Βικιεπιστήμιο
elwikiversity
https://el.wikiversity.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1
MediaWiki 1.47.0-wmf.4
first-letter
Μέσο
Ειδικό
Συζήτηση
Χρήστης
Συζήτηση χρήστη
Βικιεπιστήμιο
Συζήτηση Βικιεπιστημίου
Αρχείο
Συζήτηση αρχείου
MediaWiki
Συζήτηση MediaWiki
Πρότυπο
Συζήτηση προτύπου
Βοήθεια
Συζήτηση βοήθειας
Κατηγορία
Συζήτηση κατηγορίας
Σχολή
Συζήτηση Σχολής
Τμήμα
Συζήτηση Τμήματος
TimedText
TimedText talk
Module
Module talk
Event
Event talk
Αγγέλλω
0
1524
31594
10094
2026-05-29T07:44:58Z
~2026-32013-29
7772
31594
wikitext
text/x-wiki
'''Κλίση''' του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους: <br />
----
Αγγέλλω (ανακοινώνω, αναγγέλλω, παραγγέλνω)<br />
<br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλω <br />
Παρατατικός: ἤγγελλον<br />
Μέλλων: ἀγγελῶ<br />
Αόριστος: ἤγγειλα. Αόριστος Β΄: ἤγγελον<br />
Παρακείμενος: ἤγγελκα<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλκειν
----
'''Παράγωγα'''<br />
άγγελος, αγγελία, ευαγγέλιο, άγγελμα, επάγγελμα, αυτεπάγγελτος, εισαγγελέας
[[Κατηγορία:Αρχαία Ελληνικά]]
nmzum4ny5ut3kqzwscx8n6bnxiar7xt
31595
31594
2026-05-29T07:45:42Z
~2026-32013-29
7772
31595
wikitext
text/x-wiki
'''Κλίση''' του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους: <br />
----
Αγγέλλω (ανακοινώνω, αναγγέλλω, παραγγέλνω)<br />
<br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλω <br />
Παρατατικός: ἤγγελλον<br />
Μέλλων: ἀγγελῶ<br />
Αόριστος: ἤγγειλα<br />
Αόριστος Β΄: ἤγγελον<br />
Παρακείμενος: ἤγγελκα<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλκειν
----
'''Παράγωγα'''<br />
άγγελος, αγγελία, ευαγγέλιο, άγγελμα, επάγγελμα, αυτεπάγγελτος, εισαγγελέας
[[Κατηγορία:Αρχαία Ελληνικά]]
2u2jl51ya3ydu0oyk47fdd89n8ckyde
31596
31595
2026-05-29T08:17:06Z
~2026-32013-29
7772
31596
wikitext
text/x-wiki
'''Κλίση''' του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους: <br />
----
ἀγγέλλω (ανακοινώνω, αναγγέλλω, παραγγέλλω)<br />
<br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλω <br />
Παρατατικός: ἤγγελλον<br />
Μέλλων: ἀγγελῶ<br />
Αόριστος: ἤγγειλα<br />
Αόριστος Β΄: ἤγγελον<br />
Παρακείμενος: ἤγγελκα<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλκειν
----
'''Παράγωγα αρχαίας ελληνικής'''<br />
ἄγγελος, ὁ: αγγελιαφόρος, απεσταλμένος. ἀγγελία, ἡ: άγγελμα, είδηση, // διαταγή, πρόσταγμα, προκήρυξη. εὐαγγέλιον, τό: διδασκαλία, // αμοιβή στον αγγελιοφόρο για καλή είδηση. άγγελμα, τό: μήνυμα, παραγγελία, είδηση, μαντάτο. ἀνάγγελος (-ου), ὁ: ο χωρίς αγγελιαφόρο. ἀπαγγελτήρ (-ῆρος), ὁ: ο αγγελιαφόρος. ἀπαγγελία (-ίας), ἡ: η έκθεση, η αφήγηση, // λογοδοσία πρεσβευτή. διάγγελος (-ου), ὁ: ο απεσταλμένος για διαπραγματεύσεις, // κατάσκοπος. εἰσαγγελία (-ίας), ἡ: η αναγγελία, // η καταγγελία για δημόσιο αδίκημα (συνώνυμο ἡ γραφή: μήνυση / ποινική δίωξη για δημόσιο
αδίκημα· ἡ δίκη: καταγγελία για ιδιωτικό αδίκημα). ἐξάγγελος (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος. ἐξαγγελία (-ίας), ἡ: πληροφορία. ἀνάγγελτος (επίθ.): ο μυστικός, αυτός που δεν ανακοινώθηκε. ἐξάγγελτος (-ου), ὁ (ως ουσ.): ο αγγελιαφόρος. ἐξάγγελτος, -ος, -ον (επίθ.): ολοφάνερος, // αυτός που ανακοινώθηκε, κοινολογημένος, ανακοινωμένος. ἐπάγγελμα (-ατος), τό: άγγελμα, αγγελία, // διαταγή, προσταγή, // υπόσχεση, // επάγγελμα.
ἐπαγγελία (-ίας), ἡ: διαταγή, παραγγελία, // δημόσια καταγγελία, // υπόσχεση, // αγγελία. καταγγελεύς (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει / που γνωστοποιεί, ο κατάγγελος, ο κατήγορος. κατάγγελτος (επίθ.): ο καταγγελμένος, ο προδομένος, // ο φανερωμένος, ο φανερός. μετάγγελος (-ου), ὁ: ο αγγελιαφόρος, ο κήρυκας. παραγγελία (-ίας), ἡ: διαταγή, παράγγελμα, πρόσταγμα, σύνολο κανόνων, // πρόσκληση στο δικαστήριο, // διδασκαλία, συμβουλή, καθοδήγηση, // ανακοίνωση, στρατολογικός κατάλογος, // σὐσταση φατρίας. παράγγελμα (-ατος), τό: μήνυμα, άγγελμα, είδηση (που μεταφέρεται με πυρσούς), // πρόσταγμα, διαταγή, κινητοποίηση, // διδασκαλία, συμβολή, συμβουλή, // ηθικό παράγγελμα. παράγγελσις (-εως), ἡ: (στον πόλεμο) προσταγή, διαβίβαση εντολών. παραγγελλόμενα (-ων), τά: οι διαταγές, οι εντολές. παρηγγελμένα (-ων), τά: τα παραγγέλματα. προάγγελος (-ου), ὁ: προάγγελος, προμηνυτής.
προάγγελσις (-εως), ἡ: προειδοποίηση, προαναγγελία, προμήνυμα. προσηγγελμένα (-ων), τά: οι ειδήσεις, οι διαταγές. συνάγγελλος (-ου), ὁ: συναπεσταλμένος, αγγελιοφόρος, συμπρεσβευτής. ὑπάγγελος (επίθ.): αυτός που ειδοποιήθηκε από αγγελιαφόρο.<br /><br />
'''Παράγωγα νέας ελληνικής'''<br />
αγγελία, αγγελικός, αγγελιοφόρος, άγγελμα, αγγελόμορφος, αγγελόψυχος, αγγελτήριο, αναγγελία, αναγγέλλω, ανεπάγγελτος, αγγελία, απαγγέλλω, απαγγελτικός, αυτεπάγγελτα, αυτεπάγγελτος, αυτεπαγγέλτως, διαγγέλλω, διάγγελμα, εισαγγελέας, εισαγγελία, εισαγγελικός, εξαγγελία, εξαγγελία, εξάγγελος, εξαγγελτικός, επαγγελία, επαγγέλλομαι, επάγγελμα, επαγγελματίας, επαγγελματικός, επαγγελτικός, ευαγγελίζομαι, ευαγγελικός, ευαγγελισμός, ευαγγελιστής, ευαγγελίστρια, καταγγελία, καταγγέλλω, παραγγελία, παραγγελιοδόχος, παραγγέλλω, παράγγελμα, προαγγελία, προαγγέλλω, προάγγελμα, προάγγελος, προαναγγελία, προαναγγέλλω, προεξαγγελία, προεξαγγέλλω, προεξαγγελτικός.
[[Κατηγορία:Αρχαία Ελληνικά]]
1p0c22t1xpdiu2xj03523h451793koe
31597
31596
2026-05-29T08:18:06Z
~2026-32013-29
7772
31597
wikitext
text/x-wiki
'''Κλίση''' του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους: <br />
----
ἀγγέλλω (ανακοινώνω, αναγγέλλω, παραγγέλλω)<br />
<br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλω <br />
Παρατατικός: ἤγγελλον<br />
Μέλλων: ἀγγελῶ<br />
Αόριστος: ἤγγειλα<br />
Αόριστος Β΄: ἤγγελον<br />
Παρακείμενος: ἤγγελκα<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλκειν
----
'''Παράγωγα αρχαίας ελληνικής'''<br />
<b>ἄγγελος</b>, ὁ: αγγελιαφόρος, απεσταλμένος. ἀγγελία, ἡ: άγγελμα, είδηση, // διαταγή, πρόσταγμα, προκήρυξη. εὐαγγέλιον, τό: διδασκαλία, // αμοιβή στον αγγελιοφόρο για καλή είδηση. άγγελμα, τό: μήνυμα, παραγγελία, είδηση, μαντάτο. ἀνάγγελος (-ου), ὁ: ο χωρίς αγγελιαφόρο. ἀπαγγελτήρ (-ῆρος), ὁ: ο αγγελιαφόρος. ἀπαγγελία (-ίας), ἡ: η έκθεση, η αφήγηση, // λογοδοσία πρεσβευτή. διάγγελος (-ου), ὁ: ο απεσταλμένος για διαπραγματεύσεις, // κατάσκοπος. εἰσαγγελία (-ίας), ἡ: η αναγγελία, // η καταγγελία για δημόσιο αδίκημα (συνώνυμο ἡ γραφή: μήνυση / ποινική δίωξη για δημόσιο
αδίκημα· ἡ δίκη: καταγγελία για ιδιωτικό αδίκημα). ἐξάγγελος (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος. ἐξαγγελία (-ίας), ἡ: πληροφορία. ἀνάγγελτος (επίθ.): ο μυστικός, αυτός που δεν ανακοινώθηκε. ἐξάγγελτος (-ου), ὁ (ως ουσ.): ο αγγελιαφόρος. ἐξάγγελτος, -ος, -ον (επίθ.): ολοφάνερος, // αυτός που ανακοινώθηκε, κοινολογημένος, ανακοινωμένος. ἐπάγγελμα (-ατος), τό: άγγελμα, αγγελία, // διαταγή, προσταγή, // υπόσχεση, // επάγγελμα.
