Βικιθήκη elwikisource https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 MediaWiki 1.47.0-wmf.17 first-letter Μέσο Ειδικό Συζήτηση Χρήστης Συζήτηση χρήστη Βικιθήκη Συζήτηση Βικιθήκη Αρχείο Συζήτηση αρχείου MediaWiki Συζήτηση MediaWiki Πρότυπο Συζήτηση προτύπου Βοήθεια Συζήτηση βοήθειας Κατηγορία Συζήτηση κατηγορίας Σελίδα Συζήτηση σελίδας Μεταγραφή Συζήτηση μεταγραφής Συγγραφέας Συζήτηση συγγραφέα Πύλη Συζήτηση πύλης TimedText TimedText talk Module Module talk Event Event talk Σελίδα:Σκαραβαίοι και Τερρακότες (1919).pdf/76 100 47838 167642 154597 2026-08-31T22:01:30Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167642 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{nop}}</noinclude>{{Κέντρο|{{κσγ|ΣΤΗ ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΕΑΣ}}}} {{vgap|2em}} {{block center/s}} <poem> {{x-larger|Π}}{{sc|ΕΣ}} μας τοὺς πόνους ποὖπες καὶ ξανᾶπες· —Μὲ μοίρανε στὰ σπάργανά μου ἡ Μοῖρα νὰ τραγουδάω τὶς στεῖρες τὶς ἀγάπες καὶ τἄκαρπα φιλιὰ νὰ κλαίω τὰ στεῖρα. Πέρ’ ἀπὸ μένα δὲ θὰ ξαναζήσῃ ἡ ἀρχαία μας γενεὰ — πάπποι προσπάπποι, καὶ πάντα μὲς τὸ ρόδινο μεθύσι θὰ πνίγω μόνος τὴ στερνή μου ἀγάπη. Κ’ ἔσωσα πρῶτος ὅπου σώνει ὁ δρόμος ποῦ ἡ Θάλασσα ἡ Νεκρὴ τὸν κόβει, ἡ μαύρη· τῆς τρίτης γενεᾶς μου ὁ κληρονόμος τὸ ξένο κρῖμα μου ἄφταιγος δὲ θἄβρῃ. Δὲ θἀναζῶ, ἀσυνόριστος δεσπότης, σὲ μιὰ βαθειὰ γωνιὰ τοῦ αἵματός του νὰ τοῦ τρυγάω τὸν πρῷμο ἀνθὸ τῆς νιότης σὰν τὸ κρυφὸ σκουλήκι πόθου ἀρρώστου. </poem><noinclude>{{block center/e}} {{κβ|||75}}</noinclude> g8jmr3bdemmrrh20tb64rkm8r6xb5gm Σελίδα:Σκαραβαίοι και Τερρακότες (1919).pdf/77 100 47839 167643 154598 2026-08-31T23:05:24Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167643 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{block center/s}} {{nop}}</noinclude><poem> Σώνω στερνὸς ἐκεῖ ποῦ σώνει ἡ στράτα ποῦ ἐμπρὸς τὸ δάσος τὸ ἄβατο τὴν κόβει· μέσα θρηνοῦν τἀνώφελα τὰ νιᾶτα καὶ τῶν τελείων θανάτων κλαῖν οἱ φόβοι. Ἀχνὲς ὑστερικὲς Νύφες παθιάρες ποῦ μὲ τὸ νόθο φῶς της ζῇ ἡ Σελήνη στενάζουν στὶς κλαψάρες των κιθάρες τὸ μοιρολόϊ τῆς γενεᾶς ποῦ σβύνει. Σώνω στερνός, μαζί μου σώνει ἡ μέρα κ’ οἱ Δυσμικὲς καλοῦν τὴ νύχτα νἄρχῃ· ἥσκιοι θολοὶ κι ἀνήσυχοι ἀπὸ πέρα τὸν πρῶτο οἱ ἀπόγονοι ἀκλουθοῦν γενάρχη. Ὅλοι τους μ’ ἕν’ ἀγέρα μαθημένο στὰ ἴδια χυμένο τὰ μοιασίδια γύρου, σὰ νὰ μοῦ λένε «δὲ θὰ ξαναγένω» βουβοὶ τὸ θρῆνο θρηνῳδοῦν τοῦ ἀκλήρου. Σώνω στερνὸς ἐκεῖ ποῦ σώνει ἡ βρύση ποῦ πότισε τὶς γόνιμες τὶς Μάννες... Παίρνω καὶ κλαίω στῆς Γενεᾶς τὴ Δύση τὶς ἄγονες ἀγάπες μας τὶς πλάνες. </poem> {{block center/e}}<noinclude>{{κβ|76}}</noinclude> gs4lxllm90rixjh7s05fy7tl05wdbj0 Σελίδα:Σκαραβαίοι και Τερρακότες (1919).pdf/78 100 47852 167644 154647 2026-08-31T23:13:54Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167644 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{nop}}</noinclude>{{Κέντρο|{{κσγ|ΩΡΑ ΘΛΙΨΕΩΣ}}}} {{vgap|2em}} {{block center/s}} <poem> {{x-larger|Ε}}{{sc|ιπε}} ἡ ἀδερφή μας: —Σιγοβρέχει μιὰ πίκρα στὴν καρδιά μου· νοιώθω ἕνα χέρι νὰ μοῦ δένῃ ἀπόψε κόμπο τὴν καρδιά μου καὶ δὲν κρατῶ τὰ δάκρυά μου. Λυώνει τὸ Ἀστέρι τῶν βοσκῶν μὲς στὸν ὑγρὸ οὐρανό, τὴν πᾶσα ἀνάσα τους κρατοῦν τὰ δέντρα στὸ βουνό, μοῦ πνίγει τὴν καρδιὰ βαριὰ σὰ νάρδου μυρωδιὰ κι ἀντιλαλεῖ μέσα στῆς μνήμης μου τὰ βάθια παλιὸς σκοπὸς γιὰ κάποια μάτια ποῦ ψιλοψυχαλίζουν καὶ μέσα στὸ ψυχάλισμα φρεγάδες ἀρμενίζουν. Κ’ εἶπα· —Ἀδερφή μας, μᾶς βαραίνει ἡ ὥρα τῆς θλίψεως ποῦ μᾶς θρέφει </poem><noinclude>{{block center/e}} {{κβ|||77}}</noinclude> 5yy3f81i63ps0276omrk136qkf48ls7 Σελίδα:Σκαραβαίοι και Τερρακότες (1919).pdf/79 100 47853 167645 154648 