Βικιθήκη
elwikisource
https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1
MediaWiki 1.47.0-wmf.13
first-letter
Μέσο
Ειδικό
Συζήτηση
Χρήστης
Συζήτηση χρήστη
Βικιθήκη
Συζήτηση Βικιθήκη
Αρχείο
Συζήτηση αρχείου
MediaWiki
Συζήτηση MediaWiki
Πρότυπο
Συζήτηση προτύπου
Βοήθεια
Συζήτηση βοήθειας
Κατηγορία
Συζήτηση κατηγορίας
Σελίδα
Συζήτηση σελίδας
Μεταγραφή
Συζήτηση μεταγραφής
Συγγραφέας
Συζήτηση συγγραφέα
Πύλη
Συζήτηση πύλης
TimedText
TimedText talk
Module
Module talk
Event
Event talk
Συζήτηση χρήστη:Revi C.
3
18567
167063
167039
2026-08-02T14:30:22Z
Pathoschild
190
global user pages ([[m:Synchbot|requested by Revi C.]])
167063
wikitext
text/x-wiki
__NOINDEX__<div class="mw-content-ltr" lang="en" dir="ltr">[[File:Revi logo (pink).png|thumb|center|<span style="color:red">PLEASE DO NOT LEAVE MESSAGE HERE!</span>]]
'''<span style="color:red"> BEFORE YOU BLOCK MY ACCOUNT: IF MY EDIT SUMMARY INCLUDE PREFIX </span>''(Script)''<span style="color:red">, DON'T BLOCK ME, JUST TELL ME TO SLOW DOWN AT COMMONS' TALK PAGE. IT IS AN AUTOMATED SCRIPT BEING USED ON COMMONS TO MOVE FILES.</span>'''
Instead, please leave your message following site:
<br />
[[File:Wikidata-logo-en.svg|45px|link=d:User talk:Revi C.]] [[d:User talk:Revi C.]] for Wikidata (Interwiki links) stuff <!--(I am {{int:Group-sysop}} there)-->
<br />
[[File:Commons-logo.svg|45px|link=commons:User talk:Revi C.]] [[commons:User talk:Revi C.]] for renaming stuff or [[User:CommonsDelinker|CommonsDelinker]] action (I am {{int:Group-sysop}} there)
<br />
[[File:Wikimedia Community Logo optimized.svg|45px|link=m:User talk:Revi C.]] [[meta:User talk:Revi C.]] for other stuff (User right notification, revert message, etc...)
Messages left on this page may be reverted or moved without any response.</div>
5b8qtz4dnjnrhc9ts3mku14m3gujbq8
Το τραγούδι του στρατιώτη
0
43837
167061
144893
2026-08-02T13:16:02Z
Grecoeditor
19180
167061
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = Το τραγούδι του στρατιώτη
| συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα = [[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο = [[Πολεμικοί χοροί]]
| προηγούμενο= [[Νίκω Καμπά]]
| βικιπαίδεια =
| σημειώσεις = Γραμμένο τον Οκτώβριο του 1885.
}}
{{block center/s}}
<poem>
Ήμουν στο σπίτι τ’ ορφανό βοήθεια μοναχή,
κι έφεδρος είμαι· δε με μέλει.
Έτρεξ’ αμέσως στο στρατό μ’ ολόθερμη ψυχή,
γιατί η πατρίς, αυτή το θέλει.
Λιγοθυμά η δόλια μου η αγαπητικιά
από τη λύπη· «Συλλογίσου
πως μιαν αγάπη μ’ άρπαξε, μικρούλα μου γλυκιά,
πιο σιδερένια απ’ τη δική σου!»
Μες στη σκηνή μ’ άλλους πολλούς κάθε νυχτιά περά,
κι έχω κρεβάτι μου το χώμα·
αλλά για την πατρίδα μου κοιμούμαι μια χαρά
κι απάνου στα μαχαίρια ακόμα.
Ένας λοχίας μού μιλά λόγι’ άδικα, βαριά,
που άναψα· τί ευτυχία
που της πατρίδος την τρανή φαντάσθηκα θωριά!
Ξεχνώ τα λόγια του λοχία.
Ο λοχαγός μου μ’ έβαλε στη φυλακή ξανά
ολόκληρη δεκαμερία·
πατρίς, ας είσ’ ελεύθερη, κι εγώ παντοτινά
ας χάσω την ελευθερία!
Πως άλλαξα κι ασχήμισα πολύ, μου είπε μια,
έτσι ντυμένος στρατιώτης·
κι αν είν’ αλήθεια, η πατρίς με τέτοιαν ασχημιά
με καμαρώνει στο πλευρό της.
Με τ’ όπλο στα γυμνάσια ξοδεύω τον καιρό
και σβήνω απ’ τον πολύν ιδρώτα,
μα δε φροντίζω· να σε ιδώ, πατρίς μου, καρτερώ
αναστημένη σαν και πρώτα.
Με τ’ όπλο στα γυμνάσια γυρίζ’ ολημερίς.
Τώρα ιδρώτα μόνο χύνω,
Μη πότε και το αίμα μου θα τρέξει, ω πατρίς;
Τότε θα ειπώ: ''κάτι σού δίνω!''
</poem>
{{block center/e}}
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
eq24z297vjwi24gkoqp5hdty7zh3c6g
Νίκω Καμπά
0
44199
167059
151174
2026-08-02T13:10:41Z
Grecoeditor
19180
167059
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = Νίκω Καμπά
| συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα = [[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο = [[Το τραγούδι του στρατιώτη]]
| προηγούμενο= [[Ο Απρίλης κι η Αυγή]]
| βικιπαίδεια =
| σημειώσεις = Το ποίημα συγγράφηκε τον Απρίλιο του 1879. Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μη Χάνεσαι Νο.329 στις 15 Μαρτίου 1880.
}}
{{block center|
<poem>Σ’ αυτή την καμαρούλα μας που λες πως σκλαβωμένα
επίτηδες μας έριξε μια μοίρα φιλική,
πόσα τραγούδια εγράψαμε με μια καρδιά, μια πένα,
στο τραπεζάκι μας εκεί.
Πόσες φορές το όνειρο —θυμάσαι;— του ενός μας
το τραγουδάκι ετύχαινε του άλλου να γενεί·
ο έρως ήτανε θεός, ο κόσμος ουρανός μας,
και προσευχαί οι στίχοι μας σε πίστη μια κοινή.
Εζήλευα τα ντροπαλά του τραγουδιού σου κάλλη
και στο φιλί του χωρισμού τοις δίνω μιαν ευχή:
Όσο βαθιά τα χάρηκα, να τα χαρούνε κι άλλοι,
και να δακρύσει επάνω των… γνωρίζεις ποιά ψυχή.
Μα με στεφάνια δάφνινα προτού να σε στολίσω
σκύψε μιαν άλλη μου ευχή ν’ ακούσεις μυστικά:
— ''Χρήματα, φίλε, χρήματα!'' όταν βαστά το ίσο
πουγκί γεμάτο, τραγουδεί κι η Μούσα πιο γλυκά!</poem>}}
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
ghmrv09ilvomd4jg5hcekjnktongc5e
167060
167059
2026-08-02T13:13:55Z
Grecoeditor
19180
167060
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = Νίκω Καμπά
| συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα = [[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο = [[Το τραγούδι του στρατιώτη]]
| προηγούμενο= [[Ο Απρίλης κι η Αυγή]]
| βικιπαίδεια =
| σημειώσεις = Το ποίημα συγγράφηκε τον Απρίλιο του 1879. Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μη Χάνεσαι Νο.329 στις 15 Μαρτίου 1880.
}}
{{block center|
<poem>
Σ’ αυτή την καμαρούλα μας που λες πως σκλαβωμένα
επίτηδες μας έριξε μια μοίρα φιλική,
πόσα τραγούδια εγράψαμε με μια καρδιά, μια πένα,
στο τραπεζάκι μας εκεί.
Πόσες φορές το όνειρο —θυμάσαι;— του ενός μας
το τραγουδάκι ετύχαινε του άλλου να γενεί·
ο έρως ήτανε θεός, ο κόσμος ουρανός μας,
και προσευχαί οι στίχοι μας σε πίστη μια κοινή.
Εζήλευα τα ντροπαλά του τραγουδιού σου κάλλη
και στο φιλί του χωρισμού τοις δίνω μιαν ευχή:
Όσο βαθιά τα χάρηκα, να τα χαρούνε κι άλλοι,
και να δακρύσει επάνω των… γνωρίζεις ποιά ψυχή.
Μα με στεφάνια δάφνινα προτού να σε στολίσω
σκύψε μιαν άλλη μου ευχή ν’ ακούσεις μυστικά:
— ''Χρήματα, φίλε, χρήματα!'' όταν βαστά το ίσο
πουγκί γεμάτο, τραγουδεί κι η Μούσα πιο γλυκά!</poem>}}
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
ihvpa8rny8puiqshduculh364s7u7pw
Σελίδα:Βίοι Πελοποννησίων ανδρών.djvu/210
100
47422
167073
153280
2026-08-02T23:13:15Z
Αντιγόνη
235
/* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */
167073
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||208}}</noinclude>{{κέντρο|{{smaller|'''ΘΑΝΑΣΗΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ'''}}}}
Κατήγετο ἀπὸ τὸν Ἅγιον Βασίλειον. Ὑπῆρξε στρατιωτικὸς καὶ ἐβαστοῦσε μὲ τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν στρατιώτας ἄνωθεν τοῦ βουνοῦ Ζευγαλατιοῦ, τοῦ λεγομένου τοῦ Ἁγίου Νικολάου Βαρσῶν. Παρευρέθη εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς κατὰ τὴν ἀνωτέρω θέσιν, ὡς καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας μάχας κατὰ τοῦ Δράμαλη καὶ ἀλλοῦ· Ὑπῆγε δὲ καὶ εἰς τὰ Μεγάλα Δερβένια μετὰ τῶν ἄλλων Τριπολιτσιωτῶν πρὸ τῆς εἰσβολῆς τοῦ Δράμαλη.
{{vgap|1em}}
{{rule|6em}}
{{vgap|1em}}
{{κέντρο|{{smaller|'''ΑΛΕΞΙΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ'''}}}}
Κατήγετο ἐκ Λεβιδίου. Ὑπηρέτησε δὲ στρατιωτικῶς, ἐξέχων τῶν ἄλλων καπεταναίων τῆς πατρίδος του καὶ τῶν πέριξ χωρίων, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε περὶ αὐτὸν ἐσυγκετρόνοντο οἱ στρατιῶται ἀπὸ τὸν Μύτικα καὶ πέραν, καὶ εἰς τοῦτο τὸ μέρος τῆς ἐπαρχίας ἔκαμνε τὸν ἀρχηγόν. Ἐπολέμησεν δὲ εἰς πολλὰς μάχας, καὶ ἔπεσε μαχόμενος πρὸς τοὺς Ἄραβας κατὰ τὸ βουνὸν Σφαντῆρι καὶ Καταβόθρα πλησίον τῆς πατρίδος του.
{{vgap|1em}}
{{rule|6em}}
{{vgap|1em}}
{{κέντρο|{{smaller|'''ΚΟΛΙΟΣ ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ'''}}}}
Οὗτος ὁ στρατιωτικὸς κατήγετο ἀπὸ τὸ χωρίον Δάρα, καὶ ἦτο πολὺ γενναῖος, διότι εἰς ὁποιανδήποτε μάχην καὶ ἂν εὑρίσκετο διεκρίνετο, ἔχων πάντοτε τοὺς γείτονάς του βοηθοὺς καὶ συμπολεμιστάς. Ὅταν δὲ ἐσκοτώθη ὁ Παπᾶ Ἀρσένης Κρέστης εἰς τὸν Ἅγιον<noinclude></noinclude>
aq939r72i6sle7s8e3vl3l64bsex549
Σελίδα:Βίοι Πελοποννησίων ανδρών.djvu/209
100
47423
167072
153281
2026-08-02T22:58:53Z
Αντιγόνη
235
/* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */
167072
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||207}}</noinclude>στρατιωτικῶς μὲ τοὺς συγχωρίους του κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς, καὶ ἰδίως κατὰ τὴν θέσιν Γράναν καὶ Καπνίστραν μὲ τὸν Δαγρὲν ὅπου καὶ αἰχμαλωτίσθη, καὶ ἐλευθερώθη ἔπειτα μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Τριπολιτσᾶς, ἀκολουθήσας πάλιν τὸν στρατιωτικόν του βίον.
{{vgap|1em}}
{{rule|6em}}
{{vgap|1em}}
{{κέντρο|{{smaller|'''ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΗΛΙΔΑΣ'''}}}}
Οὗτος ἦτο πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως γνωστὸς διὰ τὰς σχέσεις του μὲ τοὺς πλέον παληκαράδες Τούρκους. Κατηχηθεὶς δὲ τὰ μυστήρια τῆς Ἑταιρίας πολὺ ὡφέλησεν ὕστερον καὶ μάλιστα τὸν ἀοίδιμον Ζαΐμην, διότι εἰς αὐτὸν ἐξεμυστηρεύετο ὅλα τὰ τῶν Τούρκων. Ὑπηρέτησε δὲ στρατιωτικῶς εἰς πολλὰς μάχας ὑπὸ τὸν Κολοκοτρώνην, καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἡ ἀνάγκη τὸν ἐκάλει. Ἔπεσε δὲ μαχόμενος ἐναντίον τῶν Ἀράβων κατὰ τὴν ἅλωσιν τοῦ Νεοκάστρου ὑπὸ τοῦ Ἰμβραήμ.