ἐπαγγελία (-ίας), ἡ: διαταγή, παραγγελία, // δημόσια καταγγελία, // υπόσχεση, // αγγελία. καταγγελεύς (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει / που γνωστοποιεί, ο κατάγγελος, ο κατήγορος. κατάγγελτος (επίθ.): ο καταγγελμένος, ο προδομένος, // ο φανερωμένος, ο φανερός. μετάγγελος (-ου), ὁ: ο αγγελιαφόρος, ο κήρυκας. παραγγελία (-ίας), ἡ: διαταγή, παράγγελμα, πρόσταγμα, σύνολο κανόνων, // πρόσκληση στο δικαστήριο, // διδασκαλία, συμβουλή, καθοδήγηση, // ανακοίνωση, στρατολογικός κατάλογος, // σὐσταση φατρίας. παράγγελμα (-ατος), τό: μήνυμα, άγγελμα, είδηση (που μεταφέρεται με πυρσούς), // πρόσταγμα, διαταγή, κινητοποίηση, // διδασκαλία, συμβολή, συμβουλή, // ηθικό παράγγελμα. παράγγελσις (-εως), ἡ: (στον πόλεμο) προσταγή, διαβίβαση εντολών. παραγγελλόμενα (-ων), τά: οι διαταγές, οι εντολές. παρηγγελμένα (-ων), τά: τα παραγγέλματα. προάγγελος (-ου), ὁ: προάγγελος, προμηνυτής.
προάγγελσις (-εως), ἡ: προειδοποίηση, προαναγγελία, προμήνυμα. προσηγγελμένα (-ων), τά: οι ειδήσεις, οι διαταγές. συνάγγελλος (-ου), ὁ: συναπεσταλμένος, αγγελιοφόρος, συμπρεσβευτής. ὑπάγγελος (επίθ.): αυτός που ειδοποιήθηκε από αγγελιαφόρο.<br /><br />
'''Παράγωγα νέας ελληνικής'''<br />
αγγελία, αγγελικός, αγγελιοφόρος, άγγελμα, αγγελόμορφος, αγγελόψυχος, αγγελτήριο, αναγγελία, αναγγέλλω, ανεπάγγελτος, αγγελία, απαγγέλλω, απαγγελτικός, αυτεπάγγελτα, αυτεπάγγελτος, αυτεπαγγέλτως, διαγγέλλω, διάγγελμα, εισαγγελέας, εισαγγελία, εισαγγελικός, εξαγγελία, εξαγγελία, εξάγγελος, εξαγγελτικός, επαγγελία, επαγγέλλομαι, επάγγελμα, επαγγελματίας, επαγγελματικός, επαγγελτικός, ευαγγελίζομαι, ευαγγελικός, ευαγγελισμός, ευαγγελιστής, ευαγγελίστρια, καταγγελία, καταγγέλλω, παραγγελία, παραγγελιοδόχος, παραγγέλλω, παράγγελμα, προαγγελία, προαγγέλλω, προάγγελμα, προάγγελος, προαναγγελία, προαναγγέλλω, προεξαγγελία, προεξαγγέλλω, προεξαγγελτικός.
[[Κατηγορία:Αρχαία Ελληνικά]]
g5i47ktrmr2l3ewo3kabus6ay7q2lr8
31598
31597
2026-05-29T08:24:23Z
~2026-32013-29
7772
31598
wikitext
text/x-wiki
'''Κλίση''' του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους: <br />
----
ἀγγέλλω (ανακοινώνω, αναγγέλλω, παραγγέλλω)<br />
<br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλω <br />
Παρατατικός: ἤγγελλον<br />
Μέλλων: ἀγγελῶ<br />
Αόριστος: ἤγγειλα<br />
Αόριστος Β΄: ἤγγελον<br />
Παρακείμενος: ἤγγελκα<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλκειν
----
'''Παράγωγα στην αρχαία ελληνική'''<br />
<b>ἄγγελος</b>, ὁ: αγγελιαφόρος, απεσταλμένος. <b>ἀγγελία</b>, ἡ: άγγελμα, είδηση, // διαταγή, πρόσταγμα, προκήρυξη. <b>εὐαγγέλιον</b>, τό: διδασκαλία, // αμοιβή στον αγγελιοφόρο για καλή είδηση. <b>ἄγγελμα</b>, τό: μήνυμα, παραγγελία, είδηση, μαντάτο. <b>ἀνάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο χωρίς αγγελιαφόρο. <b>ἀπαγγελτήρ</b> (-ῆρος), ὁ: ο αγγελιαφόρος. <b>ἀπαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η έκθεση, η αφήγηση, // λογοδοσία πρεσβευτή. <b>διάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο απεσταλμένος για διαπραγματεύσεις, // κατάσκοπος. <b>εἰσαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η αναγγελία, // η καταγγελία για δημόσιο αδίκημα (συνώνυμα: ἡ γραφή: μήνυση / ποινική δίωξη για δημόσιο
αδίκημα· ἡ δίκη: καταγγελία για ιδιωτικό αδίκημα). <b>ἐξάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος. <b>ἐξαγγελία</b> (-ίας), ἡ: πληροφορία. <b>ἀνάγγελτος</b> (επίθ.): ο μυστικός, αυτός που δεν ανακοινώθηκε. <b>ἐξάγγελτος</b> (-ου), ὁ (ως ουσ.): ο αγγελιαφόρος. <b>ἐξάγγελτος</b>, -ος, -ον (επίθ.): ολοφάνερος, // αυτός που ανακοινώθηκε, κοινολογημένος, ανακοινωμένος. <b>ἐπάγγελμα</b> (-ατος), τό: άγγελμα, αγγελία, // διαταγή, προσταγή, // υπόσχεση, // επάγγελμα. <b>ἐπαγγελία</b> (-ας), ἡ: διαταγή, παραγγελία, // δημόσια καταγγελία, // υπόσχεση, // αγγελία. <b>καταγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει / που γνωστοποιεί, ο κατάγγελος, ο κατήγορος. <b>κατάγγελτος</b> (επίθ.): ο καταγγελμένος, ο προδομένος, // ο φανερωμένος, ο φανερός. <b>μετάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος, κήρυκας. <b>παραγγελία</b> (-ίας), ἡ: διαταγή, παράγγελμα, πρόσταγμα, σύνολο κανόνων, // πρόσκληση στο δικαστήριο, // διδασκαλία, συμβουλή, καθοδήγηση, // ανακοίνωση, στρατολογικός κατάλογος, // σὐσταση φατρίας. <b>παράγγελμα</b> (-ατος), τό: μήνυμα, άγγελμα, είδηση (που μεταφέρεται με πυρσούς), // πρόσταγμα, διαταγή, κινητοποίηση, // διδασκαλία, συμβολή, συμβουλή, // ηθικό παράγγελμα. <b>παράγγελσις</b> (-εως), ἡ: (στον πόλεμο) προσταγή, διαβίβαση εντολών. <b>παραγγελλόμενα</b> (-ων), τά: οι διαταγές, οι εντολές. <b>παρηγγελμένα</b> (-ων), τά: τα παραγγέλματα. <b>προάγγελος</b> (-ου), ὁ: προάγγελος, προμηνυτής.
<b>προάγγελσις</b> (-εως), ἡ: προειδοποίηση, προαναγγελία, προμήνυμα. <b>προσηγγελμένα</b> (-ων), τά: οι ειδήσεις, οι διαταγές. <b>συνάγγελλος</b> (-ου), ὁ: συναπεσταλμένος, αγγελιοφόρος, συμπρεσβευτής. <b>ὑπάγγελος</b> (επίθ.): αυτός που ειδοποιήθηκε από αγγελιαφόρο.<br /><br />
'''Παράγωγα και Σύνθετα στην νέα ελληνική'''<br />
αγγελία, αγγελικός, αγγελιοφόρος, άγγελμα, αγγελόμορφος, αγγελόψυχος, αγγελτήριο, αναγγελία, αναγγέλλω, ανεπάγγελτος, αγγελία, απαγγέλλω, απαγγελτικός, αυτεπάγγελτα, αυτεπάγγελτος, αυτεπαγγέλτως, διαγγέλλω, διάγγελμα, εισαγγελέας, εισαγγελία, εισαγγελικός, εξαγγελία, εξαγγελία, εξάγγελος, εξαγγελτικός, επαγγελία, επαγγέλλομαι, επάγγελμα, επαγγελματίας, επαγγελματικός, επαγγελτικός, ευαγγελίζομαι, ευαγγελικός, ευαγγελισμός, ευαγγελιστής, ευαγγελίστρια, καταγγελία, καταγγέλλω, παραγγελία, παραγγελιοδόχος, παραγγέλλω, παράγγελμα, προαγγελία, προαγγέλλω, προάγγελμα, προάγγελος, προαναγγελία, προαναγγέλλω, προεξαγγελία, προεξαγγέλλω, προεξαγγελτικός.
