Βικιθήκη elwikisource https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 MediaWiki 1.47.0-wmf.18 first-letter Μέσο Ειδικό Συζήτηση Χρήστης Συζήτηση χρήστη Βικιθήκη Συζήτηση Βικιθήκη Αρχείο Συζήτηση αρχείου MediaWiki Συζήτηση MediaWiki Πρότυπο Συζήτηση προτύπου Βοήθεια Συζήτηση βοήθειας Κατηγορία Συζήτηση κατηγορίας Σελίδα Συζήτηση σελίδας Μεταγραφή Συζήτηση μεταγραφής Συγγραφέας Συζήτηση συγγραφέα Πύλη Συζήτηση πύλης TimedText TimedText talk Module Module talk Event Event talk Σελίδα:Βίοι Πελοποννησίων ανδρών.djvu/245 100 47349 167688 167268 2026-09-05T00:40:55Z Αντιγόνη 235 167688 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||243}}</noinclude>ἐξηκολούθει ὑπηρετῶν ὡς Ἔφορος διὰ τὴν προμήθειαν τῶν τροφῶν. {{rule|6em|margin-tb=1em}} {{κέντρο|{{smaller|'''ΖΑΡΕΙΦΗΣ ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ'''}}}} Οὗτος κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως ἔλαβε τὰ ὅπλα καὶ ἀκολούθησε τὸν ἀδελφόν του Τσανέτον, τὸν ὁποῖον ἀναπληροῦσεν εἰς τὴν ἀπουσίαν του. Εὑρέθη δὲ καὶ αὐτὸς εἰς ὅλας τὰς πολιορκίας καὶ τὰς μάχας ὅπου καὶ ὁ ἀδελφός του· ἰδίως δὲ εὑρέθη εἰς τὴν πρώτην κατὰ τοῦ Δράμαλη μάχην κατὰ τὴν θέσιν Χαρβάτι μετὰ τοῦ Δ. Πλαπούτα, καὶ ἐβοήθησε τοῦτον, τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτσακίσθη τὸ σπαθί του. Καὶ ὁ Γεώργιος Χρηστόπουλος ὡσαύτως ὑπηρέτησε στρατιωτικῶς κατὰ διαφόρους μάχας καὶ ἰδίως εἰς τὴν πολιορκίαν τῶν Ἀθηνῶν. {{rule|6em|margin-tb=1em}} {{κέντρο|{{smaller|'''ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ'''}}}} Κατήγετο ἀπὸ τὰ Μακρύσια. Ἔλαβε δὲ μέρος ἐνεργητικὸν εἰς διαφόρους στρατολογίας μὲ στρατιώτας, ἰδίως δὲ εἰς τὴν ἐκστρατείαν κατὰ τοῦ Λάλα, τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς, καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου εὑρέθησαν οἱ στρατιῶται τῆς ὅλης ἐπαρχίας. {{rule|6em|margin-tb=1em}} {{κέντρο|{{smaller|'''ΓΕΩΡΓΙΟΣ Μ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ'''}}}} Οὗτος ὑπῆρχεν ἀπὸ τὴν Ἀνδρίτσαιναν. Ἐπανελθὼν δὲ ἀπὸ τὴν Τεργέστην μὲ τὴν συνοδείαν τοῦ πρίγ-<noinclude></noinclude> k7dtaoui3jmr60g5rd5ceke7l46jo4j Σελίδα:Βίοι Πελοποννησίων ανδρών.djvu/151 100 47510 167687 166843 2026-09-05T00:38:10Z Αντιγόνη 235 167687 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||149}}</noinclude>κης ὀνομαζόμενοι, ἦσαν