Βικιθήκη
elwikisource
https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1
MediaWiki 1.47.0-wmf.21
first-letter
Μέσο
Ειδικό
Συζήτηση
Χρήστης
Συζήτηση χρήστη
Βικιθήκη
Συζήτηση Βικιθήκη
Αρχείο
Συζήτηση αρχείου
MediaWiki
Συζήτηση MediaWiki
Πρότυπο
Συζήτηση προτύπου
Βοήθεια
Συζήτηση βοήθειας
Κατηγορία
Συζήτηση κατηγορίας
Σελίδα
Συζήτηση σελίδας
Μεταγραφή
Συζήτηση μεταγραφής
Συγγραφέας
Συζήτηση συγγραφέα
Πύλη
Συζήτηση πύλης
TimedText
TimedText talk
Module
Module talk
Event
Event talk
Σελίδα:Ιστορία των εθνικών δανείων (1904).pdf/23
100
53050
167894
167805
2026-09-29T02:06:14Z
Αντιγόνη
235
167894
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{nop}}</noinclude><noinclude>{{vgap}}
</noinclude>{{κέντρο|{{x-larger|'''ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ'''}}}}
{{vgap|.5em}}
{{κέντρο|'''ΤΑ ΔΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ (1824–1825)''' <ref name=p23>Τὰ δάνεια τῆς ἀνεξαρτησίας διαιροῦνται εἰς δύο περιόδους, εἰς τὴν τῆς συνομολογήσεως καὶ χρήσεως, ἥτις περιορίζεται εἰς τρία ἔτη, ἀφ’ ἑνός, καὶ εἰς τὴν τῆς διαρρυθμίσεως, ἥτις ἐπεκτείνεται ἐπὶ ἓξ δεκαετηρίδας, ἀφ’ ἑτέρου.
{{vgap|0em}}
Καὶ διὰ μὲν τὴν μελέτην τῆς πρώτης περιόδου πολλαὶ δυσκολίαι ἀπαντῶσιν:
{{vgap|0em}}
αʹ) Δὲν ὑπάρχουσιν ἐπὶ τοῦ θέματος εἰδικαὶ πραγματεῖαι, διότι τοιαύτη βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ δεκατρισέλιδον ''Ὑπόμνημα περὶ Ἀγγλοελληνικῶν Δανείων'' τοῦ Ν. Θ. Κορεσίου (Ἀλεξάνδρεια, 1868), ὅπερ ἄλλως τε δὲν εἶναι ἢ ἀνατύπωσις ἄρθρων τινῶν ἐν τῇ Μερίμνῃ καταχωρισθέντων.
{{vgap|0em}}
βʹ) Ἐπίσημα ἔγγραφα ἐλάχιστα ἐδημοσιεύθησαν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, καὶ αὐτὰ δὲ τὰ δημοσιευθέντα εἶναι μικρᾶς σημασίας. Ἐπειδὴ δὲ οὐδέποτε αἱ Δυνάμεις ἐπενέβησαν εἰς τὰ δάνεια τῆς ἀνεξαρτησίας, στερούμεθα τῶν ξένων, ἰδίως Ἀγγλικῶν, ἐκείνων δημοσιευμάτων, ἅτινα εἶναι σπουδαιότατον βοήθημα διὰ τὴν μελέτην τῶν μεταγενεστέρων ἑλληνικῶν δανείων.
{{vgap|0em}}
Αἱ γενικαὶ ἱστορίαι καὶ αὐταὶ μικρὸν βοήθημα προσφέρουσι τῷ φιλίστορι, καθ’ ὅτι, διὰ λόγους οὓς ἐκθέτομεν ἐν τῷ κειμένῳ, οἱ γράψαντες περὶ τῆς ἐπαναστάσεως παρημέλησαν τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς ἄποψιν. Ἐν τούτοις εὕρηνται σποραδικῶς πληροφορίαι παρὰ τῷ Φίνλεϋ, τῷ Τρικούπη, τῷ Βλακιέρ, τῷ Μένδελσων-Βαρθόλδῃ καὶ τῷ Γερβίνῳ, ἀφθονώτεραι μὲν παρὰ τῷ πρώτῳ, ἀσφαλέστεραι δὲ παρὰ τῷ τελευταίῳ. Ἐπίσης ἐνδιαφέρουσαι πληροφορίαι περὶ δύο μὴ πραγματοποιηθέντων δανείων, τοῦ μετὰ τῶν ἱπποτῶν τῆς Ῥόδου καὶ τοῦ</ref>}}
{{rule|5em|margin-tb=2em}}
{{κέντρο|{{larger|ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Αʹ}}}}
{{vgap|1em}}
{{κέντρο|'''Ἔκδοσις καὶ Χρῆσις αʹ δανείου.'''}}
{{vgap|1em}}
Ἐπανειλημμένως παρετηρήθη ὅτι, ἐν ᾧ ἡ στρατιωτική, ἡ διπλωματική, νῦν δὲ καὶ ἡ πολιτικὴ ἱστορία εὑρίσκουσι πολυαρίθμους ἐρευνητὰς καὶ θιασώτας, ἡ οἰκονομικὴ ἱστορία, ἄνευ<noinclude>{{rule|width=6em|align=left}}<references /></noinclude>
m74dj0tev2fbsx7wecf43qai17qq5m7
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/131
100
53076
167893
2026-09-29T02:03:49Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: {{δεξιά|{{x-larger|{{κσγ|'''Ο ΓΕΡΟΣ'''}}}}}} <section begin=s1 />Ὅταν κατὰ τὰ μεσάνυχτα ἐμπήκαμε εἰς τὸ «Στρατηγὸν Τύρ», τὸν εὑρήκαμε γεμᾶτο ἀπὸ ὁπλοφόρους, οἱ ὁποῖοι ἐκινοῦντο ἐπάνω κάτω εἰς τὸ σκοτάδι μὲ τὸ τουφέκι στὸ χέρι, εκάλουν τοὺς συντρόφους των, ἐζήτουν μέρ...