2026-08-31T23:15:00Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167645 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{block center/s}} {{nop}}</noinclude><poem> μόνον μὲ ἀνάμνησες παλιές· μὰ τὄνειρο, ποῦ ἀρχίζαμε ξυπνοὶ κ’ ἐσώναμε ὑπνωμένοι, ποιός θὰ τὸ ξαναπῇ στὴν ὥρα τῶν ὡρῶν, ποῦ κρένει μὲ ἀρχαῖες παρηγοριές; Κ’ εἶπε ἡ ἀδερφή μας· —Πὲς νὰ ποῦμε τοὺς πόνους ποῦ πονοῦμε. </poem> {{block center/e}}<noinclude>{{κβ|78}}</noinclude> c236bthf10d9201gwnup517hlgxmdo1 Σελίδα:Σκαραβαίοι και Τερρακότες (1919).pdf/81 100 48413 167646 155790 2026-08-31T23:15:22Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167646 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" /></noinclude>{{vgap}} {{κέντρο|{{larger|ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ}}}} {{κέντρο|{{x-larger|ΤΟΥ ΤΡΥΦΩΝΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΡΥΣΟΦΡΥΔΗΣ}}}}<noinclude></noinclude> 4k61d8l4jy4quymwhmwa5jbzme9bhew Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/37 100 50837 167651 167620 2026-09-01T00:03:06Z Αντιγόνη 235 167651 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|{{0}}{{0}}|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|31}}</noinclude> {{κέντρο|{{larger|ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Βʹ}}}} {{rule|2em|margin-top=1em|margin-bottom=1em}} <section begin=κ2 />Τὸ φῶς τοῦ ἡλίου εἶχε κρυβῆ, ἀλλὰ δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐπέλθει τῆς νυκτὸς τὸ σκότος ὅτε, κλείσαντες τὴν ἀποθήκην, ἐξήλθομεν τοῦ Χανίου. Ἡ πύλη ἦτον εἰσέτι ἀνοικτή. Δὲν εἴχομεν οὔτε σάκκον, οὔτε δέμα, οὐδ’ ἄλλο τι δυνάμενον νὰ ὑποδείξῃ τοὺς σκοπούς μας. Εἰς τοὺς κόλπους μας μόνον καὶ ἐντὸς τῶν ἐνδυμάτων ἐκρύψαμεν ὅ,τι ἠδυνάμεθα ἀσφαλῶς καὶ κρυφίως νὰ φέρωμεν μεθ’ ἡμῶν. Οὐδεὶς τῶν γειτόνων ἢ συγκατοίκων ἐγνώριζε τὸ μυστικόν μας. Ἀλλὰ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν μοῦ ἐφαίνετο ὡς νὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ κόσμος ὅλος· μοῦ ἐφαίνοντο αἱ εἰσέτι ἀνοικταὶ θύραι καὶ τὰ ἐπὶ τῆς αὐλῆς παράθυρα, ὡς νὰ εἶχον ὀφθαλμοὺς καὶ ἔβλεπον, διὰ μέσου τῶν φορεμάτων, τὰ βάθη τῶν κόλπων μας καί, βαθύτερον ἔτι, τῶν καρδιῶν μας τὰ διανοήματα. Παρὰ τὴν πύλην ἵστατο ὁ γέρων φύλαξ μὲ τὰς χεῖρας ἐπὶ τῶν νώτων. — Πῶς τόσον ἀργὰ ἔξω, μᾶς ἠρώτησε. Διὰ ποῦ; — Πηγαίνομεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἀπεκρίθη ὁ πατήρ μου. Δὲν ἦτον οὔτε ἡμέρα οὔτε ὥρα ἑσπερινοῦ. Δὲν ἐτόλμησα νὰ εἴπω λέξιν πρὸς τὸν πατέρα μου, ἀλ-<noinclude></noinclude> tdz68xdzsstftjtdygrf493hhq1z5nw Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/45 100 50845 167631 162394 2026-08-31T17:52:09Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167631 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|39}}</noinclude>ἐπιστρέφει τις μετὰ μακρὰν ἀπουσίαν εἰς τὴν οἰκίαν, ὅπου ἐγεννήθη, πλησίον ἐκείνων τοὺς ὁποίους παιδιόθεν ἠγάπησε! Πόσον γλυκεῖαι αἱ ὧραι τῶν πρώτων συναντήσεων καὶ αἱ περιποιήσεις προσφιλοῦς μητρὸς ὁδηγούσης τὸν ἐπανακάμπτοντα υἱὸν εἰς τὸ παλαιὸν δωμάτιον, εἰς τὴν κλίνην, ὅπου πρὸ ἐτῶν δὲν ἐκοιμήθη, καὶ αἱ ἀσυνάρτητοι ἐκφράσεις τρυφερότητος, καὶ τὰ δάκρυα χαρᾶς τὰ διακόπτοντα τὴν ὁμιλίαν της, καὶ οἱ περιπαθεῖς ἐναγκαλισμοί, καὶ τὰ μητρικὰ φιλήματα! Ἡ δυστυχής μου μήτηρ, πόσα ἔμελλεν εἰσέτι νὰ ὑποφέρῃ πρὶν κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμούς! Ὁ πατήρ μου ἠθέλησε νὰ μεταβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐξοχήν, εἰς τὸν Πύργον μας, ἀλλ’ ἡ Δημογεροντία δὲν τὸ ἐπέτρεψε. Δὲν ἐσυγχωρεῖτο εἰς οὐδεμίαν τῶν εὐπόρων οἰκογενειῶν ν’ ἀναχωρήσῃ ἐκ τῆς πόλεως. Οἱ Τοῦρκοι, ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ φρουρίῳ κρατουμένων, ἤθελον ὅλους ἡμᾶς ἐκεῖ, πλησίον, ὑπὸ τὴν χεῖρα, ὑπὸ τὴν μάχαιράν των. Ἐμείναμεν λοιπὸν θέλοντες καὶ μὴ εἰς τὴν πόλιν, πιστεύοντες ὅτι οὕτως ἢ ἄλλως, δὲν θὰ βραδύνωσι τὰ πράγματα νὰ ἡσυχάσωσιν. Οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ προΐδῃ ἔκτοτε τὴν μακρὰν τοῦ ἀγῶνος διάρκειαν. Ἡμεῖς δ’ ἐν Χίῳ, χρεωστῶ νὰ τὸ ὁμολογήσω, δὲν εἴχομεν κατ’ ἀρχὰς μεγάλας περὶ τελικῆς ἐπιτυχίας ἐλπί-<noinclude></noinclude> 9nm8o8mkegvio0x22yhu0celne11pa1 Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/46 100 50846 167632 162397 2026-08-31T20:41:16Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167632 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|40|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>δας. Ἀπ’ ἐναντίας. Ἐβλέπομεν ἐκ τοῦ πλησίον τῶν Τουρκικῶν δυνάμεων τὸν ὄγκον, τὸν ἐβλέπομεν δὲ ὑπὸ τῶν ἀρχαίων ἐντυπώσεων τὸ πρίσμα καὶ ὑπὸ τοῦ τρόμου τὴν πίεσιν. Ἡ δ’ ἐπανάστασις δὲν εἶχεν εἰσέτι ἀναδείξει τὴν ἰσχύν της διὰ τῶν κατὰ ξηρὰν νικῶν καὶ διὰ τῶν ἐπὶ θαλάσσης κατορθωμάτων της. Καὶ βραδύτερον ὅμως, ὅτε ἤρχισαν τῶν Ἑλληνικῶν ὅπλων οἱ θρίαμβοι, αἱ περὶ αὐτῶν εἰδήσεις δὲν ἴσχυον νὰ οὐδετερώσωσι τὴν ἀποθάρρυνσιν, τὴν ὁποίαν αἱ πέριξ ἡμῶν καταστροφαὶ ἐνέσπειραν εἰς τὰς καρδίας μας. Διότι ἕκαστον τῶν ἐπαναστατῶν ἀνδραγάθημα εἶχε τὴν ἀνταπόδοσίν του, ὅπου οἱ Τοῦρκοι ἐδέσποζον. Τὴν πρώτην Τουρκικοῦ δικρότου πυρπόλησιν ἐπηκολούθησεν ὁ θρῆνος τῶν Κυδωνιῶν καὶ αἱ φρικώδεις τῆς Σμύρνης σφαγαί· τὴν ἐν Σάμῳ τῶν ἐχθρῶν ἧτταν διεδέχθησαν τὰ ἐν Κύπρῳ αἱμοχαρῆ ὄργια· μετὰ τὴν ἄλωσιν τῆς Τριπολιτσᾶς ἐπῆλθε τῆς Κασσάνδρας ἡ ἐρήμωσις. Καὶ ἐν τούτοις ὁ ἀρχιερεὺς καὶ οἱ πρόκριτοι ἐκρατοῦντο ἐν τῷ φρουρίῳ, ὁ δ’ ἀριθμὸς τῆς ἐν αὐτῷ φρουρᾶς ηὔξανε διὰ νέων ἑκάστοτε ἐπικουριῶν, αἱ δὲ καταπιέσεις ἐπετείνοντο καὶ μᾶς ἔρριπτον ἄγρια βλέμματα οἱ Τοῦρκοι καὶ ἠκόνιζον τὰ ξίφη των, ἐνῷ ἄντικρύ μας, καθ’ ὅλα τῆς Ἀνατολῆς τὰ παράλια, ἐπεσωρεύοντο ἀγέλαι θηρίων ἑτοίμων νὰ ἐπιπέσωσιν εἰς<noinclude></noinclude> 5ckzif9uxe0d9h8rk9z4cy5l6m84eh6 Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/47 100 50847 167633 162398 2026-08-31T20:43:08Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167633 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|41}}</noinclude>τὴν νῆσόν μας! Ὄχι· ἡ περὶ ἡμᾶς ἀτμοσφαῖρα δὲν ἦτο κατάλληλος πρὸς ἀνύψωσιν τοῦ φρονήματος· ἡ κεφαλή μας ἔκλινεν ὑπὸ τὸν ἀνεμοστρόβιλον τῆς καταδρομῆς καὶ ἐλπίδες γενναῖαι δὲν εἰσεχώρουν εἰς τὴν ψυχήν μας. Ἡ μόνη τοῦ πατρός μου ἐλπίς, —ἐλπὶς οὐχὶ ἀποσείσεως τοῦ ζυγοῦ, ἀλλὰ συμβιβασμοῦ καὶ συνδιαλλαγῆς,— ἐστηρίζετο εἰς τὴν ἀρωγὴν τῆς Χριστιανοσύνης. Ἀλλ’ ὁ φίλος του Ζενάκης οὐδαμῶς παρεδέχετο τῆς τοιαύτης ἀρωγῆς τὴν πιθανότητα. Ἐσφίγγετο ἡ καρδία μου, ὅτε τὸν ἤκουον ἐλεεινολογοῦντα τὸ κίνημα καὶ θρηνοῦντα ἐκ προοιμίων ἁπάσας τὰς συνεπείας του. Ὁ πατήρ μου ἐφαίνετο μὴ πειθόμενος καὶ ἐπέμενεν ἐλπίζων, ἀλλ’ ὁ Ζενάκης ἦτον ὑποπρόξενος, δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνος ἐκ τῶν δευτερευουσῶν δυνάμεων, —τῆς Ὁλλανδίας νομίζω,— ὥστε εἰς ἐμὲ οἱ λόγοι του ἐφαίνοντο πλήρεις βαρύτητος καὶ ἐπισημότητος. Ἀρχαῖος τοῦ πατρός μου φίλος καὶ γείτων, ἦτον ἐκ τῶν ὀλίγων, οἵτινες κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐσύχναζον εἰς τὴν οἰκίαν μας. Ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματός του εὑρίσκετο εἰς καθημερινὴν μετὰ τῶν λοιπῶν προξένων ἐπαφήν, ἡ δὲ ἀνθελληνικὴ τότε τῶν Δυνάμεων πολιτική, ρυθμίζουσα τοῦ ἐν Χίῳ προξενικοῦ σώματος τὰς ἰδέας, ἀντενακλᾶτο εἰς τοῦ Ζενάκη τὴν γλῶσ-<noinclude></noinclude> trqwkr91vieoz1mudg4du1gh7em76ff Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/48 100 50848 167634 162399 2026-08-31T20:46:35Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167634 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|42 ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>σαν. Αἱ περὶ ἐπαναστάσεως ἐκφράσεις του δὲν ἦσαν οὔτε διὰ τὸ παρὸν ἐπαινετικαί, οὔτε ἐνθαρρυντικαὶ διὰ τὸ μέλλον. — Δὲν ἐπεμβαίνει ἡ Εὐρώπη καὶ ἡσύχασε, ἔλεγε καὶ ἐπανέλεγε πρὸς τὸν πατέρα μου· οἱ βασιλεῖς δὲν συμπεθερεύουν μὲ ἀποστάτας. — Καὶ θ’ ἀφήσουν τὸν Σουλτάνον νὰ σφάξῃ τοὺς Ἕλληνας ὅλους! ἀνέκραζεν ὁ πατήρ μου. — Ἂς προσκυνήσουν καὶ ἂς ζητήσουν τὸ ἔλεός του, ἀπεκρίνετο ὁ Ζενάκης. Καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι τὸν ἀκούω ἐπιλέγοντα τὴν συνήθη του φράσιν, ὁπότε περὶ ἐπαναστατῶν ἦτον ὁ λόγος, —Ἐπῆραν τὸ Γένος εἰς τὸν λαιμόν των! Καὶ παρῆλθεν οὕτω τὸ θέρος, μετὰ δὲ τὸ θέρος ἦλθε τὸ φθινόπωρον, καὶ διεδέχθη τὸ φθινόπωρον ὁ χειμών. Πῶς διῆλθον οἱ δέκα μῆνες ἐκεῖνοι, καθ’ οὓς ἐζήσαμεν μεταξὺ σφύρας καὶ ἄκμονος, λησμονοῦντες τὴν διάρκειαν τῆς χθὲς ἐν τῇ προσδοκίᾳ τῆς αὔριον; Ἐπεχειρίσθης, ἀναγνῶστα, ποτὲ ὑψηλοῦ ὄρους τὴν ἀνάβασιν; Ἀρχίζεις μετὰ θάρρους τὴν πορείαν· εἶναι τραχεῖα ἡ ἄνοδος καὶ ὁ ἱδρὼς περιβρέχει ἐντὸς ὀλίγου τὸ μέτωπόν σου. Ἀλλ’ ἡ πρὸς τὸ τέρμα προσέγγισις σμικρύνει τοῦ κόπου τὴν αἴσθησιν. Τὴν βλέπεις ἄνωθέν σου τὴν κορυφήν. Προχωρεῖς πρὸς αὐτήν. Ἐπλησίασες. Ὀλίγα ἔτι μένουν βήματα. Ἔφθα-<noinclude></noinclude> 1r60cps4i5mo6kre0sofs5591qxpngn 167635 167634 2026-08-31T20:47:03Z Αντιγόνη 235 167635 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|42|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>σαν. Αἱ περὶ ἐπαναστάσεως ἐκφράσεις του δὲν ἦσαν οὔτε διὰ τὸ παρὸν ἐπαινετικαί, οὔτε ἐνθαρρυντικαὶ διὰ τὸ μέλλον. — Δὲν ἐπεμβαίνει ἡ Εὐρώπη καὶ ἡσύχασε, ἔλεγε καὶ ἐπανέλεγε πρὸς τὸν πατέρα μου· οἱ βασιλεῖς δὲν συμπεθερεύουν μὲ ἀποστάτας. — Καὶ θ’ ἀφήσουν τὸν Σουλτάνον νὰ σφάξῃ τοὺς Ἕλληνας ὅλους! ἀνέκραζεν ὁ πατήρ μου. — Ἂς προσκυνήσουν καὶ ἂς ζητήσουν τὸ ἔλεός του, ἀπεκρίνετο ὁ Ζενάκης. Καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι τὸν ἀκούω ἐπιλέγοντα τὴν συνήθη του φράσιν, ὁπότε περὶ ἐπαναστατῶν ἦτον ὁ λόγος, —Ἐπῆραν τὸ Γένος εἰς τὸν λαιμόν των! Καὶ παρῆλθεν οὕτω τὸ θέρος, μετὰ δὲ τὸ θέρος ἦλθε τὸ φθινόπωρον, καὶ διεδέχθη τὸ φθινόπωρον ὁ χειμών. Πῶς διῆλθον οἱ δέκα μῆνες ἐκεῖνοι, καθ’ οὓς ἐζήσαμεν μεταξὺ σφύρας καὶ ἄκμονος, λησμονοῦντες τὴν διάρκειαν τῆς χθὲς ἐν τῇ προσδοκίᾳ τῆς αὔριον; Ἐπεχειρίσθης, ἀναγνῶστα, ποτὲ ὑψηλοῦ ὄρους τὴν ἀνάβασιν; Ἀρχίζεις μετὰ θάρρους τὴν πορείαν· εἶναι τραχεῖα ἡ ἄνοδος καὶ ὁ ἱδρὼς περιβρέχει ἐντὸς ὀλίγου τὸ μέτωπόν σου. Ἀλλ’ ἡ πρὸς τὸ τέρμα προσέγγισις σμικρύνει τοῦ κόπου τὴν αἴσθησιν. Τὴν βλέπεις ἄνωθέν σου τὴν κορυφήν. Προχωρεῖς πρὸς αὐτήν. Ἐπλησίασες. Ὀλίγα ἔτι μένουν βήματα. Ἔφθα-<noinclude></noinclude> sirofm42gb8l9neps87a4p1t1bk5pog Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/49 100 50849 167636 162401 2026-08-31T20:48:44Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167636 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|43}}</noinclude>σες. Ἀλλ’ ὄχι. Δὲν ἦτο τοῦτο ἡ κορυφή. Σὲ ἠπάτησε τοῦ βουνοῦ τὸ ἐξόγκωμα. Παρέκει, ὑψηλότερα εἶναι ἡ ἀληθὴς κορυφή του. Ἡ ἀπόστασις δὲν φαίνεται μεγάλη. Ἐμπρός! Καὶ ἀρχίζεις ἐκ νέου τὴν ἀνάβασιν, μὲ τὰ γόνατα ὀλιγώτερον στερεά, μὲ ταχυτέρους τῆς καρδίας παλμούς. Καὶ φθάνεις ἐκεῖ, καὶ τὴν κορυφὴν τὴν βλέπεις μακρύτερα πάλιν. Καὶ τὰς δυνάμεις σου τὰς ἐξήντλησας ἤδη, ἀγωνιζόμενος νὰ φθάσῃς εἰς τὸ τέρμα, τὸ δὲ τέρμα ἀπομακρύνεται, καθόσον νομίζεις ὅτι τὸ ἤγγισες. Καταβεβλημένος, ἀσθμαίνων βλέπεις ἐπὶ τέλους τὸν οὐρανὸν ὄπισθεν τῆς τελευταίας ἄκρας, καὶ τότε πίπτων ἐπὶ τοῦ χώματος, ὅπως ἀναλάβῃς δυνάμεις βλέπεις κάτω τὴν κοιλάδα καὶ θαυμάζεις τὸ ὕψος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆλθες. Ἰδοὺ πῶς διῆλθον οἱ μῆνες ἐκεῖνοι. Ἀνεβαίνομεν τὸ βουνόν, ἀλλ’ ἀπ’ ἀρχῆς ἐκάλυπτον νέφη τὴν κορυφὴν καὶ δὲν τὴν ἐβλέπομεν. Ὅτε δ’ ἐπὶ τέλους ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἄκραν, εὕρομεν κρημνὸν ἐνώπιόν μας καὶ βάραθρον, καὶ ἀντὶ ν’ ἀναπαυθῶμεν ἐπὶ τοῦ ὑψώματος ἐκρημνίσθημεν κατακόρυφα. Ἀλλ’ ἐνόσῳ οἱ Τοῦρκοι δὲν ἔσφαζον καὶ δὲν ἐξηνδραπόδιζον ἐθεωρούμεθα εὐτυχεῖς, ἀναλογιζόμενοι τὰ ἀλλαχοῦ συμβαίνοντα. Αἱ γυναῖκες δὲν ἐξήρχοντο ποσῶς τῆς οἰκίας, ἡμεῖς δὲ ἀπεφεύγομεν, ὅσῳ τὸ δυ-<noinclude></noinclude> e8904bqvjsv4hcflwzbkq3o6hu1xjgo Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/57 100 50850 167649 162402 2026-08-31T23:58:18Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167649 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|51}}</noinclude>καὶ ἀναφλεχθῇ τὸ ἐν αὐτῇ ὑποκρυπτόμενον πῦρ τοῦ πατριωτισμοῦ, καὶ ὅπως διψήσω μάθησιν καὶ ἐννοήσω τὸν κόσμον καὶ γείνω ἄνθρωπος… μικρὸς ὅμως πάντοτε ἄνθρωπος. {{vgap|2em}} {{rule|5em}} {{vgap|2em}}<section end="κ2" /> {{κέντρο|{{larger|ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γʹ}}}} {{rule|2em}} <section begin=κ3 />Ὁ Πύργος μας καὶ οἱ περὶ αὐτὸν κῆποι ἦσαν προικῷον τῆς μητρός μου κτῆμα. Ἡ πατρική της οἰκογένεια εἶχεν ἀπ’ ἀρχαίων χρόνων μεγάλας ἐκεῖ πέριξ ἰδιοκτησίας, αἵτινες διὰ κληρονομικῶν καὶ προικῴων διανομῶν διεμοιράσθησαν μὲν ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν, ἀλλὰ δὲν ἀπεξενώθησαν. Ὥστε ἤμεθα ἐκεῖ περικυκλωμένοι ὑπὸ συγγενῶν τῆς μητρός μου, τῶν ὁποίων οἱ Πύργοι ἐγειτόνευον μετὰ τοῦ ἰδικοῦ μας. Οὐδεὶς δὲ σχεδὸν τῶν Πύργων τούτων ἦτο κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν κενός. Διότι τινὲς μὲν τῶν ἰδιοκτητῶν κατῴκουν αὐτοὺς καθ’ ὅλον τὸν ἐνιαυτόν, οἱ δὲ λοιποὶ εἶχον παραιτήσει τὰς ἐν τῇ πόλει κατοικίας των καθ’ ἣν ἡμέραν καὶ ἡμεῖς ἐδραπετεύσαμεν· ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει τῶν Σαμίων, ἀψηφήσαντες τῶν ἀρχῶν τὴν ἀπαγόρευσιν. Ὅθεν εὑρισκόμεθα συντροφευμένοι εἰς τὴν ἐξοχήν.<noinclude></noinclude> nvco0eugwr9ejnqlxzvte18xelhc3o8 167650 167649 2026-09-01T00:02:36Z Αντιγόνη 235 167650 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|{{0}}{{0}}|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|51}}</noinclude>καὶ ἀναφλεχθῇ τὸ ἐν αὐτῇ ὑποκρυπτόμενον πῦρ τοῦ πατριωτισμοῦ, καὶ ὅπως διψήσω μάθησιν καὶ ἐννοήσω τὸν κόσμον καὶ γείνω ἄνθρωπος… μικρὸς ὅμως πάντοτε ἄνθρωπος. {{vgap|2em}} {{rule|5em}} {{vgap|2em}}<section end="κ2" /> {{κέντρο|{{larger|ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γʹ}}}} {{rule|2em|margin-top=1em|margin-bottom=1em}} <section begin=κ3 />Ὁ Πύργος μας καὶ οἱ περὶ αὐτὸν κῆποι ἦσαν προικῷον τῆς μητρός μου κτῆμα. Ἡ πατρική της οἰκογένεια εἶχεν ἀπ’ ἀρχαίων χρόνων μεγάλας ἐκεῖ πέριξ ἰδιοκτησίας, αἵτινες διὰ κληρονομικῶν καὶ προικῴων διανομῶν διεμοιράσθησαν μὲν ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν, ἀλλὰ δὲν ἀπεξενώθησαν. Ὥστε ἤμεθα ἐκεῖ περικυκλωμένοι ὑπὸ συγγενῶν τῆς μητρός μου, τῶν ὁποίων οἱ Πύργοι ἐγειτόνευον μετὰ τοῦ ἰδικοῦ μας. Οὐδεὶς δὲ σχεδὸν τῶν Πύργων τούτων ἦτο κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν κενός. Διότι τινὲς μὲν τῶν ἰδιοκτητῶν κατῴκουν αὐτοὺς καθ’ ὅλον τὸν ἐνιαυτόν, οἱ δὲ λοιποὶ εἶχον παραιτήσει τὰς ἐν τῇ πόλει κατοικίας των καθ’ ἣν ἡμέραν καὶ ἡμεῖς ἐδραπετεύσαμεν· ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει τῶν Σαμίων, ἀψηφήσαντες τῶν ἀρχῶν τὴν ἀπαγόρευσιν. Ὅθεν εὑρισκόμεθα συντροφευμένοι εἰς τὴν ἐξοχήν.