Βικιθήκη elwikisource https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 MediaWiki 1.47.0-wmf.18 first-letter Μέσο Ειδικό Συζήτηση Χρήστης Συζήτηση χρήστη Βικιθήκη Συζήτηση Βικιθήκη Αρχείο Συζήτηση αρχείου MediaWiki Συζήτηση MediaWiki Πρότυπο Συζήτηση προτύπου Βοήθεια Συζήτηση βοήθειας Κατηγορία Συζήτηση κατηγορίας Σελίδα Συζήτηση σελίδας Μεταγραφή Συζήτηση μεταγραφής Συγγραφέας Συζήτηση συγγραφέα Πύλη Συζήτηση πύλης TimedText TimedText talk Module Module talk Event Event talk Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/97 100 52996 167652 2026-09-01T20:55:39Z Αντιγόνη 235 /* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: {{δεξιά|{{x-larger|'''Η ΚΑΜΠΑΝΑ'''}}}} <section begin=s1 />Ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1878 εἶχε τελειώσει, οἱ Τοῦρκοι εἶχαν ἐπιστρέψει εἰς τὸ χωριὸ καὶ ἐπισκευάσει ὅπως ὅπως τὰ πυρπολημένα σπίτια των. Οι χριστιανοὶ ἦσαν ἀκόμη ἔνοπλοι. Καὶ μίαν ἡμέραν ὁ Παπαδογιάννης εἰσῆλθεν... 167652 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{nop}}</noinclude>{{δεξιά|{{x-larger|'''Η ΚΑΜΠΑΝΑ'''}}}} <section begin=s1 />Ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1878 εἶχε τελειώσει, οἱ Τοῦρκοι εἶχαν ἐπιστρέψει εἰς τὸ χωριὸ καὶ ἐπισκευάσει ὅπως ὅπως τὰ πυρπολημένα σπίτια των. Οι χριστιανοὶ ἦσαν ἀκόμη ἔνοπλοι. Καὶ μίαν ἡμέραν ὁ Παπαδογιάννης εἰσῆλθεν εἰς τὸν τουρκικὸν καφενέ, μὲ μαχαίραν καὶ πιστόλαν εἰς τὴν ὀσφύν, καὶ ἀφοῦ ἐπέρασε κοντὰ ἀπὸ τὸν Φεζομουσταφᾶν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ μαχαίρα ἤγγισε τὸν τόμον τοῦ Τούρκου, ἐκάθισεν ἀπέναντί του. Ὁ Μουσταφᾶς ἔγεινε κάτωχρος, ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτε. Ὁ Παπαδογιάννης ὅμως έξηκολούθησε τὴν πρόκλησιν τὴν ὁποίαν ἤρχισεν ἡ μαχαίρα: — Καὶ πῶς σοῦ φαίνουνται, Μουσταφ᾽ ἀγά, τὰ καινούργια ζαμάνια; Ὁ Τοῦρκος τὸν ἠτένισε μὲ τὰ βλοσυρά του μάτια, τῶν ὁποίων τὰ βλέφαρα ἦσαν ὀλίγον ἀνεστραμμένα ἀπὸ ἐγκαύματα. Κατὰ τὸ 66 εἶχεν ἀνατιναχθῆ μὲ ἄλλους Τούρκους ἀπὸ μίαν ὑπόνομον, τὴν ὁποίαν κατεσκεύασεν εἰς τὸ Σερβιλῆ ὁ ἀμερικανός Φέϋ. Καὶ τοῦ εἶπε μὲ φωνὴν ὑποτρέμουσαν ἀπὸ συγκρατουμένην ἀγανάκτησιν: — Ήρθε, πρέπει, κ᾿ ἐσᾶς ὁ καιρός σας. Ο,τι σᾶς περάσῃ κάμετε το. — Μὰ τὤλπιζες ποτέ σου νὰ δῆς τὸν Παπαδογιάννη ἀρματωμένο μέσα στὸν τούρκικο καφενέ; εἶπεν ὁ Παπαδογιάννης. — Οϊ, μωρέ Γιάννη, βαλλαῆ! Ἐγὼ νὰ σοῦ πῶ τὤλπιζα πάντα μου, εἶπεν ὁ Παπαδογιάννης. Ἀλλ᾽ ἐπᾶ θὰ γενοῦνε κι᾿ ἄλλα πολλὰ πράμματα. — Εἶντα ἄλλα; Δὲ φτάνουν αὐτὰ ποῦ γενήκανε; δὲν ἀπο-<noinclude></noinclude> hdcot9useqd9riod1tx38oub8y7m2ss 167658 167652 2026-09-01T22:10:56Z Αντιγόνη 235 167658 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{nop}}</noinclude>{{δεξιά|{{x-larger|'''Η ΚΑΜΠΑΝΑ'''}}}} <section begin=s1 />Ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1878 εἶχε τελειώσει, οἱ Τοῦρκοι εἶχαν ἐπιστρέψει εἰς τὸ χωριὸ καὶ ἐπισκευάσει ὅπως ὅπως τὰ πυρπολημένα σπίτια των. Οἱ χριστιανοὶ ἦσαν ἀκόμη ἔνοπλοι. Καὶ μίαν ἡμέραν ὁ Παπαδογιάννης εἰσῆλθεν εἰς τὸν τουρκικὸν καφενέ, μὲ μαχαίραν καὶ πιστόλαν εἰς τὴν ὀσφύν, καὶ ἀφοῦ ἐπέρασε κοντὰ ἀπὸ τὸν Φεζομουσταφᾶν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ μαχαίρα ἤγγισε τὸν ὧμον τοῦ Τούρκου, ἐκάθισεν ἀπέναντί του. Ὁ Μουσταφᾶς ἔγεινε κάτωχρος, ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτε. Ὁ Παπαδογιάννης ὅμως έξηκολούθησε τὴν