Βελημαχῖται, καὶ ὑπηρέτησαν στρατιωτικῶς, παρευρεθέντες εἰς τὰς μάχας τοῦ Λάλα, Τριπολιτσᾶς, Γράνας καὶ τῶν Πατρῶν. Ἐπέρασαν δὲ καὶ εἰς τὸ Μεσολόγγιον μὲ τὸν στρατηγὸν Κανέλον Δεληγιάννην ὑπὸ τὸν ὁποῖον καὶ ὑπηρέτησαν. {{rule|6em|margin-tb=1em}} {{κέντρο|{{smaller|'''ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ή ΚΟΝΤΟΒΑΖΑΙΝΙΤΗΣ'''}}}} Οὗτος ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα στρατιωτικῶς, παρευρεθεὶς εἰς πολλὰς μάχας, καὶ διαβὰς μετὰ τοῦ στρατηγοῦ Κανέλου Δεληγιάννη καὶ εἰς τὸ Μεσολόγγιον. Ἔπεσε δὲ μαχόμενος εἰς τὴν μάχην τῶν Τρικόρφων. {{rule|6em|margin-tb=1em}} {{κέντρο|{{smaller|'''ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΒΑΧΛΙΩΤΗΣ, Η ΤΣΑΟΥΣΑΚΟΣ'''}}}} Ὑπηρέτησε στρατιωτικῶς μετὰ τοῦ στρατηγοῦ Κανέλου Δεληγιάννη, μετὰ τοῦ ὁποίου ὑπῆγε καὶ εἰς τὸ Μεσολόγγιον. {{rule|6em|margin-tb=1em}} {{κέντρο|{{smaller|'''ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΧΛΙΩΤΗΣ'''}}}} Καὶ οὗτος, ὡς καὶ ὁ ἀνωτέρω, παρηκολούθει τὸν Κανέλον Δεληγιάννην ὑπηρετήσας στρατιωτικῶς. {{rule|6em|margin-tb=1em}} {{κέντρο|{{smaller|'''Ο ΚΑΠΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ'''}}}} Ὁ καπετάνιος οὗτος κατήγετο ἀπὸ τῇς Ῥάχαις, ἠκολούθει δὲ ἐπίσης τὸν στρατηγὸν Κανέλον, καὶ παρ-<noinclude></noinclude> p4pquaq1lrxzri3v9al4pbuvrvrzsar Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/37 100 50837 167685 167651 2026-09-05T00:35:00Z Αντιγόνη 235 167685 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|{{0}}{{0}}|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|31}}</noinclude> {{κέντρο|{{larger|ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Βʹ}}}} {{rule|2em|margin-tb=1em}} <section begin=κ2 />Τὸ φῶς τοῦ ἡλίου εἶχε κρυβῆ, ἀλλὰ δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐπέλθει τῆς νυκτὸς τὸ σκότος ὅτε, κλείσαντες τὴν ἀποθήκην, ἐξήλθομεν τοῦ Χανίου. Ἡ πύλη ἦτον εἰσέτι ἀνοικτή. Δὲν εἴχομεν οὔτε σάκκον, οὔτε δέμα, οὐδ’ ἄλλο τι δυνάμενον νὰ ὑποδείξῃ τοὺς σκοπούς μας. Εἰς τοὺς κόλπους μας μόνον καὶ ἐντὸς τῶν ἐνδυμάτων ἐκρύψαμεν ὅ,τι ἠδυνάμεθα ἀσφαλῶς καὶ κρυφίως νὰ φέρωμεν μεθ’ ἡμῶν. Οὐδεὶς τῶν γειτόνων ἢ συγκατοίκων ἐγνώριζε τὸ μυστικόν μας. Ἀλλὰ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν μοῦ ἐφαίνετο ὡς νὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ κόσμος ὅλος· μοῦ ἐφαίνοντο αἱ εἰσέτι ἀνοικταὶ θύραι καὶ τὰ ἐπὶ τῆς αὐλῆς παράθυρα, ὡς νὰ εἶχον ὀφθαλμοὺς καὶ ἔβλεπον, διὰ μέσου τῶν φορεμάτων, τὰ βάθη τῶν κόλπων μας καί, βαθύτερον ἔτι, τῶν καρδιῶν μας τὰ διανοήματα. Παρὰ τὴν πύλην ἵστατο ὁ γέρων φύλαξ μὲ τὰς χεῖρας ἐπὶ τῶν νώτων. — Πῶς τόσον ἀργὰ ἔξω, μᾶς ἠρώτησε. Διὰ ποῦ; — Πηγαίνομεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἀπεκρίθη ὁ πατήρ μου. Δὲν ἦτον οὔτε ἡμέρα οὔτε ὥρα ἑσπερινοῦ. Δὲν ἐτόλμησα νὰ εἴπω λέξιν πρὸς τὸν πατέρα μου, ἀλ-<noinclude></noinclude> mumi8k32lrurllhbfjgimim35zzpjsd Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/57 100 50850 167686 167650 2026-09-05T00:36:43Z Αντιγόνη 235 167686 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|{{0}}{{0}}|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|51}}</noinclude>καὶ ἀναφλεχθῇ τὸ ἐν αὐτῇ ὑποκρυπτόμενον πῦρ τοῦ πατριωτισμοῦ, καὶ ὅπως διψήσω μάθησιν καὶ ἐννοήσω τὸν κόσμον καὶ γείνω ἄνθρωπος… μικρὸς ὅμως πάντοτε ἄνθρωπος. {{rule|5em|margin-tb=2em}}<section end="κ2" /> {{κέντρο|{{larger|ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γʹ}}}} {{rule|2em|margin-tb=1em}} <section begin=κ3 />Ὁ Πύργος μας καὶ οἱ περὶ αὐτὸν κῆποι ἦσαν προικῷον τῆς μητρός μου κτῆμα. Ἡ πατρική της οἰκογένεια εἶχεν ἀπ’ ἀρχαίων χρόνων μεγάλας ἐκεῖ πέριξ ἰδιοκτησίας, αἵτινες διὰ κληρονομικῶν καὶ προικῴων διανομῶν διεμοιράσθησαν μὲν ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν, ἀλλὰ δὲν ἀπεξενώθησαν. Ὥστε ἤμεθα ἐκεῖ περικυκλωμένοι ὑπὸ συγγενῶν τῆς μητρός μου, τῶν ὁποίων οἱ Πύργοι ἐγειτόνευον μετὰ τοῦ ἰδικοῦ μας. Οὐδεὶς δὲ σχεδὸν τῶν Πύργων τούτων ἦτο κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν κενός. Διότι τινὲς μὲν τῶν ἰδιοκτητῶν κατῴκουν αὐτοὺς καθ’ ὅλον τὸν ἐνιαυτόν, οἱ δὲ λοιποὶ εἶχον παραιτήσει τὰς ἐν τῇ πόλει κατοικίας των καθ’ ἣν ἡμέραν καὶ ἡμεῖς ἐδραπετεύσαμεν· ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει τῶν Σαμίων, ἀψηφήσαντες τῶν ἀρχῶν τὴν ἀπαγόρευσιν. Ὅθεν εὑρισκόμεθα συντροφευμένοι εἰς τὴν ἐξοχήν.<noinclude></noinclude> rjnx3m70rn6o413hx1driem97fgs500 Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/65 100 50867 167680 162425 2026-09-04T13:20:44Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167680 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|59}}</noinclude>κος ἔκειτο ἤδη ἐπὶ τῆς κλίνης πλήρης καὶ ἕτοιμος. Ἀφοῦ καὶ ὁ δεύτερος