[[Κατηγορία:Αρχαία Ελληνικά]]
kc9q6a9g2hunjbjgres6muwiq7vce1d
31599
31598
2026-05-29T08:26:45Z
~2026-32013-29
7772
31599
wikitext
text/x-wiki
'''Κλίση''' του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους: <br />
----
ἀγγέλλω (ανακοινώνω, αναγγέλλω, παραγγέλλω)<br />
<br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλω <br />
Παρατατικός: ἤγγελλον<br />
Μέλλων: ἀγγελῶ<br />
Αόριστος: ἤγγειλα<br />
Αόριστος Β΄: ἤγγελον<br />
Παρακείμενος: ἤγγελκα<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλκειν
----
'''Παράγωγα στην αρχαία ελληνική'''<br />
<b>ἄγγελος</b>, ὁ: αγγελιαφόρος, απεσταλμένος. <b>ἀγγελία</b>, ἡ: άγγελμα, είδηση, // διαταγή, πρόσταγμα, προκήρυξη. <b>εὐαγγέλιον</b>, τό: διδασκαλία, // αμοιβή στον αγγελιοφόρο για καλή είδηση. <b>ἄγγελμα</b>, τό: μήνυμα, παραγγελία, είδηση, μαντάτο. <b>ἀνάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο χωρίς αγγελιαφόρο. <b>ἀπαγγελτήρ</b> (-ῆρος), ὁ: ο αγγελιαφόρος. <b>ἀπαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η έκθεση, η αφήγηση, // λογοδοσία πρεσβευτή. <b>διάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο απεσταλμένος για διαπραγματεύσεις, // κατάσκοπος. <b>εἰσαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η αναγγελία, // η καταγγελία για δημόσιο αδίκημα (συνώνυμα: ἡ γραφή: μήνυση / ποινική δίωξη για δημόσιο
αδίκημα· ἡ δίκη: καταγγελία για ιδιωτικό αδίκημα). <b>ἐξάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος. <b>ἐξαγγελία</b> (-ίας), ἡ: πληροφορία. <b>ἀνάγγελτος</b> (επίθ.): ο μυστικός, αυτός που δεν ανακοινώθηκε. <b>ἐξάγγελτος</b> (-ου), ὁ (ως ουσ.): ο αγγελιαφόρος. <b>ἐξάγγελτος</b>, -ος, -ον (επίθ.): ολοφάνερος, // αυτός που ανακοινώθηκε, κοινολογημένος, ανακοινωμένος. <b>ἐπάγγελμα</b> (-ατος), τό: άγγελμα, αγγελία, // διαταγή, προσταγή, // υπόσχεση, // επάγγελμα. <b>ἐπαγγελία</b> (-ας), ἡ: διαταγή, παραγγελία, // δημόσια καταγγελία, // υπόσχεση, // αγγελία. <b>καταγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει / που γνωστοποιεί, ο κατάγγελος, ο κατήγορος. <b>κατάγγελτος</b> (επίθ.): ο καταγγελμένος, ο προδομένος, // ο φανερωμένος, ο φανερός. <b>μετάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος, κήρυκας. <b>παραγγελία</b> (-ίας), ἡ: διαταγή, παράγγελμα, πρόσταγμα, σύνολο κανόνων, // πρόσκληση στο δικαστήριο, // διδασκαλία, συμβουλή, καθοδήγηση, // ανακοίνωση, στρατολογικός κατάλογος, // σὐσταση φατρίας. <b>παράγγελμα</b> (-ατος), τό: μήνυμα, άγγελμα, είδηση (που μεταφέρεται με πυρσούς), // πρόσταγμα, διαταγή, κινητοποίηση, // διδασκαλία, συμβολή, συμβουλή, // ηθικό παράγγελμα. <b>παράγγελσις</b> (-εως), ἡ: (στον πόλεμο) προσταγή, διαβίβαση εντολών. <b>παραγγελλόμενα</b> (-ων), τά: οι διαταγές, οι εντολές. <b>παρηγγελμένα</b> (-ων), τά: τα παραγγέλματα. <b>προάγγελος</b> (-ου), ὁ: προάγγελος, προμηνυτής.
<b>προάγγελσις</b> (-εως), ἡ: προειδοποίηση, προαναγγελία, προμήνυμα. <b>προσηγγελμένα</b> (-ων), τά: οι ειδήσεις, οι διαταγές. <b>συνάγγελλος</b> (-ου), ὁ: συναπεσταλμένος, αγγελιοφόρος, συμπρεσβευτής. <b>ὑπαγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει κάτι. <b>ὑπάγγελος</b> (επίθ.): αυτός που ειδοποιήθηκε από αγγελιαφόρο.<br /><br />
'''Παράγωγα και Σύνθετα στην νέα ελληνική'''<br />
αγγελία, αγγελικός, αγγελιοφόρος, άγγελμα, αγγελόμορφος, αγγελόψυχος, αγγελτήριο, αναγγελία, αναγγέλλω, ανεπάγγελτος, αγγελία, απαγγέλλω, απαγγελτικός, αυτεπάγγελτα, αυτεπάγγελτος, αυτεπαγγέλτως, διαγγέλλω, διάγγελμα, εισαγγελέας, εισαγγελία, εισαγγελικός, εξαγγελία, εξαγγελία, εξάγγελος, εξαγγελτικός, επαγγελία, επαγγέλλομαι, επάγγελμα, επαγγελματίας, επαγγελματικός, επαγγελτικός, ευαγγελίζομαι, ευαγγελικός, ευαγγελισμός, ευαγγελιστής, ευαγγελίστρια, καταγγελία, καταγγέλλω, παραγγελία, παραγγελιοδόχος, παραγγέλλω, παράγγελμα, προαγγελία, προαγγέλλω, προάγγελμα, προάγγελος, προαναγγελία, προαναγγέλλω, προεξαγγελία, προεξαγγέλλω, προεξαγγελτικός.
[[Κατηγορία:Αρχαία Ελληνικά]]
73agu3uwg2vq3m3oc10gzyqjap1i0d4
31600
31599
2026-05-29T08:31:39Z
~2026-32013-29
7772
31600
wikitext
text/x-wiki
'''Κλίση''' του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους: <br />
----
ἀγγέλλω (ανακοινώνω, αναγγέλλω, παραγγέλλω)<br />
<br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλω <br />
Παρατατικός: ἤγγελλον<br />
Μέλλων: ἀγγελῶ<br />
Αόριστος: ἤγγειλα<br />
Αόριστος Β΄: ἤγγελον<br />
Παρακείμενος: ἤγγελκα<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλκειν
----
'''Παράγωγα στην αρχαία ελληνική'''<br />
<b>ἄγγελος</b>, ὁ: αγγελιαφόρος, απεσταλμένος. <b>ἀγγελία</b>, ἡ: άγγελμα, είδηση, // διαταγή, πρόσταγμα, προκήρυξη. <b>εὐαγγέλιον</b>, τό: διδασκαλία, // αμοιβή στον αγγελιοφόρο για καλή είδηση. <b>ἄγγελμα</b>, τό: μήνυμα, παραγγελία, είδηση, μαντάτο. <b>ἀνάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο χωρίς αγγελιαφόρο. <b>ἀπαγγελτήρ</b> (-ῆρος), ὁ: ο αγγελιαφόρος. <b>ἀπαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η έκθεση, η αφήγηση, // λογοδοσία πρεσβευτή. <b>διάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο απεσταλμένος για διαπραγματεύσεις, // κατάσκοπος. <b>εἰσαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η αναγγελία, // η καταγγελία για δημόσιο αδίκημα (συνώνυμα: ἡ γραφή: μήνυση / ποινική δίωξη για δημόσιο
αδίκημα· ἡ δίκη: καταγγελία για ιδιωτικό αδίκημα). <b>ἐξάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος. <b>ἐξαγγελία</b> (-ίας), ἡ: πληροφορία. <b>ἀνάγγελτος</b> (επίθ.): ο μυστικός, αυτός που δεν ανακοινώθηκε. <b>ἐξάγγελτος</b> (-ου), ὁ (ως ουσ.): ο αγγελιαφόρος. <b>ἐξάγγελτος</b>, -ος, -ον (επίθ.): ολοφάνερος, // αυτός που ανακοινώθηκε, κοινολογημένος, ανακοινωμένος. <b>ἐπάγγελμα</b> (-ατος), τό: άγγελμα, αγγελία, // διαταγή, προσταγή, // υπόσχεση, // επάγγελμα. <b>ἐπαγγελία</b> (-ας), ἡ: διαταγή, παραγγελία, // δημόσια καταγγελία, // υπόσχεση, // αγγελία. <b>καταγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει / που γνωστοποιεί, ο κατάγγελος, ο κατήγορος. <b>κατάγγελτος</b> (επίθ.): ο καταγγελμένος, ο προδομένος, // ο φανερωμένος, ο φανερός. <b>μετάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος, κήρυκας. <b>παραγγελία</b> (-ίας), ἡ: διαταγή, παράγγελμα, πρόσταγμα, σύνολο κανόνων, // πρόσκληση στο δικαστήριο, // διδασκαλία, συμβουλή, καθοδήγηση, // ανακοίνωση, στρατολογικός κατάλογος, // σὐσταση φατρίας. <b>παράγγελμα</b> (-ατος), τό: μήνυμα, άγγελμα, είδηση (που μεταφέρεται με πυρσούς), // πρόσταγμα, διαταγή, κινητοποίηση, // διδασκαλία, συμβολή, συμβουλή, // ηθικό παράγγελμα. <b>παράγγελσις</b> (-εως), ἡ: (στον πόλεμο) προσταγή, διαβίβαση εντολών. <b>παραγγελλόμενα</b> (-ων), τά: οι διαταγές, οι εντολές. <b>παρηγγελμένα</b> (-ων), τά: τα παραγγέλματα. <b>προάγγελος</b> (-ου), ὁ: προάγγελος, προμηνυτής.
<b>προάγγελσις</b> (-εως), ἡ: προειδοποίηση, προαναγγελία, προμήνυμα. <b>προσηγγελμένα</b> (-ων), τά: οι ειδήσεις, οι διαταγές. <b>συνάγγελλος</b> (-ου), ὁ: συναπεσταλμένος, αγγελιοφόρος, συμπρεσβευτής. <b>ὑπαγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει κάτι. <b>ὑπάγγελος</b> (επίθ.): αυτός που ειδοποιήθηκε από αγγελιαφόρο.<br /><br />
'''Παράγωγα και Σύνθετα στην νέα ελληνική'''<br />
αγγελία, αγγελικός, αγγελιοφόρος, άγγελμα, αγγελόμορφος, αγγελόψυχος, αγγελτήριο, αναγγελία, αναγγέλλω, ανεπάγγελτος, αγγελία, αγγελοθωρώ, αγγελοκόβω, αγγελόκρουσμα, αγγελοκρούω, αγγελοπρόσωπος, αγγελοσκιάζομαι, απαγγέλλω, απαγγελτικός, αυτεπάγγελτα, αυτεπάγγελτος, αυτεπαγγέλτως, διαγγέλλω, διάγγελμα, εισαγγελέας, εισαγγελία, εισαγγελικός, εξαγγελία, εξάγγελος, εξαγγελτικός, επαγγελία, επαγγέλλομαι, επάγγελμα, επαγγελματίας, επαγγελματικός, επαγγελτικός, ευαγγελίζομαι, ευαγγελικός, ευαγγελισμός, ευαγγελιστής, ευαγγελίστρια, καταγγελία, καταγγέλλω, παραγγελία, παραγγελιοδόχος, παραγγέλλω, παράγγελμα, προαγγελία, προαγγέλλω, προάγγελμα, προάγγελος, προαναγγελία, προαναγγέλλω, ποεξαγγέλλω, προεξαγγελία, προεξαγγελτικός.
