ καὶ δὲν θὰ γύρη πλέον.
Ἀλλὰ δὲν ἀργοπόρησε στὰ δώματά του ὁ Πάρις˙
ἐζώσθη τὰ πολύχαλκα καὶ ὑπέρλαμπρα ἄρματά του,
τὴν πόλιν γοργὰ διάβηκεν, ὡς ἦταν πτεροπόδης˙ {{r|505}}
καὶ ὡς ὅταν σπάση τὸν δεσμὸν καλοθρεμμένος ἵππος,
βροντᾶ τετραποδίζοντας στὴν ἀνοικτὴν πεδιάδα,
νὰ λούεται στὸ καθαρὸ ποτάμι μαθημένος·
τὴν κεφαλὴν κρατεῖ ὑψηλά, τὴν χαίτην ἀνεμίζει,
καὶ ὑπερηφανευόμενον στα κάλλη του τὸν φέρνουν {{r|510}}
στὲς μαθημένες του βοσκὲς γοργὰ τὰ γόνατά του,
ὁμοίως ἀπ’ τὴν Πέργαμον ὁ Πριαμίδης Πάρις
περήφανος κατέβαινε μὲ πόδια φτερωμένα
καὶ στ’ ἄρματα ὡσὰν ἥλιος λαμποκοποῦσεν ὅλος.
Τὸν θεῖον εὕρηκε ἀδελφὸν κεῖ πόμελλε νὰ στρέψη {{r|515}}
ἀπ’ ὅπου μὲ τὴν ποθητὴν γυναίκα του ὁμιλοῦσε.
Καὶ πρῶτος ὁ θεόμορφος ᾽Ἀλέξανδρος τοῦ εἶπε:
«῎Εγκαιρα δὲν ἐπρόφθασα, καθὼς ἔχεις προστάξει,
ὦ σεβαστέ μου˙ σὲ κρατῶ καὶ σὺ πολὺ σπουδάζεις».
Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ: {{r|520}}
«Γλυκέ μου, ἂν εἶναι δίκαιος, κανεὶς δὲν θὰ σὲ ψέγη
στὰ ἔργα τὰ πολεμικὰ καὶ ἀνδρειωμένος εἶσαι·
τὸ θέλεις καὶ ὀκνηρεύεσαι, καὶ μέσα μου λυποῦμαι,
ὅταν πολλοὺς ὀνειδισμούς ἐνάντια σου προφέρουν
οἱ Τρῶες ποὺ ἐξαιτίας σου βαρὺν ἔχουν ἀγώνα. {{r|525}}
Ἄς πᾶμε καὶ θὰ διορθωθοῦν τοῦτ’ ἂν θελήση ὁ Δίας
νὰ στήσωμεν στὰ σπίτια μας ἐλεύθερον κρατήρα,
προσφορὰν ὅλων τῶν θεῶν μεγάλων, αἰωνίων,
ἅμ’ ἀπ’ τὴν Τροίαν διώξωμεν τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη».</poem>
01dkhew6pfo8r20s4ofr1s2orpdmy61
Ιλιάδα (Πολυλάς)/η
0
15769
166767
93740
2026-07-06T04:44:44Z
Sarri.greek
10495
{{r|5}} σε κάθε 5ο στίχο
166767
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = Ιλιάδα
| συγγραφέας = Όμηρος
| μεταφραστής= Ιάκωβος Πολυλάς
| ενότητα = Ραψωδία η
| επόμενο = [[../θ|Ραψωδία θ]]
| προηγούμενο= [[../ζ|Ραψωδία ζ]]
| σημειώσεις =
}}
<poem>
Εἶπε, τὲς Πύλες ἄφησε κι ἐβγῆκε ὁ μέγας Ἕκτωρ·
καὶ ὁ ἀδελφός του ᾽Αλέξανδρος ἐβάδιζε σιμά του
καὶ ὁλόγυρα τὸν πόλεμον, τὴν μάχην ἐδιψοῦσαν.
Καὶ ὡς ὅταν πρίμος ἄνεμος ἀπὸ θεὸν ἐστάλη,
στοὺς ναῦτες πολυπόθητος, ποὺ κατακουρασμένοι {{r|5}}
μὲ τὰ καλόξυστα κουπιὰ τὸ πέλαγος ὀργώνουν,
τόσο κι ἐκεῖνοι ποθητοὶ φανῆκαν εἰς τοὺς Τρῶας.
Ἀμέσως τὸν Μενέσθιον ἐγκάτοικον τῆς ῎Αρνης,
ποὺ γέννησ’ ὁ Ἀρηίθοος, ροπαλοφόρος ἄνδρας,
κι ἡ ὡραία Φυλομέδουσα, νεκρὸν τὸν ρίχνει ὁ Πάρις {{r|10}}
Ὁ ῞Εκτωρ εἰς τὸν τράχηλον λογχίζει τὸν ᾽Ηονέα
κάτω ἀπὸ τὸ καλόχαλκο στεφάνι, ὥστ’ ἐνεκρώθη.
Καὶ τῶν Λυκίων ὁ ἀρχηγός, ὁ ῾Ιππολοχίδης Γλαῦκος,
τὸν Δεξιάδην κτύπησεν ᾽Ιφίνοον στὴν πλάτην,
ὡς εἰς τ’ ἁμάξι ἀνέβαινε στὴν ταραχὴν τῆς μάχης, {{r|15}}
κι ἔπεσεν ἀπ’ τὴν ἅμαξαν κι ἐβγῆκεν ἡ ψυχή του.
Καὶ ὡς τοὺς ἐνόησ’ ἡ Ἀθηνᾶ, ποὺ στὸν δεινὸν ἀγώνα
τοὺς Ἀχαιοὺς ἐσύντρῑβαν, ἐχύθη ἀπὸ τοῦ ᾽Ολύμπου
τὲς κορυφὲς κι ἐστάθηκε στὴν ἱερὴν Τρωάδα.
Τὴν ξάνοιξε ἀπ’ τὴν Πέργαμον ὁ ᾽Απόλλων κι ἦλθ’ ἐμπρός της· {{r|20}}
τῶν Τρώων ἤθελεν αὐτὸς τὴν νίκην· τότε οἱ δύο
ἀθάνατοι ἀπαντήθηκαν κεῖ πού ᾽ναι ρίζα φράξου.
Πρῶτος ὁ γόνος τοῦ Διὸς ὁ Ἀπόλλων σ’ αὐτὴν εἶπε:
«Τί πάλιν ἀπ’ τὸν ῎Ολυμπον, ὦ κόρη τοῦ Κρονίδη,
ὅρμησες, καθὼς σ’ ἔσπρωξεν ἡ μεγαλοψυχία; {{r|25}}
Στοὺς Δαναοὺς σὺ βούλεσαι τὴν νίκην νὰ γυρίσης,
ὅτι ποσῶς τὸν ὄλεθρον δὲν συμπονεῖς τῶν Τρώων.
ἀλλ’ ἂν δεχθῆς ὅ,τι θὰ εἰπῶ, θαρρῶ ποὺ θὰ ὠφελήσης.
Διὰ σήμερον ἂς παύσωμεν τὸν φονικὸν ἀγώνα·
θὰ πολεμήσουν ὕστερον, ἕως ὅτου τῆς ᾽Ιλίου {{r|30}}
τὸ τέλος νά ᾽βρουν, ἐπειδὴ σᾶς τῶν θεῶν τῶν δύο
τούτην νὰ ἐξολοθρεύσετε τὴν πόλιν τόσο ἀρέσει».
Τότε ἡ γλαυκόματη ᾽Αθηνᾶ τοῦ εἶπε: «Μακροβόλε,
ἂς γίνη αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖς· μ’ αὐτὴν κι ἐγὼ τὴν γνώμην
κατέβηκ’ ἀπ’ τὸν ῎0λυμπον στοὺς Ἀχαιοὺς καὶ Τρῶας. {{r|35}}
Ἀλλὰ εἰπέ, πῶς τῶν ἀνδρῶν τὴν μάχην θενὰ παύσης;»
Καὶ ὁ Φοῖβος τοῦ Διὸς υἱὸς σ’ ἐκείνην ἀπαντοῦσε:
«Τοῦ ῞Εκτορος ἂς σπρώξωμε τὴν φλογερὴν καρδίαν,
ἕναν ἀπὸ τοὺς Δαναοὺς νὰ προκαλέση μόνος,
ἀντίπαλοι νὰ κτυπηθοῦν εἰς φονικὸν ἀγώνα, {{r|40}}
καὶ αὐτοὶ θὰ φιλοτιμηθοῦν ἕναν νὰ σπρώξουν ἄνδρα
ποὺ μὲ τὸν θεῖον ῞Εκτορα νὰ πολεμήση μόνος».
Αὐτά ᾽πε καὶ ἡ γλαυκόματη θεὰ τὸν λόγον στέργει.
Καὶ ὁ Πριαμίδης ῞Ελενος ἐνόησε τὴν γνώμην,
ποὺ ἄρεσε τῶν δύο θεῶν αὐτοῦ ποὺ ἐβουλευόνταν˙ {{r|45}}
τὸν ῞Εκτορα ἐπλησίασε καὶ τοῦ ᾽πε: «῏Ω Πριαμίδη
῞Εκτορ᾽, ὁποὺ στὴν φρόνησιν ὁμοιάζεις μὲ τὸν Δία,
θὰ ἐδέχοσουν ὅ,τι θὰ εἰπῶ; Εἶμαι ἀδελφός σου· κάμε
οἱ Τρῶες ὅλοι κ’ οἱ ἀχαιοὶ νὰ παύσουν, νὰ καθίσουν,
καὶ σὺ τὸν ἀνδρειότερον τῶν ἀχαιῶν εἰς μάχην {{r|50}}
προκάλεσε ν’ ἀγωνισθῆ μόνος μὲ σένα μόνον·
ὅτι δὲν ἦλθ’ ἡ ὥρα σου στὸν πόλεμον νὰ πέσης·
στὸν νοῦν μου τὸ ἐφανέρωσε φωνὴ τῶν ἀθανάτων».
Αὐτά ᾽πε καὶ ἀναγάλλιασεν ὁ ῞Εκτωρ εἰς τὸν λόγον·
στὴν μέσην βγῆκε, ἐχώρισε τὲς φάλαγγες τῶν Τρώων {{r|55}}
κι ἔσφιγγε λόγχην· καὶ ὅλα εὐθὺς ἐκάθισαν τὰ πλήθη,
ἐκάθισαν κι οἱ Ἀχαιοί, ὡς πρόσταξ’ ὁ Ἀτρείδης·
καὶ ὁ Φοῖβος μὲ τὴν ᾽Αθηνᾶ στοὺς κλάδους ἡσυχάζαν
τοῦ ὑψηλοῦ φράξου τοῦ πατρὸς Διὸς αἰγιδοφόρου,
εἰς τὴν μορφὴν γυπαετοὶ κι ἐχαίροντο τοὺς ἄνδρες· {{r|60}}
κι ἦσαν οἱ ἀράδες στριμωκτὲς καὶ ὡς λόγγος ἐφαντάζαν
ἀσπίδες καὶ κοντάρϊα καὶ περικεφαλαῖες·
καὶ ὡς τοῦ Ζεφύρου ἡ πρώτη ὁρμὴ τὴν θάλασσαν σουφρώνει
κι ἐκεῖνο τ’ ἀνατρίχιασμα τὴ θάλασσαν μαυρίζει,
ὁμοίως καὶ τῶν Ἀχαιῶν οἱ ἀράδες καὶ τῶν Τρώων {{r|65}}
εἰς τὸ πεδίον· κι ἔλεγεν ὁ ῞Εκτωρ εἰς τὴν μέσην:
«ἀκοῦτε, Τρῶες καὶ ᾽Αχαιοὶ λαμπροκνημιδοφόροι,
ὅ,τι στὰ στήθη μου ἡ ψυχὴ νὰ εἰπῶ παρακινεῖ με·
τοὺς ὅρκους δὲν στερέωσεν ὁ ὑψίθρονος Κρονίδης,
ἀλλ᾽ ἑτοιμάζει συμφορὲς καὶ στὰ δυὸ μέρη ὡσότου {{r|70}}
ἢ σεῖς τὴν Τροίαν πάρετε τὴν καλοτειχισμένην,
ἤ σᾶς συντρίψωμεν ἐμεῖς σιμὰ στὰ κοῖλα πλοῖα·
ἔχετε τῶν Παναχαιῶν ἄνδρες στὴν μάχην πρώτους·
καὶ ὅποιός αὐτῶν ἐπιθυμεῖ μ’ ἐμὲ νὰ πολεμήση,
ἂς ἔλθη ἐδῶ ν’ ἀντιταχθῆ στὸν ῞Εκτορα τὸν θεῖον· {{r|75}}
καὶ ἰδοὺ τί λέγω· μάρτυρα σ’ ἐμᾶς καλῶ τὸν Δία·
καὶ ἂν μὲ φονεύσ’ ἡ λόγχη του, ἂς πάρη τ’ ἄρματά μου
εἰς τὰ γοργὰ καράβια σας, ἀλλὰ στὰ γονικά μου
τὸ σῶμα θ’ ἀποδώση αὐτὸς ὅπως εἰς τὸν νεκρόν μου
τὴν τιμὴν δώσουν τοῦ πυρὸς καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες· {{r|80}}
καὶ ἂν νὰ τὸν ρίξ’ ἡ λόγχη μου τὴν δόξαν δώση ὁ Φοῖβος,
ἐγὼ θὰ πάρω τ’ ἄρματα στὴν ῎Ιλιον τὴν ἁγίαν
νὰ τὰ κρεμάσω στὸν ναὸν τοῦ τοξοφόρου Φοίβου,
καὶ θ’ ἀποδώσω τὸν νεκρὸν στὰ γρήγορα καράβια,
οἱ κομοτρόφοι Ἀχαιοὶ νὰ τὸν ἐνταφιάσουν {{r|85}}
καὶ στὸν πλατὺν ῾Ελλήσποντον νὰ τοῦ σηκώσουν μνῆμα.
Καὶ τῶν κατόπιν γενεῶν κάποιος θὰ εἰπῆ περνώντας
μὲ καράβι πολύσκαρμο στὰ μελαψὰ πελάγη:
«Ἀνδρὸς ὁποὺ ἀπέθανε τὸ πάλαι ἰδοὺ τὸ μνῆμα.
καὶ ὁ μέγας ῞Εκτωρ φόνευσεν αὐτὸν τὸν ἀνδρειωμένον. {{r|90}}
Αὐτὸ θὰ εἰποῦν καὶ ἡ δόξα μου ποτὲ δὲν θά ᾽χη τέλος».
Αὐτά ᾽πε καὶ ὡς τὸν ἄκουσαν ἄφωνοι ἐμεῖναν ὅλοι·
νὰ τ’ ἀρνηθοῦν ἐντρέποντο, νὰ τὸ δεχθοῦν ἐτρέμαν˙
καὶ τέλος ὁ Μενέλαος σηκώθη πονεμένος
ἐγκάρδια καὶ τοὺς ὕβριζεν: «Ὀιμὲ φοβερολόγοι», {{r|95}}
τοὺς εἶπεν, «ὄχι Ἀχαιοί, ἀλλ’ Ἀχαιίδες πλέον,
αἰσχύνη θά ᾽ναι τρομερὴ τῶν Δαναῶν, ἀνίσως
ἀντίπαλος τοῦ ῞Εκτορος δὲν ἔβγη ἐδῶ κανένας·
ἀλλὰ σεῖς αἷμα καὶ νερὸ γενῆτε, ὅπως σᾶς βλέπω
αὐτοῦ νὰ κάθεσθ’ ἄδοξοι μὲ τὴν ψυχὴν χαμένην· {{r|100}}
κι ἐγὼ θὰ ζώσω τ’ ἄρματα ν’ ἀντιταχθῶ σ’ ἐκεῖνον·
κι εἶναι στὰ χέρια τῶν θεῶν οἱ κορυφὲς τῆς νίκης».
Αὐτά ᾽πε καὶ ἀρματώθηκε· τότε, Μενέλαε, πλέον
θά ᾽βρες ἀπὸ τὸν Ἑκτορα τὸ τέλος τῆς ζωῆς σου,
ποὺ ἦτο ἐκεῖνος στ’ ἄρματα. πολὺ καλύτερός σου, {{r|105}}
ἐὰν δὲν ἐσηκώνοντο καὶ δὲν σ’ ἐπιάναν ὅλοι
οἱ βασιλεῖς τῶν Ἀχαιῶν· καὶ ὁ μέγας Ἀγαμέμνων
σ’ ἔπιασε ἀπὸ τὴν δεξιὰν καὶ σοῦ ᾽λεγε: «Τὸν νοῦν σου
ἔχασες, ὦ Μενέλαε, καὶ αὐτὸ δὲν σοῦ συμφέρει·
ὑπόμεινε, διογέννητε, τὸν πόνον τῆς καρδιᾶς σου· {{r|110}}
μ’ ἄνδρ’ ἀπὸ σὲ καλύτερον ν’ ἀγωνισθῆς μὴ θέλης,
μὲ τὸν Πριαμίδην ῞Εκτορα ποὺ τὸν τρομάζουν ὅλοι·
καὶ ὁ ᾽Αχιλλεὺς ὁποὺ πολὺ στὴν ρώμην σὲ ὑπερβαίνει
αὐτὸν τρέμει στὸν πόλεμο ὅπου δοξάζοντ’ ἄνδρες.
