Βικιθήκη elwikisource https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 MediaWiki 1.47.0-wmf.17 first-letter Μέσο Ειδικό Συζήτηση Χρήστης Συζήτηση χρήστη Βικιθήκη Συζήτηση Βικιθήκη Αρχείο Συζήτηση αρχείου MediaWiki Συζήτηση MediaWiki Πρότυπο Συζήτηση προτύπου Βοήθεια Συζήτηση βοήθειας Κατηγορία Συζήτηση κατηγορίας Σελίδα Συζήτηση σελίδας Μεταγραφή Συζήτηση μεταγραφής Συγγραφέας Συζήτηση συγγραφέα Πύλη Συζήτηση πύλης TimedText TimedText talk Module Module talk Event Event talk Παλατινή Ανθολογία/VII/190 Ανύτης 0 22755 167623 85954 2026-08-30T14:51:00Z Demetrius Talpa 11282 /* VII 190 Ανύτης οι δε Λεωνίδου */ 167623 wikitext text/x-wiki <noinclude> {{Κεφαλίδα | τίτλος = VI 190 Ἀκρίδι, τᾷ κατ' ἄρουραν ἀηδόνι, καὶ δρυοκοίτᾳ | συγγραφέας = [[Ανύτη]] ή Λεωνίδας | μεταφραστής= | ενότητα = [[Παλατινή Ανθολογία]], [[../|VII (βιβλίο 7ο Επιτύμβια επιγράμματα)]] | προηγούμενο= [[../189|Βιβλίο 7o, 189]] | επόμενο = [[../191|Βιβλίο 7o, 191]] | σημειώσεις = Ἀκρίδι, τᾷ κατ' ἄρουραν ἀηδόνι, καὶ δρυοκοίτᾳ, [[Ανύτη]]ς οι δε Λεωνίδου, Παλατινή Ανθολογία, βιβλίο 7ο επίγραμμα 190 (AP VII 190)<br> Στην Παλατινή Ανθολογία υπάρχουν δυο ποιητές με το όνομα Λεωνίδας, ο [[Λεωνίδας ο Αλεξανδρεύς]] και ο [[Λεωνίδας ο Ταραντίνος]] }} [[Κατηγορία:Επιγράμματα]] </noinclude> ==VII 190 Ανύτης οι δε Λεωνίδου== :Ἀκρίδι, τᾷ κατ' ἄρουραν ἀηδόνι, καὶ δρυοκοίτᾳ ::τέττιγι ξυνὸν τύμβον ἔτευξε Μυρώ, :παρθένιον στάξασα κόρα δάκρυ· δισσὰ γὰρ αὐτᾶς ::παίγνι' ὁ δυσπειθὴς ᾤχετ' ἔχων Ἀίδας. qx19zdtmxrspvekjlvp5t5ry0ec48c3 Παλατινή Ανθολογία/VII/202 Ανύτης 0 22757 167624 85955 2026-08-30T14:51:44Z Demetrius Talpa 11282 167624 wikitext text/x-wiki <noinclude> {{Κεφαλίδα | τίτλος = VII 202 Οὐκέτι μ' ὡς τὸ πάρος πυκιναῖς πτερύγεσσιν ἐρέσσων | συγγραφέας = Ανύτη | μεταφραστής= | ενότητα = [[Παλατινή Ανθολογία]], [[../|VII (βιβλίο 7ο Επιτύμβια επιγράμματα)]] | προηγούμενο= [[../201|Βιβλίο 7o, 201]] | επόμενο = [[../203|Βιβλίο 7o, 203]] | σημειώσεις = Οὐκέτι μ' ὡς τὸ πάρος πυκιναῖς πτερύγεσσιν ἐρέσσων, [[Ανύτη]]ς, Παλατινή Ανθολογία, βιβλίο 7ο επίγραμμα 202 (AP VII 202) }} [[Κατηγορία:Επιγράμματα]] </noinclude> ==VII 202 Ανύτης== :Οὐκέτι μ' ὡς τὸ πάρος πυκιναῖς πτερύγεσσιν ἐρέσσων ::ὄρσεις ἐξ εὐνῆς ὄρθριος