πρόκλησιν τὴν ὁποίαν ἤρχισεν ἡ μαχαίρα: — Καὶ πῶς σοῦ φαίνουνται, Μουσταφ’ ἀγᾶ, τὰ καινούργια ζαμάνια; Ὁ Τοῦρκος τὸν ἠτένισε μὲ τὰ βλοσυρά του μάτια, τῶν ὁποίων τὰ βλέφαρα ἦσαν ὀλίγον ἀνεστραμμένα ἀπὸ ἐγκαύματα. Κατὰ τὸ 66 εἶχεν ἀνατιναχθῆ μὲ ἄλλους Τούρκους ἀπὸ μίαν ὑπόνομον, τὴν ὁποίαν κατεσκεύασεν εἰς τὸ Σερβιλῆ ὁ ἀμερικανός Φέϋ. Καὶ τοῦ εἶπε μὲ φωνὴν ὑποτρέμουσαν ἀπὸ συγκρατουμένην ἀγανάκτησιν: — Ἦρθε, πρέπει, κ’ ἐσᾶς ὁ καιρός σας. Ὅ,τι σᾶςε περάσῃ κάμετέ το. — Μὰ τὤλπιζες ποτέ σου νὰ δῆς τὸν Παπαδογιάννη ἀρματωμένο μέσα στὸν τούρκικο καφενέ; εἶπεν ὁ Παπαδογιάννης. — Ὄϊ, μωρέ Γιάννη, βαλλαῆ! Ἐγὼ νὰ σοῦ πῶ τὤλπιζα πάντα μου, εἶπεν ὁ Παπαδογιάννης. Ἀλλ’ ἐπᾶ θὰ γενοῦνε κι’ ἄλλα πολλὰ πράμματα. — Εἶντα ἄλλα; Δὲ φτάνουν αὐτὰ ποῦ γενήκανε; δὲν ἀπο-<noinclude></noinclude> 0kga7kt34mm4a17ovynhbzha8zakqi7 Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/98 100 52997 167653 2026-09-01T20:58:32Z Αντιγόνη 235 /* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: μένει παρὰ νὰ μᾶζε σκοτώσετε, εἶπεν ὁ Μουσταφᾶς μὲ φωνὴν ὑπόκωφον, ὡς ἐὰν ἡμίλει ὁ βρασμὸς τῆς ψυχῆς του. Ἔπειτα στυλώσας εἰς τὸν Παπαδογιάννην βλέμμα θρασύ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκιτρίνιζε θανάσιμον μῖσος, ἐπρόσθεσεν ἐντόνως: — Μὰ δὲ σκοτώνουνται ο... 167653 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|94||Ἡ Καμπάνα}}</noinclude>μένει παρὰ νὰ μᾶζε σκοτώσετε, εἶπεν ὁ Μουσταφᾶς μὲ φωνὴν ὑπόκωφον, ὡς ἐὰν ἡμίλει ὁ βρασμὸς τῆς ψυχῆς του. Ἔπειτα στυλώσας εἰς τὸν Παπαδογιάννην βλέμμα θρασύ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκιτρίνιζε θανάσιμον μῖσος, ἐπρόσθεσεν ἐντόνως: — Μὰ δὲ σκοτώνουνται οἱ Τοῦρκοι εὔκολα! Τι ἀκοῦς; — Τώρα π' ἄρχιξε καὶ κόβγει κ' ἡ Ρωμέϊκη μαχαίρα, Μουσταφᾶ, ἀπήντησεν ὁ Παπαδογιάννης ὑψώσας καὶ αὐτὸς τὴν φωνὴν καὶ κτυπήσας τὴν βαρεῖαν παλάμην ἐπὶ τῆς λαβῆς τῆς μαχαίρας, ὅλα 'ν' εὔκολα. Επέρασαν ἐκεῖνα που κάτεχες. Μὰ δὲ σᾶξε σκοτώνομε, γιατὶ καὶ δέκα θανάτου; νὰ σᾶξε δώσωμε δὲ θὰ σᾶςε πλερώσωμε γιὰ τὰ ὅσα ἔχετε καμωμένα. Τώρα δὲ τὸ μειδίαμα τοῦ Παπαδογιάννη εἶχε σβεσθῆ, τὸ πρόσωπόν του είχε συννεφωθῆ καὶ οἱ ὀφθαλμοί του ἐξέπεμπον τὴν στυγνὴν λάμψιν τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ μίσους. — Δὲ σᾶξε σκοτώνομε, εξηκολούθησε. Δὲν εἶνε ἀνάγκη· θὰ σκοτωθῆτε μοναχοί σας ἀποὺ τὴ σκάση σας. Οἱ ἄλλοι Τοῦρκοι ποῦ ἦσαν εἰς τὸ καφενεῖον εἶχαν ἐκμανῆ ὀλίγοι μόνον, οἱ δειλότεροι, ἤθελαν νὰ πάρουν τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ ἀστεῖον. Αὐτοὶ δέ, ἀλλὰ καὶ ὁ φόβος τῶν πολυαρίθμων Χριστιανῶν οἵτινες εὑρίσκοντο ἀπ᾽ ἔξω, συνεκράτουν τοὺς ἐξωργισμένους. Καὶ ὁ Παπαδογιάννης ὅμως εἶχε διαρκῶς τὸ χέρι εἰς τὴν λαβὴν τῆς πιστόλας καὶ μόνος του ἦτο ἱκανὸς νὰ ἐμπνεύσῃ φόβον, διότι ἦτο γνωστὴ ἡ ἀφοβία καὶ ἡ τόλμη του. — Η Κρήτη, ἀγαδάκια μου, θὰ γενῆ Ελλάδα! εἶπε μετ' ὀλίγον καὶ τὸ προκλητικόν του μειδίαμα ἀνεφάνη. — Τότε ὁ Φεζομουσταφᾶς ἠγέρθη διὰ μιᾶς καὶ μὲ στεναγμὸν ἀνθρώπου πνιγομένου εἶπεν: — Αλλάχ! Αλλάχ! καὶ δὲ βαστῶ μπλιὰ νὰ τὸν ἀκούω! Καὶ ὥρμησεν ἔξω. Ἀλλ᾿ ὁ Παπαδογιάννης τὸν ἠκολούθησε καὶ ὅταν τὸν ἔφθασε πρὸ τοῦ τζαμιοῦ, τοῦ εἶπε: — Θυμᾶσαι, Μουσταφά, εἶντα σοῦτα στα 77, ὀντὲν ἐμαλώσαμε γιὰ τὸ σώχωρο;... Σούπα πῶς θὰ παίξω καμπάνα στὴ γει-<noinclude></noinclude> r04n1foshk9yjiov0cf5rza40g0t28x 167659 167653 2026-09-01T22:52:46Z Αντιγόνη 235 167659 