{{vgap|1em}}
{{rule|6em}}
{{vgap|1em}}
{{κέντρο|{{smaller|'''ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΣΑΡΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ'''}}}}
Οὗτος ἔχαιρε τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν συμπατριωτῶν του Τριπολιτσιωτῶν, καὶ οἱ στρατιῶται τὸν ἤθελαν καὶ τὸν ἐγύρευαν νὰ τὸν ἔχουν ἀρχηγὸν διότι ἦτο στρατιωτικὸς καλός. Ἐμάχετο πάντοτε μὲ γενναιότητα εἰς τὰς μάχας, καὶ μαζὺ μὲ τοὺς συμπατριώτας του εὑρέθη εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τοῦ Δράμαλη.
{{vgap|1em}}
{{rule|6em}}
{{vgap|1em}}<noinclude></noinclude>
401q3gqulhrg9kmdgxdg4thy0as71t0
Συζήτηση χρήστη:-revi
3
48913
167065
156930
2026-08-02T15:43:05Z
Pathoschild
190
global user pages ([[m:Synchbot|requested by Revi C.]])
167065
wikitext
text/x-wiki
#REDIRECT [[User talk:Revi C.]]
o9z79lcc9a9pfmqmrod5w3eyk4q9i0o
Χρήστης:-revi
2
48914
167064
156931
2026-08-02T15:07:18Z
Pathoschild
190
global user pages ([[m:Synchbot|requested by Revi C.]])
167064
wikitext
text/x-wiki
#REDIRECT [[User:Revi C.]]
88g0cv17whfgb1wkeh281mptujwtlut
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/70
100
52758
167070
167050
2026-08-02T20:39:29Z
Αντιγόνη
235
167070
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{nop}}</noinclude>
{{δεξιά|{{x-larger|'''ΕΝΑΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ'''}}}}
<section begin=s1 />Ὑπάρχουν γνωριμίαι ὁποίας δυσκολώτερον μιᾶς ἡμέρας ἢ καὶ μιᾶς στιγμῆς, τὰς λησμονεῖ κανεὶς ἀπὸ σχέσεις μακράς.
Ἔχουν περάσει ἔκτοτε ὑπὲρ τὰ δέκα πέντε ἔτη καὶ παραμένει ζωηροτάτη εἰς τὴν μνήμην μου μία γνωριμία τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ταξειδεύων ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Βῶλον, κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, ὅπου μετέβαινα μὲ διορισμὸν δημοσίου υπαλλήλου, τὸν πρῶτόν μου διορισμόν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ οἱ λοιποὶ συνταξειδιῶται δὲν θὰ ἐλησμόνησαν ἀκόμη τὸν χαριτωμένον ἐκεῖνον σατανᾶν, χάρις εἰς τὸν ὁποῖον μὲ τόσην ευθυμίαν έταξειδεύσαμεν. Εἰς τὸ ἀτμόπλοιον εἰσῆλθε τελευταῖος, ἀμέσως δ’ ἔκαμαν εἰς ὅλους μας ἐντύπωσιν τὸ κάλλος του καὶ ἡ ζωηρότης τῆς μορφῆς καὶ τῶν κινήσεών του.
— Τί ὡραῖος νέος! ἐψιθύρισε και μία ἐκ τῶν τριῶν γυναικῶν αἵτινες εὑρίσκοντο εἰς τὸ ἀτμόπλοιον, ὁποίαν εἶχε στρέψει ἀπό τινων ἀκριβῶς ἐκείνη πρὸς τὴν στιγμῶν κατακτητικὰ βλέμματα κάποιος ὑπολοχαγός.
Αἱ δύο ἄλλαι ἐπεδοκίμασαν διὰ τοῦ βλέμματος, ὁ δὲ ἀξιωματικὸς ἐταράχθη ἀπὸ τὸν σκληρὸν ὑπαινιγμόν, τοσοῦτο μᾶλλον καθ’ ὅσον παρετήρησεν ὅτι ἐβασίζετο εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ὁ νέος ἐπιβάτης θὰ ἦτο εἰκοσι πέντε τὸ πολὺ ἐτῶν, ὑψηλὸς καὶ κομψός, μὲ χαρακτηριστικὰ λεπτὰ καὶ εὐγενῆ, παρουσιάζοντα μίαν ἁβρότητα παρθενικήν. Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν πρώτην ἐντύπωσιν τῆς θηλυπρεπείας ταχέως διέψευδον αἱ ἔντονοι καὶ ζωηραὶ κινήσεις του. Εἰς τὰ μαῦρα του μάτια ἔπαιζε σχεδὸν ἀδιάκοπα μία λάμψις εὐθυμίας. Δὲν ἠδύνατο κανεὶς νὰ φαντασθῇ ὑπὸ διαφορετικὸν τύπον τὴν εὐτυχῆ<noinclude></noinclude>
lwqpeeihsjybbu73hqtch6gth8j0dqm
Η ελιά
0
52761
167053
2026-08-02T12:03:53Z
Grecoeditor
19180
Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα | τίτλος =Η ελιά | συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]] | επόμενο =[[Το χωριό]] | προηγούμενο=[[Χριστούγεννα (Παλαμά)]] | σημειώσεις = Γραμμένο το 1882. }} {{block center/s}} <poem> Είμαι του ήλιου η θυγατέρα η πιο απ...
167053
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα
| τίτλος =Η ελιά
| συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο =[[Το χωριό]]
| προηγούμενο=[[Χριστούγεννα (Παλαμά)]]
| σημειώσεις = Γραμμένο το 1882. }}
{{block center/s}}
<poem>
Είμαι του ήλιου η θυγατέρα
η πιο απ’ όλες χαϊδευτή.
Χρόνια η αγάπη του πατέρα
σ’ αυτόν τον κόσμο με κρατεί.
Όσο να πέσω νεκρωμένη,
αυτόν το μάτι μου ζητεί·
::είμ’ η ελιά η τιμημένη.
Δεν είμ’ ολόξανθη, μοσχάτη
τριανταφυλλιά ή κιτριά·
θαμπώνω της ψυχής το μάτι,
για τ’ άλλα μάτια είμαι γριά.
Δε μ’ έχει αηδόνι ερωμένη,
μ’ αγάπησε μία θεά·
::είμ’ η ελιά η τιμημένη.
Όπου κι αν λάχω κατοικία
δε μ’ απολείπουν οι καρποί·
ώς τα βαθιά μου γηρατεία
δε βρίσκω στη δουλειά ντροπή·
μ’ έχει ο Θεός ευλογημένη,
κι είμαι γεμάτη προκοπή·
::είμ’ η ελιά η τιμημένη.
Φρίκη, ερημιά, νερά και σκότη,
τη γη εθάψαν μια φορά·
πράσινη αυγή με φέρνει πρώτη
στο Νώε η περιστερά·
όλης της γης είχα γραμμένη
την εμορφιά και τη χαρά·
::είμ’ η ελιά η τιμημένη.
Εδώ στον ίσκιο μ’ αποκάτου
ήρθ’ ο Χριστός ν’ αναπαυθεί,
κι ακούστηκ’ η γλυκιά λαλιά του
λίγο προτού να σταυρωθεί·
το δάκρυ του, δροσιά αγιασμένη,
έχει στη ρίζα μου χυθεί·
::είμ’ η ελιά η τιμημένη
</poem>
{{block center/e}}
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
2a372bimw42z0p38dmudqa8w3x7iguw
Το χωριό
0
52762
167054
2026-08-02T12:08:35Z
Grecoeditor
19180
Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα | τίτλος =Το χωριό | συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]] | επόμενο =[[Κεράσια]] | προηγούμενο=[[Η ελιά]] | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Μικρούλι, κατακαίνουργο, γειρμένο στ’ ακρογιάλι, θα πίστευες τα...
167054
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα
| τίτλος =Το χωριό
| συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο =[[Κεράσια]]
| προηγούμενο=[[Η ελιά]]
| σημειώσεις = }}
{{block center/s}}
<poem>
Μικρούλι, κατακαίνουργο,
γειρμένο στ’ ακρογιάλι,
θα πίστευες τα κύματα
πως μόλις το ’χαν βγάλει.
Σα να τα σάρων’ απαλά
θαλασσινή φρεσκάδα
φτωχά σπιτάκια χαμηλά,
γεμάτ’ ασπράδα.
Απ’ το βουνό που υψώνοταν
στα βάθη, αντικρινά του,
θ’ αγνάντευες στης θάλασσας
την άκρη τη θωριά του,
σα ρούχα στη σειρά λευκά
πὄτυχε εκεί ν’ απλώσουν
κάποια χεράκια εργατικά
για να στεγνώσουν.
Ποτάμι δεν το πότιζε·
βαλανιδιές, πλατάνια
δεν έριχναν του ίσκιου των
σ’ αυτό την περηφάνια.
Μονάχ’ από καμιά μεριά
ξεμύτιζε μυρτούλα,
αλλού ροδιά και λυγαριά,
και μια βρυσούλα.
Καλοκαιριού το χρύσωνε
ημέρα ηλιοκαμένη,
αλλά ψυχή δε θα ’βλεπες
μες στο χωριό να μένει,
ούτε τραγούδι, ούτε μιλιά
να τρέχει στον αέρα.
Ελείπαν όλοι στην δουλειά,
στον τρύγο πέρα.
Μικρούλι, κατακαίνουργο,
γειρμένο στ’ ακρογιάλι,
βρέφος θα το στοχάζοσουν,
μ’ ολόξανθο κεφάλι,
οπού, γειρτό σαν το θωρεί,
με το φιλί στο στόμα
πηγαίνει ο ύπνος να το βρει
και μέρ’ ακόμα.
Και μόνο στην βασίλισσα
της ερημιάς γαλήνη
η θάλασσα ηχολόγαε
γλυκά γλυκά κι εκείνη…
Το βρέφος σου το χαρωπό
κοιμίζεις, ω μητέρα,
με νανουρίσματος σκοπό
νύχτα και μέρα!
</poem>
{{block center/e}}
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
kwe0niedhfx6354w58v82tfqa527x57
167055
167054
2026-08-02T12:09:40Z
Grecoeditor
19180
167055
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα
| τίτλος =Το χωριό
| συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο =[[Κεράσια]]
| προηγούμενο=[[Η ελιά]]
| σημειώσεις = }}
{{block center/s}}
<poem>
Μικρούλι, κατακαίνουργο,
γειρμένο στ’ ακρογιάλι,
θα πίστευες τα κύματα
πως μόλις το ’χαν βγάλει.
Σα να τα σάρων’ απαλά
θαλασσινή φρεσκάδα
φτωχά σπιτάκια χαμηλά,
::γεμάτ’ ασπράδα.
Απ’ το βουνό που υψώνοταν
στα βάθη, αντικρινά του,
θ’ αγνάντευες στης θάλασσας
την άκρη τη θωριά του,
σα ρούχα στη σειρά λευκά
πὄτυχε εκεί ν’ απλώσουν
κάποια χεράκια εργατικά
::για να στεγνώσουν.
Ποτάμι δεν το πότιζε·
βαλανιδιές, πλατάνια
δεν έριχναν του ίσκιου των
σ’ αυτό την περηφάνια.
Μονάχ’ από καμιά μεριά
ξεμύτιζε μυρτούλα,
αλλού ροδιά και λυγαριά,
::και μια βρυσούλα.
Καλοκαιριού το χρύσωνε
ημέρα ηλιοκαμένη,
αλλά ψυχή δε θα ’βλεπες
μες στο χωριό να μένει,
ούτε τραγούδι, ούτε μιλιά
να τρέχει στον αέρα.
Ελείπαν όλοι στην δουλειά,
::στον τρύγο πέρα.
Μικρούλι, κατακαίνουργο,
γειρμένο στ’ ακρογιάλι,
βρέφος θα το στοχάζοσουν,
μ’ ολόξανθο κεφάλι,
οπού, γειρτό σαν το θωρεί,
με το φιλί στο στόμα
πηγαίνει ο ύπνος να το βρει
::και μέρ’ ακόμα.
Και μόνο στην βασίλισσα
της ερημιάς γαλήνη
η θάλασσα ηχολόγαε
γλυκά γλυκά κι εκείνη…
Το βρέφος σου το χαρωπό
κοιμίζεις, ω μητέρα,
με νανουρίσματος σκοπό
::νύχτα και μέρα!
</poem>
{{block center/e}}
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
5im5t4xpw5alomcm5oc8qjmgsb6ewjo
Κεράσια
0
52763
167056
2026-08-02T12:17:44Z
Grecoeditor
19180
Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα | τίτλος =Κεράσια | συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]] | επόμενο =[[Ο Απρίλης κι η Αυγή]] | προηγούμενο=[[Το χωριό]] | σημειώσεις = Γραμμένο και δημοσιευμένο στο περιοδικό Μη Χάνεσαι Νο.298 στις 26 Μαίο...
