Βικιθήκη elwikisource https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 MediaWiki 1.47.0-wmf.8 first-letter Μέσο Ειδικό Συζήτηση Χρήστης Συζήτηση χρήστη Βικιθήκη Συζήτηση Βικιθήκη Αρχείο Συζήτηση αρχείου MediaWiki Συζήτηση MediaWiki Πρότυπο Συζήτηση προτύπου Βοήθεια Συζήτηση βοήθειας Κατηγορία Συζήτηση κατηγορίας Σελίδα Συζήτηση σελίδας Μεταγραφή Συζήτηση μεταγραφής Συγγραφέας Συζήτηση συγγραφέα Πύλη Συζήτηση πύλης TimedText TimedText talk Module Module talk Event Event talk Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/α 0 15734 166701 93712 2026-06-25T08:37:49Z Sarri.greek 10495 κάθε 5 στίχους anchor // Τι γίνεται στο 170, 180? 166701 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία α | επόμενο = [[../β|Ραψωδία β]] | προηγούμενο= | σημειώσεις = }} <poem> Τὸν ἄντρα τὸν πολύπραγο τραγούδησέ μου, ὦ Μοῦσα, ποὺ περισσὰ πλανήθηκε, σὰν κούρσεψε τῆς Τροίας τὸ ἱερὸ κάστρο, καὶ πολλῶν ἀνθρώπων εἶδε χῶρες κι ἔμαθε γνῶμες, καὶ πολλὰ στὰ πέλαα βρῆκε πάθια, γιὰ μιὰ ζωὴ παλεύοντας καὶ γυρισμὸ συντρόφων. {{r|5}} Μὰ πάλε δὲν τοὺς γλύτωσε, κι ἂν τὸ ποθοῦσε, ἐκείνους, τὶ ἀπὸ δική τους χάθηκαν οἱ κούφιοι ἀμυαλωσύνη, τοῦ Ἥλιου τοῦ Ὑπερίονα σὰν ἔφαγαν τὰ βόδια, κι αὐτὸς τοὺς πῆρε τὴ γλυκειὰ τοῦ γυρισμοῦ τους μέρα. Ἀπ' ὅπου ἂν τά 'χης, πές μας τα, ὦ θεά, τοῦ Δία κόρη. {{r|10}} Ὅλοι ποὺ τότες τὸν πολὺ τὸ χαλασμὸ ξεφύγαν γυρίσανε, ἀπὸ πόλεμο καὶ θάλασσα σωσμένοι, καὶ μόνο ἐκειόνε, σπιτικὸ καὶ ταίρι στερημένο, ἡ Καλυψὼ ἡ τρισέμορφη θεὰ τόνε κρατοῦσε, γιατὶ ἄντρα της τὸν ἤθελε στὶς βαθουλὲς σπηλιές της. {{r|15}} Μὰ ὁ γῦρος σὰν τελέστηκε τῶν χρόνων, κι ἦρθε ἡ ὥρα, ποὺ τό 'χανε οἱ θεοὶ γραφτὸ στὸ Θιάκι νὰ ξανάρθη στὸ σπιτικό του, μήτ' ἐκεῖ δὲν τοῦ 'λειψαν οἱ ἀγῶνες, καὶ σὲ δικοὺς κοντά. Κι οἱ θεοὶ τὸν συμπονοῦσαν ὅλοι, ἐξὸν τόν Ποσειδώνα· αὐτὸς βαριὰ ἦταν χολωμένος {{r|20}} μὲ τὸ Δυσσέα τὸ θεϊκό, στὸν τόπο του πρὶν φτάση. Βρισκόταν στοὺς Αἰθίοπες ὁ Ποσειδώνας τότες, ποὺ ζοῦνε μοιραστοὶ μακριὰ στοῦ κόσμου τὶς ἀκροῦλες, στοῦ Ἡλιοῦ τὸ βούλημα οἱ μισοί, στ' ἀνάβλεμμά του οἱ ἄλλοι, γιὰ νὰ δεχτῆ ἑκατοβοδιὰ ἀπὸ ταύρους καὶ κριάρια. {{r|25}} Ἐκεῖ γλυκοξεφάντωνε· οἱ θεοὶ ὡς τόσο οἱ ἄλλοι στοὺς πύργους μαζωχτήκανε τοῦ Δία τοῦ Ὀλυμπήσου, κι ὀμπρός τους, ὅλων τῶν θεῶν κι ἀνθρώπων ὁ πατέρας ἄνοιξε λόγο, τὶ στὸ νοῦ ξανάρθε του ὁ μεγάλος ὁ Αἴγιστος, ποὺ ὁ ξακουστὸς τὸν ἔκοψε ὁ Ὁρέστης,τοῦ Ἀγαμέμνου ὁ γιός. Ἐκειὸν ὁ Δίας ἀνιστορώντας, {{r|30}} στοὺς ἄλλους τοὺς ἀθάνατους αὐτὰ τὰ λόγια κρένει· “Ἀλλοί, καὶ πῶς γυρεύουνε παντοτινὰ οἱ ἀνθρῶποι νὰ ρίχτουνε τὸ φταίξιμο σ' ἐμᾶς γιὰ τὰ δεινά τους, καὶ λένε ἐμεῖς τὰ φέρνουμε· μὰ ἀπὸ δική τους τύφλα παθαίνουν πέρα ἀπ' τὸ γραφτό· νά, ὁ Αἴγιστος, ποὺ πῆρε {{r|35}} τὸ ταίρι τοῦ Ἀγαμέμνονα, καὶ ποὺ στὸ γυρισμό του χαλνάει κι ἐκείνονε· ἀπὸ πρὶν τὸ γνώριζε τί μέγα κακὸ θὰ τοῦ'ρθη, γιατὶ ἐμεῖς μηνύσαμέ του τότες μὲ τὸν ἀγρυπνομάτη Ἑρμῆ, μηδὲ νὰ τόνε κόψη, μηδὲ τὸ ταίρι νὰ ζητάη· γιατὶ θὰ γδικιωθῆ του {{r|40}} σὰ μεγαλώση καὶ ποθῆ τὸν τόπο του ὁ Ὀρέστης. Καλόγνωμα τοῦ τά 'πε ὁ Ἑρμῆς, μὰ ὁ Αἴγιστος ν' ἀκούση δὲν ἤθελε, καὶ μαζωχτὰ τὰ πλέρωσε κατόπι.” Κι ἡ γαλανόματη Ἀθηνᾶ τοῦ ἀπολογιέται τότες· “Πατέρα μας, τοῦ Κρόνου γιέ, τῶν βασιλιάδων πρῶτε, {{r|45}} βέβαια τοῦ ἄξιζε ἐκεινοῦ τέτοιος χαμὸς νὰ τοῦ 'ρθη· τὰ ἴδια ἂς πάθη ὅποιος κακὰ παρόμοια πράξη κι ἄλλος. Ἐγώ 'μως γιὰ τὸ γνωστικὸ Ὀδυσσέα χολοσκάνω, τὸν ἄμοιρο, ποὺ ἀπὸ δικοὺς μακρόθε τυραννιέται σὲ κυματόζωστο νησί, στῆς θάλασσας τ' ἀφάλι, {{r|50}} νησὶ δεντράτο, ποὺ θεὰ τὴν κατοικιά της ἔχει, ἡ κόρη τοῦ κακόγνωμου τοῦ Ἄτλαντα, ποὺ ξέρει τῆς θάλασσας τὰ τρίσβαθα, καὶ μὲ μακριὲς κολῶνες ἀπὸ τὴ γῆς τὸν οὐρανὸ φυλάει ξεχωρισμένο. Ἐκείνου ἡ κόρη τὸν κρατάει τὸ δύστυχο στὰ δάκρυα, {{r|55}} καὶ μὲ γλυκειὲς μαγεύει τον κουβέντες, νὰ ξεχάση τὸν τόπο του· μὰ πάλε αὐτός, καὶ τὸν καπνὸ μονάχα νὰ θώρειε τῆς πατρίδας του σὰν ἀλαφροανεβαίνη, κι ἂς πέθαινε· μὰ μήτ' ἐσύ, Ὀλυμπήσε, δὲ σπλαχνιέσαι. Τάχα δὲ σὲ τιμοῦσε αὐτὸς στὴ διάπλατη Τρωάδα, {{r|60}} σιμὰ στὰ πλοῖα τῶν Ἀργιτῶν μὲ περισσὲς θυσίες; τί τόσο, ὦ Δία, τώρα ἐσὺ μὲ τὸ Δυσσέα κακιώνεις;” Κι ὁ Δίας τῆς ἀποκρένεται ὁ συννεφομαζώχτης· “Τί λόγο ἀπὸ τ' ἀχείλι σου ξεστόμισες, παιδί μου; Ποιός τό 'πε ἐγὼ πὼς λησμονῶ τὸ θεϊκὸ Ὀδυσσέα, {{r|65}} ποὺ πρῶτος εἶναι ἀπ' τοὺς θνητοὺς στὸ νοῦ καὶ στὶς θυσίες πρὸς τοὺς ἀθάνατους θεοὺς ποὺ ὁρίζουνε τὰ οὐράνια; Ὁ Ποσειδώνας εἶν' ὁ θεός, τῆς γῆς ὁ περιζώστης, ποὺ πάθος τοῦ ἔχει ἀνέσβεστο, τὶ χάλασε τὸ μάτι τοῦ ἰσόθεου τοῦ Πολύφημου, τοῦ πρώτου τῶν Κυκλώπων {{r|70}} στὴ δύναμη· τῆς Θόωσας εἶναι παιδί, τῆς νύφης, κόρης τοῦ Φόρκυνα, ἄρχοντα τοῦ ἀτρύγητου πελάγου, ποὺ ὁ Ποσειδώνας σὲ βαθειὲς σπηλιὲς ἀγκάλιασέ την. Ἀπὸ τὰ τότε ὁ σαλευτὴς τῆς γῆς ὁ Ποσειδώνας κι ἂ δὲν τόνε θανάτωσε, μὰ τὸν πλανάει στὰ ξένα {{r|75}} τὸν Ὀδυσσέα. Ὅμως καιρὸς ἐμεῖς νὰ στοχαστοῦμε πὼς νά 'ρθη στὴν πατρίδα του· θὰ πάψη τὴν ὀργή του ὁ Ποσειδώνας· δὲν μπορεῖ στὸ πεῖσμα μας, κι ἀγνάντια τόσων ἀθάνατων αὐτὸς ν' ἀντισταθῆ μονάχος.” Κι ἡ γαλανόματη ἡ θεὰ τοῦ ἀπολογήθη τότες· {{r|80}} “Πατέρα μας, τοῦ Κρόνου γιέ, τῶν βασιλιάδων πρῶτε, στοὺς τρισμακάριστους θεοὺς αὐτὸ ἂν ἀρέση τώρα, νὰ ξαναρθῆ στὸ σπίτι του ὁ παράξιος Ὀδυσσέας ὁ Ἀργοφονιὰς Ἑρμῆς ἂς πάη μηνύτορας δικός μας, στῆς Ὠγυγίας τὸ νησί, γιὰ νὰ μηνύση ἀμέσως {{r|85}} τῆς ὡριοπλέξουδης θεᾶς τὴν ἄσφαλτη βουλή μας, ὁ Ὀδυσσέας ὁ ἄτρομος στὴ γῆς του νὰ γυρίση. Ἐγὼ στὸ Θιάκι πάω, καρδιὰ περσότερη νὰ δώσω τοῦ γιοῦ του ἐκεῖ, κι ἀπόφαση νὰ βάλω στὴν ψυχή του, νὰ πῆ τοὺς μακρομάλληδες Ἀχαιοὺς νὰ μαζωχτοῦνε, {{r|90}} καὶ τοὺς μνηστῆρες ὁλονοὺς ν' ἀποκηρύξη ὀμπρός τους, ποὺ σφάζουν κι ὅλο σφάζουνε τὰ βοδοπρόβατά του. Κατόπι στὴν ἀμμουδερὴ τὴν Πύλο καὶ στὴ Σπάρτη τὸν παίρνω, κι ἴσως τοῦ γονιοῦ τὸ γυρισμὸ ἐκεῖ μάθη, κι ἔτσι μᾶς βγάλη κι ὄνομα λαμπρὸ μὲς στοὺς ἀνθρώπους.” {{r|95}} Εἶπε, καὶ σάνταλα ἔδεσε στὰ πόδια της πανώρια, ἀχάλαστα κι ὁλόχρυσα, ποὺ πεταχτὰ τὴ φέρνουν ἀπὸ στεριὲς καὶ θάλασσες σὰ φύσημα τοῦ ἀνέμου· πῆρε κοντάρι δυνατὸ μὲ μύτη ἀκονισμένη, βαρύ, μεγάλο καὶ στεριό· μὲ δαῦτο ἡρώους ἄντρες {{r|100}} σωροὺς δαμάζει ἂν ὀργιστῆ τοῦ φριχτοῦ Δία ἡ κόρη. Ἀπὸ του Ὀλὐμπου χύμιξε τὰ κορφοβούνια τότες στὸ Θιάκι, κι ὀμπρὸς στάθηκε στὶς θύρες του Ὀδυσσέα, πὰς στὸ κατώφλι τῆς αὐλῆς, κρατώντας στὴν παλάμη τὸ χάλκινο κοντάρι της, καὶ μοιάζοντας μὲ ξένο, {{r|105}} τὸ Μέντορα τὸ βασιλιὰ τῆς Τάφος. Ἐκεῖ βρῆκε καὶ τοὺς μνηστῆρες τοὺς τρανούς· γλεντίζανε μὲ σκάκι ὀμπρὸς στὶς θύρες σὲ προβιὲς βοδιῶνε καθισμένοι, ποὺ ἴδιοι τους τὰ σφάξανε· κι ὁλόγυρά τους πλῆθος παραστεκόνταν κήρυκες καὶ πρόθυμα κοπέλια, ποὺ ἄλλοι μὲ τὸ κρασὶ νερὸ μὲς στὰ κροντήρια σμίγαν, {{r|110}} ἄλλοι τραπέζια πλένανε μὲ τρυπητὰ σφουγγάρια, καὶ στρώνανέ τα· κι ἄλλοι τους τὰ κρέατα μοιράζαν. Κι ὁ θεόμορφος Τηλέμαχος τὴν εἶδε πρῶτος πρῶτος. Στὸ πλάγι τους καθότανε μὲ σπλάχνα ταραγμένα καὶ μὲς στὸ νοῦ του λόγιαζε τὸν ξέλαμπρο γονιό του, {{r|115}} ἂν θά 'ρχουνταν ποτὲ μαθὲς νὰ τοὺς σκορπίση ἐτούτους ἀπὸ τοὺς πύργους, κι ἴδιος του νὰ βασιλεύη πάλε μὲ τὰ δικά του τὰ καλὰ. Αὐτά 'χοντας στὸ νοῦ του σιμὰ στοὺς ἄλλους, μάτιασε τὴν Ἀθηνᾶ, καὶ πῆγε ἴσια στὰ ξώθυρα, ἐπειδὴς ντρεπότανε ν' ἀφήση ξένο νὰ πολυστέκεται στὴ θύρα· ὀμπρός του 'στάθη, {{r|120}} πιάνει τὸ χέρι τὸ δεξὶ, τοῦ παίρνει τὸ κοντάρι τὸ χάλκινο, καὶ τοῦ λαλεῖ μὲ φτερωμένα λόγια· “Καλῶς τὸν ξένο· ἐσὺ ἀπ' ἐμᾶς θὰ φιλευτῆς, καὶ κάλλιο πρῶτα στὸ δεῖπνο, κι ὕστερα μᾶς κρένεις ὅ,τι ὁρίζεις.” Εἶπε, καὶ πῆγε αὐτὸς ὀμπρός, κι ἡ Ἀθηνᾶ ἀκλουθοῦσε. {{r|125}} Καὶ μέσα στ' ἁψηλόχτιστο παλάτι σάνε μπῆκαν, παίρνει καὶ στήνει σὲ μακριὰ κολώνα τὸ κοντάρι, σ' ἀρματοθήκη σκαλιστὴ, ποὺ κι ἄλλα ἐκεῖ κοντάρια πολλὰ τοῦ καρτερόψυχου τοῦ Ὀδυσσέα στεκόνταν. Σ' ἕνα θρονὶ τὴν κάθισε πὰς σ' ἁπλωμένο τούλι, {{r|130}} θρονὶ πανώριο, πλουμιστό, κι ἀκουμποπόδι ὀμπρός της. Πῆρε κι αὐτὸς σκαμνὶ λαμπρό, μακριὰ ἀπὸ τοὺς μνηστῆρες, νὰ μὴν τόνε πειράζη ὁ ἀχὸς τὸν ξένο, καὶ δὲ νιώση γλύκα φαγιοῦ καθίζοντας μὲ ἀγέρωχους ἀνθρώπους, καὶ γιὰ νὰ μάθη ἂν ἤξερε μαντάτα τοῦ γονιοῦ του. {{r|135}} Καὶ μπρίκι γιὰ τὸ νίψιμο τοὺς φέρνει τότε ἡ βάγια, ὤριο, χρυσό, καὶ χύνει τους στὴν ἀργυρὴ λεγένη γιὰ νὰ πλυθοῦν, καὶ στρώνει τους τὸ γυαλιστὸ τραπέζι. Σεμνὴ κελάρισσα ἔφερε ψωμὶ καὶ παραθέτει, κι ἀπὸ τὰ καλοφάγια της τοὺς ἔβαλε περίσσια· {{r|140}} μὲς στὰ πινάκια ὁ μοιραστὴς τὰ κρέατ' ἀραδιάζει, καὶ θέτει χρυσοπότηρα ὀμπροστά τους· κάθε λίγο περνοῦσε ὁ κήρυκας κοντὰ καὶ τοὺς κρασοκερνοῦσε. Μπήκανε μέσα κι οἱ τρανοὶ μνηστῆρες, καὶ καθίσαν ἀράδα σ' ἕδρες καὶ σκαμνιὰ, καὶ χύναν καὶ σ' ἐτούτων {{r|145}} τὰ χέρια οἱ κήρυκες νερό, καὶ σὲ πανέρια μέσα οἱ παρακόρες σώρευαν ψωμί, καὶ παλληκάρια μὲ τὸ πιοτὸ στεφάνωναν τοῦ καθενὸς κροντήρι. Κι αὐτοὶ ἅπλωναν τὰ χέρια τους στὰ φαγητὰ ὀμπροστά τους. Κι ἀπὸ φαγὶ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράθηκε ἡ καρδιά τους, {{r|150}} ἄλλα στὸ νοῦ τους εἴχανε οἱ μνηστῆρες· τὰ τραγούδια καὶ τὸ χορό, χαρίσματα τοῦ τραπεζιοῦ σὰν πού 'ναι· λαμπρὴ κιθάρα ὁ κήρυκας παράδωσε στὰ χέρια τοῦ Φήμιου, ποὺ μὲ τὸ στανιὸ τραγούδαε στοὺς μνηστῆρες, κι ὥριο σκοπὸ τοὺς ἄρχισε τὶς κόρδες της βαρώντας. {{r|155}} Λέει τότες ὁ Τηλέμαχος τῆς γαλανοματούσας θεᾶς, κοντά της σκύβοντας, νὰ μὴν ἀκούσουν οἱ ἄλλοι· “Τάχα θὰ κρίνης ἄπρεπο τὸ τί θὰ πῶ, καλέ μου; Αὐτοὶ στὸ νοῦ τους ἔχουνε κιθάρες καὶ τραγούδια, καὶ τί τοὺς μέλει; ξένο βιὸς ἀπλέρωτα μασᾶνε, {{r|160}} τοῦ ἀντροῦ ποὺ τ' ἄσπρα κόκκαλα μὲς στὶς βροχὲς σαπίζουν πὰς σὲ στεριὲς, ἢ στ' ἁρμυρὸ κυλιοῦνται ἴσως τὸ κῦμα. Μιὰς νὰ τὸν ἔβλεπαν ἐκειὸν νὰ μπαίνη μὲς στὸ Θιάκι, καὶ θὰ παρακαλούσανε νά 'ναι ἀλαφροὶ στὰ πόδια κάλλιο, παρὰ στὶς φορεσὲς καὶ στὰ χρυσάφια πλούσιοι. {{r|165}} Μὰ τώρα ἀδικοχάθηκε, καὶ παργοριὰ δὲ φέρνει ὅποιος μᾶς λέει πὼς ἔρχεται, τὶ γυρισμὸ δὲν ἔχει. Ὡς τόσο, πές μου ἀληθινά, ποιός εἶσαι, κι ἀποποῦθε; ποιοί 'ν' οἱ γονιοί σου, ὁ τόπος σου; μὲ τί καράβι 'φάνης; {{r|170}} οἱ ναῦτες πῶς σὲ φέρανε στὸ Θιάκι; ποιοί παινιένται πὼς εἶναι; τὶ θαρρῶ πεζὸς ἐδῶ δὲ μᾶς ὁρίζεις. Πές μου καὶ τοῦτο ἀληθινὰ νὰ ξέρω· μᾶς πρωτόρθες, ἢ νά 'σαι φίλος πατρικός; τὶ κι ἄλλοι πολλοὶ ξένοι {{r|175}} μᾶς ἦρθαν, ὅπως γύριζε κι ἐκειὸς ἀνάμεσο τους.” Τότες ἡ γαλανόματη θεὰ τοῦ ἀπολογιέται· “Ὅσα ρωτᾶς θὰ σοῦ τὰ πῶ κι ἐγὼ μ' ἀληθοσύνη. Τοῦ ἄξιου τοῦ Ἀχίαλου παινιέμαι γιὸς πὼς εἶμαι, ὁ Μέντης, {{r|180}} τῶν θαλασσινῶν τῆς Τάφος βασιλέας· μὲ πλοῖο μου στὰ μέρη αὐτὰ καὶ μὲ συντρόφους ἦρθα τὰ πέλαγ' ἀρμενίζοντας πρὸς τοὺς ξενογλωσσῖτες τῆς Τέμεσης, μὲ σίδερο, χαλκὸ ἀπ' αὐτοὺς νὰ πάρω. Τὸ πλοῖο μένει σὲ ξοχή, παράοξω ἀπὸ τὴν πόλη, {{r|185}} κάτω ἀπ' τὸ Νεῖο τὸ σύδεντρο, στοῦ Ρείθρου τὸ λιμάνι. Ἐμεῖς δὰ φίλοι γονικοὶ λεγόμαστε ἀπαρχῆθες ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου· πήγαινε καὶ ρώτηξε τὸ γέρο ἥρωα Λαέρτη· λένε αὐτὸς πιὰ δὲν πατάει στὴν πόλη, παρὰ μακριὰ στὴν ἐξοχὴ μονάχος τυραννιέται, {{r|190}} καὶ γέρικη σπιτοκυρὰ θροφὴ τοῦ παραθέτει, ἡ κούραση τὰ σκέλια του σὰν πιάση, ποὺ μὲ κόπο τὰ σέρνει στὸν ἀνήφορο τοῦ ἀμπελοχώραφού του. Ἦρθα, ἐπειδὴς καὶ λέχθηκε πὼς στὴν πατρίδα του ἦταν ὁ κύρης σου· ὅμως οἱ θεοὶ τοῦ κόβουνε τὸ δρόμο. {{r|195}} Τὶ δὲν ἀπέθανε στὴ γῆς ὁ μέγας ὁ Ὀδυσσέας, μόν' κάπου ἀκόμα ζωντανὸς στὰ πέλαγα κρατιέται, σὲ κυματόζωστο νησί, που ἄντρες κακοὶ τὸν ἔχουν, ἄγριοι, καὶ μὲ τὸ ζόρι αὐτοὶ τόνε βαστᾶνε πίσω. Ὅμως σοῦ προμαντεύω ἐγώ, καθὼς στὸ νοῦ μου μέσα {{r|200}} τὸ βάλαν οἱ ἀθάνατοι, κι ὅπως θὰ βγῆ πιστεύω, ἂν κι οὔτε μάντης εἶμαι ἐγώ, κι οὔτες ἀπ' ὄρνια νιώθω, νά 'ρθη πιὰ ἐκεῖνος στὴ γλυκειὰ πατρίδα δὲ θ' ἀργήση, μὰ καὶ μὲ σίδερα ἂ δεθῆ· τρόπο θὰ βρῆ νὰ φύγη, γιατ' εἶναι πολυσόφιστος. Μὰ πές μου τώρα, γειά σου, {{r|205}} καὶ ξήγησέ μου ξάστερα, παιδί του ἂν εἶσαι ἀλήθεια, τοῦ Ὀδυσσέα, τοσοδὰ μεγάλο παλληκάρι. Παράξενα στήν κεφαλὴ καὶ στὰ λαμπρὰ τὰ μάτια τοῦ μοιάζεις· τὶ πολὺ συχνὰ σμιγόμασταν οἱ δυό μας, πρὶν ἀνεβῆ στὴν Τροία ἐκειός, ποὺ κι ἄλλοι Ἀργῖτες τότες {{r|210}} ἀπὸ τοὺς πρώτους κίνησαν μὲ κουφωτὰ καράβια· ἕνας τὸν ἄλλονα πιὰ ἐμεῖς δὲν εἴδαμε ἀπὸ τότες.” Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε· “Ξένε, θὰ σοῦ μιλήσω ἐγὼ μὲ περισσὴν ἀλήθεια. Ἐκείνου τέκνο ἡ μάνα μου μὲ λέει· ἐγὼ τί ξέρω; {{r|215}} ποιὸς τὸ δικό του τὸ γονιὸ μπορεῖ νὰ πῆ πὼς ξέρει; Μακάρι νά 'μουνα παιδὶ καλότυχου πατέρα, ποὺ τοῦ 'ρχουνται τὰ γερατειὰ στὸ σπιτικό του μέσα. Μὰ ἐμένα ὁ πιὸ κακότυχος στὸν κόσμο στάθη ἐκεῖνος ποὺ λὲν πὼς εἶμαι τέκνο του, σὰν ποὺ ρωτοῦσες τώρα.”  {{r|220}} Κι ἡ γαλανόματη θεὰ γυρίζει καὶ τοῦ κρένει· “Δὲν ὅρισαν ἀγνώριστη νὰ μείνη ἡ γενεά σου οἱ θεοί, ἀφοῦ σὲ γέννησε λεβέντη ἡ Πηνελόπη. Μὰ πές μου τώρα ξάστερα, καὶ ξήγα μου κι ἐτοῦτο· σὰν τί τραπέζια νά 'ναι αὐτά; τί κόσμος; ποιά ἡ ἀνάγκη; {{r|225}} τάχατες γάμος ἢ γιορτὴ; Βέβαια αὐτὰ δὲν εἶναι συντροφικά. Μὲ πόση δὲς ἀδιαντροπιὰ καὶ θάρρος δῶ μέσα τρωγοπίνουνε. Θ' ἀγαναχτοῦσε ἀνίσως ἐρχόταν ἄντρας γνωστικὸς κι ἄπρεπα τέτοια θώρειε.” Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε· {{r|230}} “Μιὰς καὶ ρωτᾶς μου, ὦ ξένε, αὐτἀ, καὶ θὲς νὰ τὰ κατέχης, πλούσιο καὶ τιμημένο αὐτὸ τὸ σπίτι πρέπει νά 'ταν, ἐκεῖνος ὅσο μέσα ἐδῶ καθότανε· ὅμως τώρα, ἀλλιώτικα οἱ κακόγνωμοι θεοὶ τὸ βουληθῆκαν, ποὺ ἀνείδωτο τὸν ἔκαμαν ὅσο κανέναν ἄλλον· {{r|235}} καὶ μήτε κὰν τὸ τέλος του δὲ θὰ θρηνοῦσα, ἀνίσως στὸ πλάγι τῶν συντρόφων του χανότανε στὴν Τροία, γιά ἀπὸ τὸν πόλεμο ὕστερα, σὲ ἀγαπητὲς ἀγκάλες. Καὶ τότες οἱ Παναχαιοὶ θὰ τοῦ 'στηναν μνημούρι, κι ὄνομα θά 'βγαζε λαμπρὸ ν' ἀφήση τοῦ παιδιοῦ του. {{r|240}} Μὰ τώρα οἱ Ἅρπυιες ἄδοξα τὸν ἔχουν ἁρπαγμένο· ἀνάφαντος κι ἀνάκουστος μοῦ γίνη, καὶ μ' ἀφῆκε λύπες καὶ δάκρυα· μήτ' αὐτὸ μονάχα δὲ μὲ δέρνει, ἐπειδὴς κι ἄλλα μοῦ 'φεραν οἱ Ὀλυμπῆσοι πάθια. Γιατὶ ὅσοι γύρω στὰ νησιὰ πρωτοστατοῦν ἀρχόντοι, {{r|245}} Δουλίχι, Σάμη, Ζάκυθο μὲ τὰ δασιὰ τὰ δέντρα, κι ὅσοι στὸ βραχορίζωτο τὸ Θιάκι ἐδῶ ἀρχοντεύουν, ὅλοι ζητοῦν τὴ μάνα μου καὶ μοῦ χαλνᾶν τὸ βιός μου. Κι ἐκείνη μήτε ἀρνιέται τους γάμο φριχτὸ, καὶ μήτε τέλος νὰ δώση δύνεται· καὶ δός του αὐτοὶ τὸ σπίτι {{r|250}} μοῦ καταλοῦνε· γλήγορα καὶ μένα θὰ μὲ φᾶνε.” Τότε ἡ Παλλάδα ἡ Ἀθηνᾶ τοῦ λέει χολοσκασμένα· “Ἀλλοίς, καὶ πόσο χρειάζεσαι τὸν Ὀδυσσέα κοντά σου, ἐτούτους τοὺς ξεδιάντροπους μνηστῆρες νὰ βαρέση. Νὰ ἐρχόταν τώρα νὰ σταθῆ στοῦ παλατιοῦ τὶς πόρτες, {{r|255}} μὲ ἀσπίδα, μὲ περίκρανο καὶ μὲ τὰ δυὸ κοντάρια, τέτοιος στήν ὄψη σὰν ποὺ ἐγὼ τὸν εἶδα πρῶτα πρῶτα σὰν ἔπινε καὶ γλέντιζε στὸ σπιτικὸ μας μέσα, ἀπὸ τὸ γιὸ τοῦ Μέρμερου γυρίζοντας, τὸν Ἴλο, τῆς Φύρας, πού μὲ πλοῖο γοργὸ ξεκίνησε, βοτάνι {{r|260}} ζητώντας του θανατερό, ν' ἀλείψη τὶς χαλκένιες σαΐτες του· δὲν τοῦ 'δωσε, τὴ μάνητα φοβώντας ἐκεῖνος τῶν ἀθάνατων· ὁ γέρος μου ὅμως τότες τοῦ τό 'δωσε, ἀγαπώντας τον περίσσια· τέτοιος νά 'ρθη καὶ ν' ἀνταμώση ἐτουτουνοὺς ὁ Ὀδυσσέας, καὶ θά 'ναι {{r|265}} ὅλων τὸ τέλος ξαφνικό, κι ὁ γάμος τους φαρμάκι. Ὡς τόσο ἐτοῦτα ἂς μείνουνε στὰ χέρια τῶν θεῶνε, κἂν θὰ γυρίση πάλε ἐδῶ νὰ γδικιωθῆ, κἂν ὄχι· ἐσένα τώρα θέλω σε νὰ στοχαστῆς καὶ νά 'βρης τὸ πῶς ἀπὸ τὸν πύργο αὐτὸ θὰ διώξης τοὺς μνηστῆρες. {{r|270}} Ἄκου λοιπόν, καὶ πρόσεξε τὰ λόγια ποὺ σοῦ κρένω. Συγκάλεσέ τους τὸ ταχὺ τοὺς Ἀχαιοὺς ἡρώους, καὶ σ' ὅλους πὲς τὴ γνώμη σου μὲ τοὺς θεοὺς μαρτύρους. Πρόσταξε τότες σπίτια τους νὰ φύγουν οἱ μνηστῆρες, κι ἂν ἡ καρδιὰ τῆς μάνας σου γάμο γυρεύη, ἂς σύρη {{r|275}} στ' ἀρχοντικὸ τοῦ κύρη της, πού 'ναι τρανὸς ἀφέντης, καὶ γάμο αὐτοὶ θὰ κάμουνε, καὶ δῶρα θὰ τοιμάσουν πολλὰ, καθὼς ταιριάζουνε σ' ἀγαπημένη κόρη. Κι ἐσένα γνώμη φρόνιμη σοῦ δίνω, ἂν θὲς ν' ἀκούσης· καράβι μὲ εἴκοσι κουπιά, καλό, σὰν πάρης, ἔβγα {{r|280}} νὰ μάθης γιὰ τὸν κύρη σου τὸν πολυπλανημένο· ἢ κάποιος θὰ σοῦ πῆ θνητός, ἢ τὴ φωνὴ θ' ἀκούσης ποὺ στέλνει ὁ Δίας, καὶ στὴ γῆς συχνὰ σκορπάει τὶς φῆμες. Πρῶτα στὴν Πύλο, καὶ ρωτᾶς τὸ Νέστορα τὸ μέγα· σύρε κατόπι στὸν ξανθὸ τῆς Σπάρτης τὸ Μενέλα, {{r|285}} τὸν πιὸ στερνὸ χαλκοάρματο Ἀχαιὸ ποὺ γύρσε πίσω. Κι ἂ μάθης πὼς ὁ κύρης σου καὶ ζῆ καὶ θὰ γυρίση, ἀπάντεξε, ὅσο κι ἂν πονῆς, ὡς ἕνα χρόνο ἀκόμα· ἂν πάλε πὼς ἀπέθανε καὶ πὼς σοῦ χάθη ἀκούσης, γυρίζεις πίσω στὰ γλυκὰ λημέρια τῆς πατρίδας, {{r|290}} τοῦ στήνεις μνῆμα, νεκρικὰ πολλὰ τοῦ θέτεις δῶρα, ὅσα τοῦ πρέπουν, κι ὕστερα παντρεύεις καὶ τή μάνα. Καὶ σὰν τὰ πράξης ὅλ' αὐτὰ καὶ τὰ καλοτελειώσης, μὲς στὸ μυαλό σου γύρισε καὶ μέσα στήν ψυχή σου, τὸ πῶς σ' αὐτοὺς τούς πύργους σου θὰ λυώσης τοὺς μνηστῆρες {{r|295}} εἴτε μὲ δόλο, ἢ φανερά· τὶ πιὰ δὲν σοῦ ταιριάζει μωρὸ παιδὶ νὰ φαίνεσαι, μικρὸς ἀφοῦ δὲν εἶσαι. Ἢ τάχα δὲν ἀκοῦς κι ἐσὺ πὼς ὁ λαμπρὸς ὁ Ὀρέστης δοξάστηκε σ' ὅλη τὴ γῆς σὰ σκότωσε τὸν πλάνο τὸν Αἴγιστο, ποὺ χάλασε τὸν ξακουστὸ γονιό του; {{r|300}} Ἔτσι κι ἐσύ, πού βλέπω σε τόσο ὤριο καὶ μεγάλο, γίνου ἄντρας, φίλε, νὰ σὲ ὑμνοῦν κατόπι οἱ ἀπογόνοι. Καὶ τώρα ἐγὼ πρὸς τὸ γοργὸ καράβι κατεβαίνω, τὶ στενοχώρια θά 'πιασε μεγάλη τοὺς συντρόφους· ἐσὺ μονάχος φρόντιζε καὶ νοιάσου τὰ ὅσα σοῦ εἶπα.” {{r|305}} Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τῆς κρένει· “Ξένε μου, ἀλήθεια, σύμπονα μοῦ συντυχαίνεις λόγια, καθὼς γονιὸς σὲ τέκνο του, κι ἀξέχαστα θὰ τά 'χω. Μὰ κάλλιο μεῖνε τώρα ἐδῶ, κι ἂς εἶσαι γιὰ ταξίδι, ἔλα καὶ λούσου νὰ φραθῆ ἡ καρδιά σου, καὶ κατόπι {{r|310}} κινᾶς πρὸς τὸ καράβι σου χαρούμενος, μὲ δῶρο πλούσιο, λαμπρό, ἀπὲ λόγου μου νὰ τό 'χης θυμητάρι σὰν ὅσα φίλοι ἀγαπητοὶ χαρίζουνε σὲ φίλους.” Κι ἡ γαλανόματη θεὰ τοῦ ἀπολογιέται τότες· “Μὴ μὲ κρατᾶς πιὰ τώρα ἐδῶ, τὶ βιάζουμαι νὰ σύρω. {{r|315}} Κι ὅσο γιὰ δῶρο, ὅποιο ζητάει νὰ δώσης μου ἡ καρδιά σου, στὸ γυρισμό μου δίνεις το, στὸ σπίτι νὰ τὸ πάρω, πανώριο δῶρο, πού νὰ λὲς κι ἀνταμοιβή τοῦ ἀξίζει.” Σὰν εἶπε αὐτὰ ξεκίνησε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα, κι ἔγιν' ἀϊτὸς καὶ πέταξε· μὲς στὴν καρδιά του ὡς τόσο {{r|320}} ἀφῆκε θαρρεσιὰ κι ἀντρειά, καὶ τοῦ γονιοῦ του ἡ μνήμη πιὸ ζωντανὴ ξανάρχουνταν· ξιππάστηκε ἡ ψυχή του, καὶ θάμασε, γιατὶ θεὸς κατάλαβε πὼς ἦταν. Καὶ τότες μ' ὄψη ἰσόθεη ζυγώνει τοὺς μνηστῆρες, ποὺ τοὺς τραγούδαε ὁ ξακουστὸς τραγουδιστής, κι ἐκεῖνοι καθόντανε χωρὶς μιλιὰ {{r|325}} κι ἀκοῦγαν· τὸ τραγούδι τούς ἔλεγε τῶν Ἀχαιῶν τὸ γυρισμὸ τὸ μαῦρο ποὺ ἡ Παλλάδα ἡ Ἀθηνᾶ τοὺς πρόσταξε στὴν Τροία. Κι ἀπὸ τ' ἀνώγια ἀκούγοντας τὸ θεῖο αὐτὸ τραγούδι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου ἡ θυγατέρα, κατέβηκε τὶς ἁψηλὲς τοῦ παλατιοῦ τὶς σκάλες, {{r|330}} μόνη της ὄχι· ἀντάμα της δυὸ βάγιες κατεβῆκαν. Κι ἡ ζουλεμένη ἀρχόντισσα σὰν πῆγε στοὺς μνηστῆρες, πλάγι τοῦ στύλου στάθηκε τῆς δουλευτῆς τῆς στέγης σηκώνοντας στὴν ὄψη της τὸ λιόλαμπρο φακιόλι, μὲ τὶς παραστεκάμενες ἀπο τὰ δυὸ πλευρά της, {{r|335}} καὶ κρένει τοῦ τραγουδιστῆ μὲ μάτια δακρυσμένα· “Φήμιε, ποὺ κι ἄλλα γνώριζες μαγευτικὰ τραγούδια, μ' ὅσα θνητοὺς κι ἀθάνατους δοξάζετε ἐσεῖς πάντα, ἕν' ἀπ' αὐτὰ τραγούδα τους σιμά τους καθισμένος, κι αὐτοὶ ἂς σωποῦν κι ἂς πίνουνε· πάψ' τὸ τραγούδι ἐτοῦτο, {{r|340}} τὸ θλιβερό, ποὺ τὴν καρδιὰ μοῦ σκίζει μὲς στὰ στήθια, γιατὶ σὰν ἄλληνα καμιὰ βαρὺς καημὸς μὲ δέρνει, κι ὁλημερὶς ἀνιστορῶ καὶ λαχταρῶ τὸν ἄντρα, ποὺ στὴν Ἐλλάδα ἡ δόξα του καὶ στ' Ἄργος ὅλο ἁπλώθη.” Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τῆς κάνει· {{r|345}} “Δὲν τὸν ἀφήνεις τὸ γλυκὸ τραγουδιστή, μανούλα, νὰ φέρνη γλέντι καταπὼς τ' ἀποθυμάει ὁ νοῦς του; Δὲ φταίγει σου ὁ τραγουδιστής, ὁ Δίας εἶν' ἡ αἰτία, ποὺ κάθε σιταρόθρεφτου θνητοῦ ὅπως θέλει δίνει, Δὲν ἔχει κρῖμα ἂν τραγουδάη αὐτὸς τὴ μαύρη μοῖρα {{r|350}} τῶ Δαναῶνε· πάντα θὲν οἱ ἀνθρῶποι τὸ τραγούδι ποὺ πιὸ καινούργιο τοὺς σφαντάει σὰν κάθουνται κι ἀκοῦνε. Κάνε καρδιὰ κι ἁπομονὴ ν' ἀκοῦς, γιατὶ μονάχος δὲν ἔχασε τοῦ γυρισμοῦ τὴ γλύκα ὁ Ὀδυσσέας, μόν' κι ἄλλα χάθηκαν πολλὰ στὴν Τροία παλληκάρια. {{r|355}} Ἔμπα, καὶ κοίτα σπίτι σου καὶ τὸ νοικοκυριό σου, τὴν ἀληκάτη, τ' ἀργαλειό, καὶ πρόσταζε τὶς δοῦλες νὰ σοῦ δουλεύουν· κι ἄφηνε τὰ λόγια αὐτὰ στοὺς ἄντρες, μάλιστα ἐμένα, πού 'μαι δὰ καὶ τοῦ σπιτιοῦ ὁ ἀφέντης.” Θάμασ' αὐτή, καὶ γύρισε στὸ σπίτι, γιατὶ μπῆκαν {{r|360}} ὡς τὴν καρδιά της τοῦ παιδιοῦ τὰ γνωστικὰ τὰ λόγια. Κι ἀνέβηκε στ' ἀνώγια της, κι ἀντάμα μὲ τὶς βάγιες τὸν ἀκριβό της Ὀδυσσέα θρηνοῦσε, ὡσότου ὕπνο ἡ Ἀθηνᾶ τῆς στάλαξε γλυκὸ στὰ ματοκλάδια. Ὡς τόσο στὰ βαθιόσκιωτα παλάτια μέσα οἱ ἄλλοι {{r|365}} ὀχλαλοὴ σηκώνανε, κι εὐκότανε ὁ καθένας μὲς στὸ κρεβάτι ν' ἀξιωθῆ σιμά της νὰ πλαγιάση. Σ' αὐτοὺς ἀρχίζει ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος καὶ κρένει· “Ἀκοῦστε, ὦ παραδιάντροποι τῆς μάνας μου μνηστῆρες· τώρα ἐμεῖς γλέντι ἂς κάμουμε, κι ἂς λείψη τ' ἀχολόγι, τὶ ἀξίζει ἀλήθεια τέτοιονα τραγουδιστὴ ν' ἀκοῦμε, {{r|370}} σὰν πού 'ναι αὐτὸς ποὺ μὲ θεοῦ λὲς κι ἡ φωνή του μοιάζει· μὰ τὴν αὐγὴ σὲ συντυχιὰ καθίζουμε ὅλοι ἀντάμα, νὰ σᾶς κηρύξω φανερὰ ν' ἀφῆστε μου τὸν πύργο, ἄλλα τραπέζια νά 'βρετε, δικό σας βιὸς νὰ τρῶτε, ὁ ἕνας σπίτι τ' ἀλλονοῦ. Κι ἂν πάλε ἐσεῖς θαρρῆτε {{r|375}} πὼς εἶναι δίκιο κι εὔλογο νὰ καταλυοῦνται πλούτια ἑνὸς ἀνθρωπου ἀπλέρωτα, σκορπᾶτε τα· ἐγὼ τότες καλῶ βοήθεια τοὺς θεοὺς, ἴσως κι ὁ Δίας φέρη τὸ γδικιωμὸ ποὺ ἀξίζει σας, κι ἔτσι κι ἐσεῖς κατόπι πεδῶθε δίχως πλερωμὴ μιὰ καὶ καλὴ χαθῆτε.”  {{r|380}} Αὐτὰ τοὺς εἶπε, κι ὅλοι τους, δαγκάνοντας τὰ χείλη} θαμάζαν τοῦ Τηλέμαχου τὰ θαρρετὰ τὰ λόγια. Κι ὁ Ἀντίνος τοῦ Εὐπείθη ὁ γιὸς τοῦ μίλησε καὶ τοῦ 'πε· “Ἐσένα θεοί, Τηλέμαχε, νὰ σὲ διδάχνουν πρέπει μεγάλα λόγια νὰ μιλᾶς, καὶ θαρρετὰ νὰ κρένης· {{r|385}} μὴ σώση καὶ σὲ κάμη ὁ γιὸς τοῦ Κρόνου βασιλέα στὸ Θιαάκι τὸ γυρόλουστο, σὰν πού 'ναι πατρικό σου.” Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κάνει· “Τάχα θὰ σοῦ φανῆ βαρὺ τὸ θὰ σου πῶ, ὦ Ἀντίνε; Κι ἐτοῦτο θὰ τὸ δέχουμουν ἂν τό 'δινέ μου ὁ Δίας. {{r|390}} Ἢ λὲς δὲ γίνεται κακὸ τρανότερο στὸ κόσμο; Ὄχι, δὲν τό 'χω γιὰ ἀχαμνὸ νά 'ναι κανένας ρήγας· πλούσιο τὸ σπίτι του ἄξαφνα, δοξάζεται κι ἀτός του. Μὰ κι ἄλλοι βρίσκουνται Ἀχαιοὶ στὸ Θιάκι βασιλιάδες, νέοι καὶ γέροι ἀρίθμητοι, κι ἕνας τους θά 'χη ἐτούτη {{r|395}} τὴ δόξα, μιὰς κι ἀπέθανε ὁ θεῖος ὁ Ὀδυσσέας· ὅμως ἐγὼ θὰ ὁρίζω αὐτὸ τὸ σπίτι καὶ τοὺς δούλους, ποὺ γιὰ τὰ μένα ἀπόχτησε μὲ τ' ἄρματά του ἐκεῖνος.” Καὶ τοῦ Πολύβου ὁ Εὐρύμαχος γυρνάει κι ἀπολογιέται· “Αὐτά, Τηλέμαχε, στῶν θεῶν ἂς μείνουνε τὰ χέρια, {{r|400}} τὸ ποιὸς στὸ θαλασσόλουστο θὰ βασιλέψη Θιάκι· μακάρι ἐσὺ νὰ κυβερνᾶς καὶ χτήματα καὶ σπίτι, καὶ νὰ μήν ἔρθη ἐδῶ ψυχὴ καὶ θὲς δὲ θὲς σοῦ ἁρπάξη τὰ χτήματα, ὅσο τὸ νησὶ τὸ κατοικοῦν ἀνθρῶποι. Μὰ τώρα θέλω νὰ μοῦ πῆς, καλὲ μου, γιὰ τὸν ξένο, {{r|405}} ποποῦθε νά 'ναι ἐλόγου του; ποιά χώρα λέει δική του; ποιά νά 'ναι ἡ φύτρα του μαθές, τὸ πατρικό του χῶμα; μπὰς καὶ μαντάτα σοῦ 'φερε πὼς ἔρχεται ὁ γονιός σου; ἢ νά 'ρθε ἐδῶ γυρεύοντας δικές του τάχα ἀνάγκες; Φάνηκε μόλις, κι ἔφυγε δὲν ἔμεινε δὰ κιόλας {{r|410}} νὰ γνωριστῇ· καὶ πρόστυχος δὲν ἔμοιαζε στὴν ὄψη.” Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κρένει· “Ὁ κύρης μου πιὰ γυρισμό, ὦ Εὐρύμαχε, δὲν ἔχει· μήτε μαντάτα ἀκούγω ἐγώ, σὰ φτάνουν ἀπὸ κάπου, μήτε μαντεῖες πιὰ ψηφῶ σὰν προσκαλέση ἡ μάνα {{r|415}} μάντη στὸ σπίτι καὶ ρωτάη. Ὁ ξένος πού εἶδες εἶναι φίλος δικός μου πατρικὸς ἀπὸ τήν Τάφο, ὁ Μέντης· τοῦ φρόνιμου τοῦ Ἀχίαλου παινιέται γιὸς πὼς εἶναι, καὶ βασιλιὰς τῶν Ταφιτῶν, πού τὸ κουπὶ ἀγαπᾶνε.” Αύτὰ εἶπε, κι ὅμως τὴ θεὰ στὸ νοῦ τὴν εἶχε πάντα, {{r|420}} Ἐκεῖνοι ὡς τόσο στὸ χορὸ καὶ στὸ γλυκὸ τραγούδι τὸ γύρισαν, καὶ γλέντιζαν ὡς ποὺ νὰ ρθῆ τὸ βράδυ. Καὶ καθὼς γλέντιζαν, τ' ἀχνὸ κατέβηκε τὸ βράδυ· καθένας τότες σπίτι του τραβοῦσε νὰ πλαγιάση, καὶ πῆγε κι ὁ Τηλέμαχος στὸν ἁψηλοχτισμένο {{r|425}} τὸ θάλαμο ποὺ σφάνταζε μὲς στὴν αὐλὴ τὴν ὥρια, νὰ μπῆ στὴν κλίνη του, πολλὰ στὸ νοῦ του μελετώντας. Ἡ Εὐρύκλεια τότες τοῦ 'φερε τὰ φώσια τ' ἀναμμένα, τοῦ Ὤπα ἡ κόρη ἡ μπιστευτή, τοῦ γιοῦ τοῦ Πεισηνόρη, π' ὁ Λαέρτης ἄλλοτες μικρὴ τὴν πῆρε κοπελούδα {{r|430}} μὲ εἴκοσι βόδια πλερωμή, καὶ μέσα στὸ παλάτι τὸ ἴδιο μὲ τήν ἄξια του γυναίκα τὴν τιμοῦσε, μὰ ἀντάμα της δὲν πλάγιαζε, νὰ μὴ χολιάση ἐκείνη· αὐτὴ τὰ φώσια ἀνέβασε, ποὺ ἀπὸ τὶς ἄλλες δοῦλες τὸν εἶχε ἀγάπη ξέχωρη, κι ἀπὸ μωρὸ τὸν κοίτα. {{r|435}} Ἄνοιξε αὐτὸς τὸ θάλαμο τὸν τεχνικὰ φτιασμένο, στὴν κλίνη κάθισε, ἔβγαλε τὸ μαλακὸ χιτώνα, τὸν ἔθεσε στῆς φρόνιμης γερόντισσας τὰ χέρια, κι αὐτὴ σὰν τόνε δίπλωσε καλά, σὲ ξυλοκάρφι τὸν κρέμασε, παράδιπλα στὸ τορνευτὸ κλινάρι, {{r|440}} κι ἢβγε, τῆς θύρας σέρνοντας τὴν ἀργυρὴ κρικέλα, ἀπέξωθε μὲ τὸ λουρὶ τὸ σύρτη της τραβώντας. Κι αὐτὸς μὲ ἀνθὸ τοῦ προβατιοῦ γιὰ σκέπασμα ὅλη νύχτα τὸ δρόμο συλλογιότανε ποὺ ἡ Ἀθηνᾶ τοῦ ξήγα. </poem> o9noloi2yf9msh9kvcdi2ahdgvtysr8 Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/β 0 15735 166702 93713 2026-06-25T08:56:48Z Sarri.greek 10495 anchor κάθε 5 στίχους με {{r|5}} // Κύριε Νίκο [[User:Nikos1nikos1|Nikos1nikos1]], μήπως να το βάζατε αυτό από ω προς τα πίσω, μήπως συναντηθούμε? Αν έχετε ώρα. 166702 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία β | επόμενο = [[../γ|Ραψωδία γ]] | προηγούμενο= [[../α|Ραψωδία α]] | σημειώσεις = }} <poem>   Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, καὶ τοῦ Ὀδυσσέα ὁ ἀκριβογιὸς σηκώθη ἀπὸ τὸ στρῶμα, ντύθηκε, ζώνει τὸ σπαθὶ τὸ κοφτερὸ στὸν ὦμο, ὥρια ποδένει σάνταλα στὰ πόδια τὰ λαμπρά του, καὶ βγαίνει ἀπὸ τὸ θάλαμο μὲ ἀθάνατο παρόμοιος. {{r|5}} Διαλαλητάδες πρόσταξε καλόφωνους ἀμέσως τοὺς μακρομάλληδες Ἀχαιοὺς σὲ συντυχιὰ νὰ κράξουν. Τοὺς κράξανε, καὶ γλήγορα συνάχτηκαν ἐκεῖνοι. Καὶ σὰ συνάχτηκαν, καὶ μιὰ παρέα ὅλοι γενῆκαν, κινάει ἐκεῖ μὲ χάλκινο κοντάρι στὴν παλάμη, {{r|10}} μονάχος ὄχι· δυὸ σκυλιὰ γοργόποδ' ἀκλουθοῦσαν, κι ἡ Ἀθηνᾶ μὲ θεόλαμπρη τὸν περεχοῦσε χάρη. Τόνε θαμάζανε ὅλοι τους σὰν ἔρχουνταν. Καθίζει στὸ πατρικό του τὸ θρονὶ, κι οἱ γέροι δίνουν τόπο. Τότες ὁ Αἰγύπτιος ὁ ἥρωας ἀρχίνησε τὸ λόγο, {{r|15}} σκυφτὸς ἀπὸ τὰ γερατειά, καὶ μὲ πολλὰ στὸ νοῦ του. Τὶ κι ἐκεινοῦ ὁ ἀκριβογιὸς μὲ τὸ θεϊκὸ Ὀδυσσέα στὸ Ἴλιο τότες μίσεψε μὲ κουφωτὰ καράβια, ὁ Ἄντιφος, κονταριστής, ποὺ ὁ Κύκλωπας ὁ ἄγριος τὸν ἔκοψε, καὶ δεῖπνο του τὸν ἔκαμε στὸ σπήλιο. {{r|20}} Τοῦ 'μειναν τρεῖς· ὁ Εὐρύνομος, μνηστήρας κι αὐτὸς ἕνας, κι οἱ ἄλλοι δυὸ νοιαζόντουσαν τὰ γονικὰ χωράφια· μὰ ἐκειὸν τὸν εἶχε ἀξέχαστο καὶ τὸν πικροθρηνοῦσε. Καὶ δάκρυα τώρα χύνοντας ξαγόρεψέ τοὺς κι εἶπε·      “Ἀκοῦστε με τὸ τί θὰ πῶ, Θιακήσοι. Συντυχιά μας {{r|25}} δὲν ἔγινε, ἢ συνέδριο μας κανένα ἀφότου ὁ μέγας ὁ Ὀδυσσέας μίσεψε μὲ κουφωτὰ καράβια. Ποιός τώρα ἐδῶ μᾶς κάλεσε; ποιός τόσην ἔχει ἀνάγκη; ἀπὸ τοὺς νέους τάχα γιά ἀπ' τοὺς παλιούς μας νά 'ναι; ν' ἄκουσε τάχα στράτεμα πὼς πλάκωσε, καὶ θέλει {{r|30}} σὰν πρῶτος ποὺ τ' ἀπείκασε νὰ μᾶς τὸ φανερώση; ἢ γι ἄλλο τίποτις κοινὸ θὰ βγῆ νὰ μᾶς μιλήση; Καλὸς μοῦ φαίνεται ἄνθρωπος, καὶ βλογημένος νά 'ναι. Νὰ τοῦ χαρίζη ὁ Δίας καλά, ὅσα ζητάει ἡ ψυχή του.”      Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ Τηλέμαχος τά 'χε καλὸ σημάδι. {{r|35}} Καὶ πιὰ δὲν κάθουνταν, παρὰ ποθώντας νὰ μιλήση, στάθη στὴ μέση· τοῦ 'βαλε στὸ χέρι δεκανίκι ὁ κήρυκας Πεισήνορας, μὲ νοῦ καὶ γνῶσες ἄντρας. Καὶ τότες πρῶτα γύρισε κατὰ τὸ γέρο, κι εἶπε·      “Αὐτός, ὦ γέρο, ποὺ ρωτᾶς, θὰ δῆς, μακριὰ δὲν εἶναι· {{r|40}} ἐγὼ τὸν κόσμο κάλεσα, τὶ ἐμένα ἀγγίζει ὁ πόνος. Καὶ μήτε στράτεμα ἄκουσα νὰ πλάκωσε, καὶ θέλω σὰν πρῶτος ποὺ τ' ἀπείκασα νὰ σᾶς τὸ φανερώσω, μήτ' ἄλλο τίποτις κοινὸ δὲ βγαίνω νὰ ξηγήσω, Παρὰ δικό μου πάθημα, ποὺ μοῦ 'πεσε στὸ σπίτι {{r|45}} διπλό· τὸν ἄξιο μου ἔχασα γονιὸ ποὺ κυβερνοῦσε ἐσᾶς ἐδῶ ὅλους μιὰ φορὰ σὰν ἥμερος πατέρας, κι ἄλλο, χειρότερο πολύ, ποὺ πάει νὰ ξολοθρέψη τὸ σπιτικό μου, κι ὅλο μου τὸ βιὸς νὰ τ' ἀφανίση. Μνηστῆρες πλῆθος πέσανε τῆς ἄθελής μου μάνας, {{r|50}} γιοὶ τῶν ἀντρῶν ποὺ βρίσκουνται προυχόντοι μὲς στὸν τόπο, καὶ νὰ φανοῦνε τρέμουνε στοῦ Ἰκάριου τοῦ γονιοῦ της, ποὺ αὐτὸς τὴ θυγατέρα του θὰ προίκιζε, καὶ σ' ὅποιον πιὸ ταιριαστὸς τοῦ φαίνουνταν, τήν ἔδινε γυναίκα. Μόνε σ' ἐμᾶς ὁλοκαιρὶς χαζεύοντας ἐκεῖνοι {{r|55}} καὶ βόδια σφάζοντας κι ἀρνιά, καὶ τὰ παχιὰ τὰ γίδια, τὸ χαίρουνται, καὶ πίνουνε τὸ φλογερὸ κρασί μου, τοῦ κάκου, καὶ τὰ καταλοῦν γιατὶ ἄντρας πιὰ δὲ στέκει σὰν ποὺ ὁ Δυσσέας ἤτανε, τὸ σπίτι νὰ γλυτώση. Κι ἐμεῖς γι' αὐτοὺς δὲ σώνουμε· μὰ ἀλήθεια καὶ κατόπι {{r|60}} θά 'μαστε ἐμπρός τους ἀχαμνοὶ κι ἀνήξεροι ἀπὸ μάχη. Νά 'χα μαζί μου δύναμη, κι ἐγὼ θ' ἀντιστεκόμουν, τὶ ἀβάσταχτά 'ναι ἐτοῦτα πιά· μοῦ ἀφάνισαν τὸ σπίτι καὶ πῆγε· νιῶστε την κι ἐσεῖς αὐτὴ τὴν ἀδικιά τους, ντραπῆτε ἐκείνους τοὺς λαοὺς ποὺ γύρω γειτονεύουν, {{r|65}} καὶ φοβηθῆτε τοὺς θεούς, μὴν ὀργιστοῦν καὶ ρίξουν μιὰ μέρα στὸ κεφάλι σας τὰ μαῦρα αὐτὰ τὰ ἔργα. Προσπέφτω σας, γιὰ τ' ὄνομα τοῦ Δία καὶ τῆς Θέμης, ποὺ τῶν ἀντρῶν τὶς συντυχιὲς αὐτὴ σκορπάει ἢ φέρνει, πάψτε, καλοί μου, ἀφῆστε με μὲς στὸν καημὸ νὰ λυώνω {{r|70}} μοωάχος, ἂν ὁ δοξαστὸς πατέρας μου Ὀδυσσέας στὸυς Ἀχαιοὺς δὲν ἔκαμε κακὸ ἀπὸ ὄχτρητά του, ποὺ τώρα μ' ὄχτρητα κι ἐσεῖς τὸ ξεπλερώνετέ μου, σ' ἐτούτους θάρρος δίνοντας· πιὸ κέρδος γιὰ τὰ μένα ἐσεῖς νὰ καταλούσατε τὸ βιὸς καὶ τὰ καλά μου. {{r|75}} Νά 'σαστε ἐσεῖς, τὸ δίκιο μου θὰ τό 'βρισκα μιὰ μέρα· τὶ μὲς στὴ χώρα θά 'βγαινα, καὶ γκαρδιακὰ μιλώντας τὰ πλούτια μου θὰ γύρευα, ὡς ποὺ ὅλα νὰ δοθοῦνε. Μὰ τώρα πόνο ἀγιάτρευτο μοῦ βάζετε στὰ σπλάχνα.”      Αὐτὰ τοὺς εἶπε μὲ χολή, κι εὐτὺς τὸ δεκανίκι {{r|80}} χάμου πετάει δακρύζοντας· κι ὅλους τοὺς πῆρε ἡ λύπη. Σωποῦσαν, καὶ κανένας τους νὰ βγάλη δὲν κοτοῦσε λόγο σκληρό, κι ἀπάντηση νὰ δώση· μόνο ὁ Ἀντίνος σηκώθηκε ἀπ' τοὺς Ἀχαιούς, κι αὐτὰ τοῦ ἀπολογήθη.      “Μωρὲ λογά, ἀχαλίνωτε Τηλέμαχε, τί λές μας; {{r|85}} μᾶς βρίζεις, κι ἀβανιάσματα νὰ μᾶς κολλήσης θέλεις· μὰ ξέρε το πὼς δὲ σοῦ φταῖν οἱ Ἀχαιοὶ οἱ μνηστῆρες, παρὰ ἡ μανούλα σου τὰ φταίει, ποὺ χίλια ξέρει ὁ νοῦς της. Τρεῖς χρόνοι τώρα πέρασαν, καὶ τέταρτος κοντεύει, ποὺ αὐτὴ γελάει τοὺς Ἀχαιούς. Ἐλπίδες δίνει σ' ὅλους, {{r|90}} καὶ καθενοῦ ξεχωριστὰ ταξίματα τοῦ στέλνει, αὐτὴ ὅμως ἄλλα μελετάει. Καὶ κοίταξε κι ἐτούτη τὴν πονηριὰ ποὺ μπόρεσε νὰ σοφιστῆ καὶ νά 'βρη. Στήνει θεόμακρο πανὶ στὸν πύργο της νὰ φάνη, ψιλόκλωστο κι ἀμέτρητο, καὶ λέει μας· “Παλληκάρια, {{r|95}} μνηστῆρες μου, τώρα ὁ λαμπρὸς που ἀπέθανε Ὀδυσσέας, μὴ βιάζετε τὸ γάμο μου, γιὰ ν' ἀποσώσω πρῶτα τὸ πανικό, νὰ μὴ χαθοῦν τὰ νήματα τοῦ κάκου, ποὺ τό 'χω γιὰ τὸ σάβανο τοῦ ἥρωα τοῦ Λαέρτη, σὰν ἔρθη ὁ κορμοτεντωτὴς ὁ χάρος καὶ τὸν πάρη, {{r|100}} μπὰς καὶ καμιὰ τῶν Ἀχαιῶν κερὰ μὲ ψεγαδιάση, ἂν κοίτεται ἀσαβάνωτος, πού 'ταν καὶ τόσο πλούσιος.” Αὐτὰ εἶπε, κι οἱ λεβέντικες τὰ δέχτηκαν ψυχές μας. Λοιπόν, τὶς μέρες ἔφαινε τὸ θεόμακρο πανί της, τὴ νύχτα ὅμως τὸ ξέφαινε σὰν ἔφερναν τὰ φῶτα. {{r|105}} Τρεῖς χρόνους μᾶς κρυφόπαιζε, κι ἔτσι μᾶς ἔπειθε ὅλους· μὰ οἱ ἐποχὲς σὰ φέρανε τὸν τέταρτο τὸ χρόνο, μιά της γυναίκα πὄξερε, μᾶς τὰ φανέρωσε ὅλα, καὶ πιάσαμέ την τὸ λαμπρὸ πανί της νὰ ξεφαίνη. Καὶ τότες πιὰ μὲ τὸ στανιὸ τὸ τέλειωσε ἀπ' ἀνάγκη· {{r|110}} κι ἐσένα, νὰ τί ἀπάντηση σοῦ δίνουν οἱ μνηστῆρες, κι ἐσὺ νὰ ξέρης, κι οἱ Ἀχαιοὶ νὰ μάθουν ὅλοι ἐτοῦτοι. Ξεδιάβασ' την τὴ μάνα σου, καὶ πὲς νὰ πάη νὰ πάρη ὅποιον καλέση ὁ κύρης της κι ὅποιον αὐτὴ θελήση. Μὰ ἂ μελετάη τοὺς Ἀχαιοὺς νὰ βασανίση ἀκόμα, {{r|115}} μὲ ὅσα φυλάει τῆς Ἀθηνᾶς χαρίσματα ἡ ψυχή της, μὲ τὴν πιδέξια τέχνη της, μὲ τὴ λαμπρὴ ξυπνάδα, τὶς μαριολιές, ποὺ σὰν κι αὐτὲς μήτ' οἱ παλιὲς ἐκεῖνες ὡριομαλλοῦσες Ἀχαιὲς δὲν ἄκουσα ἂν τὶς εἶχαν, ἡ Ἀλκμήνη, ἡ ὡριοστεφάνωτη Μυκήνη, μήτε ἡ Τύρω, {{r|120}} πού μιά τους δὲν τῆς ἔμοιαζε στὸ νοῦ τῆς Πηνελόπης, αὐτὸ ὅμως δὲν τ' ἀπείκασε· πὼς θὰ σοῦ τρῶνε οἱ ἄλλοι τὸ βιός σου καὶ τἀ πλούτια σου ὅσο πεισμώνει ἐκείνη στὴ γνώμη ποὺ οἱ ἀθάνατοι τῆς βάλανε στὸ νοῦ της. Μεγάλο ἀπόχτησε ὅνομα για λόγου της, μὰ ἐσένα {{r|125}} ἀρίθμητα σὲ στέρησε καλα. Καὶ γνὼριζέ το, πὼς ἐμεῖς μήτε σ' ἐξοχὴ μήτε κι ἀλλοῦ δὲν πᾶμε, πρὶν αὐτὴ πάρη ἀπὸ τὰ μᾶς τὸν ἄντρα ποὺ διαλέξη.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κρένει· “Ἀντίνο, ἀπὸ τον πύργο μου δε γίνεται νἀ διώξω {{r|130}} ἐκείνη ποὺ μὲ γέννησε καὶ μ' ἔθρεψε· ὁ γονιός μου, ζῆ ἀπέθανε, σὲ ξένη γης ἀπόμεινε· ἂν τὴ στείλω τὴ μάνα ἐγὼ, στὸν κύρη της θὰ τ' ἀκριβοπλερώσω. Κι ἀπ' τὸν Ἰκάριο συφορὲς κι ἀπ' τὸ θεὸ θὰ μοῦ 'ρθουν, σὰ φεύγει ἡ μάνα καὶ ξορκάει τὶς μαῦρες Ἐρινύες· {{r|135}} μὰ καὶ τοῦ κόσμου ἐπάνω μου τὴν κατηγόρια θά 'χω· ὥστε ποτές μου τέτοιο ἐγὼ δὲν ξεστομίζω λόγο. Κι ἀτοί σας ἂν τὸ νιώθετε τὸ κρῖμ' αὐτό, νὰ σύρτε, ἄλλα τραπέζια νά 'βρετε, δικό σας βιὸς νὰ τρῶτε, ὁ ἕνας σπίτι τοῦ ἀλλονοῦ. Μὰ ἂν πάλε ἐσεῖς θαρρῆτε {{r|140}} πὼς εἶναι δίκιο κι εὔλογο νὰ καταλυοῦνται πλούτια ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπλέρωτα, σκορπᾶτε τα· ἐγὼ τότες καλῶ βοήθεια τοὺς θεούς, ἴσως κι ὁ Δίας φέρη τὸ γδικιωμὸ πού ἀξίζει σας, κι ἔτσι κι ἐσεῖς κατόπι  πεδῶθε δίχως πλερωμὴ μιὰ καὶ καλὴ χαθῆτε.” {{r|145}}      Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ βροντόφωνος ὁ Δίας τότες στέλνει ἀπ' τ' ἁψηλὸ βουνόκορφο δυὸ ἀϊτοὺς καὶ ξεκινᾶνε, Πέταγαν πρῶτα ἀνάλαφρα σὰ φύσημα τοῦ ἀνέμου, πλευρὸ πλευρὸ διαβαίνοντας μὲ τὰ φτερὰ ἁπλωμένα· μὲ στῆς πολύβοης συντυχιᾶς σὰν ἔφτασαν τὴ μέση, {{r|150}} στριφογυρνοῦν, καὶ μὲ βαρὺ φτερούγιασμα κοιτώντας πρὸς τὰ κεφάλια τοῦ λαοῦ ματιὲς θανάτου ρίχτουν· καὶ μὲ νυχιὲς σὰν ἔσκισαν τὰ μοῦτρα, τὰ λαιμά τους, δεξὰ κινώντας πέρασαν τὶς κατοικιὲς τῆς χώρας. Θαμάσαν ὅλοι βλέποντας τὰ ὅρνια σὰ φανῆκαν, {{r|155}} κι ὁ νοῦς τους ἀνιστόραγε τὰ μέλλανε νὰ γίνουν. Ὁ γέρος τότε ἥρωας τοὺς μίλησε Ἁλιθέρσης, τοῦ Μάστορα, ποὺ πρῶτος τους κρινότανε ὁλονῶνε στὴ γνώριση τῆς μαντικῆς, στὴν ὁρμηνειὰ τῶν ὄρνιων· αὐτὸς λοιπὸν καλόγνωμα ξαγόρεψέ τους κι εἶπε· {{r|160}} “Ἀκοῦστε με, ὦ Θιακήσοι ἐσεῖς, καὶ μάλιστα οἱ μνηστῆρες, τὸ τί ἔχω τώρα νὰ σᾶς πῶ καὶ νὰ σᾶς φανερώσω. Βαρὺ κακὸ τοὺς ἔρχεται· δὲ δύνεται ὁ Δυσσέας νὰ μείνη πιὰ πολὺν καιρὸ μακριὰ ἀπὸ τοὺς δικούς του· σιμὰ ἐδῶ κάπου θάνατο γιὰ τοὺς μνηστῆρες σπέρνει {{r|165}} μὰ κι ἄλλοι μας ἐδῶ πολλοὶ θὰ πάθουμε μαζί τους, ποὺ κατοικιά μας ἔχουμε τὸ ξάστερο τὸ Θιάκι· τὸ πῶς θᾶ τοῦς μποδίσουμε ἀπὸ τώρα ἂς στοχαστοῦμε, ἢ ἐτοῦτοι πρῶτοι ἂς πάψουνε· τὶ γιὰ καλό τους εἶναι. Δὲν προφητεύω ἀνήξερος· κατέχω τὰ ποὺ κρένω· {{r|170}} ἔτσι κι ἐκειοῦ ὅσα μάντεψα ἐγὼ τότες, ὅλα βγῆκαν ὅταν οἱ Ἀργῖτες ὅλοι τους στοῦ Ἴλιου τὴ χώρα ὁρμοῦσαν, κι ἀντάμα τους ὁ τρίξυπνος ξεκίναε Ὀδυσσέας. Θὰ πάθη, τοῦ 'λεγα, πολλά, θὰ χάση τοὺς συντρόφους, καὶ θὰ γυρίση ἀγνώριστος στὰ εἴκοσι τὰ χρόνια {{r|175}} στὸν τόπο του· καὶ νά, ποὺ αὐτὰ τώρα τοῦ βγαίνουν ὅλα.”      Καὶ τοῦ Πολύβου ὁ Εὐρύμαχος ἀντίσκοψε καὶ τοῦ 'πε· “Σπίτι σου σέρνε, γέρο ἐσὺ, καὶ βγάζε τῶν παιδιῶ σου μαντεῖες, μπὰς καὶ πάθουνε κανὲ κακὸ κατόπι· προφήτης εἶμ' ἐγὼ σ' αὐτὰ πολὺ καλύτερός σου. {{r|180}} Ὄρνια γυρίζουνε πολλὰ κάτω ἀπ' τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, μὰ δὲ μαντεύουν ὅλα· πάει, χάθη ὁ Δυσσέας στὰ ξένα· μακάρι ν' ἀφανίζουσαν κι ἐσὺ μαζὶ μ' ἐκεῖνον, νὰ μὴ μᾶς ψέλνης τώρα ἐδῶ τὶς τόσες μαντικές σου, κεντώντας ἀδιαφόρετα τὸ χόλιασμα τοῦ γιοῦ του, {{r|185}} μ' ἐλπίδα κι ἴσως σπίτι σου κάποιο σοῦ στείλη δῶρο. Σοῦ λέω ἐγὼ μιὰ καὶ καλή, κι αὐτὸ ποὺ πῶ τελειέται· ἐσυ πού ξέρεις τὰ παλιὰ καὶ τὰ πολλά, ἂν ἐτούτου τοῦ νέου ἀνάψης τὴν ὀργὴ μὲ πλανερά σου λόγια, πρῶτος αὐτὸς χερότερα θὰ πάθη ἀπ' ἀφορμή σου, {{r|190}} καὶ μήτε ἀπ' αὐτουνοὺς καλὸ δὲ θενὰ δῆ, κι ἐσένα μὲ πρόστιμο θὰ ψήσουμε βαρύ, ποὺ σὰν πλερώνης ἀπὸ τὸν πόνο, γέρο μου, θενὰ λυσσάξη ὁ νοῦς σου. Καὶ τώρα τὸν Τηλέμαχο μπρὸς σ' ὅλους συβουλεύω νὰ πῆ τῆς κερὰ μάνας του νὰ σύρη στοῦ γονιοῦ της, {{r|195}} κι αὐτοὶ θὰ τὴν παντρέψουνε κι ἀρίφνητα θὰ βγάλουν προικιά, σὰν ποὺ ταιριάζουνε σὲ κόρη ἀγαπημένη, Τὶς βαρετές μας προξενειὲς ἀλλιῶς δὲν παραιτοῦμε, τὶ στάλα δὲ φοβόμαστε κανέναν ἐδῶ πέρα, μὰ μήτε τὸν Τηλέμαχο μὲ τὰ πολλὰ τὰ λόγια· {{r|200}} κι οὐδὲ ψηφοῦμε, γέροντα, τὶς προφητεῖες ποὺ βγάζεις, τὶς ἀνωφέλευτες, ποὺ πιὸ σιχαμερὸ σὲ κάνουν. Τὰ πλούτια του θὰ τρώγουνται κι ἀγύριστα θὰ μνήσκουν, ὅσο αὐτὴ παίζει τοὺς Ἀχαιούς, τὸ γάμο ἀργοπορώντας· καὶ πάντα θὰ προσμένουμε καὶ θὰ λογομαχοῦμε {{r|205}} γιὰ τὶς περίσσιες χάρες της, καὶ σ' ἄλλες δὲ θὰ πᾶμε, ἀπ' ὅσες ταίρια γίνουνται καλὰ τοῦ καθενοῦ μας.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κάνει· “Εὐρύμαχε, κι οἱ ἄλλοι ἐσεῖς καμαρωτοὶ μνηστῆρες, μήτε μιλῶ γι' αὐτὰ ἐγὼ πιά, κι οὐδὲ παρακαλῶ σας· {{r|210}} αὐτὰ τώρα κι οἱ ἀθάνατοι κι οἱ Ἀχαιοὶ τὰ ξέρουν. Παρὰ καράβι γλήγορο κι εἴκοσι δόστε μου ἄντρες, ἀπό 'ναν τόπο σ' ἄλλονα ταξίδι νὰ μὲ πάρουν. Στὴν Πύλο τὴν ἀμμουδερὴ θὰ σύρω καὶ στὴ Σπάρτη, τοῦ πλανημένου μου γονιοῦ τὸ γυρισμὸ νὰ μάθω· {{r|215}} ἢ κάποιος θὰ μοῦ πῆ θνητὸς, ἢ τὴ φωνὴ θ' ἀκούσω ποὺ στέλνει ὁ Δίας καὶ στὴ γῆς συχνὰ σκορπάει τὶς φῆμες, Κι ἂ μάθω πὼς ὁ κύρης μου καὶ ζῆ καὶ θὰ γυρίση, ὡς ἕνα χρόνο, κι ἂς πονῶ, θένα 'παντέξω ἀκόμα· ἂν πάλε πὼς ἀπέθανε καὶ πὼς μοῦ χάθη ἀκούσω, {{r|220}} γυρίζω πίσω στὰ γλυκὰ λημέρια τῆς πατρίδας, τοῦ στήνω μνῆμα, νεκρικὰ πολλὰ τοῦ θέτω δῶρα, ὅσα τοῦ πρέπουν, κι ὕστερα παντρεύω καὶ τὴ μάνα.”      Αὐτὰ σὰν εἶπε, κάθισε· κι εὐτὺς σηκώθη ὀμπρός τους ὁ Μέντορας ποὺ σύντροφο ὁ λαμπρὸς Δυσσέας τὸν εἶχε, {{r|225}} καὶ φεύγοντας στὰ χέρια του τὸ σπιτικό του ἀφῆκε, ὅλοι ν' ἀκοῦν τὸ γέροντα, καὶ νὰ φυλάη τὰ πάντα· ἐκεῖνος μὲ καλογνωμιὰ ξαγόρεψέ τους κι εἶπε·      “Ἀκοῦστε με τὸ τί θὰ πῶ, Θιακήσοι. Πιὰ κανένας ἂς μὴ μᾶς ἔρθη βασιλιάς, καλόβουλος καὶ δίκιος {{r|230}} καὶ πρόσχαρος, παρὰ σκληρὸς καὶ κακοπράχτης νά 'ναι, ἀφοῦ τὸ θεϊκὸ Ὀδυσσέα κανένας δὲ θυμᾶται, μὲς στὸ λαὸ ποὺ σὰ γονιὸς μ' ἀγάπη τὸν κυβέρνα.   Καὶ δὲ θαμάζουμαι ἐτουνοὺς τοὺς ἄφοβους μνηστῆρες, {{r|235}} ποὺ ἔργατα παράνομα μὲ πονηριὲς σκαρώνουν· ἂν αὐτοὶ τρῶν καὶ καταλοῦν τοῦ Ὀδυσσέα τὸ σπίτι, μὲ τὴ ζωή τους παίζουνε, καὶ λὲν πὼς χάθη ἐκεῖνος. Μὰ ἐσᾶς τοὺς ἄλλους, ποὺ βουβοὶ καθόσαστε, καὶ λόγο δὲ βγάζετε ἐναντίο τους, νὰ τοὺς καταδαμάστε, {{r|240}} ἐσεῖς οἱ πάμπολλοι, αὐτουνοὺς τοὺς μετρητοὺς μνηστῆρες.”      Κι ὁ Λειώκριτος τοῦ Εὐήνορα γυρίζει κι ἀπαντάει του· “Μέντορα ἐσὺ, κακόμυαλε καὶ κλούβιε, τί φωνάζεις; Τοὺς λὲς νὰ μᾶς δαμάσουνε, κι ὡς τόσο δύσκολό 'ναι οἱ λίγοι νὰ χτυπήσουνε πολλοὺς γιὰ φαγοπότι, {{r|245}} Κι ἂν ὁ Θιακήσος Ὀδυσσέας φανερωθῆ ἀπατός του, κι ἀπὸ τὸν πύργο σοφιστῆ νὰ διώξη τοὺς μνηστῆρες, ἐκεῖ ποὺ τρωγοπίνουνε τὰ παλληκάρια ἀντάμα, δὲ θά 'χαιρε ἡ γυναίκα του ποὺ γύρισε ὁ καλός της, τὶ μαῦρο τέλος θά 'βρισκε ἐκεῖ μέσα πολεμώντας {{r|250}} ἕνας αὐτὸς μὲ τοὺς πολλούς· μὰ ἐσὺ σωστὰ δὲν τά 'πες. Ἐλατε τώρα ἐσεῖς, παιδιά, σκορπιέστε στὶς δουλειές σας· ὁ Ἁλιθέρσης τούτονε κι ὁ Μέντορας ἂς βάλουν στὸ δρόμο του, σὰν πού 'ναι δὰ καὶ γονικοί του φίλοι, Μὰ ἐγὼ θαρρῶ πολὺν καιρὸ θὰ κάθεται στὸ Θιάκι {{r|255}} ν' ἀκούη μαντάτα, καὶ ποτὲς δὲ θὰ χαρῆ ταξίδι.”      Αὐτὰ σὰν εἶπε, σκόρπισε τὴ συντυχιὰ μὲ βιάση. Καὶ σύρανε στὸ σπίτι του ὁ καθένας, κι οἱ μνηστῆρες κατὰ τὸν πύργο κίνησαν τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα.      Τότες μακριὰ ὁ Τηλέμαχος στ' ἀκρόγιαλο κατέβη, {{r|260}} τὰ χέρια θαλασσόνιψε, κι ἔκαμε δέηση κι εἶπε·      “Ἄκου μ', ἐσὺ ὁ θεός, ποὺ ἐχτὲς στὸν πύργο ἦρθες καὶ μοῦ 'πες νὰ πάρω πλοῖο καὶ στ' ἀχνὰ τὰ πέλαα ν' ἀρμενίσω, νὰ μάθω ἂ γύρισε ὁ γονιὸς ποὺ λείπει τόσους χρόνους, κι ὅμως μποδίζουν οἱ Ἀχαιοί, καὶ μάλιστα οἱ μνηστῆρες, {{r|265}} πού 'ναι μεγάλη ἡ κάκια τους, περίσσια ἡ περηφάνεια.”      Αυτὰ σὰν προσευκήθηκε, νά, ἡ Ἀθηνᾶ προβάλλει, μὲ τὴ φωνὴ καὶ τὸ κορμὶ τοῦ Μέντορα ἀντικρύ του, καὶ συντυχαίνει του, καὶ λέει μὲ φτερωμένα λόγια·      “Τηλέμαχε, ἄναντρο ἢ χαζὸ δὲ θὰ σὲ λὲν κατόπι, {{r|270}} ἂν τοῦ γονιοῦ σου ἡ λεβεντιὰ μέσα σου μνήσκη, κι εἶσαι τέτοιος πού ἐκεῖνος ἤτανε καὶ σ' ἔργα καὶ σὲ λόγια· καὶ τότες τὸ ταξίδι σου δὲν πάει χαμένο, θά 'βγη. Μ' ἂν ἐκεινοῦ δὲν εἶσαι ἐσὺ γιὸς καὶ τῆς Πηνελόπης, αὐτὰ ποὺ λαχταρᾶς θαρρῶ δὲ θὰ τὰ δῆς νὰ βγοῦνε. {{r|275}} Λίγα στὸν κόσμο αὐτὸ παιδιὰ μὲ τοὺς γονιούς τους μοιάζουν, χερότεροι εἶναι οἱ πιὸ πολλοὶ, καλύτεροί 'ναι λίγοι, Μὰ ἀφοῦ δὲ θά 'σαι ἐσὺ ἄναντρος μηδὲ χαζὸς κατόπι, κι ἀφοῦ ποτὲς δὲ σ' ἄφησε τοῦ Ὀδυσσέα ἡ γνώση, μελέτα το πῶς τὰ ἔργα αὐτὰ ἐσὺ θὰ τὰ τελέσης, {{r|280}} κι ἀψήφα τους τοὺς ἄμυαλους αὐτοὺς καὶ τὶς βουλές τους, τὶ γνώση αὐτοὶ δὲν ἔχουνε καὶ δίκιο δὲ γνωρίζουν· δὲν ξέρουν πὼς ὁ θάνατος κι ἡ μαύρη τους ἡ μοῖρα εἶναι κοντὰ, καὶ θὰ τοὺς φάη μονήμερα ὁλονούς τους, Καὶ τὸ ταξίδι ποὺ ζητᾶς πολὺ πιὰ δὲ θ' ἀργήση· {{r|285}} τέτοιος σου φίλος πατρικὸς ἐγώ 'μαι, ποὺ καράβι θὰ σοῦ τοιμάσω γλήγορο, κι ἴδιος θὰ ρθῶ μαζί σου, Πήγαινε, σμίξε τώρα ἐσὺ μὲ τοὺς μνηστῆρες σπίτι, προμήθειες μάζωξε πολλές, καὶ σ' ἀγγειὰ μέσα κλεῖσ' τες· μὲς στὶς λαγῆνες τὸ κρασὶ, τ' ἀλεύρι, τὸ μεδούλι {{r|290}} τοῦ κάθε ἀνθρώπου, σὲ πετσιὰ σφιχτοραμμένα βάλ' το· κι ἐγὼ πηγαίνω στὸ λαὸ συντρόφους νὰ μαζώξω νά 'ρθουν ἐθελοντὲς· πολλὰ καράβια ἐδῶ στὸ Θιάκι, μὰ θὲς καινούρια θὲς παλιά· θὰ βρῶ καὶ θ' ἀρματώσω ἀπ' ὅλα τὸ πιὸ διαλεχτό· τὸ ρίχτουμε στὸ κῦμα, καὶ βγαίνουμε ἀρμενίζοντας στὰ διάπλατα πελάγη.” {{r|295}}      Αὐτὰ σὰν τοῦ εἶπε ἡ Ἀθηνᾶ, τοῦ Δία ἡ κόρη, ἐκεῖνος ἀσάλευτος δὲν ἔμεινε στὴ θεϊκὴ φωνή της, μόνε στὸν πύργο κίνησε μὲ σπλάχνα ταραγμένα, καὶ βρῆκε τοὺς λεβέντηδες μνηστῆρες στὸ παλάτι· γδέρνανε γίδια στὴν αὐλὴ καὶ χοίρους καψαλίζαν. {{r|300}} Ἦρθε ἴσια στὸν Τηλέμαχο γελώντας ὁ Ἀντίνος, καὶ τοῦ 'πιασε τὸ χέρι του, κι ὀνόμασέ τον κι εἶπε·      “Μωρὲ Τηλέμαχε λογά, ἀχαλίνωτε, μὴ βάζης στὸ νοῦ σου τίποτις κακό, μήτ' ἔργο, μήτε λόγο, μόν' κάθισε νὰ φᾶς νὰ πιῆς σὰν πρῶτα. Κι ὅλα ἐτοῦτα {{r|305}} θὰ σοῦ τὰ βροῦν οἱ Ἀχαιοί, καράβι, λαμνοκόπους καλούς, νὰ φτάσης γλήγορα στὴ βλογημένη Πύλο, καὶ νὰ γυρέψης ἄκουσμα τοῦ ξέλαμπρου γονιοῦ σου.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· “Ἀντίνο, δὲν μπορῶ μ' ἐσᾶς τοὺς περηφανεμένους {{r|310}} σὲ φαγοπότια νὰ γλεντῶ χαζὸς καὶ δίχως ἔννοια. Τάχα δὲ σώνει ποὺ ὅλοι ἐσεῖς τ' ἀρίφνητα καλά μου σκορπίστε τα σὰν ἤμουνα μωρὸ παιδί; μὰ τώρα ποὺ ἀντρώθηκα, κι ἀκούγοντας ἀπ' ἀλλονοὺς μαθαίνω, κι ὅσο πηγαίνει μέσα μου ἡ ψυχή μου δυναμώνει, {{r|315}} μοῖρα κακὴ θ' ἀγωνιστῶ κι ἐγὼ σ' ἐσᾶς νὰ φέρω, εἴτε στὴν Πύλο τραβηχτῶ, ἢ μείνω ἐδῶ στὸ Θιάκι, Θὰ πάω — κι ὄχι ἀνώφελο ταξίδι αὐτὸ — περάτης, ἀφοῦ δικά μου πλοῖα ἐγώ, δικούς μου λαμνοκόπους δὲν ἔχω, καὶ τὸ κρίνατε κι ἐσεῖς ἐτοῦτο κάλλιο.” {{r|320}}      Εἶπε, καὶ σιγοτράβηξε τὸ χέρι ἀπὸ τ' Ἀντίνου τὴν ἀπαλάμη. Στρώνοντας οἱ ἄλλοι τὰ τραπέζια μὲ λόγια τὸν κεντούσανε καὶ τόνε περγελοῦσαν, κι ἀπὸ τοὺς ξιππασμένους νιοὺς ἕνας αὐτὰ λαλοῦσε·      “Καὶ βέβαια κάποιο φονικὸ ὁ Τηλέμαχος σκαρώνει, {{r|325}} Πηγαίνει ὡς τὴν ἀμμουδερὴ τήν Πύλο κι ὡς στὴ Σπάρτη, βοηθοὺς νὰ φέρη· μέσα του πάθος μεγάλο βράζει· ἴσως κι ὡς στὴν παχειὰ τὴ γῆς τῆς Ἔφυρας τραβήξη, κι ἀπὸ κεῖ πέρα βότανα θανατερὰ μᾶς φέρη, καὶ στὸ κροντήρι ρίξη τα κι ὅλους ἐδῶ μᾶς σβήση.” {{r|330}}      Καὶ κάποιος ἄλλος πάλε ἐκεῖ τοὺς εἶπε ξιππασμένος “Ποιός ξέρει ἂ δὲ μᾶς βγῆ κι αὐτὸς μὲ κουφωτὸ καράβι καὶ σὰν τὸν Ὀδυσσέα χαθῆ μακριὰ ἀπὸ κάθε φίλο; Ὁ κόπος θά 'τανε γιὰ μᾶς σὰν πιὸ πολὺς ἀλήθεια, γιατὶ θὰ μοιραζόμασταν τὸ ἔχει του, κι ἡ μάνα {{r|335}} τὸ σπίτι θά 'χε μὲ ὅποιονα τὴν ἔπαιρνε γυναίκα.”      Καὶ στοῦ γονιοῦ ὁ Τηλέμαχος τὸ θάλαμο κατέβη τὸν ἁψηλὸ καὶ διάπλατο, πὄχε σωροὺς χρυσάφι καὶ χάλκωμα, καὶ σεντουκιὲς φορέματα καὶ μῦρα, καὶ ποὺ γλυκόπιοτο παλιὸ κρασὶ πολλὰ πιθάρια {{r|340}} στεκόντουσαν ὁλόγεμα μὲ ἁγνὸ πιοτὸ καὶ θεῖο, στὸν τοῖχο ἀράδα κολλητά, ἴσως κι ἐρθῆ μιὰ μέρα πάλε ὁ Δυσσέας στὸν τόπο του, τὰ πάθια του σὰν πάψουν. Σφιχτὰ δυὸ σανιδόφυλλα σφαλνούσανε τὴ θύρα, καὶ μέρα νύχτα βρίσκουνταν κελάρισσα γυναίκα, {{r|345}} ποὺ καθετὶς νοιαζότανε μὲ νοικοκυροσύνη, ἡ Εὐρύκλεια, τοῦ Ὤπα γέννημα, τοῦ γιοῦ τοῦ Πεισηνόρη, Τὴν ἔκραξε ὁ Τηλέμαχος ἐκεῖ, κι αὐτὰ τῆς εἶπε·      “Ἔλα, ὦ γριά, κρασὶ γλυκὸ μὲς στὶς λαγῆνες χῦσε, τὸ νόστιμο, ὕστερ' ἀπ' αὐτὸ ποὺ ἐσὺ φυλάεις γιὰ κεῖνον {{r|350}} τὸν ἄμοιρο, τὸ θεόσπαρτο Ὀδυσσέα, ποὺ τὸ ἐλπίζει μιὰ μέρα πὼς θὰ ξαναρθῆ, τὸ θάνατο ἂν ξεφύγη. Δώδεκα γέμισε ἀπ' αὐτὲς καὶ καλοστούπωσέ τις, βάλε καὶ στὰ καλόραφτα δερμάτια μέσα ἀλεύρι, εἴκοσι μέτρα κάμε τα καρπὸ μυλαλεσμένο, {{r|355}} καὶ ξέρε τα μονάχη σου. Κι ὅλα μαζὶ νὰ τά 'χῃς, τὶ θά 'ρθω ἀποσπερῆς ἐγὼ νὰ τὰ σηκώσω, ἡ μάνα σὰν ἀνεβῆ στ' ἀνώγι της τὴ νύχτα νὰ πλαγιάση. Στὴν Πύλο τὴν ἀμμουδερὴ θὰ σύρω, καὶ στὴ Σπάρτη, τοῦ ἀγαπημένου μου γονιοῦ τὸ γυρισμὸ ἴσως μάθω.” {{r|360}}      Ἔτσ' εἶπε, καὶ ξεφώνισε ἡ Εὐρύκλεια ἡ παραμάνα, καὶ κλαίγοντας του λάλησε μὲ φτερωμένα λόγια·      “Πῶς μπῆκε τέτοιος λογισμός, παιδάκι μου, στὸ νοῦ σου; καὶ πῶς θὰ πᾶ νὰ πλανηθῆς μαθὲ στῆς γῆς τὴν ἄκρη ἐσὺ τ' ἀκριβοπαίδι μας; Ἐκεῖνος πάει πιά, χάθη, {{r|365}} ὁ κύρης σου ὁ διογέννητος, στὰ μακρινὰ τὰ ξένα. Ἅμα ἐσὺ φύγης, ὅλοι αὐτοὶ θὰ σοφιστοῦνε τρόπο νὰ σὲ χαλάσουν ἄξαφνα, καὶ νὰ τὰ μοιραστοῦνε. Στὸ σπίτι μέσα σύχαζε, τὶ δὲ σοῦ πρέπει ἐσένα στ' ἀτρύγητο τὸ πέλαγο νὰ δέρνεσαι γυρνώντας.” {{r|370}}      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τῆς κάνει· “Θάρρος· δὲν εἶν' αὐτὰ, ὦ γριά, χωρὶς θεοῦ συνέργεια, Ὅμως, ν' ἀμώσης πὼς ἐσὺ λόγο δὲ λὲς τῆς μάνας, ἑντέκατη ἢ δωδέκατη ὡσότου νά 'ρθη μέρα, ἢ πρὶ γυρέψη νὰ μὲ δῆ, καὶ μάθη πιὰ πὼς λείπω, {{r|375}} γιὰ νὰ μὴν κλαίγη καὶ χαλνάη τὴν ὄμορφή της ὄψη.”      Αὐτἀ εἶπε της καὶ τοῦ 'βαλε ἡ γριὰ μεγάλον ὅρκο. Καὶ στοὺς θεοὺς σὰν ἄμωσε, καὶ πῆρε ὁ ὅρκος τέλος, ἔβγαλε κι ἔχυσε κρασὶ στὶς δώδεκα λαγῆνες, καὶ στὰ καλόραφτα ἔβαλε δερμάτια μέσα ἀλεύρι· {{r|380}} καὶ τότες ὁ Τηλέμαχος ξανάρθε στοὺς μνηστῆρες.      