Βικιθήκη
elwikisource
https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1
MediaWiki 1.47.0-wmf.18
first-letter
Μέσο
Ειδικό
Συζήτηση
Χρήστης
Συζήτηση χρήστη
Βικιθήκη
Συζήτηση Βικιθήκη
Αρχείο
Συζήτηση αρχείου
MediaWiki
Συζήτηση MediaWiki
Πρότυπο
Συζήτηση προτύπου
Βοήθεια
Συζήτηση βοήθειας
Κατηγορία
Συζήτηση κατηγορίας
Σελίδα
Συζήτηση σελίδας
Μεταγραφή
Συζήτηση μεταγραφής
Συγγραφέας
Συζήτηση συγγραφέα
Πύλη
Συζήτηση πύλης
TimedText
TimedText talk
Module
Module talk
Event
Event talk
Πρότυπο:Χωρίς πηγή
10
37483
167672
128611
2026-09-02T17:10:54Z
Μανώλης Καλογεράκης
19455
παρακαλώ να προσέχετε την γραφή σε τέτοια πρότυπα
167672
wikitext
text/x-wiki
{{#invoke:Message box|ambox
| name = Χωρίς πηγή
| image = [[File:Book (23019) - The Noun Project.svg|40px|link= ]]
| type = content
| text = Χρειάζεται να αναφερθεί η αρχική πηγή αυτού του κειμένου, ώστε να μπορεί να επαληθευθεί το περιεχόμενό του. Ως αρχική πηγή νοείται κάποια επίσημη δημοσίευση του κειμένου, έντυπη ή ηλεκτρονική, και όχι κατ' ανάγκην κάποιος άλλος ιστότοπος που απλώς φιλοξενεί το κείμενο.
| cat = Χωρίς πηγή
}}
k29ykfehvheiuggriqnpfuq88codx4g
Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/58
100
50859
167673
162413
2026-09-02T23:48:25Z
Αντιγόνη
235
/* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */
167673
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|52|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>Ἦτο δὲ τοσούτῳ μᾶλλον εὐχάριστον νὰ βλεπώμεθα μετὰ τῶν οἰκείων, καθ’ ὅσον ἐν τῇ τρομοκρατίᾳ ὑπὸ τὴν ὁποίαν, ἐπ’ ἐσχάτοις μάλιστα, διεβιοῦμεν ἐν τῇ πόλει, οὔτε τῶν οἰκιῶν μας ἐξηρχόμεθα οὔτε ἐπισκέψεις ἀντηλλάσσομεν. Αἱ θύραι ἔμενον κλεισταὶ καὶ ἡμίκλειστα τὰ παράθυρα. Προσπαθῶ ἤδη νὰ ἐνθυμηθῶ, ἐὰν ἐπὶ μῆνας εἶδον ξένον ἀναβαίνοντα τὴν κλίμακά μας καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰμὴ μόνον τὸ κατηφὲς τοῦ Ζενάκη πρόσωπον.
Εἰς τὴν ἐξοχικὴν ἰδίως ἐκκλησίαν συνηντώμεθα, καὶ εἰς τὸν αὐλόγυρόν της, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀκολουθιῶν, ἐγίνετο ἡ συναναστροφή. Ἦτον ἡ Μεγάλη καὶ πάλιν Τεσσαρακοστή. Συχνάκις δὲ ὑπὸ τὰ δένδρα τοῦ αὐλογύρου ἐκείνου ἀνεπόλουν τὰς συγκινήσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας πρὸ ἑνὸς ἔτους ἐλειτουργούμεθα, ὁ πατήρ μου κ’ ἐγώ, ὅτε διετρέχομεν ἔμφοβοι τὰς στενὰς τῆς Σμύρνης ὁδοὺς μεταβαίνοντες εἰς τὴν Ἁγίαν Φωτεινήν.