167056
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα
| τίτλος =Κεράσια
| συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο =[[Ο Απρίλης κι η Αυγή]]
| προηγούμενο=[[Το χωριό]]
| σημειώσεις = Γραμμένο και δημοσιευμένο στο
περιοδικό Μη Χάνεσαι Νο.298 στις 26 Μαίου 1882}}
{{block center/s}}
<poem>
Το Μάη έχ’ η άνοιξη, τα χελιδόνια ο Μάρτης,
ο Απρίλης τα τριαντάφυλλα, κι ο Μάης τα κεράσια.
Κεράσια, καλώς ήρθατε βαθιά βαθιά λουσμένα,
σαν τιμημένες παρθενιές, μες στης ντροπής το χρώμα.
Εσάς και τα τριαντάφυλλα, σα δίδυμ’ αδερφάκια,
με μια πνοή του ο Θεός σας έριξ’ εδώ κάτου,
σας έχει δώσει και των δυο την άνοιξη πατρίδα,
κεράσια, τη γλυκάδα του, την ευωδιά του, ρόδα,
και τη ζωή σας λιγοστή, σαν κάθε ωραίου δω κάτου!
Όταν σας βλέπω το πρωί στο δέντρο σας απάνου,
της γης κοράλλια ολόγλυκα, μικρούλια μου κεράσια,
πότε μου φαίνεσθε δροσιάς σταλαγματιές βαμμένες
::::μες στην πορφύρα της Αυγής,
και πότε χείλ’ ηδονικά κι αμέτρητα χειλάκια
που στέκεσθε σιωπηλά, με γέλιο, σα να θέτε
να μου ειπείτε κατιτί, κι εγώ να το γνωρίζω
πως είναι γλυκοφίλημα αυτό το μυστικό σας…
Σας καρτερούνε με καημό παιδάκια και κορίτσια,
και σας θωρούνε αχόρταγα στα καλαθάκια μέσα,
και τώρα εκεί τριγύρω σας, γυρνούν σαν πεταλούδες,
και τώρα πάλι σταματούν, κι απάνου σας ξεχνιούνται,
όπως ξεχνιούνται στη γωνιά τα βράδια του χειμώνα,
όταν τους λέγ’ η μάνα τους ωραία παραμύθια.
Σας καρτερεί τριαντάφυλλο αντάμα και κεράσι,
κι η γελαστή αδελφούλα μου, η καστανή μου αγάπη,
την άσπρη την ποδίτσα της μ’ εσάς να τη γεμίσει,
να σας κρεμάσει μια χαρά στ’ αφτιά της ταίρι ταίρι,
σκουλαρικάκια ατίμητα που τόσο θα της στέκουν,
να ’ρθεί μπροστά μου να σταθεί και να μ’ αποτρελάνει!
</poem>
{{block center/e}}
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
j26orwqb14xzpbky3a45dy4jffzuq78
167057
167056
2026-08-02T12:57:43Z
Grecoeditor
19180
167057
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα
| τίτλος =Κεράσια
| συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο =[[Ο Απρίλης κι η Αυγή]]
| προηγούμενο=[[Το χωριό]]
| σημειώσεις = Γραμμένο και δημοσιευμένο στο περιοδικό Μη Χάνεσαι Νο.298 στις 26 Μαίου 1882}}
{{block center/s}}
<poem>
Το Μάη έχ’ η άνοιξη, τα χελιδόνια ο Μάρτης,
ο Απρίλης τα τριαντάφυλλα, κι ο Μάης τα κεράσια.
Κεράσια, καλώς ήρθατε βαθιά βαθιά λουσμένα,
σαν τιμημένες παρθενιές, μες στης ντροπής το χρώμα.
Εσάς και τα τριαντάφυλλα, σα δίδυμ’ αδερφάκια,
με μια πνοή του ο Θεός σας έριξ’ εδώ κάτου,
σας έχει δώσει και των δυο την άνοιξη πατρίδα,
κεράσια, τη γλυκάδα του, την ευωδιά του, ρόδα,
και τη ζωή σας λιγοστή, σαν κάθε ωραίου δω κάτου!
Όταν σας βλέπω το πρωί στο δέντρο σας απάνου,
της γης κοράλλια ολόγλυκα, μικρούλια μου κεράσια,
πότε μου φαίνεσθε δροσιάς σταλαγματιές βαμμένες
::::μες στην πορφύρα της Αυγής,
και πότε χείλ’ ηδονικά κι αμέτρητα χειλάκια
που στέκεσθε σιωπηλά, με γέλιο, σα να θέτε
να μου ειπείτε κατιτί, κι εγώ να το γνωρίζω
πως είναι γλυκοφίλημα αυτό το μυστικό σας…
Σας καρτερούνε με καημό παιδάκια και κορίτσια,
και σας θωρούνε αχόρταγα στα καλαθάκια μέσα,
και τώρα εκεί τριγύρω σας, γυρνούν σαν πεταλούδες,
και τώρα πάλι σταματούν, κι απάνου σας ξεχνιούνται,
όπως ξεχνιούνται στη γωνιά τα βράδια του χειμώνα,
όταν τους λέγ’ η μάνα τους ωραία παραμύθια.
Σας καρτερεί τριαντάφυλλο αντάμα και κεράσι,
κι η γελαστή αδελφούλα μου, η καστανή μου αγάπη,
την άσπρη την ποδίτσα της μ’ εσάς να τη γεμίσει,
να σας κρεμάσει μια χαρά στ’ αφτιά της ταίρι ταίρι,
σκουλαρικάκια ατίμητα που τόσο θα της στέκουν,
να ’ρθεί μπροστά μου να σταθεί και να μ’ αποτρελάνει!
</poem>
{{block center/e}}
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
4jffy6lj89unpkhyl33hvhcok9zs0h9
Ο Απρίλης κι η Αυγή
0
52764
167058
2026-08-02T13:04:01Z
Grecoeditor
19180
Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα | τίτλος = Ο Απρίλης κι η Αυγή | συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]] | επόμενο =[[Νίκω Καμπά]] | προηγούμενο=[[Κεράσια]] | σημειώσεις = Γραμμένο το 1881. Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εστία στις 23 Μαί...
167058
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα
| τίτλος = Ο Απρίλης κι η Αυγή
| συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο =[[Νίκω Καμπά]]
| προηγούμενο=[[Κεράσια]]
| σημειώσεις = Γραμμένο το 1881. Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εστία στις 23 Μαίου 1882.}}
{{block center/s}}
<poem>
Ταίρι νιόνυφο προβαίνει
ο Απρίλης κι η Αυγή,
να του στρώσει το προσμένει
νυμφικό κρεβάτ’ η Γη.
Χίλια δώρα ετοιμάζει
για το ταίρι π’ αγαπά,
τα ξεθάφτει, σα χαλάζι
πλούτη ατίμητα σκορπά.
Εις τους κήπους άνθη χύνει
και πουλιά στις λαγκαδιές,
στα πουλιά τραγούδια δίνει,
και στα άνθη ευωδιές.
Στο χλωρό χορτάρι αρνάκια
να χαρούνε προσκαλεί,
και δυο τρία συννεφάκια
ντύνει με λευκή στολή.
Τη δροσιά κάνει να λάμπει
σα διαμάντι στα κλαριά,
άνθος φτερωτό την κάμπη,
αεράκι το βοριά.
Και τα δέντρα φουντωμένα,
πράσινα, βαθιά, ανοιχτά,
μόλις βγήκαν νιοβαμμένα
απ’ τα χέρια της κι αυτά.
Είν’ η λίμνη πιο γαλάζια,
πιο καθάρια η ρεματιά,
πιο πολλά έχ’ η κόρη νάζια
και ο έρωτας ψευτιά…
Ταίρι νιόνυφο προβαίνει
ο Απρίλης κι η Αυγή·
να του στρώσει το προσμένει
νυμφικό κρεβάτ’ η Γη.
</poem>
{{block center/e}}
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
pwd0zlnm1wbqgdicwom88plm719tzzy
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/73
100
52765
167062
2026-08-02T13:28:06Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: — Allons donc! allons donc! ἀνεφώνησεν ἡ κυρία. Δὲν εἶνε δυνατόν. Αὐτὰ δὲν εἶνε πειὰ μήτε ἀστεῖα. — Ἰδιοτροπία γούστου, βλέπετε. Τίς οἶδε; Εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον βλέπομεν πολλὰ παράξενα. Ἡ κυρία ἔγεινε σοβαρά. Ὁ κ. Τεφαρίκης ὅμως, ὡς πρακτικὸς ἄνθρωπος, διεῖδεν...
167062
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|Ἕνας Πειρασμὸς||69}}</noinclude>— Allons donc! allons donc! ἀνεφώνησεν ἡ κυρία. Δὲν εἶνε δυνατόν. Αὐτὰ δὲν εἶνε πειὰ μήτε ἀστεῖα.
— Ἰδιοτροπία γούστου, βλέπετε. Τίς οἶδε; Εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον βλέπομεν πολλὰ παράξενα.
Ἡ κυρία ἔγεινε σοβαρά. Ὁ κ. Τεφαρίκης ὅμως, ὡς πρακτικὸς ἄνθρωπος, διεῖδεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἄλλο ἐλατήριον:
Μήπως αὐτὸς ὁ κύριος ἐμυρίσθηκε ὅτι ἡ νέα αὐτὴ ἔχει προῖκα;
Ἔχει πράγματι; ἔσπευσε νὰ ἐρωτήσῃ ὁ ἀξιωματικός.
— Ὄχι μεγάλα πράγματα, ἀπήντησεν ἡ κυρία ἀντὶ τοῦ συζύγου της.
— Ἀλλ’ οὔτε καὶ μικρά, ὑπέλαβεν ὁ κ. Τεφαρίκης. Ὀγδόντα, ἑκατὸ χιλιάδες θὰ τὶς ἔχῃ.
— Ἑκατὸ χιλιάδες! εἶπεν ὁ ὑπολοχαγὸς καὶ παρετήρησε μετὰ προσοχῆς τὴν Μαρίναν.
— Ἐσὺ αἰωνίως εἶσαι φιλύποπτος, εἶπεν ἡ κυρία πρὸς τὸν σύζυγον.
— Ἐγὼ νὰ σοῦ πῶ, Πρινούδη τραπεζίτη δὲν ἤκουσα ποτέ μου.
— Μήπως εἶσαι τραπεζίτης ἐσύ; Ποῦ νὰ τὸν ἀκούσῃς; Ἐπειδὴ ἐσὺ δὲν τὸν ἤκουσες σημαίνει ὅτι εἶνε ὁ ἄνθρωπος… ἀπατεών;
Μεταγνώσασα ὅμως ἀμέσως ἡ κυρία Τεφαρίκη, προσέθηκε μὲ σπουδήν:
— Ἀλλὰ τί μᾶς μέλει; Ξέρει κανεὶς πράγματι;…
— Βέβαια, εἶπε καὶ ὁ ὑπολοχαγός. Ἐμένα, τί τὰ θέλετε, μοῦ φαίνεται λέρα.
— Δὲν πρέπει ὅμως ἔτσι εὔκολα νὰ ἐκφράζῃ κανεὶς ὑποψίας, εἶπεν ἡ κυρία πάλιν· ὁ νέος φαίνεται πολὺ καθὼς πρέπει. Ἐγὼ λυποῦμαι αὐτὴν τὴν δυστυχῆ, ἡ ὁποία εἶνε μὲν ἄσχημη, ἀλλὰ δὲν εἶνε καὶ κακή. Τὴν ἐγνώρισα πέρυσι το καλοκαῖρι στὴ Ζαγορά. Ἔχει καλὴ καρδιά, ἀλλ’ ὄχι καὶ πολὺ μυαλό.
Μετ’ ὀλίγον εὑροῦσα μόνον τὸν Κώσταν μίαν στιγμὴν δὲν ἐκρατήθη καὶ τοῦ εἶπε γαλλιστί:
{{nop}}<noinclude></noinclude>
i33rlgczhy6a96nm7bmt33xkk1nnio1
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/74
100
52766
167066
2026-08-02T16:47:09Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: — Ἄ! Κύριε, τί σκληρὸς ποῦ εἶσθε, νὰ ἐμπαίζετε αὐτὴ τὴ δυστυχῆ νέαν! ― Ἴσως ἔπρεπε, κυρία, ἀπήντησεν ὁ Κώστας, νὰ δείξω ἔκπληξιν καὶ νὰ σᾶς ζητήσω ἐξηγήσεις. Ἀλλ’ ἡ προσποίησις καὶ οἱ πρόλογοι δὲν μοῦ ἀρέσουν· ἄλλως τε εἰς τὰ ταξείδια πρέπει νὰ...
167066
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|70||Ἕνας Πειρασμὸς}}</noinclude>— Ἄ! Κύριε, τί σκληρὸς ποῦ εἶσθε, νὰ ἐμπαίζετε αὐτὴ τὴ δυστυχῆ νέαν!
― Ἴσως ἔπρεπε, κυρία, ἀπήντησεν ὁ Κώστας, νὰ δείξω ἔκπληξιν καὶ νὰ σᾶς ζητήσω ἐξηγήσεις. Ἀλλ’ ἡ προσποίησις καὶ οἱ πρόλογοι δὲν μοῦ ἀρέσουν· ἄλλως τε εἰς τὰ ταξείδια πρέπει νὰ γίνωνται ὅλα σύντομα, ὅπως αἱ γνωριμίαι. Λοιπὸν σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἐμπαίζω κανένα. Σᾶς ὁμολογῶ ὅτι πολύ, πολὺ μοῦ ἀρέσει αὐτὴ ἡ «δυστυχὴς νέα», ὅπως τὴν εἴπατε, καὶ θὰ ἐθεώρουν εὐτύχημα…
Ἡ κυρία ἐγέλασε.
