Βικιθήκη elwikisource https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 MediaWiki 1.47.0-wmf.14 first-letter Μέσο Ειδικό Συζήτηση Χρήστης Συζήτηση χρήστη Βικιθήκη Συζήτηση Βικιθήκη Αρχείο Συζήτηση αρχείου MediaWiki Συζήτηση MediaWiki Πρότυπο Συζήτηση προτύπου Βοήθεια Συζήτηση βοήθειας Κατηγορία Συζήτηση κατηγορίας Σελίδα Συζήτηση σελίδας Μεταγραφή Συζήτηση μεταγραφής Συγγραφέας Συζήτηση συγγραφέα Πύλη Συζήτηση πύλης TimedText TimedText talk Module Module talk Event Event talk Συγγραφέας:Κωστής Παλαμάς 108 18918 167159 167121 2026-08-07T11:32:32Z Grecoeditor 19180 167159 wikitext text/x-wiki {{Συγγραφέας2 |όνομα = Κωστής Παλαμάς |ημερομηνίες = 1859–1943 |περιγραφή = Έλληνας ποιητής και πεζογράφος. Κεντρική μορφή της Νέας Αθηναϊκής σχολής. |εικόνα = Kostis Palamas.JPG |λεζάντα = Ο Κωστής Παλαμάς στο ''Ημερολόγιον Σκόκου'' του 1889 |βικιπαίδεια = Κωστής Παλαμάς |βικιφθέγματα = Κωστής Παλαμάς |commons = Category:Kostis Palamas}} ==Συλλογές== * [[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]] (1886) * [[Ύμνος εις την Αθηνάν]] (1889) * [[Τα μάτια της ψυχής μου]] (1892) * [[Ίαμβοι και ανάπαιστοι]] (1897) * [[Ο δωδεκάλογος του Γύφτου]] * [[Η φλογέρα του Βασιλιά]] (ελλιπές) ==Ποιήματα== * [[Εις το λεύκωμα της κυρίας Στ. Κ***]] (1886) {{σκαν|Ημερολόγιο Σκόκου (1887)}} * [[Το χάρισμα του ποιητού]] (1888) {{σκαν|Ημερολόγιο Σκόκου (1888)}} * [[Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1889/Δύο ποιήματα|Δύο ποιήματα]] στο [[Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1889]] * [[Οι πρώτοι στίχοι]] (1890) {{σκαν|Ημερολόγιο Σκόκου (1890)}} * [[Τριανταφυλλένια]] (1890) {{σκαν|Ημερολόγιο Σκόκου (1891)}} * [[Φοινικιά]] (1900) * [[Σήμερα τα λούλουδα|Σήμερα τὰ λούλουδα]] (1911) {{σκαναρισμένη έκδοση|Νέα Ζωή 3-4 (1914) Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός.djvu}} * [[Δουλεύτρες ασπρομαντυλούσες|Δουλεύτρες ἀσπρομαντυλοῦσες]] (1913) {{σκαναρισμένη έκδοση|Νέα Ζωή 3-4 (1914) Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός.djvu}} * [[Ανατολή]] (1912) * [[Αυγή|Αὐγή]] (1913) {{σκαναρισμένη έκδοση|Νέα Ζωή 3-4 (1914) Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός.djvu}} * [[Από τους «Καινούργιους ίαμβους και ανάπαιστους»|Ἀπὸ τοὺς “Καινούργιους ἴαμβους καὶ ἀνάπαιστους”]] (1914) {{σκαναρισμένη έκδοση|Νέα Ζωή 3-4 (1914) Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός.djvu}} * [[Ό,τι θα σου πω...]] (1927) * [[Σώνει]] (1927) * [[Στο ζωγράφο Μπισκίνη]] (1927) * [[Οι τρεις αδερφές]] * [[Το τραγούδι του Λίνου]] ==Κείμενα== * [[Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1888/Εις εκλογεύς|Εἷς ἐκλογεύς]], στο [[Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1888]]. * [[Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1888/Αλέξανδρος Ραγκαβής|Ἀλέξανδρος Ῥαγκαβής]]. Φιλολογικό σημείωμα στο [[Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1888]]. * [[Το δίδραχμον|Τὸ δίδραχμον]], στο [[Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890]]. * [[Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1891/Παληό τραγούδι του νέου καιρού|Παλῃὸ τραγοῦδι τοῦ νέου καιροῦ]], στο [[Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1891]]. ==Μεταφράσεις== * [[Το Ελληνόπουλο]] του [[Συγγραφέας:Βίκτωρ Ουγκώ|Βίκτωρος Ουγκώ]] ==Για τον Παλαμά== * [[Στην μνήμη του Παλαμά]], του [[Συγγραφέας:Άγγελος Σικελιανός|Αγγέλου Σικελιανού]] (1943) * [[Στον Κωστή Παλαμά]], του [[Συγγραφέας:Σωτήρης Σκίπης|Σωτήρη Σκίπη]] {{authority control}} {{DEFAULTSORT:Παλαμας Κωστης}} [[Κατηγορία:Συγγραφείς]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς-Π]] [[Κατηγορία:Ποιητές]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς του 19ου αιώνα]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς του 20ου αιώνα]] b8lshd8smr3kw3uf9w99cz1fait2lte Η αλήθεια 0 52798 167142 2026-08-06T12:05:04Z Grecoeditor 19180 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Η αλήθεια | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Έν άνθος]] | προηγούμενο= [[Μαρία η Πενταγιώτισσα]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Ἐτεῇ δὲ οὐδὲν οἶδμεν· ἐν βυθῷ... 167142 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Η αλήθεια | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Έν άνθος]] | προηγούμενο= [[Μαρία η Πενταγιώτισσα]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Ἐτεῇ δὲ οὐδὲν οἶδμεν· ἐν βυθῷ γὰρ ἡ ἀληθείη ::::::::::-Δημόκριτος Αλήθεια, δίψα των σοφών παντοτινή, για σένα τα πλήθη δεν ταράζονται και ζούνε ξεγνοιασμένα και λίγοι βγάζουν μια φωνή λαχτάρας: —Φανερώσου, ανέβ’ από τα Τάρταρα, κατέβ’ από τ’ αστέρια, Αλήθεια, ιδές! γονατιστοί σού απλώνουμε τα χέρια δεν έχουμ’ άλλο πιο βαθύ καημόν απ’ τον καημό σου. Μας φαίνεται πως άλλοτε σε ξεχασμένη χώρα καθάρια σ’ αντικρίζαμε, σ’ εγγίζαμε, και τώρα για σε γυρνώντας ψάχνουμε στου κόσμου το σκοτάδι παρόμοια με τη Δήμητρα, με τη θεϊκή μητέρα, που μαυροφόρα έτρεχ’ εδώ κι εκεί νύχτα και μέρα κι εγύρευε την κόρη της κλεμμένη από τον Άδη. Και πάντα ελπίζουμε σ’ εσέ πως θα μας βγάλει ο δρόμος· καμιά φορά μάς έρχεται πως είσ’ εμπρός μας. Όμως όλα τα μάτια κι αν θωρούν, όλα δεν βλέπουν ίσια· και τόσον είσαι αχνόπλαστη, τέτοια σε κρύβει σκέπη, που λες, θαμπώνεται κανείς και βλέπει και δε βλέπει στο πρόσωπό σου τ’ άγγιχτο την ομορφιά περίσσια. Εσύ δεν είσαι τ’ άγαλμα που του τεχνίτη η χάρη το σκάλισε χεροπιαστό σε παριανό λιθάρι, κάλλιο είσ’ εσύ το σύγνεφο που το κοιτάει το μάτι στου ήλιου το βασίλεμα χίλιες θωριές ν’ αλλάζει, κι είν’ από ρόδο, μάλαμα και γιούλι και τοπάζι, κι είν’ άγγελος και δράκοντας και δέντρο και παλάτι. Ό,τι κι αν είσαι, ο πόνος σου μας καίει και μας παιδεύει… Μην είσαι τ’ άστρο τ’ άφταστο που ακόμα ταξιδεύει, που ακόμα δεν κατέβηκεν εδώ στη γη το φως του; Ο μαύρος άνθρωπος τρελά, χωρίς να σε γνωρίζει, σε θέλει, και με της ψυχής τα μάτια σ’ αντικρίζει κι όμοια σε πλάττει με το νου κι όμοια σε φέρνει εμπρός του. Ο Αρχιμήδης σε ζητά στους κύκλους του, ο Σωκράτης σ’ ακούει σε μια κρυφή φωνή, σε βρίσκει ο Σπαρτιάτης όταν ορμάει στον πόλεμο και στέκει και πεθαίνει· σε βλέπει ο γέρος θλιβερά στου μνήματος τα σκότη και στην αφρόντιστη ζωή και στην αγάπη η νιότη, κι ο δίκαιος μες στην αρετή που ζει συχνά κρυμμένη. Αλήθεια, δίψα των σοφών, ονειρευτή παρθένα, που και ποτέ οι στενόμυαλοι δε λαχταρούν για σένα, κι όνειρ’ αν έχουν, δε θωρούν εσένα στα όνειρά τους, για μένα είσαι η Ομορφιά! και μόνη αυτή που νιώθω και μόνη αυτή που κυνηγώ μ’ έναν αιώνιο πόθο σε στίχους αιθερόπλαστους, νου και καρδιά γεμάτους. </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] 4w2ssu8r29ge3txsev1vt8966xob8gf Έν άνθος 0 52799 167143 2026-08-06T12:12:55Z Grecoeditor 19180 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Έν άνθος | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Ο θάνατος της Πεντάμορφης]] | προηγούμενο= [[Η αλήθεια]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Και στην Ακρόπολη, στο βράχο ::τ... 167143 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Έν άνθος | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Ο θάνατος της Πεντάμορφης]] | προηγούμενο= [[Η αλήθεια]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Και στην Ακρόπολη, στο βράχο ::τον ιερό έν άνθος φύτρωσε μονάχο ::χλωρό χλωρό. Έν άνθος όμοιο με ανεμώνη ::περαστική, αθώρητο σ’ όποιον σιμώνει ::στα ύψη εκεί. Τα μάτια ανοίγοντ’ εκεί πέρα ::καθώς βρεθούν, και με τον ξάστερον αιθέρα ::σμίγουν, μεθούν. Εκεί θαμπώνουνε τα μάτια ::σκόρπια μπροστά καμένα λείψανα, κομμάτια ::λαχταριστά. Κι η φαντασία αμέσως βλέπει ::η μαγική γυμνή και δίχως καμιά σκέπη ::απάνου εκεί την Ομορφιά, που τρισμεγάλη, ::παντοτινή, μέσ’ απ’ το μάρμαρο προβάλλει ::και δεν πονεί. Και κάθεται σε δόξας θρόνο, ::και δε γελά, δεν κλαίει και δεν πλανά, και μόνο ::φεγγοβολά! Και στην Ακρόπολη, στο βράχο ::τον ιερό ξανοίγω τ’ άνθος το μονάχο ::και το ρωτώ: —Άνθος, που μοιάζεις με ανεμώνη ::περαστική, ποιά μοίρα σ’ έριξε εδώ, μόνη ::και φτωχική; Εδώ από τ’ άστρα η Τέχνη φτάνει, ::και λάμπει η γη, κι έπλασε η Φύση εσέ βοτάνι ::για μιαν αυγή. Εδώ δεν έρχεται η παρθένα ::η γελαστή για να σε κόψει και μ’ εσένα ::να στολιστεί. Εδώ μ’ ευλάβεια και το αγέρι ::μόλις φυσά· ποτέ σ’ εσέ δεν έχει φέρει ::λόγια χρυσά, γλυκά φιλιά από τα ταιράκια ::κι από Ομορφιές· δεν έχεις άλλα λουλουδάκια ::για συντροφιές. Ο Παρθενώνας με φεγγάρι ::τη νύχτα εδώ νικάει στη δόξα και στη χάρη ::τον ουρανό. Κι οι έξι αλύγιστες Παρθένες ::στέκουν κι αυτές λαμπρόστηθες και λαβωμένες ::και λατρευτές. Κι αγάλματα, πέτρες, κολόνες ::χωρίς χαρά σκόρπια τα βλέπουν οι αιώνες ::και παγερά. Σμίγουν εδώ θεοί και χρόνοι ::παλιοί, χρυσοί. Εδώ φτωχή, κρυφή ανεμώνη, ::τί θες εσύ;— Και στην Ακρόπολη, στο βράχο ::δειλά δειλά με βλέπει τ’ άνθος το μονάχο ::και μου μιλά —Εγώ είμαι τ’ άνθος το παρθένο ::και το κρυφό· από τον κόσμο μακρυσμένο ::το φως ρουφώ. Κι ανθώ και χαίρομαι τα κάλλη ::που έχ’ η ζωή μακριά απ’ τα πλήθη κι απ’ τη ζάλη ::κι απ’ τη βοή. Κι από του κάμπου τ’ άνθη τ’ άλλα ::στέκω μακριά, δειλό, λιγόζωο, μια στάλα, ::μες στη σκιά. Μες στη σκιά που ρίχνει εμπρός μου ::μια πέτρα απλή ξεχνώ την ψεύτικη του κόσμου ::φεγγοβολή. Κι αγνώριστο, κι αχνό, μια στάλα,— ::ζω ταιριαστά με τα λαμπρά, με τα μεγάλα, ::με τ’ ακουστά. Γιατί στον κόσμο είναι ζευγάρι ::χαρά του νου και η δόξα του τρανού κι η χάρη ::του ταπεινού. Γιατί στον κόσμο —άκου και τ’ άλλο— ::και στον καιρό δεν είναι τίποτε μεγάλο, ::ούτε μικρό. Γιατί σαν τ’ άστρο φως αφήνει ::και το ξανθό τ’ άνθος, γιατί και τ’ άστρο