Ἀλλ’ ἄμε σὺ καὶ ἡσύχαζε μαζὶ μὲ τοὺς συντρόφους, {{r|115}}
καὶ ἄλλον σ’ αὐτὸν ἀντίπαλον οἱ Ἀχαιοὶ θὰ βγάλουν·
ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀτρόμητος καὶ ἀχόρταγος πολέμου,
θαρρῶ ποὺ μ’ εὐχαρίστησιν τὸ γόνα θὰ λυγίση,
ἂν ἀπ’ τὸν πόλεμο σωθῆ καὶ ἀπ’ τὸν δεινὸν ἀγώνα».
Εἶπε καὶ αὐτὸς ὑπάκουσε στὸν λόγον τοῦ ἀδελφοῦ του {{r|120}}
τὸν γνωστικὸν κι ἐπείσθηκε· καὶ ἀμέσως ἀπ’ τοὺς ὤμους
χαρούμεν’ οἱ θεράποντες τὰ ὅπλα τοῦ σηκῶσαν·
καὶ ὁ Νέστωρ τότε ὁμίλησε στὴν μέσην τῶν Ἀργείων:
«Ὀιμέ, στὴν γῆν τῶν Ἀχαιῶν μεγάλο πένθος ἦλθε·
πόσον ὁ ἱππόμαχος Πηλεὺς θὰ ἐγόγγυζεν ὁ γέρος {{r|125}}
τῶν Μυρμιδόνων ρήτορας καλὸς καὶ βουληφόρος,
ποὺ ἕναν καιρὸ στὸ σπίτι του χαρούμενος μ’ ἐρώτα
διὰ τοὺς προγόνους καὶ παιδιὰ τοῦ γένους τῶν Ἀργείων.
Καὶ ἂν ἄκουε τώρα ποὺ ὅλοι αὐτὸν τὸν ῞Εκτορα φοβοῦνται,
θ’ ἅπλωνε τὲς ἀγκάλες του πρὸς τοὺς θεοὺς νὰ κάμουν {{r|130}}
ἀπὸ τὰ χείλη του ἡ ψυχὴ νὰ κατεβῆ στὸν Ἅδην.
Καί, ὦ Ζεῦ καὶ ᾽Απόλλων καὶ ᾽Αθηνᾶ, νὰ ἤμουν πάλι νέος,
ὡς ὅταν στὸν γοργὸν κοντὰ Κελάδοντα ἐμαχόνταν
Πύλιοι καὶ Ἄρκαδες ὁμοῦ καλοὶ κονταροφόροι
σιμὰ στὰ τείχη τῆς Φειᾶς, στὰ ρεῖθρα τοῦ ᾽Ιαρδάνου. {{r|135}}
Κι ἐκείνων ἦταν πρόμαχος ὁ ᾽Ερευθαλίων, ἄνδρας
ἰσόθεος καὶ τ’ ἄρματα φοροῦσε τοῦ ᾽Αρηθόου,
τοῦ Ἀρηθόου τοῦ λαμπροῦ ποὺ ἄνδρες καὶ γυναῖκες
ροπαλοφόρον ἔλεγαν, ἐξ ἀφορμῆς ποὺ λόγχην
ἤ τόξον εἰς τὸν πόλεμον δὲν εἶχεν, ἀλλὰ μόνον {{r|140}}
μὲ σιδερένιο ρόπαλο τὲς φάλαγγες ἐσποῦσε.
Μὲ δόλον, ὄχι ἀντίμαχα, τὸν φόνευσε ὁ Λυκοῦργος
εἰς μονοπάτι ποὺ ποσῶς σ’ αὐτὸν δὲν ὠφελοῦσε
τὸ ρόπαλον· κι ἐπρόφθασε μὲ λόγχην ὁ Λυκοῦργος
νὰ τὸν τρυπήση κι ἔπεσε τ’ ἀνάσκελα στὸ χῶμα. {{r|145}}
Καὶ ἀπ’ τ’ ἄρματα πού ᾽χε σ’ αὐτὸν δωρήσει ὁ χάλκεος Ἄρης
ἐγύμνωσέ τον κι ἔπειτα στὸν πόλεμον τὰ ἐφόρει·
καὶ ἀφοῦ στὸ σπίτι ἐγήρασε τὰ χάρισε ὁ Λυκοῦργος
εἰς τὸν ᾽Ερευθαλίωνα καλὸν θεράποντά του.
Τοῦτος μ’ ἐκεῖνα τ’ ἄρματα τοὺς πολεμάρχους ὅλους {{r|150}}
ἐπροκαλοῦσε κι ἔτρεμε καθείς, δὲν εἶχε τόλμην·
κι ἐμ’ ἔφερε ν’ ἀγωνισθῶ ἡ θαρρετὴ ψυχή μου,
ἂν κι ἤμουν ὁ νεώτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνδρείους·
πολέμησα κι ἡ ᾽Αθηνᾶ μοῦ χάρισε τὴν νίκην˙
τρανὸν καὶ ἀνδρεῖον ὡς αὐτὸν δὲν φόνευσ’ ἄλλον ἄνδρα· {{r|155}}
φαρδὺς μακρὺς ἀπέραντος ἐκείτετο στὸ χῶμα.
Ἄχ! μ’ ὅλην τὴν ἀνδρείαν μου νὰ ἤμουν πάλι νέος˙
θά ᾽βρισκε τὸν ἀντίμαχον ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ.
Καὶ ἀπ’ ὅλους τοὺς Παναχαιοὺς ὅσ’ εἶσθε πολεμάρχοι
τώρα κανεὶς στὸν ῟Εκτορα ν’ ἀντισταθῆ δὲν θέλει». {{r|160}}
Στοῦ γέρου τοὺς ὀνειδισμοὺς ἐννέα σηκωθῆκαν.
Πρῶτος σηκώθη ὁ δυνατός, ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων·
κατόπιν ὁ ἀνίκητος Τυδείδης Διομήδης,
οἱ Αἴαντες, μ’ ἀδάμαστην ζωσμένοι ἀνδραγαθίαν,
ὁ ᾽Ιδομενεὺς καὶ ὁ σύντροφος ἐκείνου Μυριόνης, {{r|165}}
στὴν δύναμιν ἰσόπαλος τοῦ ἀνδροφόνου Ἄρη,
ὁ Εὐρύπυλος τοῦ Εὐαίμονος λαμπρὸς υἱὸς καὶ ὁ Θόας
Ἀνδραιμονίδης καὶ μ’ αὐτοὺς ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας,
μὲ τὸν γενναῖον ῞Εκτορα καθεὶς νὰ πολεμήση.
Καὶ πάλιν ὁ Γερήνιος ἱππότης Νέστωρ εἶπε: {{r|170}}
«Νὰ τιναχθοῦν τώρα οἱ λαχνοί, νὰ ἰδοῦμε ποιὸς θὰ τύχη˙
ὅτι χαρᾶς θά ᾽ναι ἀφορμὴ στῶν ᾽Αχαιῶν τὸ γένος
καὶ ἡ καρδιά του θὰ αἰσθανθῆ χαράν, ἂν κατορθώση
ἀπὸ τῆς μάχης νὰ σωθῆ τὸν φοβερὸν ἀγώνα».
Αὐτά ᾽πε κι ἐσημείωσε καθένας τὸν λαχνόν του. {{r|175}}
Καὶ τοῦ Ἀτρείδη Ἀγαμέμνονος τοὺς ἔβαλαν στὸ κράνος·
καὶ ὅλοι ἐδέοντο οἱ λαοὶ μὲ χέρια σηκωμένα
καὶ μάτια πρὸς τὸν οὐρανὸν κι εἶπαν: «Πατέρα Δία,
δῶσ’ τὸν λαχνὸν τοῦ Αἴαντος ἤ τοῦ Τυδείδ’ ἤ δῶσ’ τον
αὐτοῦ ποὺ στὲς πολύχρυσες Μυκῆνες βασιλεύει». {{r|180}}
Αὐτά ᾽λεγαν καὶ τοὺς λαχνοὺς ἐτίναξεν ὁ Νέστωρ·
καὶ ἀπὸ τὸ κράνος πήδησε λαχνὸς ὡς τὸν ἠθέλαν,
τοῦ Αἴαντος· καὶ ὁ κήρυκας τὸν παίρνει καὶ τὸν δείχνει
τῶν πολεμάρχων Ἀχαιῶν μὲ τάξιν εἰς καθέναν.
Καὶ τὸν λαχνὸν δὲν γνώρισε κανεὶς ὡσὰν δικόν του {{r|185}}
καὶ ὅτ’ ἔφθασε στὸν Αἴαντα ποὺ τὸν λαχνὸν στὸ κράνος
ἔριξε ἀφοῦ τὸν χάραξεν, ἅπλωσεν ὁ γενναῖος
τὸ χέρι του καὶ ὁ κήρυκας σ’ αὐτὸν τὸν παραδίδει·
καὶ τὸ σημάδι ἅμ’ εἶδε αὐτὸς τὸ γνώρισε κι ἐχάρη.
Τὸν λαχνὸν ἔριξε χαμαὶ κι ἐφώναξε: «Δικός μου {{r|190}}
εἶναι ὁ λαχνός ἀγαπητοί· καὶ χαίρεται ἡ ψυχή μου
ὅτι τὸν θεῖον ῞Εκτορα θαρρῶ πὼς θὰ νικήσω.
Ἀλλ’ ὅσο ἐγὼ μὲ τ’ ἄρματα τὸ σῶμα μου νὰ ζώσω,
ἐσεις ὡστόσον εὔχεσθε πρὸς τὸν πατέρα Δία,
σιγὰ μήπως νὰ εὔχεσθε οἱ Τρῶες σᾶς νοήσουν, {{r|195}}
ἢ ἂν θέλετε καὶ φανερά, κανέναν δὲν φοβοῦμαι·
διότι κανεὶς μὲ δύναμιν ἐμὲ δὲν θὰ δαμάση,
μὲ τέχνην οὔτε, ὅτι θαρρῶ πού, γέννημα καὶ θρέμμα
τῆς Σαλαμῖνος, δὲν εἶμαι ἀμάθητος τελείως».
Αὐτά ᾽πε κι εὔχονταν αὐτοὶ πρὸς τὸν πατέρα Δία. {{r|200}}
Καὶ τὸν μεγάλον οὐρανὸν κοιτώντας κάποιος εἶπε:
«Δία, πατέρα, δοξαστέ, ποὺ βλέπεις ἀπ’ τὴν ῎Ιδην,
ὕψιστε, δῶσ’ τοῦ Αἴαντος τὸ καύχημα τῆς νίκης·
κι ἐὰν τὸν ῞Εκτορ’ ἀγαπᾶς πολὺ καὶ προστατεύης,
δῶσ’ καὶ τῶν δύο δύναμιν καὶ δόξαν παρομοίαν». {{r|205}}
Καὶ ὡστόσο τὸν λαμπρὸν χαλκὸν ἐζώνονταν ὁ Αἴας
καὶ στὰ καλὰ τὰ ἄρματα τὰ μέλη του εἶχε κλείσει.
Κινοῦνταν, ὡς θεόρατος ὁ Ἄρης κατεβαίνει
στὸν πόλεμον μὲς στοὺς θνητούς, ποὺ ὁ βροντητὴς Κρονίδης
στῆς διχονοίας ἔριξε τὸν φονικὸν ἀγώνα. {{r|210}}
Παρόμοιος θεόρατος τῶν ᾽Αχαιῶν ὁ πύργος,
ὁ Αἴας μὲ χαμόγελο στὸ ἄγριο πρόσωπό του
μέγα κοντάρι ἐτίναξε μακροδιασκελώντας.
Ἀναγαλλιάζαν οἱ Ἀχαιοὶ καθὼς τὸν ἐθωροῦσαν,
ἀλλ᾽ ἀπὸ τρόμον φοβερὸν ἐπάγωσαν οἱ Τρῶες, {{r|215}}
καὶ ἀκόμα καὶ τοῦ ῞Εκτορος ἐσπάραξε ἡ καρδία·
ἀλλὰ νὰ φύγη, νὰ συρθῆ μὲς στὸν στρατόν του πλέον
δὲν ἠμποροῦσε αὐτὸς ἀφοῦ προκάλεσε εἰς τὴν μάχην.
Καὶ ὁ Αἴας ἐπροχώρησε μ’ ἀσπίδα ὡσὰν πύργον,
χάλκινην μ’ ἑπτὰ δέρματα ποὺ τοῦ ἔκαμε ὁ Τυχίος {{r|220}}
τῶν σκυτοτόμων ἔξοχος, ἐγκάτοικος στὴν ῞Υλην,
λαμπρὴν τὴν ἐτεχνούργησεν ἑπτάδιπλην μὲ δέρμα
δυνατῶν ταύρων, κι ἔβαλε δίπλαν χαλκοῦ ὀγδόην.
Αὐτὴν στὰ στήθη ἐπρόβαλεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας
Κι ἐστάθη ἐμπρὸς στὸν ῞Εκτορα καὶ τοῦ ᾽πε μὲ φοβέρες: {{r|225}}
«῏Ω ῞Εκτωρ, θὰ γνωρίσης σύ, μόνος μὲ μόνον τώρα,
ἂν ἄλλοι ἐδῶ τῶν Δαναῶν εὑρίσκονται ἀνδρειωμένοι,
ἔξω ἀπὸ τὸν λεοντόκαρδον Πηλείδην ἀνδροφόνον.
Ἀλλ’ αὐτὸς μένει στὰ κυρτὰ θαλασσοπόρα πλοῖα,
ἀφοῦ στὸν πρῶτον ἀρχηγὸν Ἀτρείδην ἐχολώθη. {{r|230}}
Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθ’ ἀρκετοὶ μὲ σὲ νὰ μετρηθοῦμε
καὶ πάμπολλοι· ἀλλ’ ἀρχίνησε πρῶτος ἐσὺ τὴν μάχην».
Καὶ ὁ μέγας τότε ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ:
«Αἴα, ὦ δϊογέννητε, μεγάλε πολεμάρχε,
τί τάχα ὡσὰν ἀδύνατο παιδὶ μὲ δοκιμάζεις {{r|235}}
ἤ ὡσὰν γυναίκ’ ἀμάθητην στὰ ἔργα τοῦ πολέμου;
Τὲς μάχες ξεύρω ἐγὼ καλὰ καὶ τὲς ἀνδροφονίες.
᾽Αριστερὰ καὶ δεξιὰ νὰ στρέφω τὴν βαρεῖαν
ἀσπίδα ἠξεύρω ἀκούραστος στὸν κόπο τοῦ πολέμου.
Ξεύρω τῶν ἵππων τὴν ὁρμὴν στὴν μάχην νὰ ὁδηγήσω, {{r|240}}
καὶ πεζὸς ξεύρω τὸν χορὸν τοῦ Ἄρη τοῦ ἀνδροφόνου.
᾽Αλλὰ γενναῖον ὡς ἐσὲ δὲν θέλω νὰ κτυπήσω
ἀπόκρυφ’ ἀλλὰ φανερά, τὸ ἀκόντι μου ἂν πιτύχη».
Εἶπε καὶ τὸ μακρόσκιον ἐτίναξε κοντάρι.
Καὶ τὴν φρικτὴν τοῦ Αἴαντος ἐκτύπησεν ἀσπίδα {{r|245}}
καὶ τὸν χαλκὸν ποὺ ὄγδοος ἑπτὰ σκεπάζει δίπλες·
τὲς ἕξι δίπλες ἔσχισε κι ἐστάθη στὴν ἑβδόμην
τῆς λόγχης ὁ σκληρὸς χαλκός· καὶ δεύτερος ὁ Αἴας
ὁ θεῖος τὸ μακρόσκιον ἐτίναξε κοντάρι,
κι ἐκτύπησε τὴν στρογγυλὴν τοῦ ῞Εκτορος ἀσπίδα. {{r|250}}
Τρύπησ’ ἡ λόγχ’ ἡ δυνατὴ τὴν φωτεινὴν ἀσπιδα,
καὶ στὸν ὡραῖον θώρακα ἐμπήχθη πέρα πέρα,
καὶ στὸ λαγγόνι του ἀντικρὺ τοῦ σχίζει τὸν χιτώνα.
῎Εσκυψε καὶ τὸν θάνατον ἀπόφυγεν ἐκεῖνος.
