Βικιθήκη elwikisource https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 MediaWiki 1.47.0-wmf.19 first-letter Μέσο Ειδικό Συζήτηση Χρήστης Συζήτηση χρήστη Βικιθήκη Συζήτηση Βικιθήκη Αρχείο Συζήτηση αρχείου MediaWiki Συζήτηση MediaWiki Πρότυπο Συζήτηση προτύπου Βοήθεια Συζήτηση βοήθειας Κατηγορία Συζήτηση κατηγορίας Σελίδα Συζήτηση σελίδας Μεταγραφή Συζήτηση μεταγραφής Συγγραφέας Συζήτηση συγγραφέα Πύλη Συζήτηση πύλης TimedText TimedText talk Module Module talk Event Event talk Πρότυπο:Ποιότητα κειμένων 10 1589 167743 134039 2026-09-13T03:16:15Z Minorax 13422 167743 wikitext text/x-wiki {| align=center style="background-color: white; border: 1px solid lightblue;" ! style="background-color: #D0E2EE;" colspan=2 align=center |[[Βικιθήκη:Ποιότητα κειμένων|Ποιότητα κειμένων]] |- |style="border-right: 1px solid #CCCCCC; padding: 0px 3px;"| [[Image:25%.svg]] | Ημιτελές κείμενο υπό διαμόρφωση |- |style="border-right: 1px solid #CCCCCC; padding: 0px 3px;"| [[Image:50%.svg]] | Πλήρες κείμενο που δεν έχει όμως ελεγχθεί |- |style="border-right: 1px solid #CCCCCC; padding: 0px 3px;"| [[Image:75%.svg]] | Κείμενο πλήρες που έχει υποστεί διορθώσεις |- |style="border-right: 1px solid #CCCCCC; padding: 0px 3px;"| [[File:100%.svg]] | Κείμενο άριστης ποιότητας που έχει ελεγχθεί από πολλούς χρήστες |}<noinclude>[[Κατηγορία:Πρότυπα Βικιθήκης|{{PAGENAME}}]]</noinclude> 4hp4mw9jfbd9ef0lvdth18lekd32o7n Συγγραφέας:Μήτσος Παπανικολάου 108 43705 167731 144451 2026-09-12T22:14:50Z Ntetos 1127 167731 wikitext text/x-wiki {{Συγγραφέας2 |όνομα =Μήτσος Παπανικολάου |ημερομηνίες =1900–1943 |περιγραφή =Έλληνας ποιητής |εικόνα =Mitsos Papanikolaou.jpg |λεζάντα = |βικιπαίδεια =Μήτσος Παπανικολάου |βικιφθέγματα = |commons = }} ==Ποιήματα== *[[Αρρώστεια]], Μπουκέτο, Τόμ. 4, Αρ. 155 (1927) ==Μεταφράσεις== *[[Ο εχθρός]] του [[Συγγραφέας:Κάρολος Μπωντλαίρ|Μπωντλαίρ]], Μπουκέτο, Τόμ. 2, Αρ. 55 (1925) {{DEFAULTSORT:Παπανικολάου Μήτσος}} [[Κατηγορία:Συγγραφείς]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς-Π]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς του 20ου αιώνα]] [[Κατηγορία:Ποιητές]] i0hi4k13w84zp2kjgmj4z9p2vv1fg6x Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/78 100 50880 167732 162469 2026-09-13T01:19:02Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167732 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|72|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>περικλειούσης ἐκεῖνο μεγαλοπόλεως, ταῦτα περικυκλοῦνται ὑπὸ λόφων πρασίνων, καὶ ἀντὶ ὠχρῶν ἐμπόρων, περιέχουσιν εὐρώστους γεωργούς· ἀντὶ δὲ τῆς ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Χανίου πλατείας, ὁδοὶ στεναὶ καὶ οἰκοδομαὶ συνεσφιγμέναι πληροῦσι τὸν χῶρον, τὸν ὁποῖον ἡ τετράπλευρος ἐξωτερικὴ τῶν οἰκιῶν σειρὰ περιστοιχίζει. Εἰς τὸ κέντρον τοῦ χωρίου ὑψοῦται συνήθως Πύργος, τοῦ ὁποίου ἡ εἴσοδος ὑπερέχει τοσοῦτον τοῦ ἐδάφους, ὥστε μόνον διὰ κλίμακος ξυλίνης ἢ διὰ σχοινίων δύναταί τις ν᾿ ἀνέλθῃ μέχρις αὐτῆς. Οἱ Πύργοι οὗτοι, λείψανα τῆς κυριαρχίας τῶν Γενουηνσίων, εἶναι αἱ ἀκροπόλεις τῶν χωρίων. Τοιοῦτον ἦτο τὸ χωρίον Μεστά, ὅπου προσεφύγομεν. Οἱ χωρικοὶ μᾶς ὑπεδέχθησαν φιλοφρόνως, μᾶς παρεχώρησαν δὲ οἰκίαν εὔκαιρον, τὰ κενὰ τῆς ὁποίας δωμάτια διεμοιράσθημεν μετὰ τοῦ γέροντος τῆς μητρός μου θείου καὶ δύο ἄλλων οἰκογενειῶν. Ἡ κοινὴ συμφορὰ τότε πρῶτον μετ᾿ αὐτῶν μᾶς ἐσχέτισε καὶ μᾶς συνέδεσεν. Αἱ στερήσεις μας ἦσαν ποικίλαι καὶ μεγάλαι, ἀλλὰ τίς τότε ἐσκέπτετο περὶ ἀνέσεως καὶ περὶ τῶν συνήθων τοῦ βίου ἀναγκῶν; Ὁ σκοπὸς ἦτο τὴν ζωὴν νὰ διατηρήσωμεν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοῦτο μόλις ἡ δίαιτά μας ἐξήρκει. Καὶ τοῦ ἄρτου αὐτοῦ ἡ ἀπόκτησις ἦτο<noinclude></noinclude> 21ctsm2lrz9y2sr7rjgjrgq7sxme0hq 167733 167732 2026-09-13T01:20:00Z Αντιγόνη 235 167733 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|72|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>περικλειούσης ἐκεῖνο μεγαλοπόλεως, ταῦτα περικυκλοῦνται ὑπὸ λόφων πρασίνων, καὶ ἀντὶ ὠχρῶν ἐμπόρων, περιέχουσιν εὐρώστους γεωργούς· ἀντὶ δὲ τῆς ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Χανίου πλατείας, ὁδοὶ στεναὶ καὶ οἰκοδομαὶ συνεσφιγμέναι πληροῦσι τὸν χῶρον, τὸν ὁποῖον ἡ τετράπλευρος ἐξωτερικὴ τῶν οἰκιῶν σειρὰ περιστοιχίζει. Εἰς τὸ κέντρον τοῦ χωρίου ὑψοῦται συνήθως Πύργος, τοῦ ὁποίου ἡ εἴσοδος ὑπερέχει τοσοῦτον τοῦ ἐδάφους, ὥστε μόνον διὰ κλίμακος ξυλίνης ἢ διὰ σχοινίων δύναταί τις ν’ ἀνέλθῃ μέχρις αὐτῆς. Οἱ Πύργοι οὗτοι, λείψανα τῆς κυριαρχίας τῶν Γενουηνσίων, εἶναι αἱ ἀκροπόλεις τῶν χωρίων. Τοιοῦτον ἦτο τὸ χωρίον Μεστά, ὅπου προσεφύγομεν. Οἱ χωρικοὶ μᾶς ὑπεδέχθησαν φιλοφρόνως, μᾶς παρεχώρησαν δὲ οἰκίαν εὔκαιρον, τὰ κενὰ τῆς ὁποίας δωμάτια διεμοιράσθημεν μετὰ τοῦ γέροντος τῆς μητρός μου θείου καὶ δύο ἄλλων οἰκογενειῶν. Ἡ κοινὴ συμφορὰ τότε πρῶτον μετ’ αὐτῶν μᾶς ἐσχέτισε καὶ μᾶς συνέδεσεν. Αἱ στερήσεις μας ἦσαν ποικίλαι καὶ μεγάλαι, ἀλλὰ τίς τότε ἐσκέπτετο περὶ ἀνέσεως καὶ περὶ τῶν συνήθων τοῦ βίου ἀναγκῶν; Ὁ σκοπὸς ἦτο τὴν ζωὴν νὰ διατηρήσωμεν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοῦτο μόλις ἡ δίαιτά μας ἐξήρκει. Καὶ τοῦ ἄρτου αὐτοῦ ἡ ἀπόκτησις ἦτο<noinclude></noinclude> fdwy75bzlaua8v0mun62gg2mgrcg1ba Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/80 