ἐγρόμενος· :ἦ γάρ σ' ὑπνώοντα σίνις λαθρηδὸν ἐπελθὼν ::ἔκτεινεν λαιμῷ ῥίμφα καθεὶς ὄνυχα. mdxl64ciwvoj8zxap6vkw50qqqjxl9j Παλατινή Ανθολογία/VII/208 Ανύτης 0 22846 167625 85956 2026-08-30T14:52:19Z Demetrius Talpa 11282 167625 wikitext text/x-wiki <noinclude> {{Κεφαλίδα | τίτλος = VII 208 Μνᾶμα τόδε φθιμένου μενεδαΐου εἵσατο Δᾶμις ἵππου | συγγραφέας = Ανύτη | μεταφραστής= | ενότητα = [[Παλατινή Ανθολογία]], [[../|VII (βιβλίο 7ο Επιτύμβια επιγράμματα)]] | προηγούμενο= [[../207|Βιβλίο 7o, 207]] | επόμενο = [[../209|Βιβλίο 7o, 209]] | σημειώσεις = Μνᾶμα τόδε φθιμένου μενεδαΐου εἵσατο Δᾶμις ἵππου, [[Ανύτη]]ς, Παλατινή Ανθολογία, βιβλίο 7ο επίγραμμα 208 (AP VII 208) }} [[Κατηγορία:Επιγράμματα]] </noinclude> ==VII 208 Ανύτης== :Μνᾶμα τόδε φθιμένου μενεδαΐου εἵσατο Δᾶμις ::ἵππου, ἐπεὶ στέρνον τοῦδε δαφοινὸς Ἄρης :τύψε· μέλαν δέ οἱ αἷμα ταλαυρίνου διὰ χρωτὸς ::ζέσσ', ἐπὶ δ' ἀργαλέᾳ βῶλον ἔδευσε φονᾷ. <noinclude> Μετάφραση: *[[Στέφανος (Σίμος Μενάρδος)/Του σκοτωμένου μαύρου του έστησ' ο Δάμις μνήμα, Ανύτης]], [[Σίμος Μενάρδος]] {{:Στέφανος (Σίμος Μενάρδος)/Του σκοτωμένου μαύρου του έστησ' ο Δάμις μνήμα, Ανύτης}} </noinclude> aghyccdt6d6sz8kvgmmvq7dnj9r8amn Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/40 100 50840 167626 162387 2026-08-31T10:37:14Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167626 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|34|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>μητρὸς καὶ τῶν ἀδελφῶν μου συναντήσεως καὶ αἱ γλυκεῖαι τῆς παιδικῆς ἡλικίας ἀναμνήσεις. Ἡ νεότης εἶναι φύσει ἀμέριμνος καὶ εὔελπις· δὲν ἀρέσκεται νὰ ἐνδιατρίβῃ εἰς τὰ θλιβερά. Αἱ τῆς Σμύρνης ἀναμνήσεις διελύθησαν βαθμηδὸν ὑπὸ τὸ πρίσμα εὐχαρίστων ὀνειροπολημάτων καὶ ἀπεκοιμήθην ἐν γαλήνῃ, ναναριζόμενος ἀπὸ τοῦ σκάφους τὸ τρίξιμον καὶ ἀπὸ τὴν ὁμαλὴν ἐπὶ τῶν ἐλαφρῶν κυμάτων κίνησίν του. Τὴν αὐγήν, ὅτε ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ καταστρώματος, ὁ ἥλιος εἶχε μόλις ἀνατείλει. Ἄντικρύ μας ἐφαίνετο ἡ Χίος, κεκαλυμμένη ὑπὸ διαφανοῦς πρωϊνῆς ὁμίχλης. Μακρὰν δὲ πρὸς τ’ ἀριστερὰ ὁ πατήρ μου τείνων σιωπηλῶς τὴν χεῖρα μοὶ ἔδειξεν, ὡς σμῆνος λευκῶν περιστερῶν, σειρὰν ἱστίων ἐπικαθημένων ἐπὶ τοῦ ὁρίζοντος. Ὁ γέρων Βισβίλης, —νομίζω ὅτι τὸν