— Τί ἀστείος ποῦ εἶσθε!
— Καθόλου ἀστεῖος, κυρία. Σας βεβαιῶ ὅτι μοῦ ἐκίνησε πολλὴν συμπάθειαν… εἶπεν ὁ Κώστας μὲ τὴν αὐτὴν σοβαρότητα.
— Συμπάθειαν, τὸ πιστεύω. Καὶ οἶκτον ἂν μοῦ ἐλέγατε καθαρὰ καθαρά… Τὴν ἔχει ἀδικήσει τόσον ἡ φύσις τήν κακομοίρα!
— Ἐξ ἐναντίας, κυρία. Ἡ φύσις τὴν ἐπροίκισε μὲ τόσα ψυχικὰ χαρίσματα, ὥστε ἡ μικρά της ἀσχημία σκεπάζεται ἐντελῶς ἀπὸ τὸ κάλλος τῆς ψυχῆς της.
— Ἡ μικρά της ἀσχημία! Πρὸς Θεοῦ, μὴ μὲ τρελλάνετε.
— Δὲν γνωρίζω μήπως μὲ τυφλώνῃ ὁ θαυμασμὸς τὸν ὁποῖον μοῦ ἐνέπνευσεν· ἀλλὰ διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, κυρία, ὅτι ἐκ φόβου μήπως μὲ θεωρήσετε πολὺ ἀφελῆ τῆς ἀπέδωκα καὶ μικρὰν ἀσχημίαν, τὴν ὁποίαν δὲν βλέπω.
— Ἄ! κύριε Πρινούδη, ἀνεφώνησεν ἡ κυρία μὲ ἀληθινὸν πεῖσμα, ὑπερβαίνετε τὰ ὅρια τοῦ ἀστείου, καταχράσθε…
— Συγγνώμην, κυρία… λυποῦμαι πολύ… ἀλλ’ αὐτὴ εἶνε ἡ ἀλήθεια… Ἐμεῖς οἱ ἄνδρες καμμιὰ φορὰ ἔχομεν διαφορετικὴν ἰδέαν περὶ κάλλους, τὴν ὁποίαν αἱ γυναῖκες δὲν ἐννοοῦν.
— Δὲν θέλω νὰ ὑποθέσω ὅτι εἶσθε ἀπὸ κείνους που βλέπουν τὸ κάλλος εἰς τὴν προῖκα.
— Διατί ὄχι; ἀπήντησεν ὁ Κώστας με ἀταραξίαν. Εἶμαι ἀρκετὰ εἰλικρινής, ὥστε νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι δὲν εἶμαι ἀναίσθητος εἰς τὰ θέλγητρα τῆς προικός. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς δὲν ἐγνώριζα τίποτε περὶ τῆς περιουσίας της. Ἀλήθεια, ἔχει<noinclude></noinclude>
o82zxoq1w26p43kctij0xkfv2wq45ny
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/75
100
52767
167067
2026-08-02T17:05:09Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: προῖκα καλή; Ἐὰν μάθω ὅτι ἔχει καὶ αὐτὸ τὸ προσόν, θὰ τὴν ἀγαπήσω περισσότερον. — Ἐρωτήσετε τὴν ἰδίαν, κύριε, εἶπε μὴ δυνηθεῖσα νὰ κρύψῃ τὴν δυσαρέσκειάν της ἡ σύζυγος τοῦ καπνεμπόρου, καὶ κατέβη εἰς τὴν αἴθουσαν, ὅπου ἐψιθύρισε πρὸς τὸν σύζυγό...
167067
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|Ἕνας Πειρασμὸς||71}}</noinclude>προῖκα καλή; Ἐὰν μάθω ὅτι ἔχει καὶ αὐτὸ τὸ προσόν, θὰ τὴν ἀγαπήσω περισσότερον.
— Ἐρωτήσετε τὴν ἰδίαν, κύριε, εἶπε μὴ δυνηθεῖσα νὰ κρύψῃ τὴν δυσαρέσκειάν της ἡ σύζυγος τοῦ καπνεμπόρου, καὶ κατέβη εἰς τὴν αἴθουσαν, ὅπου ἐψιθύρισε πρὸς τὸν σύζυγόν της μὲ κακίαν:
— Ἔχεις δίκιο. Αὐτὸς ὁ κύριος, ὁ ὁποῖος δὲν μοῦ φαίνεται κ’ ἐμένα παστρικὸν ὑποκείμενον, ἐμυρίσθη τὴν προῖκα.
Ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὸν Βῶλον, ἦτο προφανὴς ἡ ψυχρότης μεταξὺ τῆς Μαρίνας καὶ τῆς ἀδελφῆς της, μεταξὺ τοῦ ὑπολοχαγοῦ καὶ τοῦ Πρινούδη, μεταξὺ τούτου καὶ τῆς κυρίας Τεφαρίκη.
Ἀλλ’ ὁ Κώστας δὲν εἶχε χάσει τὴν πονηρὰν εὐθυμίαν του καὶ ὅταν ἐκαθήσαμεν παραπλεύρως εἰς τὴν βάρκαν, μοῦ ἐψιθύρισεν:
Ἀπ’ αὐτὸ τὸ ταξείδι μία μου ἀνάμνησις θὰ διατηρηθῇ περισσότερον, ἀφοῦ εἶνε ''μαρινάτη''.
Ἀλλ’ ὅμως κατὰ τὰς ὀλίγας ἡμέρας καθ’ ἃς ἐμείναμεν εἰς τὸν Βῶλον ἐφάνη ὡς λησμονήσας ἐντελῶς τὴν Μαρίναν. Δὲν ἡμίλησε πλέον περὶ αὐτῆς, οὔτε κἂν διὰ νὰ γελάσῃ. Εὗρεν ἄλλως ἐδῶ ἄλλας ἀσχολίας διὰ νὰ περνᾶ τὴν ὥραν του. Ἔπαιζε μὲ τὴν εὐπιστίαν ἁπλοϊκῶν τινων Βολιωτῶν. Εἰς τὸν ξενοδόχον μας εἶχεν εἴπει ὅτι ἤμεθα δικασταί· ὅταν δὲ οὗτος τὴν πρώτην ἑσπέραν μᾶς ἐπαραφούσκωσε τὸν λογαριασμόν, τὸν ἐκάλεσεν εἰς τὴν ταράτσαν ὅπου ἐδειπνήσαμεν, καὶ τοῦ εἶπεν αὐστηρῶς ὅτι, ἐπειδὴ ἦτο αἰσχροκερδής, συνεκροτήσαμεν ἐκεῖ προχείρως δικαστήριον νὰ τὸν δικάσωμεν. Ὁ ξενοδόχος, ἄνθρωπος ἁπλοϊκὸς καὶ ἀγνοῶν τὰ συστήματα τῆς νέας ἐξουσίας, ἐπίστευσε καὶ ἐταράχθη, ἀπήντησε δὲ εὐπειθῶς εἰς τὰς ἐρωτήσεις: πῶς ὀνομάζεσαι, πόσον ἐτῶν εἶσαι κτλ. Κατὰ προηγουμένην συνεννόησιν εἴχαμεν παραλάβει ἕκαστος εἰς τὴν ταράτσαν ἓν προσκέφαλον καὶ τὸ εἴχαμεν ἐπὶ τῆς καθέκλας. Μετὰ δὲ τὴν σύντομον διαδικασίαν καὶ διάσκεψιν, ὁ πρόεδρος απήγγειλε τὴν ἀπόφασιν δι’ ἧς ὁ ξενοδόχος κατεδικάσθη εἰς μαξιλάρωμα ἐκτελεσθέν ἐκεῖ ἐπὶ τόπου.
Ἀλλὰ τὴν προσοχήν του προσείλκυσε πρὸ πάντων μία τουρκικὴ οἰκογένεια μένουσα εἰς τὸ αὐτὸ ξενοδοχεῖον καὶ ἀποτελουμένη ἀπὸ<noinclude></noinclude>
6usuxb0na0c0niy0e2oc3ives9uy419
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/76
100
52768
167068
2026-08-02T20:16:58Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: ἕνα γέροντα καὶ μίαν γραῖαν καὶ ἀπὸ τὴν θυγατέρα των, ἡ ὁποία, καθ’ ἃ μᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ ξενοδόχος, ἦτο πολὺ εὐειδής. Ἡ οἰκογένεια αὕτη εἶχεν ἔλθει ἐκ Λαρίσσης, ἕτοιμαζομένῃ νὰ μεταναστεύσῃ εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. — Ἐγὼ πρὸς τιμωρίαν θὰ τοὺς γυρ...
167068
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|72||Ἕνας Πειρασμὸς}}</noinclude>ἕνα γέροντα καὶ μίαν γραῖαν καὶ ἀπὸ τὴν θυγατέρα των, ἡ ὁποία, καθ’ ἃ μᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ ξενοδόχος, ἦτο πολὺ εὐειδής. Ἡ οἰκογένεια αὕτη εἶχεν ἔλθει ἐκ Λαρίσσης, ἕτοιμαζομένῃ νὰ μεταναστεύσῃ εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν.
— Ἐγὼ πρὸς τιμωρίαν θὰ τοὺς γυρίσω εἰς τὴν Λάρισσαν, μας εἶπεν ὁ Κώστας. Νὰ μάθουν αὐτοὶ νὰ εἶνε φανατικοί, νὰ φεύγουν πρὸ τοῦ πολιτισμοῦ, οἱ βάρβαροι! Καλά.
Ἐγνώριζε τὴν τουρκικὴν γλῶσσαν, ὅπως ἐγνώριζε τὰ γαλλικὰ καὶ τὰ ἀγγλικά, καὶ μὲ τὴν μεγάλην εὐκολίαν τὴν ὁποίαν εἶχεν εἰς τὰς γνωριμίας, ἔσχετίσθη αυθημερόν μὲ τὸν Ἀγᾶν καὶ ἤρχισεν ὁμιλίας καὶ μὲ τὴν σύζυγόν του τὴν νύκτα δέ, καθήσας μόνος εἰς τὸν ἐξώστην, ἐτραγούδησε σιγά-σιγὰ περιπαθὲς τουρκικὸν άσμα. Τί ἀκριβῶς συνέβη κατὰ τὰς ἑπομένας ἡμέρας καὶ νύκτας δεν γνωρίζομεν. Ἀλλ’ ἕνα πρωί, ὅταν ἐξυπνήσαμεν, εὑρήκαμεν τὸ ξενοδοχεῖον ἀνάστατον.
Ἡ νεαρὰ χανούμισσα εἶχε γείνει ἄφαντος καὶ τῶν γονέων της ἡ ταραχὴ καὶ ἡ λύπη ἦτο ἀπερίγραπτος.
Τότε κάτι ὑπώπτευσα καὶ ἀνοίξας τὸ δωμάτιον τοῦ Κώστα, τὸ εὑρῆκα κενόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς τραπέζης του ὑπῆρχεν ἡ ἑξῆς σημείωσις:
«Ἡ ὡραία Σελιμέ, μὴ συμμεριζομένη τὸν φανατισμὸν τῶν γονέων της, ἐπιστρέφει εἰς τὴν γενέτειραν πόλιν, ἵνα ἀπολαύσῃ τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐλευθερίας. Μὲ παρεκάλεσε δὲ νὰ τὴν συνοδεύσω καὶ ὡς εὐγενὴς ἄνθρωπος δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀρνηθώ».
— Βρὲ τὸν τσαχπίνην! τὸ εἶπε καὶ τὸ κατώρθωσε.
Οἱ ταλαίπωροι πάροικοί μας Οθωμανοὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπιστρέψουν εἰς Λάρισσαν διὰ νὰ ἐπανεύρουν τὴν δραπέτιδα.
Τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐφθάσαμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν Λάρισσαν. Ἀλλὰ παρῆλθαν ἱκανοὶ ἡμέραι ἕως οὗ ἀνακαλυφθῇ τὸ καταφύγιον τῶν φυγάδων. Ἡ Σελιμὲ ἐπέμεινε μετὰ δακρύων νὰ μείνῃ πλησίον τοῦ Κώστα, νὰ γείνῃ χριστιανή, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Πρινούδης δὲν ἔταξείδευεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν διὰ νὰ διαδώσῃ τὸ Εὐαγγέλιον, ἐβοήθησεν ὀλίγον ἀσπλάγχνως τὰς προσπαθείας τῶν γονέων της, οἵτινες μετὰ πολλὰς περιπετείας τὴν ἐπανήγαγον εἰς τὸν Βῶλον.
{{nop}}<noinclude></noinclude>
5ugj45f6bgvvfiuanrpfha170xld741
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/77
100
52769
167069
2026-08-02T20:37:20Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: Ἐνοικίασα δωμάτιον εἰς τὴν οἰκίαν ἑνὸς Ἑβραίου, ἐκεῖ δέ, μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἐπεισοδίου, ἦλθε νὰ περάσῃ ὀλίγας ἡμέρας καὶ ὁ Κώστας. ― Δὲν ἔχεις ἐδῶ συγγενεῖς; τὸν ἠρώτησα. ― Δυστυχῶς ὄχι καὶ δι’ αὐτὸ βλέπεις ὅτι προσπαθῶ νὰ κάμω. Πῶς σοῦ φαί...