σβήνει ::σαν τον ανθό. Κι ο Παρθενώνας φεγγοβόλος ::που εδώ θωρώ ερείπιον είναι, ερείπιον όλος ::λυπητερό. Ενώ σ’ εμένα φτωχά νιάτα, ::διαβατικά, όλα είν’ απείραχτα, δροσάτα, ::κι αρμονικά. Εγώ είμαι τ’ άνθος που κρυμμένο, ::τρεμουλιαστό, με δροσοδάκρυα ραντισμένο ::και γελαστό, μέσα στα κάλλη, στη γαλήνη ::τη ζωντανή που η Τέχνη απλώνει και που αφήνει ::παντοτινή, σκορπίζω μιαν ανατριχίλα, ::μια νέα ζωή, σα μου χαϊδεύει τ’ αχνά φύλλα ::αύρας πνοή. Και τα λιθάρια τ’ ακουσμένα ::και τα παλιά νομίζεις παίρνουν κι από μένα ::φεγγοβολιά. Και κοίτα! καθεμιά Καρυάτις ::που καρτερεί και στέκει με την ομορφιά της ::τη λαμπερή και τίποτε δεν έχει πλάνο ::κι ανθρωπινό, μου φανερώνει, πριν πεθάνω, ::τον ουρανό. Και κοίτα! καθεμιά Καρυάτις ::γλυκά γλυκά θαρρώ με βλέπει στα όνειρά της ::τα μυστικά. Εδώ στη δόξα των αιώνων, ::στο φως του νου, που στέκει η Ομορφιά σε θρόνον, ::άστρο ουρανού, εδώ στην έρμη αθανασία, ::είμαι η καρδιά, η νιότ’ η αγάπη κι η θυσία, ::και η μυρουδιά κάποιας παράδεισος· μαζί σου ::με δένει τί; τί άλλο ακόμα;— Είμαι η ψυχή σου, ::Ποιητή! </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] iyo9nrbchb3vl93ng4jpl8z5e6bgche Ο θάνατος της Πεντάμορφης 0 52800 167144 2026-08-06T12:15:13Z Grecoeditor 19180 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Ο θάνατος της Πεντάμορφης | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Ο θάνατος της κόρης]] | προηγούμενο= [[Έν άνθος]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Ο Χάρος φίδι εγίνηκε... 167144 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Ο θάνατος της Πεντάμορφης | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Ο θάνατος της κόρης]] | προηγούμενο= [[Έν άνθος]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Ο Χάρος φίδι εγίνηκεν, οχιά φαρμακωμένη, δαγκώνει την Πεντάμορφην, οϊμέ! κι αυτή πεθαίνει, πεθαίνει· γύρω της κανείς δε βρίσκεται δικός της, ούτε το βασιλόπουλον ο αγαπητικός της, να πάει σε Νότο και Βοριά, σ’ Ανατολή και Δύση νά βρει τ’ αθάνατο νερό για να την αναστήσει. Πεθαίνει; όχι! τ’ ασύγκριτο, τ’ αθάνατο κορμί της που πια σαν πρώτα της ψυχής δεν το τραβά ο μαγνήτης, σκορπάει, μονάχα, ελεύθερο, και κάθε του ομορφάδα, γυρίζει στην παλιά πληγή, στην πρώτη λαμπυράδα, καθώς τα ταξιδιάρικα πουλιά που ανταμωμένα μισεύουν απ’ της Άνοιξης τα χέρια οδηγημένα, και σαν τελειώσουν το μακρύ ταξίδι τους σκορπάνε, χωρίζονται, στις γνώριμες παλιές φωλίτσες πάνε. Τα στήθη που κατέβαιναν κι ανέβαιναν γυρίζουν στα κύματα που αφρόχυτα ξεσπάνε και ποδίζουν, και τα μαλλιά της χάνονται στον ουρανό κι εκείνα και κάθε μια χρυσότριχα χρυσή γίνεται ακτίνα, και με την ασυννέφιαστην ουρανική γαλήνη σμίγει το φως του απάρθενου μετώπου της, και πίνει κάθε δροσούλα της η Αυγή, δροσόβολη παρθένα, πὄχει το πρόσωπο χλωμό, τα χέρια ροδισμένα, κι ο θείος ήλιος το χρώμα της, που κάθε νου σαλεύει, πορφύρ’ αχειροποίητη φορεί, και βασιλεύει! Οι πεταλούδες ταιριαστά μοιράζονται πλουμίδια των φτενοκάμωτων φτερών τα κοντυλένια φρύδια, και τα κεράσια του Μαγιού παίρνουν τα δυο της χείλια και τα ροδόλευκα κρατούν της θάλασσας κοχύλια τ’ αυτάκια της, που μέσα τους φυλάγουν κρυφή γλώσσα τα λόγια του αγαπητικού, τραγούδια αγάπης τόσα! Στα ολόλευκα κι ολόχυτα κρίνα γυρνούν τα χέρια, τα πόδια τα πελεκητά πετούνε περιστέρια, στα γιασεμιά ο ανασασμός, και στα μαργαριτάρια τα δόντια της· και των ματιών τα ολόφωτα ζευγάρια, που μέσα έκρυβ’ ο έρωτας όλα τα μυστικά του επάνω στ’ άστρα φεύγουνε και στα διαμάντια κάτου· και κάθε τι που απ’ το κορμί το αθάνατο έχει μείνει καίγεται μέσα στ’ άσβηστο του Σύμπαντος καμίνι, κι αλλάζει, βγαίνει μάρμαρο και ρόδο και κοράλλι, σε κάμπους πάει και σε βουνά και σ’ ακρογιάλια πάλι, πάει στα γραμμένα σχήματα, τα χρώματα τα μύρια, σε νέφη, σε πετούμενα, σε φύτρα, σε ζαφείρια. Στον πύργο, νεραϊδόχτιστο, που εζούσε χωρισμένη, απ’ το κορμί το ισόθεο τίποτε πια δε μένει παρά έν’ αχνόφεγγο παντού, μιαν ευωδιά, μια θλίψη. Κι ο ήλιος έτσι όταν χαθεί κι απ’ τις ματιές μας λείψει, ώρα πολλή μες στην ψυχή κι ώρα πολλή στη φύση τη φωτεινή του ενθύμηση γλυκά γλυκά θ’ αφήσει. </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] ditwl1upymrabgmh9csvf2dwbzzyqm6 Ο θάνατος της κόρης 0 52801 167145 2026-08-06T12:22:44Z Grecoeditor 19180 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Ο θάνατος της κόρης | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Το πρώτο παραμύθι]] | προηγούμενο= [[Ο θάνατος της Πεντάμορφης]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = Πρωτοδημοσιεύθηκε στην Εστί... 167145 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Ο θάνατος της κόρης | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Το πρώτο παραμύθι]] | προηγούμενο= [[Ο θάνατος της Πεντάμορφης]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = Πρωτοδημοσιεύθηκε στην Εστία το 1891.}} {{block center/s}} <poem> Γνωρίζω κάποια μυστικά που δεν τα ξέρουν άλλοι! ::::Αφού ξεχώρισες απ’ την αγκάλη, απ’ την αγκάλη του Παντός —πριν της ζωής το κύμα σε ρίξει στ’ ακρογιάλια μας με κόρης αγνό σχήμα,— αφού ξεχώρισες, Ψυχή λευκή σα Γαλαξίας, ::::απ’ τη γαλήνη της ανυπαρξίας, ένιωσες πρώτα τη ζωή μέσα στης γης τα βάθη, ακίνητη, άνεργη, θολή, και δίχως νου και πάθη. Πετράδι πρωτοβρέθηκες βαθιά σ’ ανήλια μέρη, και μιαν ημέρα σκόρπισες λευκή φεγγοβολιά· ::::μα πριν στολίσεις κανενός το χέρι, ::::και στέμμα πριν πλουτίσεις βασιλιά, ::::η Μοίρα ήρθε τη λάμψη σου να κόψει, ::::και χάθηκες, κι άλλαξες όψη. ::::Κι ακόμ’ ανέβης ένα σκαλοπάτι, ::::τη σκάλα την τεράστια, τη Ζωή, κι έγινες κρίνο ολόλευκον· αλλά προτού ένα μάτι να σ’ αντικρίσει, και προτού να σε χαϊδέψει μια πνοή, η Μοίρα σε ξερίζωσε, μαράθηκες, και πάλι ::::μορφήν επήρες άλλη. Άλλη ακριβότερη μορφή με πιο σοφά στολίδια, και, κύκνος, γλυκοτάραξες της λίμνης τα νερά· ::::αλλ’ όμως πριν ανοίξεις τα φτερά ::::γοργά για μακρινά ταξίδια, ::::η Μοίρα κάρφωσε το πέταμά σου, και πέθανες, κι ανοίχτηκαν άλλοι ουρανοί μπροστά σου. Άλλοι ουρανοί κατάβαθοι και ασύγκριτοι, κι εφάνης στα νυχτωμένα μάτια μας ολόφωτη παρθένα· ::::αλλ’ όμως πριν να κάνεις την ευτυχία μιας καρδιάς που είχε πλαστεί για σένα, ::::της Μοίρας ήταν η βουλή, και σ’ έβαλαν να κοιμηθείς πάλι βαθιά στο χώμα… ::::Ψυχή, ποιό σχήμα σε προσμένει ακόμα; Ποιός κόσμος εντελέστερος, παρθένα, σε καλεί; ::—Αλλά γνωρίζω κάποια μυστικά ::::που δεν τα ξέρουν άλλοι…— ::::Δεν αρμενίζεις πλέον γλυκά γλυκά, ::::δε σε τραβάει κανένα περιγιάλι, δεν έχεις πια καρδιά, ευωδιά και ακτίνες και φτερά, και δε σε ξεχωρίζει πια θωριά, ομορφιά καμία, ::::δε σε μεθάει του κόσμου πια η χαρά, ::::του κόσμου δε σε δέρν’ η τρικυμία. Τίποτε πλέον τ’ όνειρο του κόσμου, —όνειρο πλάνο— πια τίποτε στα μάτια σου δε θα το ξαναφέρει, και πια ν’ απλώσει δε μπορεί, Ψυχή, σ’ εσένα επάνω ::::η Μοίρα σιδερένιο χέρι. ::::Η θεία του Παντός δικαιοσύνη, η ολάγρυπνη, την άφραστην ανάπαυση σου δίνει, ::::γιατί από τη στιγμή τη μακρινή που ήρθες, ξεχώρισες, Ψυχή λευκή σα Γαλαξίας, ::::απ’ τη γαλήνη της ανυπαρξίας, άδολη, πάναγνη έζησες, έλαμψες, μοσχομύρισες. ::::Γι’ αυτό μες στη γαλήνη την παντοτινή, ::::μες στην ασάλευτη γαλήνη εγύρισες! </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] 32sptay5zhxmcsqbs2oq5wus37jyxas Το πρώτο παραμύθι 0 52802 167146 2026-08-06T12:25:41Z Grecoeditor 19180 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Το πρώτο παραμύθι | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Το τραγούδι των βουνών]] | προηγούμενο= [[Ο θάνατος της κόρης]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Στου πάππου ελη... 167146 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Το πρώτο παραμύθι | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Το τραγούδι των βουνών]] | προηγούμενο= [[Ο θάνατος της κόρης]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Στου πάππου ελησμονήθη τα γόνατα γλυκά, το πρώτο παραμύθι το αθώο παιδί γρικά. Της όψης του τα κρίνα γιά ιδές! πρώτη φορά φωτίζει σαν ακτίνα η αμίλητη χαρά που νιώθουμε μεγάλοι, μικροί, παντοτινά απ’ όσα μ’ άστρων κάλλη η Φαντασία γεννά. Κι ακούει για τη βουνίσια νεράιδα που γλυκιά, καλόβολη περίσσια και τρισπονετικιά για να ελεήσει γέρνει σ’ όποια διαβεί μεριά και τη γαλήνη φέρνει και την καλομοιριά. Στου πάππου ελησμονήθη τα γόνατα γλυκά· το πρώτο παραμύθι το αθώο παιδί γρικά. Κι εμπρός του πρωτοχύνει το γέλιο της αυγής η θεία η Καλοσύνη, βασίλισσα της Γης. Κι ακούει και για τη μαύρη τη Λάμια της ερμιάς, που τον πλανά όποιον θά βρει για να τον φάει μεμιάς. Στου πάππου ελησμονήθη τα γόνατα γλυκά· το πρώτο παραμύθι το αθώο παιδί γρικά. Κι αντίκρυ του η Κακία πρώτη φορά σκορπά, της γης κι αυτή κυρία, σκοτάδια αγριωπά. Με μάτι καρφωμένο ακούει προσεχτικά για τον Αντρειωμένο που γίγαντες νικά, που τα θηρία συντρίβει και τα στοιχεία κρατεί, κι αδικημένη σκύβει μπροστά του κι η Αρετή. Στου πάππου ελησμονήθη τα γόνατα γλυκά· το πρώτο παραμύθι το αθώο παιδί γρικά. Κι εμπρός του κυβερνήτρα λαών πρωτοπερνά η Δύναμη, νικήτρα στη γη παντοτινά. Και για τη θυγατέρα γρικάει του βασιλιά, που έχει θανάτου αέρα, θεάς φεγγοβολιά. Κι όταν στο δρόμο βγαίνει με πρόσωπο γυμνό, όποιος τη δει πεθαίνει, σαν από κεραυνό. Στου πάππου ελησμονήθη τα γόνατα γλυκά· το πρώτο παραμύθι το αθώο παιδί γρικά. Κι εμπρός του πρωταστράφτει στης γης τη συγνεφιά αυτή που μας ανάφτει τους πόθους, η Ομορφιά! Αυτή που μας ανάφτει τους πόθους, και στερνά στα βάσανα μας θάφτει κι αλύγιστη περνά. Κι ακούει για το παλάτι…. Σε κάθε του μεριά, στα βάθη του, στα πλάτη λαμποκοπούν βαριά του κόσμου τα διαμάντια, του