ἐδέθη, τὸν ἐσήκωσεν ὁ πατήρ μου, μὲ διέταξε νὰ φέρω τὸν ἐπὶ τῆς κλίνης κείμενον, ἤνοιξεν ἡ μήτηρ μου τὴν θύραν καὶ ἐξήλθομεν τοῦ δωματίου. Ἐκεῖνος ἐμπρός, ἐγὼ κατόπιν, φέροντες τοὺς σάκκους εἰς χεῖρας, ἐβαδίσαμεν πρὸς τὸ μᾶλλον ἀπόκεντρον μέρος τοῦ κήπου, ὅπου ἦσαν τὰ δένδρα πυκνότερα. Ἀπέθεσα κατὰ γῆς τὸν σάκκον καὶ ἔφερον δύο ἀξίνας. Ἐκεῖ, ὑπὸ τὴν σκιὰν γηραιᾶς μηλέας, πλησίον τοῦ μαγγανοπηγάδου, εἰς θέσιν, τὴν ὁποίαν κατὰ παραγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐσημείωσα καὶ ἐνετύπωσα ἀκριβῶς εἰς τὴν μνήμην μου, ἠρχίσαμεν οἱ δύο νὰ σκάπτωμεν, καὶ ἠνοίξαμεν λάκκον βαθύν. Ἐντὸς τοῦ λάκκου ἐθέσαμεν τοὺς σάκκους, τὸν ἕνα ἐπὶ τοῦ ἄλλου, τοὺς ἐκαλύψαμεν ἔπειτα, ἐπατήσαμεν τὸ χῶμα πρὸς ἰσοπέδωσιν τῆς σκαφείσης γῆς, καὶ βεβαιωθέντες, ὅτι οὐδεὶς μᾶς παρετήρησεν, ἐπεστρέψαμεν πρὸς τὴν οἰκίαν. — Μὴ λησμονήσῃς αὐτὴν τὴν παρακαταθήκην, μὲ εἶπεν ὁ πατήρ μου. Ἂν ἀποθάνω ἐγώ, σὺ εἶσαι ὁ προστάτης τῆς μητρὸς καὶ τῶν ἀδελφῶν σου. Ἔμπροσθεν τῆς θύρας εὕρομεν τέσσαρα ζῶα ἕτοιμα καὶ τὴν Ἀνδριάναν ἐπισπεύδουσαν τὴν ἀναχώρησιν. Οἱ γονεῖς καὶ αἱ ἀδελφαί μου ἀνέβησαν ἐπὶ<noinclude></noinclude> 93ph3yf9o1oqn9j1oyvo1wrwc38fiw2 167681 167680 2026-09-04T13:21:24Z Αντιγόνη 235 167681 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|59}}</noinclude>κος ἔκειτο ἤδη ἐπὶ τῆς κλίνης πλήρης καὶ ἕτοιμος. Ἀφοῦ καὶ ὁ δεύτερος ἐδέθη, τὸν ἐσήκωσεν ὁ πατήρ μου, μὲ διέταξε νὰ φέρω τὸν ἐπὶ τῆς κλίνης κείμενον, ἤνοιξεν ἡ μήτηρ μου τὴν θύραν καὶ ἐξήλθομεν τοῦ δωματίου. Ἐκεῖνος ἐμπρός, ἐγὼ κατόπιν, φέροντες τοὺς σάκκους εἰς χεῖρας, ἐβαδίσαμεν πρὸς τὸ μᾶλλον ἀπόκεντρον μέρος τοῦ κήπου, ὅπου ἦσαν τὰ δένδρα πυκνότερα. Ἀπέθεσα κατὰ γῆς τὸν σάκκον καὶ ἔφερον δύο ἀξίνας. Ἐκεῖ, ὑπὸ τὴν σκιὰν γηραιᾶς μηλέας, πλησίον τοῦ μαγγανοπηγάδου, εἰς θέσιν, τὴν ὁποίαν κατὰ παραγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐσημείωσα καὶ ἐνετύπωσα ἀκριβῶς εἰς τὴν μνήμην μου, ἠρχίσαμεν οἱ δύο νὰ σκάπτωμεν, καὶ ἠνοίξαμεν λάκκον βαθύν. Ἐντὸς τοῦ λάκκου ἐθέσαμεν τοὺς σάκκους, τὸν ἕνα ἐπὶ τοῦ ἄλλου, τοὺς ἐκαλύψαμεν ἔπειτα, ἐπατήσαμεν τὸ χῶμα πρὸς ἰσοπέδωσιν τῆς σκαφείσης γῆς, καὶ βεβαιωθέντες, ὅτι οὐδεὶς μᾶς παρετήρησεν, ἐπεστρέψαμεν πρὸς τὴν οἰκίαν. — Μὴ λησμονήσῃς αὐτὴν τὴν παρακαταθήκην, μὲ εἶπεν ὁ πατήρ μου. Ἂν ἀποθάνω ἐγώ, σὺ εἶσαι ὁ προστάτης τῆς μητρὸς καὶ τῶν ἀδελφῶν σου. Ἔμπροσθεν τῆς θύρας εὕρομεν τέσσαρα ζῶα ἕτοιμα καὶ τὴν Ἀνδριάναν ἐπισπεύδουσαν τὴν ἀναχώρησιν. Οἱ γονεῖς καὶ αἱ ἀδελφαί μου ἀνέβησαν ἐπὶ<noinclude></noinclude> bszjgjwiv88heugsq3cwmbpbehhsy0c Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/66 100 50868 167682 162427 2026-09-04T13:24:32Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167682 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|60|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>τῶν ὄνων καὶ ἐξεκινήσαμεν. Ἡ Ἀνδριάνα κ’ ἐγὼ ἠκολουθήσαμεν πεζοί. Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἠκούσθη αἴφνης μεμακρυσμένος πυροβόλου κρότος. Πλησιέστεροι κανονοβολισμοὶ διὰ μιᾶς τὸν διεδέχθησαν. Ἐστράφημεν ἐν σιωπῇ ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον. Οἱ κρότοι τῶν πυροβόλων ἐπηκολούθουν συνεχεῖς. Ἀπὸ τοῦ στόλου καὶ ἀπὸ τοῦ φρουρίου οἱ Τοῦρκοι ἐτέλουν παταγωδῶς τοῦ φρικτοῦ θριάμβου των τὰ προεόρτια. — Ἀλλοίμονον εἰς τὴν Χίον! ἀνέκραξεν ὁ πατήρ μου. Καὶ ἐξηκολουθήσαμεν τὸν δρόμον μας. Ὁ Πύργος ὅπου μετεβαίνομεν ἔκειτο ἐντὸς φάραγγος. Ὁ ὁρίζων ἦτο περιωρισμένος, οὐδ’ ἐφαίνετο ἐκεῖθεν ἡ θάλασσα. Οἱ δύο γέροντες τοῦ πατρός μου θεῖοι ἔζων ἐκεῖ διαρκῶς ἐν μονήρει ἡσυχίᾳ. Ὁ πρεσβύτερος αὐτῶν ἄνθρωπος μὲ πεῖραν καὶ νοῦν πολύν, διέτριψεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς Ἀμστελόδαμον ἐμπορευόμενος, ἐκεῖ δ’ ἐγνωρίσθη μετὰ τοῦ Κοραῆ, μετερχομένου ἐπίσης τὸ ἐμπόριον τότε, καὶ διετήρησεν ἔκτοτε φιλίαν καὶ σπανίαν τινὰ ἀλληλογραφίαν μετὰ τοῦ σοφοῦ γέροντος, καὶ αὐτὸς περὶ τὰ γράμματα ἀσχολούμενος. Ταῦτα πάντα ἀνύψουν τὸν θεῖόν μου εἰς τὰ ὄμματα τῶν συμπολιτῶν του. Οἱ λόγιοι, καθὰ σπανιώτεροι, ἀπελάμβανον μεγαλειτέρας τότε τι-<noinclude></noinclude> 16oie3pc0hwqw6un4j3ntpzqqg7nign Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/67 100 50869 167683 162428 2026-09-04T13:27:56Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167683 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|61}}</noinclude>μῆς, ἦσαν δ’ ἐν γένει τῆς τοιαύτης τιμῆς ἄξιοι, διότι ἐγνώριζον καλῶς ὅσα ἐπηγγέλοντο ὅτι γνωρίζουσι, καὶ εἰργάζοντο μετ’ αὐταπαρνήσεως πρὸς φωτισμὸν τοῦ Γένους. Ἀπὸ τῆς παιδικῆς ἡλικίας δὲν εἶχον ἴδει τὸν θεῖόν μου, ἀλλὰ τὸν ἐνθυμούμην μετὰ σεβασμοῦ πάντοτε, ἡ δὲ βραχεῖα τότε παρ’ αὐτῷ διαμονὴ μοὶ ἐπηύξησε τὴν ἐκτίμησιν τῆς φρονήσεως καὶ τῆς ἀρετῆς του. Διότι μᾶς προεῖπεν ὅσα