100 50881 167735 162470 2026-09-13T01:25:16Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167735 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|74|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>Διατί λοιπὸν τῆς καταδρομῆς ἡ ἐξακολούθησις; Διατί τῆς τρομοκρατίας ἡ διαιώνισις, ἐνῷ πᾶσα ἀντιστάσεως πιθανότης ἐξέλιπε; Μὴ δὲν ἤρκεσαν τὰ πεσόντα ἤδη ἀθῶα θύματα; Μὴ δὲν ἐκορέσθη ἀρκούντως τῆς τουρκικῆς λύσσης ἡ ἔξαψις; Ταῦτα σκεπτόμενοι ἐπεριμένομεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν διακήρυξιν ἀμνηστίας καὶ τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὰς ἑστίας μας. Καὶ τῷ ὄντι, τῶν Τούρκων ἡ καταφορὰ εἶχε κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας κοπάσει. Ἡκούοντο ὀλιγώτεροι πυροβολισμοὶ καὶ φόνοι καὶ ἀπαγωγαί, διέτρεχον δὲ φῆμαι ὅτι ἐμεσίτευον οἱ Πρόξενοι ὑπὲρ συγχωρήσεως τῶν ραγιάδων, καὶ ὅτι ὁ Πασὰς ἐφαίνετο κλίνων πρὸς ἐπιείκειαν. Καὶ ἤρχοντο μέχρις ἡμῶν αἱ τοιαῦται φῆμαι καὶ ὑπέτρεφον τὰς ἐλπίδας μας. Τὴν ἐνάτην ἡμέραν τῆς εἰς Μεστὰ διαμονῆς μας ἐνομίσαμεν ὅτι τὰ δεινά μας ἐτελείωσαν. Δύο Πρόξενοι ἦλθον εἰς τὸ χωρίον φέροντες κλάδους ἐλαίας καὶ παραμυθίας εὐαγγέλια. Ἔφερον ἀναφορὰν πρὸς ὑπογραφήν, ὑπέσχοντο δὲ ὅτι ἅμα προσκυνήσωμεν ὁ Πασᾶς θὰ μᾶς συγχωρήσῃ. Νὰ μᾶς συγχωρήσῃ! Ἀλλὰ διὰ τί; Οὔτε ἀντάρται ἤμεθα, οὔτε οὐδένα ἠδικήσαμεν, οὔτε ἰδιοκτησίας ξένας ἐλῃστεύσαμεν, οὔτε γυναῖκας ἠτιμάσαμεν, οὔτε ἐφονεύσαμεν, οὔτε ἐξηνδραποδίσαμεν. Διὰ τί νὰ συγχωρηθῶμεν; {{nop}}<noinclude></noinclude> m8vtz0i8ecu9xsbd1dql457ixfglwqi Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/79 100 50882 167734 162471 2026-09-13T01:22:25Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167734 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|73}}</noinclude>δύσκολος, οὐδὲ κατωρθοῦτο καθ’ ἡμέραν. Σῦκα, κουκκία, ξυλοκέρατα καὶ χόρτα ἄγρια, ἰδοὺ ὁποία ἦτον, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἡ τροφή μας. Καὶ παρήρχοντο οὗτως αἱ ἡμέραι ἐν τῷ μέσῳ φόβων καὶ ἐλπίδων. Τὴν ἰδέαν τῆς εἰς Ψαρὰ καταφυγῆς παρῃτήσαμεν ἐξ ἀνάγκης, διότι ἤρχοντο ἀπελπιστικαὶ ἐκεῖθεν εἰδήσεις. Ἦτον ἤδη πλήρης προσφύγων ἡ νῆσος, οἱ δὲ Ψαριανοί, μόλις ἔχοντες πῶς νὰ τοὺς διαθρέψωσι καὶ συντηρήσωσι, δὲν ἠδύναντο οὔτε ἤθελον νὰ δεχθῶσι πλειοτέρους. Ἤρχιζεν ἤδη νὰ τοῖς γίνεται ἐπαισθητὴ ἡ σπάνις τοῦ ὕδατος, ἡ δὲ συσσώρευσις τοσούτων ἀπόρων φυγάδων εἶχε προκαλέσει νόσους, αἵτινες ἐφαίνοντο προμηνύουσαι φοβερωτέραν ἐπιδημίαν. Ὅθεν ἔγραφον εἰς Χίον προτρέποντες τοὺς φεύγοντας νὰ διευθυνθῶσιν εἰς ἄλλας τοῦ Αἰγαίου νήσους, καὶ προσφέροντες προθύμως τὰ πλοῖά των καὶ τοὺς ναύτας των. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἰς Μεστὰ ἠρχίζομεν νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι δὲν ὑφίσταται πλέον ἀνάγκη φυγῆς. Δύο ἑβδομάδες εἶχον παρέλθει ἀπὸ τῆς ἀφίξεως τοῦ Τουρκικοῦ στόλου· οἱ ἐπαναστάται ἀπέπλευσαν ἢ ἐκρύπτοντο σκορπισμένοι εἰς τῆς νήσου τὰ ἐνδότερα, οἱ δὲ φιλήσυχοι τῆς πόλεως κάτοικοι καὶ τῶν χωρικῶν οἱ πλεῖστοι οὐδ’ ἐξηγέρθησαν κατὰ τῆς Τουρκικῆς ἐξουσίας, οὐδ’ ἀνεμίχθησαν εἰς τὸ ἐπαναστατικὸν κίνημα.<noinclude></noinclude> 5g413n1pw707wl9rizaxfty2fe6jgua Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/81 100 50883 167736 162472 2026-09-13T01:32:05Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167736 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|75}}</noinclude>Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι σκέψεις σημεριναί. Δὲν ἐσκεπτόμεθα τοιαῦτα τότε, ἡ δ’ ἐλπὶς τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς ἀφορήτου ἐκείνης ὑπάρξεως ἦτον ἀληθὴς δι’ ἡμᾶς χαρά. Ὅθεν ὑπεγράψαμεν προθύμως πάντες, νέοι καὶ γέροντες, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν τί ἡ ἀναφορὰ περιέχει, ὑπεγράψαμεν μὲ τὰς δύο χεῖρας, εὐλογοῦντες τὴν φιλάνθρωπον μεσολάβησιν τῶν Χριστιανῶν Προξένων, καὶ ἀνεπνεύσαμεν, πιστεύσαντες ὅτι παύει ὁ διωγμὸς καὶ θὰ ἐπιστρέψωμεν ἀβλαβεῖς εἰς τὰ ἴδια. Ἀλλὰ μὴ ἐπρόκειτο νὰ εὕρωμεν τὰς οἰκίας μας ὅπως τὰς ἀφήσαμεν; Μετὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν Σαμίων καὶ τῶν ὑπὸ τὸν Μπουρνιᾶν χωρικῶν, μετὰ τοὺς σφοδροὺς ἐκ τοῦ φρουρίου καὶ ἐκ τοῦ στόλου κανονοβολισμούς, μετὰ τὴν ἀχαλίνωτον πρὸ πάντων τῶν Τούρκων λεηλασίαν, ὀλίγας περὶ τούτου ἐλπίδας ἠδυνάμεθα νὰ τρέφωμεν. Ἀλλ’ ὅμως ἐκυρίευε πάντας ἡμᾶς ἐκεῖ, εἰς Μεστά, τῆς ἐπανόδου ὁ πόθος. Ἠθέλομεν νὰ ἴδωμεν καὶ πάλιν τὰς οἰκίας μας, εἰς οἵαν δήποτε κατάστασιν καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ τὰς εὕρωμεν, ὁ δὲ φόβος μὴ τὰς εὕρωμεν κατεστραμμένας ηὔξανεν, ἀντὶ νὰ ἐλαττόνῃ τὴν ἐπιθυμίαν μας. Τοιοῦτος ὁ ἄνθρωπος. Προσκολλάται τοσούτῳ μᾶλλον εἰς ὅ,τι ἀγαπᾷ, καθόσον κινδυνεύει νὰ τὸ ἀπολέσῃ. Ὅταν δὲ ἡ ἀπώλεια σφραγισθῇ, καὶ ἡ ἐλπὶς ἀπέλθῃ, τότε πρὸ πάντων ἡ χηρευμένη καρδία αἰσθά-<noinclude></noinclude> ehwx96081kezzvkfstwda9a7h17uk0v Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/82 100 50884 167737 162473 2026-09-13T01:34:36Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167737 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|76|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>νεται ὁπόσην περιέκλειεν ἀγάπην. Οὕτω πλανώμεθα εἰς τὰ κοιμητήρια καὶ καθήμεθα ἐπὶ τῶν πλακῶν, αἵτινες σκεπάζουσι τὰ λείψανα