κόσμου οι θησαυροί. Χαρά σ’ αυτόν που αγνάντια στο δρόμο του τα βρει! Στου πάππου ελησμονήθη τα γόνατα γλυκά· το πρώτο παραμύθι το αθώο παιδί γρικά. Κι ολογεμάτον έννοια τον Πλούτο που μεθά πνιχτό στα χρυσαφένια πρωτοθωρεί αγαθά. …Στου πάππου του ασπρογένη τα γόνατα σκυφτό το αθώο παιδί δεν μένει· μεγάλωσε και αυτό. Ξεχνάει τα παραμύθια, χαρές για τα παιδιά, στ’ αντρίκεια του τα στήθια βροντοχτυπά η καρδιά. Στου κόσμου επαραδόθη το ρέμα, τη βοή, τον ψήσανε και οι πόθοι, του είναι σκληρή κι η ζωή. Της Αρετής τη χάρη την είδε· η Πονηριά με το κρυφό δοξάρι τον λάβωσε βαριά. Κι ερωτικές παγίδες τον έδεσαν σφιχτά με νιες καμαροφρύδες, με κάλλη πεταχτά. Το ταπεινό του γένος το σήκωσεν αυτός, στη δύναμη ακουσμένος, στα πλούτη ζηλευτός. Αλλά τα χρόνια τρέχουν, δε στέκ’ η λεβεντιά· και τώρα πώς τον έχουν γιά ιδές, τα γηρατειά! Και σειώντας το δρεπάνι μ’ απάντεχην ορμή ο Χάρος, νά τος! φτάνει στο γέρικο κορμί. Στην κλίνη του θανάτου, στην ώρα την πικρή ξάφνου περνά μπροστά του και στέκεται αντικρύ ολόκληρ’ η ζωή του, εικόνα μαγική, από τη γέννησή του ίσαμε τότ’ εκεί. Αγάπες, έχθρες, πάθη, έργα, χαρές, καημοί, του νου του όλα τα βάθη, της νιότης όλ’ η ορμή, του απλώνονται όλ’ αράδα, κι είν’ άφταστα, ακριβά, καθώς η πρασινάδα που τις ματιές τραβά, σαν την ξανοίγουν πέρα, βαθιά μακριά στη γη από πελάγου ξέρα οι έρμοι ναυαγοί. Κι απάνου απ’ την εικόνα, πιο μαγική απ’ αυτή, ολόφωτη κορόνα και πούλια ονειρευτή, ξανοίγει μες στα βύθη του ψυχομαχητού το πρώτο παραμύθι φως να σκορπάει παντού. Τότε μονάχα νιώθει, με τη στερνή πνοή, πώς όλοι μας οι πόθοι, ολόκληρ’ η ζωή, δεν έχει νόημ’, αλήθεια δεν κλει σαν τα γλυκά τα πρώτα παραμύθια που ακούμ’ εκστατικά. </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] sz2ygk6vwy9ubrfh4gagdtc3tsdcr8b Το τραγούδι των βουνών 0 52803 167147 2026-08-06T12:28:22Z Grecoeditor 19180 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Το τραγούδι των βουνών | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Το σύννεφο]] | προηγούμενο= [[Το πρώτο παραμύθι]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Βουνά ψηλά, βουνά ισκιερ... 167147 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Το τραγούδι των βουνών | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Το σύννεφο]] | προηγούμενο= [[Το πρώτο παραμύθι]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Βουνά ψηλά, βουνά ισκιερά, βουνά γυμνά, βουνά πρασινισμένα, μικρός αν είμαι, αισθήματα τρανά γεννάτε μέσα μου και ταιριασμένα! Μιας εποχής πανάρχαιας, μιας χρυσής, σβηστής, με τρώγ’ η ενθύμηση κι η ελπίδα· μου φαίνεται, βουνά, πως είστε εσείς η πρώτη και η μεγάλη μου πατρίδα. Θαρρώ, σε τέτοια σκοτεινή εποχή, κρυμμένη σε καιρών αγνώστων βάθη, κατέβ’ η ονειρεμένη μου ψυχή και φώλιασε στα ύψη σας κι εστάθη. Κι εστάθη κι έζησε με τους αϊτούς, με της γης τους πρωτόλουβους ανθρώπους, με τους αγρίους και με τους δυνατούς, σ’ απάτητα λαγκάδια, σ’ άλλους τόπους. Γι’ αυτό καημοί δέρνουν εμέ κρυφοί, και στα πλευρά σας και στα μονοπάτια, σε καθεμιά σας ρίζα και κορφή καθώς υψώνω προς εσάς τα μάτια. Κι αν είναι αλήθεια αυτό, και δεν πλανά κανένα μάγον όνειρον εμένα,— βουνά ψηλά, βουνά ισκιερά, βουνά πρασινωπά, γαλάζια, μαυρισμένα, βουνά, παιδιά γιγάντικα της Γης, βουνά ανυπόταχτα, βουνά αιώνια, που έχετε τη λαμπράδα της αυγής για χαμογέλιο, για στολή τα χιόνια, που χύνετε θυμό σας φλογερό την αστραπή, το μαύρο νέφος θλίψη, και μίλημά σας το γοργό νερό που με βοή κατρακυλά απ’ τα ύψη, που έχετε χίλιες γνώμες και καρδιές, κι αγάπη και χαρά και περηφάνια, σαν τους ίσκιους σας και τις ευωδιές, σαν τα πουλιά, τ’ αγρίμια, τα βοτάνια, που έχετε τη δική μας τη ζωή και τα δικά μας έχετε πρωτάτα, και μοναχά σας λείπουν, κι είστε θεοί, τα γεράματα· πάντα είστε με νιάτα! Βουνά των ξένων τόπων σκοτεινά που γλυκοχαιρετίζεστε με τ’ άστρα, κρυφτά στην καταχνιά παντοτινά, άσωστα, απάτητα, άπαρτα σαν κάστρα, βουνά της γης αυτής ελληνικά, διάφανα, καθαρά, πελεκημένα από τεχνίτη χέρια γνωστικά σα μετρημένα αγάλματα ένα ένα, που κρύβετε τα μάρμαρα λευκά και μοσχομυρισμένα τα λουλούδια, και πιο γερά απ’ τις πέτρες, πιο γλυκά κι απ’ τους ανθούς τα κλέφτικα τραγούδια, κι από τα χαύνα πλήθη εσείς μακριά, σε χρόνια σκλαβωμένα, θαμπά κρυά, θρέψατε εσείς του Γένους τη Θεά, την αιθεροπλασμένη Ελευθερία! Βουνά ψηλά, βουνά ισκιερά, βουνά με δύναμες γιομάτα και με κάλλη ω! δώστε μου απ’ τη χάρη σας ξανά, και κάμετέ με όμοιον μ’ εσάς και πάλι! Καθώς η πρώτη ακτίνα του ουρανού φωτίζει εσάς πριν φωτιστούν οι κάμποι, θέλω κι εγώ μες στο δικό μου νου το φως το αληθινό να πρωτολάμπει. Από τα ύψη θέλω μαγικό τον κόσμο και οι ματιές μου ν’ αντικρίζουν, του κόσμου τη βοή να μη γρικώ, και τ’ ανάξια πάθη να μη μ’ εγγίζουν. Και θέλω οι στοχασμοί μου καθαροί να μένουν, σαν τα χιόνια στην κορφή σας, και να θυμάται πάντα η θλιβερή ψυχή μου πως επλάστηκε αδερφή σας. Γιατί κλειστή η ψυχή μου σε κορμί μισό, σκυφτό, σ’ έν’ άρρωστο κουφάρι, κι έχασε την ακράτητην ορμή, την ορμή που είχε απ’ το βοριά σας πάρει. Και σαν αϊτός που του έκοψαν κακοί και οι άνθρωποι τα δυο πλατιά φτερά του και σέρνεται και πέφτει εδώ κι εκει και δείχνεται περίγελο άνω κάτου, έτσι πολλές φορές κι η ανθρωπινή ψυχή, κι αν ζει κι αν χάνεται εδώ πέρα και άπραγη και δειλή και ταπεινή, είναι γιατί τον έχασε τον αέρα τον πρώτο, γιατί ξέχασε κι αυτή από ποιό μέρος έφτασε, ποιό χέρι την οδήγησε πρώτο, είναι γιατί πού θα ξαναγυρίσει δεν το ξέρει. Ω! καν εσείς, βουνά ψηλά, βουνά που μια φορά τον ήλιο επρωτοείδα κάμετ’ εσείς, να μη σας λησμονά ποτέ η ψυχή μου, ω πρώτη μου πατρίδα! Και κάμετε η θωριά σας να γεννά αισθήματα μεγάλα, ταιριασμένα, σ’ εμένα το μικρό, ψηλά βουνά, με γιούλια και με ρόδα πλουμισμένα. Και κάμετε να ελπίζω πως θα ’ρθώ, μόλις ξεφύγω από τη φυλακή μου στα ύψη σας, να ξανανταμωθώ μ’ εσάς, πατρίδα αληθινή δική μου! </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] imh09plgbpyc3a6p77fhs7lg1ci3tie Το σύννεφο 0 52804 167148 2026-08-06T16:45:15Z Grecoeditor 19180 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Το σύννεφο | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Ένας θεός]] | προηγούμενο= [[Το τραγούδι των βουνών]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Γλήγορ’ αργά θα με δεχτεί μια μέ... 167148 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Το σύννεφο | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Ένας θεός]] | προηγούμενο= [[Το τραγούδι των βουνών]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Γλήγορ’ αργά θα με δεχτεί μια μέρα η αγκαλιά του τάφου η μαγική, κι αγνώριστος αν έζησα εδώ πέρα, λησμονημένος θα είμαι κάτου εκεί. Εσύ που θα με κλάψεις σαν πεθάνω, σαν άδολη καρδιά, σα χριστιανό, θα κλάψεις ένα ψεύτη κι ένα πλάνο, μα εμέναν όχι, τον αληθινό! Κι αν έγειρα σε στήθη αφροπλασμένα το στήθος, το κεφάλι μου γλυκά, δεν έδειξα ποτέ μου σε κανένα τα βάθη και των δύο τα μυστικά. Κανείς τί κρύβω μέσα στην καρδιά μου δεν είδε, αδέρφια, φίλοι, συγγενάδια, μήτε η γυναίκα, μήτε τα παιδιά μου, κανείς· κι αν έχω και καρδιά,— σκοτάδια. Κι ό,τι από μένα μείνει —μάθε το— ό,τι σημάδι, λείψανο άγραφο, γραφτό, δε θα φωτίσει τα δικά μου σκότη, γιατί δε θα είμ’ εγώ μέσα σ’ αυτό. Γιατί χαρές, αφροντισιές, ελπίδες, βάσανα, τρέλες, έρωτες, ντροπές, αυτά είναι της ψυχής μου προσωπίδες δεν είναι της ψυχής μου οι αστραπές. Τη γέννησή μου δε φεγγοβολούσε κανέν’ άστρο ψηλά στον ουρανό· στα βάθη του μονάχα αργοκυλούσε σαν άπλαστο ένα γνέφος σκοτεινό. Αργοκυλούσε κι έφυγε κι εχάθη πέρα στην άκρη, από τον ουρανό… τί να ’κρυβε στα μαύρα του τα βάθη; βροχή, χαλάζι, χιόνι, κεραυνό; Πού ξέσπασε; ποιές χώρες και ποιά δάση και ποιά βουνά να το ’χουνε δεχτεί; ή σκόρπισε και σβήστηκε πρι φτάσει ν’ αστράψει, να βροντήσει, να χυθεί; </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] d6mmt9437e4k5tqyw4izwtlb68brvtj Ένας θεός 0 52805 167149 2026-08-06T16:49:19Z Grecoeditor 19180 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Ένας θεός | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Απόκρυφον Ευαγγέλιον]] | προηγούμενο= [[Το σύννεφο]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός! κ... 167149 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Ένας θεός | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Απόκρυφον Ευαγγέλιον]] | προηγούμενο= [[Το σύννεφο]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός! και το κορμί μου γίνεται ναός, δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή· μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί, το μέτωπό μου λάμπει σαν αστέρι… Στο θεό φανείτε τώρα, ήρθεν ή ώρα, από τ’ άγνωστα μυστικά σας μέρη, Μάγοι, φέρτε στο θεό τα πλούσια δώρα. Φέρτε μου, Μάγοι, —θεία βουλή το γράφει— τη σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι! Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει! Και σεις, Θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια, στην καρδιά μου —στην κούνια του— σκυμμένα, με της αθανασίας τα τραγούδια υμνολογείτε εσείς τη θεία τη γέννα. Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί, και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή, βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός· ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός! </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] 2aovhnsuqvjrr22cq9tihrgt5n8lhhk Απόκρυφον Ευαγγέλιον 0 52806 167150 2026-08-07T07:06:06Z Grecoeditor 19180 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Απόκρυφον Ευαγγέλιον | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Αρχαία ζωγραφιά]] | προηγούμενο= [[Ένας θεός]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Ήταν απάνου στο Όρος των Ελα... 167150 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Απόκρυφον Ευαγγέλιον | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Αρχαία ζωγραφιά]] | προηγούμενο= [[Ένας θεός]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Ήταν απάνου στο Όρος των Ελαιών δύο μεγάλα κέδρα· πολύν καιρόν η ενθύμησή τους απόμεινε στους σκορπισμένους Εβραίους. Τους κλάδους τους είχαν καταφυγή σύννεφ’ από περιστέρια. ::::::::::: -Ρενάν (Βίος Ιησού) Στα χρόνια εκείνα δούλευεν η γη σκιαχτά τη Ρώμη, Θεό δεν ένιωθε η καρδιά κι ο νους δεν είχε γνώμη, κι ανάμεσα σε δυο καιρούς, μ’ έναν καημό μεγάλο, στον ένα τον αγέννητο και στο νεκρό τον άλλο, ο άνθρωπος παράδερνε. Στον κόσμο ήταν χυμένη μια σιωπή βαθύτατη, σαν όταν περιμένει κανείς ν’ ακούσει ένα τρανό μυστήριο, και του λείπει φωνή, πνοή, και μονάχα μιλεί το καρδιοχτύπι· και μόνο μούγκριζαν στ’ αφτιά του κόσμου που εβουβάθη τα κρίματα του Καίσαρος απ’ της Καπρέας τα βάθη. Σαν αποπαίδι τ’ ουρανού είχεν η γη απομείνει… Στα χρόνια εκείνα απλώνοταν θλιμμένη η Παλαιστίνη, θρηνολογώντας του Ισραήλ τη δόξα την αρχαία· όμως η φύση ολόγυρα γελούσε· η Γαλιλαία άνθιζε μοσχοβολιστή και καταπράσινη όλη, κι ο κάμπος της Γενησαρέτ, δροσάτο περιβόλι, και μέσα στ’ άνθη της ροδιάς και στης μηλιάς τα κλώνια, μαζί με τους κορυδαλλούς, μαζί με τα τρυγόνια, γλυκά, σαν όλα, και ήμερα πετούσαν —έτσι εδόθη— από τα βάθη της ψυχής τα ονείρατα και οι πόθοι. Στον Ιορδάνη εβλέποταν η Βηθανία, και πέρα τα μύρα της Ιεριχώς μεθούσαν τον αέρα. Τις λίμνες βαθυγάλανες, τις πλούσιες πεδιάδες, τ’ άγια βουνά χρυσόλουζαν του ήλιου οι λαμπυράδες, κι όταν τα μάτια πύρινο το Κάρμηλο κοιτούσαν, «Εκείθε ο ήλιος διάβηκεν ή ο Ηλίας;» ρωτούσαν. Και τότε στην Ιερουσαλήμ, στων προφητών τη χώρα, γυμνή κι απ’ τον Ασσύριο κι από τα νικηφόρα όπλα της Ρώμης έρημη κι από των Μακεδόνων τα τρόπαια κι απ’ τη γάγγραινα φθαρμένη των αιώνων,— μακριά κι από τα στόματα των Φαρισαίων, χώρια κι από του πλήθους τη βοή, σε μια μεριά πανώρια ύψωνε τ’ Όρος των Ελαιών τα φωτισμένα πλάγια, σπαρμένα ελιές και φοινικιές, γεμάτ’ ανθούς και βάγια, κατάκορφα στεφανωτό με Κέδρο ριζωμένο κατάβαθα, θεόρατο και μυριοφυλλιασμένο. Το κέδρο ολόρθο χώριζεν από τα δέντρα τ’ άλλα και φάνταζε μπροστά σ’ αυτά σα μιαν ουράνια σκάλα που φαίνεται το τέλος της και χάνεται η κορφή της· κι ακόμα φάνταζε μπροστά σ’ εκείνα σαν προφήτης έτοιμος του Θεού να ειπεί τη γνώμη ή την κατάρα στο πλήθος που τον καρτερεί τριγύρω με λαχτάρα. Με τα ολόισα του κλαδιά, τα ολόπυκνά του φύλλα γύρω του μεγαλείου του σκορπούσε τη μαυρίλα κι ήταν σαν κόσμος άσειστος κι άγνωστος που δεν ξέρει κανείς τί κρύβει μέσα του. Γλυκόπνεε τ’ αέρι και γύρω και παράμερα τ’ άλλα δεντρά κινούσαν και λύγιζαν τους κλάδους τους σα να το προσκυνούσαν το κέδρο. ::::Απάνου στα κλαδιά, μέσα στην αγκαλιά του, στον ίσκιο του και στη δροσιά και στη μοσχοβολιά του —τα χρόνια εκείνα— φώλιαζαν χιλιάδες περιστέρια. Κι απάνω εκεί, μέρες, αυγές, νυχτιές και μεσημέρια γοργοπερνώντας, τα ’βλεπαν γλυκοζευγαρωμένα, και χύνονταν μουρμουρητά, παράπονα πνιγμένα, κι από τη ρίζα ώς την κορφή, κορμός, κλωνάρια, φύλλα αναταράζονταν από κρυφήν ανατριχίλα. Και με την πρώτη χαραυγή, με τα υστερνά τ’ αστέρια καθώς ξυπνούσαν τ’ άδολα του κέδρου περιστέρια και χαιρετούσαν τη ζωή και τ’ άστρο της ημέρας, πάλι το κέδρο φάνταζε σα δίκαιος και πατέρας και βγαίναν απ’ τα βάθη του, πετούσαν άνω κάτου γύρω του εκείνα, τέκνα του μαζί και ονείρατά του. Μια μέρα μόνος πρόβαλε στ’ Όρος εκεί κι εστάθη, έξω απ’ του κόσμου τις χαρές κι απ’ των κακών τα πάθη από μιαν άγνωστη ομορφιά, ξένη της γης, ωραίος, κι εκεί στου κέδρου ακούμπησε τη ρίζα ο Ναζωραίος. Και με το πρώτο πάτημα και με το ανάβλεμμά του, το χόρτο στα ποδάρια του, τα δέντρα ολόγυρά του, το κέδρο, των ροδόλευκων περιστεριών τα πλήθη, και η φύση και η φτερουγιστή και η ριζωμένη, ελύθη, σείστηκε και λυγίστηκε· και οι φοινικιές που οι λάβρες τις τρέφουν, κι οι τριανταφυλλιές που μόσχους κλέβουν οι αύρες, κι οι μεστωμένες οι συκιές, κι οι ελιές οι καρποφόρες, του Όρους πλούτη, συντροφιές του κέδρου, του ήλιου κόρες, και δέντρα και χαμόδεντρα και βότανα και βάτα, σκόρπισαν απ’ τα φύλλα τους κι απ’ τ’ άνθη τα δροσάτα, κι από τις ρίζες τους βαθιά, μιαν άφραστη θυσία, ένα τρανό υμνολόγημα στα πόδια του Μεσσία. ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ «Ξένε, ποιός είσαι, που χωρίς καμώματα και μάγια μαγεύεις; Κοίτα! όπου πατάς άχραντα βγαίνουν βάγια! Δεν κρύβεσαι, ας πορεύεσαι φτωχά, ταπεινωμένα· τίνος αγγέλου είσαι καρπός, τίνος Θεού είσαι γέννα; Σε βλέπει, και τη δόξα σου, Μεσσία, ποιός δεν κηρύττει; Γιατί σκορπάς τη μυστικήν αυγή του αποσπερίτη; Γιατί καθείς που Σ’ απαντάει ξεχνάει τη γη, και θέλει να σέρνεται απ’ τα χείλη Σου που στάζουν θείο το μέλι; Δε φοβερίζει ο λόγος Σου, μηδέ η ματιά Σου καίει· πώς τρέμουν έτσι αγνάντια Σου κι οι άγριοι Σαδδουκαίοι; Πώς αδασκάλευτος Εσύ, κι έχεις για πάντα γνώση, της γης μυστήρια, τ’ ουρανού μυστήρια τα ’χεις νιώσει κι αθάνατο τα λόγια Σου και τα καμώματά Σου Σε μολογούν, κι εμάς αφρούς διαβατικούς μπροστά Σου; Αλήθεια μ’ ένα λόγο Σου πώς το κακό γιατρεύεις κι ακόμα κι απ’ το θάνατο πας και νεκρούς γυρεύεις; Οι λίμνες της Γενησαρέτ και της Τιβεριάδας, τα ρόδα του Γεθσημανί, τα κρίνα της κοιλάδας Σε ξέρουν· είσαι των παιδιών χαμόγελο, και ακτίνα των γυναικών· τα χέρια Σου, δυο θαύματα κι εκείνα, όταν τ’ ανοίγεις απλωτά, θαρρεί κανείς την πλάση ολόκληρην η αγκάλη Σου πως θέλει ν’ αγκαλιάσει. Στο βασιλέα ο Κύριος με τέτοιο δεν εφάνη στην κορυφή του Γαβαών αχτινωτό στεφάνι σαν το δικό Σου· του Θαβώρ τ’ αρμονικά τα ύψη δεν έχουν του μετώπου Σου το μεγαλείο· ποιά θλίψη δάκρυ του φεγγοβόλου Σου ματιού φέρνει την άκρη; Απ’ του Σαβά τους θησαυρούς πιο τίμιο τέτοιο δάκρυ! Κι εμπρός Σου χαμηλώνεται, και φτωχική απομένει του Σολομώντα κι η εκκλησιά η φεγγοβολισμένη!» Κι η φύση κι η φτερουγιαστή κι η ριζωμένη, ελύθη, σείστηκε και λυγίστηκε. ::::::::::::Και των πουλιών τα πλήθη, τα περιστέρια, ολόλευκα και μυστικά και θεία, τραγούδησαν προφητικά τη δόξα του Μεσσία! ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ «Τα περιστέρια είμαστ’ εμείς τ’ αγνά και τα παρθένα· ::::σαν τα λευκά φτερά μας, ::::αθώα κι η ζωή μας τρέχει· ::::μας βλέπει κάθε τόπος ταιριασμένα, της οικουμένης ο λευκός, ο κίτρινος, ο αράπης ::::και κάθε ανθρώπινη ζωή μάς έχει ::::σημάδι πίστης, δώρο αγάπης· και κάθε θεός, Ιεχωβάς, Έρωτας, Δίας και Βράμας, ::::σ’ Ανατολή κάθε θεός και Δύση ::::αγγέλους του μας έχει διορίσει ::::να φέρνουμ’ εδώ κάτου ::::τ’ αθάνατα μηνύματά του, χαράς και ειρήνης πάντοτε μηνύματα και ελέους. ::::Σε χρόνους παναρχαίους στο δέντρο εμείς φωλιάσαμε του Δωδωναίου Διός, ::::κι έστελν’ εμάς χρησμούς του ένας θεός· ::::τ’ αμάξι σύραμε της Αφροδίτης ::::και το φτερό το πλάνο πολλές φορές διπλώσαμε στον Παρθενώνα επάνω· ::::κι εκεί που λάμπει ο αποσπερίτης με το δικό μας τ’ όνομα γιγάντια δέκα αστέρια κατρακυλούν, φεγγόβολα του χάους περιστέρια! Αλλά ποτέ δεν έφεξε στα πάναγνα φτερά μας τόσο μεγάλ’ η χάρη μας, τόσο βαθιά η χαρά μας, σαν τώρα που Σε βλέπουμε… Κι είναι γραφτό μια μέρα Θεός να θρονιαστείς και Συ στον έβδομον αιθέρα, κι εμείς μες στην εφτάθρονη μεγάλη Σου Εκκλησία, λευκόφτεροι άγγελοι, ιερά σημάδια Σου, Μεσσία, και να γενεί ο παράδεισος, που τάζεις εις αιώνας, με των δικαίων τα πνεύματα, φωτός περιστεριώνας! ::::Εκεί που τρέχουν τα νερά του Ευφράτη, ::::στη Βαβυλώνα την αμαρτωλή, ανθούν οι κήποι οι κρεμαστοί, παράδεισοι γεμάτοι από αιώνια βλάστηση κι από φεγγοβολή. ::::Θαύμα του κόσμου, στην καλήν Ιωνία, που το ’ριξεν από ψηλά του κόσμου ένας θεός, ::::υψώνεται, μαρμάρινη αρμονία, της Εφεσίας Αρτέμιδος ο απίστευτος ναός. Η χώρα που τη γέννησεν απ’ τα θαλάσσια βάθη ::::μ’ ένα του νεύμα ο Ήλιος ο χρυσός, ::::σείστηκε, όταν επάνω της εστάθη ::::αμέτρητος της Ρόδου ο κολοσσός. ::::Οι πυραμίδες θάμπωμα σκορπάνε στα μάτια εμπρός, χιλιόχρωμα χίλιων γιγάντων χτίσματα, ::::το Χρόνο τον καταφρονάν και πάνε ::::στον ουρανό της γης τα χαιρετίσματα. ::::Της Ολυμπίας οι φημισμένοι κάμποι ::::στον χρυσελεφαντένιο τους το Δία ::::σταίνουν μιαν άξιαν εκκλησία που λάμπει από το νου του Λίβωνα μαζί και του Φειδία. Αστέρι αγάπης, κήρυγμα της πιο πιστής θυσίας, ξανοίγετ’ από μακριά, φέγγει σε φως και σκότη ::::το Μαυσωλείο της Αρτεμισίας ::::στο θαλασσοδαρμένο ταξιδιώτη. Ο Σολομώντας τη λατρεία παντού του Ιεχωβά ::::μ’ ένα ναό χαλκόχρυσο ξαπλώνει, στις λωτοστόλιστες μπροστά κολόνες του βουβά μένουν με τ’ άγια Χερουβείμ, θαμπώνονται και οι Θρόνοι. Αλλ’ απ’ του κόσμου τ’ άφθαρτα θαύματ’ αυτά κανένα δεν είναι πιο γιγάντιο, δε λάμπει σαν Εσένα, Κέδρο της Ιερουσαλήμ, δέντρο αγιασμένου τόπου, που ίσκιωσες και που ανάπαψες, δέντρο, τον Υιό του ανθρώπου Υιός του ανθρώπου σήμερα, κι αύριο Θεός, Θεός νέος, ο πιο γλυκός γλυκός Θεός, αν όχι ο τελευταίος!» Κι από μιαν άγνωστη ομορφιά, ξένη του κόσμου, ωραίος, κάτου απ’ του κέδρου απόμενε τη σκέπη ο Ναζωραίος, και φαίνοταν πως τίποτε δεν άκουγε κι απ’ όσα σκορπούσε η φύση γύρω του με μαγεμένη γλώσσα. Γιατί άλλη γλώσσαν άκουγε κι ήταν αυτή του Υψίστου· του Υψίστου που τον ένιωθε στα βάθη της ψυχής του! </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] p4790suk89znjtu1a02q51z3ss672h7 167151 167150 2026-08-07T07:06:38Z Grecoeditor 19180 167151 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Απόκρυφον Ευαγγέλιον | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Αρχαία