167069
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|Ἕνας Πειρασμὸς||73}}</noinclude>Ἐνοικίασα δωμάτιον εἰς τὴν οἰκίαν ἑνὸς Ἑβραίου, ἐκεῖ δέ, μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἐπεισοδίου, ἦλθε νὰ περάσῃ ὀλίγας ἡμέρας καὶ ὁ Κώστας.
― Δὲν ἔχεις ἐδῶ συγγενεῖς; τὸν ἠρώτησα.
― Δυστυχῶς ὄχι καὶ δι’ αὐτὸ βλέπεις ὅτι προσπαθῶ νὰ κάμω. Πῶς σοῦ φαίνεται αὐτὸς ὁ Ἑβραῖος; εἶνε κατάλληλος νὰ τὸν κάμωμεν συγγενῆ. Ἔχει μία γυναικοῦλα καὶ μία γυναικαδέλφη, ἀρκετὰ νόστιμες. Ἐὰν θέλῃς νὰ γείνωμεν ὅλοι μιὰ οἰκογένεια, σοῦ ἀφήνω τὴν γυναικαδέλφην καὶ ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἄλλην.
Τὰ πράγματα ὅμως δὲν ἦσαν, ὅσον ἐφαντάζετο, εὔκολα. Ἡ Σαρίνα καὶ ἡ Λουτσίκα ἐφαίνοντο ἀρκετὰ εὐδιάθετοι, ἀλλ’ ὁ Ἑβραῖος, ἐννοήσας τὸν κίνδυνον, τὰς ἐπετήρει μὲ ὄμμα Ἄργου, σπανίως ἀπομακρυνόμενος ἀπὸ τὸ σπίτι.
― Μὴ νομίζῃς, μοῦ εἶπεν ὁ Κώστας, ὅτι ἀπὸ συναίσθημα τιμῆς φαίνεται τόσον ἄγρυπνος αὐτὸς ὁ παλιογιαχουντῆς;
― Ἀμέ;
― Ἀπλούστατα θέλει νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν περίστασιν. Ἡ τιμὴ δι’ αὐτὸν εἶνε τὸ χρῆμα. Καὶ πρέπει νὰ φραγγελωθῇ, ὡς οἱ πατριῶταί του, οἱ ὁποῖοι εἶχαν κάμει τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ οἶκον ἐμπορίου.
Στραφεὶς δὲ πρὸς τὸν καθήμενον εἰς τὴν αὐλὴν Ἰουδαῖον, εἶπε ταπεινοφώνως με τόνον Ἰερεμίου:
― Οὐαί σοι, υἱὲ Ἰούδα παραδόπιστε! Οὐ μὴ παρέλθωσιν ἡμέραι τρεῖς καὶ τῇ ἐλάφῳ προσομοιωθήσει!
Κατὰ παράκλησιν τοῦ Κώστα, τὸν εἶχα παραστήσει πρὸς τὸν Ἑβραῖον ὡς υἱὸν βαθυπλούτου Ἕλληνος ἐμπόρου ἐν Λονδίνῳ, ὅστις εἶχεν ἔλθει νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς Θεσσαλίαν ὡς ἀνταποκριτὴς τοῦ πατρικοῦ καταστήματος.
Τὴν ἐπιοῦσαν καλεῖ τὸν Ἑβραῖον καὶ τοῦ λέγει:
― Χαΐμ, δὲν μοῦ βρίσκεις ἕνα Ἑβραῖον, τίμιον καὶ δραστήριον, ὁ ὁποῖος νὰ γνωρίζῃ ἀπὸ ἐμπόριον; Θέλω νὰ τοῦ ἀναθέσω μιὰ σπουδαία δουλειὰ ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ κερδίσῃ πολλὰ χρήματα.
{{nop}}<noinclude></noinclude>
a38d0ej9zop3wmu0ci88hsxm19efrd2
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/85
100
52770
167071
2026-08-02T22:14:29Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: ἐπωφεληθῶ τὴν κωμῳδίαν ἐκείνην. Τῳόντι δὲ ἡ νέα ἐξηκολούθει νὰ πιστεύῃ τοὺς λόγους καὶ τὰς ὑποσχέσεις μου καὶ αἱ προτάσεις μου ἔγειναν ἀμέσως δεκταί. Ἀλλὰ τότε ἡ κωμῳδία ἤρχισε νὰ στρέφεται εἰς βάρος μου. Μετὰ τὸν γάμον, ἡ προῖκα ἀπεδείχθη κατ...
167071
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|Ἕνας Πειρασμὸς||81}}</noinclude>ἐπωφεληθῶ τὴν κωμῳδίαν ἐκείνην. Τῳόντι δὲ ἡ νέα ἐξηκολούθει νὰ πιστεύῃ τοὺς λόγους καὶ τὰς ὑποσχέσεις μου καὶ αἱ προτάσεις μου ἔγειναν ἀμέσως δεκταί. Ἀλλὰ τότε ἡ κωμῳδία ἤρχισε νὰ στρέφεται εἰς βάρος μου. Μετὰ τὸν γάμον, ἡ προῖκα ἀπεδείχθη κατωτέρα τῆς φήμης της. Ἀλλὰ πλέον δυσαρέστους ἐκπλήξεις μοῦ ἐπεφύλαττεν ὁ χαρακτὴρ τῆς νύμφης. Ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶχα νομίσει ὂν ἄκακον καὶ ἀπονήρευτον, ἔκαμε τὴν ζωήν μου κόλασιν μὲ τὰς ἀγρίας ζηλοτυπίας της, τὰς δυστροπίας καὶ τὰς ἀπαιτήσεις της. Εἰς ἐπίμετρον μοῦ ἦλθε καὶ μία σοβαρωτάτη ἀσθένεια, ἡ ὁποία ἐκλόνισε φοβερὰ τὸν ὀργανισμόν μου. Ἡ ἀσθένεια ἐκείνη καὶ ἡ γυναῖκα μου, δύο νόσοι, ἡ μία ὀξεῖα καὶ ἡ ἄλλη χρονία, μ’ ἐδάμασαν ἐντελῶς. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν μένω καὶ ἐμπορεύομαι εἰς τὴν Αἴγυπτον. Τώρα πηγαίνω στὸ Βῶλο γιὰ ν’ ἀφήσω τὰ παιδιὰ νὰ περάσουν τὸ καλοκαῖρι στὸ Πήλιον· περνῶντας δὲ ἐμείναμε νὰ δοῦμε καὶ τοὺς ἀγῶνας.
Ὥστε ἡ σύζυγός σου ἦτο ἡ κυρία… τὴν ὁποίαν συνώδευες προχθές; ἠρώτησα μὲ δισταγμόν.
— Ναί. Δὲν τὴν ἀνεγνώρισες κι’ αὐτήν; Εἶνε παλαιά σου γνώριμος.
— Μπᾶ!
— Ἡ Μαρίνα. Δὲν τὴ θυμᾶσαι στὸ βαπόρι;
Καὶ μειδιάσας μὲ πικρίαν προσέθηκε:
— Εἶδες πῶς τὰ φέρνει ὁ διάβολος;<section end=s1 />
{{rule|4em}}<noinclude></noinclude>
nfoz5ezs85w90vzcybd0evqcjwbeydo
Πολεμικοί χοροί
0
52771
167074
2026-08-03T07:10:57Z
Grecoeditor
19180
Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Πολεμικοί χοροί | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]] | επόμενο = [[Ο Σκυλογιάννης]] | προηγούμενο= [[Πολεμικοί χοροί]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = Γραμμένο τον Οκτώβριο του 1885. }} {{block ce...
167074
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = Πολεμικοί χοροί
| συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα = [[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο = [[Ο Σκυλογιάννης]]
| προηγούμενο= [[Πολεμικοί χοροί]]
| βικιπαίδεια =
| σημειώσεις = Γραμμένο τον Οκτώβριο του 1885.
}}
{{block center/s}}
<poem>
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ασπρίσαν τα μαλλιά μας σε άπραγη ζωή·
του τουφεκιού ο βρόντος, της μάχης η βοή
μας έρχονταν ώς τώρα καμιά φορά στο νου
σαν ήχοι φουσκωμένου πελάγους μακρινού
που βρέχει κι αγκαλιάζει πατρίδ’ αγαπημένη
::που είμαστ’ απ’ αυτήν εξορισμένοι…
Ω! χρόνια που περάσαν! με τί καημό βαθύ
αφήσαμ’ απ’ τα χέρια τουφέκι και σπαθί
που δούλευαν να κάμουν μια μέρ’ αληθινό
το όνειρο του Γένους τ’ ωραίο και τρανό!
Μόλις αρχίσαν, μόλις… Μα είπαμε: «Χαρά μας!
::Θα ’ρθούν να το τελειώσουν τα παιδιά μας».
Και ήρθαν τα παιδιά μας· ανώφελα παιδιά
μ’ άλλα κορμιά και γλώσσα και γνώμη και καρδιά.
Και τ’ άρματα που εδώσαν σ’ εκείνα ελευθεριά
τ’ αφήσαν να σκουριάσουν στην ίδια τη μεριά…
Θαμπώνει, σβήνει τ’ άστρο του Γένους, φεύγ’ η ελπίδα,
::και πλέον δεν εβλέπαμε πατρίδα.
Μα νά που ξεχαράζει έν’ άστρο μυσ
και διώχνει λίγο λίγο του σκότους το κακό,
και μέσα στη χλωμή του και λίγη λάμψη αυτή
ξανοίγει της πατρίδος η όψ’ η λατρευτή.
Χαρά σου, γη της δάφνης και της ελευθερίας!
::Πάει ο καιρός για μας της εξορίας.
Αλίμονο! κι αν πάει, γεροντικά κορμιά,
δε φέρνουμε βοήθεια σ’ εσέ, πατρίς, καμιά.
Πικρά τα γηρατεία και κρύα και βαριά,
γιατ’ έχουν φίδια πόνους και βάσανα θεριά,
κι ενώ αγναντεύουν γύρω ζωή και φως και νιότη,
::βλέπουν εμπρός των μνήματα και σκότη.
Μα είναι βαριά, πικρά είναι και κρύα πιο πολύ
την ώρα που η πατρίδα στα όπλα προσκαλεί,
και τρέχουν παλικάρια, μεγάλοι και μικροί,
ή νικηταί να ’ρθούνε, ή ν’ απλωθούν νεκροί,
στον ήλιο λάμπ’ η λόγχη, μπαρούτι ευωδιάζει,
::κι ο πόλεμος στη χώρα λημεριάζει.
Κι εμείς να μη μπορούμε, γεράματ’ αχαμνά,
μ’ εσάς να ματωθούμε σε κάμπους και γκρεμνά!
Τουφέκι στα δικά μας τα χέρια μια φορά
ήταν αστροπελέκι και νίκη και φθορά.
Και τώρα λόγια μόνο μάς έμειναν στα χείλια!
::Ω λεβεντιά, ζωή, φωτιά… ω ζήλια!
Αλλ’ αν μας λείπουν χέρια και νιότη και ψυχή,
μια είν’ η δύναμίς μας, μια είναι: η ευχή!
Χαρά στους νιους που τέτοιο δεχθούνε φυλαχτό!
Ναι! μά το Γένος που είναι μες στη σκλαβιά πνιχτό,
λεβέντες του πολέμου, καινούριοι Σπαρτιάται,
::να ’χετε την ευχούλα μας. Χτυπάτε!
Ναι! μά τους Τουρκοφάγους, συντρόφια μας παλιά,
που τώρα τους κρατάει του Χάρου η αγκαλιά,
αλλ’ όταν το τουφέκι το πρώτο ακουστεί
θα πεταχτούν και πάλι στη γη λαχταριστοί,
αόρατοι άγγελοί σας εκεί που θα χτυπάτε,
::να ’χετε την ευχούλα μας. Νικάτε!
ΧΟΡΟΣ ΝΕΩΝ
Εμπρός, περήφανα παλικάρια, εμπρός, με τάξη
μες σε λεβέντικο να πιαστούμε χορό καθείς,
κι η γη ας τρίξει στα βήματά μας και ας βουλιάξει
::::σα να της ήρθε σεισμός βαθύς.
Οι πρόγονοί μας, με των λεβέντηδων τη γαλήνη,
πριν απ’ τη μάχη, χόρευαν κι έπαιζαν γελαστοί·
θαρρείς το Χάρο δεν τον προσμέναν σα Χάρο εκείνοι,
::::αλλά σαν κόρη λαχταριστή.
Είναι ωραίο να ’χεις για όλα σοφό κεφάλι,
η ευτυχία κάθε σου πράξη ν’ ακολουθεί,
να είσαι δίκαιος, να σε καίνε καημοί μεγάλοι,
::::και να σκλαβώνεις χωρίς σπαθί.
Ωραία είναι τ’ άστρα, ο λίμνες, τ’ άνθη, τα δάση,
ωραίο είναι να αγαπήσεις, ν’ αγαπηθείς,
μα είν’ ωραιότερο, από τότε πὄγιν’ η πλάση,
::::για την πατρίδα να σκοτωθείς!
Όλοι δουλεύαμε ξεγνοιασμένοι· μα, συλλογίσου!
Μας ήρθε μήνυμ’ απ’ το παλάτι του βασιλιά:
«Παιδιά, ελάτε για την πατρίδα μας!» —Την ευχή σου!