Καὶ ἀπ’ τὲς ἀσπίδες ἔσυραν τὲς λόγχες των καὶ οἱ δύο˙ {{r|255}}
μὲ ὁρμὴν ἐπέσαν καὶ ὅμοιαζαν λεόντων ὠμοφάγων,
ἤ ἀγριοχοίρων φοβερῶν ποὺ δύσκολα νικοῦνται·
καὶ ὁ ῞Εκτωρ πρῶτος ἔκρουσε στὴν μέσην τὴν ἀσπίδα,
καὶ ἡ λόγχη δὲν τὴν ἔσπασε, ὥστ’ ἐκυρτώθ’ ἡ ἄκρη·
τότε πηδώντας ἔμπηξε τὴν λόγχην στὴν ἀσπίδα {{r|260}}
τοῦ ῞Εκτορος καὶ ἀπ’ τὴν ὁρμὴν τὸν ἔκοψεν ὁ Αἴας,
καὶ τὸν λαιμὸν τοῦ λάβωσεν ἡ λόγχη κι ἔσταξ’ αἷμα.
Καὶ ὅμως ὁ ῞Εκτωρ μ’ ὅλ’ αὐτὰ τὴν μάχην δὲν ἀφήνει.
Τραβιέται ὀπίσω κι ἀπ’ τὴν γῆν μὲ τὸ τρανό του χέρι
πέτραν σηκώνει ὁλόμαυρην, μεγάλην καὶ τραχεῖαν· {{r|265}}
τοῦ Αἴαντος τὴν φοβερὴν ἑπτάδιπλην ἀσπίδα
μ’ αὐτὴν κτυπᾶ στὸν ὀμφαλὸν κι ἐβρόντησε ὁ χαλκός της.
Βράχον πολὺ τρανότερον ἐσήκωσεν ὁ Αἴας·
σφενδονιστὰ τὸν ἔριξε μ’ ἀμέτρητην ἀνδρείαν
κι ἔσπασεν ἡ μυλόπετρα στὰ βάθη τὴν ἀσπίδα· {{r|270}}
ἐτρέκλισε καὶ ἀνάσκελα ξαπλώθηκε ἀπὸ κάτω
εἰς τὴν ἀσπίδα· κι ἔξαφνα τὸν ὄρθωσεν ὁ Φοῖβος.
Καὶ μὲ τὰ ξίφη ἀντίστηθα νὰ κτυπηθοῦν θὰ ὁρμοῦσαν,
ἄν τοῦ Διὸς οἱ μηνυταὶ καὶ τῶν θνητῶν ἀνθρώπων,
οἱ κήρυκες ποὺ ἔστελναν καὶ Ἀχαιοὶ καὶ Τρῶες {{r|275}}
ὁ ᾽Ιδαῖος καὶ Ταλθύβιος, ἄνδρες σοφοὶ καὶ οἱ δύο
δὲν πρόφθαναν στὸ μέσον των τὰ σκῆπτρα των ν’ ἁπλώσουν˙˙
ὁ ᾽Ιδαῖος τότε ὁμίλησε ποὺ νοῦν καὶ γνῶσες εἶχε:
«Τὴν μάχην πλέον παύσετε, τὸν πόλεμον, παιδιά μου,
διότι ὁ Ζεὺς σᾶς ἀγαπᾶ παρόμοια καὶ τοὺς δύο, {{r|280}}
εἶσθε κι οἱ δυὸ πολεμισταί· κι αὐτὸ τὸ βλέπομ’ ὅλοι.
Κι ἐνύκτωσεν, εἶναι καλὸ στὴν νύκτα νὰ ὑπακοῦμε».
Σ’ αὐτὸν τότε αποκρίθηκεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας:
«Τοῦ Ἕκτορος αὐτὰ νὰ εἰπῆς νὰ τὰ ζητήσ’ ᾽Ιδαῖε,
ἀφοῦ προκάλεσεν αὐτὸς τοὺς πολεμάρχους ὅλους {{r|285}}
ἂς ἀρχινήση· καὶ ὅ,τ’ εἰπῆ θέλει κι ἐγὼ τὸ στέρξω».
Καὶ ὁ μέγας τότε ἀπάντησεν ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ:
«῏Ω Αἴα, σοῦ ᾽δωσε ὁ θεὸς καὶ ἀνάστημα καὶ ἀνδρείαν
καὶ γνῶσιν καὶ τῶν Ἀχαιῶν πρῶτος στὴν λόγχην εἶσαι.
Ἄς παύσωμε διὰ σήμερα τῆς μάχης τὸν ἀγώνα {{r|290}}
κι ὕστερ’ ἂς πολεμήσωμεν, ὡσότου μᾶς χωρίση
θεὸς καὶ εἰς ἕναν τῶν λαῶν χαρίση αὐτὸς τὴν νίκην.
Κι ἐνύκτωσεν· εἶναι καλὸ στὴν νύκτα νὰ ὑπακοῦμε.
Κι οἱ Ἀχαιοὶ στὰ πλοῖα σας νὰ σὲ χαροῦν, γενναῖε,
καὶ μάλιστα οἱ συντρόφοι σου κι οἱ φίλοι, ὅσους κι ἂν ἔχης, {{r|295}}
καὶ στοῦ Πριάμου τὴν λαμπρὴν μεγάλην πολιτείαν
ἐμένα οἱ Τρῶες νὰ χαροῦν κι οἱ σεβαστὲς μητέρες
συναθροισμένες νὰ εὐχηθοῦν στὸν ἁγιασμένον τόπον·
καὶ δῶρ’ ἂς ἀντιδώσωμεν ἐξαίσια μεταξύ μας,
ὥστε νὰ εἰπῆ τῶν Ἀχαιῶν κανένας καὶ τῶν Τρώων: {{r|300}}
Στῆς διχονοίας πιάσθηκαν τὸν φονικὸν ἀγώνα
καὶ πάλιν ὁμογνώμησαν καὶ ὡς φίλοι ἐχωρισθῆκαν».
Καὶ ὡς εἶπε τοῦ ἐπρόσφερεν ἀργυροκαρφωμένο
ξίφος μὲ τὸ θηκάρι του καὶ κρεμαστήρι ὡραῖο·
ζώνην μὲ κόκκινην βαφὴν τοῦ χάρισεν ὁ Αἴας· {{r|305}}
καὶ ἀποχωρῆσαν στὸν λαὸν τῶν Ἀχαιῶν ὁ Αἴας,
ὁ ῞Εκτωρ εἰς τὸν Τρωϊκόν, κι ἐχάρηκαν οἱ Τρῶες,
ὡς ζωντανὸν καὶ ἀλάβωτον τὸν εἶδαν ἀφοῦ μόλις
ἐξέφυγε ἀπ’ τοῦ Αἴαντος τὰ χέρια τ’ ἀνδρειωμένα
ἀνέλπιστα, καὶ ὅλοι φαιδροὶ στὴν πόλιν τὸν ἐπῆραν. {{r|310}}
Κι οἱ ᾽Αχαιοὶ τὸν Αἴαντα, φαιδρὸν ἀπὸ τὴν νίκην,
τοῦ θείου ᾽Αγαμέμνονος εἰς τὴν σκηνὴν ἐπῆραν·
καὶ τοῦ ᾽Ατρείδη ὅτ ἔφθασαν εἰς τὲς σκηνὲς ἐκεῖνοι
βόδι ἐθυσίασε δι’ αὐτοὺς ὁ μέγας βασιλέας
ἀρσενικὸ πεντάχρονο στὸν ὕψιστον Κρονίδην. {{r|315}}
Τὸ γδάραν, τὸ συγύρισαν καὶ ἀφοῦ τὸ τεταρτιάσαν,
μὲ τέχνην τὸ ἐλιάνισαν, τὸ πέρασαν στὲς σοῦβλες
καὶ ἀφοῦ τὸ ψῆσαν εὔμορφα χωρίσαν τὲς μερίδες
καὶ ἅμ’ ἀπ’ τὸν κόπον ἔπαυσαν κι ἑτοίμασαν τὸ γεῦμα,
ἐτρῶγαν καὶ ὅλ’ ἰσόμοιρα χαρῆκαν τὸ τραπέζι. {{r|320}}
Τότε τὸν θεῖον Αἴαντα ὁ μέγας Ἀγαμέμνων
μ’ όλόκληρην ἐτίμησε τὴν νεφραμιὰ τοῦ μόσχου·
καὶ τοῦ φαγιοῦ καὶ τοῦ πιοτοῦ τὴν ὄρεξη ἀφοῦ σβῆσαν,
πρῶτος ὁ γέρος ἄρχισε σκέψιν ἐμπρὸς νὰ φέρη
ὁ Νέστωρ, ὁποὺ ἡ γνώμη του ὡς πρῶτα ἐπροτιμήθη· {{r|325}}
ἐκεῖνος τοὺς ἀγόρευσε καλόγνωμα καὶ εἶπε:
«Ἀτρείδη, τῶν Παναχαιῶν σεῖς ἄλλοι πολεμάρχοι,
τῶν ἀνδρειωμένων ᾽Αχαιῶν πολλοί ᾽ναι ἀποθαμένοι,
ποὺ μὲ τὸ μαῦρον αἷμα τους τὲς ὄχθες τοῦ Σκαμάνδρου
ἔβαψ’ ὁ Ἄρης κι οἱ ψυχὲς κατέβηκαν στὸν Ἅδην· {{r|330}}
ὅθεν ἀπὸ τὸν πόλεμον θὰ παύσης· καὶ ἅμα φέξη
ἐδῶ θὰ μεταφέρουμε μὲ ἁμάξια τοὺς νεκρούς μας·
καὶ θὰ τοὺς καύσωμε μακρὰν ὀλίγο ἀπὸ τὰ πλοῖα,
καὶ τῶν ἀγαπημένων του τὰ κόκαλα θὰ πάρη
καθεὶς ὅταν γυρίσουμε στὴν ποθητὴν πατρίδα· {{r|335}}
καὶ ἀπ’ τὸ πεδίον πάγκοινον θὰ ὑψώσουμ’ ἕναν τάφον
εἰς τὴν πυρὰν ὁλόγυρα, καὶ θὰ κτισθοῦν στὸ πλάγι
πύργ’ ὑψηλοί, προφυλακὴ σ’ ἐμᾶς καὶ στὰ καράβια.
Πύλες κατόπιν στερεὲς θὰ κάμουμε στοὺς πύργους,
πλατιές, διὰ νά ᾽χουν διάβασιν τ’ ἁμάξια μὲ τοὺς ἵππους, {{r|340}}
κι ἐγγὺς τῶν πύργων ἔξωθεν βαθὺς νὰ γίνη λάκκος,
ποὺ τὸν λαὸν καὶ τ’ ἄλογα θέν’ ἀσφαλίση ὁπόταν
ὁρμήση πόλεμος βαρὺς τῶν ἀγερώχων Τρώων».
῎Επαυσε καὶ ὅλ’ οἱ βασιλεῖς ὅ,τ’ εἶπεν ἐδεχθῆκαν·
καὶ ὡστόσο στὴν ἀκρόπολιν, στὲς πύλες τοῦ Πριάμου, {{r|345}}
μὲ κρότον καὶ μὲ θόρυβον συνάζονταν οἱ Τρῶες.
Τὸν λόγον πῆρε ὁ φρόνιμος ᾽Αντήνωρ καὶ τοὺς εἶπε:
«᾽Ακοῦτε, Τρῶες, Δάρδανοι, κι ὅσ’ εἶσθε βοηθοί μας,
ὅ,τι στὰ στήθη μου ἡ ψυχὴ νὰ εἰπῶ παρακινεῖ με.
᾽Ελᾶτ’ εὐθύς, τῶν ᾽Ατρειδῶν τὴν Ἄργισσαν ῾Ελένην {{r|350}}
μ’ ὅλα τὰ πλούτη ἂς δώσωμε· πατήσαμε τοὺς ὅρκους
καὶ πολεμοῦμ’ ἐπίορκα· διὰ τοῦτο ἂν πράξωμ’ ἄλλο
ἀπ’ ὅ,τι λέγω, ὄχι καλὸ τὸ τέλος μας προβλέπω».
Εἶπεν αὐτὸς κι ἐκάθισε· κι εὐθὺς σηκώθη ὁ θεῖος
Ἀλέξανδρος ὁ σύντροφος τῆς εὔμορφης ῾Ελένης {{r|355}}
κι ἐκεῖνον ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα:
«Ἀντῆνορ, δὲν ἀρέσκομαι ποσῶς σ’ αὐτὰ ποὺ λέγεις·
καὶ λόγον τούτου ὀρθότερον νὰ βγάλ’ ἠξεύρει ὁ νοῦς σου.
Ἀλλ’ ἂν τὸν λέγης σοβαρὰ καὶ μέτωρο δὲν εἶναι,
τότε θὰ εἰπῶ, πὼς οἱ θεοὶ τὰ λογικὰ σοῦ πῆραν· {{r|360}}
καὶ θὰ ὁμιλήσω καθαρὰ τῶν ἱπποδάμων Τρώων·
τὸ λέγω κατὰ πρόσωπον δὲν δίδω ἐγὼ τὴν νέαν,
ὅμως νὰ δώσω εἶμ’ ἔτοιμος τοὺς θησαυροὺς ποὺ ἐπῆρα
ἀπὸ τὸ Ἄργος καὶ πολλὰ δικά μου νὰ προσθέσω».
Εἶπεν αὐτὰ κι ἐκάθισε κι ἐμπρός τους ἐσηκώθη {{r|375}}
ὁ Δαρδανίδης Πρίαμος ἰσόθεος στὴν γνῶσιν,
καὶ πρὸς αὐτοὺς ὁμίλησε μὲ καλὴν γνώμην κι εἶπε:
«Ἀκοῦτε, Τρῶες, Δάρδανοι κι ὅσ’ εἶσθε βοηθοί μας,
ὅ,τι στὰ στήθη μου ἡ ψυχὴ νὰ εἰπῶ παρακινεῖ με.
Καὶ τώρα, καθὼς γίνεται, δειπνήσετε στὴν πόλιν, {{r|370}}
καὶ ὅλοι μείνετ, ἄγρυπνοι στὴν νυκτοφυλακήν σας·
καὶ ἅμα χαράξη ἂς πορευθῆ στὰ γρήγορα καράβια
ὁ ᾽Ιδαῖος τοῦ Ἀγαμέμνονος νὰ εἰπῆ καὶ Μενελάου,
ὁ Ἀλέξανδρος πού ᾽ναι ἀφορμὴ τῆς ἔχθρας, τί προβάλλει·
καὶ λόγον νὰ προσθέση ὀρθόν, ὁ πόλεμος ἂν θέλουν {{r|385}}
νὰ παύση ὁ ἐπικατάρατος, ὡσότου τοὺς νεκρούς μας
νὰ καύσωμε˙ μετέπειτα θὰ κτυπηθοῦμε πάλι
ὥσπου νὰ δώση ἕνας θεὸς τὴν νίκην σ’ ὅποιον θέλει».
Εἶπε κι ὅλοι τὸν ἄκουσαν κι ἐστέρξαν εἰς τὸν λόγον·
καὶ στὸν στρατὸν ἐδείπνησε στὴν τάξιν του καθένας, {{r|380}}
καὶ ἅμ’ ἔφεξε στὰ βαθουλὰ καράβια πῆγε ὁ ᾽Ιδαῖος
καὶ στοῦ ᾽Αγαμέμνονος σιμὰ στὴν πρύμνην ἦβρεν ὅλους
τοὺς Δαναοὺς θεράποντες τοῦ Ἄρη συναγμένους·
καὶ ὁ κήρυκας γλυκόφωνος στὴν μέση ἐστάθη κι εἶπε:
«᾽Ατρείδη, τῶν Παναχαιῶν σεῖς ἄλλοι πολεμάρχοι, {{r|395}}
ὁ Πρίαμος καὶ οἱ σεβαστοὶ μὲ πρόσταξαν οἱ Τρῶες
νὰ σᾶς εἰπῶ ν’ ἀκούσετε, καὶ ἂν ἀρεστὰ σᾶς εἶναι,
ὁ Ἀλέξανδρος πού ᾽ναι ἀφορμὴ τῆς ἔχθρας τί προβάλλει·
ὅλα τὰ πλούτη ὅπ’ ἔφερεν ὁ Ἀλέξανδρος στὴν Τροίαν
στὰ βαθουλὰ καράβια του - ποὺ νά ᾽χε χαθῆ πρῶτα- {{r|390}}
νὰ τ’ ἀποδώσ’ εἶν’ ἔτομος καὶ ἄλλα πολλὰ δικά του·
πλὴν τὴν γυναίκα νυμφευτὴν τοῦ ἐνδόξου Μενελάου
νὰ δώση ἀρνεῖται, ἂν καὶ πολὺ τοῦτο ἀπαιτοῦν οἱ Τρῶες.