ζωγραφιά]] | προηγούμενο= [[Ένας θεός]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Ήταν απάνου στο Όρος των Ελαιών δύο μεγάλα κέδρα· πολύν καιρόν η ενθύμησή τους απόμεινε στους σκορπισμένους Εβραίους. Τους κλάδους τους είχαν καταφυγή σύννεφ’ από περιστέρια. ::::::::::: -Ρενάν (Βίος Ιησού) Στα χρόνια εκείνα δούλευεν η γη σκιαχτά τη Ρώμη, Θεό δεν ένιωθε η καρδιά κι ο νους δεν είχε γνώμη, κι ανάμεσα σε δυο καιρούς, μ’ έναν καημό μεγάλο, στον ένα τον αγέννητο και στο νεκρό τον άλλο, ο άνθρωπος παράδερνε. Στον κόσμο ήταν χυμένη μια σιωπή βαθύτατη, σαν όταν περιμένει κανείς ν’ ακούσει ένα τρανό μυστήριο, και του λείπει φωνή, πνοή, και μονάχα μιλεί το καρδιοχτύπι· και μόνο μούγκριζαν στ’ αφτιά του κόσμου που εβουβάθη τα κρίματα του Καίσαρος απ’ της Καπρέας τα βάθη. Σαν αποπαίδι τ’ ουρανού είχεν η γη απομείνει… Στα χρόνια εκείνα απλώνοταν θλιμμένη η Παλαιστίνη, θρηνολογώντας του Ισραήλ τη δόξα την αρχαία· όμως η φύση ολόγυρα γελούσε· η Γαλιλαία άνθιζε μοσχοβολιστή και καταπράσινη όλη, κι ο κάμπος της Γενησαρέτ, δροσάτο περιβόλι, και μέσα στ’ άνθη της ροδιάς και στης μηλιάς τα κλώνια, μαζί με τους κορυδαλλούς, μαζί με τα τρυγόνια, γλυκά, σαν όλα, και ήμερα πετούσαν —έτσι εδόθη— από τα βάθη της ψυχής τα ονείρατα και οι πόθοι. Στον Ιορδάνη εβλέποταν η Βηθανία, και πέρα τα μύρα της Ιεριχώς μεθούσαν τον αέρα. Τις λίμνες βαθυγάλανες, τις πλούσιες πεδιάδες, τ’ άγια βουνά χρυσόλουζαν του ήλιου οι λαμπυράδες, κι όταν τα μάτια πύρινο το Κάρμηλο κοιτούσαν, «Εκείθε ο ήλιος διάβηκεν ή ο Ηλίας;» ρωτούσαν. Και τότε στην Ιερουσαλήμ, στων προφητών τη χώρα, γυμνή κι απ’ τον Ασσύριο κι από τα νικηφόρα όπλα της Ρώμης έρημη κι από των Μακεδόνων τα τρόπαια κι απ’ τη γάγγραινα φθαρμένη των αιώνων,— μακριά κι από τα στόματα των Φαρισαίων, χώρια κι από του πλήθους τη βοή, σε μια μεριά πανώρια ύψωνε τ’ Όρος των Ελαιών τα φωτισμένα πλάγια, σπαρμένα ελιές και φοινικιές, γεμάτ’ ανθούς και βάγια, κατάκορφα στεφανωτό με Κέδρο ριζωμένο κατάβαθα, θεόρατο και μυριοφυλλιασμένο. Το κέδρο ολόρθο χώριζεν από τα δέντρα τ’ άλλα και φάνταζε μπροστά σ’ αυτά σα μιαν ουράνια σκάλα που φαίνεται το τέλος της και χάνεται η κορφή της· κι ακόμα φάνταζε μπροστά σ’ εκείνα σαν προφήτης έτοιμος του Θεού να ειπεί τη γνώμη ή την κατάρα στο πλήθος που τον καρτερεί τριγύρω με λαχτάρα. Με τα ολόισα του κλαδιά, τα ολόπυκνά του φύλλα γύρω του μεγαλείου του σκορπούσε τη μαυρίλα κι ήταν σαν κόσμος άσειστος κι άγνωστος που δεν ξέρει κανείς τί κρύβει μέσα του. Γλυκόπνεε τ’ αέρι και γύρω και παράμερα τ’ άλλα δεντρά κινούσαν και λύγιζαν τους κλάδους τους σα να το προσκυνούσαν το κέδρο. ::::Απάνου στα κλαδιά, μέσα στην αγκαλιά του, στον ίσκιο του και στη δροσιά και στη μοσχοβολιά του —τα χρόνια εκείνα— φώλιαζαν χιλιάδες περιστέρια. Κι απάνω εκεί, μέρες, αυγές, νυχτιές και μεσημέρια γοργοπερνώντας, τα ’βλεπαν γλυκοζευγαρωμένα, και χύνονταν μουρμουρητά, παράπονα πνιγμένα, κι από τη ρίζα ώς την κορφή, κορμός, κλωνάρια, φύλλα αναταράζονταν από κρυφήν ανατριχίλα. Και με την πρώτη χαραυγή, με τα υστερνά τ’ αστέρια καθώς ξυπνούσαν τ’ άδολα του κέδρου περιστέρια και χαιρετούσαν τη ζωή και τ’ άστρο της ημέρας, πάλι το κέδρο φάνταζε σα δίκαιος και πατέρας και βγαίναν απ’ τα βάθη του, πετούσαν άνω κάτου γύρω του εκείνα, τέκνα του μαζί και ονείρατά του. Μια μέρα μόνος πρόβαλε στ’ Όρος εκεί κι εστάθη, έξω απ’ του κόσμου τις χαρές κι απ’ των κακών τα πάθη από μιαν άγνωστη ομορφιά, ξένη της γης, ωραίος, κι εκεί στου κέδρου ακούμπησε τη ρίζα ο Ναζωραίος. Και με το πρώτο πάτημα και με το ανάβλεμμά του, το χόρτο στα ποδάρια του, τα δέντρα ολόγυρά του, το κέδρο, των ροδόλευκων περιστεριών τα πλήθη, και η φύση και η φτερουγιστή και η ριζωμένη, ελύθη, σείστηκε και λυγίστηκε· και οι φοινικιές που οι λάβρες τις τρέφουν, κι οι τριανταφυλλιές που μόσχους κλέβουν οι αύρες, κι οι μεστωμένες οι συκιές, κι οι ελιές οι καρποφόρες, του Όρους πλούτη, συντροφιές του κέδρου, του ήλιου κόρες, και δέντρα και χαμόδεντρα και βότανα και βάτα, σκόρπισαν απ’ τα φύλλα τους κι απ’ τ’ άνθη τα δροσάτα, κι από τις ρίζες τους βαθιά, μιαν άφραστη θυσία, ένα τρανό υμνολόγημα στα πόδια του Μεσσία. ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ «Ξένε, ποιός είσαι, που χωρίς καμώματα και μάγια μαγεύεις; Κοίτα! όπου πατάς άχραντα βγαίνουν βάγια! Δεν κρύβεσαι, ας πορεύεσαι φτωχά, ταπεινωμένα· τίνος αγγέλου είσαι καρπός, τίνος Θεού είσαι γέννα; Σε βλέπει, και τη δόξα σου, Μεσσία, ποιός δεν κηρύττει; Γιατί σκορπάς τη μυστικήν αυγή του αποσπερίτη; Γιατί καθείς που Σ’ απαντάει ξεχνάει τη γη, και θέλει να σέρνεται απ’ τα χείλη Σου που στάζουν θείο το μέλι; Δε φοβερίζει ο λόγος Σου, μηδέ η ματιά Σου καίει· πώς τρέμουν έτσι αγνάντια Σου κι οι άγριοι Σαδδουκαίοι; Πώς αδασκάλευτος Εσύ, κι έχεις για πάντα γνώση, της γης μυστήρια, τ’ ουρανού μυστήρια τα ’χεις νιώσει κι αθάνατο τα λόγια Σου και τα καμώματά Σου Σε μολογούν, κι εμάς αφρούς διαβατικούς μπροστά Σου; Αλήθεια μ’ ένα λόγο Σου πώς το κακό γιατρεύεις κι ακόμα κι απ’ το θάνατο πας και νεκρούς γυρεύεις; Οι λίμνες της Γενησαρέτ και της Τιβεριάδας, τα ρόδα του Γεθσημανί, τα κρίνα της κοιλάδας Σε ξέρουν· είσαι των παιδιών χαμόγελο, και ακτίνα των γυναικών· τα χέρια Σου, δυο θαύματα κι εκείνα, όταν τ’ ανοίγεις απλωτά, θαρρεί κανείς την πλάση ολόκληρην η αγκάλη Σου πως θέλει ν’ αγκαλιάσει. Στο βασιλέα ο Κύριος με τέτοιο δεν εφάνη στην κορυφή του Γαβαών αχτινωτό στεφάνι σαν το δικό Σου· του Θαβώρ τ’ αρμονικά τα ύψη δεν έχουν του μετώπου Σου το μεγαλείο· ποιά θλίψη δάκρυ του φεγγοβόλου Σου ματιού φέρνει την άκρη; Απ’ του Σαβά τους θησαυρούς πιο τίμιο τέτοιο δάκρυ! Κι εμπρός Σου χαμηλώνεται, και φτωχική απομένει του Σολομώντα κι η εκκλησιά η φεγγοβολισμένη!» Κι η φύση κι η φτερουγιαστή κι η ριζωμένη, ελύθη, σείστηκε και λυγίστηκε. ::::::::::::Και των πουλιών τα πλήθη, τα περιστέρια, ολόλευκα και μυστικά και θεία, τραγούδησαν προφητικά τη δόξα του Μεσσία! ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ «Τα περιστέρια είμαστ’ εμείς τ’ αγνά και τα παρθένα· ::::σαν τα λευκά φτερά μας, ::::αθώα κι η ζωή μας τρέχει· ::::μας βλέπει κάθε τόπος ταιριασμένα, της οικουμένης ο λευκός, ο κίτρινος, ο αράπης ::::και κάθε ανθρώπινη ζωή μάς έχει ::::σημάδι πίστης, δώρο αγάπης· και κάθε θεός, Ιεχωβάς, Έρωτας, Δίας και Βράμας, ::::σ’ Ανατολή κάθε θεός και Δύση ::::αγγέλους του μας έχει διορίσει ::::να φέρνουμ’ εδώ κάτου ::::τ’ αθάνατα μηνύματά του, χαράς και ειρήνης πάντοτε μηνύματα και ελέους. ::::Σε χρόνους παναρχαίους στο δέντρο εμείς φωλιάσαμε του Δωδωναίου Διός, ::::κι έστελν’ εμάς χρησμούς του ένας θεός· ::::τ’ αμάξι σύραμε της Αφροδίτης ::::και το φτερό το πλάνο πολλές φορές διπλώσαμε στον Παρθενώνα επάνω· ::::κι εκεί που λάμπει ο αποσπερίτης με το δικό μας τ’ όνομα γιγάντια δέκα αστέρια κατρακυλούν, φεγγόβολα του χάους περιστέρια! Αλλά ποτέ δεν έφεξε στα πάναγνα φτερά μας τόσο μεγάλ’ η χάρη μας, τόσο βαθιά η χαρά μας, σαν τώρα που Σε βλέπουμε… Κι είναι γραφτό μια μέρα Θεός να θρονιαστείς και Συ στον έβδομον αιθέρα, κι εμείς μες στην εφτάθρονη μεγάλη Σου Εκκλησία, λευκόφτεροι άγγελοι, ιερά σημάδια Σου, Μεσσία, και να γενεί ο παράδεισος, που τάζεις εις αιώνας, με των δικαίων τα πνεύματα, φωτός περιστεριώνας! ::::Εκεί που τρέχουν τα νερά του Ευφράτη, ::::στη Βαβυλώνα την αμαρτωλή, ανθούν οι κήποι οι κρεμαστοί, παράδεισοι γεμάτοι από αιώνια βλάστηση κι από φεγγοβολή. ::::Θαύμα του κόσμου, στην καλήν Ιωνία, που το ’ριξεν από ψηλά του κόσμου ένας θεός, ::::υψώνεται, μαρμάρινη αρμονία, της Εφεσίας Αρτέμιδος ο απίστευτος ναός. Η χώρα που τη γέννησεν απ’ τα θαλάσσια βάθη ::::μ’ ένα του νεύμα ο Ήλιος ο χρυσός, ::::σείστηκε, όταν επάνω της εστάθη ::::αμέτρητος της Ρόδου ο κολοσσός. ::::Οι πυραμίδες θάμπωμα σκορπάνε στα μάτια εμπρός, χιλιόχρωμα χίλιων γιγάντων χτίσματα, ::::το Χρόνο τον καταφρονάν και πάνε ::::στον ουρανό της γης τα χαιρετίσματα. ::::Της Ολυμπίας οι φημισμένοι κάμποι ::::στον χρυσελεφαντένιο τους το Δία ::::σταίνουν μιαν άξιαν εκκλησία που λάμπει από το νου του Λίβωνα μαζί και του Φειδία. Αστέρι αγάπης, κήρυγμα της πιο πιστής θυσίας, ξανοίγετ’ από μακριά, φέγγει σε φως και σκότη ::::το Μαυσωλείο της Αρτεμισίας ::::στο θαλασσοδαρμένο ταξιδιώτη. Ο Σολομώντας τη λατρεία παντού του Ιεχωβά ::::μ’ ένα ναό χαλκόχρυσο ξαπλώνει, στις λωτοστόλιστες μπροστά κολόνες του βουβά μένουν με τ’ άγια Χερουβείμ, θαμπώνονται και οι Θρόνοι. Αλλ’ απ’ του κόσμου τ’ άφθαρτα θαύματ’ αυτά κανένα δεν είναι πιο γιγάντιο, δε λάμπει σαν Εσένα, Κέδρο της Ιερουσαλήμ, δέντρο αγιασμένου τόπου, που ίσκιωσες και που ανάπαψες, δέντρο, τον Υιό του ανθρώπου Υιός του ανθρώπου σήμερα, κι αύριο Θεός, Θεός νέος, ο πιο γλυκός γλυκός Θεός, αν όχι ο τελευταίος!» Κι από μιαν άγνωστη ομορφιά, ξένη του κόσμου, ωραίος, κάτου απ’ του κέδρου απόμενε τη σκέπη ο Ναζωραίος, και φαίνοταν πως τίποτε δεν άκουγε κι απ’ όσα σκορπούσε η φύση γύρω του με μαγεμένη γλώσσα. Γιατί άλλη γλώσσαν άκουγε κι ήταν αυτή του Υψίστου· του Υψίστου που τον ένιωθε στα βάθη της ψυχής του! </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] ky6kjak6oeq2x3t6nud3478k52rcnjh 167152 167151 2026-08-07T07:07:35Z Grecoeditor 19180 167152 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Απόκρυφον Ευαγγέλιον | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Αρχαία ζωγραφιά]] | προηγούμενο= [[Ένας θεός]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> Ήταν απάνου στο Όρος των Ελαιών δύο μεγάλα κέδρα· πολύν καιρόν η ενθύμησή τους απόμεινε στους σκορπισμένους Εβραίους. Τους κλάδους τους είχαν καταφυγή