Κατόπι ἡ γαλανόματη ἡ θεὰ σοφίστηκε ἄλλο· μ' ὄψη σὰν τοῦ Τηλέμαχου γυρνώντας μὲς στὴ χώρα, τοὺς ἄγουρους ἀντάμωσε, καὶ μίλαε τοῦ καθένα, καλώντας τους στ' ἀκρόγιαλο νὰ κατεβοῦν τὸ βράδυ, {{r|385}} κι ἀπὸ τοῦ Φρόνη τὸ παιδὶ ζητάει γοργὸ καράβι,  τὸν ξακουστὸ Νοήμονα, ποὺ τό 'ταξέ του ἀμέσως.  Κι ὁ ἥλιος σὰ βασίλεψε κι ἀπόσκιασαν οἱ δρόμοι, τὸ πλοῖο ρίχτει στὸ γιαλό, καὶ μέσα τ' ἄρμενά του, καθὼς τὰ καλοσκάρωτα καράβια τά 'χουν πάντα, {{r|390}} καὶ στὸ λιμάνι τ' ἄραξε· γύρω οἱ λεβέντες νέοι μαζώχτηκαν, κι ἡ Ἀθηνᾶ τοὺς ἔδινε ὅλους θάρρος.      Καὶ πάλε ἡ γαλανόματη ἡ θεὰ σοφίστηκε ἄλλα· κατὰ τὸν πύργο κίνησε τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα, καὶ τοὺς μνηστῆρες περεχάει μὲ ὕπνο γλυκό, καὶ ζάλη {{r|395}} τοὺς φέρνει ἐκεῖ ποὺ πίνουνε, καὶ ρίχτουν τὰ ποτήρια, καὶ νὰ πλαγιάσουν ξεκινοῦν ἐδῶ κι ἐκεῖ στὴ χώρα· δὲν ἄργησαν, τὶ βάραινε τὰ βλέφαρά τους ὁ ὕπνος. Καὶ τοῦ εἶπε τοῦ Τηλέμαχου ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα, καλώντας τον ἀπέξωθε τοῦ ὡριοχτισμένου πύργου, {{r|400}} καὶ μοιάζοντας τοῦ Μέντορα, λαλιὰ συνάμα κι ὅψη·      “Τηλέμαχε, οἱ χαλκόποδοι οἱ συντρόφοι σου ἐκεῖ κάτου προσμένουν ὅλοι στὸ κουπί, τὴν προσταγὴ νὰ δώσης· πᾶμε κι ἐμεῖς νὰ σμίξουμε, κι ἂς μὴν ἀργοποροῦμε.”      Αὐτὰ σὰν εἶπε ἡ Ἀθηνᾶ, ξεκίνησε αὐτὴ πρώτη, {{r|405}} γοργά, κι ἀκολουθοῦσε ὁ νιὸς στῆς θέϊσσας τ' ἀχνάρια. Καὶ στὸ γιαλὸ σὰ φτάσανε, ποὺ ἀπάντεχε τὸ πλοῖο, ἐκεῖ τοὺς μακρομάλληδες συντρόφους ἀνταμῶσαν, κι ὁ δυνατὸς Τηλέμαχος αὐτὰ τοὺς συντυχαίνει·      “Πᾶμε, παιδιά, νὰ φέρουμε ἐδῶ κάτου τὶς προμήθειες· {{r|410}} ὅλες στὸν πύργο βρίσκουνται· ἡ μάνα ὅμως δὲν ξέρει μήτ' ἄλλη δούλα, ἐξὸν ἡ μιὰ ποὺ τ' ἄκουσε ἀπὸ μένα.”      Εἶπε, καὶ πρῶτος κίνησε, κι οἱ ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν, Καὶ στὸ γιαλὸ τὰ φέρανε, καὶ μὲς στὸ πλοῖο τὰ θέσαν, σὰν ποὺ εἶπε καὶ παράγγειλε τοῦ Ὀδυσσέα ὁ γιόκας. {{r|415}} Κι ἀνέβηκε ὁ Τηλέμαχος στὸ πλεούμενο· κυβέρνα ἡ Ἀθηνᾶ καθούμενη στὴν πρύμνη του· σιμά της κι ἐκεῖνος κάθισε· ἔλυσαν τὰ παλαμάρια οἱ ἄλλοι, ὕστερ' ἀνέβηκαν κι αὐτοὶ καὶ στὰ ζυγὰ καθίσαν, Καὶ τότες πρύμο στέλνει τους ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα, {{r|420}} τὸ Ζέφυρο ποὺ ἀχολογᾶ στὰ μαῦρα πέλαα πάνω. Καὶ πρόσταξε ὁ Τηλέμαχος καλώντας τοὺς συντρόφους νὰ πιάσουν τ' ἄρμενα· ἄκουσαν αὐτοὶ τὴν προσταγή του. Κατάρτι ἔλατο ἔστησαν καὶ μπήξανέ το μέσα στὸ μεσοδόκι τὸ σκαφτό, τὸ δέσανε μὲ ξάρτια, {{r|425}} καὶ μὲ καλόστριφτα λουριὰ τ' ἄσπρα παννιὰ τραβῆξαν. Φούσκωσε ὁ ἀγέρας τὸ πανὶ στὴ μέση, καὶ τὸ κῦμα πὰς στὸ κοράκι βρόνταγε καθὼς γοργὰ σκιζόταν· κι ἔκοβε δρόμο κι ἔτρεχε στὸ πέλαο τὸ καράβι, Καὶ τ' ἄρμενα σὰ δέσανε στὸ μελανὸ σκαφί του, {{r|430}} κροντῆρια στῆσαν, καὶ κρασὶ καλογεμίζοντάς τα γιὰ τοὺς ἀθάνατους θεοὺς καὶ τοὺς αἰώνιους χῦναν, μὰ γιὰ τὴ γαλανόματη κόρη τοῦ Δία πρῶτα. Κι ὁλονυχτὶς καὶ τὴν αὐγὴ ἔπαιρνε δρόμο ἐκεῖνο. </poem> 8u0o5e9z43fdt46pohxp1k6xn0r70su Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/γ 0 15736 166703 93714 2026-06-25T09:10:44Z Sarri.greek 10495 anchor κάθε 5 στίχους με {{r|5}} 166703 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία γ | επόμενο = [[../δ|Ραψωδία δ]] | προηγούμενο= [[../β|Ραψωδία β]] | σημειώσεις = }} <poem> Τὴν ὥρια ὅταν ἀφήνοντας τὴ λίμνη ἀνέβη ὁ ἥλιος πρὸς τὸν ὁλόχαλκο οὐρανὸ σὲ ἀθάνατους νὰ φέξη, καὶ στοὺς ἀνθρώπους τοὺς θνητοὺς τῆς γῆς τῆς θροφοδότρας, σὲ χώρα φτάναν ὄμορφη, στὴν Πύλο τοῦ Νηλέα. Κόσμος ἐκεῖ στ' ἀκρόγιαλα προσφέρνανε θυσίες, {{r|5}} ταύρους ὁλόμαυρους στῆς γῆς τὸ σείστη Ποσειδώνα. Καθόντανε παρέες ἐννιά, νομάτοι πεντακόσοι στὴν καθεμιά, καὶ ταῦροι ἐννιὰ στὴν καθεμιὰ σφαζόνταν. Κι ὥσπου τὰ σπλάχνα νὰ γευτοῦν καὶ τὰ μεριὰ νὰ κάψουν γιὰ τὸ θεό, αὐτοὶ μπαίνανε καὶ τὰ πανιὰ μαζῶναν, {{r|10}} Καὶ στάθη τὸ καλόφτιαστο καράβι, κι ὄξω βγῆκαν, καὶ βγῆκε κι ὁ Τηλέμαχος τὴν Ἀθηνᾶ ἀκλουθώντας. Πρώτη τὸ λόγο ἀρχίνησε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα· “Δὲν πρέπει ἐσὺ πιὰ ντροπαλός, Τηλέμαχέ μου, νά 'σαι γι' αὐτὸ τὰ πέλαα πέρασες, νὰ μάθης, τὸ γονιό σου {{r|15}} ποιό χῶμα τόνε σκέπασε, ποιά μοῖρα τόνε βρῆκε. Σῦρε στ' ἀλογοδαμαστῆ τοῦ Νέστορα ἴσια τώρα, νὰ δοῦμε σὰν τί στοχασμοὺς μὲς στὴν καρδιά του κρύβει. Καὶ παρακάλειε τον ἐσὺ μὲ ἀλήθεια νὰ μιλήση, ἀγκαλὰ ψέμα δὲ θὰ πῆ, γιατὶ ἔχει γνώση ἐκεῖνος.” {{r|20}} Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τῆς κάνει· “Μέντορα, πῶς νὰ πάω μαθὲς καὶ νὰ τοῦ προσμιλήσω, ποὺ ἀκόμα εἶμ' ἀσυνήθιστος στὰ σοβαρὰ τὰ λόγια; Νέος μεγάλο νὰ ρωτάη τό 'χει ντροπῆς ἀλήθεια.”      Κι ἡ γαλανόματη Ἀθηνᾶ τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· {{r|25}} “Τηλέμαχε, ἄλλα θὰ τὰ βρῆς μονάχος μὲ τὸ νοῦ σου, ἄλλα ὁ θεὸς θὰ σοῦ τὰ πῆ· τὶ ἡ μάνα σου δὲ θά 'χη γεννήσει κι ἀναθρέψει σε χωρὶς θεοῦ συμπόνια.”      Εἶπε, κι ὀμπρὸς ἡ Ἀθηνᾶ ξεκίνησε μὲ βιάση, καὶ πίσωθε στ' ἀχνάρια της ἀκολουθοῦσε ἐκεῖνος, {{r|30}} Καὶ φτάσανε στῶν Πυλιωτῶν τὰ πανηγύρια μέσα, ποὺ μὲ τοὺς γιούς του ἐκεῖ μαζὶ κι ὁ Νέστορας καθόταν, κι ὁλόγυρα οἱ συντρόφοι του τοιμάζαν τὸ γιορτάσι, μέρος κρεάσια ψήνοντας, μέρος σουβλίζοντάς τα, Κι ἅμα τοὺς ξένους γνάντεψαν, ἀντάμα ὅλοι κινοῦνε, {{r|35}} καὶ σφίγγοντας τὰ χέρια τους καλοῦν τους νὰ καθίσουν. Πρῶτος ὁ γιὸς τοῦ Νέστορα ὁ Πεισίστρατος ζυγώνει, παίρνει τὸ χέρι τῶν δυονῶν, τοὺς φέρνει στὸ τραπέζι κι ἀπὰς σὲ μαλακὲς προβιὲς στὸν ἄμμο τοὺς καθίζει, τοῦ Θρασυμήδη τοῦ ἀδελφοῦ καὶ τοῦ γονιοῦ του δίπλα. {{r|40}} Ἀπὸ τὰ σπλάχνα δίνει τους μερίδες, τοὺς γεμίζει χρυσὸ ποτήρι μὲ κρασὶ, καὶ χαιρετώντας κράζει στὴν κόρη τοῦ αἰγιδόσκεπου καὶ Δία, τὴν Παλλάδα·      “Εὐκήσου τώρα, ὦ ξένε μου, στὸ μέγα Ποσειδώνα, ποὺ στὴ γιορτή του τύχατε δωπέρα νὰ βρεθῆτε. {{r|45}} Κι ὄντας τοῦ χύσης κι εὐκηθῆς, καθὼς εἶναι συνήθεια, δὸς τὸ ποτήρι καὶ τοῦ νιοῦ, γλυκὸ κρασὶ νὰ χύση, τὶ τούς ἀθάνατους  κι αὐτὸς θὰ προσκυνάη· οἱ ἀνθρῶποι ἀνάγκη πάντα τῶν θεῶν τῶν Ὀλυμπήσων ἔχουν. Ὅμως αὐτὸς μικρότερος κι ὁμήλικός μου ὄντας, ἐσένα πρῶτα δίνω σου τ' ὁλόχρυσο ποτήρι.” {{r|50}}      Αὐτὰ εἶπε, καὶ στὰ χέρια του τὸ κρασατάσι δίνει. Κι ἡ Ἀθηνᾶ τὸ χάρηκε ποὺ ὁ γνωστικὸς λεβέντης ἐκείνης πρώτης τό 'δωσε τ' ὁλόχρυσο ποτήρι. Κι ἔκανε ἀμέσως προσευκὴ τοῦ μέγα Ποσειδώνα·      “Ἄκου μας, κοσμοζώστη θεέ, μήν ἀρνηθῆς μας τὰ ὅσα {{r|55}} παρακαλοῦμε νὰ γενοῦν. Καὶ πρῶτα χάριζε τους καλοτυχιὰ τοῦ Νέστορα καὶ τῶν παιδιῶν του ἀντάμα· δίνε ὕστερα πολύχαρη στοὺς ἄλλους τοὺς Πυλιῶτες τὴν πλερωμὴ γιὰ τὴ λαμπρὴ ἑκατοβοδιά τους τούτη. Δίνε καὶ τοῦ Τηλέμαχου κι ἐμένανε κατόπι {{r|60}} καλὸ πατρίδας γυρισμό, σὰν τελεστοῦνε τὰ ὅσα ἐδῶ νὰ πράξουμε ἤρθαμε μὲ τὸ γοργὸ καράβι.”      Κι αὐτὰ ποὺ προσευκότανε μονάχη τὰ τελοῦσε· προσφέρνει τοῦ Τηλέμαχου τὸ δίχερο ποτήρι, καὶ τοῦ Δυσσέα ὁ ἀκριβογιὸς προσεύκεται κι ἐκεῖνος. Καὶ σάνε ψῆσαν κι ἔσυραν τ' ἀπόξωθε κοψίδια, {{r|65}} τὰ μοίρασαν κι ἀρχίσανε τ' ἀρχοντικὸ τραπέζι. Κι ἀπὸ φαγὶ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ χόρτασε ἡ καρδιά τους, ὁ Γερηνιώτης Νέστορας ὁ ἀλογογνώστης εἶπε·      “Καὶ τώρα κάλλιο ἂς ρωτηθοῦν οἱ ξένοι αὐτοὶ ποιοί νά 'ναι, μιὰς καὶ φραθήκανε θροφή. Πῆτε μας, ποιοί εἶστε, ὦ ξένοι; {{r|70}} ποποῦθε ταξιδέψατε τοὺς πελαγήσους δρόμους; τάχα δουλειὰ σᾶς ἔφερε, ἢ ἐδῶ κι ἐκεῖ πλανιέστε στὶς θάλασσες, σὰν πειρατὲς ποὺ τριγυρνοῦν καὶ φέρνουν, μὲ τῆς ζωῆς τους κίνδυνο, ζημιὰ σὲ ξένον κόσμο;”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος αὐτὰ τοῦ ἀπολογήθη, {{r|75}} μὲ θάρρος ποὺ ἴδια της ἡ θεὰ τοῦ τό 'βαλε στὸ νοῦ του, μαντάτα τοῦ χαμένου τοῦ γονιοῦ γιὰ νὰ γυρέψη, κι ὄνομα σύγκαιρα λαμπρὸ στὸν κόσμο γιὰ νὰ βγάλη.      “Νέστορα, τοῦ Νηλέα ὦ γιέ, τῶν Ἀχαιῶν καμάρι, ποποῦθε ἐρχόμαστε ρωτᾶς, αὐτὸ θὰ σοῦ ὁρμηνέψω. {{r|80}} Ἀπὸ τὸ Θιάκι ἐρχόμαστε, ποκάτω ἀπὸ τὸ Νεῖο, γιὰ ἀνάγκη ποὺ ὄχι τοῦ λαοῦ, παρὰ δική μας εἶναι. Νὰ μάθω ποῦ 'ναι ὁ κύρης μου, τὴ φήμη του ἀκλουθώντας, τοῦ καρτερόψυχου Ὀδυσσέα, ποὺ ἕναν καιρὸ μαζί σου λὲν πολεμώντας κούρσεψε τὴ χώρα τῆς Τρωάδας. {{r|85}} Κάθε ἄλλος ποὺ πολέμησε τοὺς Τρωαδῖτες τότες, τ' ἀκούσαμε τὸ τέλος του καὶ τὴν κακή του μοῖρα· ὡς τόσο ἐκείνου τὸ χαμὸ τὸν κρύβει ὁ γιὸς τοῦ Κρόνου, καὶ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ πῆ σωστὰ τὸ ποῦ ἀφανίστη, ἂν ἔπεσε μαθὲ στεριᾶς ἀπὸ ἐχτρικὸ κοντάρι, {{r|90}} ἢ τ' ἄγρια ἂν τόνε φάγανε νερὰ τῆς Ἀμφιτρίτης. Γι' αὐτὸ δὰ τώρα πέφτω σου στὰ γόνατα, νὰ μάθω σὰν ποιό 'τανε τὸ τέλος του κι ἡ κακοθανατιά του, μὰ ἢ τά 'δες μὲ τὰ μάτια σου, ἢ ἀπ' ἄλλον ἄκουσές τα τὶ ἡ μάνα τόνε γέννησε γιὰ βάσανα περίσσια. {{r|95}} Καὶ μὴ μοῦ τὰ μισομιλᾶς ἀπὸ συμπόνια ἢ σέβας, μόν' πές μου τα ἴσια, καταπῶς τὰ μάτια σου τὸν εἶδαν. Παρακαλῶ σε, ἂν ὁ λαμπρὸς γονιός μου ὁ Ὀδυσσέας ἢ λόγο ἢ πράξη σοῦ 'ταξε καὶ τέλεσε στὴν Τροία, ἐκεῖ ποὺ ἀρίθμητα δεινὰ στοὺς Ἀχαιοὺς πλακῶσαν, {{r|100}} θυμήσου τα τὴν ὥρα αὐτὴ, καὶ πές μου τὴν ἀλήθεια.”      Κι ὁ Γερηνιώτης Νέστορας ὁ ἀλογογνώστης τοῦ εἶπε· “Φίλε μου, ἀφοῦ μοῦ θύμισες τὰ πάθια ποὺ ἐκεῖ τότες τραβήξαμε τῶν Ἀχαιῶν τ' ἀκράτητα ἐμεῖς τέκνα, κι ὅσα στὰ πέλαγα τ' ἀχνὰ γυρνώντας μὲ καράβια, {{r|105}} σὰ βγαίναμε στὰ λάφυρα τὸν Ἀχιλλέα ἀκλουθώντας, καὶ πάλε γύρω στὸ καστρὶ τοῦ Πρίαμου τοῦ ρήγα σὰν πολεμούσαμε· ὅλοι ἐκεῖ οἱ καλύτεροί μας πῆγαν. Ἐκεῖ ὁ λεβέντης ὁ Αἴαντας, ἐκεῖ κι ὁ Ἀχιλλέας, κι ὁ Πάτροκλος, ποὺ μὲ θεοὺς μπόρειε νὰ βγῆ στὴ γνώση, {{r|110}} ἐκεῖ κι ὁ γιός μου ὁ ἀκριβός, τὸ παλληκάρι τ' ἄξιο, ὁ Ἀντίλοχος, ὁ ξακουστὸς στὸ δρόμο καὶ στὴ μάχη. Κι ἄλλα πολλὰ παθήματα κοντὰ σ' αὐτὰ μᾶς βρῆκαν· μὰ ποιός θνητὸς ,θὰ δύνονταν αὐτὰ νὰ τὰ ἱστορήση; Καὶ πέντε κι ἔξη ἂν ἔμνησκες χρόνους ἐδῶ ρωτώντας, {{r|115}} νὰ μάθης τὰ ὅσα πόφεραν οἱ Ἀχαιοὶ οἱ λεβέντες, βαριεστημένος κι ἄμαθος στὸν τόπο σου θὰ γύρνας. Χρόνους ἐννιὰ τοὺς πλέχναμε χαμὸ μὲ μύριες τέχνες, καὶ μετὰ βίας τοῦ Κρόνου ὁ γιὸς τὸν ἔφερε σὲ τέλος. Μὲ τὸν τρανὸ Ὀδυσσέα κανεὶς στὴ γνώμη δὲ μποροῦσε {{r|120}} νὰ παραβγῆ, ποὺ πάντα αὐτὸς ἔβγαιν' ἀπ' ὅλους πρῶτος σὲ πᾶσα τέχνη, ὁ κύρης σου, ἂν εἶσαι ἐσὺ στ' ἀλήθεια παιδί του ἐκείνου· ξαφνισμὸς μὲ παίρνει σὰν κοιτῶ σε. Μοιάζει ἡ μιλιὰ σας, μὰ τὸ ναί, καὶ θά 'λεγες πὼς νέος μὲ τόση γνώση γέρικη δὲν μπόρειε νὰ μιλήση. {{r|125}} Ποτὲς οἱ δυό μας, ὁ λαμπρὸς Δυσσέας κι ἐγώ, νὰ βγοῦμε ἀσύφωνοι σὲ συντυχιὰ ἢ βουλὴ δὲν ἔτυχέ μας, παρὰ μιὰ γνώμη δείχνοντας, μὲ στοχασιὰ καὶ σκέψη τί τοὺς Ἀργῖτες σύφερνε πασκίζαμε νὰ βροῦμε. Μὰ σὰν τὴ διαγουμίσαμε τοῦ Πρίαμου τὴ χώρα, {{r|130}} καὶ στὰ καράβια μπήκαμε, καὶ θεὸς τοὺς σκόρπιζε ὅλους τοὺς Ἀχαιούς, κακὸ ἐρχομὸ μᾶς μελετοῦσε ὁ Δίας, γιατὶ ὅλοι τους δὲν ἤτανε στοχαστικοὶ καὶ δίκιοι, καὶ σὲ πολλοὺς τους ἔπεσε σὰ φοβερὴ κατάρα ἡ ὀργὴ τῆς γαλανόματης τοῦ Δία θυγατέρας, {{r|135}} ποὺ σκόρπισε διχογνωμιὰ στοὺς δυὸ τοὺς γιοὺς τοῦ Ἀτρέα. Σὲ σύναξη καλέσανε τὰ πλήθη αὐτοί, τοῦ κάκου, καὶ ξώκαιρα, σὰν ἔγερνε κατὰ τὸ βράδυ ὁ ἥλιος, κι ἦρθαν τῶν Ἀχαιῶν οἱ γιοὶ κρασὶ βαριοπιωμένοι, κι ἐκεῖνοι τοὺς ξηγούσανε γιατὶ συνάξανέ τους. {{r|140}} Τοὺς ἔλεγε ὁ Μενέλαος τοὺς Ἀχαιοὺς νὰ σύρουν στὸν τόπο τους, τὶς διάπλατες τὶς θάλασσες περνώντας· ὡς τόσο ὁ Ἀγαμέμνονας μὴ στέργοντας, τοὺς κράτα, γιὰ νὰ τελέση τῆς θεᾶς ἱερὲς θυσίες πρῶτα, τὴ μάνητά της θέλοντας μ' αὐτὲς νὰ μαλακώση. {{r|145}} Κλούβιος, καὶ δὲν τὸ γνώριζε πὼς δὲν τὴ μεταπείθει, γιατὶ ἔτσι τῶν ἀθάνατων ἡ γνώμη δὲ γυρίζει. Κι οἱ δυὸ καθὼς στεκόντανε βαριὰ λογομαχώντας, σηκώθηκαν οἱ Ἀχαιοὶ μὲ χλαλοή μεγάλη, καὶ χωριστήκανε σὲ δυὸ ταράφια ἀπὸ δυὸ γνῶμες. {{r|150}} Ἕνας τὸν ἄλλο ὀχτρεύοντας πλαγιάσαμε τὴ νύχτα, τὶ ὁ Δίας μᾶς μαγείρευε κακὸ καὶ μαῦρο τέλος. Μὰ τὴν αὐγὴ τραβήξαμε στὴ θάλασσα τὰ πλοῖα, καὶ μέσα κι οἱ βαθιόζωνες γυναῖκες μὲ τὰ πλούτια. Ὡς τόσο μείνανε οἱ μισοὶ κοντὰ στὸν Ἀγαμέμνο, {{r|155}} τοῦ Ἀτρέα τὸ γιό, τὸ βασιλιά,κι οἱ ἄλλοι στὰ καράβια. Καὶ τὰ καράβια ἀρμένιζαν ὁλόπρυμα, τὶ κάποιος τότες θεὸς μᾶς ἔστρωνε τὰ τρίσβαθα πελάγη. Στὴν Τένεδο σὰν ἤρθαμε, γυρνώντας στὴν πατρίδα, σφαχτὰ προσφέραμε τῶν θεῶν μὰ ὁ ἄσπλαχνος ὁ Δίας {{r|160}} δὲν ἔστεργε νὰ φτάσουμε, μόνε κακὲς διχόνοιες πάλε μᾶς ἔσπερνε. Πολλοὶ γυρίσανε ξοπίσω μὲ τὰ καράβια τὰ γερτὰ, τὸ βασιλιὰ ἀκλουθώντας τὸν Ὀδυσσέα, τὸ γνωστικὸ καὶ τὸν πολυτεχνίτη, νὰ μὴ χαλάσουν τὴν καρδιὰ τοῦ ἀφέντη τοῦ Ἀγαμέμνου· ὡς τόσο μ' ὅσα ἐγὼ ὅριζα, λίγα πολλὰ καράβια, {{r|165}} ξεκίνησα νὰ φύγουμε, τὶ τά 'νιωθα τὰ πάθια ποὺ ὁ θεὸς μᾶς κρυφοτοίμαζε στὸ λογισμό του μέσα. Ἐτσι κι ὁ πολεμόχαρος γιὸς τοῦ Τυδέα κινοῦσε, καὶ τοὺς συντρόφους του ἔπαιρνε.  Καὶ λίγο ἀργότερά μας νά κι ὁ Μενέλαος ὁ ξανθὸς  προφταίνει πρὸς τὴ Λέσβο, ἐκεῖ ποὺ μελετούσαμε τὸ μακρινὸ ταξίδι, ἂν παραπάνω ἀπὸ τὴ Χιὸ τὴ βράχινη θὰ βγοῦμε, {{r|170}} πρὸς τὴν Ψυριά, ἀπὸ τὰ ζερβὰ ἐτούτη ἀφήνοντάς την, ἢ κάτω, πρὸς τὸ Μίμαντα τὸν ἀνεμοδαρμένο. Καὶ τοῦ θεοῦ ζητήσαμε σημάδι, καὶ μᾶς ἦρθε· νὰ σκίσουμε τὸ πέλαγο, μᾶς ἔλεγε, ὡς τὴν Εὔβοια, γλήγορο ἂν θέμε γλυτωμὸ ἀπὸ βάσανα μεγάλα. {{r|175}} Φύσηξε πρύμος ἄνεμος, καὶ τρέξαν τὰ καράβια μὲς στὰ ψαράτα πέλαγα, κι ἀράξαμε τὴ νύχτα στὴ Γεραιστό· πολλῶν ἐκεῖ τοῦ Ποσειδῶνα ταύρων μεριὰ τοῦ κάψαμε ὕστερα ἀπὸ τόσου πέλαου δρόμο. Σὰν ἦρθε ἡ μέρα ἡ τέταρτη, οἱ συντρόφοι τοῦ Διομήδη τοῦ ἀλογοδαμαστῆ, τοῦ γιοῦ τοῦ ἡρωϊκοῦ Τυδέα, {{r|180}} μὲς στ' Ἄργος φέρναν κι ἄραζαν τὰ ὡραῖα τους καράβια· ὡς τόσο γιὰ τὴν Πύλο ἐγὼ τραβοῦσα, κι ὁλοένα φυσοῦσε ὁ οὔριος ἄνεμος ποὺ ὁ θεὸς εἶχε σταλμένο. Ἐτσι ἦρθα, γιέ μου, ἀνήξερος, κι ἀκόμα δὲ γνωρίζω ποιοί τότες γλύτωσαν, καὶ ποιοί χαθήκανε καὶ πῆγαν. {{r|185}} Μὰ ὅσα μὲς στοὺς πύργους μου κάθουμ' ἐδῶ κι ἀκούγω, θὰ τά 'χης μὲ τήν τάξη τους καὶ δὲ θὰ σοῦ τὰ κρύψω. Ἤρθανε, λέν, τοῦ κονταριοῦ οἱ τεχνῖτες Μυρμιδόνες, ποὺ ὁ γιὸς τοῦ μεγαλόψυχου Ἀχιλλέα τοὺς ὁδηγοῦσε, ἦρθε κι ὁ δοξαστὸς ὁ γιὸς τοῦ Ποία ὁ Φιλοχτήτης. {{r|190}} Κι ὁ Ἰδομενέας κατέβασε στὴν Κρήτη τοὺς δικούς του, ὅσοι ἀπὸ μάχες γλύτωσαν καὶ κῦμα δὲν τοῦς πῆρε. Γιὰ τοῦ Ἀτρέα τὸ γιὸ κι ἐσεῖς θ' ἀκούσατε μακριάθε, πὼς ἦρθε, καὶ πὼς ὁ Αἴγιστος φριχτὸ τοῦ φύλαε τέλος. Ὅμως κι αὐτὸς τὸ πλέρωσε πολὺ πικρά, καὶ βλέπεις {{r|195}} πόσο καλό 'ναι ἀπόγονο ν' ἀφήνη ὅποιος πεθαίνει σὰν κεῖνον ποὺ γδικιώθηκε τὸν Αἴγιστο τὸν πλάνο, ποὺ τὸ γονιό του χάλασε τὸν πολυδοξασμένο. Κι ἐσὺ, καλὲ μου, ποὺ ὄμορφο σὲ βλέπω καὶ μεγάλο, νὰ γίνης καὶ παλληκαράς, νὰ σὲ παινοῦν κατόπι.” {{r|200}}      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος αὐτὰ τοῦ ἀπολογήθη· “Νέστορα, τοῦ Νηλέα γιέ, τῶν Ἀχαιῶν καμάρι, καλὰ τόνε γδικιώθηκε, κι οἱ Ἀχαιοὶ θ' ἁπλώσουν τὴ φήμη του ν' ἀκούγεται χρόνους πολλοὺς κατόπι. Μακάρι τόση δύναμη κι ἐμένα οἱ θεοὶ νὰ δίναν, {{r|205}} νὰ γδικιωθῶ τὶς ἀδικιὲς τῶν ἄσπλαχνων μνηστήρων, ποὺ μὲ περίσσια ἀδιαντροπιὰ λογῆς κακὰ μοῦ πλέχνουν. Μὰ τέτοιο ριζικὸ οἱ θεοὶ δὲ δῶκαν τοῦ γονιοῦ μου κι ἐμένανε, κι ἀπομονὴ νὰ κάμω πρέπει τώρα.”      Κι ὁ Γερηνιώτης Νέστορας ὁ ἀλογατὰς τοῦ κάνει· {{r|210}} “Φίλε μου, μιὰς καὶ τέτοια ἐσὺ μοῦ θύμισες καὶ μοῦ 'πες, λένε πὼς περισσοὶ γαμπροὶ τὴ μάνα σου ζητώντας, μέσα στοὺς πύργους σου δουλειὲς καὶ βάσανα σκαρώνουν. Πές μου, ἤθελες καὶ τὰ τραβᾶς, ἢ τάχα ὁ κόσμος ὅλος σ' ὀχτρεύεται, κάποιου θεοῦ κρυφὴ φωνὴ ἀκλουθώντας; {{r|215}} Ποιός ξέρει ἐκειὸς ἂ δὲν ἐρθῆ καὶ δὲν τοὺς τὰ πλερώση, ἢ μοναχός του, ἢ καὶ μαζὶ μὲ τοὺς Ἀχαιοὺς μιὰν ὥρα; Τὶ ἡ γαλανόματη Ἀθηνᾶ κι ἐσένα ἂν ἀγαποῦσε καθὼς πονοῦσε ἕναν καιρὸ τὸν ξακουστὸ Ὀδυσσέα στὴν Τροία, ἐκεῖ ποὺ ὅλους μας πολλὰ μᾶς τρῶγαν πάθια, {{r|220}} — δὲν εἶδα, ἀλήθεια, ἀθάνατο τόση νὰ δείχνη ἀγάπη ὅση ἔδειχνέ του φανερὰ ἡ Ἀθηνᾶ ἡ Παλλάδα, — ἔτσι κι ἐσένα, ἂν ἤθελε νὰ σὲ πονῆ στὸ νοῦ της, πολλοὶ τους θὰ ξεχνούσανε τοῦ γάμου τὴ λαχτάρα.