Ἡ ἐκκλησία, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, τὸ παρεκκλήσιόν μας, εἶχεν ἀνεγερθῆ ὑπὸ τοῦ προπάππου τῆς μητρός μου, ὅστις ἐρασοφόρεσεν εἰς τὰ γηράματά του. Περισώζεται εἰσέτι ἡ οἰκοδομή, ἀλλὰ γυμνὴ καὶ ἑτοιμόρροπος. Αἱ εἰκόνες, τὰ κοσμήματα, τὰ ἄμφια καὶ τὰ ἱερὰ σκεύη ἐσυλήθησαν ἢ κατεστράφησαν ὑπὸ τῶν Τούρκων. Τότε ὅμως ὑψοῦτο χαριέντως ὁ ναΐ-<noinclude></noinclude>
anh3ufm8djqhgfafaks5uyguxqpmbsn
Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/59
100
50860
167674
162415
2026-09-02T23:54:00Z
Αντιγόνη
235
/* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */
167674
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|53}}</noinclude>σκος ἀναμέσον τῶν δένδρων, τὰ πάντα δ’ ἐντὸς αὐτοῦ ἦσαν κόσμια καὶ εὐπρεπῆ. Ἡ εἴσοδός του ἀπετελεῖτο ὑπὸ νάρθηκος μικροῦ, ἀνοικτοῦ ἔμπροσθεν. Ὑπὸ τοῦ προπυλαίου τούτου τὴν σκέπην, ἑκατέρωθεν τῆς πύλης, ἦσαν δύο μαρμάρινα ἑδώλια. Ἐκεῖ καθήμενος συχνάκις, ἀνεγίνωσκον τὰς ἐπιγραφὰς τῶν ἐπιτυμβίων πλακῶν, αἵτινες ἐσχημάτιζον τοῦ νάρθηκος τὴν στρῶσιν.
Ἐκεῖ, ἀπὸ τοῦ κτήτορος καὶ ἐφεξῆς, ἐθάπτοντο τῆς μητρικῆς οἰκογενείας μου οἱ πλεῖστοι. Ἐντὸς τοῦ παρεκκλησίου ἐκείνου ἐστεφανώθησαν οἱ γονεῖς μου, καὶ ἡ ἐπιθυμία των ἦτον ὑπὸ τοῦ νάρθηκός του τὰς πλάκας νὰ ταφῶσιν, ἐκεῖ, ὁ εἷς πλησίον τοῦ ἄλλου. Ἀλλ’ οὔτε οἱ γονεῖς μου ἀνεπαύθησαν ἐκεῖ, οὔτε τὰ ἰδικά μου ὀστᾶ πέπρωται νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς χοῦν ἐν τῇ προσφιλεῖ ἐκείνῃ τῆς πατρίδος γωνία. Τὴν σήμερον ζῶμεν καὶ ἀποθνήσκομεν εἷς ἐδῶ καὶ ἄλλος ἐκεῖ, πλάνητες ἐν τῷ βίῳ καὶ νεκροὶ ξενιτευμένοι, ἡ δὲ ἀνεμοζάλη τῆς διασπορᾶς ἐκλόνισε καὶ διέσπασε τοὺς ἱεροὺς δεσμούς, τοὺς προσκολλῶντας τὴν καρδίαν τῶν τέκνων εἰς τῶν γονέων τὰ ἀναπαυτήρια. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον γηράσκομεν… ἐγὼ τοὐλάχιστον, καθ’ ὅσον αἰσθάνομαι πλησιάζουσαν τῆς ἀναπαύσεως τὴν ὥραν, θλίβομαι ἀναλογιζόμενος ὅτι, ὅταν γηράσωσι καθὼς ἐγὼ τὰ τέκνα μου, δὲν θὰ ἐπαναπαύω-<noinclude></noinclude>
33e1n9pslihxvevcd0pipt9oe72h98p
Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/60
100
50861
167675
162416
2026-09-03T00:31:06Z
Αντιγόνη
235
/* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */
167675
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|54|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>σι τὴν μνήμην των οὔτε εἰς οἰκίαν περιέχουσαν διαδοχικὰς ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ἀναμνήσεις, οὔτε εἰς γῆς τινα ἄκραν, ὅπου κεῖνται συνεσφιγμένοι οἱ πατέρες αὐτῶν. Ὅτε ἤμην νέος, ὀλίγον περὶ τούτων ἐσκεπτόμην. Τώρα ὅμως ἡ ψυχή μου μετ’ αὐξάνοντος φίλτρου ἐπιστρέφει εἰς τὸ παρελθὸν καὶ τρέφεται διὰ τῶν ἀρχαίων ἐνθυμήσεων.