σύννεφ’ από περιστέρια. :::::::::::-Ρενάν (Βίος Ιησού) {{block center/s}} Στα χρόνια εκείνα δούλευεν η γη σκιαχτά τη Ρώμη, Θεό δεν ένιωθε η καρδιά κι ο νους δεν είχε γνώμη, κι ανάμεσα σε δυο καιρούς, μ’ έναν καημό μεγάλο, στον ένα τον αγέννητο και στο νεκρό τον άλλο, ο άνθρωπος παράδερνε. Στον κόσμο ήταν χυμένη μια σιωπή βαθύτατη, σαν όταν περιμένει κανείς ν’ ακούσει ένα τρανό μυστήριο, και του λείπει φωνή, πνοή, και μονάχα μιλεί το καρδιοχτύπι· και μόνο μούγκριζαν στ’ αφτιά του κόσμου που εβουβάθη τα κρίματα του Καίσαρος απ’ της Καπρέας τα βάθη. Σαν αποπαίδι τ’ ουρανού είχεν η γη απομείνει… Στα χρόνια εκείνα απλώνοταν θλιμμένη η Παλαιστίνη, θρηνολογώντας του Ισραήλ τη δόξα την αρχαία· όμως η φύση ολόγυρα γελούσε· η Γαλιλαία άνθιζε μοσχοβολιστή και καταπράσινη όλη, κι ο κάμπος της Γενησαρέτ, δροσάτο περιβόλι, και μέσα στ’ άνθη της ροδιάς και στης μηλιάς τα κλώνια, μαζί με τους κορυδαλλούς, μαζί με τα τρυγόνια, γλυκά, σαν όλα, και ήμερα πετούσαν —έτσι εδόθη— από τα βάθη της ψυχής τα ονείρατα και οι πόθοι. Στον Ιορδάνη εβλέποταν η Βηθανία, και πέρα τα μύρα της Ιεριχώς μεθούσαν τον αέρα. Τις λίμνες βαθυγάλανες, τις πλούσιες πεδιάδες, τ’ άγια βουνά χρυσόλουζαν του ήλιου οι λαμπυράδες, κι όταν τα μάτια πύρινο το Κάρμηλο κοιτούσαν, «Εκείθε ο ήλιος διάβηκεν ή ο Ηλίας;» ρωτούσαν. Και τότε στην Ιερουσαλήμ, στων προφητών τη χώρα, γυμνή κι απ’ τον Ασσύριο κι από τα νικηφόρα όπλα της Ρώμης έρημη κι από των Μακεδόνων τα τρόπαια κι απ’ τη γάγγραινα φθαρμένη των αιώνων,— μακριά κι από τα στόματα των Φαρισαίων, χώρια κι από του πλήθους τη βοή, σε μια μεριά πανώρια ύψωνε τ’ Όρος των Ελαιών τα φωτισμένα πλάγια, σπαρμένα ελιές και φοινικιές, γεμάτ’ ανθούς και βάγια, κατάκορφα στεφανωτό με Κέδρο ριζωμένο κατάβαθα, θεόρατο και μυριοφυλλιασμένο. Το κέδρο ολόρθο χώριζεν από τα δέντρα τ’ άλλα και φάνταζε μπροστά σ’ αυτά σα μιαν ουράνια σκάλα που φαίνεται το τέλος της και χάνεται η κορφή της· κι ακόμα φάνταζε μπροστά σ’ εκείνα σαν προφήτης έτοιμος του Θεού να ειπεί τη γνώμη ή την κατάρα στο πλήθος που τον καρτερεί τριγύρω με λαχτάρα. Με τα ολόισα του κλαδιά, τα ολόπυκνά του φύλλα γύρω του μεγαλείου του σκορπούσε τη μαυρίλα κι ήταν σαν κόσμος άσειστος κι άγνωστος που δεν ξέρει κανείς τί κρύβει μέσα του. Γλυκόπνεε τ’ αέρι και γύρω και παράμερα τ’ άλλα δεντρά κινούσαν και λύγιζαν τους κλάδους τους σα να το προσκυνούσαν το κέδρο. ::::Απάνου στα κλαδιά, μέσα στην αγκαλιά του, στον ίσκιο του και στη δροσιά και στη μοσχοβολιά του —τα χρόνια εκείνα— φώλιαζαν χιλιάδες περιστέρια. Κι απάνω εκεί, μέρες, αυγές, νυχτιές και μεσημέρια γοργοπερνώντας, τα ’βλεπαν γλυκοζευγαρωμένα, και χύνονταν μουρμουρητά, παράπονα πνιγμένα, κι από τη ρίζα ώς την κορφή, κορμός, κλωνάρια, φύλλα αναταράζονταν από κρυφήν ανατριχίλα. Και με την πρώτη χαραυγή, με τα υστερνά τ’ αστέρια καθώς ξυπνούσαν τ’ άδολα του κέδρου περιστέρια και χαιρετούσαν τη ζωή και τ’ άστρο της ημέρας, πάλι το κέδρο φάνταζε σα δίκαιος και πατέρας και βγαίναν απ’ τα βάθη του, πετούσαν άνω κάτου γύρω του εκείνα, τέκνα του μαζί και ονείρατά του. Μια μέρα μόνος πρόβαλε στ’ Όρος εκεί κι εστάθη, έξω απ’ του κόσμου τις χαρές κι απ’ των κακών τα πάθη από μιαν άγνωστη ομορφιά, ξένη της γης, ωραίος, κι εκεί στου κέδρου ακούμπησε τη ρίζα ο Ναζωραίος. Και με το πρώτο πάτημα και με το ανάβλεμμά του, το χόρτο στα ποδάρια του, τα δέντρα ολόγυρά του, το κέδρο, των ροδόλευκων περιστεριών τα πλήθη, και η φύση και η φτερουγιστή και η ριζωμένη, ελύθη, σείστηκε και λυγίστηκε· και οι φοινικιές που οι λάβρες τις τρέφουν, κι οι τριανταφυλλιές που μόσχους κλέβουν οι αύρες, κι οι μεστωμένες οι συκιές, κι οι ελιές οι καρποφόρες, του Όρους πλούτη, συντροφιές του κέδρου, του ήλιου κόρες, και δέντρα και χαμόδεντρα και βότανα και βάτα, σκόρπισαν απ’ τα φύλλα τους κι απ’ τ’ άνθη τα δροσάτα, κι από τις ρίζες τους βαθιά, μιαν άφραστη θυσία, ένα τρανό υμνολόγημα στα πόδια του Μεσσία. ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ «Ξένε, ποιός είσαι, που χωρίς καμώματα και μάγια μαγεύεις; Κοίτα! όπου πατάς άχραντα βγαίνουν βάγια! Δεν κρύβεσαι, ας πορεύεσαι φτωχά, ταπεινωμένα· τίνος αγγέλου είσαι καρπός, τίνος Θεού είσαι γέννα; Σε βλέπει, και τη δόξα σου, Μεσσία, ποιός δεν κηρύττει; Γιατί σκορπάς τη μυστικήν αυγή του αποσπερίτη; Γιατί καθείς που Σ’ απαντάει ξεχνάει τη γη, και θέλει να σέρνεται απ’ τα χείλη Σου που στάζουν θείο το μέλι; Δε φοβερίζει ο λόγος Σου, μηδέ η ματιά Σου καίει· πώς τρέμουν έτσι αγνάντια Σου κι οι άγριοι Σαδδουκαίοι; Πώς αδασκάλευτος Εσύ, κι έχεις για πάντα γνώση, της γης μυστήρια, τ’ ουρανού μυστήρια τα ’χεις νιώσει κι αθάνατο τα λόγια Σου και τα καμώματά Σου Σε μολογούν, κι εμάς αφρούς διαβατικούς μπροστά Σου; Αλήθεια μ’ ένα λόγο Σου πώς το κακό γιατρεύεις κι ακόμα κι απ’ το θάνατο πας και νεκρούς γυρεύεις; Οι λίμνες της Γενησαρέτ και της Τιβεριάδας, τα ρόδα του Γεθσημανί, τα κρίνα της κοιλάδας Σε ξέρουν· είσαι των παιδιών χαμόγελο, και ακτίνα των γυναικών· τα χέρια Σου, δυο θαύματα κι εκείνα, όταν τ’ ανοίγεις απλωτά, θαρρεί κανείς την πλάση ολόκληρην η αγκάλη Σου πως θέλει ν’ αγκαλιάσει. Στο βασιλέα ο Κύριος με τέτοιο δεν εφάνη στην κορυφή του Γαβαών αχτινωτό στεφάνι σαν το δικό Σου· του Θαβώρ τ’ αρμονικά τα ύψη δεν έχουν του μετώπου Σου το μεγαλείο· ποιά θλίψη δάκρυ του φεγγοβόλου Σου ματιού φέρνει την άκρη; Απ’ του Σαβά τους θησαυρούς πιο τίμιο τέτοιο δάκρυ! Κι εμπρός Σου χαμηλώνεται, και φτωχική απομένει του Σολομώντα κι η εκκλησιά η φεγγοβολισμένη!» Κι η φύση κι η φτερουγιαστή κι η ριζωμένη, ελύθη, σείστηκε και λυγίστηκε. ::::::::::::Και των πουλιών τα πλήθη, τα περιστέρια, ολόλευκα και μυστικά και θεία, τραγούδησαν προφητικά τη δόξα του Μεσσία! ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ «Τα περιστέρια είμαστ’ εμείς τ’ αγνά και τα παρθένα· ::::σαν τα λευκά φτερά μας, ::::αθώα κι η ζωή μας τρέχει· ::::μας βλέπει κάθε τόπος ταιριασμένα, της οικουμένης ο λευκός, ο κίτρινος, ο αράπης ::::και κάθε ανθρώπινη ζωή μάς έχει ::::σημάδι πίστης, δώρο αγάπης· και κάθε θεός, Ιεχωβάς, Έρωτας, Δίας και Βράμας, ::::σ’ Ανατολή κάθε θεός και Δύση ::::αγγέλους του μας έχει διορίσει ::::να φέρνουμ’ εδώ κάτου ::::τ’ αθάνατα μηνύματά του, χαράς και ειρήνης πάντοτε μηνύματα και ελέους. ::::Σε χρόνους παναρχαίους στο δέντρο εμείς φωλιάσαμε του Δωδωναίου Διός, ::::κι έστελν’ εμάς χρησμούς του ένας θεός· ::::τ’ αμάξι σύραμε της Αφροδίτης ::::και το φτερό το πλάνο πολλές φορές διπλώσαμε στον Παρθενώνα επάνω· ::::κι εκεί που λάμπει ο αποσπερίτης με το δικό μας τ’ όνομα γιγάντια δέκα αστέρια κατρακυλούν, φεγγόβολα του χάους περιστέρια! Αλλά ποτέ δεν έφεξε στα πάναγνα φτερά μας τόσο μεγάλ’ η χάρη μας, τόσο βαθιά η χαρά μας, σαν τώρα που Σε βλέπουμε… Κι είναι γραφτό μια μέρα Θεός να θρονιαστείς και Συ στον έβδομον αιθέρα, κι εμείς μες στην εφτάθρονη μεγάλη Σου Εκκλησία, λευκόφτεροι άγγελοι, ιερά σημάδια Σου, Μεσσία, και να γενεί ο παράδεισος, που τάζεις εις αιώνας, με των δικαίων τα πνεύματα, φωτός περιστεριώνας! ::::Εκεί που τρέχουν τα νερά του Ευφράτη, ::::στη Βαβυλώνα την αμαρτωλή, ανθούν οι κήποι οι κρεμαστοί, παράδεισοι γεμάτοι από αιώνια βλάστηση κι από φεγγοβολή. ::::Θαύμα του κόσμου, στην καλήν Ιωνία, που το ’ριξεν από ψηλά του κόσμου ένας θεός, ::::υψώνεται, μαρμάρινη αρμονία, της Εφεσίας Αρτέμιδος ο απίστευτος ναός. Η χώρα που τη γέννησεν απ’ τα θαλάσσια βάθη ::::μ’ ένα του νεύμα ο Ήλιος ο χρυσός, ::::σείστηκε, όταν επάνω της εστάθη ::::αμέτρητος της Ρόδου ο κολοσσός. ::::Οι πυραμίδες θάμπωμα σκορπάνε στα μάτια εμπρός, χιλιόχρωμα χίλιων γιγάντων χτίσματα, ::::το Χρόνο τον καταφρονάν και πάνε ::::στον ουρανό της γης τα χαιρετίσματα. ::::Της Ολυμπίας οι φημισμένοι κάμποι ::::στον χρυσελεφαντένιο τους το Δία ::::σταίνουν μιαν άξιαν εκκλησία που λάμπει από το νου του Λίβωνα μαζί και του Φειδία. Αστέρι αγάπης, κήρυγμα της πιο πιστής θυσίας, ξανοίγετ’ από μακριά, φέγγει σε φως και σκότη ::::το Μαυσωλείο της Αρτεμισίας ::::στο θαλασσοδαρμένο ταξιδιώτη. Ο Σολομώντας τη λατρεία παντού του Ιεχωβά ::::μ’ ένα ναό χαλκόχρυσο ξαπλώνει, στις λωτοστόλιστες μπροστά κολόνες του βουβά μένουν με τ’ άγια Χερουβείμ, θαμπώνονται και οι Θρόνοι. Αλλ’ απ’ του κόσμου τ’ άφθαρτα θαύματ’ αυτά κανένα δεν είναι πιο γιγάντιο, δε λάμπει σαν Εσένα, Κέδρο της Ιερουσαλήμ, δέντρο αγιασμένου τόπου, που ίσκιωσες και που ανάπαψες, δέντρο, τον Υιό του ανθρώπου Υιός του ανθρώπου σήμερα, κι αύριο Θεός, Θεός νέος, ο πιο γλυκός γλυκός Θεός, αν όχι ο τελευταίος!» Κι από μιαν άγνωστη ομορφιά, ξένη του κόσμου, ωραίος, κάτου απ’ του κέδρου απόμενε τη σκέπη ο Ναζωραίος, και φαίνοταν πως τίποτε δεν άκουγε κι απ’ όσα σκορπούσε η φύση γύρω του με μαγεμένη γλώσσα. Γιατί άλλη γλώσσαν άκουγε κι ήταν αυτή του Υψίστου· του Υψίστου που τον ένιωθε στα βάθη της ψυχής του! </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] cofycjkyqy45ra1tc0ofqzxofo97e05 Αρχαία ζωγραφιά 0 52807 167153 2026-08-07T09:59:48Z Grecoeditor 19180 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Αρχαία ζωγραφιά | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Η νύχτα των Χριστουγέννων]] | προηγούμενο= [[Απόκρυφον Ευαγγέλιον]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> :Ζωγράφε, με... 167153 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Αρχαία ζωγραφιά | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Η νύχτα των Χριστουγέννων]] | προηγούμενο= [[Απόκρυφον Ευαγγέλιον]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> :Ζωγράφε, με της ιερής σου εικόνας :την ομορφιά, όλη νόημα, όλη φως, :αληθινά και αθέλητα