<noinclude></noinclude> kfxrojhie1d783nzxt4cg8r8h3c1mjl Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/50 100 50851 167637 162403 2026-08-31T20:50:46Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167637 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|44|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>νατόν, πᾶσαν μετὰ Τούρκου συνάντησιν, καὶ ζῶντες λάθρα ἀνεμένομεν μεθ’ ὑπομονῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ πολλῆς ἀγωνίας, νὰ παρέλθῃ ἡ ὀργὴ Κυρίου. Ἐν τούτοις ἡ διαρκὴς κράτησις τῶν ὁμήρων, ἡ ἐξακολουθητικὴ ἐν τῷ φρουρίῳ ἐπισώρευσις Τούρκων ἐκ τῆς Ἀσίας, ἡ βιαία ἀφαίρεσις παντὸς ὅπλου ἀπὸ τῶν κατοίκων ἁπάντων τῆς νήσου, ταῦτα πάντα οὐδὲν ἀγαθὸν δι’ ἡμᾶς προεμήνυον. Προῃσθανόμεθα ἐγγίζουσαν τὴν καταστροφήν, καθόσον ἐβλέπομεν τὸν σάλον τῆς ἐπαναστάσεως πλησιάζοντα εἰς τὰ παράλιά μας. Πέριξ ἡμῶν ἡ νῆσος τῶν Ψαρῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ Σάμος ἀφ’ ἑτέρου ἦσαν ἤδη πρὸ μηνῶν ἐλεύθεραι· ἀπόπειραι ἐξεγέρσεως ἐγένοντο ἐν Μιτυλήνῃ, τὰ δ’ ἑλληνικὰ πλοῖα, ἐν θριάμβῳ τὸ πέλαγος περιτρέχοντα, περιέπλεον ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον συχνότερον εἰς τὰ νερὰ τῆς Χίου. Ἑσπέραν τινὰ ὁ Ζενάκης μᾶς ἔφερε μυστηριωδῶς τὴν εἴδησιν, ὅτι ὁ πασᾶς ὑποπτεύεται ἐπικειμένην κατὰ τῆς νήσου ἐπίθεσιν. Τὴν ἐπιοῦσαν τεσσαράκοντα προὔχοντες νέοι προσκληθέντες ἐκρατήθησαν ἐντὸς τοῦ φρουρίου, καὶ ἐδιπλασιάσθη οὕτω τῶν ὁμήρων ὁ ἀριθμός. Ὁ πατήρ μου δὲν ἦτον εὐτυχῶς ἐκ τῶν εὐπορωτέρων τῆς Χίου πολιτῶν καὶ δὲν συμπεριελήφθη εἰς τὴν καταγραφήν. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἠκούσθησαν ψιθυρισμοί, ὅτι<noinclude></noinclude> tq827lspk092t5495ty04nq8a19kbcg Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/51 100 50852 167638 162404 2026-08-31T20:52:34Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167638 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|45}}</noinclude>πλοῖα Σαμιακὰ ἀπεβίβασαν ἀποστόλους καὶ ὅτι ἔμενον οὗτοι κρυπτόμενοι εἰς τ’ ἀπόκεντρα τῆς νήσου χωρία. Οἱ Τοῦρκοι ἐφαίνοντο προδήλως ἀνήσυχοι· περιπολίαι αὐτῶν περιέτρεχον τὰ χωρία· τινὲς τῶν ὁμήρων ἀπεστάλησαν εἰς Κωνσταντινούπολιν. Τὰ πράγματα ἐφαίνοντο δεινούμενα. Ἐβλέπομεν ὅτι κρίσιμα συμβάντα ἐπίκεινται. Οἱ φόβοι μας δὲν ἐβράδυνον νὰ πραγματοποιηθῶσι. Τὴν ἐνάτην Μαρτίου (1822) πρὸς τὸ ἀπόγευμα, τεσσαράκοντα περίπου πλοῖα ἐφάνησαν εἰς τὸ πέλαγος ἄντικρύ μας καὶ διεδόθη ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν ἡ εἴδησις ὅτι ἔρχονται οἱ ἐπαναστάται. Ἐκ τοῦ ὑπερῴου τῆς οἰκίας μας ἔβλεπον τὰ πλοῖα πλησιάζοντα πρὸς τὸν λιμένα μας, καὶ ἤκουον εἰς τὸ φρούριον κρουόμενα τὰ τύμπανα εἰς σημεῖον κινδύνου. Οἱ Τοῦρκοι ἐκλείσθησαν περιμένοντες τὴν ἔφοδον. Τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἑσπέραν, περὶ ἡλίου δυσμάς, κατηυθύνθημεν κατεσπευσμένως εἰς τὴν ἐξοχὴν πρὸς τὸν πύργον μας. Οὐδ’ ἤμεθα οἱ μόνοι φεύγοντες. Ἀπέναντι τοῦ ἀμέσου κινδύνου ἐλησμονήθη καὶ τῆς Δημογεροντίας ἡ ἀπαγόρευσις καὶ τῆς τουρκικῆς ἐξουσίας ὁ φόβος. Καὶ παρῃτήσαμεν οὕτω τὴν πατρικὴν οἰκίαν. Μετὰ τριάκοντα ἔτη ἐπεσκέφθην ὡς ξένος τὴν πα-<noinclude></noinclude> 5gswa25svje5xif20mqqlnrh3drwy5h Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/52 100 50853 167639 162405 2026-08-31T20:54:36Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167639 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|46|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>τρίδα καὶ εἶδον κατεστραμμένην τὴν Χίον καὶ ἠρειπωμένην τὴν οἰκίαν μας. Ἀλλ’ ὁ πατήρ μου ἀπέθανε πλάνης καὶ φερέοικος, οὐδ’ εἶχε πρὶν ἀποθάνῃ τὴν παρηγορίαν νὰ ἴδῃ κἂν τὰ τέκνα του ἀνακτῶντα