Ἀλλ’ ἂς ἐπαναλάβω τὴν διήγησίν μου.
Τὴν αὐγὴν τῆς Μεγάλης Πέμπτης ἠκούσαμεν τὴν λειτουργίαν καὶ ἐκοινωνήσαμεν τῶν θείων μυστηρίων. Ἦτο λαμπρὰ ἐαρινὴ πρωΐα καὶ ὅταν ἐπεστρέψαμεν ἐκ τῆς ἐκκλησίας, ἀντὶ νὰ μείνω ἐντὸς τῆς οἰκίας, λαβὼν εἰς χεῖρας τὴν νηστήσιμον τροφὴν μου ὑπῆγα νὰ προγευθῶ ἐπὶ τοῦ ἐξώστου. Ἀλλ’ ἅμα ἤνοιξα τὴν ἐπ’ αὐτοῦ θύραν καὶ ὕψωσα τὸ βλέμμα πρὸς τὸ πέλαγος, εἶδον θέαμα, τὸ ὁποῖον μὲ κατέπληξε. Παρήτησα τὸ πρόγευμα καὶ ἔδραμον πρὸς τὸν πατέρα μου. Μὲ ἠκολούθησεν ἐπὶ τοῦ ἐξώστου καὶ ἐβλέπομεν ἀμφότεροι πρὸς τὴν θάλασσαν.
Ἐβλέπομεν σειρὰν μακρὰν πλοίων μεγάλων πλεόντων πρὸς τὸν λιμένα μας. Ἀπεῖχον εἰσέτι πολύ, ἀλλ’ ἦτο διαυγὴς ἡ ἀτμοσφαῖρα καὶ διεκρίνοντο τὰ ἱστία, καμπύλα ὑπὸ τοῦ ἀνέμου τὴν πνοήν, καὶ αἱ διπλαῖ καὶ αἱ τριπλαῖ λευκαὶ ζῶναι ἐπὶ τῶν μαύρων σκαφῶν. Ἐνῷ δὲ τὰ μεγάλα ταῦτα πλοῖα ἐφαίνοντο<noinclude></noinclude>
ln83jgxvcj1kgmqncnkc1ace7kcqfb6
Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/61
100
50862
167676
162417
2026-09-03T00:32:51Z
Αντιγόνη
235
/* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */
167676
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|55}}</noinclude>πλησιάζοντα, ἄλλη σειρὰ πλοιαρίων μικρῶν, δεχομένων ἐκ πλαγίου τὸν ἄνεμον εἰς τὰ τρίγωνα ἱστία των, ἔφευγε παρὰ τὴν παραλίαν πρὸς τῆς Σάμου τὴν διεύθυνσιν. Τὰ μεγάλα ἐν τούτοις πλοῖα, ὡσεὶ διστάζοντα, ἀντὶ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸν πρὸς τὸν λιμένα πλοῦν, ἤλλαξαν αἴφνης δρόμον. Ἐνόμισα ἐπ’ ὀλίγον ὅτι ἀνεχώρουν. Ἀλλ’ ὄχι· δὲν ἀπεμακρύνοντο· ἐλοξοδρόμουν ἀπέναντι τῆς Χίου. Τὰ δὲ μικρὰ πλοιάρια φεύγοντα πρὸς τὰ δεξιά μας ἐχάνοντο τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο ὄπισθεν τῆς τελευταίας ἄκρας τῆς νήσου.
Δὲν ἦτο δύσκολον νὰ ἐννοήσωμεν τί συνέβαινεν. Ὁ Τουρκικὸς στόλος κατήρχετο ἰσχυρός, οἱ δ’ ἐπαναστάται ἀνεχώρουν. Ἀλλ’ οἱ Χῖοι τί ἔμελλον ν’ ἀπογίνωσιν;
Ἀγνοῶ πόσην ὥραν ὁ πατήρ μου κ’ ἐγὼ ἐμένομεν ἐπὶ τοῦ ἐξώστου σιωπηλοὶ καὶ ἀκίνητοι, μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὸ πέλαγος προσηλωμένους.