::::Σφίξε με, μάνα, στην αγκαλιά!
Γεια σας, αδέρφια, γονιοί, σπιτάκια μας με τα τζάκια
που στριμωνόμαστε το χειμώνα δυο δυο τρεις τρεις,
χίλι’ αγαθά μας, βιβλί’, αμπέλια, σπαρτά, κρασάκια,
::::που μας τα δίνει μόν’ η πατρίς.
Που όταν ντροπιάζεται η πατρίς μας κι όταν μικραίνει,
πάνε κι εκείνα, τιμές κι ανάπαψες και καλά,
μα όταν νικάει, κι όταν η δόξα την ανασταίνει,
::::κι άλλα σαν κείνα γεννοβολά.
Να είσ’ ακούραστος για τα γλέντια, δεν είναι νιότη,
ούτε να χάνεσαι για τα μάτια τα γαλανά,
ούτε να έχεις είκοσι χρόνια.— Συ, στρατιώτη,
::::τα νιάτα είσαι τ’ αληθινά!
Τα νιάτα είναι με μια κορόνα μπρος στο κεφάλι,
όπλο στο χέρι, τόλμη στα στήθη, στα πόδια ορμή,
να υπομένεις κάθε φοβέρα κι ανεμοζάλη,
::::και κάθε βόλι μες στο κορμί!
Τα νιάτα είναι να ξανανιώνεις την ιστορία,
τη φήμη ο ίδιος να την εβρίσκεις, να την κρατείς,
και για τους στίχους του να γυρεύει αθανασία
::::απ’ τ’ όνομά σου ο ποιητής!
Εμπρός! στις φλόγες! εμπρός! ας τρέξει το αίμα βρύση,
ώς πέρ’ ανάστασις ή ώς πέρα ξολοθρεμός!
Αλί σε όποιον μάς πει σταθείτε! θα τον ρουφήσει
::::ο ολοφούσκωτος ποταμός!
ΧΟΡΟΣ ΜΗΤΕΡΩΝ
Πόσες φορές στην κούνια σας εμείς βυζασταρούδια
σας εκοιμίσαμε γλυκά με χάιδια και τραγούδια,
μα τώρα εμεγαλώσατε, στ’ αφτιά σας πια δε φτάνει
::::το πρώτο μας το νάνι νάνι.
Εσείς κι αν μεγαλώσατε, για σας ποτέ δε σβήνει
της μητρικής λαχτάρας μας, παιδιά μας, το καμίνι,
και σαν κοιμάσθ’, η αγάπη μας σιμώνει στο πλευρό σας
::::και γίνεται χρυσό όνειρό σας.
Μα νά η μάνα που σ’ εμάς σας έχει μπιστεμένα,
σας κράζει νά! η μεγάλη σας η μάνα ένα ένα,
και την ασπίδα σαν παλιά Σπαρτιάτισσα σας δίνει
::::σκέπ’ ή κρεβάτι να σας γίνει.
Κι εμείς ανοίγουμε χορό στο κράξιμο που ακούμε,
βάνουμ’ ατσάλι στην καρδιά, οΐμέ! και σας πετούμε
μες στου πολέμου το γκρεμό! βλέπουν ακόμα οι μέρες,
::::σαν τις Σουλιώτισσες, μητέρες.
Είν’ η δική μας η ζωή ο ίσκιος της δικής σας·
όμως δεν πέφτουμε κι εμείς μες στον γκρεμό μαζί σας,
γιατί ακόμα ο κόρφος μας σφιχτοκρατεί και τρέφει
::::τ’ αδέρφια σας που είναι βρέφη.
Γιατί τα μεγαλώνουμε με το γλυκό μας γάλα
και με της δόξης τον καημό σαν τα παιδιά μας τ’ άλλα,
όσο που άξιος θάνατος κι αυτά να μας τα πάρει,
::::πατρίς, για τη δική σου χάρη!
ΧΟΡΟΣ ΠΑΡΘΕΝΩΝ
Πού θα μας φύγετ’, αγάπες μας;
Αχ! του πολέμου η φωτιά
καίει και τρώει τη λεβεντιά!
Κι εμάς κι εμάς τις άμοιρες
μαύρη μοναξιά θα φάγει
και θα κάψουνε οι πάγοι.
Θα μας ξεχάσετ’, αγάπες μας…
Παν τα φιλάκια κι οι αγκαλιές
τα βράδια στις ακρογιαλιές…
Θά ’ρθει ο χειμώνας —άμοιρες!—
και θα ’ρθεί το καλοκαίρι
να μας έβρουν δίχως ταίρι.
Σας καμαρώνουμ’, αγάπες μας!
Με τί λεβέντικο κορμί,
με τί λεβέντικη ορμή
μας φεύγετε! κι οι άμοιρες
νιώθουμ’ από σας πατρίδα,
παίρνουμ’ από σας ελπίδα.
Ναι! σας προσμένουμ’, αγάπες μας!
Να ’ρθείτε πάλι σταυραϊτοί
και νικηταί καμαρωτοί
και να μας πείτε —άμοιρες!—
τ’ είναι του πολέμου η φρίκη
και η δόξα και η νίκη.
Θα είστε πιο έμορφοι, αγάπες μας!
Και ο λαμπερός σας γυρισμός,
έρως, χαρά, και θαυμασμός
θα μας πλανούν τις άμοιρες
σε μαγευτικά παλάτια
με τα δάκρυα στα μάτια.
Όμως, αν γράφτηκε, αγάπες μας,
να μη ξαναγυρίστε πλια,
θ’ ανοίξει ο Χάρος μια αγκαλιά
να μας δεχθεί τις άμοιρες…
Κι έτσι θα σας ξαναβρούμε,
δε θα ξαναχωριστούμε.
Κι αν ο Θεός, αχ! αγάπες μας!
δε μας γλιτώσει απ’ τη ζωή,
της συμφοράς την αλοή
θε να γλυκάνουμ’ άμοιρες,
μέσα σ’ άλλο κοιμητήρι…
Καλογριές στο μοναστήρι.
ΧΟΡΟΣ ΠΑΙΔΙΩΝ
Δεν παίζουμε παιγνίδια πλιο,
και στα βιβλία, στο σχολειό
ο νους μας δεν προσέχει,
αλλού πετά και τρέχει.
Τρέχει σ’ εσάς, σ’ εσάς πετά,
και θαμπωμένος σας κοιτά,
καλότυχοι, από τότε
που είσθε στρατιώται.
Ένα παγνίδι απ’ τα πολλά
μονάχα παίζουμε τρελά:
τον πόλεμο· κι αλήθεια,
με τί καημό στα στήθια!
Τι να σας πούμε! δε μπορεί
ν’ αλλάξουν ξάφνου οι καιροί,
να γίνουμε μεγάλοι,
όπως εσείς οι άλλοι.
Και να μας πάρουν στο στρατό
με το μουστάκι μας στριφτό
και να μας πουν: «ελάτε!
νά όπλα, και τραβάτε!»
Να βλέπατ’ όλοι εσείς ευθύς
πώς θα πολέμαγε καθείς,
να βλέπατε σεις όλοι
πώς παίρνουνε την Πόλη!
Αχ! τώρα είμαστε παιδιά
με μιαν ελπίδα στην καρδιά·
πως γλήγορα σαν άλλοι
θα γίνουμε μεγάλοι.
Σαν ήταν οι παλιοί καιροί,
οι Σπαρτιάται οι μικροί
μες σε χορό πιασμένοι
εψέλναν θαρρεμένοι.
Κι εμείς σάς λέμε θαρρετοί
ό,τι τραγούδαγαν αυτοί:
«Θα γίνουν τα παιδιά σας
πολύ καλύτερά σας!»
</poem>
{{block center/e}}
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
pndf71uvnmlz8lean9fm1ye8kfmkw94
167075
167074
2026-08-03T07:21:27Z
Grecoeditor
19180
167075
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = Πολεμικοί χοροί
| συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα = [[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο = [[Ο Σκυλογιάννης]]
| προηγούμενο= [[Πολεμικοί χοροί]]
| βικιπαίδεια =
| σημειώσεις = Γραμμένο τον Οκτώβριο του 1885.
}}
{{block center/s}}
<poem>
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ασπρίσαν τα μαλλιά μας σε άπραγη ζωή·
του τουφεκιού ο βρόντος, της μάχης η βοή
μας έρχονταν ώς τώρα καμιά φορά στο νου
σαν ήχοι φουσκωμένου πελάγους μακρινού
που βρέχει κι αγκαλιάζει πατρίδ’ αγαπημένη
::που είμαστ’ απ’ αυτήν εξορισμένοι…
Ω! χρόνια που περάσαν! με τί καημό βαθύ
αφήσαμ’ απ’ τα χέρια τουφέκι και σπαθί
που δούλευαν να κάμουν μια μέρ’ αληθινό
το όνειρο του Γένους τ’ ωραίο και τρανό!
Μόλις αρχίσαν, μόλις… Μα είπαμε: «Χαρά μας!
::Θα ’ρθούν να το τελειώσουν τα παιδιά μας».
Και ήρθαν τα παιδιά μας· ανώφελα παιδιά
μ’ άλλα κορμιά και γλώσσα και γνώμη και καρδιά.
Και τ’ άρματα που εδώσαν σ’ εκείνα ελευθεριά
τ’ αφήσαν να σκουριάσουν στην ίδια τη μεριά…
Θαμπώνει, σβήνει τ’ άστρο του Γένους, φεύγ’ η ελπίδα,
::και πλέον δεν εβλέπαμε πατρίδα.
Μα νά που ξεχαράζει έν’ άστρο μυστικό
και διώχνει λίγο λίγο του σκότους το κακό,
και μέσα στη χλωμή του και λίγη λάμψη αυτή
ξανοίγει της πατρίδος η όψ’ η λατρευτή.
Χαρά σου, γη της δάφνης και της ελευθερίας!
::Πάει ο καιρός για μας της εξορίας.
Αλίμονο! κι αν πάει, γεροντικά κορμιά,
δε φέρνουμε βοήθεια σ’ εσέ, πατρίς, καμιά.
Πικρά τα γηρατεία και κρύα και βαριά,
γιατ’ έχουν φίδια πόνους και βάσανα θεριά,
κι ενώ αγναντεύουν γύρω ζωή και φως και νιότη,
::βλέπουν εμπρός των μνήματα και σκότη.
Μα είναι βαριά, πικρά είναι και κρύα πιο πολύ
την ώρα που η πατρίδα στα όπλα προσκαλεί,
και τρέχουν παλικάρια, μεγάλοι και μικροί,
ή νικηταί να ’ρθούνε, ή ν’ απλωθούν νεκροί,
στον ήλιο λάμπ’ η λόγχη, μπαρούτι ευωδιάζει,
::κι ο πόλεμος στη χώρα λημεριάζει.
Κι εμείς να μη μπορούμε, γεράματ’ αχαμνά,
μ’ εσάς να ματωθούμε σε κάμπους και γκρεμνά!
Τουφέκι στα δικά μας τα χέρια μια φορά
ήταν αστροπελέκι και νίκη και φθορά.
Και τώρα λόγια μόνο μάς έμειναν στα χείλια!
::Ω λεβεντιά, ζωή, φωτιά… ω ζήλια!
Αλλ’ αν μας λείπουν χέρια και νιότη και ψυχή,
μια είν’ η δύναμίς μας, μια είναι: η ευχή!
Χαρά στους νιους που τέτοιο δεχθούνε φυλαχτό!
Ναι! μά το Γένος που είναι μες στη σκλαβιά πνιχτό,
λεβέντες του πολέμου, καινούριοι Σπαρτιάται,
::να ’χετε την ευχούλα μας. Χτυπάτε!
Ναι! μά τους Τουρκοφάγους, συντρόφια μας παλιά,
που τώρα τους κρατάει του Χάρου η αγκαλιά,
αλλ’ όταν το τουφέκι το πρώτο ακουστεί
θα πεταχτούν και πάλι στη γη λαχταριστοί,
αόρατοι άγγελοί σας εκεί που θα χτυπάτε,
::να ’χετε την ευχούλα μας. Νικάτε!
ΧΟΡΟΣ ΝΕΩΝ
Εμπρός, περήφανα παλικάρια, εμπρός, με τάξη
μες σε λεβέντικο να πιαστούμε χορό καθείς,
κι η γη ας τρίξει στα βήματά μας και ας βουλιάξει
::::σα να της ήρθε σεισμός βαθύς.
Οι πρόγονοί μας, με των λεβέντηδων τη γαλήνη,
πριν απ’ τη μάχη, χόρευαν κι έπαιζαν γελαστοί·
θαρρείς το Χάρο δεν τον προσμέναν σα Χάρο εκείνοι,
::::αλλά σαν κόρη λαχταριστή.
Είναι ωραίο να ’χεις για όλα σοφό κεφάλι,
η ευτυχία κάθε σου πράξη ν’ ακολουθεί,
να είσαι δίκαιος, να σε καίνε καημοί μεγάλοι,
::::και να σκλαβώνεις χωρίς σπαθί.
Ωραία είναι τ’ άστρα, ο λίμνες, τ’ άνθη, τα δάση,
ωραίο είναι να αγαπήσεις, ν’ αγαπηθείς,
μα είν’ ωραιότερο, από τότε πὄγιν’ η πλάση,
::::για την πατρίδα να σκοτωθείς!