τῶν ἀπελθόντων ἀγαπητῶν μας. Οὕτω μετὰ πυρκαϊὰν ἀποτεφρώσασαν ὁλόκληρον συνοικίαν, βλέπεις ἀνθρώπους πλανωμένους ἐντὸς τῶν καπνιζόντων εἰσέτι ἐρειπίων, καὶ ἀναζητοῦντας τὰ ἴχνη τῶν ἑστιῶν των, καὶ βλέποντας ἐπὶ ὥρας τὸν χῶρον, ὅπου ὑψοῦτο ἡ διαμονή των καὶ τοὺς λίθους, οἵτινες ἀπετέλουν τοῦ κοιτῶνός των τοὺς τοίχους. Αἱ ἐπαγγελίαι τῶν Προξένων τοσοῦτον ἀνεπτέρωσαν τὰς ἐλπίδας μας, ὥστε ἠθέλομεν ἀμέσως νὰ ἐπιστρέψωμεν. Ἀλλ’ οἱ γεροντότεροι ἐχαλίνωσαν τὴν ἀνυπομονησίαν μας, ὑποπτευόμενοι μὴ ἡ προσφερομένη ἀμνηστία ἦτο τῶν Τούρκων τέχνασμα, πρὸς ἐξαπάτησιν τῶν Προξένων, καὶ παγὶς ὅπως μᾶς ἐξολοθρεύσωσιν εὐκολώτερον. Εἶχον πλειοτέραν πεῖραν τοῦ τουρκικοῦ χαρακτῆρος οἱ γέροντες, ἀλλ’ οἱ ἐπίλοιποι ἐβασιζόμεθα μετὰ θάρρους εἰς τῶν Προξένων τὴν ὑπόσχεσιν καὶ τὴν προστασίαν. Μετὰ σύσκεψιν καὶ συζήτησιν καὶ ἐνδοιασμοὺς ποικίλους, ἀπεφασίσθη τέλος νὰ ὑπάγωμεν τινὲς ἐκ τῶν νεωτέρων ὡς πρόσκοποι, οἱ δὲ λοιποὶ νὰ περιμείνωσιν εἰς Μεστὰ τὰς εἰδήσεις μας ἢ τὴν ἐπιστροφήν μας. {{nop}}<noinclude></noinclude> rrslccn32ibp93cusjuy6h1edmv0r34 Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/83 100 50885 167738 162474 2026-09-13T01:37:15Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167738 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|77}}</noinclude>Τὴν ἐπαύριον ἀνεχώρησα ἀπὸ πρωΐας μετὰ δύο ἄλλων ὁμηλίκων μου. Περιττὸν νὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματά των. Ἄλλως τε πρὸς τί νὰ ὑποδεικνύω ἑκάστοτε ὀνομαστὶ ἐκείνους, ὅσων ἡ κακὴ τύχη συνέπεσε νὰ συνενωθῇ μετὰ τῆς ἰδικῆς μου; Ἐκ τῶν δύο ἐκείνων ὁ εἷς εὐδαίμων ἤδη γέρων, πρωτεύει ἐν μιᾷ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἑλληνικῶν κοινοτήτων· συχνάκις δ’ ἔκτοτε συνηντήθημεν καὶ ἀνεμνήσθημεν ἡμερῶν ἀρχαίων καὶ κοινῶν παθημάτων. Ὁ ἕτερος διασωθεὶς τότε, ἀπέθανε μετ’ ὀλίγον εἰς Τῆνον. Πόσους τότε λυτρωθέντας ἐκ τῶν ὀνύχων τῶν Τούρκων ἐθέρισεν οὕτως ὁ θάνατος! Ἐξηντλημένοι μετὰ τοσαύτας κακουχίας, μετὰ τοσούτους περισπασμούς, πόσοι φυγόντες τὴν μάχαιραν τοῦ ἐχθροῦ ἔπεσαν κατόπιν, πρόωρα τῆς ἀσθενείας θύματα! Ἀπεχαιρετίσαμεν λοιπὸν τοὺς εἰς Μεστὰ καὶ ἐκινήσαμεν οἱ τρεῖς ὁμοῦ διευθυνόμενοι πρὸς τὴν πόλιν. Αἱ ἐντυπώσεις τῶν γενομένων καταστροφῶν ἦσαν πολὺ πρόσφατοι εἰσέτι, καὶ δὲν ἤμεθα οὐδαμῶς ἀπηλλαγμένοι τοῦ φόβου μὴ συναντήσωμεν Τούρκους ἐνόπλους, ἀγνοοῦντας ἢ ἀψηφοῦντας τὰς ἐπιεικεῖς τοῦ Πασᾶ προθέσεις. Ἀλλ’ ἤμεθα νέοι καὶ οἱ τρεῖς, ὁ δὲ πρωϊνὸς ἀὴρ ἦτο ζωογόνος, καὶ ἀπέπνεον ἄρωμα ὑγιὲς οἱ μαστιχοφόροι περὶ τὰ Μεστὰ λόφοι. Ἡ ἐλπὶς διεσκέδασε βαθμηδὸν τοὺς φόβους καὶ ἐβαδίζομεν