βλέπω ἐνώπιόν μου τώρα, ἐνῷ γράφω,— ὄρθιος ἐπὶ τῆς πρύμνης, μὲ τὰς δύο χεῖρας ἐπὶ τοῦ μετώπου καὶ κύκλῳ τῶν ὀφθαλμῶν, ἠτένιζε μετὰ προσοχῆς, ὡσεὶ προσπαθῶν νὰ μετρήσῃ τὰ πλοῖα. — Ἔρχονται, ἢ φεύγουν; ἠρώτησεν ὁ πατήρ μου. — Πηγαίνουν πρὸς τὴν Σάμον, ἀπεκρίθη ὁ πλοίαρχος. Ὁ Θεὸς μαζῆ των! — Ἀμήν, ὑπέλαβεν ὁ πατήρ μου. Καὶ οἱ δύο γέροντες ἔκαμον τὸν σταυρόν των. {{nop}}<noinclude></noinclude> g7lac8dloymn2xu773xx77q9eaqvrfn Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/41 100 50841 167627 162388 2026-08-31T10:42:53Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167627 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|35}}</noinclude>Πρώτην τότε φορὰν ἐπεφάνη εἰς ἐμὲ συσσωματωμένη ἡ ἰδέα τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ αἴσθησις τῆς Ἐθνεγερσίας. Αἱ λευκαὶ ἐκεῖναι περιστεραὶ ἦσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου τὰ πλοῖα. Ἐπ’ αὐτῶν ἐκυμάτιζε τοῦ Σταυροῦ ἡ σημαία. Καὶ διέτρεχον τὰ πλοῖα ἐκεῖνα τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας ἐλεύθερα, καὶ ἦσαν ἐπ’ αὐτῶν ἄνδρες γενναῖοι καὶ ἄφοβοι, καὶ ἐπεδείκνυον ἀπὸ παραλίαν εἰς παραλίαν τὴν σημαίαν των, ἐμψυχοῦντες τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ἀψηφοῦντες τοὺς Τούρκους, καὶ ἐπὶ τῆς σημαίας ἐκείνης ἦσαν ἐγκεχαραγμέναι αἱ λέξεις «Ἐλευθερία ἢ θάνατος!» Ὅτε εἶδον τοὺς δύο γέροντας τοσοῦτον συγκεκινημένους ᾐσθάνθην ἐν ἐμαυτῷ αἴσθημα ἀπερίγραπτον, ἀπερίγραπτον τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἦτον ἀόριστον καὶ συγκεχυμένον. ᾘσθάνθην ὡς νὰ ἐγίνετο πλατύτερον τὸ στῆθος καὶ ὑψηλότερον τὸ σῶμά μου. Ἀλλ’ ἦτο στιγμιαῖον καὶ παροδικὸν τὸ αἴσθημα. Ἴσως δέ, ἴσως γράφων τώρα, περιγράφω μᾶλλον τί ἠδυνάμην νὰ συναισθανθῶ τότε, ἢ ὅ,τι πραγματικῶς καὶ ἀκριβῶς συνῃσθάνθην. Μετ’ ὀλίγας ὥρας ἀπεβιβαζόμεθα εἰς Χίον. Ἐπερίμενον νὰ ἴδω κατὰ τὸ σύνηθες τὴν παραλίαν πλήθουσαν, καὶ γνωρίμους καὶ φίλους ἐπὶ τῆς προκυμαίας, καὶ ν’ ἀκούσω τὰ εὔθυμα {{κσγ|Καλῶς ὡρίσατε|0.1em}} καὶ τοὺς χαριεντισμούς, οἵτινες ἄλλοτε,<noinclude></noinclude> lybl3atxq8vanb34xkopqb4hozdrj6o Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/42 100 50842 167628 162389 2026-08-31T10:50:50Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167628 