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|94||Ἡ Καμπάνα}}</noinclude>μένει παρὰ νὰ μᾶςε σκοτώσετε, εἶπεν ὁ Μουσταφᾶς μὲ φωνὴν ὑπόκωφον, ὡς ἐὰν ὡμίλει ὁ βρασμὸς τῆς ψυχῆς του. Ἔπειτα στυλώσας εἰς τὸν Παπαδογιάννην βλέμμα θρασύ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκιτρίνιζε θανάσιμον μῖσος, ἐπρόσθεσεν ἐντόνως: — Μὰ δὲ σκοτώνουνται οἱ Τοῦρκοι εὔκολα! Τ’ ἀκοῦς; — Τώρα π’ ἄρχιξε καὶ κόβγει κ’ ἡ Ρωμέϊκη μαχαίρα, Μουσταφᾶ, ἀπήντησεν ὁ Παπαδογιάννης ὑψώσας καὶ αὐτὸς τὴν φωνὴν καὶ κτυπήσας τὴν βαρεῖαν παλάμην ἐπὶ τῆς λαβῆς τῆς μαχαίρας, ὅλα ’ν’ εὔκολα. Ἐπέρασαν ἐκεῖνα ποῦ κάτεχες. Μὰ δὲ σᾶςε σκοτώνομε, γιατὶ καὶ δέκα θανάτους νὰ σᾶςε δώσωμε δὲ θὰ σᾶςε πλερώσωμε γιὰ τὰ ὅσα ἔχετε καμωμένα. Τώρα δὲ τὸ μειδίαμα τοῦ Παπαδογιάννη εἶχε σβεσθῆ, τὸ πρόσωπόν του είχε συννεφωθῆ καὶ οἱ ὀφθαλμοί του ἐξέπεμπον τὴν στυγνὴν λάμψιν τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ μίσους. — Δὲ σᾶςε σκοτώνομε, ἐξηκολούθησε. Δὲν εἶνε ἀνάγκη· θὰ σκοτωθῆτε μοναχοί σας ἀποὺ τὴ σκάση σας. Οἱ ἄλλοι Τοῦρκοι ποῦ ἦσαν εἰς τὸ καφενεῖον εἶχαν ἐκμανῆ· ὀλίγοι μόνον, οἱ δειλότεροι, ἤθελαν νὰ πάρουν τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ ἀστεῖον. Αὐτοὶ δέ, ἀλλὰ καὶ ὁ φόβος τῶν πολυαρίθμων Χριστιανῶν οἵτινες εὑρίσκοντο ἀπ’ ἔξω, συνεκράτουν τοὺς ἐξωργισμένους. Καὶ ὁ Παπαδογιάννης ὅμως εἶχε διαρκῶς τὸ χέρι εἰς τὴν λαβὴν τῆς πιστόλας καὶ μόνος του ἦτο ἱκανὸς νὰ ἐμπνεύσῃ φόβον, διότι ἦτο γνωστὴ ἡ ἀφοβία καὶ ἡ τόλμη του. — Ἡ Κρήτη, ἀγαδάκια μου, θὰ γενῆ Ἑλλάδα! εἶπε μετ’ ὀλίγον καὶ τὸ προκλητικόν του μειδίαμα ἀνεφάνη. — Τότε ὁ Φεζομουσταφᾶς ἠγέρθη διὰ μιᾶς καὶ μὲ στεναγμὸν ἀνθρώπου πνιγομένου εἶπεν: — Ἀλλάχ! Ἀλλάχ! καὶ δὲ βαστῶ μπλιὰ νὰ τὸν ἀκούω! Καὶ ὥρμησεν ἔξω. Ἀλλ’ ὁ Παπαδογιάννης τὸν ἠκολούθησε καὶ ὅταν τὸν ἔφθασε πρὸ τοῦ τζαμιοῦ, τοῦ εἶπε: — Θυμᾶσαι, Μουσταφᾶ, εἶντα σοὖπα στὰ 77, ὀντὲν ἐμαλώσαμε γιὰ τὸ σώχωρο;… Σοὖπα πῶς θὰ παίξω καμπάνα στὴ γει-<noinclude></noinclude> k3p8fmb5m3fznq9v4rtylk77l396mg3 Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/99 100 52998 167654 2026-09-01T21:02:07Z Αντιγόνη 235 /* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: τονιά σου. Τὸ λοιπὸς ἑτοιμάσου νὰ τὴν ἀκούσῃς. Ἡ γιώρα έφταξε. Ο πατέρας τοῦ Παπαδογιάννη ἦτο παπᾶς , ὁ δὲ «μπαμπᾶς» τοῦ Φεζομουσταφᾶ ἕνας ἀπὸ τοὺς σκληροτέρους γιανιτσάρους, ὁ ὁποῖος, ἐκτὸς ἄλλων Χριστιανῶν, εἶχε φονεύσει πρὸ τοῦ 21 καὶ δύο ἀδε... 167654 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|Ἡ Καμπάνα||95}}</noinclude>τονιά σου. Τὸ λοιπὸς ἑτοιμάσου νὰ τὴν ἀκούσῃς. Ἡ γιώρα έφταξε. Ο πατέρας τοῦ Παπαδογιάννη ἦτο παπᾶς , ὁ δὲ «μπαμπᾶς» τοῦ Φεζομουσταφᾶ ἕνας ἀπὸ τοὺς σκληροτέρους γιανιτσάρους, ὁ ὁποῖος, ἐκτὸς ἄλλων Χριστιανῶν, εἶχε φονεύσει πρὸ τοῦ 21 καὶ δύο ἀδελφοὺς τοῦ παπᾶ καὶ θείους τοῦ Παπαδογιάννη. Ἔπειτα δὲ ἐμαχαίρωσε καὶ αὐτὸν τὸν παπᾶν. Ὁ Μεχμέτ Αλῆς τῆς Αἰγύπτου, ὁ ὁποῖος εἶχε τότε ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν του τὴν Κρήτην, περιώρισεν ὀλίγον τοὺς Τούρκους καὶ ἔδωκε κάποιαν ἄνεσιν εἰς τοὺς Χριστιανούς· οὗτοι δὲ ἐπωφελήθησαν τὴν ἐνθάρρυνσιν ἐκείνην πρωτίστως διὰ ν' ἀναστυλώσουν τοὺς κώδωνας εἰς τοὺς ναούς των , οἱ ὁποῖοι εἶχαν καθαιρεθῆ, ἅμα οἱ Τοῦρκοι κατέλαβαν την Κρήτην καὶ ἀντικατεστάθησαν μὲ ξύλινα σήμαντρα. Τότε ὁ πατέρας τοῦ Παπαδογιάννη ἐφρόντισε νὰ προμηθευθῇ διὰ τὴν ἐκκλησίαν του σιδερένιων σήμαντρον, ἕως