ἐπέπρωτο νὰ πάθῃ ἡ Χίος. Μᾶς προεῖπε τὰς σφαγάς, τὰς λεηλασίας, τοὺς ἐξανδραποδισμούς, τὸν ἐκπατρισμὸν καὶ τὴν διασποράν, ὅσα ἑνὶ λόγῳ κατόπιν συνέβησαν. Ἐν γένει δὲ κατεδίκαζεν ὡς πρόωρον τὴν Ἐπανάστασιν καὶ ἔβλεπε τὰ πάντα εἰς τὸ μέλλον σκοτεινὰ καὶ μαῦρα. Ἀλλ’ ἦτο γέρων καὶ ἐτρέφετο ἐν τῇ ἐρημίᾳ μὲ τῆς πείρας καὶ τῶν βιβλίων τὰ διδάγματα. Μὴ θὰ ἐγίνετο ποτὲ οὐδαμοῦ ἐπανάστασις ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τῆς νεότητος ἡ τόλμη καὶ ἡ ἀπειρία; Οἱ γέροντες φύσει κλίνουσι πρὸς τὴν ἀπραξίαν ἢ τὴν ἀναβολήν· συμβουλεύουσιν ὑπομονὴν καὶ φρόνησιν. Τὸ αἰσθάνομαι ἤδη, καὶ ἐξ ἰδίας πείρας τὸ γνωρίζω. Ὁ ἕτερος ἀδελφὸς ἦτο κωφός. Σπανίως ἐλάλει. Κατηφὴς καὶ μελαγχολικός, ἐφαίνετο ξένος εἰς τὰ τοῦ κόσμου. Ἡ μόνη διασκέδασις, ἡ μόνη ἐνασχόλησίς του ἦτον ἡ ξυλογλυπτική. Ἔχω εἰσέτι μικρὸν<noinclude></noinclude> fmj6ifsg9u4t3ev8bdvlxv6h8g9ba0o Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/68 100 50870 167684 162429 2026-09-04T13:37:27Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167684 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|62|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>ξυλογράφημα τὸ ὁποῖον τότε μοὶ ἐδώρησε, παριστῶν τὸν Εὐαγγελισμόν. Εἰς μάτην παρεκίνουν οἱ γονεῖς μου τοὺς δύω γέροντας νὰ φύγωσι μεθ’ ἡμῶν. Ὁ κωφὸς ἀνύψονεν ἀρνητικῶς τὴν κεφαλήν. — Ὀλίγη ζωὴ μᾶς μένει, ἔλεγεν ὁ ἄλλος· διατί νὰ κοπιάσωμεν πρὸς προφύλαξίν της; Σεῖς ἔχετε καθήκοντα πρὸς τὰ τέκνα σας, πηγαίνετε! Καὶ ἔμειναν οἱ δύο γέροντες εἰς τὸν Πύργον των. Τί ἀπέγειναν; Οὔτε αὐτοί, οὔτε ὁ κηπουρός των ἢ τὰ τέκνα του, οὔτε ἡ γραῖα ὑπηρέτριά των ἐφάνησαν ἢ ἠκούσθησαν ἔκτοτε. Ὁ κηπουρὸς καὶ τὰ τέκνα του Κύριος οἶδε ποῦ ἐπωλήθησαν καὶ τίνος Τούρκου ἀγοραστοῦ ἐκαλλιέργησαν τοὺς κήπους. Ἀλλ’ οἱ γέροντες, καὶ μάλιστα ὁ κωφός, δὲν εἶχον ἀξίαν. Τίς νὰ τοὺς ἀγοράσῃ, καὶ πρὸς τί; Τοιοῦτοι αἰχμάλωτοι δὲν πωλοῦνται, σφάζονται. Εἴθε νὰ ἦτο σύντομον τὸ μαρτύριόν των! Δὲν ἦσαν τοὐλάχιστον ἔγγαμοι καὶ δὲν τοὺς ἐθρήνησαν οὔτε χῆραι, οὔτε ὀρφανά. Ἀλλ’ ἡμεῖς διετηρήσαμεν τὴν μνήμην των, καὶ τώρα ἀκόμη, μετὰ τοσαῦτα ἔτη, ἐνῷ γράφω περὶ αὐτῶν, ὁ λαιμός μου ξηραίνεται. Τέσσαρας μόνον ἡμέρας ἐμείναμεν εἰς τὸν Πύργον των, καθ’ ἑκάστην δὲ διὰ τῶν χωρικῶν ἐλαμβάνομεν πληροφορίας περὶ τῶν συμβαινόντων ἐν τῇ νήσῳ. {{nop}}<noinclude></noinclude> 9djlf38i2lt0fsauyt7d9t9sblsluya