σοφός, :ζωγράφισες τον κόσμο που διαβαίνει :ίδιος πάντα στων αιώνων τους αιώνας· :::ιστόρισες την οικουμένη! :::::Σε πορφυρό μανδύα, :::::ω θάμπωμα του νου! :::::αγνή σαν ευωδία :::::των ρόδων τ’ ουρανού, :::::στο θρόνο με μαλλιά :::::χυτά ηλιοσταλαγμένα, :::::κρατάει στην αγκαλιά :::::τον Ιησού η Παρθένα. :::::Στα πόδια της μπροστά :::::ταπεινός ένας γέρνει :::::και μοσχοβολιστά :::::δώρα στον Κύριο φέρνει. :::::Και υψώνοντας αργά :::::η Παναγία το χέρι :::::τον άνθρωπο ευλογά :::::με γέλιο σαν αστέρι. :::::Και ολόφωτο αγγελούδι, :::::ψηλά απ’ τους μυστικούς :::::τους κόσμους με τραγούδι :::::που βλέπεις, δεν ακούς, :::::κατέβη, και βαστάει :::::στεφάνι από ακτίνες· :::::να στεφανώσει πάει :::::τη Δέσποινα μ’ εκείνες. :Κι από την άχραντη Μαριάμ που λάμπει στην πορφύρα, :κι από τον άγγελο, κι απ’ το θνητό, κι απ’ το Σωτήρα :θαρρείς πως βγαίνει μια φωνή και χύνεται στον αέρα: :— Δόξα εν Υψίστοις! Ένας Θεός γεννήθηκ’ εδώ πέρα! :Μα κοίτα! λίγο παραπέρα, :::στην ίδια την εικόνα εκεί, :::στην αύρα τη χαϊδευτική, :στον ήλιο τον υπέρξανθο, στην γελαστήν ημέρα, :::απλώνετ’ ένα περιβόλι· :::δέντρα, άνθη, χλόη, πουλιά, κλαδιά, :::κελάηδισμα, δροσιά, ευωδιά, :ίσκιοι, νερά, φιλιά, φωλιές· αγάπη η φύση και όλη! :::Και κάτου απ’ την πυκνή τη σκέπη :::που πλέκει μια κληματαριά, :::αφρόντιστο, σα να μη βλέπει :τίποτε γύρω, από καμιά μεριά, :::εκεί που πλάι πλάι :πιο γλυκά η κιτριά μοσχοβολάει :και της βρυσούλας το νερό πιο μουσικά κυλιέται, :::ένα ζευγάρι ερωτικό φιλιέται. :::::Και παραπέρα ακόμα, :::::στο λουλουδένιο στρώμα, :::::σιμά σε μιαν ελιά, :::::δυο άνθρωποι μιλούνε :::::για της ημέρας τη δουλειά, :::::και ξαποσταίνουν και γελούνε. :::::Κι άλλος εκεί παρέκει :::::συλλογισμένα στέκει :::::με μάτια καρφωμένα :::::κοιτάζοντας ολοένα :προς το τρεχάμενο νερό, μα δίχως να το νιώθει· :μέσα του κόσμος πλανερός,—ονείρατα, έγνοιες, πόθοι,— :::::χτυπιέται και βοΐζει, :::::κι αυτός τί θέλει δε γνωρίζει. :::::Κι ο ποιητής με τα όνειρά του, :::::και το ταιράκι με τον έρωτά του, :::::κι οι δυο δουλευτικοί λεβέντες :::::που την περνούν την ώρα με κουβέντες, :::::κι η πρασινάδα κι η γαλήνη :και ο μέγας ήλιος που με φως τα πάντα περιχύνει, :οι ανθοί, τα δέντρα, τα πουλάκια, :και με τα μουρμουρίσματα τα ρυάκια, :η θωριά του γραμμένου εκείνου τόπου :με σμαραγδιού τρεμόφεγγα και μαργαριταριού, :όλα, απ’ τ’ ανάσασμα του χορταριού :ώς το χτυπόκαρδο του ανθρώπου, :απ’ της ανήσυχης ψυχής τα ανήσυχα κοιτάματα, :ώς τη βοή των μελισσών απάνου στα λουλούδια, :η Φύση και όλη απάνου εκεί ζει μ’ έγνοιες, με πετάματα, :με ακτίνες, ευωδιές, φιλιά κι αγάπες και τραγούδια, :ριζώνει, περπατεί, μιλεί, σαλεύεται, δουλεύει, :όμως δε δείχνει τίποτε, δεν ξέρει, ουδέ υποπτεύει :ότι την ίδιαν ώρα εκείνη :εκεί κοντά, παράμερα, γεννήθη ένας Θεός, που σαν εκείνο το φτωχό, που εμπρός του τώρα κλίνει, :θα σκύψει εμπρός του κόσμος και λαός, :κι ότι αγγελούδι θαυμαστό κατέβη απ’ τον αιθέρα :να στεφανώσει ενός Θεού την τρισαγία μητέρα! :::Ζωγράφε με της ιερής σου εικόνας :::την ομορφιά, όλη νόημα, όλη φως, :::::αληθινά και αθέλητα σοφός, :::::ζωγράφισες τον κόσμο που διαβαίνει :::::ίδιος πάντα· στων αιώνων τους αιώνας. :::::::::Ιστόρισες την οικουμένη! :::Θεοί γεννιούνται και θεοί πεθαίνουν, :::κι ανοιγοκλείνουν οι ουρανοί :κι από τη σκάλα του Ιακώβ ανεβοκατεβαίνουν :::άγγελοι ωραίοι σαν αυγερινοί, :και με τη γη ανταμώνονται… ::::::::::::Μα πιο ψηλά από κείνους :κι από θαυμάτων αστραπές και μυστηρίων κρίνους :::η Φύση νά! η αδιάφορη, η μεγάλη, :οπὄχει μύρια πρόσωπα, μύριες ψυχές και κάλλη, :::αδιάκοπα παντοτινά :παντοτινόν αδιάκοπο τον άνθρωπο γεννά, :::τον άνθρωπο που αδύνατος αντρειεύεται :::και ψάχνει νά βρει τ’ άβρετο τυφλά, :και το πιθάρι της δουλειάς ιδρώνοντας κυλά :και του έρωτα μυρίζεται τ’ άνθος κι αναγαλλιάζει· :::τον άνθρωπο που τους θεούς αλλάζει, :αλλά πιστεύει πάντοτε κι ελπίζει κι ονειρεύεται. </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] p3b49scn9u2f2fmz4a5bsr0rfzuoacm Η νύχτα των Χριστουγέννων 0 52808 167154 2026-08-07T10:09:38Z Grecoeditor 19180 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Αρχαία ζωγραφιά | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Η νύχτα των Χριστουγέννων]] | προηγούμενο= [[Απόκρυφον Ευαγγέλιον]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> :::::(κομμάτι... 167154 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Αρχαία ζωγραφιά | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Η νύχτα των Χριστουγέννων]] | προηγούμενο= [[Απόκρυφον Ευαγγέλιον]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> :::::(κομμάτια) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Η καμπάνα Χριστούγεννα χτυπάει ::και μου φτερώνει την ψυχή, κι ανοίγεται η καρδιά μου και σκορπάει ::θυμίαμα την προσευχή. Του κάκου δε μ’ επήγαινε ο πατέρας ::την Κυριακή στην εκκλησιά· της γνώσης δεν τη ρούφηξε το τέρας ::της νιότης μου κάθε δροσιά. Του κάκου δε με κοίμιζε η μητέρα ::με τ’ όνομα της Παναγιάς, της Πίστης όλα τ’ άνθη πέρα ώς πέρα ::δε μου τα μάρανε ο βοριάς, της απιστίας ο βοριάς. Α! του κάκου ::παιδί δεν ήμουν μια φορά, γλίτωσα κάποιο λείψανο απ’ του Δράκου ::τα δόντια τα φαρμακερά. Φτάνει η ευωδιά που βγαίνει από λουλούδι ::να μου χαρίσει ευτύς φτερά για να πετάξω ανάερα αγγελούδι, ::στον έρωτα και στη χαρά. Και φτάνουν μιας καμπάνας γοργοί χτύποι ::μες σε σκοτάδι σιγανό για να μου δώσουν πάλι ό,τι μού λείπει ::και να με κάνουν χριστιανό! . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Άγιες αγάπες τρισευλογημένες που τις καρδιές τις σμίγατε παρθένες των πρώτων των αρχαίων Χριστιανών σε τραπέζι χαρά των ουρανών! Αγάπες που τον πλούσιον ένα ένα κάνατε να τα ρίχνει μαζωμένα στα πόδια του Αποστόλου τα ιερά κάθε αγαθό του, κάθε του χαρά! Αγάπες αγάπες τρισευλογημένες που τις καρδιές υψώνατε παρθένες των πρώτων των αρχαίων Χριστιανών στο όνειρο το τρανό των ουρανών! Αγάπες μεγαλόδωρες περίσσια, κάτου απ’ τη σκέπη τη δική σας ίσια ζούσαν μικροί, τρανοί, πλούσιοι, φτωχοί, κι έδενε τους ανθρώπους μια ψυχή! Αγάπες, ω!, φανείτε πάλι εμπρός μου, αυγές της πίστης, χρυσαυγές του κόσμου, κι ας βλέπει με το μάγο σας το φως ο άνθρωπος τον άνθρωπο, αδερφός. Αγάπες πια δεν έχετε το θρόνο στη γη την ανυπόταχτη, και μόνο στου ποιητή σάς ξανοίγω την καρδιά με την ίδια λαμπρότη κι ευωδιά. Αγάπες, κι εδώ μέσα που σας βρίσκω παρακαλώ σας! κάμετέ τη δίσκο τη λύρα μου για κάθε δυστυχή· και κάμετε του κόσμου την ψυχή, κάθε άνθρωπο να λέει πως εδώ κάτου τα βάσανα τα ξένα είναι δικά του, να μη ξεχνάει πως είναι στη ζωή μόνο για να αγαπά και να ελεεί. </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] 64fjs4hp5unha8q0rp2si0ggzn5fy86 167155 167154 2026-08-07T10:10:15Z Grecoeditor 19180 167155 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Η νύχτα των Χριστουγέννων | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = [[Το κήρυγμα των Υδραίων]] | προηγούμενο= [[Αρχαία ζωγραφιά]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> :::::(κομμάτια) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Η καμπάνα Χριστούγεννα χτυπάει ::και μου φτερώνει την ψυχή, κι ανοίγεται η καρδιά μου και σκορπάει ::θυμίαμα την προσευχή. Του κάκου δε μ’ επήγαινε ο πατέρας ::την Κυριακή στην εκκλησιά· της γνώσης δεν τη ρούφηξε το τέρας ::της νιότης μου κάθε δροσιά. Του κάκου δε με κοίμιζε η μητέρα ::με τ’ όνομα της Παναγιάς, της Πίστης όλα τ’ άνθη πέρα ώς πέρα ::δε μου τα μάρανε ο βοριάς, της απιστίας ο βοριάς. Α! του κάκου ::παιδί δεν ήμουν μια φορά, γλίτωσα κάποιο λείψανο απ’ του Δράκου ::τα δόντια τα φαρμακερά. Φτάνει η ευωδιά που βγαίνει από λουλούδι ::να μου χαρίσει ευτύς φτερά για να πετάξω ανάερα αγγελούδι, ::στον έρωτα και στη χαρά. Και φτάνουν μιας καμπάνας γοργοί χτύποι ::μες σε σκοτάδι σιγανό για να μου δώσουν πάλι ό,τι μού λείπει ::και να με κάνουν χριστιανό! . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Άγιες αγάπες τρισευλογημένες που τις καρδιές τις σμίγατε παρθένες των πρώτων των αρχαίων Χριστιανών σε τραπέζι χαρά των ουρανών! Αγάπες που τον πλούσιον ένα ένα κάνατε να τα ρίχνει μαζωμένα στα πόδια του Αποστόλου τα ιερά κάθε αγαθό του, κάθε του χαρά! Αγάπες αγάπες τρισευλογημένες που τις καρδιές υψώνατε παρθένες των πρώτων των αρχαίων Χριστιανών στο όνειρο το τρανό των ουρανών! Αγάπες μεγαλόδωρες περίσσια, κάτου απ’ τη σκέπη τη δική σας ίσια ζούσαν μικροί, τρανοί, πλούσιοι, φτωχοί, κι έδενε τους ανθρώπους μια ψυχή! Αγάπες, ω!, φανείτε πάλι εμπρός μου, αυγές της πίστης, χρυσαυγές του κόσμου, κι ας βλέπει με το μάγο σας το φως ο άνθρωπος τον άνθρωπο, αδερφός. Αγάπες πια δεν έχετε το θρόνο στη γη την ανυπόταχτη, και μόνο στου ποιητή σάς ξανοίγω την καρδιά με την ίδια λαμπρότη κι ευωδιά. Αγάπες, κι εδώ μέσα που σας βρίσκω παρακαλώ σας! κάμετέ τη δίσκο τη λύρα μου για κάθε δυστυχή· και κάμετε του κόσμου την ψυχή, κάθε άνθρωπο να λέει πως εδώ κάτου τα βάσανα τα ξένα είναι δικά του, να μη ξεχνάει πως είναι στη ζωή μόνο για να αγαπά και να ελεεί. </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] 7rqujynhngqv8l825nrrqm3502je1ij Το κήρυγμα των Υδραίων 0 52809 167156 2026-08-07T10:17:43Z Grecoeditor 19180 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Το κήρυγμα των Υδραίων | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = | προηγούμενο= [[Η νύχτα των Χριστουγέννων]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> «Από την σήμερον και εις το ε... 167156 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Το κήρυγμα των Υδραίων | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = | προηγούμενο= [[Η