— Νὰ φύγωμεν, νὰ φύγωμεν, εἶπεν αἴφνης ὁ πατήρ μου, καὶ ἐστράφη πρὸς τὴν οἰκίαν. Ἐστράφην κ’ ἐγὼ καὶ τότε εἶδον ὅτι ὄπισθεν ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ἐξώστου ἵσταντο ἡ μήτηρ καὶ αἱ δύο ἀδελφαί μου καὶ ἡ Ἀνδριάνα, βλέπουσαι κ’ ἐκεῖναι ἐν σιωπῇ τὸ πρὸ ἡμῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης θέαμα.
Ὁ πατήρ μου ἐξῆλθεν ἀμέσως τῆς οἰκίας. Τὸν ἠκολούθησα κατὰ διαταγήν του. Ἤθελε νὰ συσκε-<noinclude></noinclude>
fclohr5ibwxrlkhtruegjetbadtj8hs
Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/62
100
50863
167677
162418
2026-09-03T00:37:21Z
Αντιγόνη
235
/* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */
167677
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|56|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>φθῶμεν μετὰ τῶν συγγενῶν περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐξηρχόμεθα μόλις τῆς ἔξω τοῦ περιβόλου μας θύρας, ὅτε εἴδομεν ἐρχόμενον πρὸς ἡμᾶς τὸν Καλάνην, ἐξάδελφον τῆς μητρός μου, κρατοῦντα ἐκ τῆς χειρὸς τὴν μικρὰν θυγατέρα του. Ἦτο πρὸ ὀλίγων μηνῶν χηρευμένος ὁ Καλάνης, ἡ δὲ ζωή του συνεκεντροῦτο εἰς τοῦ ὀρφανοῦ του τέκνου τὴν ἀγάπην. Ποτὲ δὲν τὸ ἀπεχωρίζετο· ἡ δὲ χαρίεσσα μορφὴ τοῦ ἑνδεκαετοῦς ἐκείνου κορασίου, καὶ ἡ τεθλιμμένη τοῦ τρυφεροῦ προσώπου του ἔκφρασις, εἶχον, ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς εἰς τὸν Πύργον ἀφίξεώς μας, ἑλκύσει πᾶσαν τῆς ψυχῆς μου τὴν συμπάθειαν.
Ἤρχετο ὁ Καλάνης πρὸς τὸν πατέρα μου μὲ τὸν ἴδιον σκοπόν, ὅστις καὶ ἡμᾶς ὡδήγει. Διηυθύνθημεν ὅλοι ὁμοῦ πρὸς τὸ παρεκκλήσιον· οἱ δύο ἐκεῖνοι προπορευόμενοι συνωμίλουν, ἐγὼ δὲ εἰς ὀλίγων βημάτων ἀπόστασιν τοὺς ἠκολούθουν, κρατῶν τὴν μικρὰν Δέσποιναν ἐκ τῆς χειρός. Ἔβλεπον τὰς ξανθὰς τρίχας τῆς ἀθώας ἐκείνης κεφαλῆς, καὶ ἐσυλλογιζόμην τὰ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου μας φαινόμενα πλοῖα καὶ ἀνεπόλουν μετὰ φρίκης ὅσα ἤκουσα περὶ τῶν εἰς Σμύρνην καὶ εἰς τὰς Κυδωνίας ὑπὸ τῶν Τούρκων διαπραχθέντων.
Ἐβάδιζον σιωπῶν καὶ περίλυπος. Ἡ μικρὰ ἐσιώπα ἐπίσης, ἀλλ’ ᾐσθανόμην τὰ δάκτυλά της ἀνή-<noinclude></noinclude>
29cutt5s82w1wf2l5fal99krsz7j72v
Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/63
100
50865
167678
162423
2026-09-03T00:39:27Z
Αντιγόνη
235
/* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */
167678
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΑΔΡΑΣ|57}}</noinclude>συχα ἐντὸς τῆς χειρός μου. Ἐνόησα ὅτι ἦτο φοβισμένη, καὶ μὴ γνωρίζων τί νὰ εἴπω πρὸς ἐνθάρρυνσίν της ἔσκυψα καὶ ἐφίλησα τὴν μικρὰν χεῖρά της. Ἔστρεψε τότε πρὸς ἐμὲ τοὺς γαλανοὺς ὀφθαλμούς της καὶ μὲ ἠρώτησε μετὰ φωνῆς τρεμούσης, —Λουκῆ, θὰ μᾶς σκοτώσουν οἱ Τοῦρκοι;
— Ὄχι, Δέσποινά μου, θὰ φύγωμεν. Μὴ φοβῆσαι. Δὲν θὰ μᾶς πειράξῃ κανείς.