167893
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{nop}}</noinclude>{{δεξιά|{{x-larger|{{κσγ|'''Ο ΓΕΡΟΣ'''}}}}}}
<section begin=s1 />Ὅταν κατὰ τὰ μεσάνυχτα ἐμπήκαμε εἰς τὸ «Στρατηγὸν Τύρ», τὸν εὑρήκαμε γεμᾶτο ἀπὸ ὁπλοφόρους, οἱ ὁποῖοι ἐκινοῦντο ἐπάνω κάτω εἰς τὸ σκοτάδι μὲ τὸ τουφέκι στὸ χέρι, εκάλουν τοὺς συντρόφους των, ἐζήτουν μέρος νὰ τοποθετήσουν τοὺς σάκκους των καὶ τοὺς ἑαυτούς των. Ἡ ἐπιβίβασις ἐγίνετο εἰς τὴν Κρεμμυδαροῦ καὶ κανένα φῶς δὲν ὑπῆρχε στὸ κατάστρωμα, τὸ δὲ σκότος ἐκεῖνο, τὸ προφυλακτικόν, ἔδιδε την πρώτην νύξιν τοῦ κινδύνου. Ἀδύνατον νὰ διακρίνῃς φυσιογνωμίας, ἀλλὰ μόνον σκιάς, σκιὰς Κρητῶν καὶ σκιὰς ἐθελοντῶν. Καὶ ἐμάντευες τοὺς ἰδιορρύθμους τῶν τελευταίων ἱματισμούς, τοὺς ὁποίους εἶχε κατασκευάσει ἕκαστος κατὰ τὴν ἰδίαν ἀντίληψιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἐπαναστατικοῦ βίου καὶ κατὰ τὰς ἐμπνεύσεις τῆς φαντασίας του.
Θὰ ἦτο γελοῖον διὰ πολεμιστὰς νὰ ζητήσωμεν θέσιν ἰδιαιτέραν, πρᾶγμα ἄλλως τε ἀδύνατον εἰς τόσην συμπύκνωσιν καὶ εἰς πλοῖον τόσο μικρόν. Η σκληραγωγία ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπατήσαμεν εἰς τὸ κατάστρωμα. Καὶ μὲ πρόθυμον αὐταπάρνησιν ἐκαθήσαμεν ὅπου εὑρέθη ἕκαστος, διότι περὶ ξαπλώματος οὔτε λόγος ἠδύνατο νὰ γίνῃ. Τί μοῦτρα εἶχαν ἐκεῖνοι ποὺ ἐκάθοντο μπροστά μου, δὲν ἠμποροῦσα νὰ διακρίνω. Εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην μὲ κατέλαβεν ὁ ὕπνος, ὀλίγον μετὰ τὸν ἀπόπλουν τοῦ «Στρατηγοῦ Τύρ», καὶ ὡς προσκέφαλον μοῦ ἐχρησίμευσεν ἡ ράχη τοῦ διπλανοῦ μου, ὁ ὁποῖος ἐρουχάλιζεν ἐπὶ τοῦ σβέρκου ἄλλου, ὅστις πάλιν εἶχε στήριγμα ἄλλον καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὅλοι οἱ ἐπὶ τοῦ καταστρώματος ἀπετέλεσαν τοιοῦτον σύμπλεγμα αλληλοβοηθείας καὶ ἀλληλοβασανισμοῦ.