Καὶ ἄλλο νὰ εἰπῶ μ’ ἐπρόσταξαν, ὁ πόλεμος νὰ παύση,
ἄν θέλετε, ὁ κατάρατος, ὡσότου τοὺς νεκρούς μας {{r|395}}
νὰ καύσωμε˙ μετέπειτα θὰ κτυπηθοῦμε πάλι
ὥσπου νὰ δώση ἕνας θεὸς τὴν νίκην σ’ ὅποιον θέλει».
῎Επαυσε καὶ ὅλοι ἐσίγησαν, ἄφωνοι ἐμεῖναν ὅλοι·
τέλος σ’αὐτοὺς ὁμίλησεν ὁ ἀνίκητος Διομήδης:
«Τα πλούτη ἀπ’τὸν Ἀλέξανδρον καὶ μήτε τὴν Ἑλένην {{r|400}}
δὲν θὰ δεχθοῦμε· φανερὰ κι ἕνα μωρὸ τὸ βλέπει,
πὼς ἤδη κρέμετ’ ὄλεθρος στὴν κεφαλὴν τῶν Τρώων».
Εἶπε, κι οἱ ᾽Αχαιόπαιδες μ’ ἀλαλαγμοὺς τὸν στέρξαν,
ὡς τοῦ Τυδείδη ἐθαύμασαν τὸν λόγον τοῦ ἱπποδάμου.
Καὶ στὸν ᾽Ιδαῖον ἔλεγεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων: {{r|405}}
«Τὸν λόγον σὺ τῶν ᾽Αχαιῶν τώρ’ ἄκουσες, ᾽Ιδαῖε,
πῶς σοῦ ἀποκρίνονται· κι ἐγὼ τὴν ἴδιαν ἔχω γνώμην.
Καὶ ὡς πρὸς τὴν καῦσιν τῶν νεκρῶν δὲν θὰ τὴν στερηθῆτε·
καὶ ποιός φιλαργυρεύεται πρὸς τοὺς ἀπεθαμένους
παρηγοριὰ μὲ τὴν πυρὰν στὸ πνεῦμα τους νὰ δώση; {{r|410}}
Στὸν ὅρκον ἔχω μάρτυρα τὸν ὕψιστον Κρονίδην».
Εἶπε καὶ εἰς ὅλους τοὺς θεοὺς ὕψωσε αὐτὸς τὸ σκῆπτρον.
Ὁ Ἰδαῖος πάλι ἀνέβηκε στὴν ῎Ιλιον τὴν ἁγίαν,
καὶ οἱ Τρῶες τότε εἰς σύνοδον ὁμοῦ καὶ οἱ Δαρδανίδες
ἐκάθονταν κι ἐπρόσμεναν ὁ κήρυκας νὰ φθάση· {{r|415}}
ἦλθεν αὐτός, ἐστάθηκε στὸ μέσον καὶ τοὺς εἶπε
τὸ μήνυμα τῶν ᾽Αχαιῶν˙ κι ἐκεῖνοι ἑτοιμαζόνταν
ἄλλοι νὰ φέρουν τοὺς νεκροὺς καὶ ἄλλοι κορμοὺς νὰ κόψουν.
Καὶ ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος οἱ Ἀχαιοὶ σπουδάζαν ἀπ’ τὰ πλοῖα
ἄλλοι νὰ φέρουν τοὺς νεκροὺς καὶ νὰ ξυλεύσουν ἄλλοι. {{r|420}}
Καὶ τοὺς ἀγροὺς ὁ ἥλιος φωτοβολοῦσε πάλιν
καὶ ἀπ’ τὸν βαθὺν καὶ σιγαλὸν ὠκεανὸν ἐπάνω
στὸν οὐρανὸν ἀνέβαινε· καὶ αὐτοὶ συναπαντῶντο·
μὲ κόπον ἐξεχώριζε καθένας τὸν νεκρόν του·
ἀλλ’ ἔπλεναν τὰ σώματα τὰ αἱματοκυλισμένα {{r|425}}
καὶ δάκρυα χύνοντας θερμὰ στ’ ἁμάξια τὰ σηκῶναν.
Καὶ ὁ Πρίαμος δὲν ἄφηνε νὰ ὀδύρωνται· κι ἐκεῖνοι
βουβοί, θλιμμένοι στὴν πυρὰν σωρεῦαν τοὺς νεκρούς των˙
καὶ ἀφοῦ τοὺς κάψαν γύρισαν στὴν ῎Ιλιον τὴν ἁγίαν·
καὶ ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος οἱ Ἀχαιοὶ μὲ τὴν καρδιὰν θλιμμένην {{r|430}}
κι ἐκεῖνοι ἐπάνω εἰς τὴν πυρὰν σωρεῦαν τοὺς νεκρούς των,
καὶ ἀφοῦ τοὺς κάψαν γύρισαν στὰ βαθουλὰ καράβια.
Ἀκόμη δὲν γλυκόφεγγε καὶ στὴν πυρὰν τριγύρω
ἐκλεκτὸ μέρος Αχαιῶν σηκώθη ἀπὸ τὸν ὕπνον
καὶ ὁλόγυρά της πάγκοινον σηκῶσα τάφον ἕναν {{r|435}}
ἀπ’ τὸ πεδίον κι ἔκτισαν σιμά του τεῖχος μέγα
μὲ ὑψηλοὺς πύργους, φύλαξιν δι’ αὐτοὺς καὶ τὰ καράβια·
πύλες κατόπιν στερεὲς στοὺς πύργους μέσα ἐκάμαν,
πλατιὲς διὰ νά ᾽χουν διάβασιν τ’ ἁμάξια μὲ τοὺς ἵππους·
κι ἐγγὺς τοῦ τείχους χάνδακα βαθὺν ἀπ’ ἔξω ἐσκάψαν {{r|440}}
πλατύν, μεγάλον κι ἔμπηξαν στὴν ἄκρην του πασσάλους.
Σ’ αὐτὰ μ’ ἀγώνα ἐργάζονταν τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη·
καὶ ὅλ’ οἱ ἀθάνατοι σιμὰ στὸν βροντητὴν Κρονίδην
θαυμάζαν τὸ κατόρθωμα τῶν ᾽Αχαιῶν ἀνδρείων·
καὶ ὁ Ποσειδὼν τότ’ ἄρχισε νὰ λέγη ὁ κοσμοσείστης: {{r|445}}
«Δία, πατέρα, εἶναι θνητὸς κανεὶς στὴν οἰκουμένην,
ὁποὺ νὰ εἰπῆ τὴν σκέψιν του στοὺς ἀθανάτους πλέον;
Τοὺς κομοφόρους Ἀχαιοὺς δὲν βλέπεις πῶς ἐκτίσαν
τεῖχος διὰ τὰ καράβια των καὶ γύρω ἀνοῖξαν λάκκον
καὶ τῶν θεῶν δὲν ἔδωκαν τὲς ἐκλεκτὲς θυσίες; {{r|450}}
Καὶ ὡς ὅπου χύνεται τὸ φῶς θὰ φθάση τ’ ἄκουσμά του·
κι ἐκεῖνο θὰ λησμονηθῆ, ποὺ τότ’ ἐγὼ κι ὁ Φοῖβος
τοῦ θείου Λαομέδοντος σηκώσαμε μ’ ἀγώνα.»
Βάρυνε ὁ Ζεύς, κι εἶπε σ’ αὐτόν, ὁ νεφελοσυνάκτης:
«Ὀιμέ, τί εἶπες δυνατέ, μεγάλε κοσμοσείστη! {{r|455}}
Εἰς ἄλλον θεὸν ἅρμοζε νὰ ἔλθη αὐτὸς ὁ φόβος
στὰ χέρια καὶ στὴν δύναμιν πολὺ κατώτερόν σου·
καὶ ὥς ὅπου χύνεται τὸ φῶς θὰ φθάση τ’ ἄκουσμά σου·
καὶ σκέψου ὁπόταν οἱ Ἀχαιοὶ στὴν ποθητὴν πατρίδα
γυρίσουν μὲ τὰ πλοῖα τους, ἰδοὺ τί θενὰ κάμης· {{r|460}}
σπάσε, ρίξε στὴν θάλασσαν ἐσὺ τὸ τεῖχος ὅλο
καὶ μ’ ἄμμον πάλι σκέπασε τ’ ἀπέραντο ἀκρογιάλι,
κι ἐχάθηκε τῶν Ἀχαιῶν εὐθὺς τὸ μέγα τεῖχος».
Αὐτοὺς τοὺς λόγους ἔλεγαν ἐκεῖνοι· καὶ τὸ ἑσπέρας
ὡς ἦλθεν, εἶχαν οἱ Ἀχαιοὶ τὸ ἔργο τελειωμένο, {{r|465}}
καὶ βόδια σφάζαν στὲς σκηνὲς κατόπιν κι ἐδειπνῆσαν˙
τότε ἀπ’ τὴν Λῆμνον μὲ κρασὶ πάμπολλ’ ἀράξαν πλοῖα,
σταλμέν’ ἀπὸ τὸν Εὔηνον ποὺ ἀπὸ τὴν ῾Υψιπύλην
καὶ ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν ἀνδρῶν ᾽Ιάσονα ἐγεννήθη.
Καὶ κρασὶ μέτρα χίλια στοὺς ἀδελφοὺς Ἀτρεῖδες {{r|470}}
ὁ ᾽Ιασονίδης ἔδωκε διαλεκτὸ νὰ πάρουν·
κι ἐπρομηθεύοντο κρασὶ τῶν ᾽Αχαιῶν καθένας,
καὶ ἄλλοι χαλκὸν ἀντέδιδαν, λαμπρὸν σίδερον ἄλλοι,
ἄλλοι τομάρια βοδινά, ζωντανοὺς μόσχους ἄλλοι,
ἀνδράποδ’ ἄλλοι· κι ἔπειτα λαμπρὸ τραπέζι ἐστρῶσαν, {{r|475}}
καὶ ὁλονυκτὶς τῶν ᾽Αχαιῶν τὸ πλῆθος ἐδειπνοῦσαν,
καὶ οἱ Τρῶες μὲ τοὺς βοηθοὺς στὴν πόλιν καὶ ὁληνύκτα
κακὰ σ’ αὐτοὺς σοφίζονταν ὁ πάνσοφος Κρονίδης
μὲ φοβερὲς βροντές· καὶ αὐτοὶ τρομάζοντας ἐχύναν
ἀπ’ τὰ ποτήρια τὸ κρασὶ στὴν γῆν καὶ δὲν ἐπίναν. {{r|480}}
εἰς τὸν μεγαλοδύναμον Κρονίδην πρὶν σπονδίσουν·
κατόπιν ὅλοι ἐπλάγιασαν κι ἐχάρηκαν τὸν ὕπνον.
</poem>
023sxmbmg4u35pyipssqr9yncgj9xi8
Ιλιάδα (Πολυλάς)/θ
0
15770
166768
118005
2026-07-06T05:49:03Z
Sarri.greek
10495
{{r|5}} κάθε 5ος στίχος
166768
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα/αμμοδοχείο
| τίτλος = Ιλιάδα
| συγγραφέας = Όμηρος
| μεταφραστής= Ιάκωβος Πολυλάς
| ενότητα = Ραψωδία θ
| επόμενο = [[../ι|Ραψωδία ι]]
| προηγούμενο= [[../η|Ραψωδία η]]
| σημειώσεις =
}}
<poem>
Ἠ ῞Εως ἅπλωνε ἡ χρυσὴ σ’ ὅλην τὴν γῆν τὸ φῶς της,
κι ἐσυγκαλοῦσε τοὺς θεοὺς ὁ ὑπέρτατος Κρονίδης
στὴν ἀκροτάτην κορυφὴν τοῦ πολυλόφου ᾽Ολύμπου.
῎Ελεγε αὐτὸς καὶ ὅλ’ οἱ θεοὶ προσέχαν εἰς τὸν λόγον:
«Ἀθάνατοι καὶ ἀθάνατες θεές, ἀκούσετ’ ὅλοι {{r|5}}
ὅ,τι στὰ στήθη μου ἡ ψυχὴ νὰ εἰπῶ παρακινεῖ με·
μήτε θεὸς μήτε θεὰ τολμήση ν’ ἀντικόψη
τοῦτον ποὺ λέγω τὸν σκοπὸν καὶ στέρξετ’ ὅλοι ἀντάμα
ὥστε στὰ ἔργα τοῦτα ἐγὼ γοργὸ νὰ δώσω τέλος.
Καὶ ὅποιον θεὸν ἀλλόγνωμα νοήσω νὰ βοηθήση {{r|10}}
τοὺς Τρῶας ἤ τοὺς Δαναούς, ἄσχημα κτυπημένος
στὸν ῎Ολυμπον θὰ στρέψη αὐτὸς ἢ θὰ τὸν ρίξω κάτω
μὲ τοῦτα ἐγὼ τὰ χέρια μου στὰ σκότη τοῦ Ταρτάρου,
πολὺ μακρὰν στὰ τρίσβαθα τοῦ κόσμου καταχθόνια,
ποὺ πύλες ἔχει σιδηρὲς καὶ χάλκινο κατώφλι, {{r|15}}
κάτω ἀπ’ τὸν Ἅδη ὅσο τῆς γῆς ὁ οὐρανὸς ἀπέχει·
τότε θὰ μάθη ἄν τοὺς θεοὺς νικῶ στὴν ρώμην ὅλους.
Καὶ δοκιμάσετε, ὦ θεοί, νὰ τὸ γνωρίσετ’ ὅλοι.
Χρυσὴν κρεμάσετ’ ἅλυσον ἀπ’ τ’ οὐρανοῦ τὴν ἄκρην,
καὶ ἀθάνατοι καὶ ἀθάνατες ὅλοι ἀπ’ αὐτὴν πιασθῆτε. {{r|20}}
Ἀλλὰ δὲν θά ᾽σθε δυνατοὶ μ’ ὅσον καὶ ἂν βάλτε κόπον
νὰ σύρετ’ ἀπ’ τὸν οὐρανὸν τὸν πάνσοφον Κρονίδην.
Ἀλλ’ ἄν ἐγὼ τὸ ἤθελα θὰ ἐδύνομουν καὶ μόνος
μ’ ὅλην τὴν γῆν καὶ θάλασσαν ἐπάνω νὰ σᾶς σύρω˙
καὶ θά ᾽δενα τὴν ἅλυσον στὴν κορυφὴν τοῦ ᾽Ολύμπου {{r|25}}
ὥστε τὰ πάντ’ ἀνάερα νὰ μείνουν εἰς τὸν κόσμον·
τόσον ἀνώτερος ἐγὼ θεῶν καὶ ἀνθρώπων εἶμαι».
Εἶπεν αὐτὰ κι ἐσίγησεν, ἄφωνοι ἐμεῖναν ὅλοι·
ὅτι μὲ φόβον ἄκουσαν τὸν αὐστηρόν του λόγον·
καὶ τέλος ἡ γλαυκόματη θεὰ σ’ ἐκεῖνον εἶπε: {{r|30}}
«Κρονίδη, ὦ πατέρα μας, τῶν βασιλέων πρῶτε,
τὸ ἠξεύρομ’ ὅτι ἀντίσταση δὲν ἔχ’ ἡ δύναμίς σου˙
ἀλλ’ ὅμως διὰ τοὺς Δαναοὺς πονοῦμε τοὺς ἀνδρείους,
ὁποὺ θὰ πάθουν καὶ ἄσφαλτα θ’ ἀδικοθανατήσουν·
ἀλλ’ ὅμως θέλει ἀπέχωμεν, ὡς θέλεις, ἀπ’ τὴν μάχην. {{r|35}}
Πλὴν συμβουλὴν θὰ δώσωμεν καλὴν εἰς τοὺς Ἀργείους,
νὰ μὴ χαθοῦν ὅλοι διὰ μιᾶς ἀπ’ τὸ βαρύ σου μίσος».
Τῆς εἶπε μὲ χαμόγελον ὁ νεφελοσυνάκτης:
«Παρηγορήσου, τέκνον μου· μὲ τὴν ψυχὴν δὲν εἶπα
τὸν λόγον ὁποὺ ἐπρόφερα˙ καὶ μαλακὸν θὰ μ’ ἔβρης». {{r|40}}
Εἶπε· στ’ ἁμάξι ἔζεψε τὰ ὁρμητικὰ πουλάρια,
χαλκόποδα, μ’ ὁλόχρυσην καὶ φουντωμένην κόμην,
ὁλόχρυσ’ ἄρματα καὶ αὐτὸς ἐζώσθηκε κι ἐπῆρε
χρυσὴν ὡραία μάστιγα καὶ ἀνέβηκε στὸν θρόνον
κι ἐράβδισε νὰ κινηθοῦν καὶ πρόθυμα ἐπετοῦσαν {{r|45}}
τ’ ἄλογ’ ἀνάμεσα στὴν γῆν καὶ τ’ οὐρανοῦ τ’ ἀστέρια.