[[Κατηγορία:Αρχαία Ελληνικά]]
9su8ajkmgrt2k9f88pmyjwkk6a4lbix
31601
31600
2026-05-29T08:42:37Z
~2026-32013-29
7772
31601
wikitext
text/x-wiki
'''Κλίση''' του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους: <br />
----
ἀγγέλλω (ανακοινώνω, αναγγέλλω, ειδοποιώ, κηρύσσω, παραγγέλλω)<br />
<br />
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας: ἀγγέλλω <br />
Παρατατικός: ἤγγελλον<br />
Μέλλων: ἀγγελῶ<br />
Αόριστος: ἤγγειλα<br />
Αόριστος Β΄: ἤγγελον<br />
Παρακείμενος: ἤγγελκα<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλκειν<br />
Συντελεσμένος Μέλλοντας: ἠγγελκώς ἔσομαι.<br /><br />
Μέση και Παθητική Φωνή<br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλομαι<br />
Παρατατικός: ἠγγελλόμην<br />
Μέλλοντας Μέσος: ἀγγελοῦμαι<br />
Μέλλοντας Παθητικός: ἀγγελθήσομαι<br />
Αόριστος Μέσος: ἠγγειλάμην<br />
Αόριστος Παθητικός: ἠγγέλθην<br />
Παρακείμενος: ἤγγελμαι<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλμην<br />
Συντελεσμένος Μέλλοντας: ἠγγελμένος ἔσομαι<br /><br />
----
'''Παράγωγα στην αρχαία ελληνική'''<br />
<b>ἄγγελος</b>, ὁ: αγγελιαφόρος, απεσταλμένος. <b>ἀγγελία</b>, ἡ: άγγελμα, είδηση, // διαταγή, πρόσταγμα, προκήρυξη. <b>εὐαγγέλιον</b>, τό: διδασκαλία, // αμοιβή στον αγγελιοφόρο για καλή είδηση. <b>ἄγγελμα</b>, τό: μήνυμα, παραγγελία, είδηση, μαντάτο. <b>ἀνάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο χωρίς αγγελιαφόρο. <b>ἀπαγγελτήρ</b> (-ῆρος), ὁ: ο αγγελιαφόρος. <b>ἀπαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η έκθεση, η αφήγηση, // λογοδοσία πρεσβευτή. <b>διάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο απεσταλμένος για διαπραγματεύσεις, // κατάσκοπος. <b>εἰσαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η αναγγελία, // η καταγγελία για δημόσιο αδίκημα (συνώνυμα: ἡ γραφή: μήνυση / ποινική δίωξη για δημόσιο
αδίκημα· ἡ δίκη: καταγγελία για ιδιωτικό αδίκημα). <b>ἐξάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος. <b>ἐξαγγελία</b> (-ίας), ἡ: πληροφορία. <b>ἀνάγγελτος</b> (επίθ.): ο μυστικός, αυτός που δεν ανακοινώθηκε. <b>ἐξάγγελτος</b> (-ου), ὁ (ως ουσ.): ο αγγελιαφόρος. <b>ἐξάγγελτος</b>, -ος, -ον (επίθ.): ολοφάνερος, // αυτός που ανακοινώθηκε, κοινολογημένος, ανακοινωμένος. <b>ἐπάγγελμα</b> (-ατος), τό: άγγελμα, αγγελία, // διαταγή, προσταγή, // υπόσχεση, // επάγγελμα. <b>ἐπαγγελία</b> (-ας), ἡ: διαταγή, παραγγελία, // δημόσια καταγγελία, // υπόσχεση, // αγγελία. <b>καταγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει / που γνωστοποιεί, ο κατάγγελος, ο κατήγορος. <b>κατάγγελτος</b> (επίθ.): ο καταγγελμένος, ο προδομένος, // ο φανερωμένος, ο φανερός. <b>μετάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος, κήρυκας. <b>παραγγελία</b> (-ίας), ἡ: διαταγή, παράγγελμα, πρόσταγμα, σύνολο κανόνων, // πρόσκληση στο δικαστήριο, // διδασκαλία, συμβουλή, καθοδήγηση, // ανακοίνωση, στρατολογικός κατάλογος, // σὐσταση φατρίας. <b>παράγγελμα</b> (-ατος), τό: μήνυμα, άγγελμα, είδηση (που μεταφέρεται με πυρσούς), // πρόσταγμα, διαταγή, κινητοποίηση, // διδασκαλία, συμβολή, συμβουλή, // ηθικό παράγγελμα. <b>παράγγελσις</b> (-εως), ἡ: (στον πόλεμο) προσταγή, διαβίβαση εντολών. <b>παραγγελλόμενα</b> (-ων), τά: οι διαταγές, οι εντολές. <b>παρηγγελμένα</b> (-ων), τά: τα παραγγέλματα. <b>προάγγελος</b> (-ου), ὁ: προάγγελος, προμηνυτής.
<b>προάγγελσις</b> (-εως), ἡ: προειδοποίηση, προαναγγελία, προμήνυμα. <b>προσηγγελμένα</b> (-ων), τά: οι ειδήσεις, οι διαταγές. <b>συνάγγελλος</b> (-ου), ὁ: συναπεσταλμένος, αγγελιοφόρος, συμπρεσβευτής. <b>ὑπαγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει κάτι. <b>ὑπάγγελος</b> (επίθ.): αυτός που ειδοποιήθηκε από αγγελιαφόρο.<br /><br />
'''Παράγωγα και Σύνθετα στην νέα ελληνική'''<br />
αγγελία, αγγελικός, αγγελιοφόρος, άγγελμα, αγγελόμορφος, αγγελόψυχος, αγγελτήριο, αναγγελία, αναγγέλλω, ανεπάγγελτος, αγγελία, αγγελοθωρώ, αγγελοκόβω, αγγελόκρουσμα, αγγελοκρούω, αγγελοπρόσωπος, αγγελοσκιάζομαι, απαγγέλλω, απαγγελτικός, αυτεπάγγελτα, αυτεπάγγελτος, αυτεπαγγέλτως, διαγγέλλω, διάγγελμα, εισαγγελέας, εισαγγελία, εισαγγελικός, εξαγγελία, εξάγγελος, εξαγγελτικός, επαγγελία, επαγγέλλομαι, επάγγελμα, επαγγελματίας, επαγγελματικός, επαγγελτικός, ευαγγελίζομαι, ευαγγελικός, ευαγγελισμός, ευαγγελιστής, ευαγγελίστρια, καταγγελία, καταγγέλλω, παραγγελία, παραγγελιοδόχος, παραγγέλλω, παράγγελμα, προαγγελία, προαγγέλλω, προάγγελμα, προάγγελος, προαναγγελία, προαναγγέλλω, ποεξαγγέλλω, προεξαγγελία, προεξαγγελτικός.
[[Κατηγορία:Αρχαία Ελληνικά]]
nmfs88kjoq3d2fkhx54u5kclwy36qhu
31602
31601
2026-05-29T08:44:23Z
~2026-32013-29
7772
31602
wikitext
text/x-wiki
'''Κλίση''' του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους: <br />
----
ἀγγέλλω (ανακοινώνω, αναγγέλλω, ειδοποιώ, κηρύσσω, παραγγέλλω)<br />
<br />
Ενεργητική Φωνή<br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλω <br />
Παρατατικός: ἤγγελλον<br />
Μέλλων: ἀγγελῶ<br />
Αόριστος: ἤγγειλα<br />
Αόριστος Β΄: ἤγγελον<br />
Παρακείμενος: ἤγγελκα<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλκειν<br />
Συντελεσμένος Μέλλοντας: ἠγγελκώς ἔσομαι.<br /><br />
Μέση και Παθητική Φωνή<br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλομαι<br />
Παρατατικός: ἠγγελλόμην<br />
Μέλλοντας Μέσος: ἀγγελοῦμαι<br />
Μέλλοντας Παθητικός: ἀγγελθήσομαι<br />
Αόριστος Μέσος: ἠγγειλάμην<br />
Αόριστος Παθητικός: ἠγγέλθην<br />
Παρακείμενος: ἤγγελμαι<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλμην<br />
Συντελεσμένος Μέλλοντας: ἠγγελμένος ἔσομαι<br /><br />
----
'''Παράγωγα στην αρχαία ελληνική'''<br />
<b>ἄγγελος</b>, ὁ: αγγελιαφόρος, απεσταλμένος. <b>ἀγγελία</b>, ἡ: άγγελμα, είδηση, // διαταγή, πρόσταγμα, προκήρυξη. <b>εὐαγγέλιον</b>, τό: διδασκαλία, // αμοιβή στον αγγελιοφόρο για καλή είδηση. <b>ἄγγελμα</b>, τό: μήνυμα, παραγγελία, είδηση, μαντάτο. <b>ἀνάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο χωρίς αγγελιαφόρο. <b>ἀπαγγελτήρ</b> (-ῆρος), ὁ: ο αγγελιαφόρος. <b>ἀπαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η έκθεση, η αφήγηση, // λογοδοσία πρεσβευτή. <b>διάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο απεσταλμένος για διαπραγματεύσεις, // κατάσκοπος. <b>εἰσαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η αναγγελία, // η καταγγελία για δημόσιο αδίκημα (συνώνυμα: ἡ γραφή: μήνυση / ποινική δίωξη για δημόσιο
αδίκημα· ἡ δίκη: καταγγελία για ιδιωτικό αδίκημα). <b>ἐξάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος. <b>ἐξαγγελία</b> (-ίας), ἡ: πληροφορία. <b>ἀνάγγελτος</b> (επίθ.): ο μυστικός, αυτός που δεν ανακοινώθηκε. <b>ἐξάγγελτος</b> (-ου), ὁ (ως ουσ.): ο αγγελιαφόρος. <b>ἐξάγγελτος</b>, -ος, -ον (επίθ.): ολοφάνερος, // αυτός που ανακοινώθηκε, κοινολογημένος, ανακοινωμένος. <b>ἐπάγγελμα</b> (-ατος), τό: άγγελμα, αγγελία, // διαταγή, προσταγή, // υπόσχεση, // επάγγελμα. <b>ἐπαγγελία</b> (-ας), ἡ: διαταγή, παραγγελία, // δημόσια καταγγελία, // υπόσχεση, // αγγελία. <b>καταγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει / που γνωστοποιεί, ο κατάγγελος, ο κατήγορος. <b>κατάγγελτος</b> (επίθ.): ο καταγγελμένος, ο προδομένος, // ο φανερωμένος, ο φανερός. <b>μετάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος, κήρυκας. <b>παραγγελία</b> (-ίας), ἡ: διαταγή, παράγγελμα, πρόσταγμα, σύνολο κανόνων, // πρόσκληση στο δικαστήριο, // διδασκαλία, συμβουλή, καθοδήγηση, // ανακοίνωση, στρατολογικός κατάλογος, // σὐσταση φατρίας. <b>παράγγελμα</b> (-ατος), τό: μήνυμα, άγγελμα, είδηση (που μεταφέρεται με πυρσούς), // πρόσταγμα, διαταγή, κινητοποίηση, // διδασκαλία, συμβολή, συμβουλή, // ηθικό παράγγελμα. <b>παράγγελσις</b> (-εως), ἡ: (στον πόλεμο) προσταγή, διαβίβαση εντολών. <b>παραγγελλόμενα</b> (-ων), τά: οι διαταγές, οι εντολές. <b>παρηγγελμένα</b> (-ων), τά: τα παραγγέλματα. <b>προάγγελος</b> (-ου), ὁ: προάγγελος, προμηνυτής.