νύχτα των Χριστουγέννων]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> «Από την σήμερον και εις το εξής όποιος συμπατριώτης (ό μη γένοιτο!) θανατωθεί εις τον πόλεμον, η φαμιλία του έχει να τρέφεται από την κάσαν της πατρίδος μας ενόσω η χηρευμένη γυναίκα του μένει ανύπανδρος, και το όνομά του έχει να μνημονεύεται παρρησίᾳ εις όλας τας εκκλησίας… Κάθε καπετάνιος να γράφει το όνομα του ανδρός, ο οποίος ήθελε κάμει κανένα ηρωικόν έργον ή εις την ξηράν ή εις την θάλασσαν· και η πατρίς να δίδει εις εκείνον τον ναύτην αποδεικτικόν του ηρωισμού του, διά να παρρησιασθεί μίαν ημέραν εις τον ορθόδοξον βασιλέα μας και να λάβει την πρέπουσαν τιμήν και δόξαν.» :::::::::::-(Παλαιόν Υδραϊκόν έγγραφον) Στην κυματόδαρτη Ύδρα μιαν ημέρα θαλασσινά της Ύδρας τα παιδιά, όλοι μικροί, μεγάλοι πέρα ώς πέρα το βάλανε το χέρι στο Ευαγγέλιο και κήρυξαν μ’ ατρόμητη καρδιά και με της λεβεντιάς το χαμογέλιο: «Καλότυχος αυτός που εγράφτη νά βρει στον πόλεμο το θάνατο και πάει από τον Τούρκο· η γη του τάφου η μαύρη ::::δε θα τον φάει. Η δόξα από τη νύχτα του θανάτου γεννιέται σαν αυγή ροδοβαμμένη, μες στην καρδιά του Γένους τ’ όνομά του ::::γραφτό θα μένει. Θε να το μνημονεύει πρωί και βράδυ στην εκκλησιάν ο Λειτουργός, κι ακόμα θ’ αντιλαλεί πολεμικό σημάδι, ::::σε κάθε στόμα, σαν το τραχύ τ’ αγέρι που σφυρίζει σε πλοίου πανί ασάλευτο απλωμένο, κι εκείνο ευτύς ταράζεται και τρίζει ::::αγριεμένο. Και θ’ ανεβαίνει στου Θεού το θρόνο πιο μοσχομυρισμένο απ’ το λιβάνι· σαν προσευχή που ελπίδα κλει και πόνο ::::ψηλά θα φτάνει. Κι όποιος αφήσει εδώ γυναίκα χήρα, η χήρα του κυρά και δέσποινά μας, και τα ορφανά του —ω ζηλεμένη μοίρα!— ::::θα είν’ ορφανά μας. Θα ’χει γι’ αυτά η πατρίδα, εγκάρδια μάνα, και κάσα κι αγκαλιά πάντ’ ανοιγμένη, κι αν ο Θεός το θέλει, και ζητιάνα ::::γι’ αυτά να γένει. Κι όποιος για την πατρίδα του τα νιάτα βαφτίσει στη φωτιά σαν παλικάρι και δεν του κλείσει ο θάνατος τη στράτα ::::και δεν τον πάρει, καλότυχος! θα φτάσει μιαν ημέρα, κι ο Τούρκος δίχως δύναμη και γνώση στην Κόκκινη Μηλιά κι ακόμα πέρα ::::θα τα ζαρώσει. Κι η Ελευτεριά θ’ αστράψει σαν τον ήλιο και σαν το δέντρο ένα καρπό θα βγάλει: ένα πλατύ κι απέραντο βασίλειο ::::σαν πρώτα πάλι. Και θα είν’ η Ελλάδα, ως πρώτα, και μεγάλη θα ξαπλωθεί σ’ Ανατολή και Δύση, κι εμπρός στο βασιλιά τον ξανθομάλλη ::::θα γονατίσει. Σ’ Αυτόν. Σαν ουρανόσταλτην εικόνα καιρούς τον ονειρεύεται το Γένος· θε νά ’ρθει με δικέφαλη κορόνα ::::στεφανωμένος. Σ’ Αυτόν. Καιρούς τον καρτερούμεν όλοι σαν άγιο φως και σαν αυγής ακτίνα. Αυτός θα σμίξει αδερφικά την Πόλη ::::με την Αθήνα. Όποιος για την πατρίδα πολεμήσει, της Ρωμιοσύνης άξιο παλικάρι, και με τη χάρη του Σταυρού γκρεμίσει ::::το αχνό Φεγγάρι, χίλιες φορές καλότυχος! Μια μέρα μπροστά στο βασιλιά τον ξανθομάλλη με της παλικαριάς του τον αέρα ::::θε να προβάλει. Και τ’ άρματα θα φέρει να του δείξει με μαύρες από Τούρκων αίμα στάλες, κι όσες λαβωματιές τὄχουν ανοίξει ::::βόλια και πάλες. Και τα χαρτιά του Αγώνα θα του φέρει γεμάτα απ’ τ’ όνομά του ένα κι ένα, απ’ της Πατρίδας το τρισάγιο χέρι ::::όλα γραμμένα. Κι από το θρόνο ο βασιλιάς θα γείρει, θα τονε σφίξει μες στην αγκαλιά του, και θα τον έχει πάντα ακουμπιστήρι ::::στα δεξιά του!» Στην κυματόδαρτη Ύδρα μιαν ημέρα πολεμικά της Ύδρας τα παιδιά, όλοι μικροί, μεγάλοι, πέρα ώς πέρα, ορκιστήκαν απάνου στο Ευαγγέλιο, κι αυτά ονειρεύονταν με την καρδιά της λεβεντιάς και με το χαμογέλιο! </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] gdr2baf1xmpwke0f6t6hgxl5l0zixj5 167157 167156 2026-08-07T10:18:08Z Grecoeditor 19180 167157 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Το κήρυγμα των Υδραίων | συγγραφέας = Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = [[Τα μάτια της ψυχής μου]] | επόμενο = | προηγούμενο= [[Η νύχτα των Χριστουγέννων]] | βικιπαίδεια = | σημειώσεις = }} {{block center/s}} <poem> «Από την σήμερον και εις το εξής όποιος συμπατριώτης (ό μη γένοιτο!) θανατωθεί εις τον πόλεμον, η φαμιλία του έχει να τρέφεται από την κάσαν της πατρίδος μας ενόσω η χηρευμένη γυναίκα του μένει ανύπανδρος, και το όνομά του έχει να μνημονεύεται παρρησίᾳ εις όλας τας εκκλησίας… Κάθε καπετάνιος να γράφει το όνομα του ανδρός, ο οποίος ήθελε κάμει κανένα ηρωικόν έργον ή εις την ξηράν ή εις την θάλασσαν· και η πατρίς να δίδει εις εκείνον τον ναύτην αποδεικτικόν του ηρωισμού του, διά να παρρησιασθεί μίαν ημέραν εις τον ορθόδοξον βασιλέα μας και να λάβει την πρέπουσαν τιμήν και δόξαν.» :::::::::::-(Παλαιόν Υδραϊκόν έγγραφον) {{block center/s}} Στην κυματόδαρτη Ύδρα μιαν ημέρα θαλασσινά της Ύδρας τα παιδιά, όλοι μικροί, μεγάλοι πέρα ώς πέρα το βάλανε το χέρι στο Ευαγγέλιο και κήρυξαν μ’ ατρόμητη καρδιά και με της λεβεντιάς το χαμογέλιο: «Καλότυχος αυτός που εγράφτη νά βρει στον πόλεμο το θάνατο και πάει από τον Τούρκο· η γη του τάφου η μαύρη ::::δε θα τον φάει. Η δόξα από τη νύχτα του θανάτου γεννιέται σαν αυγή ροδοβαμμένη, μες στην καρδιά του Γένους τ’ όνομά του ::::γραφτό θα μένει. Θε να το μνημονεύει πρωί και βράδυ στην εκκλησιάν ο Λειτουργός, κι ακόμα θ’ αντιλαλεί πολεμικό σημάδι, ::::σε κάθε στόμα, σαν το τραχύ τ’ αγέρι που σφυρίζει σε πλοίου πανί ασάλευτο απλωμένο, κι εκείνο ευτύς ταράζεται και τρίζει ::::αγριεμένο. Και θ’ ανεβαίνει στου Θεού το θρόνο πιο μοσχομυρισμένο απ’ το λιβάνι· σαν προσευχή που ελπίδα κλει και πόνο ::::ψηλά θα φτάνει. Κι όποιος αφήσει εδώ γυναίκα χήρα, η χήρα του κυρά και δέσποινά μας, και τα ορφανά του —ω ζηλεμένη μοίρα!— ::::θα είν’ ορφανά μας. Θα ’χει γι’ αυτά η πατρίδα, εγκάρδια μάνα, και κάσα κι αγκαλιά πάντ’ ανοιγμένη, κι αν ο Θεός το θέλει, και ζητιάνα ::::γι’ αυτά να γένει. Κι όποιος για την πατρίδα του τα νιάτα βαφτίσει στη φωτιά σαν παλικάρι και δεν του κλείσει ο θάνατος τη στράτα ::::και δεν τον πάρει, καλότυχος! θα φτάσει μιαν ημέρα, κι ο Τούρκος δίχως δύναμη και γνώση στην Κόκκινη Μηλιά κι ακόμα πέρα ::::θα τα ζαρώσει. Κι η Ελευτεριά θ’ αστράψει σαν τον ήλιο και σαν το δέντρο ένα καρπό θα βγάλει: ένα πλατύ κι απέραντο βασίλειο ::::σαν πρώτα πάλι. Και θα είν’ η Ελλάδα, ως πρώτα, και μεγάλη θα ξαπλωθεί σ’ Ανατολή και Δύση, κι εμπρός στο βασιλιά τον ξανθομάλλη ::::θα γονατίσει. Σ’ Αυτόν. Σαν ουρανόσταλτην εικόνα καιρούς τον ονειρεύεται το Γένος· θε νά ’ρθει με δικέφαλη κορόνα ::::στεφανωμένος. Σ’ Αυτόν. Καιρούς τον καρτερούμεν όλοι σαν άγιο φως και σαν αυγής ακτίνα. Αυτός θα σμίξει αδερφικά την Πόλη ::::με την Αθήνα. Όποιος για την πατρίδα πολεμήσει, της Ρωμιοσύνης άξιο παλικάρι, και με τη χάρη του Σταυρού γκρεμίσει ::::το αχνό Φεγγάρι, χίλιες φορές καλότυχος! Μια μέρα μπροστά στο βασιλιά τον ξανθομάλλη με της παλικαριάς του τον αέρα ::::θε να προβάλει. Και τ’ άρματα θα φέρει να του δείξει με μαύρες από Τούρκων αίμα στάλες, κι όσες λαβωματιές τὄχουν ανοίξει ::::βόλια και πάλες. Και τα χαρτιά του Αγώνα θα του φέρει γεμάτα απ’ τ’ όνομά του ένα κι ένα, απ’ της Πατρίδας το τρισάγιο χέρι ::::όλα γραμμένα. Κι από το θρόνο ο βασιλιάς θα γείρει, θα τονε σφίξει μες στην αγκαλιά του, και θα τον έχει πάντα ακουμπιστήρι ::::στα δεξιά του!» Στην κυματόδαρτη Ύδρα μιαν ημέρα πολεμικά της Ύδρας τα παιδιά, όλοι μικροί, μεγάλοι, πέρα ώς πέρα, ορκιστήκαν απάνου στο Ευαγγέλιο, κι αυτά ονειρεύονταν με την καρδιά της λεβεντιάς και με το χαμογέλιο! </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] 548sau8dy5jwgaualbcc2y8e8335dx6 Ίαμβοι και ανάπαιστοι 0 52810 167158 2026-08-07T11:32:23Z Grecoeditor 19180 Νέα σελίδα: {{κεφαλίδα | τίτλος =Ίαμβοι και ανάπαιστοι | συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = | προηγούμενο= | επόμενο = | σημειώσεις = Η τέταρτη ποιητική συλλογή του Κωστή Παλαμά. Δημοσιεύθηκε το 1897. }} ==(Προλογικό…)== *[[(Ταιριασμένοι οι Ανάπαιστοι…)]] ==... 167158 wikitext text/x-wiki {{κεφαλίδα | τίτλος =Ίαμβοι και ανάπαιστοι | συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα = | προηγούμενο= | επόμενο = | σημειώσεις = Η τέταρτη ποιητική συλλογή του Κωστή Παλαμά. Δημοσιεύθηκε το 1897. }} ==(Προλογικό…)== *[[(Ταιριασμένοι οι Ανάπαιστοι…)]] ==Σ’ αγαπώ== *[[(Σ’ αγαπώ σα λεβέντικο...)]] *[[(Ω παρθένα...)]] *[[(Δυο ματάκια γλυκόσκυψαν...)]] *[[(Σαν πελάγου φωσφόρισμα...)]] *[[(Ωραίον αγόρι...)]] *[[(Ω παιδιά μου...)]] *[[(Από κάπου τα ξέθαψα...)]] *[[(Του πατέρα μου γράμματα...)]] *[[(Νερόν ήθελα να ’πινα...)]] ==Μαγιοβότανα== *[[(Μια νεράιδα μ’ εγέννησεν...)]] *[[(Η γριά Ζωή ακουμπώντας με...)]] *[[(Στέκει το Βασιλόπουλο...)]] *[[(Η μαύρη Λάμια που έκλεισε...)]] *[[(Γυρνά κι ορμά ο Μενέλαος...)]] *[[(Από ξένα βασίλεια...)]] *[[(Σπέρμα της Χάμκως...)]] *[[(Καβάλα πάει ο Χάροντας...)]] *[[(—Ο Ακρίτας είμαι...)]] ==Η φύσις κρύβει…== *[[(Η Φύσις κρύβει μέσα της...)]] *[[(Ζωγράφε λαμπερόχρωμε...)]] *[[(Σαν ένα ονειροφάντασμα...)]] *[[(Το Ουράνιο Τόξον έσχισε...)]] *[[(Πρωί· μέσα στ’ ακύμαντα...)]] *[[(Στου σοφού το παράθυρο...)]] *[[(Το κυπαρίσσι ολόψηλον...)]] *[[(Ω Κυβέλη και ω Δήμητρα...)]] ==Ουρανία== *[[(Δίδυμα τέκνα γέννησαν...)]] *[[(Με πελέκι αστραπόμορφον...)]] *[[(Ξένε σοφέ, πώς ήθελα...)]] *[[(Είδα τη θάλασσα άγρια...)]] *[[(Ήμουν αθώο κι ανήξερο...)]] *[[(Στου νέου κόσμου ολόμακρα...)]] *[[(Είν’ η ζωή αχαμνόδεντρο...)]] *[[(Μοναξιά, σκέπη ολόβαθη...)]] *[[(Δοξασμένα, υπεράνθρωπα...)]] *[[(Ήλιε, εσύ, πηγή αστείρευτη...)]] *[[(Η γη μας γη των...)]] *[[(Στης Πεντέλης το μάρμαρον...)]] *[[(Μιαν αυγή χειμωνιάτικη...)]] *[[(Θαύμα θαυμάτων μέσα μου...)]] ==(Επιλογικό)== *[[(Αντιόπη...)]] [[Κατηγορία:Ποιητικές Συλλογές]] sjz6jx41x7dfrv6z8bxgp3mwmmrl6fa