῎Εφθασε στὴν πολύβρυσην καὶ θηριοθρέπτραν ῎Ιδην,
στὸ Γάργαρον, ποὺ τοῦ Διὸς ἔχει βωμὸν καὶ κτῆμα·
αὐτοῦ ἐστάθη τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων ὁ πατέρας,
καὶ τ ἄλογ’ ἀφοῦ ξέζεψε καὶ τά ’ζωσε μὲ νέφος, {{r|50}}
στὴν κορυφὴν περήφανος ἐκάθισε νὰ βλέπη
τῶν Τρώων καὶ τῶν Ἀχαιῶν τὴν πόλιν καὶ τὰ πλοῖα.
Καὶ εἰς τὲς σκηνές των οἱ ᾽Αχαιοὶ τὸ πρόγευμά τους παῖρναν
σύντομα καὶ ἀρματώνονταν εὐθὺς κατόπιν ὅλοι,
καὶ οἱ Τρῶες εἰς τὴν πόλιν των, καὶ ἂν καὶ ὀλιγότερ’ ἦσαν, {{r|55}}
διψοῦσαν διὰ τὸν πόλεμον, βιασμένοι ἀπ’ τὴν ἀνάγκην,
διὰ τὲς γυναῖκες, τὴν ζωήν, διὰ τὰ παιδιὰ νὰ βάλουν·
οἱ πύλες ὅλες ἄνοιξαν κι ἐχύνονταν τὰ πλήθη,
πεζοὶ καὶ ἱππεῖς, καὶ ἀλαλαγμὸς μεγάλος ἀκουόνταν.
Καὶ ὅτ’ ἔφθασαν καὶ ἐβρέθηκαν εἰς ἕναν τόπον ὅλοι, {{r|60}}
τὰ τόμαρα καὶ τ’ ἄρματα καὶ τ’ ἀνδρειωμένα στήθη,
τὰ χαλκοθώρηκτ’ ἔσμιξαν· κι οἱ ὀμφαλωτὲς ἀσπίδες
ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη ἐγγίζονταν, καὶ ὁ κόσμος ἐβροντοῦσε.
Κι ἐκεῖ κραυγὴ χαρᾶς ἀνδρῶν ποὺ φόνευαν καὶ βόγγος
ἀνδρῶν ὁποὺ ἐφονεύοντο καὶ ἡ γῆ πλημμύριζ’ αἷμα. {{r|65}}
Καὶ ὅσο ἦτο αὐγὴ καὶ τ’ ἅγιο φῶς αὔξαινε τῆς ἡμέρας,
ἐπέφταν καὶ τῶν δυὸ στρατῶν ἄνδρες πολλοὶ στὴν μάχην.
Καὶ ὅταν ὁ ἥλιος τ’ οὐρανοῦ στὴν μέσην εἶχε φθάσει,
τὰ χρυσὰ τάλαντ’ ἄνοιξεν ὁ ὕψιστος πατέρας
καὶ εἰς τὸ καθέν’ ἀπέδωσε πικροῦ θανάτου μοίραν, {{r|70}}
τῶν χαλκοφράκτων Ἀχαιῶν, τῶν ἱπποδάμων Τρώων·
τὰ σήκωσε κι ἔκλιν᾽ εὐθὺς τῶν Ἀχαιῶν ἡ μοίρα·
τῶν Ἀχαιῶν ἐκάθισαν κάτω στὴν γῆν οἱ μοῖρες·
τῶν Τρώων ὡς τὸν οὐρανὸν οἱ μοῖρες πεταχθῆκαν·
καὶ ἀπὸ τὴν ῎Ιδην βρόντησεν ὁ Ζεὺς καὶ ἀστροπελέκι {{r|75}}
φρικτὸν στὴν μέσην ἔριξε τῶν ᾽Αχαιῶν· κι ἐκεῖνοι
τὴν φλόγα ὡς εἶδαν ἔμειναν καὶ ἀχνὸς τοὺς πῆρε φόβος.
Καὶ τότε μήτ’ ὁ ᾽Ιδομενεὺς καὶ μήτ’ ὁ Ἀγαμέμνων
μήτ’ οἱ ἀνδρειωμένοι Αἴαντες κεῖ νὰ σταθοῦν τολμοῦσαν·
μόνος ὁ Νέστωρ ἔμεινε, κι ἐκεῖνος ἐξ ἀνάγκης· {{r|80}}
ἀδημονοῦσ’ ὁ ἵππος του, πού ᾽χε ἀκοντίσει ὁ Πάρις
στὴν κορυφὴν τῆς κεφαλῆς ποὺ οἱ πρῶτες τρίχες βγαίνουν
τῶν ἵππων εἰς τὸ καύκαλο, κι εἶναι ἀκριβὸ τὸ μέρος·
καὶ ἡ λόγχη στὸν ἐγκέφαλον ἐμπήχθη καὶ ἀπ’ τὸν πόνον
ὀπίσ’ ὀρθὸς σηκώθηκε καὶ μὲ τὴν λόγχην ὅλην {{r|85}}
χάμω ἐκυλιόταν κι ἔβαλε τοὺς ἵππους ἄνω κάτω
νὰ κόψη τὰ παράζυγα καθὼς ἐπροσπαθοῦσεν
ὁ γέρος μὲ τὴν μάχαιραν, τοῦ ῞Εκτορος ἐφθάσαν
οἱ ταχεῖς ἵπποι στὸν διωγμὸν κι ἐφέρναν κυβερνήτην
ἀπότολμον τὸν ῞Εκτορα· οὐδ’ εἶχε σωτηρίαν· {{r|90}}
ἀλλὰ τὸν εἶδε ὁ δυνατὸς Τυδείδης καὶ μεγάλην,
τρομερὴν ἔσυρε κραυγὴν νὰ εἰπῆ στὸν ᾽Οδυσσέα:
«Λαερτιάδη, διογενῆ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα:
ποῦ φεύγεις, ποῦ μὲ τοὺς πολλοὺς δειλὸς τὰ νῶτα στρέφεις;
Μή, καθὼς φεύγεις, τρυπηθῆς στὴν ράχην ἀλλὰ μεῖνε, {{r|95}}
ἐμεῖς ἀπ’ ἄνδρ’ ἀπάνθρωπον νὰ σώσωμεν τὸν γέρον».
Εἶπεν, ἀλλ’ ὁ πολύπαθος ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας
ποσῶς δὲν τὸν εἰσάκουσε κι ἔτρεχε πρὸς τὰ πλοῖα·
τότε ὁ Τυδείδης πρόμαχος πετάχθη, κι ἦταν μόνος
κι ἐστήθη ἐμπρὸς στὴν ἅμαξαν τοῦ γέροντος Νηλείδη, {{r|100}}
κι ἐκεῖνον ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα:
«῏Ω γέρε, τώρα μαχηταὶ στενοχωροῦν σε νέοι,
σ’ ἦβρε τὸ γῆρας τὸ κακὸ καὶ ἡ δύναμίς σου ἐκόπη,
ἀδύναμον θεράποντα καὶ ἀργοὺς τοὺς ἵππους ἔχεις·
καὶ ἀνέβα ἐδῶ στ’ ἁμάξι μου νὰ ἰδῆς τοὺς ἀνδρειωμένους
ἵππους ποὺ ἦσαν τοῦ Τρωὸς κι ἐπῆρ’ ἀπ’ τὸν Αἰνείαν, {{r|105}}
πῶς κυνηγοῦνται ἤ κυνηγοῦν, πετοῦν εἰς τὸ πεδίον·
ἂς ἔχουν οἱ θεράποντες τῶν ἵππων σου φροντίδα
κι ἐμεῖς μὲ τοῦτ’ ἂς τρέξουμε τὰ φοβερὰ πουλάρια
τῶν Τρώων μὲς στὲς φάλαγγες, ὁ ῞Εκτωρ νὰ γνωρίση {{r|110}}
ἐὰν εἰς τὴν παλάμην μου τούτη μανίζ’ ἡ λόγχη».
Εἶπε καὶ ὁ Νέστωρ ἔστερξε τὸν λόγον τοῦ Τυδείδη·
τότε οἱ λαμπροὶ θεράποντες φροντίσαν διὰ τοὺς ἵππους
τοῦ Νέστορος, ὁ Σθένελος κι ὁ ἀνδρεῖος Εὐρυμέδων·
καὶ ὁ Νέστωρ εἰς τὴν ἅμαξαν μὲ τὸν Τυδείδη ἀνέβη· {{r|115}}
τοὺς λαμπροὺς πῆρε χαλινοὺς κι ἐράβδισε τοὺς ἵππους
κι ἔφθασαν ὡς τὸν ῞Εκτορα ποὺ ἐπάνω τους ἐχύθη.
Πετάχθη εὐθὺς ἀλλ’ ἔσφαλε τὸ βέλος τοῦ Τυδείδη
κι εὕρηκε τὸν ἀκόλουθον καλὸν ᾽Ηνιοπῆα,
ποὺ γόνος ἦταν τοῦ ὑψηλοῦ στὸ φρόνημα Θηβαίου, {{r|120}}
στὰ στήθη, ἐνῶ τοὺς χαλινοὺς τῶν ἵππων ἐκρατοῦσε·
κυλίσθη ἀπὸ τὴν ἅμαξαν κι οἱ ταχεῖς ἵπποι ὀπίσω
ἐπήδησαν, καὶ ἡ δύναμις ἐκόπη καὶ ἡ πνοή του˙
ἐζάλισε τὸν ῞Εκτορα ὁ πόνος τοῦ συντρόφου·
θλιμμένος κεῖ τὸν ἄφησε κι ἐζήτα κυβερνήτην {{r|125}}
νὰ ἔβρη ἄλλον ἀτρόμητον· οὐδὲ πολληώρα ἐμεῖναν
οἱ ἵπποι δίχως ὁδηγόν, ὅτι τὸν ᾽Ιφιτίδην
ἦβρε τὸν ᾽Αρχιπτόλεμον, ἀτρόμητον κι ἐπῆρε
στὴν ἅμαξαν καὶ τοῦ ᾽δωκε τοὺς χαλινοὺς τῶν ἵππων.
῎Ολεθρος τότε θά ᾽ρχονταν· καταστροφὴ τῶν Τρώων, {{r|130}}
καὶ μὲς στὰ τείχη ὡσὰν ἀρνιὰ θὰ τοὺς μανδρίζαν ὅλους·
τὸ νόησ’ ὅμως τῶν θεῶν κι ἀνθρώπων ὁ πατέρας·
καὶ μὲ φωνὴν τρομακτικὴν λευκὸν ἀστροπελέκι
στὴν γῆν ἀπέλυσ’ ἔμπροσθεν τῶν ἵππων τοῦ Τυδείδη,
καὶ ἀπὸ τὸ θειάφι ὅπ’ ἄναβε δεινὴ σηκώθη φλόγα· {{r|135}}
ἐτρόμαξαν στὴν ἅμαξαν ζεμένα τὰ πουλάρια·
οἱ χαλινοὶ τοῦ Νέστορος ἀπὸ τὰ χέρια φύγαν
καὶ φόβος τὸν κυρίευσε καὶ στὸν Τυδείδην εἶπε:
«Τυδείδη, στρέψε διὰ φυγὴν τ’ ἀκούραστα πουλάρια·
δὲν βλέπεις ὅτι τοῦ Διὸς δὲν σὲ βοηθεῖ τὸ χέρι; {{r|140}}
εἰς τοῦτον τώρα ἐχάρισε τὴν δόξαν ὁ Κρονίδης,
σήμερα· κι ὕστερα σὲ μᾶς θὰ τὴν χαρίση, ἂν θέλη.
Θνητὸς τὴν γνώμην τοῦ Διὸς τοῦ μεγαλοδυνάμου,
ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀνδράγαθος, ποτὲ δὲν θὰ κρατήση».
Σ’ ἐκεῖνον τότε ἀπάντησεν ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης: {{r|145}}
«Αὐτὰ ποὺ λέγεις, γέροντα, ὀρθὸν τὸν λόγον ἔχουν·
ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ποὺ βαθιὰ πληγώνει τὴν ψυχήν μου·
μιὰ μέρα θέλει καυχηθῆ ὁ ῞Εκτωρ πρὸς τούς Τρῶας:
«Τὸν Διομήδη ἔκαμα ἐγὼ νὰ φύγη πρὸς τὰ πλοῖα».
Αὐτὸ θὰ εἰπῆ, καὶ ἠ μαύρη γῆ τότε ἂς ἀνοίξη ἐμπρός μου». {{r|150}}
Τοῦ ἀπάντησ’ ὁ Γερήνιος ὁ Νέστορας ἱππότης:
«᾽Οιμένα, υἱὲ τοῦ συνετοῦ Τυδέως τοῦ ἱπποδάμου,
καὶ ἂν ὁ ῞Εκτωρ ἄνανδρον σὲ εἰπῆ, πῶς θὰ τὸ στέρξουν
τῶν Τρώων καὶ Δαρδανιδῶν τ’ ἀσπιδοφόρα πλήθη,
κι ἐξόχως οἱ γυναῖκες των ποὺ τοὺς ἀνδρειωμένους {{r|155}}
συντρόφους εἶδαν ἀπὸ σὲ νὰ κυλισθοῦν στὸ χῶμα;»
Κι ἐστρεψε ὁ γέρος διὰ φυγὴν τ’ ἀκούραστα πουλάρια
μὲ τὸν λαὸν ὅπ’ ἔφευγε, καὶ ὁ ῞Εκτωρ μὲ τοὺς Τρῶας
μ’ ἀλαλαγμὸν ἐπάνω τους τὰ πικρὰ βέλη ἐχύναν.
Τότε μακρὰν τοῦ ἔσυρε κραυγὴν ὁ μέγας ῞Εκτωρ: {{r|160}}
«Τυδείδ᾽, οἱ ἄνδρες Δαναοὶ μὲ θέσιν σ’ ἐτιμοῦσαν
πρώτην, μὲ κρέας ἄφθονον, μ’ ὁλόγεμα ποτήρια·
τώρα ποὺ ἐφάνηκες γυνὴ θὰ σὲ καταφρονέσουν.
῍Ω χάσου, κόρη οὐτιδανή· στοὺς πύργους μας νὰ φθάσης,
δοῦλες εἰς τὰ καράβια σας νὰ πάρης τὲς γυναῖκες {{r|165}}
δὲν θὰ σ’ ἀφήσω καὶ ἀπὸ ἐμὲ θὰ ἰδῆς τὴν κακὴν ὥραν».
Εἶπε καὶ τότε μέσα του στοχάσθη ὁ Διομήδης
ἐὰν θὰ στρέψη τ’ ἄλογα ν’ ἀντιταχθῆ σ’ ἐκεῖνον·
καὶ τρεῖς φορὲς εἰς τῆς ψυχῆς τὰ βάθη τὸ ἐστοχάσθη,
καὶ τρεῖς ἐβρόντησε φορὲς τῆς ῎Ιδης ἀπ’ τὰ ὄρη {{r|170}}
στοὺς Τρῶας νίκης μήνυμα ὁ πάνσοφος Κρονίδης.
Καὶ φωνὴν ἔβγαλε τρανὴν ὁ ῞Εκτωρ πρὸς τοὺς Τρῶας:
«Τρῶες, Λύκιοι, Δάρδανοι καὶ σεῖς κονταρομάχοι,
ὡς ἄνδρες τὴν πολεμικὴν ὁρμήν σας αἰσθανθῆτε.
Ξεύρ’ ὅτι νίκην ἔνδοξον εὐδόκησε ὁ Κρονίδης {{r|175}}
σ’ ἐμὲ νὰ δώση καὶ κακὸ μεγάλο εἰς τοὺς Ἀργείους
ποὺ σοφισθῆκαν οἱ μωροὶ τὰ τείχη αὐτὰ ποὺ βλέπω
τ’ ἀδύνατα τ’ ἀψήφιστα· κι ἡ ἀνδρειά μας θὰ τὰ σπάση
καὶ τ’ ἄλογα τὸν λάκκον τους εὐκόλως θὰ πηδήσουν. {{r|180}}
Καὶ ὅταν περάσω κι εὑρεθῶ σιμὰ στὰ κοῖλα πλοῖα,
φωτιὰ νὰ μοῦ ἑτοιμάσετε, μὴ λησμονεῖτε, ὦ φίλοι,
νὰ καύσω τὰ καράβια τους κι ἐκείνους νὰ φονεύσω,
τοὺς ᾽Αχαιοὺς κεῖ ποὺ ὁ καπνὸς θὰ τοὺς στενοχωρήση».
Εἶπε κι ἐπαρακίνησε μὲ τὴν φωνὴν τοὺς ἵππους: {{r|185}}
«῏Ω Ξάνθε καὶ σὺ Πόδαργε Αἴθων καὶ Λάμπε θεῖε,
τώρα νὰ μοῦ ἀποδώσετε τὲς τόσες καλωσύνες,
ποὺ ἡ γεννημένη ἀπ’ τὸν λαμπρὸν Ἀετίων’ ᾽Ανδρομάχη
ἔχει διὰ σᾶς καὶ πρόθυμα σᾶς ἐτοιμάζει πρῶτα
γλυκὸ σιτάρι καὶ κρασί, κι εὐφραίνεται ἡ καρδιά σας, {{r|190}}
παρὰ σ’ ἐμὲ ποὺ σύντροφος καυχῶμαι ἀγαπητός της.