ἐλα-<noinclude></noinclude> qkel2hojg5wf3wjzgvaewgq8oayvahc Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/84 100 50886 167739 162475 2026-09-13T02:09:23Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167739 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|78|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>φροί, φαιδρύνοντες δι’ εὐθύμων συνομιλιῶν τὴν ὁδοιπορίαν μας. Δὲν ἐπέπρωτο ὅμως οὔτε ἡ φαιδρότης, οὔτε ἡ ὁδοιπορία μας νὰ διαρκέσωσι πολύ. Ἐβλέπομεν μακρόθεν τὸ χωρίον Ἐλάτα, ὅπου ἐπροτιθέμεθα νὰ ἀναπαυθῶμεν ἐκ τοῦ δρόμου καὶ νὰ λάβωμεν πληροφορίας διὰ τὴν περαιτέρω πορείαν μας. Ὁ ἥλιος ἔκαιε καὶ ἐταχύνομεν τὸ βῆμα πρὸς τὰς λευκὰς τοῦ χωρίου οἰκίας. Αἴφνης εἰς τὰ πρόθυρα αὐτοῦ ἠκούσαμεν οἰμωγὰς καὶ κραυγὰς γυναικείας. Ἐστάθημεν καὶ οἱ τρεῖς καὶ εἴδομεν ὁ εἰς τὸν ἄλλον. Μὴ ἦσαν Τοῦρκοι εἰς τὸ χωρίον; Αὕτη ἦτο ἡ πρώτη μου σκέψις. Ἐτείναμεν τὰ ὦτα. Αἱ κραυγαὶ ἐξηκολούθουν. Ἦσαν βεβαίως γυναικεῖα μοιρολόγια. Ὁδηγούμενοι ἐξ αὐτῶν διήλθομεν τὰς ἐρήμους τοῦ χωρίου ὁδοὺς καὶ ἐφθάσαμεν ἐνώπιον τῆς ἐκκλησίας. Ἐκεῖ συνωθοῦντο οἱ χωρικοί, ὑπεράνω δὲ τῶν κεφαλῶν των εἰδομεν κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἰς τῆς ἐκκλησίας τὰ πρόθυρα ἀναβαίνοντα δύο φέρετρα, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, καὶ πέριξ αὐτῶν αἱ γυναῖκες ἔκλαιον καὶ ὠδύροντο καὶ ἐκραύγαζον γοερῶς. Ὅτε εἰσῆλθεν ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἡ νεκρώσιμος συνοδία, ἠρώτησα ἕνα χωρικὸν περὶ τῶν δύω λειψάνων, καὶ μᾶς εἶπε μὲ τὰ δάκρυα εἰς τοὺς ὀφθαλμούς, ὅτι συμμορία Τούρκων συναντήσασα τὴν πρωΐαν<noinclude></noinclude> j1rc17dncftnbxujf4c242n8vt6gu89 Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/85 100 50887 167740 162476 2026-09-13T02:11:39Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167740 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|79}}</noinclude>τρεῖς νέους ἔξω τοῦ χωρίου, ἐπυροβόλησε κατ’ αὐτῶν καὶ ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον της· ὅτι ὁ εἷς τῶν τριῶν σωθεὶς ἔτρεξε καὶ ἀνήγγειλε τὸ συμβὰν εἰς τὸ χωρίον, τὰ δὲ πτώματα τῶν δύο φονευθέντων μετεκομίσθησαν πρὸ ὀλίγης ὥρας ἐκεῖ. Ποῦ λοιπὸν αἱ ὑποσχέσεις ἀσφαλείας; Ποῦ ἡ ἐλπὶς ὅτι τὰ δεινὰ ἐτελείωσαν; Εἶχον οἱ γέροντες δίκαιον! Οἱ δύο ἐκεῖνοι νεκροί, καὶ τῶν γυναικῶν τὰ μοιρολόγια, ἦσαν τῆς τουρκικῆς πίστεως ἡ σφραγίς, τῆς τουρκικῆς ἐπιεικείας τὰ ἐχέγγυα! Ἐπεστρέψαμεν ἀμέσως εἰς Μεστά, βαδίζοντες ταχύτερον ἡ ὅτε ἠρχόμεθα καὶ ἄνευ τῆς προτέρας φαιδρότητος. Οἱ ἐκεῖ ἐξεπλάγησαν ὅταν μᾶς εἶδον ἐπιστρέφοντας, ἡ δ’ ἀφήγησις τῆς εἰς Ἐλάταν σκηνῆς τοὺς κατετάραξε, καὶ ἡ προτέρα ἀδημονία διεδέχθη διὰ μιᾶς τὰς μόλις ριζωθείσας ἐλπίδας. Ὁ πατήρ μου μόνος ἐπέμενεν ἐλπίζων· ἦτο τυχαία ἡ συμπλοκή, δὲν ἦσαν γνωσταὶ εἰσέτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Πασᾶ, οἱ Τοῦρκοι ἐκεῖνοι δὲν παρέμειναν εἰς Ἐλάταν, ἄρα οἱ πυροβολισμοί των δὲν ἀποδεικνύουσι τὴν ἐπανάληψιν συστηματικοῦ διωγμοῦ, θὰ ἡσυχάσωσι τὰ πράγματα· τοιαῦτα ἔλεγεν, ἀλλ’ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος κατεφόβιζε τοὺς λοιποὺς πάντας καὶ ἀφῄρει πᾶσαν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὰς ἀγαθὰς δῆθεν τοῦ Πασᾶ διαθέσεις. Νὰ φύγωμεν, νὰ φύγω-<noinclude></noinclude> jpxrybrg5452j3310he5dyr7n672u01 Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/86 100 50888 167741 162477 2026-09-13T02:14:47Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167741 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ|80|ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ}}</noinclude>μεν! ἔλεγον αἱ γυναῖκες, τὰ δὲ παιδία ἔκλαιον, καὶ ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ λησμονήσω τὴν θέαν τῶν δύω ἐκείνων φερέτρων, φερομένων πρὸς τὴν πύλην τῆς ἐκκλησίας, καὶ τοὺς θρήνους τῶν γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐμοιρολόγουν τοὺς νεκρούς των. Τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἡμέραν ὁ θεῖος τῆς μητρός μου, δι’ ἀμοιβῶν γενναίων καὶ μεγαλειτέρων ἔτι ὑποσχέσεων, ἔπεισε νέον χωρικὸν νὰ μεταφέρῃ διὰ παντὸς τρόπου ἐπιστολήν του εἰς Ψαρά. Ἔγραφε ζητῶν τῆς φυγῆς τὰ μέσα. — Ἂς ἔλθῃ πλοῖον, ἔλεγε πρὸς τὸν πατέρα μου, καὶ σὺ ἂν θέλῃς μεῖνε ἐδῶ. Φθάνει μόνον νὰ ἔλθῃ ἐν καιρῷ. Ὁ πατήρ μου ἐσιώπα, ἀλλ’ ἐφαίνετο διστάζων. Τὸν ἐτρόμαζον ἆρά γε οἱ κίνδυνοι τῆς φυγῆς καὶ τοῦ ἐκπατρισμοῦ αἱ ὀδύναι; ἢ ἐβασίζετο εἰς τῶν Προξένων τὴν μεσολάβησιν καὶ ἤλπιζεν ὅτι κρυπτόμενοι ἐν τῷ μεταξὺ ἐντὸς τῆς πατρίδος θὰ διέλθωμεν ἀσφαλέστερον τῆς δοκιμασίας τὴν περίοδον; ἢ μή, ὑπὸ τὴν πίεσιν τοσούτων ἀλλεπαλλήλων συγκινήσεων, ἀπώλεσε τὴν εἰς ἑαυτὸν πεποίθησιν καὶ δὲν ἤξευρεν ὁ ἴδιος τί ἤθελε καὶ τί ν’ ἀποφασίσῃ; Τὴν ἐπιοῦσαν ἤμεθα ἀπὸ πρωΐας συνηγμένοι κατὰ τὸ σύνηθες εἰς τὴν ἰσόγειον τῆς οἰκίας εἴσοδον, ἥτις ἐχρησίμευεν ὡς κοινὴ αἴθουσά μας. Καθήμενοι εἰς<noinclude></noinclude> 9houfwaw7754zxfr0gq1hvx02ffph4r Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/87 100 50889 167742 162478 2026-09-13T02:16:33Z Αντιγόνη 235 /* Έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ 167742 proofread-page text/x-wiki <noinclude><pagequality level="3" user="Αντιγόνη" />{{κβ||ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ|81}}</noinclude>τῶν θυρῶν τὰ κατώφλια καὶ ἐπὶ τῶν βαθμίδων τῆς κλίμακος συνεσκεπτόμεθα, ὡς πάντοτε, περὶ τοῦ πρακτέου, ἀναμένοντες τί ἡ ἡμέρα θὰ μᾶς φέρῃ καὶ ὑπολογίζοντες πότε ἠδυνάμεθα νὰ περιμένωμεν ἀπόκρισιν ἐκ Ψαρῶν. Ἡ Ἀνδριάνα μόνη ἦτον ἀποῦσα. Εἶχεν ἐξέλθει πρὸς εὕρεσιν τροφῆς. Καὶ ἄλλοτε κατώρθωσε νὰ ποικίλῃ τὴν πενιχρὰν δίαιτάν μας συλλέγουσα χόρτα ἄγρια εἰς τοὺς πέριξ τοῦ χωρίου λόφους. Ἀλλ’ ἐβράδυνεν ἤδη νὰ ἐπιστρέψῃ. Καὶ ἡ μήτηρ μου ἀνησυχοῦσα, πολλάκις ἤνοιξε τὴν θύραν καὶ προέτεινε τὴν κεφαλὴν εἰς τὴν ὁδόν, νὰ ἴδῃ μὴ φαίνεται ἐρχομένη. Ἡ Ἀνδριάνα ἦτον ὁ γενικὸς παραστάτης, ἡ ἀληθὴς πρόνοια ὁλοκλήρου τῆς εἰς Μεστὰ δυστυχοῦς ἡμῶν ὁμάδος. Πλήρης αὐταπαρνήσεως καὶ ἀφοσιώσεως περιέθαλπε τὴν μητέρα καὶ τὰς ἀδελφάς μου καὶ ἐφρόντιζε περὶ πάντων τῶν λοιπῶν· ὅλα τὰ ἐπρόφθανεν, ὅλα τὰ ἐσυλλογίζετο· αὐτὴ εὕρισκεν ἢ ἐφεύρισκε τὴν καθημερινὴν τροφήν μας, αὐτὴ ἔφερε τὸ νερὸν ἐκ τῆς πηγῆς, αὐτὴ κατώρθωσε δι’ ἀχύρων καὶ παλαιῶν ταπήτων ν’ αὐτοσχεδιάσῃ στρωμνὰς δι’ ἅπαντας εἰς τὰ εὔκαιρα δωμάτια τῆς οἰκίας ἐκείνης· αὐτὴ μᾶς ἔφερεν εἰδήσεις ἔξωθεν, σχετιζομένη μετὰ τῶν χωρικῶν καὶ τὰ πάντα ἐρευνῶσα καὶ τὰ πάντα μανθάνουσα. Ἡ ἐνεργητικότης της ἦτον ἀδάμαστος<noinclude></noinclude> nevkwc735zvf3y9hug0pj105qb54bf0 Οι ονειροπόλοι 0 53027 167730 167727 2026-09-12T22:14:13Z Ntetos 1127 167730 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| | τίτλος = Οι ονειροπόλοι | συγγραφέας = Γιώργος Μυλωνογιάννης | μεταφραστής= | ενότητα = | επόμενο = | προηγούμενο= | σημειώσεις = ''Ελάσσονες ποιητές του Μεσοπολέμου'' (Καστανιώτης, 2015) }} {{block center/s}} <poem><div style="float:right;">Του εκλεκτού φίλου ποιητή [[Συγγραφέας:Μήτσος Παπανικολάου|Μήτσου Παπανικολάου]]</div> Νικημένοι…Και όμως δεν δώσαμε μάχη, μήτε καν στον ορίζοντα φάνηκ’ εχθρός, ενώ θάπρεπε νάμαστε πάντοτε μπρος, σε σκιές και σε φάσματα στρέφουμε ράχη… Η δειλία χαράζει το κάθε μας βήμα κι΄όλοι ζούμε με τ’ όνειρο κάποιας φυγής, μας πειράζει στα μάτια το φως της αυγής, τραγουδάμε το χάρο, ποθούμε το μνήμα. Μεθυσμένοι…Χωρίς ούτε στάλα να πιούμε, τη φωτιά μας δε σβύνει κανένα πιοτό, θάρθει ώρα να βρούμε τη λήθη σ’ αυτό, τώρα όμως δεν ξέρω και μεις τι ζητούμε… Στο μεθύσι μας πάνω πιστεύουμ’ αλήθεια ότι γίναμε κι’ όλας καινούργιοι Θεοί, την ζωήν, ως τη ζούνε οι άλλοι θνητοί τη χλευάζουμε σαν μια χυδαία συνήθεια… Γελασμένοι…Δεν τόχαμε πριν καταλάβει, πως μια μέρα θαρχόταν αυτός ο καιρός, που κι’ ο ύστατος φίλος θα ήταν νεκρός… Η ζωή δεν προσφέρει, ζητάει να λάβει. Διαρκώς αυταπάτες και πάντα στο χέρι λίγα πούπουλα, θύμηση μόνο σκληρή της χαράς που πετάει και φεύγει ιλαρή στον ορίζοντα πέρα, λευκό περιστέρι… </poem> {{block center/e}} [[Κατηγορία:Ποίηση]] rhgudrh9zmavrdr4ra7l63uf8dkwgyp