οὗ ἀγορασθῇ καμπάνα. Αλλ' ἕνα δειλινὸν ἐνῷ ἐκάλει δι᾽ αὐτοῦ εἰς τὸν ἑσπερινὸν τοὺς ἐνορίτας του, διέβαινεν ὁ Φέζος καὶ τοῦ ἐφώναξεν: — Εἶντα τὸ κτυπᾷς, μωρέ τραγόπαπα, αὐτὸ νὰ τὸ σιδερικό; — Ἔχομε τὴν ἄδεια τοῦ Μουσταφᾶ πασᾶ καὶ τοῦ ζαμπίτη, ἀπήντησεν ὁ παπᾶς. — Μὰ τὴ δική μου τὴν ἄδεια, μωρέ, δὲν τὴν ἐπῆρες. Καὶ μὲ τοὺς τελευταίους λόγους ὥρμησε κατὰ τοῦ παπᾶ καὶ τὸν ἐμαχαίρωσε καὶ ὁ παπᾶς ἐκινδύνευσε ν᾿ ἀποθάνῃ. Ὁ γυιός του ὁ Παπαδογιάννης τὰ ἐγνώριζεν ὅλα αὐτὰ καὶ ἐμίσει ὅλους τοὺς Τούρκους, ὡς τοὺς μισοῦμεν ὅλοι, ἀλλὰ ἰδιαιτέραν ἔπνεεν ἐκδίκησιν κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ γιανιτσάρου. Καὶ ὅταν τὸ 1857 ἠγοράσθη τὸ πρῶτον καμπάνα καὶ ἐκρεμάσθη εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον, ὁ Παπαδογιάννης, ἔφηβος τότε, ἔχυσε δάκρυα χαρᾶς μετὰ τῶν ἄλλων Χριστιανῶν τοῦ χωριοῦ. Εἰς τοὺς χαρμοσύνους ἤχους τοῦ κώδωνος ἐκείνου ἤκουσε τὴν ἀγαλλίασιν καὶ τὴν ἐκδίκησιν τῶν ἀποθανόντων εἰς τὴν δουλείαν καὶ τὰς μεγάλας ἐλπίδας. τῶν ἐπιζώντων. {{nop}}<noinclude></noinclude> l46x57anb98oad6lckik288jfy3et4a 167660 167654 2026-09-02T00:25:00Z Αντιγόνη 235 167660 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|Ἡ Καμπάνα||95}}</noinclude>τονιά σου. Τὸ λοιπὸς ἑτοιμάσου νὰ τὴν ἀκούσῃς. Ἡ γιῶρα ἔφταξε. Ὁ πατέρας τοῦ Παπαδογιάννη ἦτο παπᾶς, ὁ δὲ «μπαμπᾶς» τοῦ Φεζομουσταφᾶ ἕνας ἀπὸ τοὺς σκληροτέρους γιανιτσάρους, ὁ ὁποῖος, ἐκτὸς ἄλλων Χριστιανῶν, εἶχε φονεύσει πρὸ τοῦ 21 καὶ δύο ἀδελφοὺς τοῦ παπᾶ καὶ θείους τοῦ Παπαδογιάννη. Ἔπειτα δὲ ἐμαχαίρωσε καὶ αὐτὸν τὸν παπᾶν. Ὁ Μεχμὲτ Ἀλῆς τῆς Αἰγύπτου, ὁ ὁποῖος εἶχε τότε ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν του τὴν Κρήτην, περιώρισεν ὀλίγον τοὺς Τούρκους καὶ ἔδωκε κάποιαν ἄνεσιν εἰς τοὺς Χριστιανούς· οὗτοι δὲ ἐπωφελήθησαν τὴν ἐνθάρρυνσιν ἐκείνην πρωτίστως διὰ ν’ ἀναστυλώσουν τοὺς κώδωνας εἰς τοὺς ναούς των, οἱ ὁποῖοι εἶχαν καθαιρεθῆ, ἅμα οἱ Τοῦρκοι κατέλαβαν τὴν Κρήτην καὶ ἀντικατεστάθησαν μὲ ξύλινα σήμαντρα. Τότε ὁ πατέρας τοῦ Παπαδογιάννη ἐφρόντισε νὰ προμηθευθῇ διὰ τὴν ἐκκλησίαν του σιδερένιον σήμαντρον, ἕως οὗ ἀγορασθῇ καμπάνα. Ἀλλ’ ἕνα δειλινὸν ἐνῷ ἐκάλει δι’ αὐτοῦ εἰς τὸν ἑσπερινὸν τοὺς ἐνορίτας του, διέβαινεν ὁ Φέζος καὶ τοῦ ἐφώναξεν: — Εἶντα τὸ κτυπᾷς, μωρὲ τραγόπαπα, αὐτὸ νὰ τὸ σιδερικό; — Ἔχομε τὴν ἄδεια τοῦ Μουσταφᾶ πασᾶ καὶ τοῦ ζαμπίτη, ἀπήντησεν ὁ παπᾶς. — Μὰ τὴ δική μου τὴν ἄδεια, μωρέ, δὲν τὴν ἐπῆρες. Καὶ μὲ τοὺς τελευταίους λόγους ὥρμησε κατὰ τοῦ παπᾶ καὶ τὸν ἐμαχαίρωσε καὶ ὁ παπᾶς ἐκινδύνευσε ν’ ἀποθάνῃ. Ὁ γυιός του ὁ Παπαδογιάννης τὰ ἐγνώριζεν ὅλα αὐτὰ καὶ ἐμίσει ὅλους τοὺς Τούρκους, ὡς τοὺς μισοῦμεν ὅλοι, ἀλλὰ ἰδιαιτέραν ἔπνεεν ἐκδίκησιν κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ γιανιτσάρου. Καὶ ὅταν τὸ 1857 ἠγοράσθη τὸ πρῶτον καμπάνα καὶ ἐκρεμάσθη εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον, ὁ Παπαδογιάννης, ἔφηβος τότε, ἔχυσε δάκρυα χαρᾶς μετὰ τῶν ἄλλων Χριστιανῶν τοῦ χωριοῦ. Εἰς τοὺς χαρμοσύνους ἤχους τοῦ κώδωνος ἐκείνου ἤκουσε τὴν ἀγαλλίασιν καὶ τὴν ἐκδίκησιν τῶν ἀποθανόντων εἰς τὴν δουλείαν καὶ τὰς μεγάλας ἐλπίδας τῶν ἐπιζώντων. {{nop}}<noinclude></noinclude> 94pa6x9qneupteziu4r874vsuxi5msd Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/100 100 52999 167655 2026-09-01T21:06:34Z Αντιγόνη 235 /* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: Εἰς τὴν οἰκογένειάν του