Συντρέχτε με σπουδακτικὰ καὶ τότε τὴν ἀσπίδα
τοῦ Νέστορος θὰ πάρωμεν, ποὺ ὡς τ’ ἄστρ’ ἀνέβ’ ἡ φήμη,
πὼς εἶναι ὁλόκληρη χρυσὴ μὲ τὰ ραβδιά τῆς ὅλα,
καὶ ἀπὸ τοὺς ὤμους ἔπειτα τοῦ δυνατοῦ Τυδείδη {{r|195}}
τὸν θώρακα νὰ πάρωμεν ἔργον λαμπρὸν τοῦ ῾Ηφαίστου.
Ἄν αὐτὰ πάρωμεν ἡμεῖς, οἱ Ἀχαιοί, νομίζω
τὴν νύκτα τούτην θ’ ἀνεβοῦν στὰ γρήγορα καράβια».
Στὸ καύχημά του ἐθύμωσεν ἡ ῞Ηρα κι ἐταράχθη
στὸν θρόνον ἡ σεπτὴ θεὰ καὶ ὁ ῎Ολυμπος ἐσείσθη. {{r|200}}
Κι ἔπειτα ἐστράφη κι ἔλεγε στὸν μέγαν Ποσειδώνα:
«Στὴν δύναμίν σου, ἀπέραντε, μεγάλε κοσμοσείστη,
δὲν θλίβεσαι τῶν Δαναῶν νὰ βλέπης τοὺς θανάτους;
Καὶ σοῦ ἀνεβάζουν στὲς Αἰγὲς καὶ στὴν ῾Ελίκην δῶρα
καλὰ καὶ πάμπολλα· καὶ σὺ τὸ θέλεις νὰ νικήσουν. {{r|205}}
᾽Εὰν ὅσ’ εἴμαστε βοηθοὶ τῶν Ἀχαιῶν τὸν Δία
θέλαμε νὰ κρατήσωμε κι ἐσπρώχναμε τοὺς Τρῶας,
μόνος στὴν ῎Ιδην θά ᾽μενεν ὁ Βροντητὴς θλιμμένος».
᾽Εβάρυνε καὶ ἀπάντησε, ὁ μέγας κοσμοσείστης:
«Στὴν γλῶσσαν ἀχαλίνωτη, ποιόν λόγον εἶπες, ῞Ηρα; {{r|210}}
Εἰς μάχην νά ᾽λθωμεν ἡμεῖς οἱ ἄλλοι μὲ τὸν Δία
ἐγὼ δὲν θά ᾽θελα, ἐπειδὴ πολύ ᾽ναι ἀνώτερός μας».
Αὐτὰ ἐλέγαν οἱ θεοί˙ καὶ ὡστόσ’ ὅλον τὸν τόπον,
ὁποὺ τοῦ τείχους ἔκλειεν ὁ λάκκος πρὸς τὰ πλοῖα,
ἵπποι γεμίζαν στριμωκτὰ καὶ πλήθη ἀσπιδοφόρα· {{r|215}}
καὶ τοὺς ἐστρίμωνε ὁ γοργὸς ἰσόπαλος τοῦ Ἄρη,
ὁ ῞Εκτωρ, ἀφοῦ ἤθελε νὰ τὸν δοξάση ὁ Δίας.
Καὶ ἀφεύκτως τότε θά ’καιε τὰ ἰσόπλευρα καράβια,
ἂν στοῦ Ἀγαμέμνονος τὸν νοῦν δὲν ἔβαζεν ἡ ῞Ηρα
νὰ κινηθῆ, τοὺς Ἀχαιοὺς ὁ ἴδιος νὰ ἐμψυχώση. {{r|220}}
Τῶν Ἀχαιῶν εἰς τὲς σκηνὲς ἐπῆγε κι ἐκρατοῦσε
μέγαν μανδύαν πορφυρόν, καὶ εἰς τὸ τρανὸ καράβι
τοῦ ᾽Οδυσσέως ἔμεινε, ποὺ εὑρίσκετο στὴν μέσην,
ὥστε ν’ ἀκούεται ἡ φωνὴ στό ᾽να καὶ στ’ ἄλλο μέρος˙
καὶ στὲς σκηνὲς τοῦ Αἴαντος τοῦ Τελαμωνιάδη {{r|225}}
καὶ τοῦ Ἀχιλλέως, ποὺ ἀκρινὰ τὰ πλοῖα τους ἐστῆσαν,
στὴν δύναμίν τους ἥσυχοι καὶ στὴν πολλὴν ἀνδρείαν˙
καὶ ψιλὴν ἔσυρε φωνὴν στῶν Δαναῶν τὰ πλήθη:
«Αἶσχος, Ἀργεῖοι θαυμαστοὶ στὴν ὄψιν, ἀλλ’ ἀχρεῖοι!
Ποῦ ἐπῆγαν τὰ καυχήματα πολεμικῆς ἀνδρείας
ποὺ στὸν ἀέρα ἐρίχνετε στὴν Λῆμνον συναγμένοι, {{r|230}}
τρώγοντας κρέατα πολλὰ βοδιῶν ὀρθοκεράτων,
πίνοντας τὸ γλυκὸ κρασὶ στὰ ὁλόγεμα ποτήρια,
πὼς ἕνας θ’ ἀντιστέκονταν πρὸς διακοσίους Τρῶας;
Καὶ τώρα ἄξιοι δὲν εἴμασθεν δι’ ἕναν ὅλοι ἀντάμα,
τὸν ῞Εκτορα, ποὺ ἰδοὺ φωτιὰ θὰ βάλη στὰ καράβια. {{r|235}}
᾽Απ’ τοὺς μεγάλους βασιλεῖς τάχ’ ἄλλον, ὦ πατέρα,
εἰς τόσην ζάλην ἔριξες καὶ στέρησιν τῆς δόξης;
Καὶ ὅμως κανέναν τῶν λαμπρῶν βωμῶν σου δὲν ἀφῆκα
καθὼς ἀρμένιζα γιὰ δῶ – ποτὲ νὰ μή ᾽χα φθάσει –
χωρὶς τῶν μόσχων τὰ μηριὰ καὶ λίπος νὰ σᾶς κάψω, {{r|240}}
διὰ νὰ κερδίσ’ ὡς ἤθελα τὴν πυργωμένην Τροίαν.
᾽Αλλά, πατέρα, στέρξε μου κὰν τούτην τὴν εὐχήν μου·
κὰν τὴν ζωὴν νὰ σώσωμεν εὐδόκησε, μὴ θέλης
οἱ Δαναοὶ νὰ συντριβοῦν, ὡς βλέπεις, ἀπ’ τοὺς Τρῶας».
Εἶπε, καὶ τὸν λυπήθηκε, ποὺ ἐδάκρυζε, ὁ πατέρας {{r|245}}
κι εὐδόκησε ἀπ’ τὸν ὄλεθρον νὰ σώση τὸν λαόν του.
Κι ἔστειλ’ ἀπ’ τὰ πετούμενα τὸ πλέον τελεσφόρον,
τὸν ἀετὸν ὅπ’ ἔσφιγγε στὰ νύχια ἐλαφομόσχι,
καὶ τ’ ἄφησε στὸν εὔμορφον βωμὸν σιμὰ νὰ πέση,
ὅπου θυσιάζαν οἱ ᾽Αχαιοὶ στὸν πάμφημον Κρονίδην. {{r|250}}
Καὶ ὡς εἶδαν κεῖνοι τὸ πτηνὸν σταλμένο ἀπὸ τὸν Δία,
δίψαν πολέμου αἰσθάνθηκαν κι ἐχύθηκαν στοὺς Τρῶας».
Καὶ ὅλων ἐκεῖ τῶν Δαναῶν κανεὶς δὲν ἐκαυχήθη
πὼς τοῦ Τυδείδη πρότερα τοὺς ἵππους εἶχε στρέψει
πέραν τοῦ λάκκου νὰ στηθῆ, τὴν μάχην ν’ ἀπαντήση· {{r|255}}
ἐκεῖνος πρῶτος κτύπησε πολεμιστὴν τῶν Τρώων,
Ἀγέλαον τοῦ Φράδμονος υἱόν· καὶ ὅπως τοὺς ἵππους
ἔστρεψ’ ἐκεῖνος νὰ σωθῆ τ’ ἀκόντι μὲς στοὺς ὤμους
τοῦ ἔμπηξε καὶ ἀπ’ τὰ στήθη του ἡ λόγχη ἐβγῆκε πέρα.
῎Επεσε αὐτὸς κι ἐπάνω του βροντῆσαν τ’ ἄρματά του. {{r|260}}
Κατόπι του εἰς τὸν πόλεμον κατέβηκαν οἱ Ἀτρεῖδαι,
οἱ Αἴαντες μ’ ἀδάμαστην ζωσμένοι ἀνδραγαθίαν,
ὁ ᾽Ιδομενεὺς καὶ ὁ σύντροφος ἐκείνου Μηριόνης,
φρικτός, ὡς ὁ Ἐνυάλιος· ὁ Εὐρύπυλος ὁ ἀνδρεῖος,
ὁ Εὐαιμονίδης, κι ἔνατος μ’ αὐτοὺς ὁ Τεῦκτρος ἦλθε {{r|265}}
μὲ τόξ’ ὀπισθοτέντωτο, καὶ κάτω ἀπ’ τὴν ἀσπίδα
ἔμεινε αὐτὸς τοῦ Αἴαντος τοῦ Τελαμωνιάδη.
Καὶ τὴν ἀσπίδα ἔβαζ’ ἐμπρὸς ὁ Αἴας· τότε ὁ Τεῦκρος
στὸ πλῆθος γύρω ἐκοίταζε· καὶ ὅποιον ἐτόξευ’ ἄνδρα,
κάτω τὸν ἔριχνε καὶ αὐτὸς τοῦ Αἴαντος ὀπίσω {{r|270}}
πάλιν ἐκρύβετ᾽, ὡς παιδὶ στὸν κόλπον τῆς μητρός του·
καὶ ὁ Αἴας τὸν ἐσκέπαζε μὲ τὴν λαμπρὴν ἀσπίδα.
Ποιὸν ἀπ’ τοὺς Τρῶας ἔριξεν ὁ θεῖος Τεῦκρος πρῶτον;
Πρῶτ’ ἔπεσε ὁ ᾽Ορσίλοχος, κατόπιν κι οἱ ἀνδρειωμένοι
Δαίτωρ, Χρομίος, ῎Ορμενος καὶ ἰσόθεος Λυκοφόντης, {{r|275}}
ὁ ᾽Οφελέστης ἔπεσε καὶ ὁ ἥρως ᾽Αμοπάων
Πολυαιμονίδης κι ὕστερον ἡ ἀνδρειὰ τοῦ Μελανίππου.
Καὶ ὡς εἶδ’ αὐτὸν ποὺ ἀφάνιζε τὲς φάλαγγες τῶν Τρώων
τοῦ τόξου μὲ τὴν δύναμιν, ἐχάρη ὁ βασιλέας
ὁ Ἀγαμέμνων, κι ἔμεινε σιμά του καὶ τοῦ εἶπε· {{r|280}}
«῟Ω Τεῦκρε Τελαμώνιε, γλυκέ μου πολεμάρχε,
καθὼς τὸ κάμνεις, τόξευε, τῶν Δαναῶν νὰ φέρνης
χαρὰν καὶ εἰς τὸν πατέρα σου ποὺ σ’ ἔχει θρέψει βρέφος
καὶ τρυφερὰ σ’ ἀνάστησε στὸ σπίτι, ἅν κι ἤσουν νόθος·
καὶ σὺ μακρόθεν λάμπρυνε μὲ δόξαν τὸν γονέα. {{r|285}}
Καὶ ἄκουσε πράγμα ὁποὺ θὰ εἰπῶ καὶ ἄσφαλτ’ αὐτὸ θὰ γίνη·
ἐὰν ὁ Ζεὺς κι ἡ Ἀθηνᾶ δώσουν σ’ ἐμὲ τῂν χάριν,
τὴν πόλιν τὴν καλόκτιστην νὰ πάρω τῆς ᾽Ιλίου
σ’ ἐσὲ πρῶτον κατόπι μου θὰ δώσω ἐγὼ βραβεῖον
ἢ τρίποδα ἢ στὴν ἅμαξαν ζεμένα δυὸ πουλάρια {{r|290}}
ἢ κορασίδα σύντροφον τῆς κλίνης νὰ τὴν ἔχης».
Καὶ ὁ Τεῦκρος τοῦ ἀποκρίθηκεν: «῏Ω δοξασμένε Ἀτρείδη,
ἐμὲ κινεῖς τὸν πρόθυμον, ὡς βλέπεις, στὸν ἀγώνα;
Καὶ μ’ ὅσην ἔχω δύναμιν ἐγὼ δὲν ἡσυχάζω·
ἀπ’ τὴν στιγμὴν ποὺ ἐσπρώξαμεν αὐτοὺς κατὰ τὴν πόλιν, {{r|295}}
μ’ αὐτὸ τὸ τόξο καρτερῶ τοὺς ἄνδρες καὶ φονεύω.
᾽Οκτώ μου βέλη ἀγκυλωτὰ ποὺ ἔριξα ἐμπηχθῆκαν
ὅλα σ’ ἀνδρείων σώματα· καὶ ὅμως τὸ λυσσασμένο
τοῦτο σκυλὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ κτυπήσω ἀκόμη».
Εἶπε κι εὐθὺς ἀπ’ τὴν χορδὴν ἐτράβηξε ἄλλο βέλος, {{r|300}}
τὸν ῞Εκτορα πού ᾽χε ἀντικρὺ ποθώντας νὰ πιτύχη.
Τὸν ἔσφαλε κι ἐκτύπησε στὸ στῆθος τὸν γενναῖον
εὔμορφον Γοργυθίωνα, ἀγόρι τοῦ Πριάμου
πού ᾽χε γεννήσει νυμφευτὴ γυνή του ἀπ’ τὴν Αἰσύμην.
ἡ ὡραία Καστιάνειρα, ὡσὰν θεὰ στὸ σῶμα. {{r|305}}
Καὶ ὡς παπαρούνα φουντωτὴ ποὺ ἀπ’ τοῦ καρποῦ τὸ βάρος
καὶ ἀπ’ ἀνοιξιάτικες δροσιὲς τὴν κεφαλήν της γέρνει.
τὴν κεφαλὴν ἔγειρε αὐτὸς τοῦ κράνους ἀπ’ τὸ βάρος.
Καὶ βέλος ἄλλο τράβηξεν ὁ Τεῦκρος νὰ κτυπήση
τὸν ῞Εκτορα κατάντικρυς, ἀλλ᾽ ἔσφαλε καὶ πάλιν {{r|310}}
ὅτι τὸ βέλος ἀλλαχοῦ τοῦ ἔστριψεν ὁ Φοῖβος·
τοῦ ῞Εκτορος τὸν τρομερὸν ἀνδρεῖον κυβερνήτην
ἦβρε, τὸν Ἀρχιπτόλεμον, τὸ βέλος, εἰς τὸ στῆθος.
᾽Απὸ τ’ ἁμάξι ἐβρόντησε καὶ οἱ ταχεῖς ἵπποι ὀπίσω
ἐσύρθηκαν καὶ ἡ δύναμις ἐκόπη καὶ ἡ πνοή του. {{r|315}}
Βαθιὰ τὸν ῞Εκτορα ἔπληξε τοῦ κυβερνήτου ὁ πόνος,
θλιμμένος κεῖ τὸν ἄφησε, κι εἶπε στὸν Κεβριόνην,
τὸν αδελφὸν ποὺ ἦταν σιμὰ τοὺς χαλινοὺς νὰ πάρη,
καὶ τὸν ὑπάκουσε ὁ ἀδελφός˙ καὶ αὐτὸς ἀπ’ τὸν ὡραῖον
θρόνον στὴν γῆν ἐπήδησε καὶ τρομερὰ βοώντας {{r|320}}
ἔπιασε στρογγυλόπετραν κι ἐχύθη πρὸς τὸν Τεῦκρον,
νὰ τὸν κτυπήση πρόθυμος· καὶ ὁ Τεῦκρος παίρνει βέλος
ἀπ’ τὴν φαρέτραν φονικὸ καὶ στὴν χορδὴν τ ἁρμόζει,
καὶ ὡς τὴν τραβοῦσαν ἄνωθεν στὴν κλείδωση τῆς πλάτης,
ποὺ στῆθος δένει καὶ λαιμὸν κι εἶναι ἀκριβὸ τὸ μέρος, {{r|325}}
ὁ ῞Εκτωρ κεῖ τὸν κτύπησε μὲ τὸ σκληρὸ λιθάρι
καὶ τὴν χορδὴν τοῦ ἔσπασεν· ἐνάρκωσε ἡ παλάμη
εἰς τὸν ἁρμὸν κι ἔπεσε αὐτὸς στὰ γόνατα κι ἐστάθη
ἀκίνητος καὶ τοῦ ᾽πεσε τὸ τόξο ἀπὸ τὸ χέρι.