— Θὰ σκοτώσουν τὸν πατέρα μου. Ἐγὼ τὸ ἠξεύρω. Θὰ τὸν σκοτώσουν.
Καὶ ἤρχισε νὰ κλαίῃ πικρῶς ἀλλ’ ἡσύχως, καὶ ἔρρεον τὰ δάκρυά της, καὶ ἐπανελάμβανε.
— Θὰ τὸν σκοτώσουν! {{sic|Σκοτόνουν|Σκοτώνουν}} οἱ Τοῦρκοι! Θὰ σκοτώσουν τὸν πατέρα μου!
— Μὴ κλαίῃς, Δέσποινα, μὴ φοβῆσαι.
Ἤθελον νὰ τὴν παρηγορήσω, ἀλλὰ δὲν εὕρισκον λέξεις, καὶ βλέπων τὸν ἥσυχον θρῆνόν της ᾐσθανόμην κ’ ἐγὼ τὴν φωνήν μου ἐκλείπουσαν.
Εἰς τὸν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας συνεκάθηντο ἤδη τῶν γειτόνων οἱ πλεῖστοι. Ἐκαθήσαμεν καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τῶν μαρμαρίνων ἑδωλίων. Ὁ Καλάνης ἐπῆρεν ἐπὶ τῶν γονάτων τὴν κόρην του, καὶ ἔλαβον τὸν λόγον οἱ γέροντες.
Δὲν ἐβράδυνε νὰ ληφθῇ ἡ περὶ τοῦ πρακτέου ἀπόφασις. Ἦτο πρόδηλον ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἱκανὰ πρὸς<noinclude></noinclude>
lx3vhjgsg9xxrkxpgxj5ul98fi19tzv
Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/64
100
50866
167679
162424
2026-09-03T09:37:32Z
Αντιγόνη
235
/* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */
167679
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|58|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>ἀντίστασιν μέσα καὶ ὅτι θὰ γίνωσι κύριοι οἱ Τοῦρκοι τῆς νήσου, ἐγνωρίζομεν δ’ ἐκ τῶν προτέρων, πῶς φέρονται οἱ Τοῦρκοι εἰς κατακτηθείσας χώρας. Ἀπεφασίσθη λοιπὸν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰ δυτικώτερα τῆς νήσου καὶ νὰ σκορπισθῶμεν ὅπου ἕκαστος ἠδύνατο νὰ εὕρῃ καταφύγιον. Ἀπεμακρυνόμεθα οὕτω τῶν Τούρκων καὶ ἐπλησιάζομεν εἰς τὰ παράλια ἄντικρυ τῶν Ψαρῶν, ὅθεν ἠλπίζομεν σωτηρίαν.
Ἀπεχαιρετίσθημεν μετὰ πόνου ψυχῆς, εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἠσπάσθημεν τὰς εἰκόνας, καὶ ἀποχωρισθέντες ἐπεστρέψαμεν εἰς τὰ ἴδια ἕκαστος.
Δὲν ἐπανεῖδον ἔκτοτε τὸ παρεκκλήσιόν μας.
Καθ’ ὁδὸν ὁ πατήρ μου μὲ εἶπεν, ὅτι ἀπεφάσισε νὰ ζητήσωμεν ἐπί τινας ἡμέρας τὴν φιλοξενίαν δύο γερόντων θείων του, κατοικούντων εἰς τὸ ἀγροκήπιόν των, ὄπισθεν τοῦ περικλείοντος τὸν Κάμπον βουνοῦ. Ὅταν δ’ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν οἰκίαν, διέταξεν ἀμέσως τὸν κηπουρὸν νὰ φορτώσῃ ἐπὶ δύο ἡμιόνων ἐφαπλώματα καὶ ζωοτροφίας καὶ νὰ ὑπάγῃ νὰ προειδοποιήσῃ τοὺς γέροντας περὶ τῆς ἐλεύσεώς μας, καὶ νὰ μᾶς περιμείνῃ μετὰ τῶν ζώων ἐκεῖ.