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|36|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>κατὰ τοιαύτας περιστάσεις, μεταξὺ τῆς ἀποβάθρας καὶ τῆς λέμβου ἀντηλλάσσοντο. Ἀλλὰ τὸ παρὰ τὴν ἀποβάθραν καφενεῖον ἦτο κενόν, ἡ προκυμαία ἔρημος, ἔρημος ἡ ἀγορά. Εἰς τὰς θύρας μόνον ἐργαστηρίων τινῶν, οἱ ἰδιοκτῆται κατηφεῖς καὶ σιωπηλοὶ μᾶς ἔβλεπον ἀποροῦντες καὶ μᾶς ἐχαιρέτων διαβαίνοντας. Ἡ θέα τῆς γενικῆς ἐκείνης κατηφείας μὲ κατετάρασσε καὶ μοῦ ἤρχετο νὰ φωνάξω ἐρωτῶν τοὺς πρὸ τῶν ἐργαστηρίων πραγματευτάς: — Δι’ ὄνομα Θεοῦ, τί ἔπαθεν ἡ Χίος; τί συμβαίνει; Ἀλλ’ ἐβάδιζον κατόπιν τοῦ πατρός μου ἀκολουθῶν τὰ ἴχνη του, καὶ δὲν ἤμην συνειθισμένος νὰ λαμβάνω τὴν πρωτοβουλίαν ποτὲ ἐκείνου παρόντος. Εὐτυχῶς οὐδ’ ἐκεῖνος ἐκρατήθη ἐπὶ πολύ, ἀλλ’ εἰσχωρήσας εἰς ἐργαστήριον ἀρχαίου γνωρίμου του, τῷ ἀπηύθυνεν, ἄνευ προοιμίου ἐξηγοῦντος τὴν παρουσίαν μας, τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἐρώτησιν, ἥτις μοῦ ἤρχετο εἰς τὰ χείλη· — Ηὗρες τὴν ὥραν νὰ ἐπιστρέψῃς, φίλε μου. Ἐδῶ εἶναι κόσμου χαλασμός! Αὗται ἦσαν αἱ πρῶται τοῦ ἐμπόρου λέξεις. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη μελαγχολικὴ ὑποδεξίωσίς του δὲν τὸν ἐμπόδισεν ἀπὸ τοῦ νὰ μᾶς ἐπιδείξῃ τὴν εὐχαρίστησίν του ἐπὶ τῇ μετὰ τοῦ πατρός μου συναντήσει.<noinclude></noinclude> 3bjprlh050gm6tky3gi5ywy6frgl4xu Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/43 100 50843 167629 162391 2026-08-31T10:52:54Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167629 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|37}}</noinclude>Μᾶς ἠνάγκασε νὰ καθήσωμεν, ἐπέμεινε νὰ μᾶς κεράσῃ καὶ μεταξὺ φιλοξενῶν μᾶς διηγήθη τὰ διατρέξαντα. Τότε ἐμάθομεν ὅτι ὁ στόλος, τὸν ὁποῖον εἰδομεν τὴν αὐγὴν πλέοντα πρὸς τὴν Σάμον, εἶχε διαμείνει δέκα ἡμέρας εἰς τὰ παράλια τῆς Χίου, ὑπὸ τὸν ναύαρχον Τομπάζην πρὸς ἐξέγερσιν τῆς νήσου, ἀλλ’ ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἅμα ἰδόντες τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα συνέλαβον τὸν ἀρχιερέα καὶ τοὺς προκρίτους, τοὺς ὁποίους εἰσέτι ἐκράτουν ὡς ὁμήρους ἐντὸς τοῦ φρουρίου, οἱ δὲ χωρικοὶ δὲν ἐκινήθησαν, καὶ ἀπέπλευσεν ἄπρακτος ὁ στόλος. Καὶ μᾶς ἀφηγήθη λεπτομερῶς ὁ ἐργαστηριάρης τῶν δέκα ἐκείνων ἡμερῶν τὰς περιπετείας, καὶ ἀπηρίθμει τὰ ὀνόματα τῶν συλληφθέντων ὁμήρων, ὀνόματα σεβαστὰ καὶ προσφιλῆ, καὶ περιέγραφε μετὰ συγκινήσεως τὸν τρόμον, τὸν ὁποῖον ἡ σύλληψίς των καθ’ ὅλην τὴν νῆσον ἐνέσπειρε. Διότι ἦσαν ἤδη γνωσταὶ αἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει σφαγαί, ἡ δὲ κράτησις τῶν ὁμήρων ἐθεωρήθη εὐλόγως, ὡς προοίμιον χειροτέρων παθημάτων. Ὥστε ἐνοήσαμεν, διατί ἦτον ἔρημος καὶ κατηφὴς ἡ πόλις. Ἐνοήσαμεν δὲ ταὐτοχρόνως, ὅτι ἡ Σμύρνη δὲν ἦτον ἡ μόνη ἐπικίνδυνος διαμονή· ὅτι ὅπου ἔνοπλοι Τοῦρκοι καὶ ὑπόδουλοι Ἕλληνες, ἐκεῖ θηριώδης ἀγριότης ἐξ ἑνὸς καὶ διαρκὴς ἀφ’ ἑτέρου ἀγωνία. {{nop}}<noinclude></noinclude> bxy143v58l49xdy01cvwef9zdpa4l6e Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/44 100 50844 167630 162392 2026-08-31T11:24:45Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167630 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|38|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>Κατηυθύνθημεν σιωπῶντες πρὸς τὴν οἰκίαν μας. Ὅταν ἔκρουσεν ὁ πατήρ μου τὴν θύραν, εἶδον ἓν δάκρυ σιωπηλὸν ἐπὶ τῆς παρειᾶς του. Ἀλλ’ ἐγὼ ᾐσθανόμην τὴν καρδίαν μου σειομένην ὑπὸ τῆς φαιδρᾶς πλημμύρας ἀρχαίων ἀναμνήσεων, καὶ ὅταν ἤνοιξε τὴν θύραν ἡ Ἀνδριάνα, ἡ ὀρφανὴ τῆς τροφοῦ μου θυγάτηρ, ἡ εὔθυμος συμπαίκτρια τῶν παιδικῶν μου χρόνων, ἡ ἀφωσιωμένη τῆς μητρός μου ὑπηρέτρια, ὅταν ἤνοιξε τὴν θύραν καὶ ἰδοῦσα ἡμᾶς ἀπροσδοκήτως ἐνώπιόν της, ἔκθαμβος καὶ περιχαρὴς ἤνοιγε τὰ χείλη νὰ φωνάξῃ τῆς ἐλεύσεώς μας τὴν ἀγγελίαν, ἐγὼ ἐχύθην καί, πρὶν ἔτι προφθάσῃ νὰ κράξῃ, ἔκλεισα μὲ τὴν μίαν χεῖρα τὸ στόμα της, μὲ τὴν ἄλλην δὲ ἔσυρα τὴν λευκὴν οὐρὰν τοῦ χιακοῦ κεφαλοδέσμου της, καὶ ἐλύθησαν αἱ πλεξίδες της, καὶ ἔμεινεν εἰς τὴν χεῖρά μου ἡ λευκὴ ὀθόνη. Ἐλησμόνησα κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν καὶ τὸ πρὸς τὸν πατέρα μου σέβας, καὶ τὰ διελθόντα ἑπτὰ ἔτη ἀφ’ ὅτου ἤμην ἀπών, καὶ τοὺς οἰωνούς, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐπέστρεφον εἰς τὴν πατρικὴν οἰκίαν. Ἡ χαρὰ τῆς μητρός μου, ὅτε μᾶς εἶδεν, ἐπεσκίασε πᾶν ἄλλο της αἴσθημα. Τὴν ηὗρα γεροντατέραν ἀφ’ ὅ,τι τὴν ἐγνώριζον τὴν καλήν μου μητέρα, αἱ δὲ ἀδελφαί μου, τὰς ὁποίας ἀφῆκα παιδία μικρά, ἦσαν ἤδη ἀνθηρὰ κοράσια. Ὤ! Μετὰ πόσης χαρᾶς<noinclude></noinclude> jjgh4ub0hemjwu6dtdlonarov0uqhr2