Όλοι δουλεύαμε ξεγνοιασμένοι· μα, συλλογίσου!
Μας ήρθε μήνυμ’ απ’ το παλάτι του βασιλιά:
«Παιδιά, ελάτε για την πατρίδα μας!» —Την ευχή σου!
::::Σφίξε με, μάνα, στην αγκαλιά!
Γεια σας, αδέρφια, γονιοί, σπιτάκια μας με τα τζάκια
που στριμωνόμαστε το χειμώνα δυο δυο τρεις τρεις,
χίλι’ αγαθά μας, βιβλί’, αμπέλια, σπαρτά, κρασάκια,
::::που μας τα δίνει μόν’ η πατρίς.
Που όταν ντροπιάζεται η πατρίς μας κι όταν μικραίνει,
πάνε κι εκείνα, τιμές κι ανάπαψες και καλά,
μα όταν νικάει, κι όταν η δόξα την ανασταίνει,
::::κι άλλα σαν κείνα γεννοβολά.
Να είσ’ ακούραστος για τα γλέντια, δεν είναι νιότη,
ούτε να χάνεσαι για τα μάτια τα γαλανά,
ούτε να έχεις είκοσι χρόνια.— Συ, στρατιώτη,
::::τα νιάτα είσαι τ’ αληθινά!
Τα νιάτα είναι με μια κορόνα μπρος στο κεφάλι,
όπλο στο χέρι, τόλμη στα στήθη, στα πόδια ορμή,
να υπομένεις κάθε φοβέρα κι ανεμοζάλη,
::::και κάθε βόλι μες στο κορμί!
Τα νιάτα είναι να ξανανιώνεις την ιστορία,
τη φήμη ο ίδιος να την εβρίσκεις, να την κρατείς,
και για τους στίχους του να γυρεύει αθανασία
::::απ’ τ’ όνομά σου ο ποιητής!
Εμπρός! στις φλόγες! εμπρός! ας τρέξει το αίμα βρύση,
ώς πέρ’ ανάστασις ή ώς πέρα ξολοθρεμός!
Αλί σε όποιον μάς πει σταθείτε! θα τον ρουφήσει
::::ο ολοφούσκωτος ποταμός!
ΧΟΡΟΣ ΜΗΤΕΡΩΝ
Πόσες φορές στην κούνια σας εμείς βυζασταρούδια
σας εκοιμίσαμε γλυκά με χάιδια και τραγούδια,
μα τώρα εμεγαλώσατε, στ’ αφτιά σας πια δε φτάνει
::::το πρώτο μας το νάνι νάνι.
Εσείς κι αν μεγαλώσατε, για σας ποτέ δε σβήνει
της μητρικής λαχτάρας μας, παιδιά μας, το καμίνι,
και σαν κοιμάσθ’, η αγάπη μας σιμώνει στο πλευρό σας
::::και γίνεται χρυσό όνειρό σας.
Μα νά η μάνα που σ’ εμάς σας έχει μπιστεμένα,
σας κράζει νά! η μεγάλη σας η μάνα ένα ένα,
και την ασπίδα σαν παλιά Σπαρτιάτισσα σας δίνει
::::σκέπ’ ή κρεβάτι να σας γίνει.
Κι εμείς ανοίγουμε χορό στο κράξιμο που ακούμε,
βάνουμ’ ατσάλι στην καρδιά, οΐμέ! και σας πετούμε
μες στου πολέμου το γκρεμό! βλέπουν ακόμα οι μέρες,
::::σαν τις Σουλιώτισσες, μητέρες.
Είν’ η δική μας η ζωή ο ίσκιος της δικής σας·
όμως δεν πέφτουμε κι εμείς μες στον γκρεμό μαζί σας,
γιατί ακόμα ο κόρφος μας σφιχτοκρατεί και τρέφει
::::τ’ αδέρφια σας που είναι βρέφη.
Γιατί τα μεγαλώνουμε με το γλυκό μας γάλα
και με της δόξης τον καημό σαν τα παιδιά μας τ’ άλλα,
όσο που άξιος θάνατος κι αυτά να μας τα πάρει,
::::πατρίς, για τη δική σου χάρη!
ΧΟΡΟΣ ΠΑΡΘΕΝΩΝ
Πού θα μας φύγετ’, αγάπες μας;
Αχ! του πολέμου η φωτιά
καίει και τρώει τη λεβεντιά!
Κι εμάς κι εμάς τις άμοιρες
μαύρη μοναξιά θα φάγει
και θα κάψουνε οι πάγοι.
Θα μας ξεχάσετ’, αγάπες μας…
Παν τα φιλάκια κι οι αγκαλιές
τα βράδια στις ακρογιαλιές…
Θά ’ρθει ο χειμώνας —άμοιρες!—
και θα ’ρθεί το καλοκαίρι
να μας έβρουν δίχως ταίρι.
Σας καμαρώνουμ’, αγάπες μας!
Με τί λεβέντικο κορμί,
με τί λεβέντικη ορμή
μας φεύγετε! κι οι άμοιρες
νιώθουμ’ από σας πατρίδα,
παίρνουμ’ από σας ελπίδα.
Ναι! σας προσμένουμ’, αγάπες μας!
Να ’ρθείτε πάλι σταυραϊτοί
και νικηταί καμαρωτοί
και να μας πείτε —άμοιρες!—
τ’ είναι του πολέμου η φρίκη
και η δόξα και η νίκη.
Θα είστε πιο έμορφοι, αγάπες μας!
Και ο λαμπερός σας γυρισμός,
έρως, χαρά, και θαυμασμός
θα μας πλανούν τις άμοιρες
σε μαγευτικά παλάτια
με τα δάκρυα στα μάτια.
Όμως, αν γράφτηκε, αγάπες μας,
να μη ξαναγυρίστε πλια,
θ’ ανοίξει ο Χάρος μια αγκαλιά
να μας δεχθεί τις άμοιρες…
Κι έτσι θα σας ξαναβρούμε,
δε θα ξαναχωριστούμε.
Κι αν ο Θεός, αχ! αγάπες μας!
δε μας γλιτώσει απ’ τη ζωή,
της συμφοράς την αλοή
θε να γλυκάνουμ’ άμοιρες,
μέσα σ’ άλλο κοιμητήρι…
Καλογριές στο μοναστήρι.
ΧΟΡΟΣ ΠΑΙΔΙΩΝ
Δεν παίζουμε παιγνίδια πλιο,
και στα βιβλία, στο σχολειό
ο νους μας δεν προσέχει,
αλλού πετά και τρέχει.
Τρέχει σ’ εσάς, σ’ εσάς πετά,
και θαμπωμένος σας κοιτά,
καλότυχοι, από τότε
που είσθε στρατιώται.
Ένα παγνίδι απ’ τα πολλά
μονάχα παίζουμε τρελά:
τον πόλεμο· κι αλήθεια,
με τί καημό στα στήθια!
Τι να σας πούμε! δε μπορεί
ν’ αλλάξουν ξάφνου οι καιροί,
να γίνουμε μεγάλοι,
όπως εσείς οι άλλοι.
Και να μας πάρουν στο στρατό
με το μουστάκι μας στριφτό
και να μας πουν: «ελάτε!
νά όπλα, και τραβάτε!»
Να βλέπατ’ όλοι εσείς ευθύς
πώς θα πολέμαγε καθείς,
να βλέπατε σεις όλοι
πώς παίρνουνε την Πόλη!
Αχ! τώρα είμαστε παιδιά
με μιαν ελπίδα στην καρδιά·
πως γλήγορα σαν άλλοι
θα γίνουμε μεγάλοι.
Σαν ήταν οι παλιοί καιροί,
οι Σπαρτιάται οι μικροί
μες σε χορό πιασμένοι
εψέλναν θαρρεμένοι.
Κι εμείς σάς λέμε θαρρετοί
ό,τι τραγούδαγαν αυτοί:
«Θα γίνουν τα παιδιά σας
πολύ καλύτερά σας!»
</poem>
{{block center/e}}
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
gbmmsjyedp2tk30bn1o1zr8240fty31
Ο Σκυλογιάννης
0
52772
167076
2026-08-03T08:29:51Z
Grecoeditor
19180
Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Ο Σκυλογιάννης | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]] | επόμενο = [[Ο βασιλιάς Σισμάνης]] | προηγούμενο= [[Πολεμικοί χοροί]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = Γραμμένο τον Οκτώβριο του 1885. }} {{b...
167076
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = Ο Σκυλογιάννης
| συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα = [[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο = [[Ο βασιλιάς Σισμάνης]]
| προηγούμενο= [[Πολεμικοί χοροί]]
| βικιπαίδεια =
| σημειώσεις = Γραμμένο τον Οκτώβριο του 1885.
}}
{{block center/s}}
<poem>
Α΄
Ο Σκυλογιάννης, βασιλιάς στης Βουλγαριάς τη χώρα,
::άνθρωπος που εμπρός του είν’ αρνιά οι λύκοι,
μαζί μ’ ασκέρι ταιριαστό τρεις μήνες έχει τώρα
::που κοιτάει να πάρει τη Θεσσαλονίκη.
Μεγάλον αυτοκράτορα ο Πάπας τονε χρίζει
::που της εκκλησιάς του δούλος έχει γίνει.
Είναι το χρίσμα Φράγκικο, μα δεν τον εμποδίζει
::μέσα σε κρανίο φράγκικο να πίνει.
Και το κρανίο ήτανε του Βαλδουίνου, πρώτου
::Φράγκου βασιλέα μες στην Πόλη· οϊμένα,
την τύχη του βαριόμοιρου και το μαρτύριό του·
::δεν το λέει γλώσσα, δεν το γράφει πένα.—
Ο βασιλιάς της Βουλγαριάς μες στη σκηνή του μένει,
::κάθεται φορώντας τα χρυσά άρματά του·
γύρω του άγριοι σκοποί κι αρχόντοι φοβισμένοι
::καρτερούν να λάβουν τα προστάγματά του.
Απ’ τον πορφυροστόλιστο κι ολόλαμπρό του θρόνο
::νά που κατεβαίνει, και μια γνέψη κάνει,—
κι οι βοεβόδαι προσκυνούν και τον αφήνουν μόνο·
::φύλακες απέξω στέκουν δυο Κομάνοι.
Δίχως να βγάλει τ’ άρματα ξαπλώθη στο κρεβάτι·
::μαύρη νύχτα έξω, και φουρτούνα μαύρη·
αλλά να κλείσει δε μπορεί ο Σκυλογιάννης μάτι,
::δε μπορεί τον ύπνο του δικαίου νά βρει.
Μέσα στο νου του οι στοχασμοί σα στρίγλες τριγυρίζουν,
::στο κρεβάτι απάνου άγρυπνος κυλιέται,
καμιά φορά απ’ το στόμα του πετούν και τον ξαφνίζουν
::βραχνιασμένα λόγια… Νά τί συλλογιέται:
Β΄
—Καρτέρα με στο κάστρο σου νά μπω, Θεσσαλονίκη!
Το πάρσιμό σου —μάθε το— δε θά ειναι μόνο νίκη!
Θα ’ναι για όλους σας, μικρούς, τρανούς, απελπισία,
κατακλυσμός, αφανισμός, Δευτέρα Παρουσία.
Δεν τρέμω τα Εφταπύργια σου κι ουδέ τον Άγιό σου,
κι εκείνον απ’ τον τάφο του θα βγάλω, αλίμονό σου!
Του κάκου μες στα αίματα, σε χώματα σκαμμένα,
σε καπνισμένα λείψανα θ’ αναζητούν εσένα.
Τέτοια κακά σε καρτερούν παντού, Μακεδονία,
παντοτινή του Γένους μας φροντίδα και μανία,
όμως ακόμ’ ανίκητη, παντοτινή Ελληνίδα!
Βουλγάρα να σε κάμουμε του κάκου έχομ’ ελπίδα,
του κάκου σέρνουμε μακριά στα ξένα τα παιδιά σου,
κι όλο Βουλγάρους σπέρνουμε παντού στα χώματά σου!
Μακεδονία! Ελληνική πνοή την ανασταίνει,
κι όσο κι αν λιώνεις το κορμί, μα η ψυχή απομένει.
Αθάνατος ανάμεσα στους κύκλους των αιώνων,
Αλέξανδρε, ω βασιλιά τρανέ των Μακεδόνων,
εσύ η ψυχή της είσ’, εσύ! Παντού είσαι σκορπισμένος.
Κάθε ποτάμι της γοργό, και κάμπος ανθισμένος,
οι λόγγ’, οι χώρες, τα χωριά, κι η πιο κρυφή μεριά της,
ο πιο μεγάλος άρχοντας, κι ο πιο μικρός χωριάτης,
κι όσα ζωή δεν έχουνε κι όσα ζωή βαστούνε,
σ’ έχουν στο νου, σε προσκυνούν, θαρρείς σε καρτερούνε,
κι όταν φουρτούνα ρυάζεται στη χώρα και ξεσπάει,
«Ο βασιλιάς Αλέξανδρος, κράζουν, περνά και πάει!»
Όμως εγράφτηκ’ από με να σβήσεις μιαν ημέρα
με την Ελληνοπούλα σου ακριβοθυγατέρα!
Δουλεύετε, φωτιά, σπαθί, κρεμάλα, απ’ άκρη σ’ άκρη·
Δε φτάνουν η Ηράκλεια κι η Ραιδεστός και η Μάκρη
να σβήσουν του ξολοθρεμού την πείνα που με τρώει.