ἐπὶ ξένης γῆς τὴν ἄνεσιν καὶ τὴν εὐημερίαν. Ἀπέθανεν ἐνόσῳ διήρκει ἔτι ἡ θλίψις τῆς καταστροφῆς καὶ τῆς ἐξορίας ἡ κακοπάθεια. Ἀλλὰ τότε φεύγοντες δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προΐδωμεν, ὅτι παραιτοῦμεν τὴν ἑστίαν μας διὰ παντὸς καὶ ὅτι θὰ διέλθωμεν ὅσα διήλθομεν. Καθ’ ὅσον ἀπεμακρυνόμεθα τῆς πόλεως συνηντώμεθα μετὰ τῶν χωρικῶν, οἵτινες ἀθρόοι κατέβαινον πρὸς αὐτήν. Ἦσαν ἄοπλοι, ἀλλ’ ὑπήγαινον ἐπὶ σκοπῷ νὰ παραλάβωσιν ἐκ τοῦ στόλου ὅπλα. Ἐγνώριζον ἐκεῖνοι ὅσα ἡμεῖς δὲν ἐγνωρίζομεν. Ὁ Λογοθέτης καὶ ὁ Μπουρνιᾶς ἐπὶ κεφαλῆς τρισχιλίων Σαμίων ἦσαν ἐντὸς τῶν πλοίων καὶ ἤρχοντο νὰ ἐλευθερώσωσι τὴν Χίον. Δυστυχῶς δὲν μᾶς ἔφερον τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ τὴν καταστροφήν. Ἐν τούτοις τὴν ἑπομένην πρωΐαν ἀπεβιβάσθησαν καὶ ἐκυρίευσαν ἀμαχητὶ τὴν πόλιν, ἐλπίζοντες ὅτι οἱ ἐν τῷ φρουρίῳ κλεισθέντες Τοῦρκοι δὲν θὰ βραδύνωσιν ἐξ ἀνάγκης νὰ παραδοθῶσιν. Ἐνῷ ταῦτα συνέβαινον, ἡμεῖς ἐμένομεν ἥσυχοι εἰς τὴν ἐξοχήν. Ὁ κρότος μόνον τῶν πυροβόλων ἐ-<noinclude></noinclude> n4z4gnybpt9hvq4le9iplekms8rz3a5 Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/53 100 50854 167640 162406 2026-08-31T21:01:16Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167640 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|47}}</noinclude>τάραττε ποῦ καὶ ποῦ τὴν ἡσυχίαν μας καὶ ἐνθύμιζεν, ἐπὶ ὁποίου κρατῆρος ἐκείμεθα. Ἀλλ’ οἱ πυροβоλισμοὶ δὲν ἦσαν συνεχεῖς. Τὸ δὲ κατ’ ἐμέ, δὲν ἠξεύρω πῶς καὶ διατί, ἀλλ’ ἐκεῖ εἰς τὴν ἐξοχὴν ἐλησμόνουν καὶ μερίμνας καὶ φόβους. Εἶχον ἆρά γε συνειθίσει πλέον τὴν ζωὴν ἐκείνην τῶν ἀενάων ἀνησυχιῶν; Εἶχον μήπως ἐνθαρρυνθῆ ὑπὸ τῆς ἰδέας ὅτι ἡ σημαία τῆς Ἐλευθερίας ἐκυμαίνετο ἐπὶ τῆς πατρίδος μου; Ἢ ἁπλῶς καὶ μόνον ὁ ὀργασμὸς τοῦ ἔαρος καὶ ἡ μυστηριώδης τῆς ἀναγεννωμένης φύσεως ἡδονὴ μετεδίδοντο εἰς τὴν καρδίαν μου, καὶ ἔζων καθὼς ζῶσι τὰ ἄνθη, καὶ ἐσκεπτόμην ὅσον σκέπτεται τὸ πτηνόν; Δὲν ἠξεύρω. Ἀλλ’ ὁσάκις ἀναπολῶ τὴν σύντομον δυστυχῶς περίοδον ἐκείνην τῆς ἐν τῷ πύργῳ διαμονῆς, δὲν ἐνθυμοῦμαι τρόμους καὶ φόβους καὶ νύκτας ἀγρύπνους, καὶ ἡμέρας ἐναγωνίους. Ἐνθυμοῦμαι μόνον τὰς πορτοκαλέας ἠνθισμένας, καὶ εὐώδη τὸν ἀέρα, καὶ τὰ κελαδήματα τῶν πτηνῶν, καὶ τὸ τρίξιμον τοῦ μαγγανοπηγάδου, καὶ τὸν γέροντα κηπουρὸν καθαρίζοντα τῶν δένδρων τὰς ρίζας, καὶ τὴν θέαν τοῦ Κάμπου καὶ τῆς θαλάσσης ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τοῦ πύργου μας. Ταῦτα μόνον ἐνθυμοῦμαι. Καὶ ὅμως ἤμην εἴκοσι ἐτῶν καὶ ἑνὸς νέος τότε! Τώρα δέ, καθ’ ἣν στιγμὴν γράφω τὰς ἀναμνήσεις<noinclude></noinclude> 81191g8oea91k4sr55mz1um1jsmjhmv Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/56 100 50855 167648 162407 2026-08-31T23:56:00Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167648 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|50|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>λανθάνοντα ἐντὸς τῆς ψυχῆς μου αἰσθήματα ἤθελον ἴσως ζητήσει καὶ εὔρει διέξοδον, ὑπερνικῶντα τὰς φυσικάς μου ἐλλείψεις. Ἀλλὰ καὶ ἡ ψυχή μου τότε ἦτο μικρὰ καὶ ἀγύμναστος ὅσο τὸ σῶμά μου. Διότι ἤμην ἀμαθής, ἀμαθέστατος, ὡς σοὶ ὑπέδειξα ἤδη, ἀναγνῶστά μου. Οὐδὲ τὴν ὀρθογραφίαν εἶχε κατορθώσει νὰ μὲ μάθῃ ὁ καλὸς παππᾶ Φλούτης, καίτοι παραδώσας μοι δῆθεν τὸν Αἴσωπον καὶ λόγους τῶν Πατέρων. Ὅσα Ἰταλικὰ καὶ Γαλλικὰ ἐδιδάχθην τὰ ἔμαθον διὰ τοῦ Τηλεμάχου. Ἀλλὰ καὶ τοῦτον ὁλόκληρον οὐδέποτε ἀνέγνωσα· ἀφ’ ὅτου δ’ ἐξῆλθον τοῦ σχολείου δὲν ἤνοιξα ποτὲ βιβλίον πρὸς ἀνάγνωσιν, ἐκτὸς τῶν ἐμπορικῶν καταστίχων μας. Εἶχον ἀμυδράς τινας καὶ συγκεχυμένας ἰδέας περὶ Λεωνίδου καὶ Μαραθῶνος καὶ περὶ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ περὶ ἐλευθερίας καὶ ἀνεξαρτησίας καὶ τῶν ὑψηλοτέρων