{{nop}}<noinclude></noinclude>
des6rkd80w7xgh9iduzf5qpj5ox9p0v
Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/132
100
53077
167895
2026-09-29T02:15:13Z
Αντιγόνη
235
/* Δεν έχει γίνει τυπογραφικός έλεγχος */ Νέα σελίδα: Όταν ἐξύπνησα μεσοπέλαγα, εἶχε ξημερώσει. Καὶ εἰς τὴν ζάλην τοῦ ὕπνου ἐλησμόνησα ποὺ ἤμουν καὶ ποῦ ἐπήγαινα δὲν ξέρω δὲ πῶς μοῦ ἐπέρασε μίαν στιγμὴν ἡ ἰδέα, ὅτι εὑρισκόμην ἐπὶ πλοίου πειρατικοῦ καὶ ὅτι καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἤμουν πειρατής. Τί θέαμα ε...
167895
proofread-page
text/x-wiki
<noinclude><pagequality level="1" user="Αντιγόνη" />{{κβ|128||Ὁ Γέρος}}</noinclude>Όταν ἐξύπνησα μεσοπέλαγα, εἶχε ξημερώσει. Καὶ εἰς τὴν ζάλην τοῦ ὕπνου ἐλησμόνησα ποὺ ἤμουν καὶ ποῦ ἐπήγαινα δὲν ξέρω δὲ πῶς μοῦ ἐπέρασε μίαν στιγμὴν ἡ ἰδέα, ὅτι εὑρισκόμην ἐπὶ πλοίου πειρατικοῦ καὶ ὅτι καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἤμουν πειρατής. Τί θέαμα εἰς τὸ κατάστρωμα μὲ τὸ ἀνθρωποστοίβαγμα ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξεῖχαν ἐδῶ κ’ ἐκεῖ τουφέκια, μὲ τοὺς ἰδιοτρόπους ἱματισμοὺς τῶν ἐθελοντῶν ποὺ εἶχαν πάθει ἤδη τὸ πρῶτον στραπατσάρισμα, μὲ τὰς κωμικὰς στάσεις τῶν ἀκόμη κοιμωμένων, μὲ τοὺς ἔτι κωμικωτέρους μορφασμοὺς καὶ τὰ χασμήματα ἐκείνων που ἐξυπνοῦσαν καὶ ἔτριβαν τὰ μάτια των! Ποτὲ δὲν ἐπεθύμησα, ὅσον τότε, νὰ ἤμουν ζωγράφος.
Γύρω μου πρόσωπα ἄγνωστα, ἀπροσδόκητα. Οἱ σύντροφοί μου εἶχαν ἀπομακρυνθῆ καὶ διασπαρῆ εἰς τὸ ἀνθρώπινον ἐκεῖνο συναγέλασμα καὶ μόνος ἔμενε πλησίον μου ἐκεῖνος ποὺ μοῦ ἐχρησίμευσεν ὡς μαξιλάρι.
Ἀπέναντί μου ἐκάθητο ἕνας πενῆντα πέντε ἐτῶν, μισόψαρος, μαῦρος καὶ ξηρός, ὁ ὁποῖος, ὅταν εἶδε τὸ πρόσωπόν μου, ἀνετινάχθη καὶ μὲ χαρὰν ὥρμησε πρὸς τὸ μέρος μου:
— Κύριε Παμεινώντα! Μαζῆ λοιπὸν πᾶμε στὴν Κρήτη καὶ δὲν τὤξερα;
Τὸν ἀνεγνώρισα. Ἦτο ὁ Μουσχουντῆς, Κρητικὸς ἐγκατεστημένος πρὸ πολλοῦ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἄνθρωπος ἐργατικός. Έχρημάτισεν ἐπαναστάτης τὸ 66, καὶ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην ἐξηκολούθησε νὰ περιφέρεται εἰς τὰ βουνὰ ὡς ἀρματωλός, ἔπειτα δὲ κατέφυγε καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὰς Ἀθήνας, ὁπόθεν μόνον τὸ 78 ἀπεμακρύνθη, διὰ νὰ πολεμήσῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν πατρίδα του. Ἐγὼ τὸν εἶχα γνωρίσει ἐπ’ ἐσχάτων, ὅτε μὲ διώρισε δικηγόρον του εἰς μίαν δίκην. Ὅταν δὲ ἐκέρδισε τὴν δίκην καὶ ἦλθε νὰ μοῦ δώσῃ τὴν δικηγορικὴν ἀμοιβήν, τοῦ εἶπα:
— Ἐγὼ δὲν θέλω τίποτε ἀπὸ σένα. Εἶμαι Κρητικός κ’ ἐγώ. Μ’ ἐκύτταξε μ᾽ ἔκπληξιν, διότι πρώτην φορὰν ἐμάνθανε ὅτι ἤμουν συμπατριώτης του, ἔπειτα δὲ εἶπε:
— Ἀδιάφορο· καὶ πῶς εἶσαι Κρητικὸς δὲν πρέπει νὰ πλερωθῇς<noinclude></noinclude>
pc8myilqz8m0hw10cwwnplthpafzhp6