Σαν ασκητής την προσευχή, μετρώ στο κομπολόι
τις χώρες που το διάβα μου κάθε φορά ρημάζει,
και σαν τις βρίσκω λιγοστές το ’χω κρυφό μαράζι.
Δε φτάν’ η Βάρνα που βοριάς τής γκρέμισα ώς πέρα
κάστρα και σπίτια κι εκκλησιές και πόλη σε μια μέρα
κι ύστερα πήρα κι έπνιξα μες σε βαθιά χαντάκια
όλους, μεγάλους και μικρούς, γυναίκες και παιδάκια,
ούτε αι Σέρραι πὄκοβα κεφάλια ολοένα,
και ούτε η Φιλιππούπολις είν’ αρκετή σ’ εμένα
Που εμπήκα μες στα τείχη της μ’ ενός θηρίου λύσσα
και κόλαση την έκαμα από φωτιά και πίσσα
κι απόστασα τον κόσμο της μες στη σκλαβιά να σέρνω
και να σταυρώνω απόστασα, βαρέθηκα να γδέρνω.
Ω! πόσες χώρες ξέγνοιαστες ακόμη μ’ αψηφούνε
και πόσοι ακόμα τη ζωή σα μέλι τη ρουφούνε!
Εσύ, που βρέχουν τα νερά του Δρίνου, πρώτη ώς τώρα
εξέφυγες τα χέρια μου τ’ Αδριανού η χώρα!
Α! κι αν πιαστείς στα βρόχια μου φωτιά που θα σε κάψει!
Δε θα μπορεί τα πάθη σου γραμματικός να γράψει.
Μα μόνο τότε θε να πω πως χόρτασα ωστόσο
και τότε μ’ αναγάλλιασμα τα χέρια θα σταυρώσω
και θα γιορτάσ’ η Βουλγαριά την πιο τρανή της σχόλη,
όταν η πόρτα σου η χρυσή, των Κωνσταντίνων πόλη,
διάπλατη ανοίξει να διαβούν τ’ ανίκητά μου ασκέρια
όπου το αίμα σα νερό σκορπούν με τα μαχαίρια.
Τη γη που δεν επάτησε ώς τώρα εχθρού ποδάρι,
που ο μεγάλος Συμεών δε μπόρεσε να πάρει,
κι έχει αψηφήσει κάθε οργή Θεού και κάθε μπόρα,
ντροπή! Φράγκοι τη χαίρονται και Βενετσάνοι τώρα,
και στην Αγία της Σοφιά ακόμα εμείς να μπούμε!
Μεγάλος είσαι βασιλιάς κι αθάνατος, ω Κρούμε,
και είχες για ποτήρι σου βασιλικό κρανίο.
Σε βρίσκω πάντα φοβερό, καμιά φορά θηρίο,
αλλά και δίκαιο μαζί, με καλοσύνης χάρη·
δε σε ζηλεύω! έν’ απ’ τα δυο· ή σφάχτης ή σφαχτάρι.
Τέρβελη πρώτο δοξαστό της Βουλγαρίας στέμμα,
που το χρυσάφι αγάπησες περσότερο απ’ το αίμα,
δε σε ζηλεύω ούτε σε, ω προγονέ του Κρούμου!
Ολέγ! εσένα μοναχά δε βγάζω από το νου μου,
των Ρώσων Τσάρε τρομερέ, ω φάγοσσα του κόσμου,
εσύ είσαι η αγάπη μου, εσ’ είσαι ο δάσκαλός μου.
Όταν στη Θράκη σ’ έβγαλαν της Βαλτικής οι πάγοι,
παγώσαν της Ανατολής τα γαλανά πελάγη
κι οι ηλιοφωτισμένοι της εσκοτιδιάσαν τόποι,
ο Έβρος εκρυστάλλωσε, χιονίστηκε η Ροδόπη.
Της Πόλης της περήφανης τα σιδερένια τείχη,
τα φύλαξε απ’ τα πλήθη σου τ’ ανήμερα η τύχη.
Ακολουθούσανε, Ολέγ, το σκυθικό σου άτι
πάντα για αίμα αχόρταστοι, πάντ’ απ’ αυτό χορτάτοι,
κι όσοι από κείνους γλίτωναν, πεθαίνανε από τρόμο.
Χόρτο χλωρό δεν άφηναν στο φοβερό τους δρόμο,
ζωή που να μη σβήσουνε σα δαίμονες με μύρια
αναπάντεχα κι απίστευτα του σατανά μαρτύρια.
Κι άκουγες τότε στην ερμιά, στη φλόγα, στη νεκρίλα:
«Οι Ούννοι αναστήθηκαν μαζί με τον Αττίλα!»
Ε! ό,τι δεν κατάφερε κανείς, ούτ’ ο μεγάλος
ο Συμεών, ούτ’ ο Ολέγ, ούτε κανένας άλλος,
φτάν’ η δική μου θέληση για να το καταφέρει·
ας είν’ καλά οι Κομάνοι μου· καθένας και ξεφτέρι!
Κι αν είμαι αυτοκράτορας μεγάλος των Βουλγάρων
κι αν ταπεινά με προσκυνούν τα πλήθη των Βογιάρων,
μα δεν αλλάζω ξακουστή της Ταταρίας γέννα,
δέκα Βογιάρους διαλεχτούς μ’ ένα Κομάνο, ένα,
και χίλιους δυο Βουλγάρους μου μ’ εσέ, ω Μαναστρά μου!
Ψυχή των, καπετάνιε των, σπαθί μου, στήριγμά μου!
Ναι! οι Κομάνοι! αυτοί για με κι εγώ για κείνους πάλι.
Όταν τους βλέπω να ξεσπούν, πελάγου ανεμοζάλη,
να πέφτουν μες στον πόλεμο, ν’ αρπάζουν, να σκλαβώνουν,
::::::::να καίνε, να σκοτώνουν,
τους σκλάβους να διαλέγουνε, και να φυλάγουν χώρια
τα πλέον ωραιότερα που θα βρεθούν αγόρια
κι απ’ το μαχαίρι ευθύς γοργά γοργά να τα περνούνε
θυσία στους ανήμερους θεούς που προσκυνούνε,
όταν τους βλέπω ύστερα, σαν τελειώσ’ η μάχη,
κι ένα κεφάλι ο καθείς σ’ ένα κοντάρι να ’χει,
και να χορεύουν και τρελό να στήνουν πανηγύρι,
κι ο ένας τ’ άλλου πίνοντας το αίμα στο ποτήρι
τους βλέπω έτσι να δένουνε πιστή αδερφοσύνη,
λέω: για κείνους είμ’ εγώ, για μένα είν’ εκείνοι!
Μ’ αυτούς στην Πόλη θε να μπω, και με τους κεραυνούς των!
θε να ντυθώ την άλικη χλαμύδα των Αυγούστων,
και με το στέμμα θα φανώ το μαργαριταρένιο
στ’ αμάξι το βασιλικό και το μαλαματένιο
που άσπρες μούλες θα τραβούν· στο διάβα μ’ όλοι εμπρός μου
θα πέφτουν χάμου· θ’ ακουσθώ στα πέρατα του κόσμου,
κι ο Κομνηνός κι ο Λάσκαρης, τ’ αφεντικό ζευγάρι,
οπού καθένας καρτερά για νύφη του να πάρει
την κόρη την επτάλοφη, και τρέμει μην τη χάσει
κι ανοίγει χέρια ερωτικά για να την αγκαλιάσει,
θα ιδούν πως είναι χαμηλοί για τον ψηλό της θρόνο.
το περιστέρι επλάσθηκε για το γεράκι μόνο!
Θα ξαφνισθείς στο μνήμα σου πικρά, Βουλγαροκτόνε,
εσύ που ακόμα οι νίκες σου τα σωθικά μου τρώνε!
Τη Βουλγαριά την έπνιξες στα δάκρυα και στο αίμα,
μες στη φωτιά τής έλιωσες το ακριβό της στέμμα
και το δικό σου εστόλισες με όλα του τα πλούτη.
Μα παν εκείνοι οι καιροί, και τώρα ήρθαν τούτοι!
Κάθε Βουλγάρικη αρχοντιά και νιότη διαλεγμένη
μες στο χρυσό αμάξι σου την έσυρες δεμένη,
και βασιλόπουλα χλωρά, γλυκιές βασιλοπούλες
σ’ επροσκυνήσαν σκλάβοι σου, σ’ ακολουθήσαν δούλες,
και του λαού σου επάτησε με λύσσα το ποδάρι
το νικημένο κι άψυχο της Βουλγαριάς λιοντάρι.
Χα! Χα! μα δεν εγνώριζες μια μέρα εσύ με ποιόνε
θε να ’χες να λογαριασθείς νεκρός, Βουλγαροκτόνε!
Θα πληρωθεί του Γένους μου περίσσια η ατιμία
κι η χώρα σου η απέραντη απέραντη ερημία
θα γίνει από τα χέρια μου. Στάχτη, φωτιά! Στη Θράκη
θε να βοσκήσουν μοναχά τα όρνια κι οι κοράκοι,
και ώς την ύστερη στιγμή του υστερνού αιώνος
το όνομά μου αθάνατο θα ζει· Ελληνοκτόνος!
Γ΄
Κι εκεί που τέτοια εγύριζε στο νου του αγριεμένος,
::::βαριά βαριά εκοιμήθη
μα το πρωί ο βασιλιάς εβρέθη σκοτωμένος
::::με μια λογχιά στα στήθη.
Κανείς δεν ξέρει το φονιά, δεν είδε πούθ’ εφάνη
::::το φονικό μαχαίρι·
τρομάζουνε οι Βούλγαροι, ταράζοντ’ οι Κομάνοι,
::::σταυροκοπιένται οι γέροι.
Σε λίγο μες στο στράτευμα παράδοξ’ ιστορία
::::εμάθαινε καθένας,
μα ποιός την είχε πρωτοειπεί, ποιανού ήτον μαρτυρία
::::δεν ήξερε κανένας.
Τη νύχτα που σκοτώθηκεν εκείνος, απ’ το κάστρο
::::που κοίταζε να πάρει,
νιος καβαλάρης πρόβαλε που έλαμπε σαν άστρο
::::κι εκράταε κοντάρι.
Προς τις Βουλγάρικες σκηνές ατάραχος σιμώνει·
::::όποιος ζητά να φράξει
του κάτασπρου αλόγου του το δρόμο, μαρμαρώνει,
::::βουβαίνετ’ όποιος κράξει.
Στου Σκυλογιάννη τη σκηνή τη χρυσοστολισμένη
::::με τ’ άλογο τραβάει·
μα δεν τον είδεν αποκεί κανείς να ξαναβγαίνει·
::::έγιν’ αχνός και πάει.
Και στρατιώται, στρατηγοί, καθένας πλια το ξέρει,
::::δεν είναι πλια μυστήριο
πως εσκοτώθη ο βασιλιάς από αγίου χέρι,
::::ω χέρι εκδικητήριο!
Τ’ αϊ-Δημήτρη ήτανε το άτι, το κοντάρι
::::—Ουράνια καταδίκη!—
που βασιλεύει κι ευλογά με του Θεού τη χάρη
::::μες στη Θεσσαλονίκη.
Και θυμηθήκαν τον καιρό που ένας κύρης πάλι
::::της Βουλγαριάς σηκώθη
την ίδια πόλη ολόσφιχτα να ζώσει, να προσβάλει,
::::αλλ’ ακριβά επληρώθη.
Γιατί στον Άγιο δέονται οι Θεσσαλονικιώται
::::κι ολονυχτία σταίνουν,
κι εγκαρδιωμένοι, την αυγή όλοι με μίας τότε
::::έξω απ’ το κάστρο βγαίνουν.
Και πολεμούν· στα στήθη των καρδιά ξυπνά γενναία·
::::απάνου απ’ τ’ άσπρο άτι
ο Άγιος καίει τον εχθρό με φλόγινη ρομφαία,
::::τον διώχνει με το μάτι.
Τέτοια να λένε τους ακούς, και τους θωρείς γεμάτους
::::από περίσσια φρίκη,
να φεύγουνε, να πάρουνε μακριά το φύσημά τους
::::απ’ τη Θεσσαλονίκη.
Δ΄
Του Σκυλογιάννη μοναχά ο πολυαγαπημένος,
μόν’ ο Κομάνος Μαναστράς σ’ αυτή την τρικυμία
λιγόλογος, ατάραχος, βαρύς και παγωμένος·
δε ζάρωσε την όψη του έγνοια κρυφή καμία.
Τα χείλη του περίγελο κρυφοκινάει· μοιάζει
μέσα σε δένδρα έν’ άγαλμα πλασμένο από γρανίτη,
που ενώ τα δένδρα ο βοριάς λυγίζει και ταράζει,
δε χάνει αυτό τη θέση του που έχει απ’ τον τεχνίτη.
Ξέρει πως δε σηκώνεται ο άγιος απ’ το μνήμα,
πως άνθρωπος το έχυσε το αίμα του τυράννου,
πως της οχιάς ο σκοτωμός ποτέ δεν είναι κρίμα,
πως τη λογχιά την έδωκε το χέρι ενός Κομάνου.
</poem>
{{block center/e}}
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
rkkvzb91ccjeny03z7mm4slr16jg54a