Ἅμα ὁ κηπουρὸς ἀνεχώρησεν, ὁ πατήρ μου μ’ ἔκραξεν ἐντὸς τοῦ κοιτῶνος, ὅπου εἶχε κλεισθῆ μετὰ τῆς μητρός μου. Τοὺς εὗρον παραγεμίζοντας σάκκον μὲ σκεύη ἀργυρᾶ καὶ ἄλλα πολύτιμα. Ἕτερος σάκ-<noinclude></noinclude>
f2yhash1d7cejv0psqol8e45pbwcaji
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/1
100
53003
167665
2026-09-02T13:51:27Z
Αντιγόνη
235
/* Χωρίς κείμενο */
167665
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="0" user="Αντιγόνη" /></noinclude><noinclude></noinclude>
tmcjzokwhgf1en5skeqlt9ub18lw4wn
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/2
100
53004
167666
2026-09-02T13:51:41Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Δημιουργήθηκε κενή σελίδα
167666
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" /></noinclude><noinclude></noinclude>
1abhe4zb2kfd3k92uhot1dgd449vy8i
167667
167666
2026-09-02T13:51:51Z
Αντιγόνη
235
/* Χωρίς κείμενο */
167667
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="0" user="Αντιγόνη" /></noinclude><noinclude></noinclude>
tmcjzokwhgf1en5skeqlt9ub18lw4wn
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/3
100
53005
167668
2026-09-02T13:51:58Z
Αντιγόνη
235
/* Χωρίς κείμενο */
167668
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="0" user="Αντιγόνη" /></noinclude><noinclude></noinclude>
tmcjzokwhgf1en5skeqlt9ub18lw4wn
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/4
100
53006
167669
2026-09-02T13:52:04Z
Αντιγόνη
235
/* Χωρίς κείμενο */
167669
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="0" user="Αντιγόνη" /></noinclude><noinclude></noinclude>
tmcjzokwhgf1en5skeqlt9ub18lw4wn
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/5
100
53007
167670
2026-09-02T13:53:03Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: ::;ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ::;ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ::;ΦΕΞΗ {{vgap|5em}} {{κέντρο|{{larger|ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ}}}} {{κσγ|}} {{κέντρο|{{xx-larger|'''ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ'''}}}} <div style="text-align:center"><span style="font-size:266%;letter-spacing:0.2em">'''ΔΑΣΚΑΛΟΣ'''</span></div> {{κέντρο|{{smaller|'''''Καὶ ἄλλα διάφορα διηγήματα'''''}}}} {{vgap|10em}} {{block right|style=line-heig...
167670
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{nop}}</noinclude>::;ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ
::;ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
::;ΦΕΞΗ
{{vgap|5em}}
{{κέντρο|{{larger|ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ}}}}
{{κσγ|}}
{{κέντρο|{{xx-larger|'''ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ'''}}}}
<div style="text-align:center"><span style="font-size:266%;letter-spacing:0.2em">'''ΔΑΣΚΑΛΟΣ'''</span></div>
{{κέντρο|{{smaller|'''''Καὶ ἄλλα διάφορα διηγήματα'''''}}}}
{{vgap|10em}}
{{block right|style=line-height:80%|offset=4em|align=center|{{fine|'''ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ'''}}<br>
{{x-smaller|'''ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ'''}}
{{fine|{{κσγ|'''1916'''}}}}}}<noinclude></noinclude>
ktitr59jmyulp69c983bwknmj3pf75l
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/6
100
53008
167671
2026-09-02T13:54:31Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: {{vgap|30em}}
167671
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" /></noinclude>{{vgap|30em}}<noinclude>{{rule}}{{rule}}
{{κέντρο|{{smaller|'''ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Γ. Η. ΚΑΛΕΡΓΗ & Σ<sup><u>ΑΣ</u></sup>'''}}}}</noinclude>
tis5pejwdom8yjv3p3mhoonrhcjzhfu