τοῦ ἀνθρώπου αἰσθημάτων οὐδὲν ἐσκεπτόμην οὐδ’ ἐγνώριζον ὡρισμένον καὶ εὐκρινές. Κόσμος μου ἦτο τὸ Χάνιον καὶ πατριωτισμός μου τὸ ἰσοζύγιον. Ἐχρειάσθη νὰ κυλισθῶ εἰς τὴν δυστυχίαν, νὰ ἴδω τὴν καταστροφήν, τὰ βάσανα τῶν περὶ ἐμέ, νὰ παρασταθῶ εἰς τῆς ἀναγεννωμένης Ἑλλάδος τὰς ὠδῖνας, νὰ ἴδω ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰς θυσίας καὶ νὰ ἐκτιμήσω τὰ ἐλατήρια τῶν ἀγωνιζομένων τέκνων της, ὅπως ἀνοίξῃ ἡ ψυχή μου τοὺς ὀφθαλμούς της<noinclude></noinclude> jjhpw36s9djegfi9cmewxi1yxhxzcbv Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/54 100 50856 167641 162408 2026-08-31T21:54:17Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167641 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|48|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>ταύτας, ἀπορῶ, καὶ ἐξανίσταμαι κατ’ ἐμαυτοῦ, πῶς ἀντὶ νὰ καταφύγω ἐκεῖ εἰς τὸν ἐξοχικὸν πύργον μετὰ τῶν γερόντων γονέων καὶ τῶν ἀδελφῶν μου, πῶς δὲν ἔδραμον νὰ καταταχθῶ ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ ἀγῶνος, πῶς δὲν ἔλαβον κ’ ἐγὼ τὰ ὅπλα εἰς χεῖρας, καὶ ἂς ἔπιπτον ἐπὶ τέλους πολεμῶν. Ἀλλά τώρα σκέπτομαι καὶ αἰσθάνομαι ἀλλέως ἢ τότε. Τότε… Ἀνάγκη, ἀναγνῶστά μου, ἀφοῦ σοὶ ἐκθέτω τὰς περιπετείας τοῦ βίου μου, ἀνάγκη νὰ σ’ ἐξοικειώσω περισσότερον μετὰ τοῦ ταπεινοῦ ἀτόμου μου. Ἀνάγκη νὰ σοὶ ἐξομολογηθῶ, ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ μετριοφροσύνῃ, πῶς καὶ διατί οὔτε ψυχικῶς οὔτε σωματικῶς δὲν εἶχον τὰ προσόντα, ὅπως πράξω τότε ὅ,τι σήμερον ὑπὸ παρομοίας περιστάσεις ἤθελον ἀπαιτήσει νὰ πράξωσι τὰ τέκνα μου. Δὲν θὰ μὲ ἀνυψώσῃ εἰς τὴν ἐκτίμησίν σου ἡ ἐξομολόγησις αὕτη, ἀλλ’ ἡ πρόθεσίς μου δὲν εἶναι νὰ σ’ ἐξαπατήσω παριστῶν ἐμαυτὸν ὡς καλλίτερον ἀφ’ ὅ,τι ἤμην καὶ ἀφ’ ὅ,τι εἶμαι. Εἶπον ψυχικῶς καὶ σωματικῶς. Σωματικῶς, φίλε ἀναγνῶστα, ἡ πικρὰ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι εἶμαι λίαν μικρός, καὶ ὅτι οὐδέποτε κατώρθωσα, ἐνώπιον εἴτε ἀνδρῶν εἴτε γυναικῶν, νὰ λησμονήσω τὸ ταπεινὸν τοῦ ἀναστήματός μου· ἐπειδὴ δ’ ἐγὼ τὸ ἐνθυμοῦμαι, νομίζω πάντοτε ὅτι καὶ οἱ ἄλ-<noinclude></noinclude> n5l7e9o2tl2n8klgf8kvutsk1ggv11q Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/55 100 50857 167647 162410 2026-08-31T23:53:32Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167647 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|49}}</noinclude>λοι τὸ παρατηροῦσι. Τώρα εἰσέτι, καίτοι τιμώμενος ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου, καίτοι συχνάκις κατέχων τὴν πρωτοκαθεδρίαν εἰς τὰς ὁμηγύρεις των, εἴτε χάριν ἁπλῶς τῆς προβεβηκυίας ἡλικίας μου, εἴτε ἕνεκα τῆς εὐμενοῦς πρὸς ἐμὲ διαθέσεώς των, ποτέ, τὸ ὁμολογῶ, ποτὲ δὲν δύναμαι νὰ περιστείλω τὴν δειλίαν, τὴν ὁποίαν γεννᾷ ἐν ἐμαυτῷ τῆς μικροσωμίας μου ἡ συναίσθησις. Καὶ τώρα τοὐλάχιστον εἶμαι ὑγιής· ἀλλὰ μέχρις οὗ ἀνδρωθῶ, τὸ φιλάσθενον τῆς κράσεως ἀπετέλει ἔτι μᾶλλον εὐτελὲς τὸ σῶμά μου. Ἡ δὲ ἀγωγὴ τότε τῶν παίδων δὲν ἦτον ὁποία τὴν σήμερον. Οὔτε εἰς τὸ σχολεῖον, οὔτε μετέπειτα ἔλαβόν ποτε ἀφορμὰς σωμασκίας. Οἱ γονεῖς τότε οὐδ’ ἐγνώριζον οὐδ’ ἐφρόντιζον περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς σωματικῆς ἀναπτύξεως τῶν τέκνων των. Τοιοῦτος λοιπὸν ἤμην· μικρὸς καὶ ἀσθενὴς τὸ σῶμα. Εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ παππᾶ Φλούτη ἤμην τὸ παίγνιον τῶν συμμαθητῶν μου, εἰς Σμύρνην δὲ ἐντὸς τοῦ Χανίου ἤμην γνωστὸς ὑπὸ τὸ ὄνομα Μικρο-Λουκῆς. Ἡ δὲ τοιαύτη τῶν ἄλλων περιφρόνησις, ἐπενεργοῦσα εἰς τὴν ἰδικήν μου περὶ ἐμαυτοῦ ἐκτίμησιν, δὲν ὑπεβοήθει βεβαίως τὴν ἀνάπτυξιν ἡρωϊκῶν ἐν ἐμοὶ διαθέσεων. Ἐὰν τότε ἐγνώριζον ὅσα τὴν σήμερον, τὰ ὑπο-<noinclude></noinclude> 98o4eeuyccvr3cdicbgd5vra6v1ue41