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε. {{r|225}} “Δὲν τὸ πιστεύω, γέροντα, νὰ τελεστῆ τὸ μοῦ 'πες· μεγάλος λόγος, ποὺ τὸ νοῦ σαστίζει· δὲν τὸ 'λπίζω τέτοιο 'να πρᾶμα νὰ γενῆ κι ἂν οἱ θεοι θελήσουν.”      Κι ἡ γαλανόματη θεὰ γυρίζει καὶ τοῦ κάνει· “Τί λόγια ἀπὸ τὰ χείλη σου, Τηλέμαχε, ξεφύγαν; {{r|230}} Θεὸς ἂν θέλη, τὸ θνητὸ κι ἀπὸ μακριὰ γλυτώνει. Κάλλια 'χα νὰ τυραννιστῶ κι ἀρίθμητα νὰ πάθω, πατρίδα ὡς ποὺ νὰ ξαναδῶ καὶ γυρισμὸ νὰ νιώσω, παρὰ ὅπως ὁ Ἀγαμέμνονας νὰ βρῶ χαμὸ στὸ σπίτι, ποὺ θῦμα πῆγε τοῦ Αἴγιστου καὶ τοῦ ἄπιστου ταιριοῦ του. {{r|235}} Τὶ ἀπὸ παρόμοιο θάνατο μήτε οἱ θεοὶ τοῦ Ὀλὐμπου ἀγαπημένο τους θνητὸ δὲ δύνουνται νὰ σώσουν, τοῦ χάρου τοῦ τεντόκορμου σὰν τὸν πλακώσ' ἡ μοῖρα.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τῆς κρένει· “Μέντορ', αὐτὰ ἂς τὰ πάψουμε, πολὺς κι ἂν εἶναι ὁ πόνος· {{r|240}} δὲν ἔχει ἐκεῖνος γυρισμὸ· οἱ ἀθάνατοι πιὰ τώρα τὸ θάνατο του ὁρίσανε καὶ τὴν κακή του μοῖρα. Τώρα ἄλλο ἐγὼ τοῦ Νέστορα θὰ πῶ καὶ θὰ ρωτήξω, τὶ κρίνει καὶ κατέχει αὐτὸς ὅσο κανένας ἄλλος· τρεῖς λένε πὼς βασίλεψε γενεὲς αὐτὸς ἀνθρώπων, {{r|245}} καὶ σὰν ἀθάνατος σφαντάει σὰν τοῦ κοιτῶ τήν ὄψη. Νέστορα, τοῦ Νηλέα γιέ, πές μου ὅλη τὴν ἀλήθεια· πῶς πέθανε ὁ Ἀγαμέμνονας ὁ μέγας γιὸς τοῦ Ἀτρέα; καὶ ποῦ ἤτανε ὁ Μενέλαος; σὰν τί τὸ μαῦρο τέλος ποὺ ὁ πονηρὸς ὁ Αἴγιστος σοφίστηκε καὶ βρῆκε, γιὰ νὰ ξεκάμη ἀντίμαχο πολὺ καλύτερό του; {{r|250}} ἢ νά 'λειπε ὁ Μενέλαος, καὶ κάπου ἀλλοῦ πλανιόταν, κι ἐκεῖνος ξεθαρρεύτηκε καὶ σκότωσε τὸ ρήγα;”      Κι ὁ Γερηνιώτης Νέστορας ὁ ἀλογατὰς τοῦ κρένει· “Ὅλα σωστὰ κι ἀληθινὰ θὰ σοῦ τὰ πῶ, παιδί μου. Καὶ μόνος σου φαντάζεσαι τὸ πῶς αὐτὰ θὰ βγαῖναν, {{r|255}} ἂ ζοῦσε ἀκόμα ὁ Αἴγιστος μὲς στᾶ παλάτια ἐκεῖνα, τότες ποὺ γύρισε ὁ ξανθὸς Μενέλαος ἀπ' τὴν Τροία· ὡς μήτε γῆς δὲ θά 'ριχταν ἀπὰς στὸ λείψανο του, παρὰ θὰ τόνε τρώγανε πετάμενα καὶ σκύλοι, μέσα στῶν κάμπων τὶς ρημιές, ἀλάργ' ἀπὸ τὴ χώρα, {{r|260}} καὶ μήτε θὰ τὸν ἔκλαιγε ποτὲς Ἀχαιοπούλα κατόπι τέτοιο κάμωμα· ποὺ ἐμεῖς ἐκεῖ μὲ μύριους ἀγῶνες τυραννιόμασταν, κι ἐτοῦτος φωλιασμένος μὲς στ' Ἄργος τ' ἀλογόθροφο προσπάθειε μὲ τὰ λόγια τὸ ταίρι τοῦ Ἀγαμέμνονα κρυφὰ νὰ ξελογιάση. Ὡς τόσο ἀρνιόταν τ' ἄπρεπο τὸ κάμωμα ἡ πανώρια {{r|265}} ἡ Κλυταιμνήστρα στὴν ἀρχή, τ' εἶχε καλὴ τὴ γνώμη. Σιμά της κι ὁ τραγουδιστὴς ἀγρύπνα, ποὺ ὁ Ἀτρείδης νὰ τὴ φυλάη παράγγειλε μισεύοντας στὴν Τροία. Μὰ τότες ποὺ οἱ ἀθάνατοι ψηφίσαν τὸ χαμό της, τὸν παίρνει τὸν τραγουδιστὴ σὲ ρημονήσι ἐκεῖνος, {{r|270}} κι ἀφήνοντάς τον νὰ γενῆ ξεφάντωμα τῶν ὄρνιων, τὴ φέρνει σπίτι πρόθυμη καθὼς κι ὁ ἴδιος ἦταν. Ἀρίθμητα ἔψησε μεριὰ πὰς στοὺς βωμοὺς τῶν θεῶνε, μύρια στολίδια κρέμασε, καὶ τούλια καὶ χρυσάφια, ποὺ τέτοιο πρᾶμα ἀνόλπιστο καὶ μέγα ἔβγαλε πέρα. {{r|275}} Ὡς τόσο ἀπὸ τὴν Τροία ἐμεῖς ἐρχάμενοι, τοῦ Ἀτρέα ὁ γιὸς κι ἐγὼ, οἱ δυὸ βλάμηδες, περνούσαμε τὸ κῦμα· ὅμως στὸ Σούνι, τὸ ἱερὸ σὰ φτάσαμε ἀκρωτήρι τῶν Ἀθηνῶνε, ὁλόξαφνα ὁ Ἀπόλλωνας ὁ, Φοῖβος τὸ δόλιο τοῦ Μενέλαου χτυπάει καραβοκύρη, {{r|280}} μὲ τὶς λαμπρὲς του σαϊτιές, καὶ τὴ ζωή του παίρνει, ἐκεῖ ποὺ κράταε τοῦ γοργοῦ τοῦ καραβιοῦ τὸ δοιάκι, τὸ Φρόντη τοῦ Ὀνήτορα, ποὺ τοὺς ξεπέρναε ὅλους σὲ καραβιοῦ κυβέρνημα σὰ μάνιαζε ἀνεμούρα. Ἔτσι μποδίστη ὁ δρόμος του,  πολλὴ κι ἂν εἶχε βιάση, σὲ φίλο θέλοντας νεκρὸ στερνὲς τιμὲς νὰ δώση, {{r|285}} Μὰ ὅταν κι αὐτὸς στὰ μελανὰ τὰ πέλαγα ὄξω βγῆκε μὲ τὰ γοργὰ καράβια του, καὶ στὸ βουνὸ Μαλέα κατέβηκε ἀρμενίζοντας, τότες φριχτὸ ταξίδι ὁ Δίας ὁ βροντόφωνος  τοῦ τοίμασε, μὲ ἀνέμους ποὺ σφυριχτοὶ φυσούσανε,  καὶ κύματα σηκῶναν μέσα στὴν ἄγρια θάλασσα, πελώρια ἴσαμε ὄρη. {{r|290}} Καὶ χώρισε τὰ πλοῖα σὲ δυό· μέρος στὴν Κρήτη πέσαν, ποὺ κατοικοῦν οἱ Κύδωνες στοὺς ὄχτους τοῦ Ἰαρδάνου. Ἐκεῖ γκρεμνὸς πρὸς τὸ γιαλὸ γλιστρὸς ἁψηλοστέκει στῆς Γόρτυνας τὰ πέρατα, κι ὀμπρος στ' ἀχνὰ πελάγη· αὐτοῦ, πρὸς τή Φαιστὸ μεριά, φυσάει Νοτιὰς κι ἀμπώθει {{r|295}} μεγάλο κῦμα στὸ ζερβὸ τὸν κάβο· πέτρα τότες πίσω τὸ διώχνει μικρουλὴ τὸ κῦμα τὸ μεγάλο. Ἐκεῖ τὰ πλοῖα ξέπεσαν καὶ σπάσανε στὰ βράχια καὶ μετὰ βίας ἀπὸ χαμὸ γλυτώσανε οἱ ἀνθρῶποι· τὰ πέντε ὅμως μαυρόπλωρα καράβια ποὺ σωθῆκαν, τὰ τράβηξε στὴν Αἴγυπτο τῆς τρικυμιᾶς ἡ φόρα. {{r|300}} Πολὺ ἐκεῖ βιὸς συνάζοντας καὶ μάλαμα ὁ Μενέλαος, μὲ τὰ καράβια γύριζε σὲ ἀλλόγλωσσους ἀνθρώπους· στ' Ἄργος ὡς τόσο ὁ Αἴγιστος φριχτοὺς σκοποὺς τελώντας, Χρόνους ἑφτὰ βασίλεψε μὲς στὴ χρυσὴ Μυκήνη, τὸν Ἀγαμέμνονα ἔσφαξε καὶ δάμασε τὴ χώρα. {{r|305}} μὰ στοὺς ὀχτὼ πλακώνοντας ὁ θείος Ὀρέστης, ἀπ' τὴν Ἀθήνα κόβει τὸ φονιὰ τοῦ δοξαστοῦ γονιοῦ του, τον πονηρὸ τον Αίγισθο, το φονιά του τιμημένου του πατέρα. καὶ στοὺς Ἀργῖτες ἔδωσε τὸ νεκρικὸ τραπέζι, καὶ γιὰ τὸν ἄναντρο Αἴγιστο καὶ γιὰ τὴν ἔρμη μάνα. {{r|310}} Τὴν ἴδια μέρα τοῦ 'ρχεται κι ὁ ἀντρόφωνος Μενέλαος, μὲ πράματα ὅσα δύνουνταν τὰ πλοῖα του νὰ σηκώσουν. "Φίλε, κι ἐσὺ πολὺ μακριὰ στὰ ξένα μὴν πλανιέσαι, καὶ βιὸς στὸ σπίτι μὴν ἀφήνης, μὲ τέτοιους ἄτιμους μὴ σοῦ τὰ φᾶνε, {{r|315}} καὶ σοῦ βγῆ τοῦ κάκου αὐτὸς ὁ δρόμος. Ὡστόσο συβουλεύω σε νὰ σύρης στοῦ Μενέλαου, ποὺ εἶναι ὅτ' ἦρθε ἀπὸ λαοὺς ποὺ γυρισμὸ δὲ βλέπεις,   μιὰς κι ἀπ' ἀνέμους πλανηθῆς σ' ὅμοια μεγάλα κι ἄγρια {{r|320}} πελάγη, ποὺ μήτε πουλιὰ στὸ χρόνο· δὲ γυρνᾶνε. Τράβα μὲ τὸ καράβι σου καὶ μὲ τή συντροφιά σου, ἢ ἂν προτιμᾶς ἀπὸ στεριᾶς, νά, ἀλόγατα κι ἁμάξι· συνταξιδιῶτες ἔπαρε τοὺς γιούς μου, νὰ σὲ φέρουν στὴν ὥρια Λακεδαίμονα πού 'ναι ὁ ξανθὸς Μενέλαος. {{r|325}} Κι ἀτός σου παρακάλειε τον νὰ σοῦ πῆ τὴν ἀλήθεια, ἀγκαλὰ ψέμα δὲ θὰ πῆ, τὶ ἔχει περίσσια γνώση.”        Εἶπε· μὲ τὸ βασίλεμα πέφτει σκοτάδι ὡς τόσο, καὶ τότες λέει τοῦ Νέστορα ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα· {{r|330}}      “Σωστὰ μᾶς τά 'πες, γέροντα· ὅμως τὶς γλῶσσες κόψτε, καὶ βάλτε στὸ κρασὶ νερό, κι ἀφοῦ στὸν Ποσειδώνα καὶ στοὺς λοιποὺς ἀθάνατους στάξουμε στάλες, τότες ἂς πᾶμε καὶ γιὰ πλάγιασμα, τὶ ἡ ὥρα του ζυγώνει. Τὸ φῶς στὰ σκότη χάνεται, καὶ δὲν πολυταιριάζει {{r|335}} νὰ τὸ παρατραβήξουμε σὲ θεϊκὸ τραπέζι.”      Εἶπε τοῦ Δία ἡ κόρη αὐτὰ, κι οἱ ἄλλοι τὴν ἀκοῦσαν, Τότες νερὸ τοὺς ἔχυσαν οἱ κήρυκες στὰ χέρια, κι οἱ νέοι στεφανώσαντας μὲ τὸ κρασὶ κροντήρια, κάθε ποτήρι γέμισαν τὴν ἀπαρχὴ ἀφοῦ στάξαν· {{r|340}} ρίξαν τὶς γλῶσσες στὴ φωτιά, κι ἀφοῦ σταθῆκαν ὄρθιοι, κι ἔσταξαν στάλες κι ἤπιανε ὅσο ἤθελε ἡ καρδιά τους, ὁ θεόμορφος Τηλέμαχος κι ἡ Ἀθηνᾶ μαζί του, κατὰ τὸ πλοῖο τὸ κουφωτὸ κινήσανε, μὰ πίσω ὁ Νέστορας τοὺς κράτησε τοὺς δυό, κι αὐτὰ τοὺς εἶπε· {{r|345}}      “Ὁ Δίας κι οἱ ἄλλοι ἀθάνατοι θεοὶ νὰ μὴν τὸ δώσουν ἐσεῖς νὰ πᾶτε στὸ γοργὸ καράβι ἀπὸ τὰ μένα, σὰν ἀπὸ κάποιονε γυμνὸ κι ὁλόφτωχο στ' ἀλήθεια, ποὺ χράμια καὶ παπλώματα στὸ σπίτι του δὲν ἔχει, γιὰ νὰ κοιμᾶται μαλακὰ κι αὐτὸς κι οἱ ξένοι ποὺ ἔρθουν, {{r|350}} Μὰ ἐδῶ κι ἀπὸ παπλώματα κι ἀπ' ὥρια χράμια βρίσκει. Ποτὲς ὁ γιὸς τοῦ ἄντρα ἐκεινοῦ, τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα, δὲ θὰ πλαγιάση ἀκοίταχτος σὲ καραβιοῦ σανίδια, ὅσο ἐγὼ ζῶ, καὶ τέκνα μου στὸν πύργο μου ἀπομνήσκουν, τοὺς ξένους νὰ φιλεύουνε ποὺ τύχη ἐδῶ νὰ ρθοῦνε. {{r|355}} Κι ἡ γαλανόματη θεὰ τοῦ κρένει τότε ἐκείνου·      “Φρόνιμα τά 'πες, γέρο, αὐτά, καὶ πρέπει νὰ σ' ἀκούση, καὶ νά 'ρθη στὰ παλάτια σου ὁ Τηλέμαχος τὴ νύχτα.   Ἐγὼ στὸ μαῦρο πλοῖο τραβῶ νὰ κράξω τοὺς συντρόφους, {{r|360}} καὶ τό 'να τ' ἄλλο νὰ τοὺς πῶ σὰ μεγαλύτερός τους. Ὅλοι ἀπ' ἀγάπη οἱ νέοι αὐτοὶ κι οἱ συνομήλικοί του τὸ μεγαλόψυχο ὡς ἐδῶ Τηλέμαχο ἀκλουθῆσαν.   Ἐκεῖ λοιπὸν ἐγώ, σιμὰ στὸ μαῦρο πλοῖο πλαγιάζω, {{r|365}} καὶ τὴν αὐγὴ στοὺς Καύκωνες μισεύω, τοὺς λεβέντες, ποὺ κάποιο χρέος μοῦ χρωστοῦν, κι ὄχι καινούργιο χρέος, μήτε μικρό, κι ἐτούτονε, στοὺς πύργους σου μιὰς κι ἦρθε, μ' ἁμάξι ὁ γιός σου ἂς πάρη τον, κι ἀλόγατα τοῦ δίνεις, τὰ πιὸ ἀλαφρὰ στὸ τρέξιμο, τὰ πιὸ γερὰ στὸ πόδι.” {{r|370}}      Αὐτὰ σὰν εἶπε ἡ Ἀθηνᾶ ἡ γαλανοματοῦσα, ἔγινε ἀϊτὸς καὶ πέταξε· κι ὅσοι εἶδαν ξαφνιστῆκαν. Ἴδιος ὁ γέρος σάστισε τηρώντας τέτοιο θᾶμα, καὶ πιάνει τοῦ Τηλέμαχου τὸ χέρι καὶ τοῦ κρένει·      “Ὦ φίλε, ἐσὺ μήτε κακὸς μήτ' ἄναντρος δὲ θά 'σαι, {{r|375}} ἀφοῦ θεοὶ στὴ νιότη σου ὁδηγοὶ σὲ ἀκολουθᾶνε. Καὶ τοῦ Ὄλυμπου ἄλλος κάτοικος δὲν εἶναι ἐτοῦτος, μόνε ἡ κόρη ἡ τριτογέννητη κι ἡ δοξαστὴ τοῦ Δία, ποὺ ἀπ' τοὺς Ἀργῖτες ξέχωρα τὸν κύρη σου τιμοῦσε. Ἡ χάρη σου, ὦ βασίλισσα, λαμπρὴ ἂς μᾶς φέρνη δόξα, {{r|380}} κι ἐμένα, καὶ στὰ τέκνα μου, καὶ στὸ καλό μου ταίρι· κι ἐγὼ μιὰ πλατομέτωπη δαμάλα θὰ σοῦ σφάξω, χρονιάρικη, ποὺ σὲ ζυγὸ δὲν μπῆκε ἀνθρώπου ἀκόμα. καὶ θὰ τὴ σφάξω, ἀφοῦ καλὰ τὰ κέρατα χρυσώσω.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ τὴν προσευκὴ συνάκουσε ἡ Παλλάδα. {{r|385}} Κι ὁ Γερηνιώτης Νέστορας ξεκίνησε ὡς στὰ ὥρια παλάτια του, μὲ τοὺς γαμπροὺς κατόπι καὶ τοὺς γιούς του. Καὶ φτάνοντας στὰ ξακουστὰ τοῦ βασιλέα παλάτια, ἀράδα σ' ἕδρες καὶ θρονιὰ καθίσανε, κι ὁ γέρος κροντήρι σμίγει τους κρασί γλυκόπιοτο, ποὺ χρόνους {{r|390}} τό 'χε ἕντεκα ἡ κελάρισσα, καὶ τώρα τ' ἄνοιγέ τους, Αὐτὸ τοὺς ἔσμιξε νὰ πιοῦν, καὶ στάλα ἔχυσε χάμου, μ' εὐκὲς στοῦ αἰγιδόσκεπου τοῦ Δία τὴ θυγατέρα.        Καὶ στοὺς θεοὺς σὰν ἔσταξαν κι ἤπιαν ὅσο ἀγαποῦσαν, {{r|395}} κινήσανε γιὰ πλάγιασμα στὸ σπίτι του ὁ καθένας, μὰ τὸν Τηλέμαχο, τὸ γιὸ τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα, ὁ ἀλογολάτης Νέστορας τὸν κοίμισε στοῦ πύργου τὴ σάλα τὴν πολύβοη, σὲ τορνευτὸ κλινάρι, μὲ πλάγι τὸν Πεισίστρατο, τὸ λυγερὸ λεβέντη, {{r|400}} ποὺ ὄντας ἀκόμα ἀνύπαντρος στοῦ κύρη κατοικοῦσε. Ἴδιος ὁ γέρος πλάγιασε στὰ ὁλόβαθα τοῦ πύργου, σὰν ἔσιαξέ του ἡ σύγκλινη στρωσίδια καὶ κλινάρι.      Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, κι ὁ ἀλογολάτης Νέστορας σηκώθη ἀπὸ τὴν κλίνη, {{r|405}} κι ἦρθ' ὄξωθε καὶ κάθισε στὰ σκαλιστὰ λιθάρια, ποὺ ὁλόμπροστα στὶς ἀψηλὲς βρισκόντουσαν τὶς θύρες, ἄσπρα, γυαλιστερά. Ἐκεῖ καθόταν κι ὁ Νηλέας στὰ παλιὰ χρόνια, ποὺ ἤτανε στὴ γνώση θεὸς μονάχος. Ὅμως ἐκειόνε ὁ θάνατος τὸν ἔφερε στὸν Ἅδη, {{r|410}} καὶ τώρα φύλακας ἐκεῖ τῶν Ἀχαιῶν καθόταν ὁ ρήγας Νέστορας· σιμὰ κι οἱ γιοί του μαζευτῆκαν, ἀπὸ τὴν κλίνη ὅτ' ἤρθανε· ὁ Ἐχέφρονας, ὁ Στράτης, μὲ τὸν Περσέα ὁ Ἄρητος, κι ὁ ὁμοιόθεος Θρασυμήδης. Ἀδέρφι ἔχτο ὁ ἥρωας Πεισίστρατος τοὺς ἦρθε, {{r|415}} κι ἀντάμα τὸ θεόμοιαστο Τηλέμαχο σὰ βάλαν, ὁ ἀλογολάτης Νέστορας ἀρχίζει, ὁ Γερηνιώτης·      “Παιδιά μου, γλήγορα ἂς γενῆ ἡ ἀποθυμιά μου ἐτούτη, τὴν Ἀθηνᾶ ἀπὸ τοὺς θεοὺς νὰ ξιλεώσω πρώτη, ποὺ μοῦ 'ρθεν ὁλοφάνερη πὰς στὸ λαμπρὸ τραπέζι. {{r|420}} Ἕνας νὰ τρέξη στὴ βοσκὴ νὰ βρῆ καλὴ δαμάλα, ποὺ ὁ ἀγελαδάρης ὡς ἐδῶ κεντώντας θὰ τὴ φέρη· στὸ πλοῖο τοῦ μεγαλόψυχου Τηλέμαχου ἂς πάη ἄλλος, νὰ φέρη τοὺς συντρόφους του, καὶ μόνε δυὸ ἂς ἀφήση· τρίτος ἐδῶ τὸ χρυσοχὸ Λαέρκη νά 'ρθη ἂς κράξη, {{r|425}} τοῦ δαμαλιοῦ τὰ κέρατα γιὰ νὰ μαλαματώση. Μείνετ' οἱ ἄλλοι ἐσεῖς αὐτοῦ, καὶ στὰ παλάτια μέσα τραπέζια νὰ τοιμάσουνε στὶς παρακόρες πῆτε, νὰ φέρουν καὶ καθίσματα, ξύλα, νερὸ καθάριο.”      Αὐτὰ εἶπε, κι ὅλοι τρέξανε· κι ἦρθε ἡ δαμάλα ἀπέξω, {{r|430}} ἦρθαν τοῦ μεγαλόψυχου Τηλέμαχου οἱ συντρόφοι ἀπ' τὸ καράβι τὸ γερό, ἦρθε ὁ χαλκιὰς κρατώντας στὰ χέρια του τὰ σύνεργα τῆς χρυσικῆς· ἀμόνι, σφυρί, καλόφτιαστη μασιά. Ν' ἀποδεχτῆ ζυγώνει τὴν προσφορὰ κι ἡ Ἀθηνᾶ· δίνει χρυσάφι ὁ γέρος· {{r|435}} δουλεύει το καὶ χύνει το στὰ κέρατα ὁ τεχνίτης, γιὰ νὰ χαρῆ τηρώντας το ἡ Ἀθηνᾶ, καὶ σέρνουν ἀπὸ τὰ κέρατα τὸ ζῶ ὁ Ἐχέφρονας κι ὁ Στράτης.   Κι ἔφερνε ὁ Ἄρητος νερὸ σὲ πλουμιστὸ λεγένι, {{r|440}} τριφτὸ κριθάρι πανεριὰ κρατώντας στ' ἄλλο χέρι· πελέκι κράταε κοφτερὸ ὁ λεβέντης Θρασυμήδης, τὸ ζῶ νὰ κόψη. Σήκωνε ὁ Περσέας τὴ γαβάθα, κι ὁ γέρος μὲ τὸ νίψιμο καὶ τὸ τριφτὸ κριθάρι ἔκανε ἀρχὴ καὶ τὴ θεὰ θερμοπαρακαλοῦσε, {{r|445}} στὴ φλόγα ἀπάνω ρίχνοντας τοῦ κεφαλιοῦ τὶς τρίχες.      Καὶ σάνε προσευκήθηκαν κριθάρι πασπαλώντας, τότες τοῦ Νέστορα μεμιὰς ὁ γιὸς ὁ ἀντρειωμένος ὁ Θρασυμήδης ζύγωσε καὶ βάρεσε· τὰ νεῦρα κόβουντ' ἀμέσως τοῦ ζνιχιοῦ, καὶ παραλεῖ ἡ δαμάλα· {{r|450}} κόρες καὶ νύφες σκούζουνε, σκούζει κι ἡ Εὐρυδίκη, τοῦ Κλύμενου ἡ πρωτότοκη, τοῦ Νέστορα τὸ ταίρι, Κι οἱ ἄλλοι καθὼς κράταγαν τὸ ζῶ ἀνασηκωμένο, τοὺς τό 'σφαξε ὁ Πεισίστρατος, τὸ πρῶτο παλληκάρι. Κι ἀπὸ τὰ κόκκαλα ἡ ψυχὴ μὲ τὸ αἶμα σὰν τοῦ βγῆκε, {{r|455}} μεμιὰς τὸ κομματιάσανε καὶ τὰ μεριὰ λιανίσαν, ὅλα σωστά· τὰ τύλιξαν μὲ σκέπη, τὰ διπλῶσαν, ὠμὰ κομμάτια ἀπὸ παντοῦ τοὺς θέσανε, κι ὁ γέρος στὶς σκίζες τά 'καιε μὲ κρασὶ φλογάτο ραίνοντάς τα· κι οἱ νέοι τὰ πεντόσουβλα κρατούσανε σιμά του. {{r|460}} Καὶ σὰν καῆκαν τὰ μεριὰ καὶ γεύτηκαν τὰ σπλάχνα, κόψαν καὶ τ' ἄλλα, στὸ σουβλὶ τὰ πέρασαν, καὶ τότες τὰ ψήσανε, τὰ μυτερὰ σουβλιά 'χοντας στὰ χέρια.      Καὶ τοῦ Τηλέμαχου λουτρὸ τοῦ δίνει ἡ Πολυκάστη, κόρη στερνὴ τοῦ Νέστορα, τοῦ γόνου τοῦ Νηλέα. {{r|465}} Καὶ σὰν τόνε καλόλουσε, τὸν ἄλειψε μὲ λάδι, καὶ μ' ὄμορφο τὸν ἔντυσε χιτώνα καὶ χλαμύδα, ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸ λούσιμο μὲ τοὺς θεοὺς παρόμοιος καὶ πῆγε κάθισε σιμὰ στὸ Νέστορα τὸ ρήγα. Καὶ τ' ἀποπάνω κρέατα σὰν ψῆσαν καὶ τὰ βγάλαν, {{r|470}} στὸ φαγοπότι κάθισαν, καὶ τίμια παλληκάρια σκωθῆκαν καῖ κερνούσανε μὲ τὰ χρυσὰ ποτήρια. Κι ἀπὸ φαγὶ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράθηκε ἡ καρδιά τους, αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Νέστορας τοὺς εἶπε ὁ ἀλογολάτης.      “Παιδιά μου, τοῦ Τηλέμαχου φέρτε μεμιὰς καὶ ζέψτε {{r|475}} τὰ ὡριότριχα τ' ἀλόγατα, νὰ καλοταξιδέψη.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ τὸν ἄκουσαν, κι εὐτὺς στ' ἁμάξι ζέψαν τ' ἀλόγατα τὰ γλήγορα. Κελάρισσα τοὺς βάζει   ψωμί, προσφάγι καὶ κρασὶ, σὰν πὄχουν οἱ ρηγάδες. {{r|480}} Πα στ' ὥριο ἁμάξι ἀνέβηκε ὁ Τηλέμαχος, καὶ δίπλα ὁ ἀσίκης ὁ Πεισίστρατος τὰ χαλινάρια πῆρε καὶ τ' ἄλογα μαστίγωσε· πρόθυμ' αὐτὰ πετάξαν στοὺς κάμπους, πίσω ἀφήνοντας τὴν ἁψηλὴ τὴν Πύλο. Πὰς στὰ λαιμά τους ὁ ζυγὸς ὁλημερὶς κουνοῦσε, {{r|485}} μὰ ὁ ἥλιος σὰ βασίλεψε, κι ἀπόσκιωναν οἱ δρόμοι, στὶς Φῆρες σταματήσανε, στοὺς πύργους τοῦ Διοκλέα, ποὺ ἤτανε γιὸς τοῦ Ὀρσίλοχου, καὶ ποὺ τ' Ἀλφειοῦ ἦταν 'γγόνι.   Ἐκεῖ ξενύχτησαν, κι αὐτὸς φιλόξενα τοὺς δέχτη. {{r|490}}      Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, ζέψανε, κι ἀν,εβήκανε στ' ὡριόφαντο τ' ἁμάξι, κι ἀφήκανε τὰ ξώθυρα τοῦ βουητεροῦ τοῦ πύργου· δίνει βιτσιὰ στ' ἀλόγατα, κι αὐτὰ γοργοπετάξαν, κι ἴσια στοὺς κάμπους τοὺς σπαρτοὺς κατέβηκαν πετώντας, {{r|495}} καὶ δρόμο κόψανε πολὺ μὲ τὴν ὁρμὴ ποὺ πῆραν. Κι ἔγειρ' ὁ ἥλιος τὸ βράδυ, κι ἀπόσκιασαν οἱ δρόμοι. </poem> 5ph7zcledw1asr59y73o2fkzqo23qcx Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/δ 0 15737 166704 93715 2026-06-25T09:31:06Z Sarri.greek 10495 κάθε 5 στίχους {{r|5}} / πριν το 140 χρειάζεται κενό? 166704 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οδύσσεια | συγγραφέας = Όμηρος | μεταφραστής= Αργύρης Εφταλιώτης | ενότητα = Ραψωδία δ | επόμενο = [[../ε|Ραψωδία ε]] | προηγούμενο= [[../γ|Ραψωδία γ]] | σημειώσεις = }} <poem> Κάτου στῆς Λακεδαίμονας τὰ βραχοκάμπια φτάνουν, καὶ στὰ παλάτια ξεκινοῦν τοῦ δοξαστοῦ Μενέλαου. Βρῆκαν τον κι ἔκανε χαρὰ μὲ περισσούς δικούς του, τὶ γιὸ καὶ κόρη πάντρευε στὸ σπιτικό του μέσα. Στοῦ ἀτρόμητου Ἀχιλλέα τὸ γιὸ τὴν κόρη του προβόδα, {{r|5}} ποὺ ἀπὸ τήν Τροία τὴν ἔταξε καὶ λόγο τοῦ εἶχε δώσει, καὶ τώρα τέλος φέρνανε οἱ ἀθάνατοι στὸ γάμο. Μὲ ἀλόγατα καὶ μ' ἅμαξες τὴν ἔστελνε στὴ χώρα τῶ Μυρμιδόνων τὴ λαμπρὴ, ποὺ βασιλιάς τους ἦταν, Καὶ γιὰ τὸ γιό του διάλεξε τοῦ Ἀλέχτορα τὴν κόρη {{r|10}} στὴ Σπάρτη· ὁ χαδεμένος του λεβέντης Μεγαπένθης ἦταν αὐτὸς, κι ἡ μάνα του σκλαβούλα, τὶ ἡ Ἑλένη ἄλλο παιδὶ δὲ γέννησε κατόπι τῆς Ἑρμιόνης τῆς ὥριας, ποὺ χρυσόλαμπε σὰν ἴδια ἡ Ἀφροδίτη.      