Στὸν ἀδελφὸν ὅπ᾽ ἔπεσε δὲν ἔλειψεν ὁ Αἴας, {{r|330}}
κι ἐμπρός του μὲ τὸ σῶμα του καὶ τὴν ἀσπίδα ἐστάθη.
Καὶ δυὸ καλοί του σύντροφοι, ὁ Μηκιστεύς, τοῦ ᾽Εχίου
υἱός, μὲ τὸν Ἀλάστορα στοὺς ὤμους των τὸν φέραν,
ὁποὺ βαριαναστέναζε στὰ βαθουλὰ καράβια.
Καὶ ὁρμὴν στοὺς Τρῶας ἔβαλε καὶ πάλιν ὁ Κρονίδης· {{r|335}}
καὶ ὡς εἰς τὸν λάκκον τὸν βαθὺν τοὺς Ἀχαιοὺς ἐσπρῶξαν,
καὶ ὁ ῎Εκτωρ πρῶτος μ’ ἔπαρσιν πολλὴν στὴν δύναμίν του,
καὶ ὡσὰν σκυλὶ γοργόποδο, ποὺ κυνηγᾶ λεοντάρι
ἢ ἄγριον χοῖρον, τὰ μεριὰ τοῦ πιάνει καὶ τὲς φτέρνες,
καὶ εἰς ὅποιο μέρος καὶ ἂν στραφῆ, ποτὲ δὲν τὸν ἀφήνει, {{r|340}}
παρόμοια τοὺς Ἀχαιοὺς πατοῦσε ὁ μέγας ῞Εκτωρ
κι ὅπως ἐφεῦγαν πάντοτε τὸν ὕστερον κτυποῦσε.
Καὶ ἀφοῦ διαβῆκαν οἱ Ἀχαιοὶ τοῦ λάκκου τοὺς πασσάλους,
καὶ πλῆθος καθὼς ἔφευγαν ἐφόνευσαν οἱ Τρῶες,
πλησίον στὰ καράβια τους ἐμεῖναν ἑνωμένοι {{r|345}}
καὶ ν’ ἀνδρειωθοῦν ἐκραύγαζαν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον
καὶ στοὺς Θεοὺς ἐδέοντο μὲ χέρια σηκωμένα·
καὶ ὁ ῞Εκτωρ περιέστρεψεν ὁλόγυρα τοὺς ἵππους
μὲ μάτια ὡς εἶναι τῆς Γοργοῦς καὶ τοῦ ἀνδροφόνου Ἄρη.
Τοὺς εἶδε κι ἐλεήθηκεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα, {{r|350}}
κι ἔλεγε πρὸς τὴν ᾽Αθηνᾶ: «῏Ω τοῦ Κρονίδη κόρη,
ὀιμέ, πόνον δὲν θά ᾽χωμεν ἐμεῖς οἱ δύο πλέον
διὰ τὴν φθορὰν τῶν Δαναῶν στὴν ὕστερην κὰν ὥραν;
Κι εὔκολον εἶναι ὁλόβολοι νὰ κακοθανατίσουν
ἑνὸς ἀνδρὸς ἀπ’ τὴν ὁρμήν· τοῦ ῞Εκτορος ἡ λύσσα {{r|355}}
τούτη δὲν ὑποφέρεται καὶ θρῆνον ἔχει κάμει»,
Τότε ἡ γλαυκόματη Ἀθηνᾶ στὴν ῞Ηραν ἀποκρίθη:
«Εὔκολ’ ἀπὸ τῶν Δαναῶν τὰ χέρια τὴν ἀνδρείαν
καὶ τὴν ζωὴν θά ᾽χανε αὐτὸς στὸ πατρικό του χῶμα·
ἀλλ’ ὁ πατέρας μου κακὰ μανίζει ὁ διεστραμμένος {{r|360}}
ποὺ πάντοτε ὅ,τι ἐγὼ ποθῶ καὶ βούλομαι ἐμποδίζει.
Λησμόνησε πόσες φορὲς τὸ τέκνον του ἔχω σώσει,
ὅταν τὸ ἐβασάνιζαν οἱ ἀγῶνες τοῦ Εὐρυσθέως.
Στὸν οὐρανὸν ἐκλαίονταν ἐκεῖνος, καὶ ὁ Κρονίδης
ἐμέν’ ἀπὸ τὰ οὐράνια βοηθὸν τοῦ προβοδοῦσε. {{r|365}}
Ἂν τοῦτα ὁ νοῦς μου πρόβλεπεν ὅταν τὴν εἶχε στείλει
στὸν Ἅδη, ἀπὸ τὸ ῎Ερεβος στὸν κόσμον ν’ ἀνεβάση
τὸν σκύλον ποὺ ὁ τρομακτικὸς θεὸς στὴν πύλην ἔχει,
δὲ θά ᾽βγαινε ἀπὸ τῆς στυγὸς τὸ ἀπέραντο ποτάμι.
Καὶ τώρα ἐμὲ μισεῖ καὶ ἰδοὺ τὸν πόθον φέρ’ εἰς τέλος {{r|370}}
τῆς Θέτιδος, ποὺ πρόσπεσε κλιτὴ στὰ γόνατά του,
νὰ τῆς τιμήση τὸν υἱὸν πολιορκητὴν Πηλείδην.
Θὰ ἔλθ’ ἡ ὥρα νὰ μὲ εἰπῆ καὶ πάλι ἀγαπητήν του.
Ἀλλὰ σὺ τώρα εὐτρέπισε τὰ δυνατὰ πουλάρια,
ὥσπου νὰ ζώσω τ’ ἄρματα στὸ δῶμα τοῦ πατρός μου {{r|375}}
νὰ ἑτοιμασθῶ στὸν πόλεμον, νὰ μάθ’ ὁ λοφοστείστης
ὁ ῞Εκτωρ τοῦ Πριάμου υἱὸς ἂν θὰ γελάση ὁπόταν
ν’ ἀναφανοῦμε μᾶς ἰδῆ στοὺς δρόμους τοῦ πολέμου.
Τρῶες θὰ πέσουν πάμπολλοι σιμὰ στὰ κοῖλα πλοῖα
καὶ τὰ πουλιὰ στὲς σάρκες των καὶ οἱ σκύλοι θὰ χορτάσουν». {{r|380}}
Εἶπε καὶ τὴν ὑπάκουσεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα.
Πῆγε τὰ χρυσοστέφανα πουλάρια νὰ εὐτρεπίση
ἡ ῞Ηρα σεβαστὴ θεὰ τοῦ ῾Υψίστου Κρόνου ἡ κόρη,
κι ἡ Ἀθηνᾶ κόρη σεμνὴ τοῦ αἰγιδοφόρου Δία
εἰς τοῦ πατρὸς τὸ ἔδαφος τὸν πέπλον ἀπολύει {{r|385}}
τὸν ἀγανὸν καὶ πλουμιστὸν ποὺ ἐκέντησεν ἐκείνη,
καὶ τὸν χιτώνα ὡς ἔλαβε τοῦ ἀστραποφόρου Δία
στὴν μάχην τὴν πολύθρηνην νὰ ὁρμήση ἀρματωνόνταν.
᾽Ανέβηκε στὸ φλογερὸν ἁμάξι καὶ κοντάρι
φούκτωσε μέγα, στερεὸ – μ’ αὐτὰ δαμάζ’ ἡρώων {{r|390}}
τὰ πλήθη, ἂν ἡ πατράγαθη θεὰ μ’ αὐτοὺς θυμώση.
Κι ἡ ῞Ηρα μὲ τὴν μάστιγα σφοδρὰ κεντᾶ τοὺς ἵππους.
Βρόντησε τότε τ’ Οὐρανοῦ ἡ πύλη καὶ τοῦ ᾽Ολύμπου
ἀφ’ ἑαυτοῦ της· τὴν φρουροὖν αἱ ῟Ωρες πόχουν ἔργον
τὸ πυκνὸ νέφος ν’ ἀφαιροῦν ἢ νὰ τὸ ἐπαναφέρουν. {{r|395}}
Καὶ ὡς τὰ κεντοῦσαν, τ’ ἄλογα περάσαν ἀπ’ τὴν πύλην.
Τοὺς ξάνοιξε καὶ ὀργίσθηκεν ὁ Ζεὺς ἀπὸ τὴν ῎Ιδην,
κι ἔλεγε πρὸς τὴν ῎Ιριδα, χρυσόπτερην μηνύτραν:
«Γοργόποδ’ ῎Ιρι, πήγαινε καὶ ὀπίσω γύρισέ τες,
νά ᾽λθουν μ’ ἐμένα εἰς πόλεμον κακὸν μὴ τὲς ἀφήσης. {{r|400}}
Κι ἰδοὺ τὸ λέγω φανερὰ καὶ ὁ λόγος μου θὰ γίνη·
θὰ τοὺς χολώσω τ’ ἄλογα στὰ ἁμάξια τους ζεμένα·
αὐτὲς θὰ ρίξω ἀπ’ τὸ θρονί, τ’ ἁμάξι θὰ συντρίψω
καὶ χρόνοι δέκα δὲν θ’ ἀρκοῦν νὰ κλείσουν οἱ πληγές των
ὅσες χαράξη ὁ κεραυνός· καὶ τότε ἡ γλαυκομάτα {{r|405}}
θὰ ἰδῆ τί εἶναι πόλεμον νὰ κάμη στὸν πατέρα.
Στὴν ῞Ηραν δὲν χολεύομαι καὶ δὲν θυμώνω τόσο,
τί ξέρω ποὺ ἀντιφέρεται σ’ ὅποιον κι ἂν εἴπω λόγον».
Εἶπε, κι εὐθὺς ἐκίνησεν ἡ ἀνεμόποδ’ ῎Ιρις
πρὸς τὸν ὑψηλὸν ῎Ολυμπον τῆς ῎Ιδης ἀπ’ τὰ ὄρη· {{r|410}}
στὴν πύλην τὲς σταμάτησε τοῦ πολυλόφου ᾽Ολύμπου
ὡς βγαῖναν καὶ τοὺς εἶπ᾽ εὐθὺς τὸν λόγον τοῦ Κρονίδη:
«Ποῦ τρέχετε, τί μάνιτα τὸν νοῦν σας συνεπῆρε;
Δὲν στέργει ὁ Ζεὺς τῶν Δαναῶν βοηθοὶ νὰ κατεβῆτε.
Καὶ ἀκοῦτε ὅ,τ’ εἶπε, καὶ ἄσφαλτα θὰ κάμη ὁ υἱὸς τοῦ Κρόνου· {{r|415}}
θὰ σᾶς χολώση τ’ ἄλογα στ’ ἁμάξια σας ζεμένα,
ἐσᾶς θὰ ρίξη ἀπ’ τὸ θρονί, τ’ ἁμάξι θὰ συντρίψη,
καὶ χρόνοι δέκα δὲν θ’ ἀρκοῦν νὰ κλείσουν οἱ πληγές σας,
ποὺ θὰ χαράξη ὁ κεραυνός· καὶ τότε, ὦ γλαυκομάτα,
θὰ ἰδῆς τί εἶναι πόλεμον νὰ κάμνης τοῦ πατρός σου. {{r|420}}
Τῆς ῞Ηρας δὲν χολεύεται καὶ δὲν θυμώνει τόσο
τί ξέρει ὅτι ἀντιφέρεται σ’ ὅποιον κι ἂν εἴπη λόγον.
Ἀλλὰ σὺ σκύλ’ ἀδιάντροπη, σὺ πάγκακη, ἂν τωόντι
στὸν Δία τὸ θεόρατο κοντάρι θὰ σηκώσης».
Αὐτὰ τοὺς εἶπε κι ἔφυγεν ἡ ἀνεμόποδ’ Ἴρις, {{r|425}}
κι ἡ ῞Ηρα πρὸς τὴν Ἀθηνᾶ τὸν λόγον τοῦτον εἶπε:
«Κόρη ὦ μεγάλη τοῦ Διός, ἐγὼ δὲν στέργω πλέον
πόλεμον χάριν τῶν θνητῶν νὰ κάμωμεν στὸν Δία.
Ἄς ἀποθάνουν κεῖ στὴν γῆν ἄλλοι καὶ ἄλλοι ἂς ζήσουν,
ὅπως τοῦ τύχη καθενός· καὶ ὅπως τοῦ λέγη ὁ νοῦς του {{r|430}}
τοὺς Τρῶας καὶ τοὺς Δαναούς, ὡς πρέπει ἂς κρίνη ἐκεῖνος».
Εἶπε καὶ ὀπίσω ἐγύρισε τὰ δυνατὰ πουλάρια·
κι οἱ ῟Ωρες τὰ καλότριχα τοὺς ξέζεψαν πουλάρια,
κατόπιν εἰς τ’ ἀμβρόσια παχνιά τους τὰ προσδέσαν,
καὶ πρὸς τοὺς τοίχους πόλαμπαν τὴν ἅμαξαν ἐκλίναν. {{r|435}}
Κι οἱ δυὸ Θεὲς ἀνάμεσα τῶν ἄλλων ἀθανάτων
καθίσαν εἰς χρυσὰ θρονιὰ μὲ θλίψιν στὴν ψυχήν τους.
Κίνησε τὸ καλότροχον ἁμάξι ἀπὸ τὴν ῎Ιδην
ὁ Ζεύς, κι ἦλθε στὸν ῎Ολυμπον στὴν σύνοδον τὴν θείαν.
Καὶ τ’ ἄλογ’ ἀφοῦ ξέζεψεν ὁ μέγας Κοσμοσείστης {{r|440}}
τ’ ἁμάξι ἐπάνω στοὺς βωμοὺς ἐσκέπασε μὲ πέπλον·
ἐκάθισεν ὁ Βροντητὴς εἰς τὸν χρυσόν του θρόνον
καὶ ὁ ῎0λυμπος σαλεύετο στὰ πόδια του ἀποκάτου.
Καὶ μόνες τοῦ Διὸς μακρὰν ἡ Ἀθηνᾶ κι ἡ ῞Ηρα
καθίζαν οὐδ᾽ ἐρώτησιν ἢ λόγον τοῦ προφέραν. {{r|445}}
Καὶ ὁ Ζεὺς καλὰ τὲς νόησε κι εἶπε: «Ἀθηνᾶ καὶ ῞Ηρα,
τί στέκεσθε περίλυπες; Δὲν ἔχετε κοπιάσει,
θαρρῶ, πολὺ στὸν πόλεμον, ὅπου δοξάζοντ’ ἄνδρες,
τοὺς Τρῶας ν’ ἀφανίσετε, ποὺ φοβερὰ μισεῖτε.
Τόσ’ ἡ δική μου δύναμις καὶ τῶν χεριῶν μου ὁ τρόμος, {{r|450}}
ποὺ ὅλ’ οἱ θεοὶ στὸν ῎Ολυμπον τὴν γνώμην δὲν μοῦ ἀλλάζουν.
Καὶ σᾶς τῶν δύο πάγωσαν τὰ τρυφερά σας μέλη
πρὶν κὰν νὰ ἰδῆτε τοὺς φρικτοὺς ἀγῶνες τοῦ πολέμου.
Καὶ ἀκοῦτε ὅ,τι εἶπα καὶ ἄφευκτα θὰ ἦταν τελειωμένο·
κρουσμένες ἀπ’ τὸν κεραυνὸν δὲν θά ᾽χετ’ ἐπανέλθει {{r|455}}
μὲ τὴν δικήν σας ἅμαξαν στὰ δώματα τοῦ ᾽Ολύμπου».
Εἶπε, κι ἐγόγγυσαν κρυφὰ ἡ Ἀθηνᾶ κι ἡ ῞Ηρα·
σιμὰ καθίζαν καὶ ὄλεθρον τῶν Τρώων μελετοῦσαν.
Λόγον δὲν ἔλεγε ἡ ᾽Αθηνᾶ καὶ στὸν πατέρα Δία
μ’ ἀγρίαν μάνιζε χολήν· ἀλλ’ ἡ χολὴ στῆς ῞Ηρας {{r|460}}
τὸ στῆθος δὲν ἐχώρεσε, καὶ πρὸς ἐκεῖνον εἶπε:
«Κρονίδη τρομερώτατε, ποιόν λόγον εἶπες τώρα!
Τὸ ἠξεύρομ’ ὅτι ἀντίστασιν δὲν ἔχ’ ἡ δύναμίς σου.