ὑπῆρχε παράδοσις ὅτι οἱ πρόγονοι τοῦ Μουσταφά ἦσαν συγγενείς των Χριστιανοί, ἐξομώσαντες πρὸ ἑκατὸν πενῆντα ἐτῶν. Διὰ τοῦτο τὰ κτήματά των παντοῦ σχεδὸν ἔγει τόνευαν καὶ ἀφ᾽ ὅτου ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῆς πατρικῆς το... 167655 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|96||Ἡ Καμπάνα}}</noinclude>Εἰς τὴν οἰκογένειάν του ὑπῆρχε παράδοσις ὅτι οἱ πρόγονοι τοῦ Μουσταφά ἦσαν συγγενείς των Χριστιανοί, ἐξομώσαντες πρὸ ἑκατὸν πενῆντα ἐτῶν. Διὰ τοῦτο τὰ κτήματά των παντοῦ σχεδὸν ἔγει τόνευαν καὶ ἀφ᾽ ὅτου ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῆς πατρικῆς του περιουσίας ὁ Γιάννης συχνὰ διεπληκτίζετο μὲ τὸν Φεζομουσταφᾶν. Ἀλλὰ τότε οἱ Τοῦρκοι ἦσαν ἰσχυροί, αστυνομία δὲ καὶ δικαστήρια ἔδιδαν πάντοτε ἄδικον εἰς τὸν Παπαδογιάννην, ὅστις ἑκάστοτε ἐφυλακίζετο. Αἱ ἀδικίαι αύται ἐξηγρίωναν ἐπὶ μᾶλλον τὸ μισός του, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ ἱκανοποιηθῇ κατὰ τὰς ἐπακολουθησάσας δύο ἐπαναστάσεις. Ὁλίγον πρὸ τῆς τελευταίας συνεπλάκησαν μίαν ἡμέραν εἰς τὸ νερόν, φιλονεικοῦντες ποῖος πρῶτος ν' ἀρδεύσῃ τὸ περιβόλι του. Ὁ Παπαδογιάννης κατώρθωσε νὰ καταβάλῃ τὸν Μουσταφᾶν καί, ἀφοῦ τοῦ ἔδωκε τῆς χρονιᾶς του, τοῦ εἶπε: Μπουρμᾶ, ἐπεράσαν κεῖνα που κάτεχες. Επέρασ᾽ ὁ καιρὸς ποῦ μαχαίρωνε ὁ κύρης σου ὁ πισσοκόκκαλος γιὰ τὸ σημαντῆρι. Ἐδῶ κτυπᾷ καμπάνα καὶ γλήγορα θὰ τὴν ἀκούσῃς καὶ στ' αὐτί σου κοντά! Ο Παπαδογιάννης εἶχε πρὸ πολλοῦ σχέδιον, διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ὁποίου ἐθεώρησε κατάλληλον τὴν περίστασιν μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 78, ὅτε τὰ προνόμια τῆς Χαλέπας καὶ ἡ διοίκησις τοῦ Φωτιάδου ἔδωκαν κάποιαν ἐλευθερίαν καὶ δικαιοσύνην εἰς τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Κρήτης. Και μίαν Κυριακήν, μετὰ τὸ πέρας τῆς λειτουργίας, εἶπε πρὸς τοὺς συνηγμένους εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ναοῦ χριστιανούς: — Ἀκούσετε νὰ σᾶςε πῶ, χωριανοί. Εἰς τὸ Λιοντάρι, στὴν τούρκικη γειτονιά , κολλητὰ 'ς τὸ σπίτι τοῦ Φεζομουσταφά, εἶνε μιὰ παλιὰ ἐκκλησά. — Είνε Παναγία, εἶπεν ὁ ἱερεύς. — Ναί, Παναγία. Ἀλλὰ οἱ Τοῦρκοι τὸν καιρὸ τῆς γιανιτσαριᾶς τὴν ἐπήρανε καὶ τὴν ἐκάμανε σταῦλο κ᾿ εὐγάλανε τὰ μάτια τῶν ἁγίων τοῦ 'νε σγουραφισμένοι στσοὶ τοίχους. Είνε ντροπή<noinclude></noinclude> 49lr7gjp0qw6qed5323c1e012rv82g2 167661 167655 2026-09-02T09:54:51Z Αντιγόνη 235 167661 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|96||Ἡ Καμπάνα}}</noinclude>Εἰς τὴν οἰκογένειάν του ὑπῆρχε παράδοσις ὅτι οἱ πρόγονοι τοῦ Μουσταφᾶ ἦσαν συγγενείς των Χριστιανοί, ἐξομώσαντες πρὸ ἑκατὸν πενῆντα ἐτῶν. Διὰ τοῦτο τὰ κτήματά των παντοῦ σχεδὸν ἔγειτόνευαν καὶ ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῆς πατρικῆς του περιουσίας ὁ Γιάννης συχνὰ διεπληκτίζετο μὲ τὸν Φεζομουσταφᾶν. Ἀλλὰ τότε οἱ Τοῦρκοι ἦσαν ἰσχυροί, ἀστυνομία δὲ καὶ δικαστήρια ἔδιδαν πάντοτε ἄδικον εἰς τὸν Παπαδογιάννην, ὅστις ἑκάστοτε ἐφυλακίζετο. Αἱ ἀδικίαι αὔται ἐξηγρίωναν ἐπὶ μᾶλλον τὸ μισός του, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ ἱκανοποιηθῇ κατὰ τὰς ἐπακολουθησάσας δύο ἐπαναστάσεις. Ὁλίγον πρὸ τῆς τελευταίας συνεπλάκησαν μίαν ἡμέραν εἰς τὸ νερόν, φιλονεικοῦντες ποῖος πρῶτος ν’ ἀρδεύσῃ τὸ περιβόλι του. Ὁ Παπαδογιάννης κατώρθωσε νὰ καταβάλῃ τὸν Μουσταφᾶν καί, ἀφοῦ τοῦ ἔδωκε τῆς χρονιᾶς του, τοῦ εἶπε: — Μπουρμᾶ, ἐπεράσαν