Ἔτσι μὲς στὸ πεντάψηλο ξεφάντωναν παλάτι {{r|15}} ὅλ' οἱ γειτόνοι κι οἱ δικοὶ τοῦ δοξαστοῦ Μενέλαου, καὶ γλέντιζαν ὁ θεϊκὸς τραγουδιστὴς κοντά τους τραγούδαε λύρα παίζοντας, καὶ στὸ σκοπό του ἀπάνω δυὸ χορευτάδες πηδηχτὰ καταμεσὶς σβουρίζαν.      Στὰ πρόθυρα ὁ παλληκαρὰς Τηλέμαχος κι ὁ γιόκας {{r|20}} τοῦ Νέστορα ὁ περίλαμπρος μὲ τ' ἄλογα σταθῆκαν. Προβγαίνει κι ἀγναντεύει τους ὁ ἄξιος Ἐτεωνέας, πιστὸς παραστεκάμενος τοῦ δοξαστοῦ Μενέλαου, καὶ στὸ παλάτι μήνυμα τοῦ βασιλέα τοῦ φέρνει, σιμά του στέκοντας, μ' αὐτὰ τὰ φτερωμένα λόγια· {{r|25}}       “Ὦ διόθρεφτε Μενέλαε, δυὸ ξένοι ἐδῶ φανῆκαν, ποὺ σὰν τοῦ Δία μοιάζει τους τὸ γένος τοῦ μεγάλου. Καὶ πὲς ἂν θὰ τοὺς λύσουμε τ' ἀλόγατα ἀπ' τ' ἁμάξι, ἢ σ' ἄλλους νὰ τοὺς στείλουμε φιλοξενιὰ νὰ βροῦνε.”      Καὶ τοῦ ξανθοῦ Μενέλαου τοῦ βαριοφάνη, κι εἶπε· {{r|30}} “Δὲν ἤσουν ἄλλοτες ἐσὺ κουτός, μωρ' Ἐτεωνέα, μὰ τώρ' ἀλήθεια σὰ μωρὸ παιδὶ μοῦ συντυχαίνεις. Τάχα δὲ φάγαμε κι ἐμεῖς σὲ σπίτια ἀνθρώπων ἄλλων, πρὶν νά 'ρθουμε, κι ἀπὸ δεινὰ μᾶς λευτερώση ὁ Δίας; Μόν' ἔλα λῦσ' τ' ἀλόγατα τῶν ξένων κι ἔμπασέ τους, {{r|35}} νὰ κάτσουν καὶ νὰ καλοφᾶν καὶ νὰ χορτάσουν πρῶτα.”      Εἶπε κι ἐκεῖνος χύθηκε καὶ φώναξε τοὺς ἄλλους πρόθυμους δούλους κι εἶπε τους κατόπι του νὰ τρέξουν. Καὶ τὰ δρωμένα τ' ἄλογα ξεζέψαν ἀπ' τ' ἁμάξι, καὶ στ' ἀλογήσα τὰ παχνιὰ τὰ δέσαν, καὶ τούς βάλαν {{r|40}} νὰ φᾶνε ζειὰ ἀνακατευτὴ μὲ κάτασπρο κριθάρι. Στὰ ξώτοιχα τὸ ὁλόλαμπρο τ' ἁμάξι τότες γείραν, κι ἐκείνους μὲς στ' ἀρχοντικὸ τοὺς φέραν· κι αὐτοὶ ἰδόντας τοῦ διόθρεφτου τοῦ βασιλιᾶ τοὺς πύργους, ἀποροῦσαν, τ' εἶχαν τὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ καὶ τοῦ ἥλιου τὴ λαμπράδα {{r|45}} τὰ σπίτια τ' ἁψηλόσκεπα τοῦ δοξαστοῦ Μενέλαου. Καὶ σὰν τὰ σεριανίσανε καὶ χάρηκε ἡ ψυχή τους, μπήκανε μὲς στὶς σκαλιστὲς τὶς γοῦρνες καὶ λουστῆκαν. Καὶ σὰν τοὺς λοῦσαν κοπελιὲς κι ἀλεῖψαν τους μὲ λάδι, καὶ τοὺς φορέσανε κρουστὲς χλαμύδες καὶ χιτῶνες, {{r|50}} πὰς σὲ θρονιὰ τοὺς κάθισαν σιμὰ στὸ γιὸ τοῦ Ἀτρέα. Καὶ μπρίκι γιὰ τὸ νίψιμο τοὺς φέρνει τότε ἡ βάγια, ὥριο, χρυσό, καὶ χύνει τους στὴν ἀργυρὴ λεγένη, κι ὕστερα στρώνει ἀντίκρυ τους γυαλιστερὸ τραπέζι. Σεμνὴ κελάρισσα ἔφερε ψωμὶ καὶ παραθέτει, {{r|55}} κι ἀπὸ τὰ καλοφάγια της τοὺς φίλεψε περίσσια. Καὶ στὰ πινάκια ὁ μοιραστὴς τὰ κρέατα ἀραδιάζει, καὶ θέτει χρυσοπότηρα ὀμπροστά τους. Κι ὁ Μενέλαος τοὺς χαιρετάει τοὺς δυὸ μαζὶ, κι αὐτὰ τοὺς συντυχαίνει·       “Ἁπλῶστε χέρι στὸ φαγί, χαρῆτε το· κατόπι {{r|60}} σὰν καλοφᾶτε, σᾶς ρωτῶ ποιοί νά 'στε, κι ἀποποῦθε. Τὸ αἶμα σας τὸ γονικὸ δὲν εἶναι ἐσᾶς χαμένο, παρὰ θεόθρεφτων παιδιὰ θένα 'στε βασιλιάδων, τὶ ἀνθρῶποι δὲ γεννοῦν κοινοὶ παλληκαράδες τέτοιους.”      Εἶπε, κι ὀμπρός τους ἔθεσε ραχόψαχνα βοδήσα, {{r|65}} ψητά, ποὺ ἐκείνου τά 'χανε βαλμένα γιὰ τιμή του. Κι αὐτοὶ τὰ χέρια ἁπλώνανε στὰ καλοφάγια ὀμπρός τους. Κι ἀπὸ πιοτὸ κι ἀπὸ φαῒ σὰ φράθηκε ἡ καρδιά τους, στοῦ Νέστορα ὁ Τηλέμαχος τὸ τέκνο συντυχαίνει, ὁλόσιμά του σκύβοντας, νὰ μὴν ἀκοῦν οἱ ἄλλοι· {{r|70}}       “Γιὰ κοίτα, γιὲ τοῦ Νέστορα, καὶ φίλε τῆς καρδιᾶς μου, χαλκὸς ποὺ ἀστράφτει μὲς σ' αὐτὰ τὰ βουητερὰ παλάτια, τὸ μάλαμα καὶ τὸ ἤλεχτρο, τὸ φίλντισί, τ' ἀσήμι. Τέτοιες θένα 'ναι κι οἱ αὐλὲς τοῦ Δία τοῦ Ὀλυμπήσου· ἀρίφνητα καλὰ θωρῶ, καὶ θαμασμὸς μὲ πιάνει.” {{r|75}}      Καὶ τὸν ἀπείκασε ὁ ξανθὸς Μενέλαος σὰ μιλοῦσε, καὶ τοὺς φωνάζει καὶ λαλεῖ μὲ φτερωμένα λόγια·       “Ποιός ἄνθρωπος, παιδάκια μου, μετριέται μὲ τὸ Δία; ἀθάνατοί 'ναι οἱ πύργοι του καὶ τὰ καλά του ἐκείνου· θνητὸς μονάχα στὰ καλὰ μ' ἐμένανε μετριέται, {{r|80}} ἢ κι ὄχι· τὶ μὲ πάθια μου καὶ μὲ πολλὰ ταξίδια μὲς στὰ καράβια τά 'φερα χρόνους ὀχτὼ γυρνώντας· Κύπρο, Φοινίκη διάβηκα, Αἴγυπτο, Αἰθιοπία, καὶ Σιδονιῶτες κι Ἐρεμπούς, καὶ τῆς Λιβύας τὴ χώρα, ἐκεῖ ποὺ πάντοτες τ' ἀρνιὰ μὲ κέρατα γεννιοῦνται, {{r|85}} καὶ τρεῖς φορὲς τὰ πρόβατα γεννοβολοῦν τὸ χρόνο. Μήτε τοῦ νοικοκύρη ἐκεῖ καὶ μήτε τοῦ πιστοῦ του δὲ λείπει κρεάσι καὶ τυρὶ καὶ τὸ γλυκὸ τὸ γάλα· τὶ τό 'χουν ὅσο θὲς ἐκεῖ τὸ γάλα καὶ τ' ἀρμέγουν. Καὶ βιὸς πολὺ συνάζοντας ἐγὼ καθὼς πλανιόμουν, {{r|90}} ἄλλος κρυφὰ κι ὁλόξαφνα τὸν ἀδερφό μου τότες μὲ τήν ἀπάτη σκότωνε τῆς ἔρμης του γυναίκας· καὶ νά, γιατὶ δὲ χαίρουμαι τὰ πλούτια αὐτὰ ποὺ ὁρίζω. Θὰ τὰ γρικήσατε κι ἐσεῖς αὐτὰ ἀπὸ τοὺς γονιούς σας, ὅποιοι κι ἂν εἶναι, τὶ ἔπαθα πολλά, μοῦ χάθη σπίτι {{r|95}} καλότυχο καὶ μὲ καλὰ περίσσια πλουτισμένο. Μακάρι νὰ μοῦ μνήσκανε τὸ τρίτο μὲς στοὺς πύργους, κι οἱ ἄντρες νὰ γλυτώνανε ποὺ μᾶς χαθῆκαν τότες στὴν Τρωάδα τὴν πλατύχωρη, μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα. Ὅλους ἐγὼ τοὺς κλαίω ἐκειοὺς καὶ δέρνουμαι, κλεισμένος {{r|100}} σὰν κάθουμαι πολλὲς φορὲς σ' αυτά μου τὰ παλάτια, κι ὦρες στὸ κλάμα χαίρουμαι, ὦρες τὸ κόβω πάλε, τὶ γλήγορα χορταίνεται τὸ κρύο τὸ μοιρολόγι. Μὰ τούτους ὅλους δὲ θρηνῶ, κι ἂς καίγετ' ἡ καρδιά μου, ὅσο ἕναν, ποὺ ποθώντας τον ὄρεξη χάνω κι ὕπνο· {{r|105}} γιατ' Ἀχαιὸς δὲν τράβηξε τὰ ὅσα ὁ Ὀδυσσέας. Μὰ ἡ μοῖρα τό 'θελε πολλὰ νὰ πάθη αὐτός, κι ἐμένα νὰ τρώη ὁ πόνος του ὁ σκληρός, ποὺ τόσους χρόνους λείπει, κι ἀνίσως ζῆ ἢ ἀπέθανε κανένας δὲ γνωρίζει. Καὶ θὰ τὸν κλαῖνε τώρ' αὐτὸν ὁ γέρος ὁ Λαέρτης {{r|110}} κι ἡ Πηνελόπη ἡ γνωστικιά, θὰ τόνε κλαίη κι ὁ γιός τους, ποὺ ἀπὸ τὸ σπίτι φεύγοντας μωρὸ τὸν εἶχε ἀφήσει.”      Εἶπε, κι αὐτὸς λαχτάρηξε νὰ κλάψη τὸ γονιό του. Χάμου ἕνα δάκρυο του ἔχυσε γρικώντας τ' ὄνομά του, κι ὀμπρὸς στὰ μάτια σήκωσε τὴν πορφυρένια χλαίνα {{r|115}} μὲ τὰ δυὸ χέρια. Τό 'νιωσε ὁ Μενέλαος, καὶ μονάχος τὸ βαθιογύριζε στὸ νοῦ καὶ στήν ψυχή του μέσα, νὰ τὸν ἀφήση ὁ ἴδιος του νὰ πῆ γιὰ τὸ γονιό του, ἢ πρῶτος νὰ ρωτήξη αὐτὸς καὶ ξέταση νὰ κάνη;      Κι ἐκεῖ ποὺ αὐτὰ μελέταγε στὸ νοῦ καὶ στὴν ψυχή του, {{r|120}} ἡ Ἑλένη ἀπὸ τ' ἀνώγια της τὰ μοσκομυρισμένα προβάλλει σὰν τὴν Ἄρτεμη τὴ χρυσοσαγιτοῦσα. Σιμά της στήνει ἡ Ἄδραστη θρονὶ καλοφτιασμένο, ἡ Ἀλκίππη μάλλινο ἁπαλὸ φέρνει χαλὶ κι ἁπλώνει, καὶ τὸ πανέρι τ' ἀργυρὸ φέρν' ἡ Φυλώ, ποὺ δῶρο {{r|125}} ἡ Ἀλκάντρα τῆς τὸ χάρισε ἡ γυναίκα τοῦ Πολύβου, ποὺ ζοῦσε καὶ λημέριαζε στὴν Αἴγυπτο στὶς Θῆβες, καὶ ποὺ εἶχε πλούτια ἀρίφνητα στὸ σπιτικό του μέσα. Ἔδωσ' ἐκεῖνος δυὸ ἀργυρὰ λουτρὰ τοῦ γιοῦ τοῦ Ἀτρέα, δυὸ τρίποδα, καὶ μάλαμα τάλαντα δέκα χώρια· δῶρα ἡ κερά του διαλεχτὰ χαρίζει τῆς Ἑλένης, {{r|130}} χρυσή ἀληκάτη, κι ἀργυρὸ πανέρι πὰς στὶς ρόδες, μὲ χρυσωμένα ὁλόγυρα τοῦ πανεριοῦ τὰ χείλη. Αὐτὸ δὰ τῆς παράθεσε ἡ Φυλὼ ἡ παρακόρη, γεμάτο νῆμα δουλευτό, κι ἀπάνω ἡ ἀληκάτη μὲ τὸ βαθιόχρωμο μαλλί, θεμένη πέρα ὡς πέρα. {{r|135}} Καθίζει ἀπάνω στὸ θρονί, μ' ἀκουμποπόδι ὀμπρός της ἡ Ἑλένη, καὶ τὸν ἄντρα της καλορωτάει νὰ μάθη.       “Ὦ διόθρεφτε Μενέλαε, γνωρίζουμ' ἐμεῖς τάχα ἐτοῦτοι ποὺ μᾶς ἤρθανε σὰν ποιοί παινιένται νά 'ναι; {{r|140}} Ἀλήθεια, ἢ ψέματα θὰ πῶ; δὲν τὸ βαστῶ πιὰ μέσα. Ποτές μου δὲν εἶδ' ἄνθρωπο, ἄντρα ἢ γυναίκα, τόσο νὰ μοιάζη ἀνθρώπου, ὅσο αὐτὸς — θαμάζω βλέποντάς τον— ὁ γιὸς τοῦ μεγαλόκαρδου Ὀδυσσέα μοιάζει νά 'ναι, ὁ νέος Τηλέμαχος, ποὺ ἐκειὸς μικρὸ τὸν εἶχε ἀφήσει {{r|145}} γιὰ μένα τὴν ἀσύστατη σὰν τρέξατε στὴν Τροία στὸ νοῦ σας πόλεμο ἔχοντας ἀπόκοτο ὅλοι τότες.”      Κι ὁ ξανθουλὸς Μενέλαος γυρίζει καὶ τῆς κρένει· “Κι ἐγώ, γυναίκα, νιώθω τα καθὼς ἐσὺ τὰ κρίνεις· τέτοια τὰ πόδια του ἐκεινοῦ, τὰ χέρια κι οἱ ματιές του, {{r|150}} τέτοιο καὶ τὸ κεφάλι του κι ἀπάνωθέ του ἡ κόμη. Καὶ καθὼς τώρα θύμιζα τὸν Ὀδυσσέα, δηγώντας τὰ ὅσα ἐκεῖνος ἔπαθε καὶ πόφερε γιὰ μένα, αὐτὸς πικρὸ κατέβαζε στὸ πρόσωπό του δάκρυο, κι ὀμπρὸς στὰ μάτια σήκωνε τήν πορφυρένια χλαίνα.” {{r|155}}      Καὶ τότε ὁ γιὸς τοῦ Νέστορα ὁ Πεισίστρατος τοῦ κάνει· “Ὦ διόθρεφτε Μενέλαε κι ἀρχοντογιὲ τοῦ Ἀτρέα, ἐκείνου γιὸς εἶν' ἀπεδῶ στ' ἀλήθεια, καθὼς εἶπες· εἶναι ὅμως στοχαζούμενος καὶ δὲν κοτάει ὁ νοῦς του ὅ,τι πρωτόηρθε, ἀνέπρεπα νὰ κρένη λόγια ὀμπρός σου, {{r|160}} ἐδῶ ποὺ σὰ φωνὴ θεοῦ ἡ φωνή σου μᾶς γλυκαίνει. Μ' ἔστειλ' ἐμένα ὁ Νέστορας, ὁ ἀλογογνώστης ρήγας, νὰ τόνε συνοδέψω αὐτὸν, τὶ νὰ σὲ δῆ ποθοῦσε, ἴσως καὶ λόγο ἢ κάμωμα στὸ λογισμό του βάλης. Γονιοῦ ποὺ ξενικεύτηκε παιδὶ πολλὰ παθαίνει {{r|165}} στὸ σπίτι του, ἂ δὲν τοῦ 'ρχεται βοήθεια ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἔτσι καὶ τοῦ Τηλέμαχου λείπει ὁ γονιός του, κι ἄλλοι στὰ βάσανά του γλυτωμὸ δὲν ἔρχουνται νὰ φέρουν.”      Κι ὁ ξανθουλὸς Μενέλαος τοῦ ἀπολογιέται τότες· “Ἀλήθεια, γιὸς ἀγαπητοῦ μοῦ 'ρθε στὸ σπίτι ἀνθρώπου, {{r|170}} ποὺ γιὰ τὰ μένα τράβηξε κόπους κι ἀγῶνες μύριους· κι εἶπα, θὰ τόνε φίλευα ἀπὸ κάθε ἄλλον Ἀργίτη ξέχωρα, ἂν τότες ἔδινε ὁ Δίας ὁ βροντορίχτης νὰ ρθοῦμε ἀντάμα, στὰ γοργὰ ἀρμενίζοντας καράβια. Μὲς στ' Ἄργος θένα τοῦ 'φτιανα καὶ χώρα καὶ παλάτι, {{r|175}} ἀπὸ τὸ Θιάκι φέρνοντας μ' αὐτὸν καὶ τὰ καλά του, τὸ γιό του κι ὅλο τὸ λαό, κι ἁρπώντας του μιὰ χώρα ἀπ' ὅσες γύρω βρίσκουνται κι ἐμένα προσκυνᾶνε. Ἐδῶ συχνὰ θὰ σμίγαμε, καὶ δὲ θὰ χώριζε ἄλλο τὸ φιλευτή του ἐμένανε ἀπ' ἐκειὸν τὸ φιλεμένο, {{r|180}} παρὰ τὸ μαῦρο σύννεφο τοῦ Χάρου σὰν ἐρχόταν. Γραφτὸ ὅμως ἤτανε ὁ θεὸς νὰ τὰ φτονέση ἐτοῦτα, καῖ μόνο ἐκείνου ν' ἀρνηθῆ τὸ γυρισμὸ τοῦ δόλιου.”      Εἶπε, καὶ σ' ὅλους ἔδωσε μοιρολογιοῦ λαχτάρα. Κλαίγ' ἡ Ἑλένη ἡ Ἀργίτισσα, τοῦ Δία ἡ θυγατέρα, {{r|185}} κλαίει ὁ καλὸς Τηλέμαχος κι ὁ γιὸς τοῦ Ἀτρέα Μενέλαος, καὶ μήτε ὁ γιὸς τοῦ Νέστορα στεγνὰ δὲν εἶχε μάτια· τὶ τὸν Ἀρχίλοχο κι αὐτὸς τὸν ἄσφαλτο θυμήθη, ποὺ ὁ γόνος τῆς λαμπρῆς Ἠῶς τὸν εἶχε σκοτωμένο· αὐτὸν θυμώντας μίλησε μὲ λόγια φτερωμένα· {{r|190}}       “Τοῦ Ἀτρέα γιέ, πιὸ γνωστικὸ μὲς στούς ἀνθρώπους ὅλους ὁ γέρος σὲ εἶπε Νέστορας μιλώντας γιὰ τὰ σένα στὸ σπίτι, σὰ ρωτιούμασταν ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον. Καὶ τώρα, ἂ γίνεται, ἄκου με· γιατὶ στὸ δεῖπνο ἀπάνω δὲν τ' ἀγαπῶ τὰ κλάματα· μὰ θὰ ξανάρθη ἡ Αὐγούλα. {{r|195}} Δὲ λέω πὼς ὅποιον παίρνει μας ὁ Χάρος νὰ μὴν κλαῖμε. Αὐτὸ δὰ μόνο δῶρο τους ἔχουν οἱ δόλιοι ἀνθρῶποι, ἡ κομη νὰ κουρεύεται, νὰ τρέχουνε τὰ δάκρια. Κι ἐμένα ἀπέθανε ἀδερφός, ποὺ στοὺς Ἀργῖτες μέσα δὲν ἦταν ὁ χερότερος, καὶ ποὺ γνωστός σου θά 'ναι· {{r|200}} δὲν τόνε γνώρισα κι ἐγώ· λένε πὼς πρῶτος ἦταν ὁ Ἀντίλοχος στὸ τρέξιμο, κι ἀδάμαστος στὴ μάχη.”      Κι ὁ ξανθομάλλης τοῦ ἀπαντάει Μενέλαος καὶ τοῦ κάνει· “Φίλε, ποὺ φρόνιμα λαλεῖς, κι ὅσα ἄνθρωπος μὲ γνώση καὶ πιὸ μεγάλος θά 'λεγε καὶ θά 'κανε· ἀπὸ τέτοιον {{r|205}} ὄντας γονιό, δὲ δύνεσαι παρὰ σοφὰ νὰ κρένης. Εὔκολ' ἀκούγεται ἡ γενιὰ τοῦ ἄντρα ποὺ ὁ γιὸς τοῦ Κρόνου καλὸ τοῦ φέρνει ριζικὸ σὲ γάμο καὶ σὲ γέννα. Ἔτσι τοῦ Νέστορα ἔδωκε ὁ Δίας μιὰ γιὰ πάντα, {{r|210}} κι ὁ ἴδιος νά 'χη γερατειὰ καλὰ στ' ἀρχοντικό του, καὶ γιοὺς νὰ κάμη φρόνιμους καὶ στ' ἄρματα μεγάλους. Μὰ ἂς πάψουμε τὰ κλάματα, ποὺ αὐτὰ γενῆκαν τότες· στὸ δεῖπνο τώρα ἂς ἔρθουμε, νερὸ στὰ χέρια ἂς χύσουν, καὶ μὲ τὸ χάραμα αὔριο ξαναρχινοῦν τὰ λόγια, {{r|215}} ποὺ κι ὁ Τηλέμαχος κι ἐγὼ θὰ ποῦμε ἀνάμεσα μας.”      Εἶπε, κι ὁ Ἀσφάλης τὸ νερὸ τοὺς ἔχυσε στὰ χέρια, ὁ σβέλτος κι ἄξιος παραγιὸς τοῦ δοξαστοῦ Μενέλαου. Κι ἁπλῶσαν χέρια στὰ ἕτοιμα φαγιὰ πού 'χαν ὀμπρός τους.      Τότες αὐτὸ σοφίστηκε τοῦ Δία ἡ κόρη Ἑλένη· {{r|220}} ἀπ' ὅπου πίνανε κρασὶ τοὺς ἔριξε βοτάνι, συχαστικὸ κι ἀνέχολο, ποὺ κάθε πόνο πνίγει. Ὅποιος αὐτὸ τὸ καταπιῆ σμιγμένο στὸ κροντήρι, ὁλημερὶς δὲ χύνεται στὸ μάγουλο του δάκρυο, μὰ κι ἄξαφνα ἂν ἡ μάνα του ἢ ὁ κύρης τοῦ πεθάνη, {{r|225}} ἢ κι ὀμπροστὰ στὰ μάτια του μὲ τὸ μαχαίρι ἂν κόβουν ἀγαπημένο ἀδέρφι του, ἢ γιὸ μονάκριβό του. Τέτοια 'χε γιατροβότανα καλὰ τοῦ Δία ἡ κόρη· τά 'χε δοσμένα ἡ σύγκοιτη τοῦ Θώνα ἡ Πολυδάμνα, στὴν Αἴγυπτο, ποὺ ἀρίθμητα ἡ πλούσια ἡ γῆς τὰ βγάζει, {{r|230}} ἄλλα καλὰ στὸ σμίξιμο κι ἄλλα φαρμακωμένα· γιατρὸς καθένας εἶν' ἐκεῖ παράξιος μὲς στὸν κόσμο, τὶ ὅλοι τους τὸν Παιήονα γνωρίζουν πρόγονό τους. Καὶ μέσα αὐτὰ σὰν τά 'ριξε, κι εἶπε νὰ τοὺς κεράσουν, πάλε ἄρχισε τὸ μιλητό, κι αὐτὰ τοὺς συντυχαίνει· {{r|235}}       “Ὦ διόθρεφτε Μενέλαε, κι ἐσεῖς ἐδῶ βλαστάρια λαμπρῶν ἀντρῶν, — γιατὶ ὁ θεὸς ὁ Δίας μᾶς χαρίζει ἄλλου καλὸ κι ἂλλου κακό, καὶ δύνεται τὰ πάντα,— ἐδῶ τώρα ποὺ κάθεστε καὶ τρῶτε στὸ παλάτι, καὶ μὲ μιλιὲς γλεντίζετε, σὰν κάτι ποὺ ταιριάζει {{r|240}} θὰ πῶ σας. Εἶναι ἀδύνατο νὰ δηγηθῶ σας ὅλους τοῦ σιδερόκαρδου Ὀδυσσέα τοὺς πάμπολλους ἀγῶνες· ἕνα θὰ πῶ ὅμως ποὺ ἔπραξε ὁ ἀτρόμητος ἐκεῖνος, στὴν Τροία, ποὺ τοὺς Ἀχαιοὺς μύρια τοὺς πέσαν πάθια· τότες ποὺ χάραξε κακὰ σημάδια στὸ κορμί του, {{r|245}} ντύθηκε ροῦχα φτωχικά, καὶ μοιάζοντας μὲ δοῦλο γυρνοῦσε στὴν πλατύδρομη τοῦ ἐχτροῦ τὴ χώρα μέσα· ἔτσι ἀλλαγμένος, θά 'λεγες κάποιος ζητιάνος ἦταν, αὐτὸς ποὺ ἀλλιῶς φαινότανε στ' ἀχαϊκὰ καράβια. Τέτοιος στὴν Τροία χώθηκε, κι ἐκεῖνοι τυφλωθῆκαν {{r|250}} ὅλοι τους, καὶ μονάχη ἐγὼ τὸν ἔνιωσα ποιός ἦταν, καὶ τόνε ρώτηξα, κι αὐτὸς μοῦ ξέφυγε μὲ τέχνη. Μὰ ὅταν ἐγὼ τὸν ἔλουσα, τὸν ἄλειψα μὲ λάδι, καὶ τοῦ 'δωσα φορέματα, καὶ τοῦ 'κανα ὅρκο μέγα ἀνάμεσά τους νὰ μὴν πῶ πὼς φάνηκε ὁ Ὀδυσσέας, {{r|255}} πρὶν αὐτὸς φτάση στὶς σκηνὲς καὶ στὰ γοργὰ καράβια, τότες τὰ σκέδια τῶν Ἀχαιῶν μοῦ τὰ φανέρωσε ὅλα. Κι ἀρίθμητους ἡ σπάθα του σὰν ἔκοψε Τρωαδῖτες, πρὸς τοὺς Ἀργῖτες γύρισε πολλά 'χοντας στὸ νοῦ του. Τότες οἱ ἄλλες Τρώϊσσες πικρὰ μοιρολογοῦσαν, {{r|260}} ὅμως ἐγὼ χαιρόμουνα, γιατ' ἡ καρδιά μου πίσω στὸ σπίτι μου μὲ τράβαγε, καὶ στέναζα ὁλοένα γιὰ τὴν τυφλάδα ποὺ ἔβαλε στὸ νοῦ μου ἡ Ἀφροδίτη, ἀπὸ τὴ γῆς μου τὴ γλυκειὰ σὰ μ' ἔφερε στὰ ξένα, καὶ χώρισα ἀπ' τὴν κόρη μου, τὴν κλίνη μου, τὸν ἄντρα, ποὺ ἄλλος στὸ νοῦ καὶ στὴ μορφιὰ κανεὶς δὲν τὸν περνοῦσε.” {{r|265}}      Κι ὁ ξανθουλὸς Μενέλαος γυρίζει καὶ τῆς κάνει· “Ναί, ὅλα ἐτοῦτα ἀληθινὰ τὰ μίλησες, γυναίκα· πολλῶν ἐγὼ μελέτησα τὴ γνώση καὶ τὴ γνώμη, ἀντρῶν ἡρώων, καὶ πολλοὺς εἶδα τοῦ κόσμου τόπους, μὰ ἄνθρωπο τέτοιον πουθενὰ τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν, {{r|270}} σὰν ποὺ ἤτανε ὁ τρανόψυχος κι ὁ ἀκριβὸς Δυσσέας. Κι ἄλλο ἕνα ἐκεῖνος ἔπραξε μὲ τόλμη κι ἀντρειοσύνη, τότες ποὺ φόνο φέρναμε καὶ χαλασμὸ στοὺς Τρῶες, μὲς στ' ἄλογο τὸ σκαλιστὸ κρυμμένοι ἐμεῖς οἱ πρῶτοι. Ἦρθες κι ἐσὺ τότες ἐκεῖ· θεὸς θὰ σ' εἶχε στείλει, {{r|275}} ποὺ νὰ χαρίση γύρευε στοὺς Τρωαδῖτες δόξα· σιμά σου κι ὁ θεόμοιαστος Δῄφοβος. Καὶ κάνεις τρεῖς γύρους πασπατεύοντας τὸν κουφωτὸ κρυψώνα, καὶ κράζοντας τὰ ὀνόματα τῶν Ἀργιτῶνε μέσα, καθένα μὲ τὴν ξέχωρη λαλιὰ τῆς σύγκοιτής του. {{r|280}} Ἐγὼ καὶ τοῦ Τυδέα ὁ γιὸς κι ὁ μέγας ὁ Ὀδυσσέας τ' ἀκούσαμε τὸ λάλημα στὴ μέση καθισμένοι. Ἐμᾶς τοὺς δυὸ μᾶς ἔπιασε λαχτάρα τότες, ἢ ὄξω νὰ βγοῦμε, ἢ ἀπομέσαθε ν' ἀποκριθοῦμε ἀμέσως· ὅσο ὅμως κι ἂν τὸ θέλαμε, μᾶς βάσταξ' ὁ Ὀδυσσέας. {{r|285}} Κι ἔτσι ὅλα τ' Ἀχαιόπουλα σωπάσαν ἐκεῖ μέσα. Ἕνας μονάχα, ὁ Ἄντικλος ζητάει νὰ σ' ἀπαντήση, μὰ ὁ Δυσσέας τοῦ 'σφιξε τὸ στόμα μὲ τὶς δυό του χεροῦκλες, καὶ κρατώντας τον τοὺς Ἀχαιοὺς γλυτώνει, ὥσπου ἡ Παλλάδα ἡ Ἀθηνᾶ σὲ τράβηξε ἀποκεῖθε.” {{r|290}}      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κάνει· “Μενέλαε, τοῦ Ἀτρέα γιέ, καὶ διόθρεφτέ μου ἀφέντη, πιὸ κρῖμας, ποὺ μήτε κι αὐτὸ δὲν τοῦ 'διωξε τὴ μοῖρα, μήτε καὶ ποὺ εἶχε μέσα του τὰ στήθια σιδερένια. Ὅμως στὴν κλίνη φέρτε μας, τὶ ἦρθε ἡ στιγμὴ νὰ πᾶμε {{r|295}} νὰ γείρουμε, καὶ τὸ γλυκὸ τὸν ὕπνο νὰ χαροῦμε.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ τὶς δοῦλες της ἡ Ἑλένη εὐτὺς προστάζει στρωσίδια νὰ τοιμάσουνε, νὰ βάλλουνε τὰ χράμια τὰ κερμεζὰ καὶ τὰ ὄμορφα, κι ἀπάνω τους τὰ πεύκια, καὶ τὶς φλοκάτες τὶς κρουστὲς γιὰ ντύσιμο ἀποπάνω. {{r|300}} Κι οἱ δοῦλες βγήκανε μὲ φῶς στὰ χέρια, καὶ τοὺς στρῶσαν· καὶ πῆρε τότε ὁ κήρυκας τοὺς ξένους στὸ χαγιάτι, κι ἐκεῖ ὁ Τηλέμαχος κι ὁ γιὸς τοῦ Νέστορα πλαγιάσαν· στ' ἀπόβαθα τοῦ θάλαμου κοιμήθηκε ὁ Μενέλαος, καὶ πλάγι ἡ λυγερόκορμη καὶ λατρευτή του Ἑλένη. {{r|305}}      Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, κι ἀπάνω ὁ μεγαλόφωνος σηκώθηκε ὁ Μενέλαος· ντύνεται, σπάθα κοφτερὴ κρεμάζει ἀπὸ τὸν ὦμο, ὤρια ἀμποδένει σάνταλα στὰ πόδια τὰ λαμπρά του, {{r|310}} προβάλλει ἀπὸ τὸ θάλαμο μ' ἀθάνατο παρόμοιος, καὶ δίπλα στὸν Τηλέμαχο· καθίζει καὶ τοῦ κρένει·       “Ποιά ἀνάγκη σ' ἔφερ' ὡς ἐδῶ, Τηλέμαχε λεβέντη, κι ἦρθες στὴ Λακεδαίμονα, τὶς θάλασσες περνώντας δική σου, ἢ τάχα τοῦ λαοῦ; Πὲς μου ὅλη τὴν ἀλήθεια.” {{r|315}}      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κάνει· “Γιὲ τοῦ Ἀτρέα Μενέλαε, καὶ διόθρεφτε μου ἀφέντη, ἦρθα νὰ μάθω ἂν ἔφερες μαντάτα τοῦ γονιοῦ μου· τὶ τρῶν τὸ σπίτι μου, καὶ πᾶν' τὰ πλούσια μου χωράφια· γεμάτα τὰ παλάτια μου ἀπ' ἐχτροὺς ποὺ νύχτα μέρα {{r|320}} μοῦ σφάζουν κι ὅλο σφάζουνε τὰ βοδοπρόβατά μου, ἐκεῖνοι οἱ παραδιάντροποι τῆς μάνας μου μνηστῆρες. Γι' αὐτὸ δὰ τώρα πέφτω σου στὰ γόνατα, νὰ μάθω σὰν ποιό 'τανε τὸ τέλος του κι ἡ κακοθανατιά του, μὰ τά εἰδες μὲ τὰ μάτια σου, ἢ ἀπ' ἄλλον ἄκουσές τα· {{r|325}} τὶ ἡ μάνα τόνε γέννησε μὲ βάσανα περίσσια. Καὶ μὴ μοῦ τὰ μισομιλᾶς ἀπὸ συμπόνια ἢ σέβας, μόν' πές μου τα ἴσια, καταπῶς τὰ μάτια σου τὸν εἶδαν. Παρακαλῶ σε, ἂν ὁ λαμπρὸς γονιός μου ὁ Ὀδυσσέας ἢ λόγο ἢ πράξη σοῦ 'ταξε καὶ τέλεσε στὴν Τροία, {{r|330}} ἐκεῖ ποὺ ἀρίθμητα δεινὰ τοὺς Ἀχαιοὺς πλακῶσαν, θυμήσου τα τὴν ὤρα αὐτὴ, καὶ πές μου τὴν ἀλήθεια.”      Κι ὁ ξανθωπὸς Μενέλαος βαριὰ τοῦ ἀπολογιέται· “Ὠχοῦ, σὲ τί παλληκαρᾶ κλινάρι νὰ πλαγιάσουν τοὺς ἦρθεν ὄρεξη αὐτουνοὺς τοὺς ἄναντρους, ἀλήθεια. {{r|335}} Καθὼς μὲς σ' ἄγριου λιονταριοῦ ρουμάνι ἡ ἀλαφίνα κοιμίζει βυζαστάρικα νιογέννητα λαφούλια, καὶ παίρνει τὶς βουνοπλαγιὲς καὶ τὰ χλωρὰ λαγκάδια, καὶ βόσκει, μὰ ἄξαφνα γυρνάει μὲς στὴ μονιά του ἐκεῖνος, καὶ φέρνει τέλος φοβερὸ σὲ μάνα καὶ λαφούλια, {{r|340}} ἔτσι κι ὁ Ὀδυσσέας φριχτὰ θὰ τοὺς τελειώση ἐκείνους. Κι, ὦ Δία θεέ μου, κι Ἀθηνᾶ κι Ἀπόλλωνα, ἂν ἐκεῖνος, τοὺς πὲση σὰν ποὺ φάνηκε στὴν ὅμορφη τὴ Λέσβο, ποὺ πρόβαλε καὶ πάλεψε μὲ τὸ Φιλομηλείδη, καὶ μονομιὰς τὸν ἔριξε, κι οἱ Ἀχαιοὶ χαρῆκαν, {{r|345}} ἂν τέτοιος ὁ Ὀδυσσέας ἐρθῆ καὶ πέση στοὺς μνηστῆρες, γλήγορο θά 'ν' τὸ τέλος τους, κι ὁ γάμος τους φαρμάκι. Κι αὐτὰ ποὺ τώρα μὲ ρωτᾶς καὶ ποὺ παρακαλεῖς με, δὲ θὰ τὰ πῶ τριγυριστὰ καὶ δὲ θὰ σὲ γελάσω, παρὰ ὅσα μοῦ 'πε ὁ ἄλαθος τῆς θάλασσας ὁ γέρος, {{r|350}} ἕνα πρὸς ἕνα θά 'χης τα, καὶ λόγο δὲ θὰ κρύψω.      Στὴν Αἴγυπτο, σὰ γύρευα γιὰ ἐδῶ νὰ ξεκινήσω, μὲ κράτησαν οἱ ἀθάνατοι, τὶ δὲν τοὺς εἶχα κάνει τὴν ταχτικὴ ἑκατοβοδιά, κι ἐκεῖνοι πάντα θέλουν τὶς προσταγὲς ποὺ ἀφήνουνε νὰ μὴν τὶς ἀστοχοῦμε. Εἶναι νησὶ στὴ θάλασσα τὴν πολυκυματοῦσα, {{r|355}} κατάμπροστα στὴν Αἴγυπτο, καὶ Φάρο τ' ὀνομάζουν· μακριὰ νὰ ποῦμε ὅσο μπορεῖ καράβι σὲ μιὰ μέρα νὰ φτάση, ἂν πρύμος ἄνεμος φυσάη καλὰ ὡς τὸ τέλος· κι ἔχει λιμάνι ἀπάνεμο, ποὺ κεῖθε τὰ καράβια ἀνοίγουνε στὰ πέλαγα, σκοῦρο νερὸ σὰν πάρουν. {{r|360}} Εἴκοσι μέρες οἱ θεοὶ μ' εἶχαν ἐκεῖ κλεισμένο, κι ἄνεμοι ἀπὸ τὰ πέλαγα δὲ μοῦ φυσοῦσαν πρύμοι, ποὺ τὰ καράβια σπρώχνουνε στοῦ ὠκεανοῦ τὰ πλάτια. Καὶ πιὰ δὲ θὰ μᾶς μνήσκανε μήτε θροφὲς μήτ' ἄντρες, ἂ δὲ μὲ σπλαχνιζότανε ἡ θεὰ ποὺ γλύτωσέ με, {{r|365}} τοῦ γέρου τοῦ θαλασσινοῦ, τοῦ θείου Πρωτέα ἡ κόρη, ἡ Εἰδοθέα, ποὺ ἄγγιξα περίσσια τὴν καρδιά της. Μὲ βρῆκε καὶ σερνόμουνα μόνος μακριὰ ἀπ' τοὺς ἄλλους, ποὺ γύριζαν καὶ ψάρευαν μὲ τὰ γυρτὰ τ' ἀγκίστρια, τὶ ἡ πεῖνα τοὺς τὰ θέριζε σκληρὰ τὰ σωθικά τους. {{r|370}} Αὐτὴ κοντά μου στάθηκε καὶ μίλησέ μου κι εἶπε· “Ἆραγες νά 'σαι ἀνόητος κι ἀσύστατος, ὦ ξένε, ἢ πίτηδες ἀφήνεσαι, καὶ θὲς νὰ τυραννιέσαι; Καιρὸ κρατιέσαι στὸ νησί, τέλος νὰ βρῆς δὲ σώνεις, καὶ τῶ συντρόφω σου ἡ καρδιὰ στοὺς πόνους μέσα λυώνει.” {{r|375}} Αὐτά 'πε, κι ἐγὼ γύρισα καὶ τῆς ἀπολογιέμαι· “Ὅποια θεὰ κι ἂν εἶσαι ἐσὺ, τὸ ποὺ ρωτᾶς θᾶ μάθης· δὲ μένω πίτηδες ἐδῶ, μόν' πρέπει νά 'χω κάνει κάποια ἁμαρτία στοὺς θεοὺς ποὺ ὁρίζουνε τὰ οὐράνια. Ὡς τόσο πές μου, τὶ οἱ θεοὶ τὸ καθετὶς γνωρίζουν, {{r|380}} ποιός μὲ μποδίζει ἀθάνατος καὶ μοῦ 'κλεισε τὸ δρόμο, καὶ πῶς τὶς ψαροθάλασσες περνώντας θὰ γυρίσω;” Αὐτὰ τῆς εἶπα, κι ἡ θεὰ μοῦ ἀπολογιέται ἀμέσως· “Θὰ σοῦ μιλήσω, ξένε, ἐγὼ σωστὰ γιὰ ὅλα ἐτοῦτα. Γέρος ἀλάθευτος ἐδῶ θαλασσινὸς συχνάζει, {{r|385}} ὁ ἀθάνατος Αἰγυπτιανὸς Πρωτέας, ποὺ τὰ βάθια γνωρίζει ὅλης τῆς θάλασσας, τοῦ Ποσειδώνα δοῦλος· λὲν πὼς αὐτὸς μὲ γέννησε, καὶ πὼς γονιὸ τὸν ἔχω. Καρτέρι ἐσὺ ἂ δυνόσουνα νὰ στήσης νὰ τὸν πιάσης, τὸ δρόμο αὐτὸς θὰ σοῦ 'λεγε, τοῦ ταξιδιοῦ τὸ μάκρος, {{r|390}} καὶ πῶς τὰ πέλαα σκίζοντας στὸν τόπο σου θὰ φτάσης. Κι αὐτὸς ἀκόμα θὰ σοῦ πῆ, ὦ διόθρεφτε, ἂν θελήσης, ὅ,τι καλὸ κι ὅ,τι κακὸ στὸ σπιτικό σου 'γίνη, σὰν ἔλειπες σὲ μακρινὰ καὶ δύσκολα ταξίδια.” Ἔτσ' εἶπε, κι ἀπαντώντας της ἐγὼ τῆς κάνω τότες· {{r|395}} “Λέγε μου τώρα ποῦ νὰ βρῶ καρτέρι γιὰ τὸ γέρο, νὰ μὴ μοῦ φύγη ἂν τίποτις ἀκούση ἢ ἀγναντέψη· τὶ δύσκολο 'ναι τὸ θεὸ θνητὸς νὰ καταφέρη.” Αὐτὰ τῆς εἶπα, κι ἡ θεὰ μοῦ ἀπολογήθη ἀμέσως· “Θὰ σοῦ μιλήσω, ξένε, ἐγὼ μ' ἀλήθεια καὶ γιὰ δαῦτο. {{r|400}} Ἀπάνω στὰ μεσούρανα καθὼς ἀνέβη ὁ ἥλιος, ἔρχετ' ἀπὸ τὸ πέλαγο ὁ ἀλάθευτος ὁ γέρος, ἅμα τοῦ μπάτη ξανοιχτῆ τὸ μαῦρο σαγανάκι, καὶ βγαίνει καὶ στὶς θολωτὲς σπηλιὲς γλυκοκοιμᾶται. Γύρω του οἱ φώκιες, θρέμματα τῆς ὥριας Ἀμφιτρίτης, {{r|405}} πέφτουν κοπάδι βγαίνοντας ἀπὸ τὴν κυματοῦσα, καὶ τὴν πικρὴ τὴ μυρουδιὰ τοῦ βάθου της σκορπᾶνε. Ἐκεῖ πρὸς τὰ χαράματα σὲ φέρνω ἐγώ, κι ἀράδα θὰ σᾶς πλαγιάσω μὲ τοὺς τρεῖς ποὺ θὰ καλοδιαλέξης συντρόφους, τοὺς ἀξιώτερους ποὺ στὰ καράβια σου ἔχεις. {{r|410}} Κι ὅλες ἐγὼ τὶς μαριολιὲς θὰ σοῦ τῖς πῶ τοῦ γέρου· πρῶτα στὶς φώκιες ἔρχεται καὶ τὶς μετράει ἀράδα· κι ὅταν τὶς φώκιες καλοδῆ καὶ τὶς καλομετρήση, σὰν πιστικὸς μὲ πρόβατα στὴ μέση τους πλαγιάζει. Μιὰς τόνε δῆτε καὶ στρωθῆ, βάλτε καρδιά, κι ὁρμώντας {{r|415}} κρατᾶτε τον, κι ἂς πολεμάη ἐκεῖνος νὰ ξεφύγη. Μὲ κάθε ζωντανὸ τῆς γῆς θὰ σοφιστῆ νὰ μοιάση, νερὸ θὰ γίνη καὶ φωτιὰ θεόφλογη ὀμπροστά σας, μὰ ἐσεῖς γερὰ κρατᾶτε τον, καὶ πιὸ βαριὰ ζουλᾶτε. {{r|420}} Ὅμως ὁ ἴδιος του ἄξαφνα σὰν κάνη νὰ ρωτήξη, καὶ τόνε δῆτε μὲ μορφὴ σὰν ποὺ ἦταν πλαγιασμένος, τραβᾶτε χέρι τότε ἐσεῖς, τὸ γέρο λευτερῶστε, καὶ ρώταγέ τον, ἥρωα, ποιός θεὸς σὲ βασανίζει, καὶ πῶς τὶς ψαροθάλασσες περνώντας θὰ γυρίσης.” {{r|425}} Αὐτά 'πε, καὶ στὴ θάλασσα βουτάει τὴν κυματοῦσα. Κι ἐγὼ στὰ πλοῖα ξεκίνησα ποὺ στέκανε στὸν ἄμμο, καὶ διάβαινα μὲ τὴν καρδιὰ περίσσια ταραγμένη Καὶ στὸ γιαλὸ σὰ ζύγωσα, καὶ πῆγα στὸ καράβι, στρώνουμε δεῖπνο, κι ὕστερα πλακώνει ἡ θεία ἡ νύχτα· {{r|430}} καὶ γέρνουμε, καὶ παίρνει μας ὁ ὕπνος στ' ἀκρογιάλι. Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, καὶ τράβηξα γιαλὸ γιαλὸ μπρὸς στὰ πλατιὰ πελάγη, παρακαλώντας τοὺς θεοὺς, μὲ τρεῖς μαζὶ συντρόφους, ποὺ ὅ,τι καταπιανόντουσαν τρανὴ τοὺς εἶχα πίστη. {{r|435}}      Κι ἀπ' τοῦ πελάου τὶς ἀγκαλιὲς προβάλλοντας ἐκείνη, φέρνει φωκήσα τέσσερα τομάρια νιογδαρμένα στὸ νοῦ της μελετώντας πῶς τὸ γέρο νὰ γελάση. Κι ἀφοῦ στοὺς ἄμμους χάραξε πλαγιάσματα, καθόταν καὶ πρόσμενε· καὶ σμίξαμε κι ἐμεῖς· ἀράδα τότες {{r|440}} μᾶς γέρνει, καὶ καθένα μας σκεπάζει μὲ τομάρι. Φριχτὸ καρτέρι θά 'τανε, τὶ βώχα τοῦ θανάτου ἀπὸ τὶς θαλασσόθρεφτες μᾶς τυραννοῦσε φώκιες. Καὶ ποιός κοιμᾶται μὲ θεριὰ σιμά του πελαγήσα; Ὅμως μᾶς γλύτωσε ἴδια της μὲ σόφισμα δικό της· {{r|445}} βάζει μοσκιὰ μυρόβολη σὲ καθενὸς ρουθούνι, καὶ τοῦ θαλασσινοῦ θεριοῦ τὴ μυρουδιὰ ἀφανίζει. Ὁλοπρῲς προσμέναμε μ' ἀπόφαση στὸ νοῦ μας. κι ἦρθαν οἱ φώκιες μαζωχτὲς ἀπὸ τὰ βάθια ἀράδα στὸ περιγιάλι πλάγιασαν, κι ἀπὰς στὸ μεσημέρι {{r|450}} κι ὁ γέρος ἦρθε ἀπ' τὰ βαθιά, καὶ βρίσκοντας τὶς φώκιες τὶς παχουλές, τὶς μέτρησε μιὰ μιὰ καὶ τὶς καλόειδε. Πρώτους ἐμᾶς λογάριασε στὸ μέτρημα, κι ὁ νοῦς του δὲν ἔβαλε τὴν πονηριά, μόν' πλάγιασε κι ἐκεῖνος. Τότες μὲ βουὴ χουμίξαμε, καὶ ξάφνου ἀδράξαμέ τον· {{r|455}} αὐτὸς τὴν τέχνη δὲν ξεχνάει, καὶ πρῶτ' ἀπ' ὅλα γίνη λιοντάρι μὲ τὴ χήτη του, κατόπι ἀμέσως φίδι κι ἀγριόχοιρος, καὶ πάρδαλη, τέλος νερὸ τρεχάτο, καὶ δέντρο ἁψηλοφύλλωτο. Κι ἐμεῖς τὴν ὥρα ἐκείνη γερὰ τόνε κρατούσαμε μ' ἀπόφαση στὸ νοῦ μας. {{r|460}} Μὰ τέλος σὰν ἀπόκαμε ὁ παμπόνηρος ὁ γέρος, ἄρχισε τότες νὰ ρωτάη, κι αὐτὰ τὰ λόγια μοῦ 'πε· “Ὦ γιὲ τοῦ Ἀτρέα, ποιός θεὸς κατηχημένο σ' ἔχει, καὶ μὲ τὸ ζόρι ξαφνικὰ μ' ἀδράχνεις; Τί γυρεύεις;” Αὐτὰ μὲ ρώτηξε, κι ἐγὼ γυρίζω καὶ τοῦ κάνω· {{r|465}} “Γνωρίζεις, γέρο· τί ρωτᾶς νὰ μὲ πλανέσης τάχα; Τόσον καιρὸ μὲς στὸ νησὶ κρατιέμαι αὐτό, καὶ κάποιο τέλος νὰ βρῶ δὲ δύνουμαι, μόνε ἡ καρδιά μου λυώνει. Μὰ πές μου ἐσύ, γιατ' οἱ θεοὶ τὸ καθετὶς γνωρίζουν, ποιός μὲ μποδίζει ἀθάνατος, καὶ μοῦ 'κλεισε τὸ δρόμο; {{r|470}} καὶ πῶς τὰ ψαροπέλαγα περνώντας θὰ γυρίσω;” Εἶπα, κι ἐκεῖνος γύρισε καὶ μοῦ ἀποκρίθη ἀμέσως· “Στὸ Δία καὶ στοὺς ἄλλους θεοὺς πρῶτα ἔπρεπε νὰ κάνης καλὲς θυσίες, πρὶ νὰ μπῆς στὸ πλοῖο, γιὰ νὰ γυρίσης τὰ μαῦρα πέλαα σκίζοντας, στὴν ποθητὴ πατρίδα. {{r|475}} Τὶ δὲν τὸ θέλει ἡ μοῖρα σου νὰ δῆς δικοὺς καὶ φίλους, μήτε νὰ ρθῆς στὸν τόπο σου καὶ στὸ νοικοκυριό σου, πρὶν ξανανέβης τοῦ Αἴγυπτου τὸ διόσταλτο ποτάμι, καὶ κάμης ἑκατοβοδιῶν ἱερὲς ἐκεῖ θυσίες γιὰ τοὺς ἀθάνατους θεοὺς ποὺ ὁρίζουνε τὰ οὐράνια· {{r|480}} καὶ τότες θὰ σοῦ δώσουνε τὸ δρόμο ποὺ γυρεύεις.” Αὐτὰ εἶπε, καὶ σὰν τ' ἄκουσα ραγίστηκε ἡ καρδιά μου, ποὺ μὲς στὸ πέλαγο τ' ἀχνὸ μὲ πρόσταζε νὰ σύρω πίσω στὸν Αἴγυπτο, μακρὺ καὶ δύσκολο ταξίδι, Ὡς τόσο πάλε τοῦ ἄνοιξα μίλια, καὶ τοῦ ξανάειπα· {{r|485}} “Αὐτὰ καθὼς τὰ πρόσταξες, ὦ γέρο, θὰ τὰ κάμω, Μὰ πές μου ἀληθινὰ κι αὐτό· γυρίσαν τάχας ὅλοι μὲ τὰ καράβια οἱ Ἀχαιοὶ ποὺ πίσω στὴν Τρωάδα ὁ ἥρωας Νέστορας κι ἐγὼ τοὺς εἴχαμε ἀφησμένους, ἢ τοῦ 'ρθε κανενὸς κακὸ μὲς στὸ καράβι τέλος, {{r|490}} ἢ καὶ σὲ χέρια φίλων του, ἀπ' τὸν πόλεμο κατόπι;” Αὐτὰ εἶπα, κι ἐκειὸς γύρισε καὶ μ' ἀποκρίθη ἀμέσως· “Τοῦ Ἀτρέα ὦ γιέ, τί τὰ ρωτᾶς αὐτά; Σοῦ λέω δὲν πρέπει ὅσα στὸ νοῦ μου ἐγὼ κρατῶ νὰ ξέρης καὶ νὰ μάθης, τὶ δὲ θὰ μείνης ἄκλαιγος πολλὴ ὥρα, σὰν τ' ἀκούσης. {{r|495}} Πολλοὶ ἀπ' ἐκειοὺς τελειώσανε, μὰ καὶ πολλοὶ ἀπομεῖναν· ἀπ' ἀρχηγοὺς χαλκοάρματων Ἀχαιῶνε δυὸ μονάχοι χαθήκανε στὸ γυρισμό· στὸν πόλεμο κι ἐσύ 'σουν. Ἕνας ἀκόμα ζωντανὸς στὶς θάλασσες κρατιέται. Τέλειωσ' ὁ Αἴαντας μαζὶ μὲ τὰ μακρόκουπά του {{r|500}} καράβια. Πρῶτα στὶς Γυρὲς τὸν πῆρε ὁ Ποσειδώνας, πέτρες θεόρατες, κι ἐκεῖ τὸν ἔσωσ' ἀπ' τὸ κῦμα· θὰ γλύτωνε, ὅσο ἡ Ἀθηνᾶ κι ἂν τοῦ κρατοῦσε πάθος, λόγο ἂ δὲν ἔβγαζε βαρὺ στὸ σκοτισμό του ἀπάνω, πὼς ξέφυγε τὰ κύματα στὸ πεῖσμα τῶν θεῶνε, {{r|505}} Κι ὁ Ποσειδώνας ἄκουσε τ' ἀγέρωχά του λόγια, κι ἀδράχνει τὸ τρικράνι του στὰ δυνατά του χέρια, χτυπάει τὸ βράχο τῆς Γυρῆς, καὶ τόνε σκίζει· μέρος ἔμειν' ἐκεῖ, καὶ στὸ γιαλὸ πετάχτηκε ἄλλο μέρος, ποὺ ὁ Αἴαντας κρατιότανε μὲς στὴν πολλή του ζάλη, {{r|510}} καὶ τόνε ρίχτει στοὺς βυθοὺς τοῦ ἀπέραντου πελάγου. Ἔτσι ἀφανίστη ὁ Αἴαντας ἁρμύρα ἀφοῦ κατάπιε. Μὰ ὁ ἀδερφός σου γλύτωσε στὰ βαθουλά του πλοῖα, τὶ ἡ Ἥρα ἡ πολυδόξαστη τοῦ στάθη σωτηριά του. Ὅμως σὰν κοντοζύγωνε τὸν ἁψηλὸ Μαλέα, {{r|515}} μπόρα τὸν παίρνει ξαφνική, καὶ τὸν πετάει πελάγου, καθὼς βαριαναστέναζε, πρὸς ξενικὸ ἀκρογιάλι, ποὺ ὁ Θυέστης εἶχε μιὰ φορὰ τοὺς πύργους του καὶ ζοῦσε, καὶ τώρα ὁ γιός του ὁ Αἴγιστος τοὺς εἶχε κατοικιά του. Μὰ κι ἀποκεῖθε βολικὸς σὰ φάνη ὁ γυρισμός τους, {{r|520}} καὶ πρύμο οἱ θεοὶ τοὺς φύσηξαν, καὶ στὴν πατρίδα φτάσαν, χαίροντας τότες πάτησε τὸ πατρικὸ τὸ χῶμα, καὶ τό 'πιασε, καὶ μὲ πολλὰ θερμὰ τὸ φίλαε δάκρια, ποὺ πάλε τὴν ἀξιώθηκε τὴν ποθητὴ πατρίδα. Κι ἀπὸ τὴ βίγλα ὁ φύλακας ἀμέσως τὸν ξανοίγει, {{r|525}} ποὺ ὁ πονηρὸς ὁ Αἴγιστος τὸν εἶχε ἐκεῖ στημένο· τοῦ 'χε ταμένη πλερωμὴ δυὸ τάλαντα χρυσάφι· μέρα καὶ νύχτα φύλαγε νὰ μὴν κρυφοπεράση καὶ πέση καταπάνω τους μὲ τ' ἄρματα στὸ χέρι. Καὶ τρέχει φέρνει μήνυμα τοῦ βασιλιᾶ στὸν πύργο.Κι εὐτὺς σοφίστη ὁ Αἴγιστος θεοπόνηρο παιχνίδι· {{r|530}} εἴκοσι παίρνει διαλεχτὰ τῆς χώρας παλληκάρια, τοὺς κρύβει, καὶ προστάζει ἀλλοῦ τραπέζι νὰ τοιμάσουν. Πῆγε τὸν Ἀγαμέμνονα ὁ ἴδιος νὰ τὸν καλέση μὲ ἀλόγατα καὶ μ' ἅμαξες, κακὰ στὸ νοῦ γυρνώντας. Τὸν ἀνεβάζει ἀνήξερο στὸ δεῖπνο, καὶ κατόπι {{r|535}} τὸν κόβει σὰν ποὺ κόβουνε μὲς στὸ παχνὶ τὸ βόδι. Κανένας δὲν ἀπόμεινε τοῦ γιοῦ του Ἀτρέα βλάμης, καὶ μήτε τοῦ Αἴγιστου, παρὰ στοὺς πύργους σκοτωθῆκαν. Αὐτὰ μοῦ 'πε, κι ἐμένανε ραγίστηκε ἡ καρδιά μου· καὶ κάθισα στὴν ἀμμουδιὰ καὶ τό 'ριξα στὸ κλάμα, {{r|540}} καὶ μήτε ζωὴ μήτε ἥλιου φῶς δὲν ἤθελε ἡ ψυχή μου. Καὶ σὰ χαμοκυλίστηκα καὶ χόρτασα τὸ κλάμα, τότες μοῦ λέει ὁ ἀλάθευτος τῆς θάλασσας ὁ γέρος. “Μὴν παρακλαῖς ἀνέπαυα, γιὲ τοῦ Ἀτρέα, τὸ κλάμα δὲ μᾶς φελᾶ, μόν' κοίταξε πῶς γλήγορα νὰ φτάσης {{r|545}} στὸν τόπο σου, κι ἢ ζωντανὸ θὰ τόνε βρῆς ἀκόμα, ἢ νὰ τὸν κόψη πρόλαβε ὁ Ὀρέστης, κι ἐσὺ τότες προφταίνεις νὰ παραβρεθῆς στὸ νεκρικὸ τραπέζι.” Αὐτὰ μοῦ 'πε, κι ἐμένανε συνέφερε ἡ καρδιά μου, κι ἡ ἀντρειωμένη μου ψυχή, μ' ὅλη τή θλίψη πού 'χε, {{r|550}} Τότες μ' αὐτὰ τοῦ μίλησα τὰ φτερωμένα λόγια. “Τούτους τοὺς ξέρω πιά· μὰ ἐσὺ τὸν τρίτο λέγε μου ἄντρα, ποὺ στὰ πλατιὰ τὰ πέλαγα ζώντας κρατιέται ἀκόμα, ἢ καὶ νεκρός, — μὰ θέλω ἐγὼ νὰ μάθω, κι ἂς λυπᾶμαι.” Ἐτσ' εἶπα, κι αὐτὸς γύρισε κι ἀπολογιὰ μοῦ κάνει· {{r|555}} “Εἶν' τοῦ Λαέρτη ὁ γιὸς αὐτός, ποὺ κατοικεῖ στὸ Θιάκι. Τὸν εἶδα ἐγὼ σ' ἕνα νησὶ δάκρυα πολλὰ νὰ χύνη, στῆς θέαινας τῆς Καλυψῶς, ποὺ δίχως θέληση του κρατάει τον, καὶ δὲ δύνεται νὰ δῆ γλυκειὰ πατρίδα· τὶ μήτε πλοῖα μὲ τὰ κουπιὰ μήτε συντρόφους ἔχει, {{r|560}} ποὺ νὰ τὸν πάρουν ἀπ' ἐκεῖ στῆς θάλασσας τὰ πλάτια. Κι ἐσὺ, Μενέλαε διόθρεφτε, τῆς μοίρας σου δὲν εἶναι στ' Ἄργος τ' ἀλογοβόσκητο νὰ λυώσης τὴ ζωή σου, παρὰ στὰ πέρατα τῆς γῆς, στὰ Ἠλύσια τὰ λημέρια, πού 'ναι ὁ ξανθὸς Ραδάμανθης, οἱ θεοὶ θένα σὲ στείλουν, {{r|565}} ἐκεῖ ποὺ οἱ μέρες τῶν θνητῶν ἀνάλαφρες διαβαίνουν· δὲν ἔχει οὔτε χειμώνα ἐκεῖ, μήτε βροχὴ καὶ χιόνι, μόνε τ' ἀγέρι τὸ γλυκὸ τοῦ Ζέφυρου ἀνεβάζει παντοτινὰ ὁ Ὠκεανός, καὶ τοὺς θνητοὺς δροσίζει· τὶ ἔχεις τὴν Ἑλένη ἐσὺ, κι εἶσαι γαμπρὸς τοῦ Δία.” {{r|570}} Αὐτὰ εἶπε, καὶ στὴ θάλασσα βουτάει τὴν κυματοῦσα. Καὶ πέρα ἐγὼ στοὺς θεόμοιαστους συντρόφους καὶ στὰ πλοῖα ξεκίνησα μὲ τὴν καρδιὰ περίσσια ταραγμένη. Καὶ σάνε κατεβήκαμε στὸ πλοῖο καὶ στ' ἀκρογιάλι, τὸ δεῖπνο μας τοιμάσαμε, κι ἡ θεία σὰν ἦρθε ἡ νύχτα, {{r|575}} νὰ κοιμηθοῦμε πέσαμε πὰς τοῦ γιαλοῦ τὴν ἄκρη. Σὰ φάνη ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, πρῶτα στὴ λαμπροθάλασσα τραβᾶμε τᾶ καράβια, καὶ τὰ κατάρτια στήνουμε μ' ἀπάνω τὰ πανιά τους. Μπῆκαν κι ἐκεῖνοι, κάθισαν ἀράδα στὰ σανίδια, {{r|580}} καὶ τὸν ἀστραφτερὸ γιαλὸ μὲ τὰ κουπιά βαροῦσαν. Στὸν οὐρανόχυτο Αἴγυπτο μπῆκαν τὰ πλοῖα κι ἀράξαν, καὶ τέλεσα ἑκατοβοδιῶν καλὲς ἐκεῖ θυσίες· καὶ τῶν θεῶν τὴ μάνητα σὰν ἔπαψα, μνημούρι τοῦ Ἀγαμέμνονα ἔστησα, νὰ ζήση τ' ὄνομά του. {{r|585}} Καὶ σὰν τὰ τέλειωσα, ἔφυγα· μοῦ στεῖλαν πρύμο ἀγέρα οἱ ἀθάνατοι, καὶ στὴ γλυκειὰ μὲ φέρανε πατρίδα. Ὡς τόσο, δέξου τώρα ἐσὺ στοὺς πύργους μου νὰ μείνης, ὡσότου μέρες ἕντεκα ἢ καὶ δώδεκα νὰ γίνουν πρεπούμενα σὲ προβοδῶ ἐγὼ τότε, καὶ σοῦ δίνω {{r|590}} δῶρα λαμπρά, τρία ἄλογα κι ἁμάξι σκαλισμένο, καὶ κρασοπότηρο ὅμορφο, νὰ στάζης τῶν θεῶνε, καὶ βλέποντας το ὁλοζωῆς ἐμένα νὰ θυμᾶσαι.”      Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κάνει· “Τοῦ Ἀτρέα γιέ, νὰ μὲ κρατᾶς μὴ θὲς ἐδῶ σὲ μάκρος. {{r|595}} Ἐγὼ καὶ χρόνο δέχουμαι νὰ κάθουμαι κοντά σου, χωρὶς νὰ λαχταράη γονιοὺς καὶ σπιτικὸ ἡ ψυχή μου, γιατὶ μὲ γλύκα σ' ἀγρικῶ νὰ λὲς καὶ νὰ δηγέσαι. Μὰ θά 'χουν οἱ συντρόφοι μου στὴν Πύλο στενοχώρια, κι ἐσὺ πολὺν καιρὸ ζητᾶς ἐδῶ νὰ μὲ κρατησης. {{r|600}} Δῶρο ὅ,τι δώσης μου, τιμὴ θὰ τό 'χω καὶ καμάρι· τ' ἀλόγατα ὅμως δὲν μπορῶ στὸ Θιάκι νὰ τὰ φέρω, μόνε θὰ σοῦ τ' ἀφήσω ἐδῶ, νὰ τὰ χαρῆς, ποὺ ὁρίζεις μεγάλη ὁλόγυρα ἁπλωσιά, μὲ περισσὸ τριφύλλι, μὲ κύπερη, μὲ στάρι, ζειά, καὶ φουντωτὸ κριθάρι. {{r|605}} Στὸ Θιάκι ἐμεῖς δὲν ἔχουμε δρόμους πλατιούς, λιβάδια· γιδότοπος, πιὸ νόστιμος ἀπ' ἀλογῆσες χῶρες. Μήτ' ἄλογα δὲ βρίσκουνται, μήτε λιβάδια ἀπάνω στὰ θαλασσόζωστα νησιά, κι ἀπ' ὅλα δὰ στὸ Θιάκι.”      Αὐτά εἰπε· χαμογέλασε ὁ τρανόφωνος Μενέλαος, {{r|610}} καὶ τόνε λαφροχάδεψε κι ὀνόμασέ τον κι εἶπε·       “Αἶμα καλό, παιδάκι μου, τὰ λόγια σου μοῦ δείχνουν· σοῦ ἀλλάζω τ' ἄλογα, μπορῶ κι ἀλλιῶς νὰ σὲ φιλέψω· ἀπ' ὅσα δῶρα σπίτι μου φυλάω θησαυρισμένα, σοῦ δίνω τ' ὀμορφότερο, τὸ πιὸ βαριότιμό μου. {{r|615}} Σοῦ δίνω ψιλοδούλευτο κροντήρι, ὅλο ἀσήμι, κι ἀπάνωθε τὰ χείλη του μὲ μάλαμα σμιγμένα· δουλειὰ τοῦ Ἠφαίστου· ὁ Φαίδιμος ὁ ἥρωας τό 'χε δώσει, ὁ ρήγας τῶν Σιδονιτῶν, τότες ποὺ ἐδῶ γυρνώντας στ' ἀρχοντικά του κόνεψα· δικό σου νά 'ναι θέλω.” {{r|620}}      Τέτοιες κουβέντες ἔκαναν ἐκεῖνοι ἀνάμεσό τους· κι οἱ καλεσμένοι μπαίνανε στοῦ βασιλιᾶ τοὺς πύργους, καὶ φέρναν, ἄλλοι πρόβατα, κι ἄλλοι κρασὶ γιὰ ἡρώους· τὰ σιταρόψωμα ἔστελναν οἱ λυγερὲς κυράδες, καὶ μὲς τοὺς βασιλόπυργους τοιμάζαν τὸ τραπέζι. {{r|625}}      Καὶ στοῦ Ὀδυσσέα κατάμπροστα οἱ μνηστῆρες τὰ παλάτια δισκοβολώντας γλέντιζαν καὶ ρίχνοντας κοντάρια σὲ γὴς στρωτή, ποὺ ἀδιάντροπα ἐκεῖ πάντα μαζεύονταν. Μὰ οἱ ἀρχηγοὶ κι οἱ πρῶτοι τους στὴν παλληκαροσύνη, ὁ Ἀντίνος κι ὁ θεόμοιαστος Εὐρύμαχος, καθόνταν. {{r|630}} Σ' ἐτούτους ὁ Νοήμονας, ὁ γιὸς τοῦ Φρόνιου ἦρθε, καὶ στὸν Ἀντίνο μίλησε, καὶ ρώτηξέ τον κι εἶπε·       “Ἀντίνο, τάχα ξέρουμε, γιά ὁ νοῦς μας δὲν κατέχει, τοὺς ἄμμους ὁ Τηλέμαχος τῆς Πύλος πότε ἀφήνει; Μὲ τὸ καράβι μου ἔφυγε, καὶ τό 'χω ἀνάγκη τώρα, {{r|635}} πέρα νὰ πάω, στὴν Ἤλιδα, ποὺ δώδεκα φοράδες μου θρέφουνε δουλευτικὰ μὰ ἀδάμαστα μουλάρια, ποὺ ἤθελα ἐδῶ κανένα τους νὰ φέρω νὰ δαμάσω.”      Εἶπε, κι ἐκεῖνοι θάμασαν· τὶ στοῦ Νηλέα τὴν Πύλο δὲν ἔλεγαν πὼς μίσεψε, μόν' κάπου στὴν ξοχή του, {{r|640}} γιά μὲ τὰ πρόβατα ἔμνησκε, γιά στοῦ χοιροβοσκοῦ του.      Κι ὁ Ἀντίνος, τοῦ Εὐπείθη ὁ γιός, τοῦ μίλησε καὶ τοῦ εἶπε· “Πές μου σωστά, πότ' ἔφυγε, καὶ ποιούς μαζί του πῆρε; τάχα Θιακήσους διαλεχτούς, γιά πλερωτούς καὶ δούλους; Γιατὶ κι αὐτὸ θὰ τό 'κανε. Πές μου ἀνοιχτὰ κι ἐτοῦτο, {{r|645}} νὰ ξέρω· τὸ καράβι σου, στο πῆρε μὲ τὸ ζόρι, ἢ τάχα σὲ καλόπιασε, καὶ τό 'δωσες μονάχος;”      Καὶ γύρισε ὁ Νοήμονας τοῦ Φρόνιου ὁ γιὸς καὶ τοῦ εἶπε· “Τοῦ τό 'δωσα ἀπὸ λόγου μου· τί τάχα θά 'κανε ἄλλος, {{r|650}} ἂν τέτοιος ἄντρας, ἔχοντας ἔννοιες πολλὲς στὸ νοῦ του, παρακαλοῦσε; Δύσκολο νὰ τοῦ ἀρνηθῆς τὴ χάρη. Πῆρε μαζί του τοῦ Θιακιοῦ τὰ πρῶτα παλληκάρια, κι εἶδα ἀρχηγὸ τὸ Μέντορα νὰ μπαίνη στὸ καράβι, ἴσως καὶ νά 'τανε θεὸς ποὺ τοῦ 'μοιαζε περίσσια. {{r|655}} Μὰ αὐτὸ ἀπορῶ· ποὺ ἐχτὲς ταχὺ τὸ Μέντορα ἐδῶ εἶδα, κι ὡς τόσο μπῆκε τότε αὐτὸς στὸ πλοῖο νὰ πάη στὴν Πύλο.”      Ἅμα εἶπε τοῦτα, κίνησε στὸ σπίτι τοῦ γονιοῦ του· μὰ οἱ δυὸ ἐκεῖνοι ποὺ ἄκουγαν ταράχτηκε ἡ ψυχή τους, καὶ τοὺς μνηστῆρες κάθισαν, καὶ πάψαν τοὺς ἀγῶνες. {{r|660}} Κι ὁ Ἀντίνος, τοῦ Εὐπείθη ὁ γιός, τοὺς μίλησε μὲ πίκρα, τὶ λύσσα τὰ συνέπαιρνε τὰ μαῦρα σωθικά του, καὶ μοιάζανε τὰ μάτια του σὰ λαμπερὲς δυὸ φλόγες·       “Γιὰ δὲς μεγάλο κάμωμα, ταξίδι νὰ τολμήση, ποὺ λέγαμε ὁ Τηλέμαχος πὼς δὲν τὰ βγάζει πέρα. {{r|665}} Σὲ τόσων πεῖσμα ἕνα παιδὶ νὰ πάρη πλοῖο νὰ φύγη, ἀφοῦ τοῦ τόπου διάλεξε τὰ πρῶτα παλληκάρια. Ἀρχίζει κι ἀπ' τὰ πρῶτα του χερότερα ποὺ ὁ Δίας νὰ τόνε σπάση πρὶν ἐρθῆ καὶ βάσανα μᾶς φέρη. Μὰ πλοῖο δόστε μου γοργὸ καὶ εἰκοσαριὰ συντρόφους {{r|670}} καρτέρι νὰ τοῦ στήσω ἐγὼ καὶ νὰ παραμονέψω μὲς στὰ στενὰ ἐκεῖ τοῦ Θιακιοῦ καὶ τῶν βροχιῶν τῆς Σάμης, νὰ τὸ καῆ ποὺ ἀρμένισε γιὰ χάρη τοῦ γονιοῦ του.”      Εἶπε, κι οἱ ἄλλοι στέργανε καὶ θαρρεσιὰ τοῦ δίναν· κατόπι σηκωθήκανε καὶ στὸ παλάτι μπῆαν. {{r|675}}      Ὅμως πολὺ δὲν ἄργησε νὰ μάθη ἡ Πηνελόπη ὅσα οἱ μνηστῆρες μυστικὰ στὸ νοῦ τους μαγειρεῦαν, τὶ ὁ κήρυκας ὁ Νέδοντας τῆς τά 'πε, ποὺ ἄκουσέ τα, ὄντας παρόξω τῆς αὐλῆς, ποὺ ἐκεῖ τὰ κρυφοπλέχναν, καὶ μπῆκε νὰ τὰ μπιστευτῆ τῆς Πηνελόπης μέσα. {{r|680}} Καὶ στὸ κατώφλι ποὺ εἶδε τον ἡ Πηνελόπη, ἀρχίζει·       “Τί σ' ἔστειλαν, ὦ κήρυκα, ἐδῶ οἱ τρανοὶ μνηστῆρες; τάχα τὶς δοῦλες τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα νὰ προστάξης νὰ πάψουν τὶς σπιτοδουλειὲς καὶ δεῖπνο νὰ τοὺς στρώσουν; Νὰ μήν τὸ σώσουν ἄλλα πιὰ νὰ δοῦνε γάμου γλέντια, {{r|685}} μόνε νὰ φᾶνε ἐδῶ ἂς ἔρθουν τὸ δεῖπνο τὸ στερνό τους. Ποὺ ἐδῶ μαζεύεστε καὶ βιὸς μεγάλο καταλεῖτε, τὰ πλούτια τοῦ Τηλέμαχου, καὶ τάχα ἀπ' τοὺς γονιούς σας, σὰν ἤσαστε μωρὰ παιδιά, δὲν τό 'χετε ἀκουσμένο τὸ τί τούς στάθηκε ἐκεινοὺς ὁ θεῖος ὁ Ὀδυσσέας, {{r|690}} ποὺ κανενός τους ἄδικο μήτ' ἔκαμε μήτε εἶπε, σὰν ποὺ στὸν κόσμο συνηθοῦν οἱ θεϊκοὶ οἱ ρηγάδες, κι ἄλλο ἄξαφνα θνητὸ μισοῦν, ἄλλο θνητὸ ἀγαπᾶνε. Ἐκεῖνος σὲ ἄντρα ὑβριστικὰ δὲ φέρθηκε ποτές του, μὰ ἐσᾶς κι ὁ νοῦς σας φανερὸς καὶ τ' ἄπρεπά σας ἔργα, {{r|695}} καὶ χάρη, ἂ σᾶς γενῆ καλό, κατόπι δὲν κρατᾶτε.”      Καὶ τότε ὁ πολυστόχαστος ὁ Μέδοντας τῆς εἶπε· “Νά 'ταν αὐτό, βασίλισσα, τὸ πιὸ βαρὺ κακό μας· μὰ ἕν' ἄλλο ἀκόμα πιὸ βαρὺ καὶ φοβερὸ οἱ μνηστῆρες τὴν ὥρα αὐτὴ σκαρώνουνε, ποὺ ὁ Δίας νὰ τὸ χαλάση. {{r|700}} Πασκίζουν τὸν Τηλέμαχο στὸ γυρισμὸ νὰ κόψουν, ποὺ νὰ ζητήση μίσεψε μαντάτα τοῦ γονιοῦ του, στὴ θεία τὴ Λακεδαίμονα καὶ στὴν καλὴ τὴν Πύλο.”      Εἶπε, κι ἐκείνης κόπηκαν τὰ γόνατα, ἡ καρδιά της· ὥρα πολλὴ τὴ γλῶσσα της ἀμιλησιὰ κρατοῦσε, {{r|705}} τὰ μάτια δάκρυα γέμισαν, καὶ πιάστηκε ἡ φωνή της. Τέλος αὐτὰ τοῦ μίλησε τὰ λόγια· “Κήρυκά μου, τί μοῦ 'φυγε τ' ἀγόρι μου; Δὲν εἶχε αὐτὸς ἀνάγκη νὰ μπῆ στὰ πλοῖα τὰ γοργά, ποὺ γιὰ τοὺς ἄντρες εἶναι σὰν ἄλογα τῆς θάλασσας, νὰ τοὺς πελαγοφέρνουν. {{r|710}} Ἢ τάχατες μήτε ὄνομα στὴ γῆς νὰ μὴν τοῦ μείνη;”      Κι ὁ γνωστικὸς ὁ Μέδοντας ἀπολογήθη κι εἶπε. “Δὲν ξέρω ἂν θεὸς τὸν κίνησε, γιὰ τοῦ 'ρθε ἀπὸ βουλή του, νὰ πάη στὴν Πύλο, τοῦ γονιοῦ τὸ γυρισμὸ νὰ μάθη, ἢ ἂν τελείωσε, ποιό στάθηκε τὸ τέλος του ν' ἀκοὐση.” {{r|715}}      Αὐτὰ σὰν εἶπε, γύρισε μὲς στοῦ Ὀδυσσέα τοὺς πύργους. Κι ἐκείνη τὴν ψυχόδερνε καὶ τὴ βαροῦσε ὁ πόνος, καὶ μήτε σ' ἕνα ἀπ' τὰ θρονιὰ δὲν μπόρειε νὰ καθίση, παρὰ στοῦ καλοκάμωτου θαλάμου τὸ κατώφλι κάθισε δάκρυα χύνοντας πικρά, κι οἱ παρακόρες, {{r|720}} γριὲς καὶ νιὲς τοῦ παλατιοῦ, μαζί της σιγοκλαῖγαν.      Κι ἐκείνη βαριοκλαίγοντας τοὺς εἶπε· “Ἀγαπημένες, ἀκοῦτε· πιότερα δεινὰ μοῦ 'δωσ' ἐμένα ὁ Δίας ἀπ' ὅλες ποὺ γεννήθηκαν καὶ ζήσανε μαζί μου. Λαμπρὸ καὶ λιονταρόψυχο πρῶτα στερήθηκα ἄντρα, {{r|725}} μὲ μύρια μὲς στοὺς Δαναοὺς καμάρια στολισμένο, ποὺ στὴν Ἑλλάδα ἡ δόξα του καὶ στ' Ἄργος ὅλο βγῆκε. Τώρ' ἀπ' ἐδῶ μοῦ ἁρπάξανε οἱ ἀνέμοι καὶ τὸ γιό μου, ἀνάκουστα, καὶ μίσεψε χωρὶς νὰ τόνε νιώσω. Ἀπόνετες, ποὺ καμιανῆς δὲν πέρασε ἀπ' τὸ νοῦ σας {{r|730}} νὰ μὲ ξυπνῆστε, ἂν καὶ καλὰ τὰ ξέρατε ἐσεῖς ὅλα, τότες ποὺ μπῆκε στὸ βαθὺ καὶ μελανὸ καράβι, Ἀν ἐγὼ τ' ἄκουα πὼς αὐτὸς ταξίδι μελετοῦσε, θά 'μνησκε ἐδῶ, κι ἂς ἤτανε στὶς ξενιτειὲς ὁ νοῦς του· ἀλλιῶς, νεκρὴ θὰ μ' ἄφηνε σ' αὐτὰ τὰ σπίτια μέσα. {{r|735}} Μὰ ἂς τρέξουν κι ἂς φωνάξουνε τὸ γέρο τὸ Δολίο, ποὺ ὁ κύρης δοῦλο μοῦ 'δωσε πριχοῦ νὰ ρθῶ ἐδῶ πέρα, καὶ μοῦ φυλάει τὸ σύδεντρο περβόλι· αὐτὸς νὰ σύρη καὶ νὰ καθίση νὰ τὰ πῆ ἕνα ἕνα τοῦ Λαέρτη, ἴσως κι ὁ νοῦς του στοχαστῆ, καὶ τότες βγῆ στὸν κόσμο {{r|740}} καὶ σ' ὅλους παραπονεθῆ ποὺ βάλθηκαν κι ἐκείνου καὶ τοῦ Ὀδυσσέα τοῦ ἰσόθεου τὸ γόνο ν' ἀφανίσουν.”      Κι ἡ Εὐρύκλεια ἡ παραμάνα της γυρνάει κι ἀπολογιέται· “Καλὴ νυφούλα μου, ἔπαρε μαχαίρι νὰ μὲ κόψης, γιά μὲς στὰ σπίτια σου ἄσε με· δὲ θὰ σοῦ κρύψω λόγο. {{r|745}} Τὰ γνώριζα ὅλα, κι ὅ,τι αὐτὸς μοῦ πρόσταξε, ἔδωκά του, καὶ στάρι καὶ γλυκὸ κρασί· μὰ μέγα μοῦ 'βαλε ὅρκο δώδεκα μέρες πρὶ γενοῦν νὰ μὴν τὸ ξεστομίσω, ἢ πρὶν ἐσὺ ποθήσης τον καὶ μάθης το πὼς λείπει, γιὰ νὰ μὴν κλαῖς καὶ μᾶς χαλνᾶς τὴν ὥρια σου τὴν ὄψη. {{r|750}} Μὰ σὰ λουστῆς καῖ καθαρὰ σὰ ντύσης τὸ κορμί σου, καὶ μὲ τὶς βάγιες σου ἀνεβῆς στ' ἀνώγι, προσευκήσου στοῦ Δία τοῦ αἰγιδόσκεπου τὴν κόρη τὴν Παλλάδα, τὶ ἐκείνη κι ἀπὸ θάνατο μπορεῖ νὰ τόνε σώση. Τοῦ δόλιου γέρου βάσανα καινούργια μὴν τοῦ δίνης· {{r|755}} θαρρῶ πὼς δὲν τ' ὀχτρεύουνται οἱ ἀθάνατοι τὸ γένος τοῦ γιοῦ τοῦ Ἀρκείσιου· πάντα δὰ κάποιος θὰ μείνη νά 'χη τὰ σπίτια τ' ἁψηλόχτιστα καὶ τὰ παχιὰ χωράφια.”      Εἶπε, κι ἐκείνη μέρωσε, τῆς στέγνωσαν τὰ μάτια, καὶ λούστηκε, καὶ φόρεσε καθάρια τὸ κορμί της, {{r|760}} κι ἀντάμα μὲ τὶς βάγιες της ἀνέβηκε στ' ἀνώγι, καὶ στὸ πανέρι βάζοντας κριθάρι, προσευκιέται·       “Ἄκου με, τοῦ αἰγιδόσκεπου τοῦ Δία τρανὴ κόρη· ἂν ὁ πολύβουλος ποτὲ Ὀδυσσέας στ' ἀρχοντικά του ξυγγάτα σοῦ 'ψησε μεριὰ βοδιῶνε καὶ προβάτων, {{r|765}} αὐτὰ τώρα θυμήσου τα, καὶ σῶσε τ' ἀκριβό μου, καὶ φύλαξέ τον ἀπ' ἐχτροὺς ἀπόκοτους καὶ μαύρους.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ ξεφώνισε· κι ἡ θεὰ τὴ συνακούγει. Μὰ οἱ ἄλλοι στὰ βαθιόσκιωτα παλάτια ἀχλολοοῦσαν, κι ἀπὸ τοὺς ξεπαρμένους νιοὺς ἕνας αὐτὰ λαλοῦσε· {{r|770}}       “Τὸ γάμο ἡ πολυγύρευτη βασίλισσα σκαρώνει, τὴ μοῖρα ὅμως τοῦ γιόκα της δὲν τὴ φαντάστη ἀκόμα.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ τί γίνουνταν, κι αὐτοὶ δὲ φανταζόνταν. Ὁ Ἀντίνος τότες μίλησε κι αὐτὰ στοὺς ἄλλους εἶπε·       “Γιὰ ἀφῆστε τα, καλότυχοι, τὰ λόγια τὰ μεγάλα, {{r|775}} μιὰ καὶ καλή, μὴ μέσαθε κανένας τὰ προφτάξη. Μόνε ἂς σκωθοῦμε σιγανά, κι ἂς βάλουμε σὲ δρόμο αὐτὸ ποὺ βουλευτήκαμε στὸ λογισμό μας μέσα.”      Αὐτὰ εἶπε, καὶ διαλέξανε μιὰ εἰκοσαριὰ λεβέντες, καὶ στ' ἀκρογιάλι κίνησαν, πρὸς τὸ γοργὸ καράβι. {{r|780}} Ἀπ' ὅλα πρῶτα τράβηξαν τὸ πλοῖο κατὰ τὰ βάθια, καὶ τὸ κατάρτι στήσανε καὶ τὰ πανιά του ἀπάνω, καὶ τὰ κουπιά τους στοὺς σκαρμοὺς μὲ τὰ λουριὰ τροπῶσαν, ὅλα σωστά· τὰ ὁλόασπρα πανιὰ κατόπι ἀνοῖξαν, καὶ τ' ἄρματα τοὺς φέρανε τὰ πρόθυμα κοπέλια. {{r|785}} Ἀράζουνε πρὸς τὸ γιαλὸ τὸ πλοῖο, κι ὄξω βγαίνουν ἐκεῖ δειπνήσανε, νὰ ρθῆ προσμένοντας τὸ βράδυ.      Ὡς τόσο κοίτεται ἡ καλὴ στ' ἀνώγι ἡ Πηνελόπη χωρὶς θροφή, χωρὶς πιοτό, καὶ μόνη συλλογιέται ὁ γιὸς ὁ παινεμένος της τὸ χάρο ἂν θὰ ξεφύγη, {{r|790}} ἢ θὰ τοῦ φᾶν οἱ ἀπόκοτοι μνηστῆρες τὴ ζωή του. Κι ὅσο λιοντάρι σκιάζεται σὲ πλῆθος μέσα ἀνθρώπων, τριγύρω του σὰ μαζευτοῦν παγίδα νὰ τοῦ στήσουν, τόσο κι ἐκείνη σάστιζε ὥσπου τὴν πῆρε ὁ ὕπνος· καὶ πλαγιασμένη ἀπόμεινε καὶ λύθηκαν οἱ ἁρμοί της. {{r|795}}      Τότες αὐτὸ σοφίστηκε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα· φάντασμα φτιάνει ποὺ ἔμοιαζε ἡ μορφή του μὲ γυναίκα, τοῦ Ἰκάριου τοῦ τρανόψυχου τὴ θυγατέρα Ἰφτίμη, ποὺ ὁ Εὔμηλος ἀπ' τὶς Φερὲς τὴν εἶχε σύγκλινή του. Καὶ στέλνει το στοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα τὸ παλάτι, {{r|800}} τὴν Πηνελόπη ποὺ ἔκλαιγε καὶ μοιρολόγα νά 'βρη, καὶ νὰ τῆς πάψη τοὺς κλαμούς, τὰ δάκρυα νὰ τῆς κόψη. Δίπλα ἀπ' τοῦ σύρτη τὸ λουρὶ στὸ θάλαμό της μπαίνει, καὶ στέκετ' ἀποπάνω της κι αὐτὰ τῆς συντυχαίνει.       “Κοιμᾶσαι, Πηνελόπη μου, μὲ τὴν καρδιὰ θλιμμένη; {{r|805}} Δὲ θὲν ἐσὺ νὰ δέρνεσαι οἱ θεοὶ ποὺ καλοζοῦνε, καὶ νὰ καρδιοπονᾶς· θᾶ ρθῆ στὸ Θιάκι πάλε ὁ γιός σου, τὶ φταίξιμο δὲν ἔκαμε στοὺς θεοὺς ποτὲς ἐκεῖνος.”      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη γυρνάει κι ἀπολογιέται, γλυκὰ λαφροκοιμάμενη στὶς θύρες τῶν ὀνείρων· {{r|810}}       “Τ' ἦρθες ἐδῶ, ἀδερφούλα μου; δὲ σ' ἔβλεπα ἄλλοτές μου, τὶ ἡ κατοικιά σου εἶναι πολὺ μακριὰ ἀπ' ἐδῶ, στὰ ξένα· μοῦ λὲς νὰ πάψω τοὺς καημοὺς καὶ τοὺς πολλοὺς μου πόνους, ποὺ μοῦ ταράζουν τὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδιά μου καῖνε· λαμπρὸ καὶ λιονταρόκαρδο νὰ χάσω, λέει, πρῶτα ἄντρα {{r|815}} μὲ μύρια μὲς στοὺς Δαναοὺς καμάρια στολισμένο, ποὺ στὴν Ἑλλάδα ἡ δόξα του καὶ στ' Ἄργος ὅλο βγῆκε, καὶ τώρα ὁ γιόκας μου νὰ βγῆ μὲ κουφωτὸ καράβι, πού 'ναι ἄμαθος ὁ καψερὸς ἀπὸ ἔργατα καὶ λόγια. Γιὰ ἐτοῦτον κι ἐγὼ πιότερο θρηνῶ παρὰ γιὰ κεῖνον, {{r|820}} γιὰ ἐτούτονε καρδιοχτυπῶ καὶ τρέμω νὰ μὴν πάθη, γιά μὲς στοὺς κόσμους ποὺ περνάει, γιά στὰ πελάγη μέσα· γιατὶ πολλοὶ ἀπὸ ἔχτρητα γυρεύουνε μὲ τέχνες πρὶ νὰ γυρίση σπίτι του νὰ πάρουν τὴ ζωή του”.      Καὶ τὸ θαμπὸ τὸ φάντασμα τῆς ἀπαντάει καὶ λέει· {{r|825}} “Θάρρος, μὴν ἔχης φόβο ἐσὺ στὰ σωθικά σου μέσα· εἶναι μαζί του φύλακας, ποὺ κι ἄλλοι ἀποθυμοῦσαν — γιατὶ ἔχει δύναμη πολλὴ — νὰ παραστέκεταί τους· εἶν' ἡ Παλλάδα ἡ Ἀθηνᾶ, ποὺ νιώθει τὸν καημό σου, κι ὡς ἐδῶ πέρα μ' ἔστειλε μ' αὐτὸ τὸ μήνυμα της.” {{r|830}}      Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη γυρνάει κι ἀπολογιέται. “Ἀν εἶσαι θεὸς κι ἀπὸ θεὸ τὰ ὅσα λὲς κατέχης, λέγε μου καὶ γιὰ ἐκείνονε τὸ βαριορίζικό μου, ἂν εἶναι ἀκόμα ζωντανός, τοῦ ἥλιου τὸ φῶς ἂ βλέπη, ἢ ἀπέθανε, καὶ βρίσκεται μὲς στοῦ Ἅδη τὰ λημέρια.” {{r|835}}      Καὶ τὸ θαμπὸ τὸ φάντασμα τῆς ἀπαντάει καὶ λέει· “Γιὰ ἐκείνονε δὲ γίνεται ν' ἀνοίξω λόγο τώρα, ἂ ζῆ νὰ πῶ ἢ ἀπέθανε, γιατὶ τοῦ κάκου θά 'ναι.”      Εἶπε, καὶ χάθη φεύγοντας ἀνάμεσ' ἀπ' τὸ σύρτη, καὶ σκόρπισε στὸν ἄνεμο. Καὶ τοῦ Ἰκάριου ἡ κόρη {{r|840}} ξυπνάει μ' ἀνάλαφρη καρδιά, ποὺ καθαρὰ τῆς ἦρθε στὸν ὕπνο της τέτοιο ὄνειρο στ' ἀρχίνημα τῆς νύχτας.      Στὸ πλοῖο ὡς τόσο ἀνέβηκαν, καὶ σῦραν οἱ μνηστῆρες στὰ πέλαα, τοῦ Τηλέμαχου τὸ τέλος μελετώντας. Κι εἶναι στῆς θάλασσας ἐκεῖ τὴ μέση πετρονήσι, {{r|845}} ποὺ πέφτει ἀνάμεσα Θιακιοῦ καὶ τῆς ξερῆς τῆς Σάμης, ὄχι μεγάλο, ἡ Ἀστερή, μὲ βολικὰ λιμάνια, καὶ δυὸ μπασιές, ποὺ οἱ Ἀχαιοὶ τοῦ στήσανε καρτέρι. </poem> nn11hjpi5bc5xd9a1wl1qv3pvnw6q81