᾽Αλλ’ ὅμως διὰ τοὺς Δαναοὺς πονοῦμε τοὺς ἀνδρείους
ὁποὺ θὰ πάθουν καὶ ἄσφαλτα θ’ ἀδικοθανατίσουν. {{r|465}}
Ἀλλ’ ὅμως θέλει ἀπέχουμεν, ὡς θέλεις, ἀπ’ τὴν μάχην
καὶ συμβουλὴν θὰ δώσωμεν καλὴν εἰς τοὺς Ἀργείους,
νὰ μὴ χαθοῦν ὅλοι διὰ μιᾶς ἀπ’ τὸν βαρὺν θυμόν σου».
Καὶ ὁ Δίας τῆς ἀπάντησεν: «Ἅμα χαράξ’ ἡ μέρα
τὸν Δία τὸν ὑπέρτατον θὰ ἰδῆς, ἂν θέλης, ῞Ηρα {{r|470}}
ὦ μεγαλόφθαλμη θεά, χειρότερον νὰ φέρη
ἀφανισμὸν εἰς τὸν στρατὸν τῶν μαχητῶν Ἀργείων.
῞Οτι τὴν μάχην ὁ βαρὺς Πριαμίδης δὲν θ’ ἀφήση,
πρὶν ἀπ’ τὰ πλοῖα σηκωθῆ ὁ ἀνίκητος Πηλείδης,
ὁπόταν πέση ὁ Πάτροκλος καὶ διὰ τὸ νεκρὸν σῶμα {{r|475}}
θὰ μάχωνται μὲ στένωσιν φρικτὴν σιμὰ στὰ πλοῖα.
῾Η μοίρ’ αὐτὸ διόρισε καὶ προσοχὴν δὲν δίδει
εἰς τὸν θυμόν σου, κι ἐὰν πᾶς στῆς γῆς καὶ τῆς θαλάσσης
τὰ πέρατα, ὅπου κατοικοῦν ὁ ᾽Ιαπετὸς καὶ ὁ Κρόνος,
κι οὔτε τοὺς τέρπουν ἄνεμοι, οὔτε τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, {{r|480}}
καὶ Τάρταρος βαθύτατος παντοῦ τοὺς περιζώνει.
Ἂν ἀπ’ τὸ πεῖσμα σου ὡς αὐτοῦ θὰ φθάσης, δὲν μὲ μέλει˙
ὅτι ἄλλο πράγμ’ ἀδιάντροπον, ὡς εἶσ’ ἐγὼ δὲν εἶδα».
Εἶπεν ὁ Ζεὺς κι ἐσώπαινεν ἡ ῞Ηρα ἡ λευκοχέρα.
Κι ἔπεσε στὸν ᾽Ωκεανὸν τὸ λαμπρὸ φῶς τοῦ ἡλίου {{r|485}}
τὴν μαύρην νύκτα σέρνοντας στὴν γῆν τὴν σιτοδότραν.
Τότε νὰ ἐσβήσθηκε τὸ φῶς δὲν ἄρεσε τῶν Τρώων,
πλὴν τῶν Ἀργείων ποθητὸ πολὺ τὸ σκότος ἦλθε.
Ὁ ῞Εκτωρ πάλιν σύνοδον συνάθροιζε τῶν Τρώων
μακρὰν τῶν πλοίων καὶ σιμὰ στοῦ ποταμοῦ τὸ ρεῦμα, {{r|490}}
ποὺ ἀπὸ νεκροὺς ἐλεύθερος εἶχε ἀπομείνει ὁ τόπος.
Ἀπὸ τ’ ἁμάξια ἐξέζεψαν καὶ τοῦ Ἕκτορος τοῦ θείου
τὸν λόγον ἀκροάζονταν κι ἔσφιγγε αὐτὸς στὸ χέρι
κοντάρι ἑνδεκάπηχο κι ἐμπρὸς σπιθοβολοῦσε
ἡ χάλκιν’ ἄκρη καὶ χρυσὸ τὴν ἔδενε στεφάνι. {{r|495}}
Σ’ ἐκεῖνο στηριζόμενος ὡμίλει πρὸς τοὺς Τρῶας:
«Ἀκούτε, Τρῶες, Δάρδανοι καὶ ὅσ’ ἤλθετε βοηθοί μας.
Τοὺς Ἀχαιοὺς θαρροῦσα ἐγὼ νὰ ἐξολοθρεύσω ἀπόψε
ὅλους καὶ τὰ καράβια τους, καὶ στὴν ἀνεμισμένην
῎Ιλιον νὰ γύρω νικητής˙ ἀλλ’ ἔσωσε τὸ σκότος {{r|500}}
αὐτοὺς καὶ τὰ καράβια τους στὴν ἄκραν τὴς θαλάσσης.
Καὶ τώρ’ ἂς ὑπακούσωμεν κι ἐμεῖς στὴν μαύρην νύκτα.
Τὸν δεῖπνον ἑτοιμάσετε, καὶ τὰ καλὰ πουλάρια
ἀπὸ τ’ ἁμάξια λύσετε καὶ βάλετε τροφήν τους.
Βόδια κι ἐρίφϊα παχιὰ θὰ φέρετε ἀπ’ τὴν πόλιν {{r|505}}
ὀγρήγορα κι εὐφραντικὸ κρασὶ προμηθευθῆτε
καὶ ἄρτον ἀπ’ τὰ σπίτια σας συνάξετε καὶ ξύλα
πολλὰ διότι ὁλόνυκτα θὰ καῖμε, ὥσπου νὰ φέξη,
πυρὰ πολλὰ ποὺ ἡ λάμψις των θὰ φθάση ὡς τὸν αἰθέρα,
οἱ κομοφόροι Ἀχαιοὶ μήπως τὴν νύκτα ὁρμήσουν {{r|510}}
στὰ νῶτα ἐπάνω τὰ πλατιὰ τῆς θάλᾶσσας νὰ φύγουν.
Μὴ τοὺς ἀφήσουμ’ ἥσυχοι ν’ ἀνέβουν στὰ καράβια,
ἀλλὰ καὶ κάποιος ἀπ’ αὐτοὺς στὸ σπίτι του ἄς χωνεύη
τὴν ἀκοντιὰ ποὺ θά ᾽λαβε πηδώντας εἰς τὸ πλοῖον·
ὥστε καὶ ἄλλοι στὸ ἑξῆς νὰ φέρουν θὰ τρομάξουν {{r|515}}
τὸν Ἄρην τὸν πολύθρονον στοὺς ἱπποδάμους Τρῶας·
καὶ οἱ κήρυκες οἱ σεβαστοὶ στὴν πόλιν ν’ ἀναγγείλουν.
Οἱ γέροντες οἱ ἀσπρόμαλλοι, τὰ οὐράνια παλικάρια
στοὺς πύργους, κτίσμα τῶν θεῶν, νὰ ξενυκτίσουν ὅλοι,
καὶ οἱ γυναῖκες σπίτι τους φωτιὰ πολλὴν ἂς ἔχουν {{r|520}}
ἀδιάκοπα, καὶ ἀνύστακτη φρουρὰ νὰ στέκη μήπως
ξάφνου στὴν πόλιν ἔμπη ἐχθρός, οἱ ἄνδρες ἐνῶ λείπουν.
῏Ω Τρῶες μεγαλόψυχοι, τοῦτα ὅπου λέγω ἂς γίνουν.
Καὶ ἰδοὺ σᾶς εἶπα ὅ,τι καλὸν μοῦ ἐφάνη διὰ τὴν ὥραν·
καὶ ἄλλ’ ἅμα φέξη θέλ’ εἰπῶ τῶν ἱπποδάμων Τρώων. {{r|525}}
Στὸν Δία καὶ ὅλους τοὺς θεοὺς εὔχομ’ ἐγὼ κι ἐλπίζω
ἐκεῖνα τὰ μοιρόφερτα σκυλιὰ νὰ διώξω ἐδῶθε
ποὺ οἱ Μοῖρες ἔφεραν ἐδῶ στὰ ὁλόμαυρα καράβια.
Τὴν νύκτα νὰ μὴν πάθωμεν ὡστόσο ἄς φυλαχτοῦμε˙
καὶ αὔριο τὰ χαράματα μὲ τ’ ἄρματα ἂς χυθοῦμε {{r|530}}
τὸν Ἄρην τὸν ὁρμητικὸν νὰ ἐγείρωμεν στὰ πλοῖα·
θὰ δοκιμάσω ἂν ὁ δεινὸς Τυδείδης μὲ θὰ διώξη
στὸ τεῖχος ἀπ’ τὰ πλοῖα των ἢ ἐγὼ θενὰ τοῦ σχίσω
τὸ στῆθος κι αἱματόβρεκτα θὰ πάρω τ’ ἄρματά του.
Καὶ αὔριον τὴν ἀνδρείαν του θὰ μάθη, ἄν θὰ ὑπομείνη {{r|535}}
τῆς λόγχης μου τὸ κίνημα. Θὰ πέση, θαρρῶ, πρῶτος
ἀπὸ τὸ χέρι μου καὶ αὐτὸς καὶ τῶν συντρόφων πλῆθος
ὁ ἥλιος ἅμα σηκωθῆ· καὶ ὁμοίως νὰ ἠμποροῦσα
ἀθάνατος καὶ ἀγέραστος νὰ εἶμαι στὸν αἰώνα
καὶ νὰ τιμῶμαι ὡς ἡ Ἀθηνᾶ δοξάζεται καὶ ὁ Φοῖβος, {{r|540}}
ὅσο κακὴ τῶν Ἀχαιῶν τούτων θὰ φέξ’ ἡ ἡμέρα».
Ὁ ῞Εκτωρ εἶπε, κι ἔκαμαν ἀλαλαγμὸν οἱ Τρῶες˙
τότ’ ἔλυσαν ἀπ’ τὸν ζυγὸν τοὺς ἱδρωμένους ἵππους
καὶ μὲ λουριὰ τοὺς πρόσδεσαν στὲς ἅμαξες πλησίον˙
ἀπὸ τὴν πόλιν ἔφεραν ἐρίφια καὶ μοσχάρια {{r|545}}
ὀγρήγορα, κι εὐφραντικὸ κρασὶ προμηθευθῆκαν
καὶ ἄρτον ἀπ’ τὰ σπίτια τους καὶ πολλὰ ξύλα ἐκόψαν·
κι ἐπρόσφεραν πρὸς τοὺς θεοὺς ἐξαίσιες ἑκατόμβες,
καὶ ἀνέβαζαν οἱ ἄνεμοι στὸν οὐρανὸν τὴν κνίσαν
γλυκεῖαν· ἀλλ’ οἱ μάκαρες θεοὶ δὲν τὴν δεχόνταν {{r|550}}
ποσῶς, ὅτι ἀπεστρέφοντο τὴν ῎Ιλιον τὴν ἁγίαν,
τὸν Πρίαμον καὶ τὸν λαὸν τοῦ δυνατοῦ Πριάμου
καὶ αὐτοὶ μὲ μέγα φρόνημα στὲς τάξες τοῦ πολέμου
ἐκάθοντο καὶ ὁλονυκτὶς πολλὰ πυρὰ ἐκαῖαν.
Καὶ ὡς τ’ ἄστρα, ὁποὺ σπιθοβολοῦν σ’ ἀνάνεμον αἰθέρα {{r|555}}
χαριτωμένα ὁλόγυρα στὴν φωτεινὴν σελήνην –
φαίνεται κάθε κορυφή, καθ’ ἄκρη, κάθε πλάγι,
ὡς ἄνοιξε ἀπ’ τὸν οὐρανὸν ἀπέραντος αἰθέρας,
ποὺ τ’ ἄστρα ὅλα ἐφανέρωσε καὶ χαίρονται οἱ ποιμένες·
τόσ’ ἄστραφταν στὴν ῎Ιλιον ἐμπρὸς πυρὰ ποὺ ἐκαῖαν {{r|560}}
οἱ Τρῶες τότε ἀνάμεσα στὸν Ξάνθον καὶ στὰ πλοῖα.
Χίλια στὸν κάμπον καίονταν πυρὰ καὶ στὸ καθένα
ἄνδρες στὴν λάμψιν τοῦ πυρὸς ἐκάθηντο πενήντα.
Κι οἱ ἵπποι ὀρθοὶ στὲς ἅμαξες σιμὰ κριθάρι ἐτρῶγαν
καὶ τὴν καλόθρονην ᾽Ηὼ νὰ φθάση ἐπεριμέναν. {{r|565}}
</poem>
golkt73sa75tkpl7de7awjcuf4155xs
Σελίδα:Xenophon V. Opuscula (1920).pdf/101
100
41401
166769
143497
2026-07-06T06:05:23Z
Sarri.greek
10495
anchor
166769
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ|xiii}}</noinclude>μάχην συνιέναι καὶ φαιδρὸν εἶναι καὶ εὐδόκιμον. καὶ παρακελεύονται δὲ τῷ ἐνωμοτάρχῳ· οὐδ’ ἀκούεται γὰρ εἰς ἑκάστην πᾶσαν τὴν ἐνωμοτίαν ἀφ’ ἑκάστου ἐνωμοτάρχου ἔξω· ὅπως δὲ καλῶς γίγνηται πολεμάρχῳ δεῖ μέλειν. {{anchor|13.10}}{{εδάφιο|13|10}}ὅταν γε μὴν καιρὸς δοκῇ εἶναι στρατοπεδεύεσθαι, τούτου μὲν δὴ κύριος βασιλεὺς καὶ τοῦ δεῖξαί γε ὅπου δεῖ· τὸ μέντοι πρεσβείας ἀποπέμπεσθαι καὶ φιλίας καὶ πολεμίας, τοῦτ’ οὐ βασιλέως. καὶ ἄρχονται μὲν πάντες ἀπὸ βασιλέως, ὅταν βούλωνται πρᾶξαί τι. {{εδάφιο|13|11}}ἢν δ’ οὖν δίκης δεόμενός τις ἔλθῃ, πρὸς ἑλλανοδίκας τοῦτον ὁ βασιλεὺς ἀποπέμπει, ἢν δὲ χρημάτων, πρὸς ταμίας, ἢν δὲ ληίδα ἄγων, πρὸς λαφυροπώλας. οὕτω δὲ πραττομένων βασιλεῖ οὐδὲν ἄλλο ἔργον καταλείπεται ἐπὶ φρουρᾶς ἢ ἱερεῖ μὲν τὰ πρὸς τοὺς θεοὺς εἶναι, στρατηγῷ δὲ τὰ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους.
{{Αρίθμηση Burnet|14:1|XIV}} Εἰ δέ τίς με ἔροιτο εἰ καὶ νῦν ἔτι μοι δοκοῦσιν οἱ Λυκούργου νόμοι ἀκίνητοι διαμένειν, τοῦτο μὰ Δία οὐκ ἂν ἔτι θρασέως εἴποιμι. {{εδάφιο|14|2}}οἶδα γὰρ πρότερον μὲν Λακεδαιμονίους αἱρουμένους οἴκοι τὰ μέτρια ἔχοντας ἀλλήλοις συνεῖναι μᾶλλον ἢ ἁρμόζοντας ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κολακευομένους διαφθείρεσθαι. {{εδάφιο|14|3}}καὶ πρόσθεν μὲν οἶδα αὐτοὺς φοβουμένους χρυσίον ἔχοντας φαίνεσθαι· νῦν δ’ ἔστιν οὓς καὶ καλλωπιζομένους ἐπὶ τῷ κεκτῆσθαι. {{εδάφιο|14|4}}ἐπίσταμαι δὲ καὶ πρόσθεν τούτου ἕνεκα ξενηλασίας γιγνομένας καὶ ἀποδημεῖν οὐκ ἐξόν, ὅπως μὴ ῥᾳδιουργίας οἱ πολῖται ἀπὸ τῶν ξένων ἐμπίμπλαιντο· νῦν δ’ ἐπίσταμαι τοὺς δοκοῦντας πρώτους εἶναι ἐσπουδακότας ὡς μηδέποτε παύωνται ἁρμόζοντες ἐπὶ ξένης. {{εδάφιο|14|5}}καὶ ἦν μὲν ὅτε ἐπεμελοῦντο ὅπως ἄξιοι εἶεν<noinclude></noinclude>
g69yle9bt2tqzemlevy2hpkuk4zrteu
Η Ελλάς του 1910–1920/19
0
52715
166764
2026-07-05T18:02:25Z
Αντιγόνη
235
Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα | τίτλος = Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920 | συγγραφέας = Γεώργιος Βεντήρης | μεταφραστής= | ενότητα = Παράρτημα ἐγγράφων Αʹ Τόμου | επόμενο = [[../20|Σπέρμα καταστροφῆς]] | προηγούμενο= [[../18|Ἡ παρένθεσις]] | σημειώσεις = }} <pages index="Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf" in...
166764
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα
| τίτλος = Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
| συγγραφέας = Γεώργιος Βεντήρης
| μεταφραστής=
| ενότητα = Παράρτημα ἐγγράφων Αʹ Τόμου
| επόμενο = [[../20|Σπέρμα καταστροφῆς]]
| προηγούμενο= [[../18|Ἡ παρένθεσις]]
| σημειώσεις =
}}
<pages index="Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf" include=423 />
j43fb3mmve3axwsycpjfyx3b57urirg