<b>προάγγελσις</b> (-εως), ἡ: προειδοποίηση, προαναγγελία, προμήνυμα. <b>προσηγγελμένα</b> (-ων), τά: οι ειδήσεις, οι διαταγές. <b>συνάγγελλος</b> (-ου), ὁ: συναπεσταλμένος, αγγελιοφόρος, συμπρεσβευτής. <b>ὑπαγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει κάτι. <b>ὑπάγγελος</b> (επίθ.): αυτός που ειδοποιήθηκε από αγγελιαφόρο.<br /><br />
'''Παράγωγα και Σύνθετα στην νέα ελληνική'''<br />
αγγελία, αγγελικός, αγγελιοφόρος, άγγελμα, αγγελόμορφος, αγγελόψυχος, αγγελτήριο, αναγγελία, αναγγέλλω, ανεπάγγελτος, αγγελία, αγγελοθωρώ, αγγελοκόβω, αγγελόκρουσμα, αγγελοκρούω, αγγελοπρόσωπος, αγγελοσκιάζομαι, απαγγέλλω, απαγγελτικός, αυτεπάγγελτα, αυτεπάγγελτος, αυτεπαγγέλτως, διαγγέλλω, διάγγελμα, εισαγγελέας, εισαγγελία, εισαγγελικός, εξαγγελία, εξάγγελος, εξαγγελτικός, επαγγελία, επαγγέλλομαι, επάγγελμα, επαγγελματίας, επαγγελματικός, επαγγελτικός, ευαγγελίζομαι, ευαγγελικός, ευαγγελισμός, ευαγγελιστής, ευαγγελίστρια, καταγγελία, καταγγέλλω, παραγγελία, παραγγελιοδόχος, παραγγέλλω, παράγγελμα, προαγγελία, προαγγέλλω, προάγγελμα, προάγγελος, προαναγγελία, προαναγγέλλω, ποεξαγγέλλω, προεξαγγελία, προεξαγγελτικός.
[[Κατηγορία:Αρχαία Ελληνικά]]
6dd30z8xea1s2ryo1v9ygt1p0t3um15
31603
31602
2026-05-29T08:56:11Z
~2026-32013-29
7772
31603
wikitext
text/x-wiki
'''Κλίση''' του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους: <br />
----
ἀγγέλλω (ανακοινώνω, αναγγέλλω, ειδοποιώ, κηρύσσω, παραγγέλλω)<br />
<br />
Ενεργητική Φωνή<br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλω <br />
Παρατατικός: ἤγγελλον<br />
Μέλλων: ἀγγελῶ<br />
Αόριστος: ἤγγειλα<br />
Αόριστος Β΄: ἤγγελον<br />
Παρακείμενος: ἤγγελκα<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλκειν<br />
Συντελεσμένος Μέλλοντας: ἠγγελκώς ἔσομαι.<br /><br />
Μέση και Παθητική Φωνή<br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλομαι<br />
Παρατατικός: ἠγγελλόμην<br />
Μέλλοντας Μέσος: ἀγγελοῦμαι<br />
Μέλλοντας Παθητικός: ἀγγελθήσομαι<br />
Αόριστος Μέσος: ἠγγειλάμην<br />
Αόριστος Παθητικός: ἠγγέλθην<br />
Παρακείμενος: ἤγγελμαι<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλμην<br />
Συντελεσμένος Μέλλοντας: ἠγγελμένος ἔσομαι<br /><br />
----
'''Παράγωγα στην αρχαία ελληνική'''<br />
<b>ἄγγελος</b>, ὁ: αγγελιαφόρος, απεσταλμένος. <b>ἀγγελία</b>, ἡ: άγγελμα, είδηση, // διαταγή, πρόσταγμα, προκήρυξη. <b>εὐαγγέλιον</b>, τό: διδασκαλία, // αμοιβή στον αγγελιοφόρο για καλή είδηση. <b>ἄγγελμα</b>, τό: μήνυμα, παραγγελία, είδηση, μαντάτο. <b>ἀνάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο χωρίς αγγελιαφόρο. <b>ἀπαγγελτήρ</b> (-ῆρος), ὁ: ο αγγελιαφόρος. <b>ἀπαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η έκθεση, η αφήγηση, // λογοδοσία πρεσβευτή. <b>διάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο απεσταλμένος για διαπραγματεύσεις, // κατάσκοπος. <b>εἰσαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η αναγγελία, // η καταγγελία για δημόσιο αδίκημα (συνώνυμα: ἡ γραφή: μήνυση / ποινική δίωξη για δημόσιο
αδίκημα· ἡ δίκη: καταγγελία για ιδιωτικό αδίκημα). <b>ἐξάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος. <b>ἐξαγγελία</b> (-ίας), ἡ: πληροφορία. <b>ἀνάγγελτος</b> (επίθ.): ο μυστικός, αυτός που δεν ανακοινώθηκε. <b>ἐξάγγελτος</b> (-ου), ὁ (ως ουσ.): ο αγγελιαφόρος. <b>ἐξάγγελτος</b>, -ος, -ον (επίθ.): ολοφάνερος, // αυτός που ανακοινώθηκε, κοινολογημένος, ανακοινωμένος. <b>ἐπάγγελμα</b> (-ατος), τό: άγγελμα, αγγελία, // διαταγή, προσταγή, // υπόσχεση, // επάγγελμα. <b>ἐπαγγελία</b> (-ας), ἡ: διαταγή, παραγγελία, // δημόσια καταγγελία, // υπόσχεση, // αγγελία. <b>καταγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει / που γνωστοποιεί, ο κατάγγελος, ο κατήγορος. <b>κατάγγελτος</b> (επίθ.): ο καταγγελμένος, ο προδομένος, // ο φανερωμένος, ο φανερός. <b>μετάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος, κήρυκας. <b>παραγγελία</b> (-ίας), ἡ: διαταγή, παράγγελμα, πρόσταγμα, σύνολο κανόνων, // πρόσκληση στο δικαστήριο, // διδασκαλία, συμβουλή, καθοδήγηση, // ανακοίνωση, στρατολογικός κατάλογος, // σὐσταση φατρίας. <b>παράγγελμα</b> (-ατος), τό: μήνυμα, άγγελμα, είδηση (που μεταφέρεται με πυρσούς), // πρόσταγμα, διαταγή, κινητοποίηση, // διδασκαλία, συμβολή, συμβουλή, // ηθικό παράγγελμα. <b>παράγγελσις</b> (-εως), ἡ: (στον πόλεμο) προσταγή, διαβίβαση εντολών. <b>παραγγελλόμενα</b> (-ων), τά: οι διαταγές, οι εντολές. <b>παρηγγελμένα</b> (-ων), τά: τα παραγγέλματα. <b>προάγγελος</b> (-ου), ὁ: προάγγελος, προμηνυτής.
<b>προάγγελσις</b> (-εως), ἡ: προειδοποίηση, προαναγγελία, προμήνυμα. <b>προσηγγελμένα</b> (-ων), τά: οι ειδήσεις, οι διαταγές. <b>συνάγγελλος</b> (-ου), ὁ: συναπεσταλμένος, αγγελιοφόρος, συμπρεσβευτής. <b>ὑπαγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει κάτι. <b>ὑπάγγελος</b> (επίθ.): αυτός που ειδοποιήθηκε από αγγελιαφόρο.<br /><br />
'''Παράγωγα και Σύνθετα στην νέα ελληνική'''<br />
αγγελία, άγγελος, αγγελάκι, αγγελούδι, αγγελικός, αγγελικότητα, αγγελιοφόρος, άγγελμα, αγγελόμορφος, αγγελόψυχος, αγγελτήριο, αναγγελία, αναγγέλλω, ακατάγγελτος, ανεπάγγελτος, αγγελία, αγγελιάζομαι, αγγελοθωρώ, αγγελοκόβω, αγγελόκρουσμα, αγγελοκρούω, αγγελοπρόσωπος, αγγελοσκιάζομαι, απαγγέλλω, απαγγελτικός, απαράγγελτος, αρχάγγελος, αρχαγγελικός, αυτεπάγγελτα, αυτεπάγγελτος, αυτεπαγγέλτως, διαγγέλλω, διάγγελμα, εισαγγελέας, εισαγγελία, εισαγγελικός, εισαγγελεύω, αντεισαγγελέας, εξαγγέλλω, εξαγγελία, εξάγγελος, εξαγγελτικός, επαγγελία, επαγγέλλομαι, επάγγελμα, επαγγελματίας, επαγγελματικός, επαγγελματισμός, επαγγελτικός, ευαγγελίζομαι, ευαγγελικός, ευαγγελισμός, ευαγγελιστής, ευαγγελίστρια, βαγγελίστρα, ευαγγελιστάριο, καταγγελία, καταγγέλλω, καταγγελτικός, παραγγελία / παραγγελιά, παραγγελιοδόχος, παραγγελιοδότης, παραγγέλλω, παράγγελμα, προαγγελία, προαγγέλλω, προάγγελμα, προάγγελος, προαναγγελία, προαναγγέλλω, προεξαγγέλλω, προεξαγγελία, προεξαγγελτικός, τετραευαγγέλιος / τετραβάγγελο.
[[Κατηγορία:Αρχαία Ελληνικά]]
t9wmpc9iqu88audcvfmx7ymxlpzomuy
31604
31603
2026-05-29T08:56:35Z
~2026-32013-29
7772
31604
wikitext
text/x-wiki
'''Κλίση''' του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους: <br />
----
ἀγγέλλω (ανακοινώνω, αναγγέλλω, ειδοποιώ, κηρύσσω, παραγγέλλω)<br />
<br />
Ενεργητική Φωνή<br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλω <br />
Παρατατικός: ἤγγελλον<br />
Μέλλων: ἀγγελῶ<br />
Αόριστος: ἤγγειλα<br />
Αόριστος Β΄: ἤγγελον<br />
Παρακείμενος: ἤγγελκα<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλκειν<br />
Συντελεσμένος Μέλλοντας: ἠγγελκώς ἔσομαι.<br /><br />
Μέση και Παθητική Φωνή<br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλομαι<br />
Παρατατικός: ἠγγελλόμην<br />
Μέλλοντας Μέσος: ἀγγελοῦμαι<br />
Μέλλοντας Παθητικός: ἀγγελθήσομαι<br />
Αόριστος Μέσος: ἠγγειλάμην<br />
Αόριστος Παθητικός: ἠγγέλθην<br />
Παρακείμενος: ἤγγελμαι<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλμην<br />
Συντελεσμένος Μέλλοντας: ἠγγελμένος ἔσομαι<br /><br />
----
'''Παράγωγα στην αρχαία ελληνική'''<br />
<b>ἄγγελος</b>, ὁ: αγγελιαφόρος, απεσταλμένος. <b>ἀγγελία</b>, ἡ: άγγελμα, είδηση, // διαταγή, πρόσταγμα, προκήρυξη. <b>εὐαγγέλιον</b>, τό: διδασκαλία, // αμοιβή στον αγγελιοφόρο για καλή είδηση. <b>ἄγγελμα</b>, τό: μήνυμα, παραγγελία, είδηση, μαντάτο. <b>ἀνάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο χωρίς αγγελιαφόρο. <b>ἀπαγγελτήρ</b> (-ῆρος), ὁ: ο αγγελιαφόρος. <b>ἀπαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η έκθεση, η αφήγηση, // λογοδοσία πρεσβευτή. <b>διάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο απεσταλμένος για διαπραγματεύσεις, // κατάσκοπος. <b>εἰσαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η αναγγελία, // η καταγγελία για δημόσιο αδίκημα (συνώνυμα: ἡ γραφή: μήνυση / ποινική δίωξη για δημόσιο
αδίκημα· ἡ δίκη: καταγγελία για ιδιωτικό αδίκημα). <b>ἐξάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος. <b>ἐξαγγελία</b> (-ίας), ἡ: πληροφορία. <b>ἀνάγγελτος</b> (επίθ.): ο μυστικός, αυτός που δεν ανακοινώθηκε. <b>ἐξάγγελτος</b> (-ου), ὁ (ως ουσ.): ο αγγελιαφόρος. <b>ἐξάγγελτος</b>, -ος, -ον (επίθ.): ολοφάνερος, // αυτός που ανακοινώθηκε, κοινολογημένος, ανακοινωμένος. <b>ἐπάγγελμα</b> (-ατος), τό: άγγελμα, αγγελία, // διαταγή, προσταγή, // υπόσχεση, // επάγγελμα. <b>ἐπαγγελία</b> (-ας), ἡ: διαταγή, παραγγελία, // δημόσια καταγγελία, // υπόσχεση, // αγγελία. <b>καταγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει / που γνωστοποιεί, ο κατάγγελος, ο κατήγορος. <b>κατάγγελτος</b> (επίθ.): ο καταγγελμένος, ο προδομένος, // ο φανερωμένος, ο φανερός. <b>μετάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος, κήρυκας. <b>παραγγελία</b> (-ίας), ἡ: διαταγή, παράγγελμα, πρόσταγμα, σύνολο κανόνων, // πρόσκληση στο δικαστήριο, // διδασκαλία, συμβουλή, καθοδήγηση, // ανακοίνωση, στρατολογικός κατάλογος, // σὐσταση φατρίας. <b>παράγγελμα</b> (-ατος), τό: μήνυμα, άγγελμα, είδηση (που μεταφέρεται με πυρσούς), // πρόσταγμα, διαταγή, κινητοποίηση, // διδασκαλία, συμβολή, συμβουλή, // ηθικό παράγγελμα. <b>παράγγελσις</b> (-εως), ἡ: (στον πόλεμο) προσταγή, διαβίβαση εντολών. <b>παραγγελλόμενα</b> (-ων), τά: οι διαταγές, οι εντολές. <b>παρηγγελμένα</b> (-ων), τά: τα παραγγέλματα. <b>προάγγελος</b> (-ου), ὁ: προάγγελος, προμηνυτής.
<b>προάγγελσις</b> (-εως), ἡ: προειδοποίηση, προαναγγελία, προμήνυμα. <b>προσηγγελμένα</b> (-ων), τά: οι ειδήσεις, οι διαταγές. <b>συνάγγελλος</b> (-ου), ὁ: συναπεσταλμένος, αγγελιοφόρος, συμπρεσβευτής. <b>ὑπαγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει κάτι. <b>ὑπάγγελος</b> (επίθ.): αυτός που ειδοποιήθηκε από αγγελιαφόρο.<br /><br />
'''Παράγωγα και Σύνθετα στην νέα ελληνική'''<br />
αγγελία, άγγελος, αγγελάκι, αγγελούδι, αγγελικός, αγγελικότητα, αγγελιοφόρος, άγγελμα, αγγελόμορφος, αγγελόψυχος, αγγελτήριο, αναγγελία, αναγγέλλω, ακατάγγελτος, ανεπάγγελτος, αγγελία, αγγελιάζομαι, αγγελοθωρώ, αγγελοκόβω, αγγελόκρουσμα, αγγελοκρούω, αγγελοπρόσωπος, αγγελοσκιάζομαι, απαγγέλλω, απαγγελτικός, απαράγγελτος, αρχάγγελος, αρχαγγελικός, αυτεπάγγελτα, αυτεπάγγελτος, αυτεπαγγέλτως, διαγγέλλω, διάγγελμα, εισαγγελέας, εισαγγελία, εισαγγελικός, εισαγγελεύω, αντεισαγγελέας, εξαγγέλλω, εξαγγελία, εξάγγελος, εξαγγελτικός, επαγγελία, επαγγέλλομαι, επάγγελμα, επαγγελματίας, επαγγελματικός, επαγγελματισμός, επαγγελτικός, ευαγγελίζομαι, ευαγγελικός, ευαγγελισμός, ευαγγελιστής, ευαγγελίστρια, βαγγελίστρα, ευαγγελιστάριο, καταγγελία, καταγγέλλω, καταγγελτικός, παραγγελία / παραγγελιά, παραγγελιοδόχος, παραγγελιοδότης, παραγγέλλω, παράγγελμα, προαγγελία, προαγγέλλω, προάγγελμα, προάγγελος, προαναγγελία, προαναγγέλλω, προεξαγγέλλω, προεξαγγελία, προεξαγγελτικός, τετραευαγγέλιο / τετραβάγγελο.