κεῖνα που κάτεχες. Ἐπέρασ’ ὁ καιρὸς ποῦ μαχαίρωνε ὁ κύρης σου ὁ πισσοκόκκαλος γιὰ τὸ σημαντῆρι. Ἐδᾶ κτυπᾷ καμπάνα καὶ γλήγορα θὰ τὴν ἀκούσῃς καὶ στ’ αὐτί σου κοντά! Ὁ Παπαδογιάννης εἶχε πρὸ πολλοῦ σχέδιον, διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ὁποίου ἐθεώρησε κατάλληλον τὴν περίστασιν μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 78, ὅτε τὰ προνόμια τῆς Χαλέπας καὶ ἡ διοίκησις τοῦ Φωτιάδου ἔδωκαν κάποιαν ἐλευθερίαν καὶ δικαιοσύνην εἰς τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Κρήτης. Καὶ μίαν Κυριακήν, μετὰ τὸ πέρας τῆς λειτουργίας, εἶπε πρὸς τοὺς συνηγμένους εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ναοῦ χριστιανούς: — Ἀκούσετε νὰ σᾶςε πῶ, χωριανοί. Εἰς τὸ Λιοντάρι, στὴν τούρκικὴ γειτονιά, κολλητὰ ’ς τὸ σπίτι τοῦ Φεζομουσταφᾶ, εἶνε μιὰ παλιὰ ἐκκλησά. — Εἶνε Παναγία, εἶπεν ὁ ἱερεύς. — Ναί, Παναγία. Ἀλλὰ οἱ Τοῦρκοι τὸν καιρὸ τῆς γιανιτσαριᾶς τὴν ἐπήρανε καὶ τὴν ἐκάμανε σταῦλο κ’ εὐγάλανε τὰ μάτια τῶν ἁγίων ποῦ ’νε σγουραφισμένοι στσοὶ τοίχους. Εἶνε ντροπή<noinclude></noinclude> hee5jqekra69th5oznyacz3h4n8lqlz Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/101 100 53000 167656 2026-09-01T21:06:49Z Αντιγόνη 235 /* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: μας νὰ τὴν ἀφήσωμε σαὐτὸ τὸ χάλι. Τὸ λοιπὸς ἐγὼ λέω νὰ πᾶμε νὰ τὴν ἐπάρωμε μὲ τὸ ζόρε. — Καλὰ λές, ἐφώναξαν πολλοί. Νὰ πᾶμ’ ἐδὰ εὐθύς! — Ἂς πάῃ ὁ καθένας νὰ πάρῃ τὸ τουφέκι του καὶ τὴν τσάπα του καὶ νἄρθῃ; πρέπει πρῶτα νὰ ρίξωμε τὸ σπῆτι ποὖν... 167656 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|Ἡ Καμπάνα||97}}</noinclude>μας νὰ τὴν ἀφήσωμε σαὐτὸ τὸ χάλι. Τὸ λοιπὸς ἐγὼ λέω νὰ πᾶμε νὰ τὴν ἐπάρωμε μὲ τὸ ζόρε. — Καλὰ λές, ἐφώναξαν πολλοί. Νὰ πᾶμ’ ἐδὰ εὐθύς! — Ἂς πάῃ ὁ καθένας νὰ πάρῃ τὸ τουφέκι του καὶ τὴν τσάπα του καὶ νἄρθῃ; πρέπει πρῶτα νὰ ρίξωμε τὸ σπῆτι ποὖνε κτισμένο ἀπὸ πάνω. Ὅλοι ἐκινήθησαν διὰ νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Παπαδογιάννη, ἀλλ’ ὁ παπᾶς καὶ μερικοὶ γέροντες τοὺς ἀνεχαίτισαν. Δὲν ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθοῦν βίαν. Δὲν ἦσαν γιανίτσαροι αὐτοί. Έπρεπε ν᾿ ἀποζημιώσουν τὴν χανούμισσαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκε τὸ σπίτι. Η πρότασις αὕτη δὲν ἤρεσεν εἰς τοὺς ζωηροτέρους, ὁ Παπαδογιάννης ὅμως τὴν ἐδέχθη καὶ εἶπεν: — Ὅσα ζητήσῃ ἡ τούρκισσα ἐγὼ τὰ δίδω. Ἡ τούρκισσα ὅμως κατὰ συμβουλὴν τῶν ὁμοθρήσκων της, δὲν ἐδέχθη νὰ πωλήσῃ τὸ σπίτι. Διὰ τοῦτο τὴν ἑπομένην Κυριακὴν δὲν ἐχρειάσθη δευτέρα ἀγόρευσις τοῦ Παπαδογιάννη. Μικρὸν μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὅλοι οἱ χωρικοὶ ἔνοπλοι διηνθύνθησαν πρὸς τὴν τουρκικὴν συνοικίαν Λιοντάρι. Καὶ ἐνῷ οἱ μισοὶ κατέλαβαν τὰς διόδους διὰ νὰ ἀποκρούσουν μὲ τὰ ὅπλα πάσαν ἀπόπειραν τῶν Τούρκων πρὸς ἀντίστασιν, οἱ ἄλλοι ἐκδιώξαντες τὴν ἐγκάτοικον χανούμισσαν καὶ ἀπορρίψαντες τὰ ἔπιπλα καὶ σκεύη, ἤρχισαν να κατεδαφίζουν τὸ σπίτι, ἔπειτα δὲ καὶ τὸν βεβηλωμένον ναόν. Καὶ μετά τινας ὥρας δὲν ὑπῆρχε πέτρα ἐπὶ πέτρας. Καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα τοῦτο οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐτόλμησαν νὰ ξεμυτίσουν. Τὴν ἐπιοῦσαν ἤρχισεν ἡ ἀνοικοδόμησις καὶ μετ᾿ ὀλίγον καιρὸν μικρὰ λευκὴ ἐκκλησία εἶχεν ὑψωθῆ δίπλα εἰς τὸ σπίτι τοῦ Φεζομουσταφᾶ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν λύσσαν του εἶχε