[[Κατηγορία:Αρχαία Ελληνικά]]
kpdkkbp9ddmc7ixiw68xrzv9jiavhqi
31605
31604
2026-05-29T08:58:38Z
~2026-32013-29
7772
31605
wikitext
text/x-wiki
'''Κλίση''' του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους: <br />
----
<b>ἀγγέλλω</b>: ανακοινώνω, αναγγέλλω, ειδοποιώ, κηρύσσω, παραγγέλλω.<br />
<br />
<b><u>Ενεργητική Φωνή</u></b><br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλω <br />
Παρατατικός: ἤγγελλον<br />
Μέλλων: ἀγγελῶ<br />
Αόριστος: ἤγγειλα<br />
Αόριστος Β΄: ἤγγελον<br />
Παρακείμενος: ἤγγελκα<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλκειν<br />
Συντελεσμένος Μέλλοντας: ἠγγελκώς ἔσομαι.<br /><br />
<b><u>Μέση και Παθητική Φωνή</u></b><br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλομαι<br />
Παρατατικός: ἠγγελλόμην<br />
Μέλλοντας Μέσος: ἀγγελοῦμαι<br />
Μέλλοντας Παθητικός: ἀγγελθήσομαι<br />
Αόριστος Μέσος: ἠγγειλάμην<br />
Αόριστος Παθητικός: ἠγγέλθην<br />
Παρακείμενος: ἤγγελμαι<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλμην<br />
Συντελεσμένος Μέλλοντας: ἠγγελμένος ἔσομαι<br /><br />
----
'''Παράγωγα στην αρχαία ελληνική'''<br />
<b>ἄγγελος</b>, ὁ: αγγελιαφόρος, απεσταλμένος. <b>ἀγγελία</b>, ἡ: άγγελμα, είδηση, // διαταγή, πρόσταγμα, προκήρυξη. <b>εὐαγγέλιον</b>, τό: διδασκαλία, // αμοιβή στον αγγελιοφόρο για καλή είδηση. <b>ἄγγελμα</b>, τό: μήνυμα, παραγγελία, είδηση, μαντάτο. <b>ἀνάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο χωρίς αγγελιαφόρο. <b>ἀπαγγελτήρ</b> (-ῆρος), ὁ: ο αγγελιαφόρος. <b>ἀπαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η έκθεση, η αφήγηση, // λογοδοσία πρεσβευτή. <b>διάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο απεσταλμένος για διαπραγματεύσεις, // κατάσκοπος. <b>εἰσαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η αναγγελία, // η καταγγελία για δημόσιο αδίκημα (συνώνυμα: ἡ γραφή: μήνυση / ποινική δίωξη για δημόσιο
αδίκημα· ἡ δίκη: καταγγελία για ιδιωτικό αδίκημα). <b>ἐξάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος. <b>ἐξαγγελία</b> (-ίας), ἡ: πληροφορία. <b>ἀνάγγελτος</b> (επίθ.): ο μυστικός, αυτός που δεν ανακοινώθηκε. <b>ἐξάγγελτος</b> (-ου), ὁ (ως ουσ.): ο αγγελιαφόρος. <b>ἐξάγγελτος</b>, -ος, -ον (επίθ.): ολοφάνερος, // αυτός που ανακοινώθηκε, κοινολογημένος, ανακοινωμένος. <b>ἐπάγγελμα</b> (-ατος), τό: άγγελμα, αγγελία, // διαταγή, προσταγή, // υπόσχεση, // επάγγελμα. <b>ἐπαγγελία</b> (-ας), ἡ: διαταγή, παραγγελία, // δημόσια καταγγελία, // υπόσχεση, // αγγελία. <b>καταγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει / που γνωστοποιεί, ο κατάγγελος, ο κατήγορος. <b>κατάγγελτος</b> (επίθ.): ο καταγγελμένος, ο προδομένος, // ο φανερωμένος, ο φανερός. <b>μετάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος, κήρυκας. <b>παραγγελία</b> (-ίας), ἡ: διαταγή, παράγγελμα, πρόσταγμα, σύνολο κανόνων, // πρόσκληση στο δικαστήριο, // διδασκαλία, συμβουλή, καθοδήγηση, // ανακοίνωση, στρατολογικός κατάλογος, // σὐσταση φατρίας. <b>παράγγελμα</b> (-ατος), τό: μήνυμα, άγγελμα, είδηση (που μεταφέρεται με πυρσούς), // πρόσταγμα, διαταγή, κινητοποίηση, // διδασκαλία, συμβολή, συμβουλή, // ηθικό παράγγελμα. <b>παράγγελσις</b> (-εως), ἡ: (στον πόλεμο) προσταγή, διαβίβαση εντολών. <b>παραγγελλόμενα</b> (-ων), τά: οι διαταγές, οι εντολές. <b>παρηγγελμένα</b> (-ων), τά: τα παραγγέλματα. <b>προάγγελος</b> (-ου), ὁ: προάγγελος, προμηνυτής.
<b>προάγγελσις</b> (-εως), ἡ: προειδοποίηση, προαναγγελία, προμήνυμα. <b>προσηγγελμένα</b> (-ων), τά: οι ειδήσεις, οι διαταγές. <b>συνάγγελλος</b> (-ου), ὁ: συναπεσταλμένος, αγγελιοφόρος, συμπρεσβευτής. <b>ὑπαγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει κάτι. <b>ὑπάγγελος</b> (επίθ.): αυτός που ειδοποιήθηκε από αγγελιαφόρο.<br /><br />
'''Παράγωγα και Σύνθετα στην νέα ελληνική'''<br />
αγγελία, άγγελος, αγγελάκι, αγγελούδι, αγγελικός, αγγελικότητα, αγγελιοφόρος, άγγελμα, αγγελόμορφος, αγγελόψυχος, αγγελτήριο, αναγγελία, αναγγέλλω, ακατάγγελτος, ανεπάγγελτος, αγγελία, αγγελιάζομαι, αγγελοθωρώ, αγγελοκόβω, αγγελόκρουσμα, αγγελοκρούω, αγγελοπρόσωπος, αγγελοσκιάζομαι, απαγγέλλω, απαγγελτικός, απαράγγελτος, αρχάγγελος, αρχαγγελικός, αυτεπάγγελτα, αυτεπάγγελτος, αυτεπαγγέλτως, διαγγέλλω, διάγγελμα, εισαγγελέας, εισαγγελία, εισαγγελικός, εισαγγελεύω, αντεισαγγελέας, εξαγγέλλω, εξαγγελία, εξάγγελος, εξαγγελτικός, επαγγελία, επαγγέλλομαι, επάγγελμα, επαγγελματίας, επαγγελματικός, επαγγελματισμός, επαγγελτικός, ευαγγελίζομαι, ευαγγελικός, ευαγγελισμός, ευαγγελιστής, ευαγγελίστρια, βαγγελίστρα, ευαγγελιστάριο, καταγγελία, καταγγέλλω, καταγγελτικός, παραγγελία / παραγγελιά, παραγγελιοδόχος, παραγγελιοδότης, παραγγέλλω, παράγγελμα, προαγγελία, προαγγέλλω, προάγγελμα, προάγγελος, προαναγγελία, προαναγγέλλω, προεξαγγέλλω, προεξαγγελία, προεξαγγελτικός, τετραευαγγέλιο / τετραβάγγελο.
[[Κατηγορία:Αρχαία Ελληνικά]]
sur277ajd7othsj1tkeelxs11fo9nbb
31606
31605
2026-05-29T09:01:38Z
~2026-32013-29
7772
31606
wikitext
text/x-wiki
'''Κλίση''' του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους: <br />
----
<b>ἀγγέλλω</b>: ανακοινώνω, αναγγέλλω, ειδοποιώ, κηρύσσω, παραγγέλλω.<br />
<br />
<b><u>Ενεργητική Φωνή</u></b><br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλω <br />
Παρατατικός: ἤγγελλον<br />
Μέλλων: ἀγγελῶ<br />
Αόριστος: ἤγγειλα<br />
Αόριστος Β΄: ἤγγελον<br />
Παρακείμενος: ἤγγελκα<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλκειν<br />
Συντελεσμένος Μέλλοντας: ἠγγελκώς ἔσομαι.<br /><br />
<b><u>Μέση και Παθητική Φωνή</u></b><br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλομαι<br />
Παρατατικός: ἠγγελλόμην<br />
Μέλλοντας Μέσος: ἀγγελοῦμαι<br />
Μέλλοντας Παθητικός: ἀγγελθήσομαι<br />
Αόριστος Μέσος: ἠγγειλάμην<br />
Αόριστος Παθητικός: ἠγγέλθην - ἠγγέλην (μτγν.)<br />
Παρακείμενος: ἤγγελμαι<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλμην<br />
Συντελεσμένος Μέλλοντας: ἠγγελμένος ἔσομαι<br /><br />
----
'''Παράγωγα στην αρχαία ελληνική'''<br />
<b>ἄγγελος</b>, ὁ: αγγελιαφόρος, απεσταλμένος. <b>ἀγγελία</b>, ἡ: άγγελμα, είδηση, // διαταγή, πρόσταγμα, προκήρυξη. <b>εὐαγγέλιον</b>, τό: διδασκαλία, // αμοιβή στον αγγελιοφόρο για καλή είδηση. <b>ἄγγελμα</b>, τό: μήνυμα, παραγγελία, είδηση, μαντάτο. <b>ἀνάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο χωρίς αγγελιαφόρο. <b>ἀπαγγελτήρ</b> (-ῆρος), ὁ: ο αγγελιαφόρος. <b>ἀπαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η έκθεση, η αφήγηση, // λογοδοσία πρεσβευτή. <b>διάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο απεσταλμένος για διαπραγματεύσεις, // κατάσκοπος. <b>εἰσαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η αναγγελία, // η καταγγελία για δημόσιο αδίκημα (συνώνυμα: ἡ γραφή: μήνυση / ποινική δίωξη για δημόσιο
αδίκημα· ἡ δίκη: καταγγελία για ιδιωτικό αδίκημα). <b>ἐξάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος. <b>ἐξαγγελία</b> (-ίας), ἡ: πληροφορία. <b>ἀνάγγελτος</b> (επίθ.): ο μυστικός, αυτός που δεν ανακοινώθηκε. <b>ἐξάγγελτος</b> (-ου), ὁ (ως ουσ.): ο αγγελιαφόρος. <b>ἐξάγγελτος</b>, -ος, -ον (επίθ.): ολοφάνερος, // αυτός που ανακοινώθηκε, κοινολογημένος, ανακοινωμένος. <b>ἐπάγγελμα</b> (-ατος), τό: άγγελμα, αγγελία, // διαταγή, προσταγή, // υπόσχεση, // επάγγελμα. <b>ἐπαγγελία</b> (-ας), ἡ: διαταγή, παραγγελία, // δημόσια καταγγελία, // υπόσχεση, // αγγελία. <b>καταγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει / που γνωστοποιεί, ο κατάγγελος, ο κατήγορος. <b>κατάγγελτος</b> (επίθ.): ο καταγγελμένος, ο προδομένος, // ο φανερωμένος, ο φανερός. <b>μετάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος, κήρυκας. <b>παραγγελία</b> (-ίας), ἡ: διαταγή, παράγγελμα, πρόσταγμα, σύνολο κανόνων, // πρόσκληση στο δικαστήριο, // διδασκαλία, συμβουλή, καθοδήγηση, // ανακοίνωση, στρατολογικός κατάλογος, // σὐσταση φατρίας. <b>παράγγελμα</b> (-ατος), τό: μήνυμα, άγγελμα, είδηση (που μεταφέρεται με πυρσούς), // πρόσταγμα, διαταγή, κινητοποίηση, // διδασκαλία, συμβολή, συμβουλή, // ηθικό παράγγελμα. <b>παράγγελσις</b> (-εως), ἡ: (στον πόλεμο) προσταγή, διαβίβαση εντολών. <b>παραγγελλόμενα</b> (-ων), τά: οι διαταγές, οι εντολές. <b>παρηγγελμένα</b> (-ων), τά: τα παραγγέλματα. <b>προάγγελος</b> (-ου), ὁ: προάγγελος, προμηνυτής.
<b>προάγγελσις</b> (-εως), ἡ: προειδοποίηση, προαναγγελία, προμήνυμα. <b>προσηγγελμένα</b> (-ων), τά: οι ειδήσεις, οι διαταγές. <b>συνάγγελλος</b> (-ου), ὁ: συναπεσταλμένος, αγγελιοφόρος, συμπρεσβευτής. <b>ὑπαγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει κάτι. <b>ὑπάγγελος</b> (επίθ.): αυτός που ειδοποιήθηκε από αγγελιαφόρο.<br /><br />
'''Παράγωγα και Σύνθετα στην νέα ελληνική'''<br />
αγγελία, άγγελος, αγγελάκι, αγγελούδι, αγγελικός, αγγελικότητα, αγγελιοφόρος, άγγελμα, αγγελόμορφος, αγγελόψυχος, αγγελτήριο, αναγγελία, αναγγέλλω, ακατάγγελτος, ανεπάγγελτος, αγγελία, αγγελιάζομαι, αγγελοθωρώ, αγγελοκόβω, αγγελόκρουσμα, αγγελοκρούω, αγγελοπρόσωπος, αγγελοσκιάζομαι, απαγγέλλω, απαγγελτικός, απαράγγελτος, αρχάγγελος, αρχαγγελικός, αυτεπάγγελτα, αυτεπάγγελτος, αυτεπαγγέλτως, διαγγέλλω, διάγγελμα, εισαγγελέας, εισαγγελία, εισαγγελικός, εισαγγελεύω, αντεισαγγελέας, εξαγγέλλω, εξαγγελία, εξάγγελος, εξαγγελτικός, επαγγελία, επαγγέλλομαι, επάγγελμα, επαγγελματίας, επαγγελματικός, επαγγελματισμός, επαγγελτικός, ευαγγελίζομαι, ευαγγελικός, ευαγγελισμός, ευαγγελιστής, ευαγγελίστρια, βαγγελίστρα, ευαγγελιστάριο, καταγγελία, καταγγέλλω, καταγγελτικός, παραγγελία / παραγγελιά, παραγγελιοδόχος, παραγγελιοδότης, παραγγέλλω, παράγγελμα, προαγγελία, προαγγέλλω, προάγγελμα, προάγγελος, προαναγγελία, προαναγγέλλω, προεξαγγέλλω, προεξαγγελία, προεξαγγελτικός, τετραευαγγέλιο / τετραβάγγελο.
[[Κατηγορία:Αρχαία Ελληνικά]]
gr28q4mzeq4gp5p71b8hug03cen55l7
31607
31606
2026-05-29T09:02:35Z
~2026-32013-29
7772
31607
wikitext
text/x-wiki
'''Κλίση''' του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους: <br />
----
<b>ἀγγέλλω</b>: ανακοινώνω, αναγγέλλω, ειδοποιώ, κηρύσσω, παραγγέλλω.<br />
<br />
<b><u>Ενεργητική Φωνή</u></b><br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλω <br />
Παρατατικός: ἤγγελλον<br />
Μέλλων: ἀγγελῶ<br />
Αόριστος: ἤγγειλα<br />
Αόριστος Β΄: ἤγγελον<br />
Παρακείμενος: ἤγγελκα<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλκειν<br />
Συντελεσμένος Μέλλοντας: ἠγγελκώς ἔσομαι.<br /><br />
<b><u>Μέση και Παθητική Φωνή</u></b><br />
Ενεστώτας: ἀγγέλλομαι<br />
Παρατατικός: ἠγγελλόμην<br />
Μέλλοντας Μέσος: ἀγγελοῦμαι<br />
Μέλλοντας Παθητικός: ἀγγελθήσομαι<br />
Αόριστος Μέσος: ἠγγειλάμην<br />
Αόριστος Παθητικός: ἠγγέλθην - (μτγν.) ἠγγέλην<br />
Παρακείμενος: ἤγγελμαι<br />
Υπερσυντέλικος: ἠγγέλμην<br />
Συντελεσμένος Μέλλοντας: ἠγγελμένος ἔσομαι<br /><br />
----
'''Παράγωγα στην αρχαία ελληνική'''<br />
<b>ἄγγελος</b>, ὁ: αγγελιαφόρος, απεσταλμένος. <b>ἀγγελία</b>, ἡ: άγγελμα, είδηση, // διαταγή, πρόσταγμα, προκήρυξη. <b>εὐαγγέλιον</b>, τό: διδασκαλία, // αμοιβή στον αγγελιοφόρο για καλή είδηση. <b>ἄγγελμα</b>, τό: μήνυμα, παραγγελία, είδηση, μαντάτο. <b>ἀνάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο χωρίς αγγελιαφόρο. <b>ἀπαγγελτήρ</b> (-ῆρος), ὁ: ο αγγελιαφόρος. <b>ἀπαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η έκθεση, η αφήγηση, // λογοδοσία πρεσβευτή. <b>διάγγελος</b> (-ου), ὁ: ο απεσταλμένος για διαπραγματεύσεις, // κατάσκοπος. <b>εἰσαγγελία</b> (-ίας), ἡ: η αναγγελία, // η καταγγελία για δημόσιο αδίκημα (συνώνυμα: ἡ γραφή: μήνυση / ποινική δίωξη για δημόσιο
αδίκημα· ἡ δίκη: καταγγελία για ιδιωτικό αδίκημα). <b>ἐξάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος. <b>ἐξαγγελία</b> (-ίας), ἡ: πληροφορία. <b>ἀνάγγελτος</b> (επίθ.): ο μυστικός, αυτός που δεν ανακοινώθηκε. <b>ἐξάγγελτος</b> (-ου), ὁ (ως ουσ.): ο αγγελιαφόρος. <b>ἐξάγγελτος</b>, -ος, -ον (επίθ.): ολοφάνερος, // αυτός που ανακοινώθηκε, κοινολογημένος, ανακοινωμένος. <b>ἐπάγγελμα</b> (-ατος), τό: άγγελμα, αγγελία, // διαταγή, προσταγή, // υπόσχεση, // επάγγελμα. <b>ἐπαγγελία</b> (-ας), ἡ: διαταγή, παραγγελία, // δημόσια καταγγελία, // υπόσχεση, // αγγελία. <b>καταγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει / που γνωστοποιεί, ο κατάγγελος, ο κατήγορος. <b>κατάγγελτος</b> (επίθ.): ο καταγγελμένος, ο προδομένος, // ο φανερωμένος, ο φανερός. <b>μετάγγελος</b> (-ου), ὁ: αγγελιαφόρος, κήρυκας. <b>παραγγελία</b> (-ίας), ἡ: διαταγή, παράγγελμα, πρόσταγμα, σύνολο κανόνων, // πρόσκληση στο δικαστήριο, // διδασκαλία, συμβουλή, καθοδήγηση, // ανακοίνωση, στρατολογικός κατάλογος, // σὐσταση φατρίας. <b>παράγγελμα</b> (-ατος), τό: μήνυμα, άγγελμα, είδηση (που μεταφέρεται με πυρσούς), // πρόσταγμα, διαταγή, κινητοποίηση, // διδασκαλία, συμβολή, συμβουλή, // ηθικό παράγγελμα. <b>παράγγελσις</b> (-εως), ἡ: (στον πόλεμο) προσταγή, διαβίβαση εντολών. <b>παραγγελλόμενα</b> (-ων), τά: οι διαταγές, οι εντολές. <b>παρηγγελμένα</b> (-ων), τά: τα παραγγέλματα. <b>προάγγελος</b> (-ου), ὁ: προάγγελος, προμηνυτής.
<b>προάγγελσις</b> (-εως), ἡ: προειδοποίηση, προαναγγελία, προμήνυμα. <b>προσηγγελμένα</b> (-ων), τά: οι ειδήσεις, οι διαταγές. <b>συνάγγελλος</b> (-ου), ὁ: συναπεσταλμένος, αγγελιοφόρος, συμπρεσβευτής. <b>ὑπαγγελεύς</b> (-έως), ὁ: αυτός που αναγγέλλει κάτι. <b>ὑπάγγελος</b> (επίθ.): αυτός που ειδοποιήθηκε από αγγελιαφόρο.<br /><br />
'''Παράγωγα και Σύνθετα στην νέα ελληνική'''<br />
αγγελία, άγγελος, αγγελάκι, αγγελούδι, αγγελικός, αγγελικότητα, αγγελιοφόρος, άγγελμα, αγγελόμορφος, αγγελόψυχος, αγγελτήριο, αναγγελία, αναγγέλλω, ακατάγγελτος, ανεπάγγελτος, αγγελία, αγγελιάζομαι, αγγελοθωρώ, αγγελοκόβω, αγγελόκρουσμα, αγγελοκρούω, αγγελοπρόσωπος, αγγελοσκιάζομαι, απαγγέλλω, απαγγελτικός, απαράγγελτος, αρχάγγελος, αρχαγγελικός, αυτεπάγγελτα, αυτεπάγγελτος, αυτεπαγγέλτως, διαγγέλλω, διάγγελμα, εισαγγελέας, εισαγγελία, εισαγγελικός, εισαγγελεύω, αντεισαγγελέας, εξαγγέλλω, εξαγγελία, εξάγγελος, εξαγγελτικός, επαγγελία, επαγγέλλομαι, επάγγελμα, επαγγελματίας, επαγγελματικός, επαγγελματισμός, επαγγελτικός, ευαγγελίζομαι, ευαγγελικός, ευαγγελισμός, ευαγγελιστής, ευαγγελίστρια, βαγγελίστρα, ευαγγελιστάριο, καταγγελία, καταγγέλλω, καταγγελτικός, παραγγελία / παραγγελιά, παραγγελιοδόχος, παραγγελιοδότης, παραγγέλλω, παράγγελμα, προαγγελία, προαγγέλλω, προάγγελμα, προάγγελος, προαναγγελία, προαναγγέλλω, προεξαγγέλλω, προεξαγγελία, προεξαγγελτικός, τετραευαγγέλιο / τετραβάγγελο.
[[Κατηγορία:Αρχαία Ελληνικά]]
89994vj1kqy1nok8mc8ey0e7yw60ht5