γηράσει κατὰ δέκα ἔτη Τὴν ἡμέραν δὲ καθ’ ἣν ὁ ἐπίσκοπος ἐτέλεσε τὰ ἐγκαίνια ἔφθασε καὶ ἡ δι’ ἐξόδων τοῦ Παπαδογιάννη παραγγελθεῖσα καμπάνα καὶ ὁ ἦχος της ετάραξε τὴν κατηφῆ σιγὴν τῆς τουρκικῆς συνοικίας. Ἀλλ’ ὁ Παπαδογιάννης ἐπεφύλαττεν εἰς τοὺς χωριανοὺς καὶ ἄλλην ἔκπληξιν. Εἰς τὸ κωδωνοστάσιον ὑψώθη ἔξαφνα καὶ ἐκυμά-<noinclude></noinclude> nk2xsfkz9tk43qnr1ln8jphi8oq2plk 167662 167656 2026-09-02T10:03:59Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167662 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|Ἡ Καμπάνα||97}}</noinclude>μας νὰ τὴν ἀφήσωμε σαὐτὸ τὸ χάλι. Τὸ λοιπὸς ἐγὼ λέω νὰ πᾶμε νὰ τὴν ἐπάρωμε μὲ τὸ ζόρε. — Καλὰ λές, ἐφώναξαν πολλοί. Νὰ πᾶμ’ ἐδὰ εὐθύς! — Ἂς πάῃ ὁ καθένας νὰ πάρῃ τὸ τουφέκι του καὶ τὴν τσάπα του καὶ νἄρθῃ· πρέπει πρῶτα νὰ ρίξωμε τὸ σπῆτι ποὖνε κτισμένο ἀπὸ πάνω. Ὅλοι ἐκινήθησαν διὰ νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Παπαδογιάννη, ἀλλ’ ὁ παπᾶς καὶ μερικοὶ γέροντες τοὺς ἀνεχαίτισαν. Δὲν ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθοῦν βίαν. Δὲν ἦσαν γιανίτσαροι αὐτοί. Έπρεπε ν’ ἀποζημιώσουν τὴν χανούμισσαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκε τὸ σπίτι. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἤρεσεν εἰς τοὺς ζωηροτέρους, ὁ Παπαδογιάννης ὅμως τὴν ἐδέχθη καὶ εἶπεν: — Ὅσα ζητήσῃ ἡ τούρκισσα ἐγὼ τὰ δίδω. Ἡ τούρκισσα ὅμως κατὰ συμβουλὴν τῶν ὁμοθρήσκων της, δὲν ἐδέχθη νὰ πωλήσῃ τὸ σπίτι. Διὰ τοῦτο τὴν ἑπομένην Κυριακὴν δὲν ἐχρειάσθη δευτέρα ἀγόρευσις τοῦ Παπαδογιάννη. Μικρὸν μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὅλοι οἱ χωρικοὶ ἔνοπλοι διηνθύνθησαν πρὸς τὴν τουρκικὴν συνοικίαν Λιοντάρι. Καὶ ἐνῷ οἱ μισοὶ κατέλαβαν τὰς διόδους διὰ νὰ ἀποκρούσουν μὲ τὰ ὅπλα πάσαν ἀπόπειραν τῶν Τούρκων πρὸς ἀντίστασιν, οἱ ἄλλοι ἐκδιώξαντες τὴν ἐγκάτοικον χανούμισσαν καὶ ἀπορρίψαντες τὰ ἔπιπλα καὶ σκεύη, ἤρχισαν νὰ κατεδαφίζουν τὸ σπίτι, ἔπειτα δὲ καὶ τὸν βεβηλωμένον ναόν. Καὶ μετά τινας ὥρας δὲν ὑπῆρχε πέτρα ἐπὶ πέτρας. Καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα τοῦτο οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐτόλμησαν νὰ ξεμυτίσουν. Τὴν ἐπιοῦσαν ἤρχισεν ἡ ἀνοικοδόμησις καὶ μετ’ ὀλίγον καιρὸν μικρὰ λευκὴ ἐκκλησία εἶχεν ὑψωθῆ δίπλα εἰς τὸ σπίτι τοῦ Φεζομουσταφᾶ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν λύσσαν του εἶχε γηράσει κατὰ δέκα ἔτη. Τὴν ἡμέραν δὲ καθ’ ἣν ὁ ἐπίσκοπος ἐτέλεσε τὰ ἐγκαίνια ἔφθασε καὶ ἡ δι’ ἐξόδων τοῦ Παπαδογιάννη παραγγελθεῖσα καμπάνα καὶ ὁ ἦχος της ετάραξε τὴν κατηφῆ σιγὴν τῆς τουρκικῆς συνοικίας. Ἀλλ’ ὁ Παπαδογιάννης ἐπεφύλαττεν εἰς τοὺς χωριανοὺς καὶ ἄλλην ἔκπληξιν. Εἰς τὸ κωδωνοστάσιον ὑψώθη ἔξαφνα καὶ ἐκυμά-<noinclude></noinclude> c14pjpaw7ddv6ukxzw2612j2m7ysqpa 167663 167662 2026-09-02T10:04:10Z Αντιγόνη 235 /* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167663 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|Ἡ Καμπάνα||97}}</noinclude>μας νὰ τὴν ἀφήσωμε σαὐτὸ τὸ χάλι. Τὸ λοιπὸς ἐγὼ λέω νὰ πᾶμε νὰ τὴν ἐπάρωμε μὲ τὸ ζόρε. — Καλὰ λές, ἐφώναξαν πολλοί. Νὰ πᾶμ’ ἐδὰ εὐθύς! — Ἂς πάῃ ὁ καθένας νὰ πάρῃ τὸ τουφέκι του καὶ τὴν τσάπα του καὶ νἄρθῃ· πρέπει πρῶτα νὰ ρίξωμε τὸ σπῆτι ποὖνε κτισμένο ἀπὸ πάνω. Ὅλοι ἐκινήθησαν διὰ νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Παπαδογιάννη, ἀλλ’ ὁ παπᾶς καὶ μερικοὶ γέροντες τοὺς ἀνεχαίτισαν. Δὲν ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθοῦν βίαν. Δὲν ἦσαν γιανίτσαροι αὐτοί. Έπρεπε ν’ ἀποζημιώσουν τὴν χανούμισσαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκε τὸ σπίτι. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἤρεσεν εἰς τοὺς ζωηροτέρους, ὁ Παπαδογιάννης ὅμως τὴν ἐδέχθη καὶ εἶπεν: — Ὅσα ζητήσῃ ἡ τούρκισσα ἐγὼ τὰ δίδω. Ἡ τούρκισσα ὅμως κατὰ συμβουλὴν τῶν ὁμοθρήσκων της, δὲν ἐδέχθη νὰ πωλήσῃ τὸ σπίτι. Διὰ τοῦτο τὴν ἑπομένην Κυριακὴν δὲν ἐχρειάσθη δευτέρα ἀγόρευσις τοῦ Παπαδογιάννη. Μικρὸν μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὅλοι οἱ χωρικοὶ ἔνοπλοι διηνθύνθησαν πρὸς τὴν τουρκικὴν συνοικίαν Λιοντάρι. Καὶ ἐνῷ οἱ μισοὶ κατέλαβαν τὰς διόδους διὰ νὰ ἀποκρούσουν μὲ τὰ ὅπλα πάσαν ἀπόπειραν τῶν Τούρκων πρὸς ἀντίστασιν, οἱ ἄλλοι ἐκδιώξαντες τὴν ἐγκάτοικον χανούμισσαν καὶ ἀπορρίψαντες τὰ ἔπιπλα καὶ σκεύη, ἤρχισαν νὰ κατεδαφίζουν τὸ σπίτι, ἔπειτα δὲ καὶ τὸν βεβηλωμένον ναόν. Καὶ μετά τινας ὥρας δὲν ὑπῆρχε πέτρα ἐπὶ πέτρας. Καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα τοῦτο οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐτόλμησαν νὰ ξεμυτίσουν. Τὴν ἐπιοῦσαν ἤρχισεν ἡ ἀνοικοδόμησις καὶ μετ’ ὀλίγον καιρὸν μικρὰ λευκὴ ἐκκλησία εἶχεν ὑψωθῆ δίπλα εἰς τὸ σπίτι τοῦ Φεζομουσταφᾶ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν λύσσαν του εἶχε γηράσει κατὰ δέκα ἔτη. Τὴν ἡμέραν δὲ καθ’ ἣν ὁ ἐπίσκοπος ἐτέλεσε τὰ ἐγκαίνια ἔφθασε καὶ ἡ δι’ ἐξόδων τοῦ Παπαδογιάννη παραγγελθεῖσα καμπάνα καὶ ὁ ἦχος της ετάραξε τὴν κατηφῆ σιγὴν τῆς τουρκικῆς συνοικίας. Ἀλλ’ ὁ Παπαδογιάννης ἐπεφύλαττεν εἰς τοὺς χωριανοὺς καὶ ἄλλην ἔκπληξιν. Εἰς τὸ κωδωνοστάσιον ὑψώθη ἔξαφνα καὶ ἐκυμά-<noinclude></noinclude> 2cnknqzr1thnbtfhzq3wt7s3y36imf9 Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/102 100 53001 167657 2026-09-01T21:06:56Z Αντιγόνη 235 /* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: τισε χαρμοσύνως μία Ἑλληνικὴ σημαία. Καὶ ὁ λαὸς τὴν ἐχαιρέτισε μὲ φρενιτιώδεις ἀλαλαγμούς, μὲ δάκρυα ἐνθουσιασμοῦ καὶ πυροβολισμούς. Ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ὁ ἐπίτροπος τῆς νέας ἐκκλησίας Παπαδογιάννης δὲν ἀφῆκε τὴν καμπάναν τῆς Παναγίας νὰ σιγήσῃ.... 167657 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|98||Ἡ Καμπάνα}}</noinclude>τισε χαρμοσύνως μία Ἑλληνικὴ σημαία. Καὶ ὁ λαὸς τὴν ἐχαιρέτισε μὲ φρενιτιώδεις ἀλαλαγμούς, μὲ δάκρυα ἐνθουσιασμοῦ καὶ πυροβολισμούς. Ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ὁ ἐπίτροπος τῆς νέας ἐκκλησίας Παπαδογιάννης δὲν ἀφῆκε τὴν καμπάναν τῆς Παναγίας νὰ σιγήσῃ. Τὴν δὲ τετάρτην ἡμέραν ἐκηδεύετο ὁ Φεζομουσταφᾶς. Κατὰ τὴν γενικὴν πεποίθησιν ἔσκασε ἀπὸ τὸ κακό του.<section end=s1 /> {{rule|4em}}<noinclude></noinclude> 4tygl8gtj8dzk7e08cs09mvmidqrv4o Η καμπάνα 0 53002 167664 2026-09-02T10:05:20Z Αντιγόνη 235 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα |τίτλος = Ἡ Καμπάνα |συγγραφέας = Ιωάννης Κονδυλάκης }} <pages index="Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf" from=97 to=102 fromsection=s1 tosection=s1/> [[Κατηγορία:Διηγήματα]] 167664 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα |τίτλος = Ἡ Καμπάνα |συγγραφέας = Ιωάννης Κονδυλάκης }} <pages index="Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf" from=97 to=102 fromsection=s1 tosection=s1/> [[Κατηγορία:Διηγήματα]] 3q00qihm2cm6g2gd0fptliv9ngyykqg